Από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας συναντάμε πολιτικά προγράμματα που επαγγέλλονται την κοινοκτημοσύνη και τη συλλογική ρύθμιση στη βάση της αλληλεγγύης των βασικών ζητημάτων της κοινωνικής ζωής χρησιμοποιώντας φιλοσοφικά και ηθικά επιχειρήματα. Τα σημαντικότερα σύγχρονα κοινωνιστικά -σοσιαλιστικά προγράμματα στην ιστορία της πολιτικής σκέψης συνδυάζουν ηθικά και οικονομικά επιχειρήματα κατευθύνονται την πολεμική τους κυρίως κατά του ατομικιστικού προγράμματος του φιλελευθερισμού, θεωρούν ότι η ίδια η δυναμική της αστικής κοινωνίας δείχνει ότι η φιλελεύθερη αντίληψη, που θεωρεί την κοινωνία σα να μπορεί «από μόνη της» να πραγματοποιεί την άριστη απασχόληση των διαθέσιμων πόρων της κοινωνίας (εργασία και κεφάλαιο), αποτελεί ουσιαστικά μια περίπτωση ενός θεωρητικού μοντέλλου θα μπορούσε εξίσου να υπάρχει υποαπασχόληση και ανεργία.

Ήδη τις αρμονιστικές ιδέες του Α. Smith διαφοροποιεί ο D. Ricardo, o οποίος δέχεται στην τρίτη έκδοση (1821) του κλασσικού του έργου Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας και της Φορολογίας (1η έκδ. 1817) ότι η αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από τις μηχανές μπορεί συχνά να βλάπτει την εργατική τάξη. Η πρόταση αυτή μπορεί να συνδεθεί με την ιδέα ότι πηγή του πλούτου των πλουσίων είναι η απλήρωτη εργασία των φτωχών, ιδέα που διατυπώνεται από σοσιαλιστές συγγραφείς όπως ο Owen και ο Godwin.

Ο Ricardo ανάγει την αξία που παράγει η κοινωνία στην εργασία, και δέχεται ότι στο εσωτερικό του εισοδήματος η σχέση μεταξύ των μεγεθών του μισθού και του κέρδους είναι ανταγωνιστική (δηλαδή, με σταθερό εισόδημα, όταν το ένα μέγεθος αυξάνει, αναγκαστικά το άλλο μειώνεται). Από την προβληματική αυτή προκύπτει η αντίληψη ότι η κοινωνία δεν είναι ένα αρμονικό σύνολο, αλλά πεδίο ταξικών αντιθέσεων. Στη κοινωνία λοιπόν αυτή, ενώ η παραγωγή είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, η διάθεση του προϊόντος και των παραγωγικών μέσων γίνεται βάσει τίτλων ιδιοκτησίας που κατέχουν λίγοι ιδιοκτήτες, χωρίς να ερωτηθούν οι πολλοί εργαζόμενοι. Από την προσέγγιση αυτή συνάγεται ότι το κράτος παρουσιάζεται ως ο εγγυητής αυτής της τάξης πραγμάτων.

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, μαζί με το αίτημα για τη γενίκευση του εκλογικού δικαιώματος, διατυπώνονται σοσιαλιστικές απόψεις οι οποίες συνιστούν το περίγραμμα ενός προγράμματος σχετικά με τα μέτρα που θα πάρει η εργατική πλειοψηφία μόλις κατορθώσει να διαμορφωθεί και να συγκροτηθεί στο επίπεδο του κοινοβουλίου. Η συγκρότησή της θεωρείται βέβαιη, αφού η εργατική τάξη, ως αποτέλεσμα των ρυθμών εκβιομηχάνισης, τείνει ν’ αποτελέσει την πλειοψηφία του πληθυσμού. Τα σοσιαλιστικά προγράμματα του τύπου αυτού περιλαμβάνουν μακροπρόθεσμα μέτρα, όπως την κατάργηση όσων εισοδημάτων δεν προέρχονται από εργασία, την κατάργηση του κληρονομικού δικαίου, την κοινωνικοποίηση των μέσω παραγωγής, και βραχυπρόθεσμα μέτρα, στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας, όπως τον έλεγχο, μέσω του κράτους, της οικονομίας ώστε να αποκλεισθεί η ανεργία και η εξαθλίωση των εργαζομένων, τη μεταφορά εισοδήματος από τους ιδιοκτήτες στους εργαζόμενους μέσω ενός συστήματος κοινωνικών παροχών (π.χ. εργατική ασφάλιση) και τη μεταφορά πόρων από τον ιδιωτικό στο δημόσιο τομέα (προγράμματα κρατικών επιχειρήσεων ή οικονομικών ενώσεων των εργαζομένων). Οι αντιλήψεις που συγκροτούν τα προγράμματα αυτά, συνοδεύονται από ιδέες σχετικά με τον εκδημοκρατισμό της οικονομίας και του κράτους.

Στα πλαίσια αυτά, η σχέση του σοσιαλισμού με τη δημοκρατία οριοθετείται σύμφωνα με ένα κριτήριο που συνδέει τα μεταρρυθμιστικά ή επαναστατικά προγράμματα με τη δυνατότητα πραγματοποίησης των παραπάνω σοσιαλιστικών στόχων. Αναπτύσσεται μ’ άλλα λόγια μια προβληματική που διερευνά κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα, μέσα στο θεσμικό πλαίσιο του τυπικού κοινοβουλευτισμού, και της κρατικής εγγύησης της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, να προωθηθούν σοσιαλιστικοί στόχοι. Δηλαδή, μέχρι ποιο βαθμό μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στα πλαίσια της κοινωνίας αυτής και ποια είναι τα όριά του· ή, ακόμη, πως πρέπει να εκτιμηθεί το πλαίσιο αυτό; Απλώς ως μέσο για να ισχυροποιηθεί το σοσιαλιστικό κίνημα, χρησιμοποιώντας το κοινοβούλιο μόνο και μόνο για να συμμετέχει, ως σοσιαλιστικό κοινοβουλευτικό κόμμα, στην παραγωγή των νομοθετικών ρυθμίσεων; Ή, θεωρείται ότι το αστικό δημοκρατικό σύστημα περιέχει αξίες, όπως την αρχή λήψης των αποφάσεων από την πλειοψηφία, την άσκηση της κριτικής από την μειοψηφία, την αρχή του διαλόγου και της δημοσιότητας, οι οποίες πρέπει να διατηρηθούν ως άξονες του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, και μάλιστα να αποτελέσουν συστατικό του στοιχείο;

Ιστορικά, η έννοια του σοσιαλισμού διαφοροποιείται από την έννοια της δημοκρατίας μόνο με την ανάπτυξη του βιομηχανικού προλεταριάτου και την προβολή του αιτήματός του για τον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας. Πριν από τη βιομηχανική επανάσταση, στα έργα πολλών θεωρητικών, το «σοσιαλιστικό» στοιχείο, όπως συνδέεται με την ανάδυση του βιομηχανικού προλεταριάτου, βρίσκεται, στην πολιτική θεωρία, αναμεμειγμένο με το «δημοκρατικό». Έτσι, στην αντίληψη περί δημοκρατίας του Robespierre και του Jefferson, η ιδέα της απελευθέρωσης από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα των προνομίων και η εγκαθίδρυση πολιτικής δημοκρατίας συνδέεται με την ιδέα της ενεργού συμμετοχής των πλατιών μαζών και της άρσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Διατυπώνονται αιτήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και κοινωνικής δημοκρατίας, που έρχονται σε αντίθεση με τις αντιλήψεις και τις πρακτικές του άκρατου ατομισμού.

Οι ιδέες του Jefferson και του Robespierre αναφέρονται στο λαό -ο οποίος θα πρέπει να πραγματοποιήσει τη δημοκρατία- και όχι αποκλειστικά στην εργατική τάξη, η οποία πριν από τη βιομηχανική επανάσταση ήταν ασθενής. Το κίνημα του λαού, έτσι όπως το αντιλαμβάνονται, είναι στην πραγματικότητα μια συμμαχία από εκπροσώπους πολλών κοινωνικών τάξεων. (Ιδιαίτερο ρόλο παίζουν, στην Αμερική, οι αγροτικές μάζες, και στη Γαλλία, οι «πατριώτες» μικροαστοί). Η ιδέα της συμμετοχής πλατιών λαϊκών στρωμάτων σε μια δική τους δημοκρατία έχει ριζοσπαστικό χαρακτήρα και έρχεται σε αντίθεση με αντιλήψεις που δέχονται ότι στον αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτισμό εκπροσωπούνται κυρίως τα συμφέροντα των ιδιοκτητών και των μορφωμένων. Η αντίληψη αυτή της ριζοσπαστικής δημοκρατίας οδήγησε στο εξισωτικό σοσιαλισμό του Babeuf, που αντιπαρέβαλε τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης για τη γενική ελευθερία και την ισότητα στην πραγματική ανισότητα που επικρατούσε στην κοινωνία. Ο Babeuf και οι οπαδοί του, προσπάθησαν να επιβάλλουν τις αντιλήψεις τους με εξέγερση η εξέγερσή τους αυτή (Συνωμοσία των Ίσων) απέτυχε το 1796, αλλά οι ιδέες τους εξακολούθησαν να ασκούν επιρροή κατά τον 19ο αιώνα και επέδρασαν σε πολλούς θεωρητικούς και ανθρώπους της πολιτικής πράξης, όπως λ.χ. στον Blanqui (Πρβλ. Κ. Ψυχοπαίδη. Δημοκρατία και Σοσιαλισμός στον Κλασσικό Μαρξισμό, σελ. 8 επ.). Το χαρακτηριστικό των ιδεών αυτών είναι ο υπερτονισμός της πράξης, με την έννοια της βίαιης επέμβασης στα πολιτικά πράγματα και της άσκησης αυταρχικής εξουσίας ώστε να προστατευτούν οι επιτεύξεις της εξισωτικής δημοκρατίας.

Στη Γαλλία, το πρόγραμμα της επανάστασης τους 1789 δεν ολοκληρώθηκε μονομιάς, αλλά μέσα από αγώνες, που οδήγησαν στη διαφοροποίηση των αντιλήψεων για την έννοια και τη σημασία της δημοκρατίας. Μετά από την ήττα του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση των Βουρβώνων εγκαθιδρύεται επαναστατικά η μοναρχία του Λουδοβίκου Φιλίππου που επαναφέρει στην πράξη στην εξουσία τα ισχυρά αστικά στρώματα (Πρβλ. Μ. Duverger, Institutions, σελ. 433 επ.). Το 1848, η αστική επανάσταση, στην οποία συμμετέχει και το νεοδιαμορφωμένο προλεταριάτο, επιχειρεί να εισαγάγει δημοκρατική διακυβέρνηση. Στην επανάσταση αυτή διαμορφώνονται διάφορες τάσεις και αντιλήψεις για τον χαρακτήρα του δημοκρατικού κράτους. Η μια απ’ αυτές είναι η αστική ρεπουμπλικανική, η άλλη η σοσιαλιστική δημοκρατική (Louis Blanc). Δίπλα σ’ αυτές υπάρχουν «δυναστικές» τάσεις που υποστηρίζουν τη μοναρχία, καθώς και τάσεις που εκφράζονται από τα κόμματα των μεγαλοαστών ρεπουμπλικάνων. Ένα πολιτικά ενεργό και ταξικά συνειδητό τμήμα του παρισινού προλεταριάτου συμμετέχει στις επαναστατικές διαδικασίες για την εγκαθίδρυση κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και τη μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου, επιδιώκοντας να δώσει κοινωνικό χαρακτήρα στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Οι δημοκράτες σοσιαλιστές του L. Blanc πιστεύουν ότι μέσω του Κράτους θα πρέπει να παταχθεί ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Το Κράτος πρέπει να γίνει ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης κεφαλαίου, που θα ελέγχει τα ιδιωτικά επιχειρηματικά κέρδη και θα χρηματοδοτεί τις οικονομικές ενώσεις τις οποίες θα δημιουργούν οι εργάτες. Οι ιδέες αυτές για μια κοινωνική δημοκρατία, οδήγησαν τον L. Blanc στην οργάνωση εθνικών εργαστηρίων στη βάση της συμμετοχής των παραγωγών. Τα πειράματα αυτά απέτυχαν καθώς έρχονταν σε σύγκρουση με τις επιδιώξεις των ρεπουμπλικάνων και των συντηρητικών.

Η εργατική εξέγερση κατά της Εθνοσυνέλευσης καταπνίγετε και δημιουργείται μια ισορροπία μεταξύ ρεπουμπλικανικών και συντηρητικών δυνάμεων που επιτρέπει στον Λουδοβίκο Βοναπάρτη να εγκαθιδρύσει δικτατορία.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s