Στις δεκαετίες του 1840 και του 1850, διατυπώνεται στη Γερμανία από τον Μαρξ και τον Ένγκελς ένας ιδιαίτερος τύπος κριτικής της αστικής κοινωνίας και των κλασσικών θεωριών, που είχαν ως αντικείμενο τους την περιγραφή και την αξιολόγησή της. Ο ιδιαίτερος αυτός τύπος κριτικής συγκροτείται στη βάση των ακόλουθων χαρακτηριστικών:

  • η ανάλυση προσανατολίζεται στον καταμερισμό της εργασίας και στις παραγωγικές κοινωνικές δυνάμεις ως όρους για την υλική αναπαραγωγή της ζωής (υλισμός).
  • τονίζεται ιδιαίτερα ο ιστορικός χαρακτήρας των κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών (ιστορικότητα).
  • διερευνώνται, από τη μια μεριά, οι ιδιαίτεροι τύποι εξέλιξης των κοινωνικών αντιθέσεων που προκύπτουν μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής στην αστική κοινωνία, και από την άλλη μεριά, οι μεθοδολογικές συνέπειες που προκύπτουν από την ιδιαιτερότητα αυτή του αντικειμένου για την κοινωνική επιστήμη (διαλεκτική των κοινωνικών σχέσεων και διαλεκτική μέθοδος), και
  • διαμορφώνεται η αντίληψη για τον χαρακτήρα της χειραφετητικής επαναστατικής πράξης των εργαζομένων, πράξης που συγκροτείται μέσα από κοινωνικές αντιθέσεις και η οποία θα οδηγήσει στην υπέρβαση του αστικού κοινωνικού σχηματισμού και στην εγκαθίδρυση σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας (πραξεολογία και θεωρία της επανάστασης).

Οι αντιλήψεις του Μαρξ και του Ένγκελς αναπτύσσονται από τα έργα των αρχών της δεκαετίας του 1840, όπου η κριτική είναι ακόμη επηρεασμένη από φιλοσοφικά επιχειρήματα, ως το έργο της ωριμότητας, που επικεντρώνεται στην κριτική της αστικής πολιτικής οικονομίας.

Στο νεανικό έργο του Μαρξ, η ιδέα του σοσιαλισμού είναι συνυφασμένη με ένα αξιολογικό και ανθρωπολογικό ιδεώδες: το ιδεώδες της ανθρώπινης ουσίας που θα πραγματοποιηθεί καθώς θα αναπτύσσονται οι «δυνάμεις» του ανθρώπινου γένους σε μια κοινότητα αλληλεγγύης και συνεργασίας μεταξύ χειραφετημένων ανθρώπων. Μέσα σε μια τέτοια κοινότητα ο άνθρωπος είναι ο εαυτός του, πραγματοποιεί τη φύση του.

Το μαρξιστικό αυτό ιδεώδες του νεανικού έργου είναι επηρεασμένο από την ανθρωπολογία του L. Feuerbach, ο οποίος στο έργο του «Η Ουσία του Χριστιανισμού» (Wesen des Crhstenismus, 1841) αναπτύσσει την ιδέα μιας ανθρωπολογικής ενότητας, της ενότητας του ανθρώπινου «γένους», που πραγματοποιείται στην αγάπη μεταξύ των ανθρώπων.

Η μαρξική θεωρία ανατρέχει στη φοϋερμπαχιανή ανθρωπολογία με στόχο την κριτική της σύγχρονης αστικής κοινωνίας. Στην κοινωνία αυτή, ο άνθρωπος δεν είναι ο εαυτός του, ειναι αποξενωμένος και αλλοτριωμένος. Για να είναι ο εαυτός του, θα έπρεπε να έχει τη δυνατότητα ο ίδιος, ως ον που έχει ανάγκες και ζει σε κοινότητα με άλλους ανθρώπους, να πάρει στα χέρια του ό,τι έχει σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών του και με τις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Στην υφιστάμενη όμως κοινωνία, μεταξύ της ανάγκης και του μέσου που θα την ικανοποιήσει, μεσολαβεί το χρήμα, οι απρόσωπες ανταλλακτικές σχέσεις που προκύπτουν στην αγορά. Το ίδιο συμβαίνει και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Αυτές δεν καθορίζονται από την άμεση προσωπική επαφή μεταξύ των ανθρώπων, αλλά επηρεάζονται από την «αξία» που έχουν τα πρόσωπα ως ατομικοί ιδιοκτήτες χρήματος και υλικών αγαθών. Επομένως, η άρση της αλλοτρίωσης (που αποτελεί αίτημα το οποίο προκύπτει από το νεανικό αξιολογικό ιδεώδες) προϋποθέτει μια χειραφετητική πράξη που θα ξεπεράσει τους χωρισμούς μεταξύ ανθρώπου, ανάγκης και άλλου ανθρώπου, θα ξεπεράσει δηλαδή την κοινωνία της ατομικής ιδιοκτησίας, της αγοράς και του χρήματος, και θα αποκαταστήσει την ενότητά τους σε μια κοινωνία της αλληλεγγύης. Με την έννοια αυτή, η θεωρία και η κριτική αποσκοπούν στον σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό (στο «κοινωνικό» και στο «κοινό»).

Η προβληματικά αυτή οδηγεί τον Μαρξ στη μετάθεση του κέντρου βάρους της έρευνας από τη «φύση του ανθρώπου» και από το ανθρωπολογικό ιδεώδες, στον χώρο του προσδιορισμού του χαρακτήρα και των λειτουργιών της υπάρχουσας κοινωνίας. Για να προκύψει χειραφετητική πράξη, πρέπει αυτή να γίνει δυνατή στις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες. Η ανάλυση λοιπόν οδηγείται προς τη μελέτη των συνθηκών αυτών, προς τις προϋποθέσεις διαμόρφωσής τους και αλλαγής τους. Διαπιστώνει έτσι ο Μαρξ ότι η «ουσία του ανθρώπου» και οι ανθρώπινες δυνατότητες, είναι ιστορικές κατηγορίες. Η κατανόηση του χαρακτήρα των ιστορικών κοινωνιών επιτρέπει τη διερεύνηση των ιστορικών δυνατοτήτων αλλαγής τους. Έτσι, η μόνη επιστημονική προσέγγιση της κοινωνίας φαίνεται να είναι η ιστορική.

Στη «Γερμανική ιδεολογία», ένα έργο του Μαρξ και του Ένγκελς στα 1845/46, διευκρινίζεται το νόημα που δίνεται στους όρους «ιστορία» και «ιστορικό». Η ιστορικότητα των κοινωνιών μπορεί να κατανοηθεί μέσα από την παραγωγή των μέσων για την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, δηλαδή από την παραγωγή της ίδιας της υλικής ζωής (Πρβλ. «Γερμανική ιδεολογία», Ι, σελ. 73 επ.). Η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών μέσω καθορισμένων ιστορικά παραγωγικών μέσων οδηγεί σε νέες ανάγκες και στην εξέλιξη των μέσων παραγωγής. Επιπλέον, οι φυσικές σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, οι οποίες οδηγούν στη φυσική αναπαραγωγή τους (οικογένεια), διαφοροποιούνται κοινωνικά καθώς αναπτύσσεται ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας. «Λέγοντας κοινωνική εννοούμε τη συνεργασία πολλών ατόμων, άσχετο κάτω από ποιες συνθήκες, με ποιο τρόπο και για ποιο σκοπό. Από δω προκύπτει ότι ένας καθορισμένος τρόπος παραγωγής, ή βιομηχανικό στάδιο, συνδυάζεται πάντα μ’ έναν καθορισμένο τρόπο συνεργασίας ή κοινωνικό στάδιο, και αυτός ο τρόπος συνεργασίας είναι ο ίδιος μια παραγωγική δύναμη» (στο ίδιο, σελ. 75). Η ιστορικότητα των κοινωνιών εντοπίζεται στον χαρακτήρα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, στο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη συγκεκριμένη κοινωνία, και στις αντίστοιχες σχέσεις που προκύπτουν στο επίπεδο αυτό μεταξύ των ανθρώπων. Από αυτό το πλέγμα των σχέσεων θα προκύψει τελικά τι «είναι ο άνθρωπος». Οι ανθρώπινες δυνάμεις, η διάνοια, η αίσθηση και η φαντασία αναπτύσσονται μέσα σε κοινωνικές σχέσεις. Στη σύγχρονη εποχή, οι σχέσεις αυτές προκύπτουν από την ανάπτυ-ξη των παραγωγικών δυνάμεων στο επίπεδο της σύγχρονης βιομηχανίας. Έκφραση του σύγχρονου καταμερισμού της εργασίας και της βιομηχανίας είναι οι σύγχρονες σχέσεις της ατομικής ιδιοκτησίας. Οπότε, και η ατομική ιδιοκτησία δεν πρέπει να θεωρείται ως κάτι A priori καλό ή κακό (ανάλογα δηλαδή, με το κατά πόσο ικανοποιεί ή όχι φιλοσοφικά και ανθρωπολογικά κριτήρια), αλλά πρέπει να αναλύεται ως έκφραση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. «Καταμερισμός της εργασίας και ατομική ιδιοκτησία είναι εξάλλου εκφράσεις ταυτόσημες» (στο ίδιο, σελ. 78). Η μαρξική προβληματική όπως διατυπώνεται στη «Γερμανική ιδεολογία» δεν εντοπίζει πια το στοιχείο ότι η ανθρώπινη ουσία αλλοτριώνεται με την ατομική ιδιοκτησία και το χρήμα, αλλά στρέφεται προς τον καταμερισμό της εργασίας και αναζητά τους ιστορικούς και κοινωνικούς όρους που θα επιτρέψουν την χειραφετητική πράξη η οποία θα ξεπεράσει τις υπάρχουσες σχέσεις ιδιοκτησίας.

Η εξέλιξη αυτή της θεωρίας του Μαρξ από κριτική της αλλοτρίωσης σε θεωρία και κριτική του καταμερισμού της εργασίας έχει συνέπειες για την εξέλιξη της αντίληψής του για την πολιτική και τη σχέση της με την κοινωνία. Το 1843, στην «Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου», το πολιτικό ιδεώδες προς το οποίο προσανατολίζεται ακόμη ο Μαρξ είναι ανθρωπολογικό. Ο Μαρξ ασκεί κριτική στην εγελιανή θεωρία της κυριαρχίας, που βλέπει στην κυριαρχία του απολυταρχικού ηγεμόνα, ο οποίος επιβάλλει τη βούλησή του στην κοινωνία, την πραγμάτωση του φιλοσοφικού σκοπού στην ιστορία. Για τον Μαρξ, κυρίαρχος δεν είναι ο ένας ηγεμόνας, αλλά κάθε υποκείμενο, που είναι, -πρέπει να είναι-κύριος του εαυτού του, και. έρχεται – πρέπει να έρχεται- σε συνειδητές σχέσεις αλληλεγγύης με τους συνανθρώπους του. Την κατάσταση αυτή της κοινωνίας των αυτόνομων, κυρίαρχων και αλληλέγγυων υποκειμένων ονομάζει ο Μαρξ δημοκρατία: «Στη δημοκρατία κανένα στοιχείο δεν αποκτά άλλη σημασία από αυτήν που του αρμόζει. Ο καθένας είναι ένα σημείο του όλου δήμου». Ο λαός αυτοκαθορίζεται, είναι «πραγματικός» λαός, οι άνθρωποι είναι «πραγματικοί» άνθρωποι, και η κοινωνική σχέση είναι ελεύθερο προϊόν του ανθρώπου. Οπότε, στη δημοκρατική κοινωνία εξαφανίζεται και η διάσταση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Στη μοναρχία, σε αντίθεση με τη δημοκρατία, ένα μέρος (ο μονάρχης) καθορίζει το όλο, οπότε δεν πραγματοποιείται το ιδεώδες της ανάπτυξης των μερών του όλου. Η «μορφή» (η εξουσία) «παραποιεί» το περιεχόμενο, δηλαδή την κοινωνία, το δήμο. (Πρβλ. Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας, ελλ. μετ. σε. 64).

Ο Μαρξ, με αφετηρία το δημοκρατικό ιδεώδες, ασκεί κριτική και στο αντιπροσωπευτικό (ρεπουμπλικανικό) πολίτευμα. Εδώ δεν υπάρχει εξουσία του ενός σημείου της κοινωνίας πάνω σε όλη την κοινωνία. Υπάρχει όμως ένας χωρισμός μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής (ο οποίος υπάρχει και στη μοναρχία). Το κράτος συνίσταται ως επιμέρους μορφή κατεξουσίασης δίπλα στην κοινωνία, έτσι ώστε κάθε άνθρωπος να διασπάται σε πολίτη (μέλος του κράτους) και σε ιδιώτη (μέλος της αστικής ιδιωτικής κοινωνίας). Ήδη στο κείμενο αυτό του 1843, ο Μαρξ επισημαίνει την ιδιαιτερότητα της εξουσίας στη σύγχρονή του αστική κοινωνία. Σε αντίθεση με την προαστική φεουδαρχική μορφή εξουσίας, στην οποία υπάρχει διάχυση του πολιτικού στοιχείου σε όλη την κοινωνία (φεουδαρχικά δικαιώματα, προνόμια των διαφόρων «τάξεων»), το σύγχρονο κράτος (με τη ρεπούμπλικανική, αλλά και με την απολυταρχική του μορφή) τίθεται δίπλα στην κοινωνία, σαν ένα ιδιαίτερο πεδίο εξουσίας που λειτουργεί διασφαλίζοντας τα ιδιαίτερα συμφέροντα που εκδηλώνονται και δρουν στην κοινωνία αυτή. Ποια είναι η κοινωνία αυτή και σε τι συνίστανται τα ιδιαίτερα συμφέροντα που δρουν σε αυτή, δεν είναι ακόμη ξεκαθαρισμένο το 1843. Αναφέρεται η αρχή του ιδιωτικού συμφέροντος· διπλά στα ιδιωτικά συμφέροντα υπάρχουν ακόμη τα συντεχνιακά συμφέροντα της παλιάς κοινωνίας, αλλά εμφανίζεται ως νέο στοιχείο και η «τάξη» της εργασίας, που δεν αποτελεί έναν οποιονδήποτε όμιλο της αστικής κοινωνίας, αλλά το έδαφος, πάνω στο οποίο στηρίζεται όλη η κοινωνία (στο ίδιο, σελ. 123).

Στη «Γερμανική ιδεολογία», η αντίληψη του Μαρξ για την κοινωνία είναι περισσότερο επεξεργασμένη και έχει αναπτυχθεί αντίστοιχα η θεωρητική έννοια του Κράτους. Η κοινωνία είναι η αστική κοινωνία που προέκυψε ιστορικά από τον καταμερισμό της εργασίας. Στην κοινωνία αυτή, η αμοιβαία αλληλεξάρτηση των ατόμων και οι σχέσεις συνεργασίας δεν ρυθμίζονται συνειδητά, αλλά προκύπτουν εκ των υστέρων ως απόρροια ατομικών οικονομικών επιλογών που έχουν ως κίνητρο ιδιωτικά συμφέροντα. Το συμφέρον της αναπαραγωγής της κοινωνίας (γενικό συμφέρον), αποτελεί το μη ηθελημένο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των ατομικών συμφερόντων. Το γενικό συμφέρον της κοινωνίας, το οποίο είναι ουσιαστικά η ίδια της η υπόσταση, που συνίσταται στον καταμερισμό της εργασίας, φαίνεται να πραγματώνεται στο κράτος, στη σφαίρα της πολιτικής που βρίσκεται δίπλα στην κοινωνική σφαίρα των ατομικών συμφερόντων. Αυτό είναι σωστό, με την έννοια ότι το Κράτος, εξασφαλίζοντας τους γενικούς όρους του ανταγωνισμού των ιδιωτικών συμφερόντων στην αγορά (ασφάλεια, τήρηση συμβατικών υποχρεώσεων), αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του σύγχρονου καταμερισμού της εργασίας που επιτρέπει την αναπαραγωγή της κοινωνίας. Είναι όμως λανθασμένο, με την έννοια ότι στο Κράτος, το κοινό συμφέρον των ιδιοκτητών μέσων παραγωγής (που συνίσταται στην αναπαραγωγή της κοινωνίας ως αστικής κοινωνίας της αγοράς), εμφανίζεται με τη μορφή του συμφέροντος όλης της κοινωνίας, δηλαδή και των μη ιδιοκτητών προλεταρίων. Στο πολιτικό σύστημα της αστικής κοινωνίας, οι συγκρούσεις μεταξύ τάξεων (ιδιοκτητών και μη ιδιοκτητών) δεν εμφανίζονται ως τέτοιες, αλλά ως συγκρούσεις μεταξύ κομμάτων στα πλαίσια των αστικών θεσμών, δηλαδή στη βάση της αποδοχής της αστικής κοινωνίας. Οι συγκρούσεις όπως εμφανίζονται είναι «απατηλές μορφές» των πραγματικών ταξικών συγκρούσεων.

Η δυναμική των συγκρούσεων αυτών στην αστική κοινωνία, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της «Γερμανικής ιδεολογίας», οδηγεί αναγκαστικά στο ξεπέρασμα της κοινωνίας αυτής και στην εγκαθίδρυση μιας κομμουνιστικής κοινωνίας. Η ίδια η εξέλιξη της βιομηχανίας, που δημιούργησε το βιομηχανικό προλεταριάτο, έρχεται, σ’ ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξής της, σε αντίθεση με την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Το προλεταριάτο που διαμορφώθηκε μαζί με την καπιταλιστική επιχείρηση θα είναι ο φορέας της επαναστατικής ιδιοποίησης των μέσων παραγωγής και της κοινωνικοποίησης του πλούτου, που μέχρι τώρα βρισκόταν σε ιδιωτικά χέρια. Στη «Γερμανική Ιδεολογία» βέβαια δεν διερευνώνται οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα συμβεί αυτό.

Η ανάγκη διερεύνησης των όρων της επαγγελόμενης επανάστασης, οδήγησε τον Μαρξ σε συστηματικές μελέτες της οικονομικής δομής της αστικής κοινωνίας. Τα αποτελέσματα των πολιτικοοικονομικών του ερευνών διατυπώνονται στα τέλη της δεκαετίας του 1850, σε μια σειρά κειμένων, όπως η «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» (1859) το «Κεφάλαιο» (Α’ τόμος 1867) και τα Grundrisse, στα οποία περιέχονται σημειώσεις και αναλύσεις από τα έτη 1857/58. (Αποσπάσματα υπάρχουν σε ελληνική μετάφραση στα: «Ο Άνθρωπος στην εργασία και στη συνεργασία» και «Προκαπιταλιστικές οικονομικές μορφές»).

Στα κείμενα αυτά διαμορφώνεται μια αντίληψη για τη πολιτική και το Κράτος ως στοιχεία που εγγυώνται την αναπαραγωγή της κοινωνίας, και των οποίων οι λειτουργίες είναι συνυφασμένες με τις διαδικασίες τεχνικής ανάπτυξης της κοινωνίας και τον καταμερισμό της εργασίας, που αναλύονται στα πλαίσια της θεωρίας της αξίας. Οι κλασσικές ιδέες του ιδεαλιστικού φυσικού δικαίου, οι ιδέες της ελευθερίας και της ισότητας, αναλύονται ως μορφές που προκύπτουν από την ανταλλαγή, ως νομικοπολιτικοί χαρακτήρες που εμφανίζονται στην αγορά και ορίζουν στόχους και τρόπους συμπεριφοράς των δρώντων, διαμεσολαβώντας έτσι σχέσεις εκμετάλλευσης. (Πρβλ. για τα επόμενα, Κ. Ψυχοπαίδη, Δημοκρατία και Σοσιαλισμός, σελ. 29 επ.). Η ελευθερία, όπως την κατανοεί ο Μαρξ, προκύπτει ιστορικά ως κοινωνική σχέση της ελεύθερης από τα φεουδαλικά-συντεχνιακά δεσμά εργασίας που μεταβάλλεται σε εμπόρευμα στα πλαίσια της αστικής αγοράς, με το ελεύθερο από συντεχνιακές και κρατικές προνομιακές ρυθμίσεις κεφάλαιο, που μεταβάλλεται κι αυτό σε εμπόρευμα και χρήμα. Στην αστική αγορά, οι ανταλλαγές που διαμεσολαβούν τις κοινωνικές σχέσεις, προϋποθέτουν την ελευθερία των συμβάσεων, την ιδιοποίηση του εμπορεύματος του άλλου προσώπου μέσω της σύμφωνης βούλησής του και όχι μέσω του πολιτικού καταναγκαστικού μηχανισμού. Η ισότητα προκύπτει από την ανταλλαγή ισοδυνάμων αντικειμένων μεταξύ νομικά ίσων ανταλλασσόντων (Grundrise, σελ. 152-162, ελλ. «Ο Άνθρωπος…», σελ. 63-74). Στην αστική κοινωνία οι άνθρωποι έρχονται σε επικοινωνία μεταξύ τους μέσω της ανταλλαγής, είναι ίσοι ως ανταλλάσσοντες, και ανταλλάσσουν ισοδύναμα εμπορεύματα, που για την παραγωγή τους απαιτείται ίση εργασία. Η διαδικασία ανταλλαγής ισοδυνάμων είναι η μορφή που παίρνει ο καταμερισμός της εργασίας στην κοινωνία αυτή. Πολιτική προϋπόθεση της ανταλλαγής είναι η εγγύηση μέσω του αστικού κράτους, ότι το ένα άτομο δεν μπορεί να αποσπάσει με βίαιο τρόπο, ούτε να καρπωθεί με προνομιακό τρόπο, τα περιουσιακά στοιχεία του άλλου ατόμου, αλλά ιδιοποιείται τα στοιχεία αυτά μόνο μέσω της σύμφωνης βούλησης του άλλου ατόμου, που εμφανίζεται ως αντισυμβαλλόμενο στην αγορά. Στα πλαίσια αυτά, το κάθε άτομο οριοθετεί δικούς του εγωιστικούς σκοπούς. Ο σκοπός του ενός είναι το μέσο για την επιδίωξη του σκοπού του άλλου. Η κοινότητα των συμφερόντων δεν είναι η ίδια σκοπός, αλλά πραγματώνεται «πίσω από την πλάτη» των δρώντων και συνίσταται στον καταμερισμό της εργασίας και στην αναπαραγωγή της συνολικής κοινωνίας.

Ο Μαρξ λοιπόν θεωρεί την ελευθερία και την ισότητα ως νομικοπολιτικούς όρους της διαδικασίας εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης στον καπιταλισμό. Η συνολική κοινωνική εργατική δύναμη ανταλλάσσεται έναντι του συνόλου των μισθών, οι οποίοι επιτρέπουν στην εργατική τάξη να ιδιοποιείται μόνο ένα μέρος από το συνολικό κοινωνικό προϊόν (παραγωγή καταναλωτικών αγαθών για την εργατική τάξη), ενώ το υπόλοιπο (παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών και άυλων, αγαθών για την κατανάλωση των ιδιοκτητών μέσων παραγωγής, νέες επενδύσεις) το καρπούται η τάξη των μη εργαζομένων ιδιοκτητών βάσει των τίτλων ιδιοκτησίας τους. Η διαδικασία αυτή πραγματώνεται μέσω ενός νομικού πλαισίου, που εγκαθιδρύει την ελευθερία και την ισότητα, τις οποίες θεωρητικοί όπως ο Rousseau και ο Καντ τις ανήγαγαν σε ιδεαλιστικές αξίες.

Το πολιτικό σύστημα της αστικής κοινωνίας περιγράφεται στο 8ο κεφάλαιο του Α’ τόμου του Κεφαλαίου ως χώρος έκφρασης ταξικών αντιθέσεων και συσχετισμού ταξικών δυνάμεων. Ο Μαρξ βλέπει στη νομική ρύθμιση του μεγέθους της εργάσιμης μέρας (αποκλεισμός της υπερβολικής εκμετάλλευσης μέχρις εξαντλήσεως των εργατών, ή αποκλεισμός της απασχόλησης μικρών παιδιών) μια κρατική λειτουργία «κοινωνικού συμφέροντος», τη διατήρηση δηλαδή της κοινωνικής εργατικής δύναμης. Η ρύθμιση αυτή είναι ένα αίτημα της εργατικής τάξης, που σχηματίζεται και αναπτύσσεται με την ίδια την ανάπτυξη της καπιταλιστικής βιομηχανίας. Από την άλλη μεριά είναι κοινό συμφέρον των καπιταλιστών ως τάξη, συμφέρον που ο ανταγωνισμός μεταξύ τους, τους εμποδίζει να συνειδητοποιήσουν. Το κράτος, καθώς επεμβαίνει και ρυθμίζει με ενιαίο τρόπο την εργάσιμη μέρα, εγγυάται τη γενικότητα του μέτρου, άρα και τη διαφύλαξη των όρων του ανταγωνισμού. Στη διαφοροποιημένη ανάλυση του Μαρξ, εξετάζονται διαδικασίες σχηματισμού των δικαιϊκών ρυθμίσεων μέσα από συμφέροντα των τάξεων, όπως εκφράζονται στο πολιτικό επίπεδο.

Με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στην αστική κοινωνία, αναπτύσσεται η εργατική τάξη και οργανώνεται σε εργατικές ενώσεις. Η ίδια η δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης απαλλοτριώνει τους μικροϊδιοκτήτες από τα μέσα παραγωγής και αυξάνει το προλεταριάτο, ενώ τα παραγωγικά μέσα συγκεντρώνονται σε ολοένα και λιγότερα χέρια. Καθώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό συνεπάγεται κρίσεις που οδηγούν σε ανεργία ως διαρθρωτικό στοιχείο της αστικής οικονομίας, n καπιταλιστική ανάπτυξη θα έχει ως συνέπεια τη ριζοσπαστικοποίηση της εργατικής τάξης και τη προβολή τους αιτήματος να ασκήσει n ίδια τον έλεγχο στην παραγωγική διαδικασία, κοινωνικοποιώντας τα μέσα παραγωγής. Ένας τέτοιος έλεγχος νομιμοποιείται ουσιαστικά-δημοκρατικά από το γεγονός ότι οι ίδιοι οι παραγωγοί του κοινωνικού προϊόντος ζητούν -και στο δεδομένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων είναι σε θέση- να θέσουν υπό τον έλεγχό τους το προϊόν της εργασίας τους, το οποίο, στην αστική κοινωνία, διατίθεται ελεύθερα από μη εργαζομένους ιδιοκτήτες. Νομιμοποιείται και τυπικά-δημοκρατικά επίσης, στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτισμού, αφού με τη γενίκευση του εκλογικού δικαιώματος, η εργατική τάξη τείνει ν’ αποτελέσει τη πλειοψηφία του πληθυσμού, με αποτέλεσμα την εκλογή εργατικών αντιπροσώπων στο αστικό κοινοβούλιο.

Το μοντέλο αυτό της κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής που παρουσιάζεται εδώ με σχηματικό τρόπο, θα πρέπει κατά τον Μαρξ ν’ αποτελέσει ένα υπόδειγμα κατανόησης των ουσιωδών φάσεων της κοινωνικής εξέλιξης. Ωστόσο, το υπόδειγμα αυτό δεν περιέγραψε τις κοινωνικές σχέσεις της αστικής κοινωνίας σε όλες τους τις διαστάσεις και στην εξέλιξή της. Στις ιστορικές κοινωνίες του καπιταλισμού, στα μέσα του 19ου αιώνα, τα ισχυρά μικροαστικά και αγροτικά στρώματα οδηγήθηκαν σε συμμαχίες με την αστική τάξη, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση και ενίσχυση της αστικής κοινωνίας. Οι συμμαχίες αυτές οδήγησαν συχνά, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας μετά την επανάσταση του 1848, σε κρίση του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης και σε δικτατορία, η οποία ισχυροποίησε τις δομές της αστικής κοινωνίας, παρεμποδίζοντας την ελεύθερη πολιτική έκφραση των ταξικών αντιθέσεων.

Ο Μαρξ παρακολούθησε με προσοχή τις εξελίξεις αυτές, οι οποίες τον βοήθησαν να ολοκληρώσει τις εκτιμήσεις του για το πολιτικό σύστημα της αστικής κοινωνίας και τη μορφή που μπορεί να πάρει ανάλογα με τις ιστορικές και τις ταξικές συγκυρίες. Ήδη, στις εξελίξεις μετά το 1848, μετά την ήττα του προλεταριάτου στη Γαλλία που εξεγέρθηκε προσπαθώντας να επιβάλλει μια δημοκρατία με σοσιαλιστικό περιεχόμενο, ο Μαρξ είχε πεισθεί ότι, το δημοκρατικό-ρεπουμπλικανικό πολίτευμα δεν είναι παρά η δεσποτεία της αστικής τάξης πάνω στις άλλες τάξεις, και όχι ένα σύστημα που μέσα στους κόλπους του εκφράζονται όλες οι τάξεις. Επειδή όμως ο δεσποτικός χαρακτήρας της αστικής δημοκρατίας την οδηγεί σε σύγκρουση με το προλεταριάτο, μπορεί η μορφή αυτή να χαρακτηριστεί και ως «μορφή ανατροπής της αστικής κοινωνίας» (18η Μπρυμαίρ). Είκοσι χρόνια αργότερα, στον «Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία», ο Μαρξ βλέπει στην Κομμούνα του Παρισιού την ολοκλήρωση των στόχων του παρισινού προλεταριάτου του 1848: δηλαδή, έναν τύπο δημοκρατίας, που δεν θα παραμερίζει απλώς τη μοναρχία, αλλά την ίδια την ταξική εξουσία. Αλλά η παρισινή Κομμούνα αποδείχθηκε βραχύβιο πολιτικό σχήμα, που προέκυψε από μία πολεμική κατάσταση· σχηματίστηκε μετά την ήττα του Λουδοβίκου Ναπολέοντα στη σύγκρουσή του με την Πρωσία, από οπαδούς του Proudhon και του Blanqui, οι οποίοι πρότειναν μορφές χαλαρής ομοσπονδιακής αυτοδιοίκησης, και από εργάτες και διανοούμενους, οι οποίοι δέχονταν τις αναλύσεις του Μαρξ για τον ταξικό χαρακτήρα της αστικής εξουσίας και την ανάγκη οργάνωσης της εργατικής τάξης. Με την ήττα της Κομμούνας το 1871 και τη νίκη των μοναρχικών, κλείνει μια περίοδος της επαναστατικής- σοσιαλιστικής παράδοσης της δημοκρατίας.

Τα μικροαστικά στρώματα που πρωτοστάτησαν το 1848 και το 1871, πρόβαλλαν αντίσταση στις συνεχείς επαναστατικές διαδικασίες που θα οδηγούσαν την τυπική δημοκρατία στον σοσιαλισμό. Τα συντηρητικά και τα αγροτικά στοιχεία της αστικής κοινωνίας αλλοίωναν την «καθαρή» αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, και έδειχναν ανοχή σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης. Έτσι, οι γερμανοί σοσιαλιστές αρχίζουν να συμφιλιώνονται με την ιδέα μακρόχρονων περιόδων μεταρρύθμισης, δίχως ωστόσο να εγκαταλείπουν τον τελικό στόχο του μετασχηματισμού της αστικής σε εργατική δημοκρατία. Απεναντίας, ο Μαρξ, μέχρι το θάνατό του το 1883 στάθηκε αντίθετος στα μεταρρυθμιστικά σοσιαλιστικά προγράμματα (πρβλ. την κριτική του στο Πρόγραμμα Γκότα (1875)) στη Γερμανία, έχοντας την πεποίθηση ότι οι εγγενείς οικονομικές κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος θα έθεταν ένα τέλος στους συμβιβασμούς όσο και στις «αυταπάτες» των σοσιαλιστών.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s