Βιβλίον Ζ’ – Τα γεγονότα των ετών 414–412


Έτος 18ον : 414 – 413 π.Χ. (1-18)
1.
Ο Γύλιππος φθάνει εις Συρακούσας
Μετά την επισκευήν των πλοίων, ο Γύλιππος και ο Πυθήν ανεχώρησαν εκ Τάραντος και πλεύσαντες παρά την ακτήν, έφθασαν εις τους Επιζεφυρίους Λοκρούς. Λαμβάνοντες ήδη θετικωτέρας πληροφορίας ότι αι Συρακούσαι δεν είχαν εντελώς αποκλεισθή διά περιτειχίσματος, αλλ’ ότι ήτο ακόμη δυνατόν, εάν ήρχοντο με στρατόν, να εισέλθουν εις αυτάς διά των Επιπολών, διεσκέπτοντο εάν έπρεπε να πλεύσουν, αριστερά της Σικελικής ακτής και διακινδυνεύσουν να εισέλθουν εις Συρακούσας διά θαλάσσης, ή εάν έπρεπε να πλεύσουν δεξιά και αποβιβασθούν πρώτον εις Ιμέραν, οπόθεν ενισχύοντες τον στρατόν των με τους ιδίους τους Ιμεραίους και όσους άλλους θα έπειθαν να τους ακολουθήσουν, να έλθουν διά ξηράς εις Συρακούσας. Τέλος απεφάσισαν να πλεύσουν παρά την Ιμέραν αφού μάλιστα τα τέσσαρα πολεμικά σκάφη, τα οποία παρά την αρχικήν αδιαφορίαν του, ο Νικίας, όταν έμαθε την άφιξιν των εχθρικών πλοίων εις Λοκρούς, διέταξε να μεταβούν προς επιτήρησιν εις Ρήγιον δεν είχαν φθάσει ακόμη. Κατώρθωσαν ούτω, προ της αφίξεως της Αθηναϊκής εττιτηρητικής μοίρας, να περάσουν τον πορθμόν, προσεγγίσαντες εις Ρήγιον και Μεσσήνην και έφθασαν εις την Ιμέραν. Εκεί ευρισκόμενοι, έπεισαν τους Ιμερίους να συμπράξουν εις τον πόλεμον, όχι μόνον λαμβάνοντες μέρος οι ίδιοι εις την εκστρατείαν, αλλά και παρέχοντες όπλα εις όλους τους ναύτας των, όσοι εστερούντο τοιούτων, καθόσον είχαν ανελκύσει τα πλοία των εις την παραλίαν της Ιμέρας. Έστειλαν συγχρόνως προς τους Σελινουντίους να τους προσκαλέσουν ν’ αποστείλουν προς συνάντησίν των στρατόν εις ωρισμένον σημείον. Και οι κάτοικοι της Γέλας και μερικοί Σικελοί υπέσχοντο να στείλουν μικράν στρατιωτικήν δύναμιν. Οι τελευταίοι ήσαν έτοιμοι να προσχωρήσουν πολύ προθυμότερον, και διότι ο Αρχωνίδης, βασιλεύς των Σικελών της περιφερείας εκείνης, ο οποίος είχε μεγάλην επιρροήν και ήτο φίλος των Αθηναίων, είχεν αποθάνει προ μικρού, και διότι γενική εντύπωσις ήτο, ότι ο Γύλιππος είχεν έλθει εκ Λακεδαίμονος διά να εργασθή με πολύν ζήλον και αποφασιστικότητα.
Και ούτως ο Γύλιππος, επί κεφαλής επτακοσίων περίπου Πελοποννησίων ναυτών και πεζοναυτών, βαρέως ωπλισμένων, αποσπάσματος Ιμεραίων, αποτελουμένου από χιλίους εν όλω οπλίτας και ψιλούς και εκατόν ιππείς, μερικών ψιλών και ιππέων Σελινουντίων και ολίγων εκ της Γέλας, και χιλίων εν συνόλω Σικελών, εβάδιζε προς τας Συρακούσας.
2. Εν τω μεταξύ, η μοίρα του Κορινθιακού στόλου, πλην ενός πλοίου απέπλευσεν εκ Λευκάδος, σπεύδουσα εις βοήθειαν με όλην την δυνατήν ταχύτητα. Ο Γογγύλος, είς των Κορινθίων αρχηγών, όστις ανεχώρησε τελευταίος με το υπολειφθέν πλοίον, έφθασεν εις Συρακούσας προ των άλλων πλοίων της μοίρας και ολίγον προ του Γυλίππου. Και ευρών τους Συρακουσίους ετοίμους να συγκαλέσουν συνέλευσιν του λαού, διά να συζητήσουν περί της τερματίσεως του πολέμου, εμπόδισεν αυτούς και τους ενεθάρρυνεν, αναγγέλλων την επικειμένην άφιξιν και άλλων πλοίων και του Γυλίππου, υιού του Κλεανδρίδου, τον οποίον απέστελλαν οι Λακεδαιμόνιοι ως αρχιστράτηγον. Οι Συρακούσιοι ανέλαβαν θάρρος και εξήλθαν πανστρατιά εις προϋπάντησιν του Γυλίππου, ο οποίος, κατά τας ληφθείσας πληροφορίας, ευρίσκετο εις μικράν ήδη απόστασιν. Ούτος, καταλαβών προ μικρού, κατά την διέλευσίν του, τας Ιετάς, φρούριον των Σικελών, και συντάξας τον στρατόν του, διά να είναι έτοιμος να δώση μάχην, έφθασεν εις τας Επιπολάς, όπου ανέβη διά του Ευρύλου, από το μέρος δηλαδή όπου και οι Αθηναίοι ανέβησαν προ αυτού. Ενωθείς δε με τους Συρακουσίους, προήλασε κατά του περιτειχίσματος των Αθηναίων. Κατά την στιγμήν που έφθασεν ο Γύλιππος, οι Αθηναίοι είχαν ήδη τελειώσει επτά ή οκτώ σταδίους εκ του διπλού περιτειχίσματος, το οποίο κατεσκεύαζαν προς τον Μέγαν Λιμένα, και δεν τους έμενε προς συμπλήρωσιν παρά μικρόν διάστημα πλησίον της θαλάσσης, εις το οποίον ειργάζοντο ακόμη. Αλλ’ εις την αντίθετον πλευράν του περιτειχίσματος, η οποία ήρχιζεν από το κυκλοτερές οχύρωμα και διηυθύνετο προς τον Τρωγίλον, και της άλλης θαλάσσης, κατά το μεγαλήτερον μεν μήκος είχαν ήδη συσσωρευθή λίθοι, μερικά όμως τμήματα είχαν αφεθή, είτε εν μέρει, είτε εξ ολοκλήρου, συμπληρωμένα. Τόσον ολίγον έλειψε να καταστραφούν αι Συρακούσαι.
3.
Οι αντίπαλοι παρασκευάζονται προς μάχην. Μικραί συμπλοκαί.
Οι Αθηναίοι, μολονότι θορυβηθέντες κατ’ αρχάς εκ της αιφνιδιαστικής επιθέσεως του Γυλίππου και των Συρακουσίων, παρετάχθησαν προς μάχην. Ο Γύλιππος, αφού κατέλαβε θέσιν πλησίον των, εσταμάτησε το στρατόν του, αφού επλησίασε, και απέστειλε κήρυκα διά να είπη ότι εάν θέλουν να απέλθουν εντός πέντε ημερών εκ της Σικελίας, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει, είναι έτοιμος να συνάψη ανακωχήν. Οι Αθηναίοι όμως ήκουσαν τας προτάσεις αυτάς μετά περιφρονήσεως και απέπεμψαν τον κήρυκα, χωρίς να δώσουν καμμίαν απάντησιν. Κατόπιν τούτου, ητοιμάζοντο εκατέρωθεν διά την μάχην. Αλλ’ ο μεν Γύλιππος, βλέπων ότι οι Συρακούσιοι διετέλουν εις σύγχυσιν και δυσκόλως ηδύναντο να συνταχθούν, επανέφερε τον στρατόν του εις ευρυχωρότερον έδαφος. Ο Νικίας όμως δεν προήλασε προς επίθεσιν, αλλ’ έμενεν ησυχάζων πλησίον του περιτειχίσματός του. Και ο Γύλιππος, βλέπων ότι οι Αθηναίοι δεν ήθελαν ν’ αναλάβουν επίθεσιν, απέσυρε τον στρατόν του επί του υψώματος του καλουμένου Τεμενίτις, όπου και κατηυλίσθη. Αλλά την επομένη, αφού ωδήγησε το πλείστον του στρατού του και παρέταξεν αυτό απέναντι του περιτειχίσματος των Αθηναίων, διά να τους εμποδίση να στείλουν αλλού ενισχύσεις, έστειλεν απόσπασμα αυτού κατά του φρουρίου Λαβδάλου, το οποίον δεν εφαίνετο από το μέρος που ήσαν οι Αθηναίοι, κατέλαβεν αυτό και εφόνευσεν όλους όσους συνέλαβεν εντός αυτού. Κατά την αυτήν ημέραν, εκυριεύθη υπό των Συρακουσίων και Αθηναϊκή τριήρης, σταθμεύουσα εις το στόμιον του Μεγάλου Λιμένος.
4. Οι Συρακούσιοι μετά των συμμάχων ήρχισαν ακολούθως κτίζοντες απλούν τείχος από της πόλεως, διά μέσου του άνω μέρους των Εττιττολών, κατά διεύθυνσιν εγκαρσίαν. Σκοττός των ήτο, εάν δεν ημπορέσουν να τους εμποδίσουν οι Αθηναίοι, να καταστήσουν αδύνατον του λοιπού εις αυτούς τον διά περιτειχίσματος αποκλεισμόν της πόλεως. Μόλις οι τελευταίοι, συμπληρώσαντες το προς την θάλασσαν διπλούν τείχος, είχαν ήδη αναβή εις το προς βορράν του κυκλοτερούς οχυρώματος, ο Γύλιππος, γνωρίζων το ασθενές σημείον του ήδη συντετελεσμένου τμήματος του βορείου περιτειχίσματος των Αθηναίων, εξεκίνησεν εν καιρώ νυκτός με τον στρατόν του, όπως επιτεθή κατά του σημείου τούτου. Αλλ’ οι Αθηναίοι, οι οποίοι κατά καλήν τύχην ήσαν κατηυλισμένοι εις την προς την πόλιν πλευράν του περιτειχίσματος, ως αντελήφθησαν αυτόν, εβάδισαν εναντίον του. Ούτος όμως, βλέπων αυτούς επερχομένους, απέσυρε πάλιν εσπευσμένως τον στρατόν του. Οι Αθηναίοι ύψωσαν το μέρος τούτο του περιτειχίσματος υψηλότερα και ανέλαβαν οι ίδιοι την φρουράν του σημείου τούτου, τάξαντες τον συμμαχικόν στρατόν εις τα άλλα αυτού σημεία, τα οποία έκαστος των συμμάχων ώφειλε να φυλάττη.
Ο Νικίας απεφάσισεν ήδη να οχυρώση το καλούμενον Πλημμύριον ακρωτήριον, το οποίον προέχει εντός της θαλάσσης απέναντι της πόλεως και στενεύει το στόμιον του λιμένος. Διά της οχυρώσεως αυτού εθεώρει ότι ευκολύνετο η εισαγωγή των εφοδίων του στρατού του, διότι ο Αθηναϊκός στόλος θα ημπορούσε να επιτηρή το στόμιον του λιμένος από μικροτέρας αποστάσεως, ενώ μέχρι τούδε ηναγκάζοντο να εκκινούν από τον μυχόν του λιμένος, διά ν’ αποκρούσουν παρατηρουμένας τυχόν κινήσεις του εχθρικού στόλου. Άλλωστε η προσοχή του εστρέφετο ήδη περισσότερον εις τον κατά θάλασσαν πόλεμον, καθόσον έβλεπεν ότι μετά την άφιξιν του Γυλίππου, αι ελπίδες επιτυχίας κατά ξηράν είχαν σοβαρώς ελαττωθή. Μετέφερε λοιπόν εκεί τον στόλον και μέρος του στρατού και έκτισε τρία οχυρώματα, όπου ετοποθέτησε το πολεμικόν υλικόν. Εκεί ήσαν ηγκυροβολημένα του λοιπού και τα μεγάλα μεταφορικά σκάφη και ο πολεμικός στόλος. Η μεταφορά αύτη του ορμητηρίου υπήρξεν η κυρία αιτία, ένεκα της οποίας τα πληρώματα ήρχισαν εξασθενούντα υλικώς και καταβαλλόμενα ηθικώς. Διότι το νερόν ήτο ανεπαρκές και ευρίσκετο μακράν και οσάκις οι ναύται εξήρχοντο προς μεταφοράν αυτού ή καυσοξύλων, υφίσταντο απωλείας από το εχθρικόν ιππικόν, το οποίον ήτο κύριον της πέριξ χώρας. Καθόσον το τρίτον του ιππικού των Συρακουσίων είχε διαταχθή να σταθμεύη εις την παρά το Ολυμπιείον πολίχνην, ειδικώς προς τον σκοπόν να εμποδίζη τους εις το Πλημμύριον σταθμεύοντας Αθηναίους να εξέρχωνται και προξενούν βλάβας. Επειδή άλλωστε έμαθεν ο Νικίας, ότι προσεγγίζουν και τα λοιπά πλοία της Κορινθιακής μοίρας, απέστειλεν ως επιτηρητικήν μοίραν είκοσι πλοία, με την εντολήν να ναυλοχούν περί τους Λοκρούς και το Ρήγιον και τας Σικελικάς ακτάς, όπου ήτο πιθανόν να καταπλεύσουν ταύτα.
5. Ο Γύλιππος, εξ άλλου, ενώ ησχολείτο εις την κατασκευήν του διά μέσου των Επιπολών τείχους, χρησιμοποιών τους λίθους, τους οποίους οι Αθηναίοι είχαν συγκεντρώσει προηγουμένως προς ιδίαν των χρήσιν, εξήγε συγχρόνως τακτικά και παρέτασσε προ του τείχους τούτου τον στρατόν των Συρακουσίων και των συμμάχων. Οι Αθηναίοι επίσης αντιπαρετάσσοντο. Όταν ο Γύλιππος έκρινεν, ότι ήλθεν η κατάλληλος στιγμή, ανέλαβεν αυτός πρώτος την επίθεσιν. Οι δύο στρατοί, ελθόντες εις χείρας, εμάχοντο εις το μεταξύ των δύο τειχών διάστημα, όπου το ιππικόν των Συρακουσίων ήτο παντάπασιν αδύνατον να χρησιμοποιηθή. Οι Συρακούσιοι μετά των συμμάχων των ηττήθησαν και ηναγκάσθησαν να ζητήσουν και λάβουν βραχείαν ανακωχήν προς παραλαβήν των νεκρών των, ενώ οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον. Ο Γύλιππος, συγκεντρώσας το στράτευμα, είπεν, ότι το σφάλμα δεν ήτο ιδικόν των, αλλ’ ιδικόν του, διότι με τον τρόπον, όπου είχε παρατάξει τον στρατόν του, παρά πολύ εντός των δύο τειχών, εστέρησεν αυτόν από την βοήθειαν του ιππικού και των ακοντιστών. Μετά το μάθημα όμως τούτο, θα τους ωδήγει και πάλιν εναντίον του εχθρού και συνιστά εις αυτούς να πεισθούν, ότι καθόσον μεν αφορά τον εξοπλισμόν και την ετοιμασίαν, δεν θα ήσαν κατώτεροι του εχθρού, αλλ’ ότι θα εδείκνυον αφόρητον έλλειψιν αποφασιστικότητος, εάν δεν θεωρήσουν καθήκον τιμής, όντες Πελοποννήσιοι και Δωριείς, να νικήσουν και αποδιώξουν εκ της χώρας των τους Ίωνας και τους νησιώτας και τον ανθρώπινον εν γένει συρφετόν που αντιμετωπίζουν.
6. Και εις πρώτην μετά τούτο ευκαιρίαν, ωδήγησεν αυτούς πάλιν κατά του εχθρού. Ο Νικίας, εξ άλλου, και οι Αθηναίοι ενόμιζαν, ότι ήτο ανάγκη δι’ αυτούς, και αν ο εχθρός δεν θελήση ν’ αναλάβη πρώτος την επίθεσιν να μη ανεχθούν να οικοδομήται τείχος εχθρικόν, του οποίου σκοπός ήτο να προσπεράση το ιδικόν των και το οποίον είχεν ήδη σχεδόν υπερβή την άκραν αυτού, και εάν άπαξ την υπερέβαινε, θα ήτο πραγματικώς του λοιπού εν και το αυτό δι’ αυτούς, είτε εμάχοντο και ενίκων διαρκώς, είτε δεν εμάχοντο διόλου, αλλ’ έμεναν αδρανούντες. Ως εκ τούτου λοιπόν, εξήλθαν και αυτοί, διά να επιτεθούν κατά των Συρακουσίων. Ο Γύλιππος, οδηγήσας τους οπλίτας του πολύ περισσότερον έξω των δύο τειχών, παρά την προηγουμένην φοράν, συνεπλάκη προς αυτούς, αφού ετοποθέτησε το ιππικόν και τους ακοντιστάς πλαγίως προς τους Αθηναίους, εις το ανοικτόν πέλαγος, όπου τα έργα των δύο αντιθέτων τειχών ετελείωναν. Το ιππικόν, διαρκούσης της μάχης, επετέθη κατά της αριστεράς πτέρυγος των Αθηναίων, η οποία ήτο απέναντι του και την ηνάγκασεν εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Ως εκ τούτου, και ο υπόλοιπος αυτών στρατός ενικήθη υπό των Συρακουσίων και απωθήθη ατάκτως εντός του τείχους των. Και την επομένην ήδη νύκτα, οι Συρακούσιοι επεξέτειναν το εγκάρσιον τείχος των πέραν του Αθηναϊκού περιτειχίσματος, εις τρόπον ώστε του λοιπού ούτε αυτοί ημπορούσαν να εμποδισθούν από τους Αθηναίους και τους τελευταίους απεστέρουν από κάθε μέσον ν’ αποκλείσουν την πόλιν διά περιτειχίσματος, και εις περίστασιν ακόμη που θα ήσαν νικηταί.
7.
Ενισχύσεις των Συρακουσίων
Τα υπολειπόμενα δώδεκα πλοία των Κορινθίων, των Αμπρακιωτών και των Λευκαδίων, υπό την διοίκησιν του Κορινθίου Ερασινίδου, εισήλθαν μετά τούτο εις τον λιμένα, διαφυγόντα την προσοχήν της επιτηρητικής μοίρας των Αθηναίων, και εβοήθησαν τους Συρακουσίους εις συμπλήρωσιν του υπολοίπου εγκαρσίου τείχους. Ο Γύλιππος, εν τω μεταξύ, απήλθεν εις τα λοιπά μέρη της Σικελίας, όπως συλλέξη ενισχύσεις διά τον στρατόν και τον στόλον του και συγχρόνως προσεταιρισθή εκείνας εκ των πόλεων, αι οποίαι, είτε χλιαρόν ενδιαφέρον εδείκνυαν υπέρ των Συρακουσίων ή ετήρουν απόλυτον μέχρι τούδε ουδετερότητα. Εστάλησαν επίσης άλλοι πρέσβεις των Συρακουσίων και των Κορινθίων εις την Λακεδαίμονα και την Κόρινθον, διά να ζητήσουν την αποστολήν νέων ενισχύσεων, είτε διά μεταγωγικών, είτε διά μικρών σκαφών, είτε δι’ οιουδήποτε άλλου διαθεσίμου μέσου θαλασσίας μεταφοράς, καθόσον και οι Αθηναίοι έστειλαν να ζητήσουν την αποστολήν νέων ενισχύσεων. Και οι Συρακούσιοι εξώπλιζαν ναυτικόν και ησκούντο επιμελώς εις τον χειρισμόν αυτού, όπως και διά θαλάσσης επιτεθούν κατά των Αθηναίων, και γενικώς το ηθικόν των είχεν εξυψωθή.
8.
Ο Νικίας στέλλει εις Αθήνας αγγελιαφόρους ζητών ενισχύσεις ή ανάκλησιν
Ο Νικίας, μαθών τούτο και βλέπων ότι η δύναμις του εχθρού και αι ιδικαί του στενοχωρίαι ηύξαναν καθ’ εκάστην, έστελλε και αυτός εις τας Αθήνας πλήρη έκθεσιν της καταστάσεως, όπως είχε πράξει πολλάκις και προηγουμένως, αλλάα με μεγαλητέραν τώρα λεπτομέρειαν. Διότι επίστευεν, ότι η κατάστασις ήτο κρίσιμος και ότι καμμία δεν υπήρχε σωτηρία, εφόσον το ταχύτερον ή τους ανακαλέσουν ή τους στείλουν σοβαράς ενισχύσεις. Και επειδή εφοβείτο μήπως οι αγγελιαφόροι του, είτε εξ ανικανότητος να ομιλήσουν, όπως πρέπει, είτε ένεκα ασθενείας μνήμης, είτε ένεκα της επιθυμίας να φανούν ευχάριστοι εις το πλήθος, δεν ανακοινώσουν την αληθή κατάστασιν, έγραψεν επιστολήν, νομίζων, ότι διά του τρόπου τούτου οι Αθηναίοι, μανθάνοντες όσον το δυνατόν ακριβέστερον τας σκέψεις του, χωρίς αυταί να παραμορφωθούν υπό του αγγελιαφόρου, θα δυνηθούν να κρίνουν καλλίτερον περί της αληθούς καταστάσεως. Και οι μεν ορισθέντες αγγελιαφόροι ανεχώρησαν φέροντες την επιστολήν και προφορικάς παραγγελίας του Νικίου προς ανακοίνωσιν, ενώ αυτός την περί του στρατοπέδου μέριμναν του συνεκέντρωσε του λοιπού εις την εξασφάλισίν του δι’ αμυντικής μάλλον τακτικής, παρά εις την ανάληψιν εκουσίων κινδύνων δι’ επιθετικής τοιαύτης.
9.
Εκστρατεία των Αθηναίων κατά της Αμφιπόλεως
Περί το τέλος του αυτού θέρους, ο Ευετίων, στρατηγός των Αθηναίων από κοινού μετά του Περδίκκα και επί κεφαλής σημαντικής δυνάμεως Θρακών, εξεστράτευσε κατά της Αμφιπόλεως και μη δυνηθείς να την καταλάβη, προέβη εις πολιορκίαν αυτής εκ του ποταμού Στρυμόνος, όπου εισήγαγε τριήρεις, χρησιμοποιών ως βάσιν των επιχειρήσεων του το Ιμεραίον. Τοιουτοτρόπως έληξε και το θέρος τούτο.
10.
Εις την εκκλησίαν του δήμου των Αθηναίων αναγιγνώσκεται η επιστολή του Νικίου
Κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, οι αγγελιαφόροι του Νικίου, ελθόντες εις τας Αθήνας, και τας προφορικάς παραγγελίας των ανεκοίνωσαν και εις τας απευθυνομένας προς αυτούς ερωτήσεις απήντων και την επιστολήν ενεχείρισαν. Ο γραμματεύς της πόλεως, προχωρήσας ενώπιον της συνελεύσεως του Αθηναϊκού λαού, ανέγνωσεν αυτήν, έχουσαν ως εξής περίπου.
11. «Συμπολίται, τα προγενέστερα γεγονότα γνωρίζετε από πολλάς άλλας εκθέσεις μου. Σήμερον όμως είπερ ποτέ και άλλοτε επιβάλλεται να γνωρίσετε την αληθή ημών κατάστασιν, διά ν’ αποφασίσετε αναλόγως. Ενώ δηλαδή είχαμεν νικήσει εις τας πλείστας μάχας τους Συρακουσίους, εναντίον των οποίων απεστάλημεν, και είχαμεν οικοδομήσει τα οχυρώματα εντός των οποίων είμεθα τώρα, ήλθεν ο Λακεδαιμόνιος Γύλιππος, επί κεφαλής στρατού εκ Πελοποννήσου και μερικών πόλεων της Σικελίας. Και εις μεν την πρώτην μάχην ενικήθη από ημάς, την ακόλουθον όμως ημέραν εξηναγκάσθημεν υπό πολυαρίθμου ιππικού και ακοντιστών να υποχωρήσωμεν εντός των οχυρώσεων μας. Και τώρα ημείς μεν διεκόψαμεν τον περιτειχισμόν και μένομεν αδρανούντες, ένεκα της αριθμητικής των αντιπάλων υπεροχής, αφού δεν ημπορούμεν να χρησιμοποιήσωμεν επί του πεδίου της μάχης ολόκληρον τον στρατόν μας, εφόσον μέρος των οπλιτών απασχολείται εις την φρούρησιν των οχυρωμάτων. Ενώ εκείνοι εν τω μεταξύ έχουν υπερβή το ιδικόν μας περιτείχισμα διά της κατασκευής απλού αντιτειχίσματος, εις τρόπον ώστε δεν είναι πλέον δυνατός ο διά περιτειχισμού αποκλεισμός των, εφόσον δεν επιτεθώμεν με πολυάριθμον στρατόν κατά του αντιτειχίσματος των και καταλάβωμεν αυτό. Και ούτω συνέβη, ενώ υπετίθετο, ότι ημείς πολιορκούμεν άλλους, να είμεθα ημείς πράγματι οι πολιορκούμενοι, κατά ξηράν τουλάχιστον, αφού ούτε εκ των οχυρώσεων μας ημπορούμεν να εξέλθωμεν μακράν, ένεκα του ιππικού των.
12. «Έστειλαν επίσης πρέσβεις εις την Πελοπόννησον, ζητούντες την αποστολήν νέων ενισχύσεων, ενώ ο Γύλιππος ανεχώρησε διά τας πόλεις της Σικελίας, διά να πείση μεν όσας είναι σήμερον ουδέτεραι να συμπράξουν μετ’ αυτού εις τον πόλεμον, επιτυχή δε, ει δυνατόν, από τας λοιπάς νέας ενισχύσεις διά τον στρατόν και τον στόλον του. Διότι, καθώς μανθάνω, προτίθενται να επιτεθούν κατά των οχυρώσεών μας, όχι μόνον διά του στρατού των κατά ξηράν, αλλά και διά του στόλου των κατά θάλασσαν. Και κανείς ας μη θεωρήση απίστευτον ότι προτίθενται να μας επιτεθούν και κατά θάλασσαν, διατί ο στόλος μας ήτο μεν κατ’ αρχάς εις αρίστην κατάστασιν, όταν τα σκάφη ήσαν στεγανά και τα πληρώματα άθικτα, τώρα όμως, όπως και ο εχθρός γνωρίζει, και τα σκάφη είναι διάβροχα, ως εκ της επί τόσον χρόνον παραμονής εντός της θαλάσσης, και τα πληρώματα έχουν φθαρή. Καθόσον δεν ημπορούμεν ν’ ανελκύσωμεν τα πλοία εις την ξηράν, διά να στεγνώσουν και καθαρισθούν, λόγω του ότι ο εχθρικός στόλος είναι ισάριθμος ή μάλλον πολυαριθμότερος του ιδικού μας και ως εκ τούτου φοβούμεθα διαρκώς επίθεσιν εκ μέρους του. Οι εχθροί όχι μόνον ασκούνται επιμελώς εις τον χειρισμόν του στόλου των, υπ’ αυτά τα όμματά μας, αλλά και έχουν την πρωτοβουλίαν της επιθέσεως και ευκολώτερον από ημάς ημπορούν να στεγνώσουν τα πλοία των, αφού δεν απασχολούνται εις αποκλεισμόν άλλων.
13. «Ημείς απεναντίας μόλις θα ημπορούσαμεν να προβαίνωμεν εις τούτο, εάν είχαμεν μεγάλην αριθμητικήν υπεροχήν, και δεν είμεθα ηναγκασμένοι όπως τώρα να χρησιμοποιούμεν όλα τα πλοία μας εις επιτήρησιν του εχθρού, διότι τα εφόδια μας, τα οποία και τώρα ακόμη δυσκόλως κατορθώνομεν να εισάγωμεν, καθόσον πρέπει να περάσουν κοντά από την πόλιν του εχθρού, θα τα στερηθώμεν ολοσχερώς, εάν χαλαρώσωμεν, έστω και ολίγον, την επαγρύπνησίν μας. Τα πληρώματά μας, εξ άλλου, εφθάρησαν και εξακολουθούν φθειρόμενα, καθόσον άλλοι μεν εκ των επιβαινόντων των πλοίων, αναγκαζόμενοι ν’ απομακρυνθούν, χάριν προμηθείας καυσόξυλων και νομής και ύδατος, υφίστανται απωλείας από το εχθρικόν ιππικόν. Εκ των λοιπών δε, τώρα που η υπεροχή μας επί των αντιπάλων δεν υφίσταται πλέον, οι μεν δούλοι κωπηλάται αυτομολούν, οι δε ξένοι, όσοι μεν επέβησαν των πλοίων εξαναγκασθέντες, λιποτακτούν εις πρώτην ευκαιρίαν προς τας πόλεις της Σικελίας. Όσοι δε πάλιν παρεσύρθησαν κατ’ αρχάς εκ του μεγάλου μισθού και της ιδέας, ότι πρόκειται μάλλον να χρηματισθούν παρά να πολεμήσουν, βλέποντες την απροσδόκητον αντίστασιν του εχθρού, και δη την κατά θάλασσαν, άλλοι μεν προσέρχονται εις τας τάξεις αυτού ως αυτόμολοι, άλλοι δ’ επωφελούμενοι πάσης παρουσιαζομένης ευκαιρίας, φεύγουν προς διαφόρους διευθύνσεις της τόσον ευρύχωρου Σικελίας. Μερικοί μάλιστα, επιδιδόμενοι οι ίδιοι εις το εμπόριον, έπεισαν τους τριηράρχους να δεχθούν εις αντικατάστασίν των επί των πλοίων δούλους εκ των Υκκάρων και τοιουτοτρόπως κατέστρεψαν την πειθαρχίαν του ναυτικού.
14. «Δεν έχετε ανάγκην να σας είπω, διότι καλώς το γνωρίζετε, ότι μικρόν μόνον μέρος των πληρωμάτων αποτελείται από ικανούς ναύτας, και ότι ολίγοι εκ τούτων γνωρίζουν και να ξεκινήσουν ταχέως εν πολεμικόν πλοίον και να συγκρατούν τον ρυθμόν της κωπηλασίας. Αλλ’ εκείνο, το οποίον περισσότερον από όλα αυτά με φέρει εις μεγαλητέραν αμηχανίαν, είναι ότι, μολονότι αρχηγός, δεν είμαι εις θέσιν να προλάβω όλα αυτά (διότι ιδιοσυγκρασίαι, όπως αι δικαί σας, είναι δυσδιοίκητοι), και ότι δεν έχομεν ούτε τα μέσα να εύρωμεν πληρώματα διά τον στόλον μας, όπως τα έχουν άφθονα οι αντίπαλοι, αλλ’ είμεθα ηναγκασμένοι με τους άνδρας, τους οποίους είχαμεν όταν ήλθαμεν, και εις τας σημερινάς ανάγκας να επαρκούμεν και τας καθημερινάς απωλείας ν’ αναπληρώνωμεν. Καθόσον η Νάξος και η Κατάνη, αι μόναι πόλεις, αι οποίαι είναι σήμερον σύμμαχοι μας, δεν είναι εις θέσιν να μας βοηθήσουν κατά τούτο. Και εάν εν και μόνον πλεονέκτημα προστεθή ακόμη εις τους εχθρούς μας, εάν δηλαδή τα μέρη της Ιταλίας, από τα οποία προμηθευόμεθα τας τροφάς μας, βλέποντα και την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και ότι δεν μας στέλλετε ενισχύσεις, στραφούν προς το μέρος των, θα τερματίσουν ούτοι τον πόλεμον αμαχητεί, διότι η πείνα θα μας αναγκάση εις παράδοσιν.
«Ημπορούσα να σας ανακοινώσω άλλας ειδήσεις περισσότερον ευχάαριστους, βεβαίως όμως όχι περισσότερον χρησίμους, εφόσον παρίσταται ανάγκη να λάβετε αποφάσεις με πλήρη γνώσιν της εδώ καταστάσεως. Άλλωστε, γνωρίζων ότι ως εκ της ιδιοσυγκρασίας σας, θέλετε μεν να ακούετε τα πλέον ευχάριστα πράγματα, μέμφεσθε όμως ακολούθως εκείνους, που σας τα λέγουν, εάν το αποτέλεσμα δεν ανταποκρίνεται προς αυτά, εθεώρησα ασφαλέστερον να σας είπω γυμνήν την αλήθειαν.
15. «Και τώρα παρακαλώ να πιστεύσετε, ότι, όσον άφορα τον αρχικόν σκοπόν της εκστρατείας, και στρατιώται και αρχηγοί δεν έδωσαν καμμίαν αιτίαν μομφής. Αλλ’ αφού ολόκληρος η Σικελία συσσωματώνεται εναντίον μας, και ο εχθρός αναμένει νέον στρατόν εκ Πελοποννήσου, οφείλετε ν’ αποφασίσετε τέλος τί θα κάμετε. Διότι ο ενταύθα στρατός μας δεν επαρκεί ουδέ απέναντι της εχθρικής δυνάμεως, την οποίαν αντιμετωπίζομεν σήμερον, και επομένως οφείλετε ή να τον ανακαλέσετε ή να στείλετε προς ενίσχυσιν του και νέον στρατόν και στόλον, όχι μικρότερον του σημερινού, και χρήματα άφθονα, και προς τούτοις άλλον αρχηγόν, διά να με αντικαταστήση, καθόσον, ένεκα ασθενείας των νεφρών, είμαι ανίκανος διά περαιτέρω υπηρεσίαν. Και νομίζω ότι ημπορώ να στηρίζωμαι εις την επιείκειαν σας, διότι εφόσον ήμην υγιής, πολλάς χρησίμους υπηρεσίας προσέφερα εις την πόλιν. Ό,τι δήποτε όμως πρόκειται να κάμετε, κάμετε το αμέσως, κατά την αρχήν της ανοίξεως, χωρίς αναβολάς, καθόσον ο εχθρός την μεν εκ Σικελίας βοήθειαν συντόμως, θέλει πορισθή, ενώ η εκ Πελοποννήσου θα έλθη μεν προς αυτόν βραδύτερον, θα έλθη όμως πάντως, εάν δεν λάβετε τα μέτρα σας, είτε διαφεύγουσα την προσοχήν σας, όπως και προηγουμένως, είτε διαφεύγουσα την καταδίωξίν σας.»
16.
Οι Αθηναίοι ψηφίζουν την ενίσχυσιν του εκστρατευτικού σώματος
Τοιούτο ήτο το περιεχόμενον της επιστολής. Οι Αθηναίοι, αφού ήκουσαν την ανάγνωσίν της, δεν απήλλαξαν μεν τον Νικίαν της στρατηγίας, αλλ’ έως ότου εκλεχθούν και φθάσουν άλλοι στρατηγοί, εξέλεξαν ως βοηθούς του δύο εκ των εκεί επί τόπου ευρισκομένων, τον Μένανδρον και τον Ευθύδημον, διά να μη φέρη μόνος και ασθενής όλον το βάρος και τους μόχθους της αρχηγίας του στρατού. Εψήφισαν συγχρόνως την αποστολήν νέου στρατού και στόλου, στρατολογουμένου εκ του καταλόγου των τριών ευπορωτέρων τάξεων και εκ των συμμάχων. Εξέλεξαν, τέλος, ως συναρχηγούς αυτού τον Δημοσθένη, υιόν του Αλκισθένους, και τον Ευρυμέδοντα, υιόν του Θουκλέους. Και τον μεν Ευρυμέδοντα απέστειλαν αμέσως εις Σικελίαν, περί το φθινοπωρινόν ηλιοστάσιον, μετά δέκα πολεμικών σκαφών, φέροντα εκατόν είκοσι τάλαντα και την προς τον εκεί στρατόν αναγγελίαν, ότι θα του αποσταλούν επικουρίαι και ότι θα ληφθή η δέουσα περί τούτου μέριμνα.
17. Ο Δημοσθένης όμως έμεινεν οπίσω, διά να ετοιμάση την εκστρατείαν, με την οποίαν έμελλε να εκπλεύση κατά τας αρχάς του έαρος. Και απέστειλεν οδηγίας εις τους συμμάχους, ζητών στρατόν, και ητοίμαζε εξ Αθηνών χρήματα και πλοία και οπλίτας. Εξέπεμψαν συγχρόνως οι Αθηναίοι μοίραν εξ είκοσι πλοίων, διά να περιπολούν περί την Πελοπόννησον και εμποδίζουν τον διάπλουν παντός πλοίου εκ Κορίνθου και Πελοποννήσου εις την Σικελίαν. Διότι οι Κορίνθιοι, όταν ήλθαν προς αυτούς οι εκ Σικελίας πρέσβεις και ανήγγειλαν την βελτίωσιν της εκεί καταστάσεως, εθεώρησαν, ότι η προηγουμένη εκ μέρους των αποστολή πλοίων ήτο επίκαιρος, και ενθαρρυνθέντες έτι μάλλον, παρεσκευάζοντο να στείλουν οπλίτας εις Σικελίαν δι’ εμπορικών σκαφών. Εκ της άλλης Πελοποννήσου ητοιμάζοντο να πράξουν το αυτό οι Λακεδαιμόνιοι. Συγχρόνως οι Κορίνθιοι εξώπλισαν μοίραν στόλου εξ είκοσι πέντε πλοίων, όπως αποπειραθούν ναυμαχίαν προς την επιτηρητικήν μοίραν της Ναυπάκτου. Ήλπιζαν, άλλωστε, ότι εάν η προσοχή των εις Ναύπακτον σταθμευόντων Αθηναϊκών πλοίων απησχολείτο με την ιδικήν των μοίραν, αντιπαρατεταγμένην κατ’ αυτής, δυσκόλως θα ηδύναντο να παρεμποδίσουν τον έκπλουν των εμπορικών των σκαφών.
18.
Οι Λακεδαιμόνιοι παρασκευάζονται να εισβάλουν εις την Αττικήν
Οι Λακεδαιμόνιοι παρεσκευάζοντο επίσης διά την εισβολήν των εις την Αττικήν. Εις τούτο άλλωστε εξώθουν αυτούς οι Συρακούσιοι και οι Κορίνθιοι ευθύς ως έμαθαν την αποφασισθείσαν υπό των Αθηναίων αποστολήν επικουριών εις την Σικελίαν, προς τον σκοπόν προδήλως, όπως, πραγματοποιούμενης της εισβολής, ματαιωθή η αποστολή αυτών. Και ο Αλκιβιάδης ωσαύτως συνεβούλευσεν επιμόνως την οχύρωσιν της Δεκέλειας και την δραστηρίαν διεξαγωγήν του πολέμου. Εις τας αποφάσεις των ενισχύθησαν ιδίως οι Λακεδαιμόνιοι, διότι εσκέπτοντο, ότι οι Αθηναίοι, διεξάγοντες διπλούν πόλεμον, εναντίον των ιδίων Λακεδαιμονίων και των Σικελιωτών, θα καταβληθούν ευκολώτερον, και διότι εθεώρουν, ότι εκείνοι πρώτοι διέρρηξαν τας συνθήκας. Καθόσον η ευθύνη του προηγουμένου πολέμου εβάρυνε μάλλον αυτούς τους ιδίους, λόγω του ότι και εναντίον των Πλαταιών επετέθησαν οι Θηβαίοι, ενώ ακόμη ίσχυεν η τριακονταετής συνθήκη και ενώ η συνθήκη εκείνη απηγόρευε τον πόλεμον εναντίον εκείνου, όστις θα εδέχετο να υποβληθή εις διαιτησίαν, αυτοί, προσκληθέντες υπό των Αθηναίων, είχαν αρνηθή να υποβληθούν εις αυτήν. Και διά τούτο εθεώρουν, ότι δικαίως είχαν πάθει και ενθυμούντο την συμφοράν της Πύλου και κάθε άλλην, η οποία τους είχε πλήξει. Αφότου όμως οι Αθηναίοι, ορμώμενοι εκ της Αργολίδος με μοίραν στόλου εκ τριάντα πλοίων, ερήμωσαν μέρος της χώρας της Επιδαύρου Λιμηράς και των Πρασιών και άλλων μερών της Λακωνικής, και συγχρόνως ενήργουν ληστρικάς επιδρομάς εκ Πύλου, και προσκαλούμενοι υπό των Λακεδαιμονίων, ηρνούντο να υποβληθούν εις διαιτησίαν, οσάκις ηγέρθησαν διαφοραί περί των αμφισβητουμένων διατάξεων της συνθήκης, οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν πλέον πλήρεις πολεμικού ζήλου, διότι εθεώρησαν, ότι η ιδία ευθύνη, η οποία εβάρυνεν αυτούς διά τον προηγούμενον πόλεμον, εβάρυνεν αντιθέτως τους Αθηναίους σήμερον. Και κατά την διάρκειαν του χειμώνος εζήτουν από τους συμμάχους να τους χορηγήσουν σίδηρον και προητοίμαζαν όλα τ’ αναγκαία διά τας οχυρωματικάς εργασίας εργαλεία. Συγχρόνως και οι ίδιοι ητοίμαζαν τας ενισχύσεις που επρόκειτο να στείλουν εις την Σικελίαν επί εμπορικών σκαφών και τους άλλους Πελοποννησίους ηνάγκαζαν να πράξουν το αυτό. Και ούτως έληξεν ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον όγδοον έτος του πολέμου τούτου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.
Έτος 19ον : 413 – 412 π.Χ. (19-87)
19.
Οι Λακεδαιμόνιοι εισβάλλουν εις Αττικήν
Ευθύς κατά την αρχήν της επομένης ανοίξεως, οι Λακεδαιμόνιοι μετά των συμμάχων των εισέβαλαν εις την Αττικήν, ενωρίτερα από κάθε άλλην φοράν, υπό την αρχηγίαν του Άγιδος, βασιλέως των Λακεδαιμονίων, υιού του Αρχιδάμου. Και αφού πρώτον ερήμωσαν την πεδιάδα και τα πέριξ αυτής, ήρχισαν οχυρώνοντες την Δεκέλειαν, διανείμαντες την προς τούτο εργασίαν μεταξύ των αποσπασμάτων των διαφόρων πόλεων. Η απόστασις της Δεκέλειας από μεν την πόλιν των Αθηνών είναι εκατόν είκοσι σταδίους, ομοία δε περίπου είναι και η απόστασις αυτής από την Βοιωτίαν. Το φρούριον κατεσκευάζετο εις θέσιν δεσπόζουσαν της πεδιάδος και των ευφορωτέρων μερών της Αττικής, καταφανή δ’ εκ της πόλεως των Αθηνών. Κατά τον αυτόν περίπου χρόνον, κατά τον οποίον ο Πελοποννησιακός και συμμαχικός στρατός της Αττικής ήτο απησχολημένος με την κατασκευήν του φρουρίου τούτου, αι αρχαί των Πελοποννησιακών πόλεων απέστελλαν επί εμπορικών σκαφών τους οπλίτας εις Σικελίαν. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι απέστειλαν εξακόσιους περίπου οπλίτας, εκλέξαντες προς τούτο τους αρίστους Είλωτας και
Αι Πελοποννησιακαί πόλεις αποστέλλουν ενισχύσεις εις Σικελίαν
Νεοδαμώδεις (απελεύθερους Είλωτας), υπό την αρχηγίαν του Σπαρτιάτου Εκκρίτου, οι δε Βοιωτοί τριακοσίους οπλίτας, υπό την αρχηγίαν των Θηβαίων Ξένωνος και Νίκωνος και του Θεσπιέως Ηγησάνδρου. Ούτοι, πρώτοι εκκινήσαντες από το Ταίναρον της Λακωνικής, ανήχθησαν εις το ανοικτόν πέλαγος. Ολίγον ύστερον από αυτούς, οι Κορίνθιοι απέστειλαν πεντακοσίους οπλίτας, άλλους μεν εξ αυτής της Κορίνθου, άλλους δε μισθοφόρους εξ Αρκαδίας, τάξαντες αρχηγόν αυτών τον Κορίνθιον Αλέξαρχον. Μαζί με τους Κορινθίους, απέστειλαν και οι Σικυώνιοι διακόσιους οπλίτας, υπό την αρχηγίαν του Σικυωνίου Σαργέως. Κατά το διάστημα τούτο, η εξ είκοσι πέντε πλοίων μοίρα του Κορινθιακού στόλου, εκπληρούσα την αποστολήν, διά την οποίαν είχεν αρχικώς εξοπλισθή, έμεινεν αγκυροβολημένη απέναντι της εξ είκοσι πλοίων μοίρας του Αθηναϊκού στόλου της Ναυπάκτου, όπως, επισύρουσα την προσοχήν των Αθηναίων, αποτρέπη αυτήν από τα μεταφέροντα τους οπλίτας πολεμικά πλοία, μέχρις ότου ταύτα εξέπλευσαν εκ Πελοποννήσου.
20.
Οι Αθηναίοι στέλλουν ενισχύσεις εις Σικελίαν
Εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι, καθ’ ον χρόνον ωχυρώνετο η Δεκέλεια, και κατά την πρώτην ημέραν της ανοίξεως, έστειλαν εις περιπολίαν των ακτών της Πελοποννήσου μοίραν στόλου εκ τριάντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Χαρικλέους, υιού του Απολλοδώρου, ο οποίος έλαβεν εντολήν να μεταβή και εις το Άργος και ζητήση, επί τη βάσει της συμμαχίας, όπως Αργείοι οπλίται επιβούν επί των πλοίων του. Συγχρόνως απέστελλαν, κατά τα προαποφασισθέντα, τον Δημοσθένη εις Σικελίαν με μοίραν στόλου από εξήντα Αθηναϊκά και πέντε Χιακά πλοία, και οπλίτας Αθηναίους μεν χιλίους διακόσιους, στρατολογηθέντας εκ του καταλόγου των τριών ευπορωτέρων τάξεων, Νησιώτας δε όσους περισσοτέρους ημπόρεσαν να προσλάβουν εις τας υπηρεσίας των, και διάφορα εφόδια, χρήσιμα διά τον πόλεμον, των οποίων την προμήθειαν διηυκόλυναν οι άλλοι υπήκοοι σύμμαχοι. Παρηγγέλθη όμως ο Δημοσθένης να πλεύση πρώτον μετά του Χαρικλέους και συμπράξη εις τας πολεμικάς αυτού επιχειρήσεις κατά των ακτών της Λακωνικής. Ως εκ τούτου, καταπλεύσας εις Αίγιναν, επερίμενε την συγκέντρωσιν του υπολοίπου στρατεύματος του και την υπό τον Χαρικλή παραλαβήν των Αργείων Οπλιτών.
21.
Ο Γύλιππος και ο Ερμοκράτης συνιστούν εις τους Συρακουσίους να εξοπλίσουν μέγαν στόλον
Εις την Σικελίαν, κατά την αυτήν περίπου εποχήν της ανοίξεως, ο Γύλιππος επέστρεψεν εις τας Συρακούσας, φέρων όσους περισσοτέρους στρατιώτας ημπόρεσεν από τας διαφόρους πόλεις, των οποίων επέτυχε την συνδρομήν. Και συγκαλέσας τους Συρακουσίους τους είπεν ότι οφείλουν να εξοπλίσουν όσον μεγαλήτερον στόλον ημπορέσουν, διά να δοκιμάσουν την τύχην των και κατά θάλασσαν, καθόσον ήλπιζε να επιτύχη εκ τούτου ευνοϊκά διά την έκβασιν του πολέμου αποτελέσματα, άξια του κινδύνου, εις τον οποίον θα εξετίθεντο. Τους λόγους του υπεστήριξε προ πάντων ο Ερμοκράτης, προσπαθών να τους πείση ότι δεν πρέπει να φοβούνται να επιτεθούν κατά θάλασσαν εναντίον των Αθηναίων. Ισχυρίσθη, ότι και εκείνοι δεν εκληρονόμησαν την ναυτικήν τέχνην από τους πατέρας των, ούτε ήσαν ανέκαθεν έμπειροι αυτής, αλλ’ ότι ήσαν περισσότερον χερσαίοι από τους Συρακουσίους και ηναγκάσθησαν από τους Πέρσας να γίνουν ναυτικοί. Λαός τολμηρός, όπως είναι οι Αθηναίοι, θεωρούν ως κινδυνωδεστάτους εχθρούς εκείνους, οι οποίοι αντιτάσσονται κατ’ αυτών με ίσην τόλμην. Διότι όπως εκείνοι εκφοβίζουν ενίοτε τους άλλους όχι διά της υπεροχής της δυνάμεως των, αλλά διά του θράσους των επιχειρήσεων των, και οι Συρακούσιοι επίσης ημπορούν να εμβάλουν εις τους εχθρούς των όμοιον φόβον. Ήτο απολύτως βέβαιος, προσέθεσεν, ότι αν οι Συρακούσιοι τολμήσουν ν’ αντιμετωπίσουν τον στόλον των Αθηναίων, ενώ αυτοί δεν το περιμένουν, θα τους καταπλήξουν, και η ωφέλεια, την οποίαν θα πορισθούν εντεύθεν, θα είναι μεγαλητέρα από την βλάβην, την οποίαν η ικανότης εκείνων θα επροξένει εις την απειρίαν αυτών. Επέμεινεν, επομένως, ότι δεν πρέπει να διστάσουν ν’ αντιμετρηθούν προς τον εχθρικόν στόλον. Αι παροτρύνσεις αυταί του Γυλίππου, του Ερμοκράτους, ίσως δε και άλλων, είχαν ως αποτέλεσμα ότι οι Συρακούσιοι απεφάσισαν προθύμως να ναυμαχήσουν και ήρχισαν εξοπλίζοντες τον στόλον των.
22.
Οι Συρακούσιοι ηττήθησαν προ του στομίου του Μεγάλου Λιμένος, κατέλαβον όμως τα οχυρώματα Πλυμμυρίου
Όταν ο στόλος ετοιμάσθη, ο Γύλιππος εξεκίνησεν επί κεφαλής ολοκλήρου του στρατού της ξηράς, εν καιρώ νυκτός, όπως διευθύνη αυτοπροσώπως επίθεσιν κατά των οχυρωμάτων του Πλημμυρίου. Συγχρόνως και κατόπιν συνθήματος, μία μεν μοίρα του στόλου των Συρακουσίων, αποτελούμενη από τριάντα πέντε πλοία, εξεκίνησε προς επίθεσιν εκ του Μεγάλου Λιμένος, ενώ η άλλη, αποτελούμενη από σαράντα πέντε πλοία, εξεκίνησεν εκ του Μικρού Λιμένος, όπου ευρίσκετο και το νεώριόν των, και περιέπλευσε την νησίδα, διά να ενωθή με την εντός του Μεγάλου ευρισκομένην μοίραν, και επιτεθούν συγχρόνως κατά του Πλημμυρίου, όπως οι Αθηναίοι, προσβαλλόμενοι συγχρόνως από ξηράς και θαλάσσης, περιέλθουν εις σύγχυσιν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, επεβίβασαν και αυτοί εσπευσμένως τα πληρώματα εξήντα πλοίων. Και τα μεν είκοσι πέντε εξ αυτών επετέθησαν κατά της εντός του Μεγάλου Λιμένος μοίρας των τριάντα πλοίων των Συρακουσίων. Τα υπόλοιπα, πλέοντα εναντίον της περιπλεούσης την νησίδα εχθρικής μοίρας, συνεπλάκησαν προς αυτήν, αμέσως προ του στόματος του λιμένος και η ναυμαχία εξηκολούθει επί πολύ ισόπαλος, των μεν ζητούντων να εκβιάσουν τον είσπλουν του λιμένος, των δε να εμποδίσουν αυτόν.
23. Εν τω μεταξύ, κατά τα εξημερώματα, και καθ’ ην ώραν η Αθηναϊκή φρουρά του Πλημμυρίου είχε καταβή εις την παραλίαν και είχεν εστραμμένην την προσοχήν της εις την ναυμαχίαν, ο Γύλιππος επρόλαβε να επιτεθή αιφνιδιαστικώς κατά των οχυρωμάτων και κατέλαβε πρώτον το μεγαλήτερον εξ αυτών, έπειτα δε και τα δύο μικρότερα, των οποίων οι φρουροί δεν αντέταξαν αντίστασιν, όταν είδαν την ευκολίαν, με την οποίαν κατελήφθη το μεγαλήτερον. Και οι μεν άνδρες της φρουράς του πρώτου καταληφθέντος οχυρώματος, όσοι κατώρθωσαν να καταφύγουν εις τα μεταγωγικά πλοία και εν εμπορικόν, μετά μεγάλης δυσκολίας διεσώθησαν, μεταφερθέντες εις το στρατόπεδον, καθόσον η μοίρα του στόλου των Συρακουσίων του Μεγάλου Λιμένος, επικρατούσα κατά την ναυμαχίαν, απέσπασε προς δραστηρίαν καταδίωξιν των μίαν τριήρη, και δη ταχείαν. Αλλά καθ’ ην στιγμήν τα δύο μικρότερα οχυρώματα έπιπταν εις χείρας των Συρακουσίων, η τύχη της ναυμαχίας είχε μεταστραφή και οι Συρακούσιοι ηττώντο ήδη, ούτως ώστε οι διαφυγόντες εξ αυτών κατώρθωσαν, πλέοντες παρά την παραλίαν, να φθάσουν ευκολώτερον εις το στρατόπεδον. Διότι τα πλοία των Συρακουσίων, τα οποία εναυμάχουν προ του στομίου του Μεγάλου Λιμένος, αφού απώθησαν τα Αθηναϊκά, εισέπλεαν με μεγάλην αταξίαν, και συγκρουόμενα προς άλληλα, άφισαν να τους διαφύγη η νίκη από τας χείρας των, και στραφή εις τους Αθηναίους, οι οποίοι όχι μόνον τα πλοία αυτά έτρεψαν εις άτακτον φυγήν, αλλά και εκείνα, υπό των οποίων είχαν νικηθή κατ’ αρχάς εντός του λιμένος. Ένδεκα πλοία των Συρακουσίων ηχρηστεύθησαν και το μεγαλήτερον μέρος των πληρωμάτων τούτων εφονεύθη, πλην τριών πλοίων, των οποίων τα πληρώματα ηχμαλωτίσθησαν, ενώ εκ των ιδικών των πλοίων κατεστράφησαν τρία. Οι Αθηναίοι, ανελκύσαντες τα ναυάγια των Συρακουσίων και στήσαντες τρόπαιον επί του νησιδίου, του κειμένου προ του Πλημμυρίου, επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.
24. Αλλ’ ενώ τοιαύτη υπήρξεν η έκβασις της ναυμαχίας διά τους Συρακουσίους, ούτοι ήσαν ήδη κύριοι των οχυρωμάτων του Πλημμυρίου και έστησαν τρία τρόπαια, ανά εν δι’ έκαστον εξ αυτών. Και το μεν εν εκ των δύο μικρότερων, των έπειτα κυριευθέντων κατεδάφισαν, τα δύο άλλα όμως επεσκεύασαν και ετοποθέτησαν εις αυτά φρουράν. Κατά την άλωσιν των οχυρωμάτων, εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν πολλοί και το σύνολον των προμηθειών, το όποιον ήτο σημαντικόν, κατελήφθη. Διότι, επειδή οι Αθηναίοι εχρησιμοποίουν τα οχυρώματα ταύτα ως αποθήκας, πολλά εμπορεύματα και τρόφιμα, ανήκοντα εις εμπόρους, ευρίσκοντο εντός αυτών, και πολλά πράγματα, ανήκοντα εις τους τριηράρχους, αφού τα ιστία και η λοιπή εξάρτυσις σαράντα πλοίων έπεσαν εις χείρας των εχθρών, μαζύ με τρεις τριήρεις, αι οποίαι ήσαν ανειλκυσμέναι εις την ξηράν. Αλλά το μεγαλήτερον και σοβαρώτερον πλήγμα, το οποίον υπέστησαν οι Αθηναίοι, ήτο η απώλεια του Πλημμυρίου. Διότι η απώλεια αύτη και τον εντός του λιμένος είσπλουν των πλοίων, των μεταφερόντων εφόδια διά τον στρατόν, κατέστησε του λοιπού επικίνδυνον, καθόσον μοίρα του στόλου των Συρακουσίων, σταθμεύουσα εκεί, εμπόδιζε τον είσπλουν και ηναγκάζοντο ταύτα να εκβιάζουν την είσοδόν των, μαχόμενα, και κατάπληξιν και αποθάρρυνσιν εγέννησεν εις το στράτευμα.
25.
Ναυτική επίδειξις των Συρακουσίων
Μετά τούτο, οι Συρακούσιοι εξέπεμψαν δώδεκα πλοία, υπό την αρχηγίαν του συμπολίτου των Αγαθάρχου. Εν εκ τούτων διηυθύνθη εις την Πελοπόννησον, φέρον πρέσβεις, επιφορτισμένους να εκθέσουν την κατάστασιν των ως πλήρη ελπίδων και συστήσουν ακόμη δραστηριώτερον διεξαγωγήν του εκεί πολέμου. Τα λοιπά ένδεκα έπλευσαν προς τας Ιταλικάς ακτάς, καθόσον έμαθαν τον επικείμενον κατάπλουν πλοίων γεμάτων από εφόδια, προωρισμένα διά τον στρατόν των Αθηναίων. Συναντήσαντες δε τα πλοία ταύτα, κατέστρεψαν τα περισσότερα και ενέπρησαν ναυπηγήσιμον ξυλείαν, την οποίαν είχαν συγκεντρώσει οι Αθηναίοι εις το έδαφος της Καυλωνίας. Κατόπιν ήλθαν εις τους Λοκρούς και, ενώ ήσαν αγκυροβολημένοι εκεί, κατέπλευσεν εν εκ των εμπορικών πλοίων, τα οποία εξέπλευσαν εκ της Πελοποννήσου, κομίζον οπλίτας Θεσπιείς. Παραλαβόντες τούτους οι Συρακούσιοι επί των πολεμικών σκαφών, έπλεαν παρά την ακτήν, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Αλλά μοίρα Αθηναϊκού στόλου εξ είκοσι πλοίων, παραφυλάξασα αυτούς εις τα Υβλαία Μέγαρα, εκυρίευσαν εν εκ των σκαφών μετά του πληρώματάς του, τα λοιπά όμως, διαφυγόντα αυτούς, κατέπλευσαν εις τας Συρακούσας.
Εγινεν
Έγινεν αψιμαχία εις τον λιμένα των Συρακουσών
επίσης αψιμαχία εντός του λιμένος, διά τους πασσάλους, τους οποίους είχαν εμπήξει οι Συρακούσιοι εντός της θαλάσσης έμπροσθεν των παλαιών νεωσοίκων, όπως πλοία των αγκυροβολούν όπισθεν αυτών και μη δύνανται τα Αθηναϊκά πλοία να τα βλάπτουν, επιτιθέμενα διά του εμβόλου των. Οι Αθηναίοι, δηλαδή, αφού έφεραν μέχρι των πασσάλων τούτων σκάφος χωρητικότητας δέκα χιλιάδων ταλάντων (250 περίπου τόννων), έχον πύργον και θώρακα, άλλους μεν εκ των πασσάλων απέσπων, προσδένοντες εις αυτούς εκ των λέμβων σχοινιά, τα οποία έσυραν διά του εργάτου, άλλους δε, καταδυόμενοι εντός της θαλάσσης, έκοπταν διά πρίονος. Οι Συρακούσιοι, εν τω μεταξύ, έβαλαν εναντίον των εξακολουθητικώς βλήματα, τα οποία αυτοί ανταπέδιδαν εκ του ειρημένου σκάφους. Τέλος οι Αθηναίοι κατώρθωσαν ν’ αποσπάσουν το μεγαλητέρον μέρος των πασσάλων. Αλλά το δυσκολώτερον μέρος απετέλει η κρυφία πασσάλωσις, διότι πολλούς εκ των πασσάλων είχαν εμπήξει, χωρίς να εξέχουν ούτοι υπέρ την επιφάνειαν της θαλάσσης, εις τρόπον ώστε ήτο επικίνδυνον να πλησίαση τις εις αυτούς με πλοίον, καθόσον, εάν δεν τους έβλεπεν εγκαίρως, ημπορούσε να το καθίση επ’ αυτών ως επί υφάλων. Και τούτους όμως κολυμβηταί, καταδυόμενοι, έκοπτον διά του πρίονος, αντί μισθού. Οι Συρακούσιοι όμως έμπηγαν αυτούς πάλιν. Και εις πολλάς άλλας επινοίας και παντοία στρατηγήματα κατέφευγαν οι μεν κατά των δε, όπως είναι φυσικόν, προκειμένου περί στρατών, αντιμετωπιζόντων αλλήλους εκ τόσον μικράς αποστάσεως, και οι ακροβολισμοί δεν έπαυαν.
Έστειλαν
Οι Συρακούσιοι ζητούν ενισχύσεις από τας Σικελικάς πόλεις
επίσης οι Συρακούσιοι εις τας πόλεις της Σικελίας πρέσβεις Κορινθίους και Αμπρακιώτας και Λακεδαιμονίους, όπως αναγγείλουν και την άλωσιν του Πλημμυρίου και τα της ναυμαχίας, εξηγούντες, ότι η κατά θάλασσαν ήττα των ωφείλετο εις την ιδίαν αταξίαν μάλλον παρά εις υπερτέραν δύναμιν του εχθρού. Οι πρέσβεις συγχρόνως ήσαν επιφορτισμένοι να διακηρύξουν, ότι ήσαν πλήρεις ελπίδων, και ζητήσουν ν’ αποστείλουν προς αυτούς ενισχύσεις και στρατού και πλοίων, καθόσον και οι Αθηναίοι αναμένουν νέον στρατόν και αν προλάβουν να καταστρέψουν τον υπάρχοντα, πριν της αφίξεως του νέου, ο πόλεμος θα τερματισθή. Ταύτα εγίνοντο εις την Σικελίαν.
26.
Δράσις του Αθηναϊκού στόλου εις τας ακτάς της Πελοποννήσου
Ο Δημοσθένης, μετά την συγκέντρωσιν του στρατού, τον οποίον έμελλε να οδηγήση εις Σικελίαν, εξέπλευσεν από την Αίγιναν, διευθυνόμενος προς τας Πελοποννησιακάς ακτάς, και αφού συνηνώθη με την υπό τον Χαρικλή μοίραν εκ τριάντα Αθηναϊκών πλοίων και επιβίβασαν τους Αργείους οπλίτας, εξηκολούθησαν πλέοντες κατά των ακτών της Λακωνικής και ερήμωσαν πρώτον μέρος του εδάφους της Επιδαύρου Λιμηράς. Ακολούθως προσήγγισαν εις την ακριβώς απέναντι των Κυθήρων Λακωνικήν ακτήν, όπου ευρίσκεται ο ναός του Απόλλωνος. Εκεί ερήμωσαν διάφορα μέρη της χώρας και ωχύρωσαν θέσιν τινά, συνδεομένην προς την ξηράν δι’ ισθμού, προδήλως προς τον σκοπόν όπως αυτομολούν εκεί οι Είλωτες των Λακεδαιμονίων, και συγχρόνως ενεργούνται εκείθεν, όπως από την Πύλον, ληστρικαί επιδρομαί. Ο Δημοσθένης, αφού συνέπραξεν εις την κατάληψιν της θέσεως ταύτης, ανεχώρησεν ευθύς, πλέων πλησίον της ακτής και διευθυνόμενος εις Κέρκυραν, όπως παραλάβη στρατιωτικήν δύναμιν και από τους εκεί συμμάχους και πλεύση με όλην την δυνατήν ταχύτητα εις Σικελίαν. Ο Χαρικλής, εξ άλλου, παραμείνας, έως ότου συντελεσθή η οχύρωσις της θέσεως, και αφίσας φρουράν προς φύλαξιν αυτής, απέπλευσε και αυτός με την μοίραν των τριάντα πλοίων εις τα ίδια. Το αυτό έπραξαν συγχρόνως και οι Αργείοι.
27.
Άφιξις Θρακών πελταστών εις Αθήνας και επιστροφή εις την πατρίδα των. Καταστροφή της Μυκαλησσού
Κατά το ίδιον θέρος, ήλθαν εις τας Αθήνας χίλιοι τετρακόσιοι πελτασταί εκ των μαχαιροφόρων Θρακών της φυλής των Δίων, οι οποίοι επρόκειτο να συνοδεύσουν τον Δημοσθένη εις Σικελίαν. Αλλ’ επειδή έφθασαν πολύ αργά, οι Αθηναίοι εσκέπτοντο να τους στείλουν οπίσω. Διότι, εκάστου πελταστού λαμβάνοντος ημερήσιον μισθόν δραχμής μιας, η διατήρησις αυτών εφαίνετο δαπάνη υπερβολική, ένεκα ιδίως της καταστάσεως, την οποίαν εδημιούργει ο εκ Δεκελείας διεξαγόμενος κατ’ αυτών πόλεμος. Διότι, αφότου η Δεκέλεια, οχυρωθείσα κατά τας αρχάς του θέρους τούτου υπό ολοκλήρου του στρατού, κατείχετο ως διαρκής απειλή κατά της χώρας, το πρώτον μεν υπ’ αυτού, έπειτα δε υπό φρουράς, την οποίαν παρείχαν κατά ωρισμένα χρονικά διαστήματα αι διάφοροι πόλεις αλληλοδιαδόχως, η κατοχή αυτής επροξένει μεγάλας ζημίας εις τους Αθηναίους και διά των οικονομικών καταστροφών και των ανθρωπίνων απωλειών, τας οποίας επέφερε, συνετέλεσεν υπέρ παν άλλο εις την ηθικήν και υλικήν εξάντλησιν της πόλεως. Καθόσον προηγουμένως αι εισβολαί ήσαν μικράς διαρκείας και επομένως δεν εμπόδιζαν την εκμετάλλευσιν του εδάφους κατά το λοιπόν διάστημα του έτους. Τότε όμως η κατοχή ήτο συνεχής και η χώρα υφίστατο απαύστους επιδρομάς, ότε μεν υπό πολυαριθμοτέρων εχθρών, άλλοτε δε πάλιν υπό της συνήθους φρουράς, η οποία αναγκαστικώς έζη εκ της λεηλασίας. Ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Άγις, παριστάμενος αυτοπροσώπως, κατηνάλισκεν όλην του την δραστηριότητα εις την διεξαγωγήν του πολέμου. Τα παθήματα των Αθηναίων ήσαν ανεκδιήγητα. Διότι και το έδαφος των ολόκληρον είχαν στερηθή, και πλέον των είκοσι χιλιάδων δούλων, εκ των οποίων πολλοί ήσαν τεχνίται, είχαν αυτομολήσει, και τα πρόβατα και τα υποζύγια είχαν καταστραφή, και επειδή το ιππικόν ευρίσκετο καθ’ εκάστην επί ποδός, είτε ενεργούν επιδρομάς κατά της Δεκέλειας, είτε περιπολούν εις διάφορα σημεία της χώρας, άλλοι μεν εκ των ίππων εγίνοντο χωλοί ως εκ των συνεχών ταλαιπωριών επί τραχέος εδάφους και άλλοι ετραυματίζοντο.
28. Και η εισαγωγή των τροφίμων εξ Ευβοίας, η οποία εγίνετο προηγουμένως ταχύτερον διά του Ωρωπού και του εδάφους της Δεκέλειας, εγίνετο ήδη δαπανηρότερα διά θαλάσσης, διότι ηναγκάζοντο να την κάμνουν, κάμπτοντες το Σούνιον. Άλλωστε η πόλις ήτο υποχρεωμένη να εισάγη κάθε τι έξωθεν και αι Αθήναι αντί πόλεως κατέστησαν φρούριον. Καθόσον οι Αθηναίοι, την μεν ημέραν εφρούρουν επί των επάλξεων κατά σειράν, την νύκτα όμως, εκτός των ιππέων, όλοι ανεξαιρέτως οι άλλοι ήσαν υποχρεωμένοι να φρουρούν συγχρόνως, άλλοι μεν εις τα διάφορα φυλακεία, και άλλοι επί του τείχους, και θέρος και χειμώνα, και ως εκ τούτου κατεπονούντο. Αλλ’ ό,τι προ πάντων επίεζεν αυτούς, ήτον η ανάγκη της διεξαγωγής δύο συγχρόνως πολέμων, τους οποίους άλλωστε διεξήγαν με τοιαύτην ισχυρογνωμοσύνην, την οποίαν, αν ήκουε κανείς ότι επεδείχθη εις παρελθούσαν εποχήν, θα εθεώρει απίστευτον. Διότι απίστευτον τωόντι ήτο ότι και αυτός ο αποκλεισμός των διά της οχυρώσεως της Δεκελείας υπό των Πελοποννησίων δεν τους ηνάγκασε να εκκενώσουν την Σικελίαν, αλλ’ εξηκολούθουν ν’ αποκλείουν εκεί δι’ ομοίου τρόπου τας Συρακούσας, πόλιν αυτήν καθ’ εαυτήν όχι μικροτέραν των Αθηνών, και ότι θα διέψευδαν διά της δυνάμεως και της τόλμης των τόσον πολύ τους υπολογισμούς των Ελλήνων, εκ των οποίων, κατά τας αρχάς του πολέμου, άλλοι μεν ενόμιζαν, ότι, αν οι Πελοποννήσιοι εισβάλουν εις την Αττικήν, οι Αθηναίοι δεν θ’ ανθέξουν πλέον του ενός έτους, άλλοι πλέον των δύο και άλλοι πλέον των τριών, κανείς όμως δεν υπέθετεν, ότι θ’ ανθέξουν περισσότερον, ώστε δέκα επτά όλα έτη μετά την πρώτην εισβολήν, ενώ ήδη ήσαν καθ’ όλα εξηντλημένοι εκ του πολέμου, να έλθουν εις Σικελίαν και αναλάβουν νέον πόλεμον, ουδαμώς μικρότερον από τον πόλεμον κατά των Πελοποννησίων, εις τον οποίον ήσαν ήδη περιπεπλεγμένοι. Ένεκα των λόγων τούτων και των μεγάλων ζημιών, τας οποίας υφίσταντο τότε εκ της Δεκελείας, και των άλλων δαπανών, αι οποίαι επέπεσαν βαρείαι επάνω των, περιήλθαν εις μεγίστην οικονομικήν στενοχωρίαν. Κατά την αυτήν συγχρόνως εποχήν, επέβαλαν εις τους υπηκόους συμμάχους και τον δασμόν πέντε τοις εκατόν επί της αξίας των διά των συμμαχικών λιμένων εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων, εις αντικατάστασιν του κατ’ αποκοπήν φόρου, νομίζοντες, ότι θα εισπράττουν τοιουτοτρόπως μεγαλήτερα ποσά. Διότι, ενώ αι δαπάναι δεν έμειναν εις το πρώην επίπεδον, αλλ’ υψώθησαν κατά πολύ, εφόσον και ο πόλεμος απέβη μεγαλήτερος, αι πρόσοδοι καθ’ εκάστην εστείρευαν.
29. Θέλοντες λοιπόν, ένεκα της επικρατούσης χρηματικής απορίας, να επιτύχουν οικονομίας, απέστειλαν ευθύς οπίσω τους Θράκας, οι οποίοι, καθυστερήσαντες, έφθασαν μετά την αναχώρησιν του Δημοσθένους, τάξαντες επί κεφαλής αυτών τον Διειτρέφην, όπως τους οδηγήση, και παραγγείλαντες εις αυτόν, επειδή επρόκειτο να διέλθουν διά του Ευρίπου, να τους χρησιμοποίηση, όπως προξενήση κατά την διέλευσίν των, ό,τι βλάβας ημπορούσεν εις τους εχθρούς. Ο Διειτρέφης απεβίβασεν αυτούς εις το έδαφος της Τανάγρας, όπου προέβη εις εσπευσμένην λεηλασίαν. Το εσπέρας της αυτής ημέρας ανεχώρησεν εκ Χαλκίδος της Ευβοίας και διελθών τον Εύριπον, απεβιβάσθη εις την παραλίαν της Βοιωτίας, οπόθεν επί κεφαλής αυτών προήλασε κατά της Μυκαλησσού. Καταυλισθείς δ’ απαρατήρητος την νύκτα πλησίον του ναού του Ερμού, απέχοντος δέκα εξ περίπου σταδίους της Μυκαλησσού, επετέθη κατά τα εξημερώματα εναντίον της πόλεως, η οποία δεν είναι μεγάλη και κατέλαβεν αυτήν αφρούρητον. Καθόσον οι κάτοικοι δεν εφαντάζοντο ποτέ, ότι ημπορούσε κανείς να προέλαση τόσον πολύ εκ της θαλάσσης προς το εσωτερικόν, διά να τους επιτεθή. Άλλωστε το τείχος ήτο ασθενές και εις μερικά μέρη είχε καταπέσει, ενώ εις άλλα ήτο χαμηλόν και εκτός τούτου μερικαί από τας πύλας αυτού ήσαν ανοικταί, λόγω του αισθήματος της ασφαλείας, υπό του οποίου κατείχοντο οι κάτοικοι. Οι Θράκες, εισορμήσαντες εντός της πόλεως, ήρχισαν λεηλατούντες τας οικίας και τους ναούς και φονεύοντες τους κατοίκους. Δεν εφείδοντο ουδενός, ούτε των γερόντων, ούτε των νεωτέρων, αλλ’ έσφαζαν κατά σειράν πάντας όσους συνήντων, και αυτά τα γυναικόπαιδα και αυτά ακόμη τα υποζύγια και κάθε έμψυχον πράγμα που έβλεπαν. Διότι οι Θράκες, καθώς όλοι οι πλέον βάρβαροι λαοί, είναι αιμοδιψείς, οσάκις δεν φοβούνται. Και εις την περίστασιν αυτήν, ο πανικός υπήρξε μέγας και ο όλεθρος ενέσκηψεν υπό μυρίας μορφάς. Εισορμήσαντες οι εισβολείς μεταξύ άλλων και εντός ευρυχώρου σχολείου, οι νεαροί μαθηταί του οποίου προ μικρού μόλις είχαν εισέλθει εις αυτό, κατέσφαξαν αυτούς μέχρις ενός. Ουδέποτε μεγαλητέρα συμφορά επέπεσεν επί ολοκλήρου πόλεως, ουδέποτε πλέον απροσδόκητος και τρομερά από αυτήν.
30. Οι Θηβαίοι, μαθόντες τα γενόμενα, έσπευσαν εις βοήθειαν και καταφθάσαντες τους Θράκας, πριν απομακρυνθούν πολύ από την πόλιν, τους αφήρεσαν την λείαν, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωκαν μέχρι του Ευρίπου, όπου ανέμεναν αυτούς αγκυροβολημένα τα πλοία, που τους είχαν μεταφέρει. Και οι πλείστοι των πεσόντων εξ αυτών εφονεύθησαν, καθ’ ην ώραν επεχείρουν να επιβιβασθούν, καθόσον και να κολυμβούν δεν εγνώριζαν και οι επί των πλοίων, βλέποντες τα γινόμενα εις την παραλίαν, ηγκυροβόλησαν αυτά εις απόστασιν, όπου δεν έφθαναν τα βέλη. Ενώ αντιθέτως, κατά την λοιπήν υποχώρησιν, οι Θράκες ημύνοντο επιτυχώς κατά του Θηβαϊκού ιππικού, το οποίον πρώτον τους επετέθη, εξορμώντες κατ’ αυτού και πάλιν συμπυκνούντες τας τάξεις των, κατά την επιχώριον τακτικήν των, και ως εκ τούτου αι απώλειαί των κατά την διάρκειαν αυτής υπήρξαν μικραί. Αλλά μέρος εξ αυτών, το οποίον, τραπέν εις διαρπαγήν, συνελήφθη εντός της πόλεως, εφονεύθη. Εκ των χιλίων τριακοσίων Θρακών, διακόσιοι πενήντα εν συνόλω εφονεύθησαν. Αι απώλειαι, εξ άλλου, των Θηβαίων και των άλλων, όσοι έσπευσαν συγχρόνως εις βοήθειαν, ανήλθαν εις είκοσι περίπου ιππείς και οπλίτας ομού και μεταξύ των πεσόντων ήτο ο Βοιωτάρχης Θηβαίος Σκιρφώνδας, ενώ εκ των Μυκαλησσίων μέγα μέρος εξωλοθρεύθησαν. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη της Μυκαλησσού, υποστάσης καταστροφήν, η οποία, εν συγκρίσει προς το μέγεθος της πόλεως, δεν υπήρξεν ολιγώτερον αξιοθρήνητος από καμμίαν άλλην, όσαι συνέβησαν κατά τον πόλεμον αυτόν.
31.
Ενέργειαι του αρχηγού του Αθηναϊκού στόλου Δημοσθένους εις την δυτικήν Ελλάδα
Καθ’ όν χρόνον ο Δημοσθένης, μετά την συμπλήρωσιν του οχυρώματος, απέπλεεν, ως ήδη ελέχθη, εκ της Λακωνικής διά την Κέρκυραν, συνήντησεν εις την Φαιάν της Ηλείας εμπορικόν σκάφος, επί του οποίου έμελλαν να διαπεραιωθούν εις την Σικελίαν οι Κορίνθιοι οπλίται, και κατέστρεψεν αυτό. Αλλ’ οι οπλίται, διαφυγόντες, ευρήκαν ύστερον άλλο πλοίον, με το οποίον και απέπλευσαν. Μετά τούτο ο Δημοσθένης, ελθών εις Ζάκυνθον και Κεφαλληνίαν, παρέλαβεν οπλίτας και από τους Μεσσηνίους της Ναυπάκτου εζήτησε την αποστολήν τοιούτων και έπειτα διέβη εις τας επί της απέναντι ηπείρου πόλεις της Ακαρνανίας, Αλύζειαν και Ανακτόριον, το οποίον ευρίσκετο υπό την κατοχήν των Αθηναίων. Εκεί τον συνήντησεν ο Ευρυμέδων, επανερχόμενος εκ Σικελίας, όπου, ως ήδη ελέχθη, είχεν αποσταλή, διαρκούντος του χειμώνος, διά να φέρη χρήματα προς τον στρατόν. Ούτος ανήγγειλε προς αυτόν, πλην αλλων, ότι επιστρέφων ήδη, έμαθε κατά τον πλουν, ότι το Πλημμύριον κατελήφθη υπό των Συρακουσίων. Συγχρόνως ήλθε προς αυτούς ο Κόνων, φρούραρχος της Ναυπάκτου, αναγγέλλων, ότι η μοίρα των είκοσι πέντε Κορινθιακών πλοίων, η οποία ήτον αγκυροβολημένη απέναντι των, εδείκνυε πολεμικάς διαθέσεις και εσκόπευε να ναυμαχήση. Εζήτησε λοιπόν από αυτούς την αποστολήν πλοίων, προς ενίσχυσιν, καθόσον τα δέκα οκτώ πλοία, τα οποία απετέλουν την Αθηναϊκήν μοίραν, δεν ήσαν εις θέσιν να ναυμαχήσουν προς τα είκοσι πέντε εχθρικά. Ως εκ τούτου, ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων απέστειλαν μετά του Κόνωνος, προς ενίσχυσιν της μοίρας της Ναυπάκτου, δέκα εκ των ταχυπλοωτέρων σκαφών των. Αυτοί εξάλλου κατεγίνοντο με την συγκέντρωσιν του στρατού. Και ο μεν Ευρυμέδων, διακόψας το εις Αθήνας ταξείδιον, ανέλαβε του λοιπού, σύμφωνα με τον διορισμόν του, την συναρχηγίαν της εκστρατείας μετά του Δημοσθένους και πλεύσας εις Κέρκυραν, εζήτησεν από τους κατοίκους να εξοπλίσουν δέκα πέντε πλοία και εστρατολόγει οπλίτας, ενώ ο Δημοσθένης συνεκέντρωνε σφενδονιστάς και ακοντιστάς εκ της Ακαρνανίας.
32.
Σύμμαχοι των Αθηναίων Σικελοί επιτίθενται κατά μοίρας ήτις έπλεεν εις βοήθειαν των Συρακουσών
Οι πρέσβεις, οι οποίοι, μετά την άλωσιν του Πλημμυρίου, απεστάλησαν, ως ήδη ελέχθη, εις τας πόλεις της Σικελίας, έπεισαν μερικάς εξ αυτών ν’ αποστείλουν ενισχύσεις, τας οποίας, συγκεντρώσαντες, επρόκειτο να οδηγήσουν εις τας Συρακούσας. Αλλ’ ο Νικίας, πληροφορηθείς εγκαίρως περί τούτου, διεμήνυσε προς τους συμμάχους των Αθηναίων Σικελούς, τους Κεντόριπας, τους Αλικυαίους και άλλους, οι οποίοι εδέσποζαν της οδού, διά της οποίας αι ενισχύσεις αυταί έμελλαν να διέλθουν, να μη επιτρέψουν εις αυτούς την διάβασιν, αλλά να συγκεντρωθούν και τους εμποδίσουν. Και δεν επεχείρουν να διέλθουν δι’ άλλης οδού, επειδή οι Ακραγαντίνοι δεν τους επέτρεπαν να περάσουν διά του εδάφους των. Ενώ δ’ αι ενισχύσεις των Σικελιωτών ήσαν καθ’ οδόν, οι Σικελοί, συμμορφούμενοι προς την αίτησιν των Αθηναίων, έστησαν ενέδραν και επιπεσόντες κατ’ αυτών αιφνιδιαστικώς, ενώ εβάδιζαν άνευ προφυλάξεων, εφόνευσαν οκτακόσιους περίπου και όλους τους πρέσβεις, πλην του Κορινθίου, ο οποίος, τεθείς επί κεφαλής των διαφυγόντων, χιλίων πεντακοσίων περίπου, ωδήγησεν αυτούς εις τας Συρακούσας.
33.
Ο υπό τον Δημοσθένην Αθηναϊκός στόλος φθάνει εις Θουρίους
Κατά τας ιδίας περίπου ημέρας, έφθασεν εκ Καμαρίνης ενίσχυσις πεντακοσίων οπλιτών, τριακοσίων ακοντιστών και τριακοσίων τοξοτών. Και οι κάτοικοι της Γέλας έστειλαν πέντε πολεμικά σκάφη, τετρακοσίους ακοντιστάς και διακοσίους ιππείς. Διότι, πλην των Ακραγαντίνων, οι οποίοι άλλωστε έμεναν ουδέτεροι, ολόκληρος σχεδόν η άλλη Σικελία, η οποία προηγουμένως παρηκολούθει επιφυλακτική την πορείαν των γεγονότων ενώθη ήδη εις βοήθειαν των Συρακουσίων εναντίον των Αθηναίων. Οι Συρακούσιοι, μετά την καταστροφήν που υπέστησαν εις την χώραν των Σικελών, ανέβαλαν επί τινα χρόνον πάσαν κατά των Αθηναίων επίθεσιν. Ο Δημοσθένης, εξ άλλου, και ο Ευρυμέδων, επειδή ο στρατός, τον οποίον συνεκέντρωσαν εκ της Κερκύρας και εκ της Στερεάς, ήτο ήδη έτοιμος, διεπεραιώθησαν, με όλας τας δυνάμεις των, διά του Ιονίου πελάγους εις το ακρωτήριον της Ιαπυγίας. Εκείθεν πάλιν εκκινήσαντες, προσήγγισαν εις τας Χοιράδας νήσους της Ιαπυγίας, και αφού παρέλαβαν εκατόν πεντήκοντα Ιάπυγας ακοντιστάς, εκ της φυλής των Μεσσαπίων, και ανανέωσαν παλαιάν φιλίαν προς τον Άρταν, εγχώριον ηγεμόνα, ο οποίος τους παρεχώρησε τους ακοντιστάς συνέχισαν τον πλουν και έφθασαν εις το Μεταπόντιον της Ιταλίας. Και αφού παρέλαβαν τριακόσιους ακοντιστάς και δύο τριήρεις, που έπεισαν τους Μεταποντίους να τους παραχωρήσουν, επικαλούμενοι την προς αυτούς συμμαχίαν, κατέπλευσαν εις τους Θουρίους, πλέοντες παρά την ακτήν. Εκεί ευρήκαν, ότι η αντίθετος προς τους Αθηναίους μερίς είχεν εκπέσει της αρχής, συνεπεία στάσεως. Και θέλοντες να προβούν εις συγκέντρωσιν και επιθεώρησιν ολοκλήρου του στρατού, διά να βεβαιωθούν, ότι κανείς δεν έλειπε, και δοκιμάσουν να επιτύχουν την μετά ζήλου συμμετοχήν των Θουρίων εις την εκστρατείαν και την σύναψιν επιθετικής και αμυντικής προς αυτούς συμμαχίας, τώρα που η καλή των τύχη είχε φέρει την πτώσιν της αντιθέτου των μερίδος, παρέμειναν εκεί επί τινα χρόνον, προς τον σκοπόν τούτον.
34.
Ναυμαχία του Αθηναϊκού και του Κορινθιακού στόλου εις τον Ερινεόν
Κατά τον αυτόν περίπου χρόνον, η Πελοποννησιακή μοίρα των είκοσι πέντε πλοίων, η οποία εστάθμευεν απέναντι της Αθηναϊκής μοίρας της Ναυπάκτου, διά να καλύψη την διάβασιν των εμπορικών πλοίων, τα οποία μετέφεραν τας εις την Σικελίαν αποστελλόμενος ενισχύσεις, ητοιμάσθη προς ναυμαχίαν και ενισχυθείσα διά του εξοπλισμού μερικών ακόμη σκαφών, ώστε ο αριθμός των πλοίων να εξισωθή περίπου προς τα της Αθηναϊκής μοίρας, ηγκυροβόλησεν εις τον Ερινεόν της περιφερείας των Ρυπών της Αχαίας. Ο όρμος ούτος είχε σχήμα τόξου, και ο στρατός της ξηράς, ο οποίος είχε προσέλθει εις βοήθειαν του στόλου από την Κόρινθον και τους συμμάχους των πέριξ μερών, είχε παραταχθή επί των εκατέρωθεν προεξεχόντων ακρωτηρίων, ενώ ο στόλος, του οποίου αρχηγός ήτο ο Κορίνθιος Πολυάνθης, απέφρασσε την είσοδον. Οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Διφίλου, εκκινήσαντες εκ της Ναυπάκτου, έπλεαν εναντίον των. Οι Κορίνθιοι κατ’ αρχάς δεν εκινούντο, έπειτα όμως, υψωθέντος του σήματος κατά την κατάλληλον στιγμήν, ώρμησαν εναντίον των Αθηναίων και ήρχισεν η ναυμαχία, η οποία υπήρξε μακρά και επίμονος. Τρία πλοία των Κορινθίων κατεστράφησαν, ενώ εκ των Αθηναϊκών κανέν μεν δεν εβυθίσθη εξ ολοκλήρου, επτά όμως, εάν ο αριθμός που μου εδόθη είναι ακριβής, κατέστησαν άχρηστα προς πλουν, καθόσον τα Κορινθιακά πλοία επετίθεντο κατ’ ευθείαν κατά της πρώρας των και έχοντα επίτηδες παχυτέρας τας επωτίδας, διερρήγνυαν το πρόσθιον μέρος των Αθηναϊκών πλοίων. Η ναυμαχία υπήρξεν αμφίρροπος, ώστε εκάτερος εξ αυτών διεξεδίκει την νίκην, μετά τον αποχωρισμόν όμως των δύο στόλων, οι Αθηναίοι έγιναν κύριοι των ναυαγίων, καθ’ όσον ο άνεμος απωθεί αυτά προς το πέλαγος και οι Κορίνθιοι δεν εξήλθαν, όπως αμφισβητήσουν την κατοχήν των, ουδέ έγινε καμμία καταδίωξις, ούτε αιχμάλωτοι του ενός ή του άλλου μέρους συνελήφθησαν. Διότι οι μεν Κορίνθιοι και οι λοιποί Πελοποννήσιοι, ναυμαχούντες πλησίον της ξηράς, διεσώζοντο εκεί ευκόλως, ενώ εκ των Αθηναϊκών πλοίων κανέν δεν εβυθίσθη. Μετά τον απόπλουν των Αθηναίων εις Ναύπακτον, οι Κορίνθιοι έστησαν ευθύς τρόπαιον, θεωρούντες εαυτούς νικητάς, λόγω του ότι ηχρήστευσαν περισσότερα εχθρικά σκάφη και ενόμισαν, ότι δεν ηττήθησαν, διά τον λόγον ακριβώς, ένεκα του οποίου και οι Αθηναίοι εθεώρησαν ότι δεν ενίκησαν. Διότι και οι Κορίνθιοι εθεώρησαν, ότι νικούν, εφόσον δεν είχαν νικηθή εξ ολοκλήρου, και οι Αθηναίοι, ότι νικώνται, εφόσον δεν είχαν νικήσει αποφασιστικώς. Αλλά μετά τον απόπλουν των Πελοποννησίων και την διάλυσιν του στρατού ξηράς, οι Αθηναίοι έστησαν και αυτοί τρόπαιον, ως νικηταί επί της Αχαϊκής ακτής, εις απόστασιν είκοσι περίπου σταδίων από του Ερινεού, όπου ήσαν αγκυροβολημένοι οι Κορίνθιοι. Τοιούτον υπήρξε το αποτέλεσμα της ναυμαχίας.
35.
Ο υπό τον Δημοσθένην Αθηναϊκός στόλος φθάνει εις την περιοχήν του Ρηγίου
Όταν οι Θούριοι επείσθησαν να λάβουν μέρος εις την εκστρατείαν με επτακοσίους οπλίτας και τριακοσίους ακοντιστάς, ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων διέταξαν τον στόλον να πλεύση προς την παραλίαν και προς το έδαφος του Κρότωνος, ενώ αυτοί, αφού πρώτον επεθεώρησαν ολόκληρον τον στρατόν της ξηράς, τον ωδήγουν διά του εδάφους της Θουρίας προς τον ποταμόν Σύβαριν. Αλλ’ όταν είχαν φθάσει εις τον ποταμόν Υλίαν και οι Κροτωνιάται τους διεμήνυσαν, ότι δεν θέλουν να διέλθη ο στρατός διά του εδάφους των, κατήλθαν εις την παραλίαν και κατηυλίσθησαν παρά τας εκβολάς του Υλίου, όπου ήλθε προς συνάντησίν των και ο στόλος. Την επομένην, επιβιβασθέντες, έπλεαν κατά μήκος της ακτής προσεγγίσαντες εις τας διαφόρους παραλίους πόλεις εκτός των Λοκρών, έως ότου έφθασαν εις την Πέτραν της περιφερείας του Ρηγίου.
36.
Επίθεσις των Συρακουσίων κατά των Αθηναίων διά ξηράς και θαλάσσης. Ήττα των Αθηναίων
Εν τω μεταξύ, οι Συρακούσιοι, πληροφορηθέντες την προσέγγισιν των, ήθελαν να δοκιμάσουν νέαν επίθεσιν διά του στόλου των και συγχρόνως διά του στρατού της ξηράς, τον οποίον είχαν συγκεντρώσει, επιδιώκοντες να προλάβουν και επιτεθούν προ της αφίξεως των νέων ενισχύσεων. Η εξάρτυσις του στόλου των έγινε γενικώς κατά τρόπον, ο οποίος, κατόπιν της πείρας της προηγουμένης ναυμαχίας, εθεωρήθη παρουσιάζων μεγαλήτερα υπέρ αυτών πλεονεκτήματα. Ειδικώτερον όμως, περικόψαντες τας πρώρας των πλοίων, κατέστησαν αυτάς στερεωτέρας και επέθεσαν επ’ αυτών παχείας επωτίδας, στηρίξαντες αυτάς με αντηρίδας, τας οποίας προσήλωσαν εις την εσωτερικήν και εξωτερικήν πλευράν του σκάφους, μέχρι μήκους εξ πήχεων, καθ’ ον τρόπον και οι Κορίνθιοι είχαν βελτιώσει τας πρώρας των πλοίων των, πριν ναυμαχήσουν κατά της μοίρας της Ναυπάκτου. Διότι οι Συρακούσιοι ενόμισαν, ότι θα πλεονεκτήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπον απέναντι των Αθηναϊκών πλοίων, των οποίων η ναυπήγησις δεν παρείχεν αντίστοιχον πλεονέκτημα, αλλ’ είχαν ασθενή την πρώραν, ως εκ του ότι δεν εχρησιμοποίουν το έμβολόν των κατά της πρώρας, αλλά δι’ ελιγμού κατά της πλευράς των εχθρικών σκαφών. Πρόσθετον άλλωστε πλεονέκτημα δι’ αυτούς θα ήτο η διεξαγωγή της ναυμαχίας εντός του Μεγάλου Λιμένος, όπου εις στενόν χώρον θα συνεκεντρούτο μέγας αριθμός πλοίων. Διότι, προσβάλλοντες τα εχθρικά πλοία κατά πρώραν, θα τα διερρήγνυαν, αφού θα έπλητταν δι’ εμβόλων στερεών και παχέων κοίλα και ασθενή τοιαύτα. Πράγματι, οι Αθηναίοι, ευρισκόμενοι εντός του στενού χώρου, δεν θα ημπορούσαν ούτε δι’ ελιγμού να εμβάλουν, ούτε την εχθρικήν παράταξιν να διασπούν προ της εμβολής, ενώ ταύτα ακριβώς απετέλουν τους χειρισμούς της ναυτικής των τακτικής, εις τους οποίους έτρεφαν μεγαλητέραν εμπιστοσύνην. Καθόσον τον μεν δεύτερον εκ των δύο τούτων χειρισμών θα έκαμναν αυτοί ό,τι ημπορούσαν διά να προλάβουν, τον δε πρώτον θα εμπόδιζεν η στενότης του χώρου. Ό,τι απεδίδετο προηγουμένως εις αμάθειαν των πηδαλιούχων, η κατά πρώραν δηλαδή επίθεσις, τούτο απετέλει δι’ αυτούς μέγιστον πλεονέκτημα, του οποίου θα έκαμναν συνεχή χρήσιν. Διότι, εάν οι Αθηναίοι, ωθούμενοι, ανέκρουαν πρύμναν, δεν ηδύναντο παρά να διευθυνθούν προς την ξηράν και δη από μικράς αποστάσεως και εις μικράν μόνον έκτασιν αυτής, εις αυτήν δηλαδή την παραλίαν του στρατοπέδου των, ενώ αυτοί θα ήσαν κύριοι του λοιπού λιμένος. Και εάν ηττώμενοι εξηναγκάζοντο να συγκεντρωθούν εις στενόν χώρον και όλοι εις το αυτό μέρος, θα περιήρχοντο εις σύγχυσιν, ως εκ του ότι τα σκάφη θα συνεκρούοντο αμοιβαίως προς άλληλα πράγμα το οποίον, τωόντι τα μέγιστα έβλαψε τους Αθηναίους εις όλας τας έκτοτε ναυμαχίας, καθόσον δεν ηδύναντο ν’ ανακρούσουν πρύμναν, όπως οι Συρακούσιοι, προς όλα τα σημεία του λιμένος. Εφόσον, άλλωστε, αυτοί ημπορούσαν κατ’ αρέσκειαν να επιτίθενται κατά την διεύθυνσιν του πελάγους ή να ανακρούουν πρύμναν προς αυτό, οι Αθηναίοι δεν θα ηδύναντο να εξέλθουν εις το πέλαγος, όπως δι’ ελιγμού επιδιώξουν να εμβάλουν κατά των πλευρών των εχθρικών πλοίων, τόσον μάλλον καθόσον το Πλημμύριον ευρίσκετο εις εχθρικάς χείρας και το στόμιον του λιμένος δεν είναι πλατύ.
37. Προσαρμόσαντες ούτω τα σχέδιά των οι Συρακούσιοι προς την ναυτικήν των εμπειρίαν και τας διαθεσίμους δυνάμεις των, και αναλαβόντες συγχρόνως περισσότερον ήδη θάρρος εκ της προηγουμένης ναυμαχίας, προέβησαν εις επίθεσιν κατά των Αθηναίων, διά ξηράς συγχρόνως και διά θαλάσσης. Ολίγον πριν εκκινήση ο στόλος, ο Γύλιππος ωδήγησεν εκ της πόλεως τον στρατόν κατά της πλευράς του Αθηναϊκού τείχους, της εστραμμένης προς την πόλιν. Συγχρόνως η φρουρά του Ολυμπιείου, αποτελούμενη από απόσπασμα οπλιτών, από το ιππικόν και από τους ψιλούς στρατιώτας, προήλασε προς την αντίθετον πλευράν του τείχους. Ευθύς μετά τούτο, ο στόλος των Συρακουσίων και των συμμάχων εξέπλευσε, διευθυνόμενος κατά του Αθηναϊκού. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ενόμιζαν κατ’ αρχάς, ότι η επίθεσις θα γίνη μόνον διά του στρατού της ξηράς, βλέποντες ήδη ότι και ο στόλος αιφνιδίως διευθύνεται κατ’ αυτών, συνεταράχθησαν. Και άλλοι μεν παρετάσσοντο επί των τειχών και προ αυτών, προς αντιμετώπισιν των επερχομένων, άλλοι αντεπεξήρχοντο κατά των εκ του Ολυμπιείου και των έξω της πόλεως μερών εσπευσμένως προελαυνόντων, ιππέων κατά το πλείστον και ακοντιστών, και άλλοι ήρχισαν να επιβαίνουν επί των πλοίων ή ητοιμάζοντο ν’ αγωνισθούν επί του αιγιαλού. Όταν συνεπληρώθη η επιβίβασις των πληρωμάτων, εβδομήντα πέντε Αθηναϊκά σκάφη εξεκίνησαν κατά του στόλου των Συρακουσίων, αποτελουμένου από ογδοήντα περίπου πλοία.
38. Καθ’ όλην σχεδόν την διάρκειαν της ημέρας, οι δύο στόλοι, ότε μεν προελαύνοντες, ότε δε ανακρούοντες πρύμναν, εδοκιμάσθησαν αμοιβαίως διά μικροεπιθέσεων, αλλά μη δυνάμενοι ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος να επιτύχουν κανέν αξιόλογον αποτέλεσμα, εκτός του ότι οι Συρακούσιοι ηχρήστευσαν εν ή δύο Αθηναϊκά σκάφη, απεχωρίσθησαν, ενώ συγχρόνως ο στρατός της ξηράς απεσύρθη από τα τείχη. Την επομένην, οι Συρακούσιοι έμεναν ήσυχοι, μη αφίνοντες να εννοηθούν τα σχέδια των. Αλλ’ ο Νικίας, ιδών, ότι το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήτο αμφίρροπον, και περιμένων νέαν επίθεσιν των Συρακουσίων, εβίαζε τους τριηράρχους να επισκευάζουν τα παθόντα πλοία και ηγκυροβόλησεν εμπορικά σκάφη προ του Αθηναϊκού χαρακώματος, το οποίον είχαν κατασκευάσει, εμπήξαντες προ των πλοίων των πασσάλους εντός της θαλάσσης, όπως το χρησιμοποιούν αντί κλειστού λιμένος. Έκαστον εκ των εμπορικών τούτων πλοίων απείχε του άλλου δύο περίπου πλέθρα (200 πόδας), όπως, εάν κανέν εκ των πολεμικών των σκαφών ευρίσκετο εις την ανάγκην, ημπορή να καταφύγη διά μέσου αυτών ασφαλώς και πάλιν να εκπλέη χωρίς εμπόδιον. Εις εκτέλεσιν των ετοιμασιών τούτων, οι Αθηναίοι κατηνάλωσαν όλην την ημέραν μέχρι της νυκτός.
39. Την επομένην, οι Συρακούσιοι, κατά τον αυτόν τρόπον, όπως και την προηγουμένην φοράν, αλλ’ ενωρίτερον, ήρχισαν την επίθεσιν κατά των Αθηναίων διά του στρατού και του στόλου. Οι δύο στόλοι αντιπαρετάχθησαν και κατηνάλωσαν πάλιν, όπως και προηγουμένως, μέγα μέρος της ημέρας, δοκιμαζόμενοι αμοιβαίως διά μικροσυμπλοκών έως ότου τέλος ο Κορίνθιος Αρίστων, υιός του Πυρρίχου, εις των αρίστων πρωρέων του στόλου των Συρακουσίων, συνεβούλευσε τους αρχηγούς αυτού να διαμηνύσουν εις την πόλιν προς τους αγορανόμους, όπως μεταφέρουν όσον τάχιστα και στήσουν εις την παραλίαν την αγοράν των τροφίμων και αναγκάσουν όλους τους εδωδιμοπώλας να μεταφέρουν εκεί προς πώλησιν όσα τρόφιμα έχουν. Τοιουτοτρόπως τα πληρώματα θα ημπορούσαν να αποβιβασθούν παρά την πρόχειρον ταύτην αγοράν και λάβουν το μεσημβρινόν των πρόγευμα, ευθύς πλησίον εις τα πλοία, και μετ’ ολίγον επιτεθούν πάλιν απροσδοκήτως κατά των Αθηναίων εντός της αυτής ημέρας.
40. Οι αρχηγοί του στόλου, πεισθέντες, διεβίβασαν δι’ αγγελιαφόρου τας σχετικάς διαταγάς και η αγορά ητοιμάσθη παρά την παραλίαν και οι Συρακούσιοι, ανακρούσαντες αιφνιδίως πρύμναν, έπλευσαν προς την πόλιν και μόλις αποβιβασθέντες εγευμάτισαν εις τον τόπον της αποβιβάσεως. Οι Αθηναίοι, νομίσαντες ότι οι Συρακούσιοι απεσύρθησαν προς την πόλιν, διότι εθεώρουν εαυτούς ηττηθέντας υπ’ αυτών, απεβιβάσθησαν με την ησυχίαν των και κατεγίνοντο, πλην άλλων, και με την προετοιμασίαν του γεύματος των, θεωρούντες ως δεδομένον, ότι εντός της ιδίας τουλάχιστον ημέρας δεν επρόκειτο να επαναληφθή ο αγών. Αλλ’ οι Συρακούσιοι, επιβιβάσαντες αιφνιδίως τα πληρώματα, έπλεαν διά δευτέραν φοράν κατά του στόλου των Αθηναίων. Ούτοι, εν μέσω πολλού θορύβου, άσιτοι οι περισσότεροι, εισήλθαν εις τα πλοία με μεγάλην ακαταστασίαν και μόλις και μετά βίας κατώρθωσαν επί τέλους να εκκινήσουν, διά να αντιμετωπίσουν τους επιπλέοντας. Επί τινα χρόνον, οι δύο στόλοι εσταμάτησαν, επιτηρούμενοι αμοιβαίως. Αλλά μετ’ ολίγον, οι Αθηναίοι εθεώρησαν, ότι δεν τους εσύμφερε χρονοτριβούντες να καταληφθούν εξ υπαιτιότητας των υπό καμάτου, αλλ’ ότι έπρεπε να επιτεθούν όσον το δυνατόν ταχύτερον, ενθαρρυνόμενοι δ’ αμοιβαίως διά κραυγών ώρμησαν και ήρχισαν την μάχην. Οι Συρακούσιοι αντέστησαν και επιτιθέμενοι κατά της πρώρας των εχθρικών πλοίων, όπως είχαν σχεδιάσει, διερρήγνυαν, ως εκ της ενισχύσεως του εμβόλου των, το εμπροσθινόν μέρος αυτών εις ικανήν έκτασιν, ενώ οι ακοντισταί των, βάλλοντες από του καταστρώματος, επροξένουν μεγάλην φθοράν εις τους Αθηναίους. Αλλά πολύ μεγαλητέραν ακόμη επροξένουν οι Συρακούσιοι, όσοι περιπλέοντες επί ελαφρών σκαφών και εισδύοντες υπό την σειράν των κωπών των εχθρικών πλοίων, διωλίσθαιναν παρά την πλευράν αυτών και ηκόντιζαν τους ναύτας.
41. Χάρις εις την τακτικήν αυτήν και την έντασιν των δυνάμεων, την οποίαν κατέβαλαν κατά την ναυμαχίαν, οι Συρακούσιοι ενίκησαν τέλος και οι Αθηναίοι, αναγκασθέντες να υποχωρήσουν εσπευσμένως, κατέφευγαν διαμέσου των εμπορικών πλοίων εις το ορμητήριον των. Τα σκάφη των Συρακουσίων κατεδίωκαν αυτούς δραστηρίως μέχρι των εμπορικών πλοίων, εκεί όμως εσταματούσαν, εμποδιζόμενα από τας δελφινοφόρους δοκούς, αι οποίαι ήσαν κρεμασμέναι από τα εμπορικά πλοία, υπεράνω των εισόδων του ορμητηρίου. Δύο πλοία των Συρακουσίων, τα οποία παρεσύρθησαν από την νίκην και επλησίασαν πάρα πολύ, ηχρηστεύθησαν και το εν εξ αυτών ηχμαλωτίσθη με ολόκληρον το πλήρωμα του. Οι Συρακούσιοι, αφού ηχρήστευσαν επτά Αθηναϊκά σκάφη, και επροξένησαν σοβαράς ζημίας εις πολλά άλλα, και άνδρας πολλούς, είτε συνέλαβαν αιχμαλώτους, είτε εφόνευσαν, απεσύρθησαν και έστησαν τρόπαια των δύο ναυμαχιών. Ήσαν ήδη πεπεισμένοι, ότι υπερείχαν κατά πολύ υπό έποψιν στόλου και ήλπιζαν να νικήσουν και τον στρατόν της ξηράς. Ως εκ τούτου, παρεσκευάζοντο διά νέαν κατά ξηράν και κατά θάλασσαν επίθεσιν.
42. Εν τω μεταξύ, έφθασαν ο Δημοσθένης και ο Ευρυμέδων, φέροντες τας εξ Αθηνών στελλομένας επικουρίας, αποτελουμένας από εβδομήντα τρία περίπου πλοία, συμπεριλαμβανομένων των ξένων, πέντε περίπου χιλιάδας οπλίτας Αθηναίους και συμμάχους, όχι δ’ ολίγους ακοντιστάς, σφενδονιστάς, και τοξότας, Έλληνας και βαρβάρους, και άφθονα εφόδια παντός είδους. Η άμεσος κατάπληξις των Συρακουσίων και των συμμάχων των υπήρξε μεγάλη, και βλέποντες ότι παρ’ όλην την οχύρωσιν της Δεκελείας, νέος στρατός, ίσος προς τον προηγούμενον, ήλθε προς ενίσχυσιν αυτού και ότι η δύναμις των Αθηναίων απεδεικνύετο μεγάλη καθ’ όλας τας διευθύνσεις, ενόμισαν, ότι δεν θα ημπορούσαν ποτέ ν’ απαλλαχθούν οριστικώς από τον επικρεμάμενον επ’ αυτών κίνδυνον. Ενώ, αντιθέτως, το φρόνημα των ανδρών του προηγουμένου Αθηναϊκού στρατού ενισχύθη οπωσδήποτε, εφόσον ήτο τούτο δυνατόν, μετά τόσα παθήματα. Ο Δημοσθένης, λαβών γνώσιν της καταστάσεως, εννόησεν ότι αν χρονοτριβήση, θα πάθη ό,τι έπαθε και ο Νικίας, ο οποίος ευθύς μετά την άφιξιν του ενέπνευσε τον τρόμον, αλλ’ επειδή δεν επεδίωξεν αμέσως την κατάληψιν των Συρακουσών, αλλ’ έμενε διαχειμάζων εις την Κατάνην, κατήντησε να περιφρονηθή και έδωσε καιρόν εις τον Γύλιππον να έλθη εκ Πελοποννήσου, φέρων στρατόν. Ενώ εάν επετίθετο αμέσως κατ’ αυτών, οι Συρακούσιοι ούτε θα εζήτουν καν την αποστολήν επικουριών. Διότι, νομίζοντες ότι είναι ικανοί ν’ αντισταθούν μόνοι, θ’ ανεκάλυπταν την ανεπάρκειάν των, αλλ’ όταν θα ήσαν ήδη αποκεκλεισμένοι διά περιτειχισμού, ώστε και αν εζήτουν τότε την αποστολήν επικουριών, αύτη δεν ηδύνατο πλέον να τους ωφελήση εξ ίσου. Ταύτα αναλογιζόμενος ο Δημοσθένης και γνωρίζων, ότι και αυτός τώρα, ευθύς κατά την άφιξιν του, ενέπνεε τον μεγαλύτερον τρόμον εις τους εχθρούς, ήθελε να επωφεληθή όσον το δυνατόν ταχύτερον την κατάπληξιν που επροκάλει επί του παρόντος η άφιξις του στρατού του. Και βλέπων ότι το εγκάρσιον τείχος των Συρακουσίων, διά του οποίου ούτοι εμπόδισαν τους Αθηναίους να τους αποκλείσουν διά περιτειχισμού, ήτο απλούν, και ότι αν κατώρθωνε να γίνη κύριος της αναβάσεως των Επιπολών και ακολούθως του επ’ αυτών στρατοπέδου, ευκόλως θα το εκυρίευε, διότι κανείς δεν θα ετόλμα ν’ αντισταθή, εβιάζετο να επιχειρήση την επίθεσιν, φρονών, ότι διά του τρόπου τούτου θα ετερμάτιζε ταχύτατα τον πόλεμον. Διότι ή θα επετύγχανε και θα κατελάμβανε τας Συρακούσας ή θ’ απέσυρε τον στρατόν εκ Σικελίας και δεν θα κατέτριβε ματαίως και τους μετέχοντας της εκστρατείας Αθηναίους και την όλην πόλιν. Πρώτη ως εκ τούτου ενέργεια του Αθηναϊκού στρατού υπήρξεν έξοδος αυτού εκ του στρατοπέδου και ερήμωσις των περί τον ποταμόν Άναπον κτημάτων των Συρακουσίων. Η υπεροχή του στρατού και του στόλου των Αθηναίων αποκατεστάθη, όπως εις τας αρχάς. Διότι οι Συρακούσιοι ούτε κατά ξηράν, ούτε κατά θάλασσαν αντεπεξήρχοντο κατ’ αυτών, εάν εξαίρεση κανείς τας εκ του Ολυμπιείου επιδρομάς του ιππικού και των ακοντιστών.
43. Μετά τούτο, ο Δημοσθένης, προ της διά των Επιπολών επιθέσεως έκρινε καλόν να δοκιμάση την κατάληψιν του εγκαρσίου τείχους, διά της χρησιμοποιήσεως πολιορκητικών μηχανών. Αύται όμως, προσαχθείσαι πλησίον του τείχους, κατεκάησαν υπό των έχθρων, οι οποίοι ημύνοντο εξ αυτού. Διάφοροι επιθέσεις, ενεργηθείσαι υπό του λοιπού στρατού εις πολλά σημεία του εν λόγω τείχους, απεκρούοντο επανειλημμένως. Ο Δημοσθένης έκρινεν, ότι δεν έπρεπε πλέον να χρονοτριβή και πείσας τον Νικίαν και τους άλλους συναρχηγούς, προέβη εις την κατά των Επιπολών επιχείρησιν, ακριβώς όπως είχε σχεδιάσει αυτήν. Και επειδή εθεωρήθη αδύνατον να πλησιάσουν και ανάβουν απαρατήρητοι, κατά την διάρκειαν της ημέρας, παρήγγειλε τρόφιμα διά πέντε ημέρας και παραλαβών όλους τους κτίστας και ξυλουργούς, καθώς και τοξεύματα και όσα εν γένει εχρειάζοντο, όπως εν περιπτώσει επιτυχίας προβούν εις τον περιτειχισμόν, αυτός μεν μετά του Ευρυμέδοντος και του Μενάνδρου, τεθείς επί κεφαλής του μεγαλητέρου μέρους του στρατού, εβάδισε, κατά την ώραν που επακολουθεί τον πρώτον ύπνον, προς τας Επιπολάς, ενώ ο Νικίας είχεν υπολειφθή εντός των τειχών. Φθάσαντες εις τας Επιπολάς διά του Ευρυήλου, εις το μέρος, από το οποίον ο πρώτος στρατός είχεν αναβή αρχικώς, επροχώρησαν, χωρίς να εννοηθούν από την φρουράν, και κατέλαβαν τα εκεί οχύρωμα των Συρακουσίων, φονεύσαντες μέρος της φρουράς. Το πλείστον όμως των φρουρών διέφυγαν και έφεραν αμέσως την είδησιν της εφόδου, όχι μόνον εις τα τρία ωχυρωμένα στρατόπεδα, τα οποία υπήρχαν επί των Επιπολών, εν διά τους Συρακουσίους, εν διά τους άλλους Σικελιώτας και το τρίτον διά τους συμμάχους, αλλά και εις τους εξακοσίους Συρακουσίους, οι οποίοι εστάθμευαν ως προφυλακή εις το μέρος τούτο των Επιπολών, και οι οποίοι έσπευσαν αμέσως εις βοήθειαν. Αλλ’ ο Δημοσθένης και οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν αυτούς, παρά την ζωηράν αντίστασίν των, και τους έτρεψαν εις φυγήν, μεθ’ ο προήλασαν αμέσως προς τα εμπρός, όπως με την κεκτημένην ορμήν επιτύχουν άνευ αναβολής την πραγματοποίησιν των αντικειμενικών σκοπών της επιχειρήσεως. Έτερον όμως τμήμα του στρατού προέβη αμέσως εις την κατάληψιν του εγκαρσίου τείχους, του οποίου η φρουρά ουδεμίαν αντέταξεν αντίστασιν, και την κατεδάφισιν των επάλξεων. Εν τω μεταξύ οι Συρακούσιοι, οι σύμμαχοι των, και ο Γύλιππος, με τους υπ’ αυτόν, προσέδραμαν εκ των ωχυρωμένων στρατοπέδων. Αλλ’ επειδή ευρίσκοντο ακόμη υπό το κράτος της καταπλήξεως, την οποίαν επροκάλεσε το απροσδόκητον της τολμηράς αυτής νυκτερινής προσβολής, η επίθεσίς των απεκρούσθη υπό των Αθηναίων, οι οποίοι τους εξεβίασαν κατ’ αρχάς εις υποχώρησιν. Οι Αθηναίοι όμως προήλαυναν με κάποιαν αταξίαν, ως να είχαν ήδη εξησφαλισμένην την νίκην, θέλοντες να διελάσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον διά μέσου ολοκλήρου του μη λαβόντος ακόμη μέρος εις την μάχην εχθρικού στρατού, όπως ούτοι μη δυνηθούν ν’ ανασυνταχθούν πάλιν, όταν αυτοί θα εχαλάρωναν την επίθεσιν. Πρώτοι όμως τους αντιμετώπισαν οι Βοιωτοί, και επιτεθέντες κατ’ αυτών, τους ενίκησαν και τους έτρεψαν εις φυγήν.
44. Κατά την στιγμήν ήδη ταύτην, ο Αθηναϊκός στρατός ήρχισε να περιέρχεται εις τόσον μεγάλην σύγχυσιν και αμηχανίαν, ώστε ούτε από το εν μέρος, ούτε από το άλλο κατώρθωσα να μάθω τας λεπτομερείας των περαιτέρω συμβάντων. Διότι και εν καιρώ ημέρας ακόμη, ότε τα γεγονότα είναι πλέον ευδιάκριτα, οι μετέχοντες μάχης δεν είναι εις θέσιν ν’ αντιληφθούν όλην την πορείαν αυτής, αλλά μόλις εκείνα τα γεγονότα, εις τα οποία έκαστος προσωπικώς έλαβε μέρος. Αλλά κατά την νυκτομαχίαν ταύτην, η οποία υπήρξεν η μόνη κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου, η λαβούσα χώραν μεταξύ μεγάλων ομάδων στρατού, πώς ήτο δυνατόν ν’ αντιληφθή κανείς σαφώς κάθε τι; Και υπήρχε μεν σελήνη λαμπρά, και όπως φυσικά συμβαίνει υπό το σεληναίον φως, έβλεπαν από αποστάσεως τα σχήματα των άλλων, αμφέβαλλαν όμως αν πρόκειται περί φίλων ή εχθρών. Μέγας αριθμός οπλιτών εκ των δύο στρατών περιεστρέφοντο εντός στενού χώρου. Και εκ των Αθηναίων, άλλοι μεν είχαν ήδη ηττηθή, ενώ άλλοι, μη ηττηθέντες ακόμη προήλαυναν προς τα εμπρός με την αρχικήν ορμήν. Εκ του μεγάλου άλλωστε μέρους του υπολοίπου στρατού, εν μέρος μόλις είχεν ήδη αναβή, ενώ το άλλο ανέβαινεν ακόμη, εις τρόπον ώστε δεν εγνώριζαν που πρέπει να κατευθυνθούν. Τωόντι, το πρώτον προελάσαν τμήμα του στρατού, επειδή είχε τραπή εις φυγήν, είχε σχεδόν αποσυντεθή και ήτο σχεδόν αδύνατον να διακρίνη κανείς αυτούς εν τω μέσω των αλαλαγμών της μάχης. Διότι οι Συρακούσιοι μετά των συμμάχων των, όντες νικηταί, παρώτρυναν αλλήλους διά μεγάλων κραυγών, καθόσον ήτο αδύνατον, εν καιρώ νυκτός, να γίνη συνεννόησις κατ’ άλλον τρόπον, και συγχρόνως απέκρουαν τους επιτιθεμένους. Και οι τελευταίοι καταφθάσαντες Αθηναίοι εζήτουν τους ιδικούς των, αλλ’ εξελάμβαναν ως εχθρόν καθένα που έβλεπαν απέναντι των, και αν ακόμη ήτο εκ των τραπέντων εις φυγήν ιδικών των, και ζητούντες συνεχώς το σύνθημα, διά το αδύνατον της κατ’ άλλον τρόπον αμοιβαίας αναγνωρίσεως, και εις τας τάξεις των επροκάλουν πολλήν σύγχυσιν και εις τους εχθρούς το επρόδωσαν. Αλλ’ αυτοί δεν είχαν ομοίαν ευκαιρίαν να μάθουν το σύνθημα των Συρακουσίων, καθόσον, ούτοι όντες νικηταί, έμεναν συντεταγμένοι και επομένως ανεγνωρίζοντο αμοιβαίως ευκολώτερον. Το αποτέλεσμα ήτον ότι οσάκις τμήμα Αθηναϊκού στρατού συνήντα ασθενεστέραν εχθρικήν ομάδα, αύτη, γνωρίζουσα το Αθηναϊκόν σύνθημα, διεσώζετο φεύγουσα. Ενώ, εάν υπό ομοίας περιστάσεις, ερωτώμενοι αυτοί, δεν έδιδαν το σύνθημα, κατεκόπτοντο. Την μεγαλητέραν και σπουδαιοτέραν άλλωστε βλάβην έφερεν εις τους Αθηναίους το άσμα του παιάνος, το οποίον, επειδή ήτο σχεδόν όμοιον και διά τους δύο στρατούς, προεκάλει παρεξηγήσεις. Οσάκις δηλαδή οι Αργείοι, ή οι Κερκυραίοι, ή άλλοι Δωριείς, σύμμαχοι των Αθηναίων, έψαλλαν τον παιάνα, ούτοι κατεπτοούντο, εξ ίσου όπως όταν εψάλλετο από τους εχθρούς. Ούτως ώστε εις πολλά τμήματα του στρατεύματος, άπαξ αποσυντεθέντα, συναντώμενοι φίλοι προς φίλους και συμπολίται προς συμπολίτας, όχι μόνον ενέπνεαν αμοιβαίως τον πανικόν, αλλά και ερχόμενοι εις χείρας εναντίον αλλήλων μετά δυσκολίας απεχωρίζοντο. Καταδιωκόμενοι υπό των εχθρών, πολλοί ερρίπτοντο από τους κρημνούς και εξ αυτών πολλοί εφονεύοντο, καθόσον η οδός, διά της οποίας ημπορούσαν να καταβούν από τας Επιπολάς, ήτο στενή. Όσοι πάλιν, διαφεύγοντες από επάνω, κατήρχοντο δι’ αυτής εις την πεδιάδα, οι μεν πολλοί, και ιδίως οι ανήκοντες εις τον πρώτον στρατόν, γνωρίζοντες καλλίτερον τα μέρη, εσώζοντο, καταφεύγοντες εις το στρατόπεδον. Εκ των ελθόντων όμως τελευταίον, μερικοί, τραπέντες προς εσφαλμένην διεύθυνσιν, περιεπλανήθησαν μέχρι πρωίας, ότε το ιππικόν των Συρακουσίων, εξελθόν εις περιπολίαν, τους εφόνευσε.
45. Την επομένην, οι Συρακούσιοι έστησαν δύο τρόπαια εις τας Επιπολάς, το εν εις το μέρος, όπου έγινεν η εχθρική ανάβασις, το άλλο εις το μέρος, όπου οι Βοιωτοί εσταμάτησαν την εχθρικήν προέλασιν. Οι Αθηναίοι παρέλαβαν τους νεκρούς των, ζητήσαντες βραχείαν προς τούτο ανακωχήν. Αι εις νεκρούς απώλειαι αυτών και των συμμάχων των ήσαν μεγάλαι. Τα όπλα όμως που έπεσαν εις χείρας των Συρακουσίων ήσαν πολύ περισσότερα από τους νεκρούς, διότι από εκείνους που ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν τα όπλα των, διά να ριφθούν από τους κρημνούς, άλλοι μεν εφονεύθησαν, άλλοι όμως εσώθησαν.
6.
Οι Συρακούσιοι ζητούν από Σικελικάς πόλεις ενισχύσεις
Μετά τούτο, οι Συρακούσιοι, ανακτήσαντες εκ νέου πάλιν, ως εκ της απροσδόκητου επιτυχίας των, την προηγουμένην εμπιστοσύνην των, έστειλαν τον Σικανόν με μοίραν στόλου εκ δέκα πέντε σκαφών εις τον Ακράγαντα, διατελούντα εις εμφύλιον πόλεμον, όπως προσεταιρισθή, εάν ημπορέση, την πόλιν. Ο Γύλιππος, εξ άλλου, απήλθε πάλιν διά ξηράς εις τα λοιπά μέρη της Σικελίας, διά να φέρη εκείθεν νέας ενισχύσεις, καθόσον, μετά ευτυχή έκβασιν της μάχης των Επιπολών, ήλπιζε να καταλάβη το τείχος των Αθηναίων εξ εφόδου.
47.
Οι στρατηγοί των Αθηναίων συγκροτούν πολεμικόν συμβούλιον. Διαφωνίαι μεταξύ Δημοσθένους και Νικίου περί του πρακτέου
Εν τω μεταξύ, οι στρατηγοί των Αθηναίων συνεκρότησαν πολεμικόν συμβούλιον, όπως διασκεφθούν περί της προσφάτου ατυχίας και της πλήρους αποθαρρύνσεως, η οποία επεκράτει εις τον στρατόν. Διότι και τας επιχειρήσεις των έβλεπαν αποτυγχάνουσας, και τους στρατιώτας δυσφορούντας εις άκρον, διά την παράτασιν της διαμονής των. Καθόσον ο στρατός επιέζετο διττώς, υπό των νόσων, και ως εκ της εποχής του έτους, κατά την οποίαν ιδίως επιπολάζουν ασθένειαι, και ως εκ του ότι το μέρος, επί του οποίου ευρίσκετο το στρατόπεδον των, ήτο ελώδες και νοσηρόν. Και η όλη κατάστασις εφαίνετο εις αυτούς εντελώς άπελπις. Ως εκ τούτου, ο Δημοσθένης ήτο της γνώμης, ότι δεν πρέπει να παραταθή η διαμονή των, αλλά, σύμφωνα με τας σκέψεις, αι οποίαι τον ώθησαν να διακινδύνευση την επιχείρησιν κατά τον Επιπολών, τώρα που η επιχείρησις αύτη είχεν αποτύχη, εψήφισε κατά της παρατάσεως της εκεί παραμονής των, και υπέρ της αμέσου εκκενώσεως της Σικελίας, εφόσον ημπορούν ακόμη να διαπλεύσουν το πέλαγος και διά των νεωστί αφιχθέντων πλοίων η κατά θάλασσαν τουλάχιστον στρατιωτική των υπεροχή είναι εξησφαλισμένη. Προσέθεσεν ακόμη, ότι το συμφέρον της πόλεως εξυπηρετείται καλλίτερον, εάν ο πόλεμος συνεχισθή κατά του εχθρού, ο οποίος κατεσκεύαζε φρούρια εντός της Αττικής, παρά κατά των Συρακουσίων, τους οποίους δεν ήτο πλέον εύκολον να νικήσουν. Είναι άλλωστε ανόητον να παρατείνουν την πολιορκίαν, δαπανώντες ματαίως τόσα χρήματα.
48. Τοιαύτη υπήρξεν η γνώμη και η ψήφος του Δημοσθένους. Ο Νικίας όμως, μολονότι εθεώρει και αυτός την θέσιν των επισφαλή, δεν ήθελε να ομολογήση την αδυναμίαν των. Ούτε ήθελε, ψηφιζομένης φανερά και ενώπιον πολλών της εκκενώσεως της νήσου, να προδοθή το πράγμα εις τους εχθρούς. Διότι, εάν ποτέ ήθελαν να την αποφασίσουν, θα ήτο πολύ δυσκολώτερον να πραγματοποιηθή, χωρίς ο εχθρός να το αντιληφθή. Άλλωστε και η θέσις του εχθρού, καθόσον είχε περισσοτέρας περί αυτού πληροφορίας από τους άλλους, παρείχε ακόμη ελπίδας τινάς, ότι, εάν επιμείνουν εις την πολιορκίαν, θα αποβή επισφαλεστέρα της ιδικής των. Πράγματι, θα τον έφεραν εις τελείαν οικονομικήν εξάντλησιν, τόσον μάλλον καθόσον διά του υπάρχοντος στόλου, η κατά θάλασσαν επικράτησίς των ήτο έτι μάλλον εξησφαλισμένη. Υπήρχεν, άλλωστε, και εντός των Συρακουσών μερίς, η οποία επεδίωκε να υποτάξη την πόλιν εις τους Αθηναίους, και απέστελλε μυστικούς πράκτορας, εξορκίζουσα αυτόν να μη λύση την πολιορκίαν και απέλθη. Ένεκα των λόγων τούτων, και μολονότι εξηκολούθει επαμφοτερίζων πραγματικώς και μελετών το πράγμα, χωρίς να καταλήξη ακόμη εις ωρισμένην απόφασιν, εις τον ενώπιον του συμβουλίου λόγον του εδήλωσεν ότι αρνείται να αποσύρη τον στρατόν, διότι γνωρίζει καλώς, ότι οι Αθηναίοι θ’ αποδοκιμάσουν την ενέργειάν των, όπως αποσυρθούν, χωρίς προηγουμένην απόφασίν των. Καθόσον δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θ’ αποφασίσουν περί της τύχης των και που θα εκτιμήσουν συγχρόνως τα πράγματα, καθώς αυτοί εξ ιδίας αντιλήψεως και όχι επί τη βάσει των επικρίσεων που θ’ ακούσουν από άλλους, αλλά τουναντίον θα παρασυρθούν από τας διαβολάς που θα τους παρουσίαση ευφράδης ρήτωρ. Πολλοί, άλλωστε, προσέθεσεν, ή μάλλον οι περισσότεροι από τους στρατιώτας, οι οποίοι κατακραυγάζουν σήμερον εδώ, ότι η κατάστασίς των είναι αφόρητος, άμα φθάσουν εις τας Αθήνας θα κατακραυγάζουν αντιθέτως, ότι οι στρατηγοί, δωροδοκηθέντες, έγιναν προδόται, και δι’ αυτό απέσυραν τον στρατόν. Διά τούτο, αυτός τουλάχιστον, γνωρίζων τον χαρακτήρα των Αθηναίων, προτίμα να εκτεθή εν ανάγκη εις τον κίνδυνον ν’ αποθάνη μαχόμενος εναντίον των εχθρών, παρά να θανατωθή αδίκως από τους Αθηναίους δι’ αιτίαν επονείδιστον. Και η κατάστασις όμως των Συρακουσίων, είπεν, είναι ακόμη χειρότερα από την ιδικήν των. Διότι και ένεκα της συντηρήσεως στρατού μισθοφόρων, και ένεκα των δαπανών διά την φρούρησιν των ανά την χώραν οχυρωμάτων και προς τούτοις ένεκα της επί έτος ήδη διατηρήσεως πολυαρίθμου ναυτικού, ευρίσκονται εις οικονομικήν στενοχωρίαν και μετ’ ολίγον δεν θα γνωρίζουν πλέον τί να κάμουν. Διότι έχουν ήδη δαπανήσει δύο χιλιάδας τάλαντα, και εκτός τούτου καθυστερούν πολλά άλλα και εάν δι’ έλλειψιν καταβολής του μισθού, η σημερινή στρατιωτική των δύναμις ελαττωθή οπωσδήποτε, τα πράγματα των θα οδηγηθούν εις καταστροφήν, διότι στηρίζονται εις στρατόν μισθοφόρων και όχι εις στρατόν συγκροτούμενον, όπως ο ιδικός των, από άνδρας υποκειμένους εις υποχρεωτικήν θητείαν. Διά τούτο, προσέθεσε, πρέπει να συνεχίσουν την πολιορκίαν, διεξάγοντες αγώνα τριβής, και μη απέλθουν ως ηττηθέντες οικονομικώς, ενώ οι χρηματικοί αυτών πόροι είναι πολύ μεγαλήτεροι.
49. Ο Νικίας ωμίλησε με τόσην πεποίθησιν, διότι εγνώριζεν ακριβώς την κατάστασιν των Συρακουσίων και την οικονομικήν αυτών στενοχωρίαν και ότι υπήρχεν εκεί μερίς, η οποία επεδίωκε την επικράτησιν των Αθηναίων και του έστελλε μυστικούς πράκτορας, όπως τον αποτρέψη να λύση την πολιορκίαν. Και συγχρόνως διότι η προς τον στόλον τουλάχιστον προϋπάρχουσα εμπιστοσύνη του είχεν ενισχυθή. Ο Δημοσθένης όμως δεν ήθελε ν’ ακούση καθόλου περί συνεχίσεως της πολιορκίας. Εάν όμως δεν έπρεπε ν’ αποσύρουν τον στρατόν, χωρίς την άδειαν των Αθηναίων, αλλά να διεξαγάγουν αγώνα τριβής κατά των Συρακουσίων, υπεστήριζεν, ότι πρέπει να πράξουν τούτο, αφού μεταθέσουν εις την Θάψον ή την Κατάνην την βάσιν των επιχειρήσεων των. Απ’ εκεί θα ημπορούσαν, ενεργούντες επιδρομάς εις μέγα μέρος της χώρας, να διατρέφωνται εις βάρος του εχθρού και να προξενούν εις αυτόν μεγάλας ζημίας, ενώ τας ναυτικάς των επιχειρήσεις θα διεξάγουν όχι εντός περιωρισμένου χώρου, ο οποίος παρείχε πλεονεκτήματα εις τον εχθρόν, αλλ’ εις το πέλαγος, όπου θα είχαν όλην την αναγκαίαν ευρυχωρίαν διά να χρησιμοποιήσουν την τακτικήν των εμπειρίαν, ενεργούντες τας επιθέσεις και υποχωρήσεις, χωρίς η εκκίνησις αυτών και ο κατάπλους να περιορίζωνται εντός μικρού και κλειστού χώρου. Και γενικώς ειπείν, με κανένα τρόπον, είπε, δεν επιδοκιμάζει την περαιτέρω παραμονήν εις το αυτό μέρος, αλλ’ επιμένει, ότι πρέπει να απέλθουν αμέσως και να μη χάνουν καιρόν. Την ιδίαν με αυτόν γνώμην υπεστήριξε και ο Ευρυμέδων. Αλλ’ επειδή ο Νικίας εξηκολούθει διαφωνών, επήλθε κάποιος ενδοιασμός και αναβολή και συγχρόνως υπόνοια μήπως η επιμονή του Νικίου οφείλεται εις το ότι γνωρίζει πράγματα, τα οποία αυτοί δεν εγνώριζαν. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι εχρονοτρίβησαν μένοντες όπου ήσαν.
50.
Οι στρατηγοί αποφασίσαντες να φύγουν από τας Συρακούσας, αναβάλλουν την αναχώρησιν
Εν τω μεταξύ, ο Γύλιππος και ο Σικανός επέστρεψαν εις τας Συρακούσας. Και η μεν αποστολή του Σικανού απέτυχε, διότι, ενώ ακόμη ήτο εις την Γέλαν, η φιλική προς τους Συρακουσίους μερίς του Ακράγαντος είχεν εκδιωχθή. Ο Γύλιππος όμως ήλθε φέρων όχι μόνον νέον πολυάριθμον στρατόν από την Σικελίαν, αλλά και τους οπλίτας, οι οποίοι είχαν αποσταλή κατά την άνοιξιν από την Πελοπόννησον επί εμπορικών πλοίων, και είχον φθάσει εις τον Σελινούντα, προερχόμενοι εκ Λιβύης. Ούτοι, δηλαδή, παρεσύρθησαν υπό κακοκαιρίας εις την Λιβύην, όπου οι Κυρηναίοι τους έδωσαν δύο τριήρεις και πρωρείς. Ενώ δε, πλέοντες παρά την ακτήν, διήρχοντο προ των Εφεσπερίδων, εβοήθησαν τους κατοίκους, πολιορκουμένους υπό των Λιβύων, τους οποίους και ενίκησαν. Εκείθεν, συνεχίσαντες τον πλουν, έφθασαν ακτοπλοούντες εις την Νέαν Πόλιν, εμπορικόν λιμένα των Καρχηδονίων, από την οποίαν η μέχρι Σικελίας απόστασις είναι συντομωτάτη, ήτοι ταξείδιον δύο ήμερων και μιας νυκτός και από την Νέαν Πόλιν διεπεραιώθησαν εις τον Σελινούντα. Μετά την άφιξιν των ενισχύσεων τούτων, οι Συρακούσιοι ήρχισαν ευθύς να ετοιμάζωνται διά νέαν διττήν επίθεσιν κατά των Αθηναίων, διά του στρατού συγχρόνως και του στόλου. Οι στρατηγοί των Αθηναίων, εξ άλλου, βλέποντες, ότι οι εχθροί των ενισχύθησαν διά νέου στρατού, καθ’ όν χρόνον η ιδική των κατάστασις αντί να βελτιούται, καθίστατο καθ’ εκάστην, υφ’ όλας τας επόψεις, κρισιμωτέρα και προ πάντων ένεκα των ασθενειών, αι οποίαι εμάστιζαν τον στρατόν, μετεμελούντο διότι δεν είχαν αναχωρήσει ενωρίτερον. Και επειδή ούτε ο Νικίας εναντιώνετο πλέον, όπως πριν, υπό τον όρον μόνον να μη τεθή το ζήτημα φανερά εις ψηφοφορίαν, παρήγγειλαν εις όλους, όσον το δυνατόν μυστικώτερα, να είναι έτοιμοι, όπως αναχωρήσουν διά θαλάσσης, ευθύς ως ειδοποιηθούν. Αλλ’ ενώ όλα είχαν ετοιμασθή και επέκειτο η αναχώρησις, η σελήνη, η οποία έτυχε να είναι πλησιφαής, έπαθεν έκλειψιν. Οι περισσότεροι στρατιώται, θεωρήσαντες τούτο κακόν οιωνόν, εζήτουν από τους στρατηγούς ν’ αναβάλουν την αναχώρησιν. Ο ίδιος ο Νικίας, ο οποίος απέδιδεν εξαιρετικήν σπουδαιότητα εις τους οιωνούς και τα τοιαύτα, εδήλωσεν ότι δεν εννοεί ούτε να συζητήση περαιτέρω το ζήτημα της αναχωρήσεως, πριν παρέλθουν τρις εννέα ημέραι, όπως παρήγγειλαν οι μάντεις. Αυτός υπήρξεν ο λόγος, διά τον οποίον οι Αθηναίοι ανέβαλαν την αναχώρησιν και παρέτειναν την παραμονήν των.
51.
Νίκη των Συρακουσίων κατά θάλασσαν
Αλλ’ οι Συρακούσιοι, μαθόντες ταύτα, παρεσύρθησαν πολύ περισσότερον εις το να συνεχίσουν άνευ διακοπής τας κατά των Αθηναίων επιθέσεις των, αφού οι ίδιοι ούτοι ανεγνώρισαν ήδη, ότι δεν υπερέχουν πλέον αυτούς, ούτε κατά τον στόλον, ούτε κατά τον στρατόν (καθόσον άλλως δεν θα εσχεδίαζαν την αναχώρησιν), και διότι εξ άλλου δεν ήθελαν διά της εις άλλο μέρος της Σικελίας εγκαταστάσεως του στρατοπέδου των Αθηναίων, να καταστή δυσκολωτέρα η διεξαγωγή του πολέμου εναντίαν των, αλλ’ ήθελαν να τους εξαναγκάσουν να ναυμαχήσουν αμέσως υπό περιστάσεις πλεονεκτικάς δι’ εαυτούς. Ως εκ τούτου, επεβίβαζαν τα πληρώματα επί των πλοίων και εξετέλουν ασκήσεις τόσας ημέρας όσας εθεώρησαν αρκετάς. Όταν δ’ επέστη ο κατάλληλος χρόνος, ήρχισαν την πρώτην ημέραν επιτιθέμενοι κατά των Αθηναϊκών τειχών. Ολίγοι οπλίται και ιππείς εξήλθαν από μίαν εκ των πυλών του τείχους, όπως τους αντιμετωπίσουν. Οι Συρακούσιοι, αποκόψαντες από τους λοιπούς μέρος των οπλιτών, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωξαν. Και επειδή η είσοδος του τείχους ήτο στενή, οι Αθηναίοι έχασαν εβδομήντα ίππους και ολίγους οπλίτας.
52. Μετά τούτο, ο στρατός των Συρακουσίων απεσύρθη κατά την πρώτην ταύτην ημέραν. Αλλά την επομένην, ο στόλος των, αποτελούμενος από εβδομήντα εξ πλοία, εξέπλευσε, συγχρόνως δε και ο στρατός της ξηράς εβάδισε κατά των τειχών. Ο Αθηναϊκός στόλος, αποτελούμενος από ογδοήντα εξ πλοία, εξέπλευσε και αυτός, διά ν’ αντιμετώπιση τον εχθρόν, και όταν οι δύο στόλοι συνηντήθησαν ήρχισεν η ναυμαχία. Ο Ευρυμέδων, ο οποίος εκυβέρνα την δεξιάν μοίραν της Αθηναϊκής παρατάξεως, θέλων να υπερφαλαγγίση τον εχθρικόν στόλον, ανέπτυξε την γραμμήν του πολύ πλησίον της παραλίας, ότε οι Συρακούσιοι, οι οποίοι είχαν νικήσει εν τω μεταξύ το κέντρον της Αθηναϊκής παρατάξεως, απέκοψαν και αυτόν εις τον μυχόν του λιμένος, όπου και ο ίδιος εφονεύθη και τα πλοία της μοίρας του, όσα τον είχαν ακολουθήσει, κατεστράφησαν. Και κατόπιν τούτου, ήρχισαν καταδιώκοντες ήδη τα πλοία όλου του Αθηναϊκού στόλου και αναγκάζοντες αυτά να ριφθούν εις την ξηράν.
53. Ο Γύλιππος, βλέπων την ήτταν του Αθηναϊκού στόλου, του οποίου τα σκάφη ερρίπτοντο εις την παραλίαν έξω του Αθηναϊκού χαρακώματος και στρατοπέδου, και θέλων να εξολόθρευση τους αποβιβαζόμενους εξ αυτών και να διευκολύνη εις τους Συρακουσίους την ρυμούλκησιν των εξοκειλάντων πλοίων, διά της καταλήψεως της παραλίας υπό φιλικής δυνάμεως, έσπευσεν επί κεφαλής μέρους του στρατού διά του κυματοθραύστου, εις βοήθειαν των. Αλλ’ οι Τυρρηνοί, τους οποίους οι Αθηναίοι είχαν τοποθετήσει ως φρουράν του μέρους τούτου, βλέποντες αυτούς επερχόμενους ατάκτως, εξώρμησαν προς υπεράσπισιν των Αθηναϊκών πλοίων και επιπεσόντες εναντίον των στρατιωτών του Γυλίππου, όσοι έφθασαν πρώτοι, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους έρριψαν εις το έλος, το καλούμενον Λυσιμέλεια. Μετ’ ολίγον όμως, όταν ήλθε περισσότερος στρατός των Συρακουσίων και των συμμάχων των, προσέδραμαν και οι Αθηναίοι εις βοήθειαν και φοβηθέντες περί της τύχης των πλοίων των, επετέθησαν εναντίον αυτών, τους ενίκησαν, τους κατεδίωξαν και εφόνευσαν μερικούς οπλίτας. Διέσωσαν επίσης τα περισσότερα πλοία των και τα συνεκέντρωσαν εντός του ορμητηρίου των. Αλλ’ οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των εκυρίευσαν δέκα οκτώ εξ αυτών και εφόνευσαν όλα τα πληρώματα των. Και θέλοντες να εμπρήσουν τα λοιπά πλοία, εγέμισαν παλαιόν φορτηγόν σκάφος με κλάδους κλημάτων και ξύλα, θέσαντες δε πυρ, άφισαν το πυρπολικόν τούτο να φέρεται υπό του ανέμου, ο οποίος έπνεεν ούριος, εναντίον των Αθηναίων. Ούτοι, ανησυχήσαντες διά τον στόλον των, επενόησαν διάφορα πυροσβεστικά μέσα προς αποτροπήν του κινδύνου και κατορθώσαντες να καταστείλουν τας φλόγας και εμποδίσουν την προσέγγισιν του πυρπολικού, εσώθησαν από τον κίνδυνον.
54. Μετά τούτο, έστησαν τρόπαιον, οι μεν Συρακούσιοι διά την ναυμαχίαν και διά την απώτερον επί υψηλότερου εδάφους γενομένην αποκοπήν των οπλιτών, ότε συνέλαβαν και τους ίππους, οι δε Αθηναίοι διά την νίκην, την οποίαν εκέρδισαν οι Τυρρηνοί εναντίον του στρατού της ξηράς και την νίκην που εκέρδισαν οι ίδιοι με τον λοιπόν στρατόν των.
55.
Οι Αθηναίοι αποθαρρύνονται ενώ οι Συρακούσιοι αποκτούν θάρρος
Τώρα που και κατά θάλασσαν εκέρδισαν λαμπράν νίκην οι Συρακούσιοι, οι οποίοι έως τότε εφοβούντο τον νέον στόλον που είχε φέρει ο Δημοσθένης, οι Αθηναίοι περιέπεσαν εις τελείαν αποθάρρυνσιν. Η διάψευσις των προσδοκιών των υπήρξε μεγάλη και ακόμη μεγαλητέρα η μεταμέλεια διά την κατά της Σικελίας εκστρατείαν. Διότι διά πρώτην ήδη φοράν εξεστράτευαν εναντίον πόλεων, αι οποίαι ήσαν όμοιαι κατά τον χαρακτήρα προς την ιδικήν των, εκυβερνώντο από πολίτευμα δημοκρατικόν, όπως αυτοί, και ήσαν ισχυραί και εις ναυτικόν και εις ιππικόν και εις πληθυσμόν. Μη δυνάμενοι ούτε δι’ επιδιώξεως μεταβολής της μορφής του πολιτεύματος να ενσπείρουν μεταξύ αυτών την διαίρεσιν, διά της οποίας θα ημπορούσαν να τους προσεταιρισθούν, ούτε να επιβληθούν εις αυτάς διά πολύ ανωτέρας στρατιωτικής δυνάμεως, περιπίπτοντες δ’ από σφάλματος εις σφάλμα, είχαν περιέλθει και προηγουμένως ήδη εις στενόχωρον θέσιν, η οποία μετά την απροσδόκητον ήτταν του στόλου των απέβη κρισιμωτάτη.
56. Οι Συρακούσιοι, αντιθέτως, ήρχισαν αμέσως να περιπλέουν αφόβως την ακτήν του λιμένος, και απεφάσισαν να κλείσουν το στόμιον αυτού, διά να μη δυνηθούν οι Αθηναίοι και αν ήθελαν, να εκπλεύσουν απαρατήρητοι. Διότι του λοιπού δεν εφρόντιζαν μόνον περί της ιδικής των σωτηρίας, αλλά και πώς θ’ αποκόψουν την οδόν της σωτηρίας εις τον εχθρόν. Έκριναν, ότι υπό τας παρούσας περιστάσεις η υπεροχή αυτών ήτο πολύ μεγάλη, και ότι εάν κατώρθωναν να νικήσουν τους Αθηναίους και τους συμμάχους των και κατά γην και κατά θάλασσαν, το κατόρθωμα των θα εθεωρείτο ενδοξον από τους λοιπούς Έλληνας, οι οποίοι αμέσως, άλλοι μεν θα ηλευθερώνοντο από την δουλείαν των Αθηναίων, άλλοι δε από τον φόβον αυτών, καθόσον η στρατιωτική δύναμις, η οποία θα υπελείπετο εις τούτους, δεν θα ήτον ικανή να βαστάξη το βάρος του πολέμου, τον οποίον θα είχε να συνεχίση. Και επειδή η δόξα της απελευθερώσεως αυτής θ’ απεδίδετο εις τους Συρακουσίους, θα εθαυμάζοντο ούτοι πολύ και υπό των συγχρόνων και υπό των μεταγενεστέρων. Ο αγών των, άλλωστε, ήτον ευκλεής όχι μόνον δι’ αυτόν τον λόγον, αλλά και διότι έμελλαν να νικήσουν, όχι τους Αθηναίους μόνους, αλλά και το πλήθος των λοιπών συμμάχων των, ενώ εξ άλλου δεν ήσαν ούτε αυτοί μόνοι, αλλ’ είχαν και συναγωνιστάς, οι οποίοι ήλθαν εις βοήθειαν των και των οποίων συνεμερίζοντο την ηγεσίαν μετά των Κορινθίων και των Λακεδαιμονίων. Επί πλέον παρέσχον προθύμως την πόλιν των, όπως χρησιμεύση ως στάδιον του αγώνος τούτου, εκτιθέμενη εις τους κινδύνους του πρωταγωνιστού, και επραγματοποίησαν μεγάλας βελτιώσεις εις το ναυτικόν των. Τωόντι, πέριξ της πόλεως των Συρακουσών, είχαν συγκεντρωθή περισσότεροι λαοί, παρ’ όσοι συνεκεντρώθησαν ποτέ πέριξ μιας πόλεως, εάν εξαιρέσωμεν μόνον το μέγα πλήθος εκείνων, οι οποίοι, κατά τον παρόντα πόλεμον, συνετάχθησαν προς τους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους.
57.
Αι συγκεντρωθείσαι εις Συρακούσας δυνάμεις των δύο εμπολέμων
Οι λαοί, τωόντι, οι οποίοι επολέμησαν προ των Συρακουσών, ελθόντες εις την Σικελίαν ως εχθροί ή ως φίλοι, διά να συναγωνισθούν διά την κατάκτησιν ή την σωτηρίαν αυτής, και οι οποίοι ετάχθησαν με το εν ή το άλλο μέρος, όχι τόσον από ζωηρόν αίσθημα δικαιοσύνης ή από υποχρέωσιν κοινότητος καταγωγής, αλλ’ όπως, υπό τας δεδομένας περιστάσεις, επέβαλλεν εις έκαστον το συμφέρον ή η ανάγκη, είναι οι εξής. Οι Αθηναίοι αυτοί, ως Ίωνες, ήλθαν εξ ελευθέρας προαιρέσεως εναντίον των Συρακουσίων, ως Δωριέων, και μαζύ με αυτούς εξεστράτευσαν οι Λήμνιοι και οι Ίμβριοι, και οι τότε κάτοικοι της Αιγίνης και οι κατοικούντες την Εστιαίαν της Ευβοίας Εστιαιείς, πάντες ούτοι άποικοι των Αθηνών, διατηρούντες ακόμη το αυτό γλωσσικόν ιδίωμα και τους αυτούς θεσμούς. Εκ των λοιπών, οι οποίοι μετείχαν της εκστρατείας, άλλοι μεν ήσαν υπήκοοι, άλλοι ανεξάρτητοι σύμμαχοι, και άλλοι πάλιν μισθοφόροι. Εκ των υπηκόων και φόρου υποτελών, οι Χαλκιδείς, οι Στυρείς και οι Καρύστιοι προήρχοντο από την Εύβοιαν, οι Κείοι, οι Άνδριοι και οι Τήνιοι από τας νήσους του Αιγαίου πελάγους, οι Μιλήσιοι και οι Σάμιοι και οι Χίοι από την Ιωνίαν. Εκ τούτων εν τούτοις, οι Χίοι μετείχαν της εκστρατείας ως ανεξάρτητοι, μη όντες υποχρεωμένοι εις καταβολήν φόρου, αλλά παρέχοντες πλοία. Οι ανωτέρω μνημονευθέντες ήσαν πάντες σχεδόν Ίωνες και άποικοι των Αθηναίων (πλην των Καρυστίων, οι οποίοι ήσαν Δρύοπες) και μολονότι ήσαν υπήκοοι και ηκολούθουν εξ ανάγκης, ήσαν όμως τουλάχιστον Ίωνες, αγωνιζόμενοι εναντίον Δωριέων.
Προς τούτοις, ηκολούθουν Αιολείς, οι Μηθυμναίοι μεν, οι οποίοι παρείχαν πλοία, μη όντες φόρου υποτελείς, οι Τενέδιοι δε και οι Αίνιοι, οι οποίοι ετέλουν φόρον υποτελείας. Ούτοι, αν και Αιολείς, επολέμουν εξ ανάγκης τους μετά των Συρακουσίων συμπράττοντας Βοιωτούς, των οποίων ήσαν άποικοι, ενώ οι Πλαταιείς, μολονότι καθαυτό Βοιωτοί, μόνοι εκ τούτων, διά τα γνωστόν μίσος, επολέμουν, ως είναι ευνόητον, εναντίον των άλλων Βοιωτών. Οι Ρόδιοι και οι Κυθήριοι είναι αμφότεροι Δωριείς. Και οι μεν Κυθήριοι, άποικοι των Λακεδαιμονίων, συνηγωνίζοντο με τους Αθηναίους εναντίον των υπό την αρχηγίαν του Γυλίππου Λακεδαιμονίων, ενώ οι Ρόδιοι, Αργείοι την καταγωγήν, επολέμουν εξ ανάγκης εναντίον των Συρακουσίων, οι όποιοι ήσαν Δωριείς, και των μετά των Συρακουσίων συναγωνιζόμενων κατοίκων της Γέλας, μολονότι ούτοι ήσαν άποικοι των. Εκ των παρά την Πελοπόννησον νήσων, οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι, μολονότι ανεξάρτητοι, ήσαν οπωσδήποτε υποχρεωμένοι ως νησιώται ν’ ακολουθούν τους Αθηναίους, λόγω της κατά θάλασσαν κυριαρχίας των. Ενώ οι Κερκυραίοι, οι οποίοι ήσαν όχι μόνον Δωριείς, άλλα και Κορίνθιοι αναμφισβητήτως, μετείχαν της εκστρατείας εναντίον Κορινθίων και Συρακουσίων, μολονότι άποικοι των πρώτων και ομογενείς των δευτέρων, υπό την εύσχημον πρόφασιν, ότι αναγκάζονται εις τούτο, μάλλον όμως εκουσίως, ένεκα του κατά των Κορινθίων μίσους των. Οι Μεσσήνιοι ωσαύτως, όπως καλούνται οι νυν κάτοικοι της Ναυπάκτου, καθώς και οι Μεσσήνιοι της φρουράς της Πύλου, ευρισκομένης τότε υπό την κατοχήν των Αθηναίων, παρελήφθησαν υπό τούτων εις την εκστρατείαν. Και ολίγοι προς τούτοις Μεγαρείς, έχοντες την ατυχίαν να είναι εξόριστοι, εμάχοντο κατά των Σελινουντίων, οι οποίοι ήσαν Μεγαρείς. Η εις την εκστρατείαν συμμετοχή των λοιπών, όσοι μνημονεύονται εφεξής, είχε χαρακτήρα μάλλον εκούσιον. Οι Αργείοι, λόγου χάριν, οι οποίοι είναι Δωριείς, ηκολούθησαν τους Αθηναίους, οι οποίοι είναι Ίωνες, εις εκστρατείαν εναντίον Δωριέων, όχι τόσον ένεκα της συμμαχίας των προς αυτούς, όσον ένεκα της προς τους Λακεδαιμονίους έχθρας των και χάριν του ιδίου αυτών αμέσου συμφέροντος. Οι Μαντινείς και άλλοι Αρκάδες μισθοφόροι, συνειθισμένοι ανέκαθεν να πολεμούν εναντίον εκείνων, τους οποίους υπεδείκνυαν προς αυτούς ως εχθρούς, ηκολούθησαν, θεωρούντες και εις την περίστασιν αυτήν, χάριν επιθυμίας κέρδους, όχι ολιγώτερον εχθρούς τους μετά των Κορινθίων εκστρατεύσαντες Αρκάδας. Οι Κρήτες και οι Αιτωλοί ηκολούθησαν ωσαύτως ως μισθοφόροι. Οι Κρήτες θα επροτίμων βέβαια να εκστρατεύσουν υπέρ των κατοίκων της Γέλας, την οποίαν είχαν αποικίσει από κοινού μετά των Ροδίων, χάριν του μισθού όμως, συνήνεσαν να εκστρατεύσουν εναντίον των αποίκων των. Και μερικοί Ακαρνάνες ήλθαν εις βοήθειαν των Αθηναίων, εν μέρει μεν χάριν κέρδους, αλλά το περισσότερον ένεκα φιλίας προς τον Δημοσθένη και συμπαθείας προς τους συμμάχους των Αθηναίους. Πάντες ούτοι κατώκουν εις χώρας οριζομένας δυτικώς υπό του Ιονίου πελάγους. Εκ των Ελλήνων της Ιταλίας, οι Θούριοι και οι Μεταπόντιοι έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν, ωθηθέντες εις τούτο από τας περιστάσεις, τας οποίας είχαν δημιουργήσει τότε δι’ αυτούς εμφύλιοι σπαραγμοί, και εκ των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας, οι Νάξιοι και οι Καταναίοι. Εκ των βαρβάρων, οι Αθηναίοι είχαν με το μέρος των τους Εγεσταίους, οι οποίοι επροκάλεσαν την επέμβασίν των, και τους περισσοτέρους Σικελούς, εκτός δε της Σικελίας, μερικούς Τυρρηνούς, οι οποίοι είχαν διαφοράς προς τους Συρακουσίους, και Ιάπυγας μισθοφόρους. Αυτοί ήσαν οι λαοί, οι οποίοι έλαβαν μέρος εις τον πόλεμον με το μέρος των Αθηναίων.
58. Εις βοήθειαν των Συρακουσίων, αντιθέτως, ήλθαν οι όμοροι αυτών Καιμαριναίοι και οι κάτοικοι της Γέλας, των οποίων η χώρα έρχεται αμέσως μετά την των Καμαριναίων. Οι μετά την Γέλαν κατοικούντες Ακραγαντίνοι έμειναν ουδέτεροι, αλλ’ οι επέκεινα τούτων κατοικούντες Σελινούντιοι ετάχθησαν ωσαύτως με τους Συρακουσίους. Πάντες ούτοι κατοικούν το νότιον της Σικελίας, το εστραμμένον προς την Λιβύην. Εκ του βορείου μέρους, του προς το Τυρρηνικόν πέλαγος, εις βοήθειαν των Συρακουσίων ήλθαν μόνοι οι Ιμεραίοι, οι οποίοι είναι και οι μόνοι Έλληνες κάτοικοι του μέρους τούτου. Αυταί ήσαν αι Ελληνικαί πόλεις της Σικελίας, Δωρικαί πάσαι και ανεξάρτητοι, αι οποίαι συνεπολέμησαν παρά το πλευρόν των Συρακουσίων. Εκ των βαρβάρων κατοίκων αυτής, μόνοι οι Σικελοί, όσοι δεν είχαν ταχθή με τους Αθηναίους, συνεπολέμησαν με τους Συρακουσίους. Εκ των εκτός της Σικελίας Ελλή νων, συνεπολέμησαν οι Λακεδαιμόνιοι, πέμψαντες Σπαρτιάτην αρχιστράτηγον και στρατιώτας, νεοδαμώδεις μόνον και Είλωτας, οι Λευκάδιοι, οι Αμπρακιώται και οι Κορίνθιοι, λόγω κοινότητος καταγωγής, οι τελευταίοι, άλλωστε, μόνοι εξ όλων των άλλων, διά της αποστολής στόλου συγχρόνως και στρατού, εκ της Αρκαδίας, μισθοφόροι αποσταλέντες υπό των Κορινθίων, οι Σικυώνιοι, στρατολογηθέντες δι’ υποχρεωτικής θητείας, και εκ των έξω της Πελοποννήσου οι Βοιωτοί. Αλλ’ η βοήθεια αύτη, η οποία ήλθεν εκ του εξωτερικού, ήτο μικρά, συγκρινόμενη προς εκείνην, την οποίαν προσέφεραν εις στρατόν παντός είδους οι Έλληνες της Σικελίας, οι οποίοι, καθ’ ο κατοικούντες πόλεις μεγάλας, συνεκέντρωσαν πολυάριθμον πεζικόν και ιππικόν και πολύ πλήθος ελαφρώς ωπλισμένων στρατιωτών. Και εν συγκρίσει πάλιν προς όλους ίσως τους άλλους, η συνεισφορά των Συρακουσίων υπήρξε μεγαλητέρα, λόγω του μεγέθους της πόλεως και του μεγίστου κινδύνου, εις τον οποίον ήσαν εκτεθειμένοι.
59. Αυταί ήσαν αι επικουρίαι, τας οποίας συνεκέντρωσαν τα δύο μέρη, και αι οποίαι ευρίσκοντο ήδη πάσαι επί τόπου κατά την στιγμήν ταύτην, διότι ουδεμία άλλη ενίσχυσις ήλθεν έκτοτε, ούτε προς τους μεν, ούτε προς τους δε.
Οι
Οι Συρακούσιοι κλείουν το στόμιον του λιμένος, διά να εμποδίσουν την φυγήν των Αθηναίων
Συρακούσιοι ενόμισαν δικαίως, ότι θα ήτο ένδοξον δι’ αυτούς κατόρθωμα, εάν την νίκην, την οποίαν εκέρδισαν ήδη κατά θάλασσαν, συμπληρώσουν, αιχμαλωτίζοντες ολόκληρον την πολυάριθμον στρατιωτικήν δύναμιν των Αθηναίων, και δεν τους επιτρέψουν κανέν μέσον διαφυγής, ούτε διά ξηράς, ούτε διά θαλάσσης. Ήρχισαν λοιπόν να κλείουν το στόμιον του λιμένος, το οποίον είχε πλάτος οκτώ περίπου σταδίων, τοποθετούντες πλαγίως εις αυτό τριήρεις και μεγάλα και μικρά πλοία, τα οποία εστερέωναν δι’ αγκύρων, και προέβαιναν εις όλας τας άλλας αναγκαίας ετοιμασίας, διά την περίστασιν που οι Αθηναίοι θα είχαν και πάλιν την τόλμην να ναυμαχήσουν. Και εις τας σκέψεις των δεν ενυπήρχε τίποτε απολύτως το μικρόν.
60.
Πολεμικόν συμβούλιον των Αθηναίων
Οι Αθηναίοι, βλέποντες το κλείσιμον του λιμένος και αντιλαμβανόμενοι τα περαιτέρω σχέδια του εχθρού, απεφάσισαν να συγκαλέσουν πολεμικόν συμβούλιον. Συνελθόντες οι στρατηγοί και οι ταξίαρχοι έλαβαν υπ’ όψιν το κρίσιμον της καταστάσεως γενικώς και προ πάντων την επελθούσαν ήδη έλλειψιν τροφίμων, την οποίαν επροκάλεσε η διαταγή που είχαν στείλει εις Κατάνην, όταν απεφάσισαν προηγουμένως να εκπλεύσουν, όπως παύση η αποστολή τοιούτων, και συγχρόνως ότι θα είναι αδύνατος του λοιπού η προμήθεια των τροφίμων, εφόσον δεν επικρατήσουν κατά θάλασσαν. Ως εκ τούτου, απεφάσισαν να εγκαταλείψουν το άνω μέρος των τειχών των και να διαχωρίσουν δι’ εγκαρσίου τείχους τόσον μόνον μέρος αυτών, πλησίον του ορμητηρίου του στόλου των, όσον ήτο αρκετόν να περιλάβη τας αποσκευάς και τους ασθενείς και αφίσουν φρουράν εντός αυτού, να εξοπλίσουν τα πλοία, και εκείνα που ήσαν εις καλήν και εκείνα που ήσαν εις ολιγώτερον καλήν κατάστασιν, επιβιβάζοντες εις αυτά όλον τον υπόλοιπον στρατόν της ξηράς και να δοκιμάσουν την τύχην των, ναυμαχούντες. Και αν μεν νικήσουν να μεταβούν εις Κατάνην, ειδεμή να πυρπολήσουν τον στόλον και συντάσσοντες τον στρατόν, να επιδιώξουν την διά ξηράς υποχώρησιν προς την διεύθυνσιν, διά της οποίας θα ημπορούσαν να φθάσουν το ταχύτερον εις φιλικόν μέρος, είτε βαρβαρικόν, είτε Ελληνικόν. Αι αποφάσεις αύται εξετελέσθησαν ακριβώς. Διότι και εκ του άνω μέρους των τειχών απεσύρθησαν εν τάξει και τα πλοία όλα εξώπλισαν, αναγκάσαντες να επιβιβασθή ο καθείς, ο οποίος, λόγω ηλικίας, εφαίνετο οπωσδήποτε ικανός δι’ υπηρεσίαν. Ούτως εξωπλίσθησαν περί τα εκατόν δέκα εν όλω πλοία, επί των καταστρωμάτων των οποίων ετοποθέτησαν πολλούς τοξότας και ακοντιστάς, Ακαρνάνας και άλλους ξένους και προητοιμάσθησαν γενικώς διά την ναυμαχίαν, όσον το δύσκολον της θέσεως των και το παράβολον του σχεδίου των επέτρεπαν. Όταν τα πάντα σχεδόν ήσαν έτοιμα, αλλά πριν γίνη η επιβίβασις επί των πλοίων, ο Νικίας, βλέπων τους στρατιώτας αποτεθαρρημένους μεν ένεκα της πλήρους κατά θάλασσαν ήττης των, η οποία δι’ αυτούς ήτο πράγμα ασυνείθιστον, αλλά και ανυπομονούντας, ένεκα της ελλείψεως τροφίμων, να δοκιμάσουν μίαν ώραν ταχύτερα την τύχην των εις την ναυμαχίαν, συνεκέντρωσεν όλον τον στρατόν και ενεθάρρυνεν αυτούς διά των επομένων λόγων.
61.
Παραίνεσις του Νικίου προς τους στρατιώτας
«Στρατιώται Αθηναίοι και σύμμαχοι, εις τον αγώνα, ο οποίος θα λάβη χώραν μετ’ ολίγον, όλοι ανεξαιρέτως έχομεν το αυτό συμφέρον. Καθένας από ημάς, όπως άλλωστε και από τους εχθρούς μας, πρόκειται ν’ αγωνισθή υπέρ της προσωπικής του σωτηρίας και συγχρόνως υπέρ πατρίδος, καθόσον, εάν νικήσωμεν εις την επικειμένην ναυμαχίαν, θα ημπορέσωμεν να επανίδωμεν έκαστος την ιδίαν αυτού πατρίδα. Οφείλομεν όμως να μη χάνωμεν το θάρρος μας, ούτε να παθαίνωμεν ό,τι παθαίνουν οι πρωτόπειροι, οι οποίοι, όταν νικηθούν εις τον αρχικόν αγώνα, ευρίσκονται του λοιπού υπό την διαρκή προσδοκίαν ομοίας ατυχίας. Αλλ’ όσοι από σας είσθε Αθηναίοι, και ως τούτου έχετε μακράν πείραν των πολέμων, όσοι από σας είσθε σύμμαχοι και ως τοιούτου διαρκείς σύντροφοι των αγώνων μας, οφείλετε να ενθυμήσθε πόσον εντελώς απροσδόκητα πράγματα ημπορούν να συμβούν εις τους πολέμους, και να ετοιμασθήτε διά την νέαν μάχην, με την ελπίδα, ότι η τύχη την φοράν αυτήν θα είναι με το μέρος μας, και με την απόφασιν να αποδώσετε εις τον εχθρόν τα ίσα κατά τρόπον άξιον του μεγάλου αυτού στρατεύματος, το οποίον βλέπετε προ των οφθαλμών σας.
62. «Και ημείς, άλλωστε, αφού εσυζητήσαμεν το πράγμα με τους πρωρείς, ελάβαμεν ήδη όλα ακριβώς εκείνα τα μέτρα που επιτρέπουν αι περιστάσεις, και που εκρίναμεν, ότι ημπορούν να μας βοηθήσουν εναντίον των μειονεκτημάτων, τα οποία συνδέονται με την στενότητα του λιμένος, και τα οποία μας έβλαψαν κατά την προηγουμένην ναυμαχίαν, του συνωστισμού δηλαδή των σκαφών και των στρατιωτών που είχε τοποθετήσει ο εχθρός επί των καταστρωμάτων των πλοίων του. Θα επιβιβάσωμεν τωόντι επί των πλοίων μας πολλούς τοξότας και ακοντιστάς και πλήθος άλλο στρατιωτών, τους οποίους, εάν επρόκειτο να ναυμαχήσωμεν εις ανοικτήν θάλασσαν, δεν θα εσκεπτόμεθα να χρησιμοποιήσωμεν, καθόσον, ως εκ της υπερφορτώσεως των πλοίων μας η παρουσία των θ’ απετέλει μειονέκτημα υπό τακτικήν έποψιν, αλλ’ οι οποίοι θα είναι χρήσιμοι εις την παρούσαν περίστασιν, κατά την οποίαν από τα καταστρώματα των πλοίων πρόκειται να διεξαγάγωμεν πεζομαχίαν. Εσκέφθημεν ήδη ποία μέτρα έπρεπε να λάβωμεν, διά να εξουδετερώσωμεν τας βελτιώσεις, τας οποίας επέφερεν ο εχθρός εις την ναυπήγησιν των πλοίων του, και πράγματι προς εξουδετέρωσιν του πάχους των επωτίδων των, αι οποίαι μας επροξένησαν τας μεγαλητέρας ζημίας, θα χρησιμοποιήσωμεν σιδηράς αρπάγας, αι οποίαι, ριπτόμεναι επί των επιπιπτόντων καθ’ ημών πλοίων, θα εμποδίζουν αυτά ν’ ανακρούουν πρύμναν, εάν οι πεζοναύταί μας εκτελέσουν ό,τι επιβάλλεται εις τοιαύτην περίστασιν. Διότι, όπως είπα, είμεθα ηναγκασμένοι να πεζομαχήσωμεν από το κατάστρωμα των πλοίων μας, και ως εκ τούτου έχομεν προφανές συμφέρον ούτε ημείς ν’ ανακρούωμεν πρύμναν, ούτε εις τους εχθρούς να επιτρέπωμεν τούτο, τόσον μάλλον καθόσον η παραλία, πλην της μικράς εκτάσεως που κατέχει ο στρατός μας, είναι εις χείρας των.
63. «Αυτά έχοντες υπ’ όψιν σας, πρέπει ν’ αγωνισθήτε μέχρις εσχάτων και να μη αφίσετε να σας εξωθήσουν εις την παραλίαν. Όταν άπαξ το πλοίον σας συγκρουσθή με πλοίον εχθρικόν, θεωρήσατε καθήκον σας να μη αποχωρισθήτε από αυτό πριν σκουπίσετε από το κατάστρωμα του και ρίψετε εις την θάλασσαν τους επ’ αυτού οπλίτας. Τας προτροπάς αυτάς απευθύνω προς τους οπλίτας μάλλον παρά τους ναύτας, καθόσον το καθήκον τούτο επιβάλλεται κυρίως εις τους επί του καταστρώματος. Άλλωστε ακόμη και τώρα υπερέχομεν αυτών εις πολλά σημεία, υπό την έποψιν του στρατού της ξηράς. Στρεφόμενος ήδη προς σας τους ναύτας, προτρέπω, και συγχρόνως σας εξορκίζω, να μη καταπτοηθήτε από τας ατυχίας μας, αφού και η επί των καταστρωμάτων στρατιωτική μας ετοιμασία είναι καλλίτερα και τα πλοία μας περισσότερα. Όσοι από σας, χωρίς να είσθε Αθηναίοι, ενομίζεσθε τοιούτοι, σκεφθήτε πόσον πολύτιμον πλεονέκτημα είναι τούτο και πόσον αξίζει να το διατηρήσετε. Εθαυμάζεσθε καθ’ όλην την Ελλάδα ένεκα της γνώσεως της γλώσσης μας και της μιμήσεως των τρόπων μας και μετείχετε εξ ίσου με ημάς των πλεονεκτημάτων της ηγεμονίας μας, καθόσον και του σεβασμού των υπηκόων μας απολαμβάνετε και κανείς δεν ετόλμα να σας αδικήση. Διά τούτο, εφόσον μόνοι σεις είσθε ελεύθεροι κοινωνοί της ηγεμονίας μας, καθήκον έχετε να μη καταπροδώσετε αυτήν. Καταφρονήσατε και τους Κορινθίους, τους οποίους πολλάκις ήδη ενικήσατε, και τους Σικελιώτας, εκ των οποίων κανείς, εφόσον το ναυτικόν μας ήκμαζε, δεν ετόλμησε να σας αντισταθή και αποκρούσατε αυτούς, αποδεικνύοντες, ότι η ναυτική σας ικανότης, και εν μέσω ακόμη ασθενειών και ατυχιών, είναι ανωτέρα από την δύναμιν και την καλήν τύχην των έχθρων σας.
64. «Εις όσους εξ υμών είσθε Αθηναίοι, υπενθυμίζω, διά μίαν ακόμη φοράν, ότι δεν μας μένουν εις τας Αθήνας ούτε άλλα πλοία εντός των νεωσοίκων, όμοια προς αυτά, ούτε άλλοι στρατεύσιμοι, και ότι αν η έκβασις της μάχης είναι δι’ ημάς άλλο παρά την νίκην, οι εδώ εχθροί θα πλεύσουν κατ’ ευθείαν εναντίον των Αθηνών και οι ιδικοί μας, όσοι υπολείπονται εκεί, θα είναι ανίσχυροι ν’ αποκρούσουν και τους εκεί εχθρούς και τους νέους επιδρομείς. Και ούτω, σεις μεν θα περιέλθετε αμέσως εις το έλεος των Συρακουσίων (και γνωρίζετε οι ίδιοι με ποία σχέδια εξεστρατεύσατε εναντίον των), ενώ οι εκεί θα περιέλθουν εις το έλεος των Λακεδαιμονίων. Ένεκα τούτου, εφόσον είσθε υποχρεωμένοι εις μίαν και την αυτήν μάχην ν’ αγωνισθήτε και διά τους ιδίους εαυτούς σας και διά τους εκεί, δειχθήτε περισσότερον από κάθε άλλην φοράν ακλόνητοι και μη λησμονήτε, και καθείς χωριστά και όλοι μαζύ, όσοι μετ’ ολίγον θα επιβιβασθήτε επί των πλοίων, ότι σεις είσθε και ο στρατός των Αθηναίων και ο στόλος, και εις σας κρέμαται ολόκληρος η πόλις και το μέγα όνομα των Αθηνών. Χάριν αυτών, όστις από σας υπερέχει τους άλλους κατά την ικανότητα ή την ανδρείαν, ας την επίδειξη τώρα, διότι ποτέ δεν ημπορεί να εύρη καλλίτερον ευκαιρίαν, όπως χρησιμοποίηση αυτάς διά το ίδιον αυτού συμφέρον.»
65.
Παραίνεσις του Γυλίππου και των στρατηγών προς τους Συρακουσίους και τους συμμάχους αυτών
Μετά τους προτρεπτικούς τούτους λόγους, ο Νικίας διέταξεν αμέσως την επί των πλοίων επιβίβασιν. Ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι ήσαν εις θέσιν, βλέποντες την προ των ομμάτων των γινομένην ετοιμασίαν, ν’ αντιληφθούν, ότι οι Αθηναίοι σκοπόν είχαν να ναυμαχήσουν. Είχον άλλωστε πληροφορηθή προηγουμένως το σχέδιον της χρησιμοποιήσεως των σιδηρών αρπαγών και ενώ ητοιμάσθησαν προς αντιμετώπισιν παντός άλλου ενδεχομένου, επρονόησαν συγχρόνως και περί τούτου. Διότι εκάλυψαν με δέρματα τας πρώρας και το άνω μέρος των πλοίων μέχρις ικανής εκτάσεως, εις τρόπον ώστε αι αρπάγαι ριπτόμεναι να μη ευρίσκουν λαβήν, αλλά να γλιστρούν και φεύγουν. Και όταν τα πάντα ητοιμάσθησαν, ο Γύλιππος και οι στρατηγοί απηύθυναν προς αυτούς τους επομένους παραινετικούς λόγους.
66. «Συρακούσιοι και σύμμαχοι, τα προηγούμενα κατορθώματα σας υπήρξαν ένδοξα, όπως ένδοξος θα είναι και ο επικείμενος αγών. Τούτο πιστεύομεν, ότι το γνωρίζετε οι περισσότεροι, διότι άλλως δεν θα επιδεικνύατε τόσον ζήλον και τότε και τώρα. Αλλ’ εάν κανείς δεν αντιλαμβάνεται τούτο επαρκώς, θα προσπαθήσωμεν να τον διαφωτίσωμεν. Οι Αθηναίοι, δηλαδή, των οποίων η κυριαρχία εκτείνεται επί μεγαλητέρας επικρατείας παρά κάθε Ελληνικού κράτους του παρελθόντος και του παρόντος, εξεστράτευσαν κατά της χώρας ταύτης, κατά πρώτον λόγον, διά να υποτάξουν την Σικελίαν, και έπειτα, εν περιπτώσει επιτυχίας, και την Πελοπόννησον και την λοιπήν Ελλάδα. Τον στόλον των Αθηναίων τούτον, διά του οποίου αυτοί επέτυχαν την επικράτησιν των, ενικήσατε ήδη εις επανειλημμένας ναυμαχίας και κατά πάσαν πιθανότητα θα νικήσετε πάλιν τώρα. Διότι οσάκις οι άνθρωποι δειχθούν υποδεέστεροι εκεί όπου έχουν την αξίωσιν, ότι υπερέχουν, η ιδία αυτών αυτοπεποίθησις καταπίπτει του λοιπού περισσότερον, παρά εάν δεν είχαν εξ αρχής πιστεύσει εις τοιαύτην υπεροχήν και αποτυγχάνοντες, παρά τας προσδοκίας της μεγαλαυχίας των, ενδίδουν μέχρι σημείου, το οποίον αποτελεί παραγνώρισιν της πραγματικής των δυνάμεως, πράγμα το οποίον είναι φυσικόν να έχουν ήδη πάθει οι Αθηναίοι.
67. «Αντιθέτως, το αίσθημα, το οποίον ενέπνεεν ημάς ήδη και επί τη βάσει του οποίου, μολονότι άπειροι ακόμη, ετολμήσαμεν να διακινδυνεύσωμεν τα πάντα, έχει σήμερον ασφαλέστερον έρεισμα, και εφόσον προσετέθη εις αυτό η πεποίθησις, ότι είμεθα ισχυρότατοι, αφού ενικήσαμεν τους ισχυροτάτους, η ελπίς εκάστου εξ ημών εδιπλασιάσθη. Ως επί το πλείστον, άλλωστε, η μεγίστη ελπίς εμπνέει και τον μέγιστον ζήλον εις κάθε επιχείρησιν. Όσον άφορα εξ άλλου την εκ μέρους των απομίμησιν των μεθόδων μας, αυταί αποτελούν δι’ ημάς τον συνήθη τρόπον του μάχεσθαι, και δεν θα ευρεθώμεν απαράσκευοι, όπως αντιμετωπίσωμεν εκάστην εξ αυτών. Εκείναι όμως, όταν, παρά την συνήθη πολεμικήν των διάταξιν ευρεθούν πολλοί επί του καταστρώματος οπλίται και πολλοί ακοντισταί, χερσαίοι ούτως ειπείν Ακαρνάνες και άλλοι επιβάται πλοίων, οι οποίοι δεν θα είναι εις θέσιν ούτε να σύρουν το τόξον των καθήμενοι, πώς δεν θα διακινδυνεύσουν την ασφάλειαν του σκάφους και δεν θα περιέλθουν εις πλήρη σύγχυσιν, κινούμενοι πάντες κατά τρόπον ασυνείθιστον δι’ αυτούς; Εάν κανείς από σας φοβήται, διότι πρόκειται να ναυμαχήση προς μεγαλήτερον αριθμόν πλοίων, ας μάθη ούτος, ότι ούτε το πλήθος των πλοίων αποτελεί πλεονέκτημα διά τον εχθρόν. Διότι πολυάριθμος στόλος εντός στενού χώρου θα είναι βραδυκίνητος εις εκτέλεσιν επιθετικών κινήσεων, αλλά περισσότερον εκτεθειμένος εις βλάβας από τα μέτρα, τα οποία είμεθα έτοιμοι να εφαρμόσωμεν. Εάν όμως θέλετε την καθαράν αλήθειαν, μάθετε την από πηγήν, την οποίαν θεωρούμεν ασφαλή. Υπό το βάρος του πλήθους των δεινών των και την πίεσιν της αμηχανίας, εις την οποίαν ευρίσκονται, έφθασαν εις την απονενοημένην απόφασιν να εμπιστευθούν όχι τόσον εις την στρατιωτικήν των ετοιμασίαν, όσον εις την τύχην των, εκτιθέμενοι εις τους κινδύνους μιας τελευταίας μάχης. Σκοπός των είναι ή να διασπάσουν τον αποκλεισμόν και εκπλεύσουν, ή άλλως αποπειραθούν να υποχωρήσουν μετά την μάχην διά ξηράς, πεπεισμένοι, καθώς είναι, ότι η σημερινή των αθλιότης δεν ημπορεί να επιδεινωθή.
68. «Ας ριφθώμεν λοιπόν με ορμήν ασυγκράτητον εις το μέσον τοιαύτης αταξίας έχθρων μισητοτάτων, των οποίων η τύχη παραδίδεται μόνη της εις χείρας μας. Και ας έχωμεν υπ’ όψιν, πρώτον μεν ότι τίποτε δεν είναι δικαιότερον απέναντι εχθρών παρά το ν’ αποφασίση κανείς να κορέση το πάθος της εκδικήσεως του, διά να τιμωρήση τον επιδρομέα, και δεύτερον, ότι την εκδίκησιν αυτήν, η οποία μάλιστα, όπως βεβαιώνει, νομίζω, το κοινόν λόγιον, είναι πράγμα γλυκύτατον, θα είμεθα εις θέσιν μετ’ ολίγον να επιβάλωμεν. Ότι είναι εχθροί μας, και μάλιστα οι χειρότεροι των εχθρών μας, όλοι το γνωρίζετε. Διότι εξεστράτευσαν εναντίον της χώρας μας, όπως την υποδουλώσουν, και εάν το κατώρθωναν, οι μεν άνδρες μας θα υφίσταντο τας πλέον σκληράς τιμωρίας, τα παιδία και αι γυναίκες μας τας πλέον απρεπείς ύβρεις, ενώ η πόλις μας ολόκληρος θ’ απέκτα το πλέον επονείδιστον όνομα. Ένεκα τούτου, κανείς δεν πρέπει να καμφθή, μήτε να νομίση κέρδος το να απέλθουν, χωρίς να εκτεθώμεν εις κίνδυνον. Διότι αυτό το ίδιον θα κάμουν και αν ακόμη νικήσουν. Αλλ’ εάν, όπως αι περιστάσεις καθιστούν πιθανόν, πραγματοποιήσωμεν τας επιθυμίας μας, τιμωρούντες αυτούς και παραδίδοντες εις όλην την Σικελίαν εξησφαλισμένην την ελευθερίαν, την οποίαν είχε και προηγουμένως, ποίον ένδοξον κατόρθωμα! Πόσον σπάνιαι είναι αι επιχειρήσεις, όπως η παρούσα, κατά την οποίαν ελαχίστη μεν είναι η ζημία, εν περιπτώσει αποτυχίας, μέγιστον δε το κέρδος, εν περιπτώσει επιτυχίας!»
69.
Συστάσεις του Νικίου προς τους τριηράρχους
Μετά τους παραινετικούς τούτους λόγους, τους οποίους και οι στρατηγοί των Συρακουσίων μετά του Γυλίππου απηύθυναν προς τον στρατόν των, διέταξαν την επιβίβασιν επί των πλοίων, βλέποντες και τους Αθηναίους πράττοντας το αυτό. Ο Νικίας, εξ άλλου, τον οποίον η κατάστασις των πραγμάτων ετρόμαζε και ο οποίος έβλεπε πόσον μεγάλος και πόσον επικείμενος ήτο ο κίνδυνος (καθόσον τα πλοία από στιγμής εις στιγμήν έμελλαν να εκκινήσουν) εδοκίμασεν ό,τι συνήθως δοκιμάζουν οι άνθρωποι εις τας παραμονάς δυσκόλων αγώνων. Ενόμισε, δηλαδή, ότι αι ετοιμασίαι των όλαι ήσαν ατελείς εισέτι, και αι προς τον στρατόν παραινέσεις του όχι ακόμη επαρκείς. Διά τούτο, προσφωνών ένα έκαστον από τους τριηράρχους όχι μόνον με το όνομα του, αλλά και με το όνομα του πατρός του και της φυλής του, απήτει, από εκείνους, οι οποίοι είχαν οπωσδήποτε διακριθή δι’ ανδραγαθίαν, να μη προδώσουν αυτήν, και από εκείνους, των οποίων οι πρόγονοι ήσαν επιφανείς, να μη αμαυρώσουν την κληρονομικήν των δόξαν. Υπενθύμιζε συγχρόνως εις αυτούς, ότι ήσαν πολίται της πλέον ελευθέρας πατρίδος και ότι ο ιδιωτικός βίος εκάστου ήτο εξησφαλισμένος εντός αυτής από πάσαν έξωθεν επέμβασιν. Προσέθεσεν ακόμη, όσα όμοια περίπου εκάστοτε λέγουν οι άνθρωποι εις τοιαύτας περιστάσεις, επικαλούμενοι το καθήκον προς τας γυναίκας και τα τέκνα και τους πατρίους θεούς, καθόσον, κρίνοντες αυτά χρήσιμα εις την παρούσαν φοβεράν στιγμήν, τα επικαλούνται, χωρίς ν’ αποτρέπωνται εκ του φόβου μήπως θεωρηθούν λέγοντες τετριμμένα πράγματα. Όταν ο Νικίας σννεβούλευσεν όσα ενόμισεν απολύτως απαραίτητα μάλλον παρά επαρκή, απεσύρθη και ωδήγησε τον στρατόν της ξηράς πλησίον της θαλάσσης, όπου παρέταξεν αυτόν εις όσον το δυνατόν μεγαλητέραν έκτασιν, όπως συντελέση εις την μεγαλητέραν δυνατήν ενθάρρυνσιν των επιβαινόντων του στόλου. Ο Δημοσθένης, ο Μένανδρος και ο Ευθύδημος, οι οποίοι επεβιβάσθησαν ως αρχηγοί του στόλου, εκκινήσαντες από το ορμητήριον των, έπλεαν κατ’ ευθείαν προς το κλειστόν στόμιον του λιμένος, θέλοντες να εκβιάσουν τον έκπλουν προς την ανοικτήν θάλασσαν διά της αφεθείσης εξόδου.
70.
Οι δύο στόλοι ναυμαχούν. Οι Αθηναίοι υφίστανται συντριπτικήν ήτταν
Αλλ’ ο στόλος των Συρακουσίων και των συμμάχων, συγκείμενος από τον ίδιον περίπου αριθμόν πλοίων, όπως και προηγουμένως, είχεν ήδη εκπλεύσει προ αυτών. Μία μοίρα του στόλου αυτού εφύλαττε πλησίον της εξόδου του λιμένος, ενώ ο λοιπός ήτο παρατεταγμένος εντός αυτού εις σχήμα κύκλου, διά να είναι εις θέσιν να επιτίθεται κατά των Αθηναίων εξ όλων των σημείων διά μιας, και συγχρόνως ο στρατός της ξηράς έσπευδεν εις βοήθειαν του, οπουδήποτε τα πλοία προσήγγιζαν εις την παραλίαν. Αρχηγοί του στόλου των Συρακουσίων ήσαν ο Σικανός και ο Αγάθαρχος, διοικούντες έκαστος ανά μίαν των πτερύγων αυτού, ενώ ο Πυθήν, επί κεφαλής της Κορινθιακής μοίρας, κατείχε το μέσον. Όταν οι Αθηναίοι, πλέοντες, προσήγγισαν εις το κλειστόν στόμιον του λιμένος, ενίκησαν διά της πρώτης ορμής της επιθέσεως των τα εκεί παρατεταγμένα εχθρικά πλοία, και προσεπάθουν να κόψουν τας αλύσσεις, που έκλειαν το άνοιγμα. Αλλ’ όταν μετ’ ολίγον οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι επετέθησαν κατ’ αυτών εξ όλων των σημείων, η ναυμαχία δεν περιωρίζετο πλέον πλησίον του κλειστού στομίου μόνον, αλλ’ επεξετάθη καθ’ όλον τον λιμένα, και διεξήγετο με πείσμα μεγαλήτερον από κάθε άλλην προηγουμένην. Διότι και η προθυμία των ναυτών, όπως κωπηλατούν προς επίθεσιν, οσάκις εδίδετο διαταγή, ήτο μεγάλη, όπως και η άμιλλα περί τον τακτικόν χειρισμόν, και ο ανταγωνισμός των πρωρέων προς αλλήλους. Και οι επιβαίνοντες στρατιώται, οσάκις το πλοίον των συνεκρούετο με πλοίον εχθρικόν, κατέβαλλαν πάσαν προσπάθειαν, όπως ο επί του καταστρώματος αγών μη διεξάγεται κατά τρόπον τεχνικώς υποδεέστερον από τας άλλας υπηρεσίας. Και έκαστος, τωόντι, εφιλοτιμείτο ν’ αναδειχθή πρώτος αυτός εις την θέσιν που είχε ταχθή. Επειδή όμως πολλά πλοία συνεκρούσθησαν εντός στενού χώρου (διότι ουδέποτε μεγαλήτεροι στόλοι εναυμάχησαν εις στενώτερον χώρον, αφού ο αριθμός των πλοίων των δύο στόλων ομού ολίγον υπελείπετο των διακοσίων), αι μεν διά του εμβόλου επιθέσεις ήσαν σπάνιαι, ως εκ της αδυναμίας της ανακρούσεως πρύμνας ή της διασπάσεως της εχθρικής παρατάξεως, αλλ’ αι τυχαίαι συγκρούσεις ήσαν συχνότεροι, καθόσον τα πλοία, επιδιώκοντα να φύγουν ή να επιτεθούν κατ’ άλλων, συνεκρούοντο τα μεν προς τα δε. Εφόσον εκάστοτε εν πλοίον έπλεεν εναντίον άλλου, οι επιβαίνοντες του τελευταίου τούτου στρατιώται έρριπτον κατ’ αυτού από των καταστρωμάτων βροχήν βελών και ακοντίων και λίθων. Όταν όμως τα δύο πλοία συνεπλέκοντο άπαξ, οι πεζοναύται, ερχόμενοι εις χείρας, προσεπάθουν να επιβούν επί του αντιπάλου πλοίου. Και ούτως, ένεκα της στενοχωρίας, συνέβαινεν εις πολλά σημεία, ότι, ενώ πλοία του ενός στόλου επετίθεντο δι’ εμβόλου κατά πλοίων εχθρικών και τα διετρύπων, αντίπαλα πλοία διετρύπων αντιθέτως αυτά, διά του ιδικού των εμβόλου, ώστε δύο, και ενίοτε περισσότερα, πλοία ευρίσκοντο ενίοτε περιπεπλεγμένα διά των εμβόλων πέριξ ενός, ενώ οι πρωρείς περιήρχοντο εις την ανάγκην να προφυλάσσωνται από το εν μέρος και να επιτίθενται, κατόπιν σχεδίου, από το άλλο, και μάλιστα όχι προς εν μόνον σημείον, αλλά προς πολλά συγχρόνως, καθ’ όλας τας διευθύνσεις. Ο κρότος, εξ άλλου, ο οποίος προήρχετο φοβερός από τόσα συγκρουόμενα πλοία, εγέννα κατάπληξιν και δεν άφινε ν’ ακουσθούν τα παραγγέλματα των κελευστών των δύο στόλων των οποίων αι παρορμήσεις και αι κραυγαί εσηκώνοντο διάτοροι, είτε προς μετάδοσιν παραγγελμάτων, είτε ως εκ της εξάψεως της στιγμής. Και οι μεν κελευσταί του Αθηναϊκού στόλου εκραύγαζον προς τους άνδρας των να εκβιάσουν τον έκπλουν, και αν ποτέ εις το παρελθόν ενέτειναν τας προσπάθειας των εις το άκρον, να πράξουν τούτο άλλην μίαν φοράν σήμερον, χάριν εξασφαλίσεως της ευτυχούς επανόδου εις την πατρίδα. Οι κελευσταί του στόλου των Συρακουσίων και των συμμάχων, εξ άλλου, εκραύγαζον προς τους άνδρας των, ότι θα επιτελέσουν ένδοξον κατόρθωμα, αν εμποδίσουν τον εχθρόν να διαφύγη, και έκαστος διά της νίκης του συντελέση υπέρ του μεγαλείου της πατρίδος του. Συγχρόνως οι αρχηγοί των δύο στόλων, εάν έβλεπαν κανένα πουθενά ανακρούοντα πρύμναν άνευ αναποτρέπτου ανάγκης, απηυθύνοντο ονομαστί προς τον τριήραρχον, ερωτώντες αυτόν οι μεν Αθηναίοι, εάν υποχωρή, διότι θεωρεί ήδη την γην των χειρίστων εχθρών των περισσότερον ιδικήν των από την θάλασσαν, την κυριαρχίαν της οποίας είχαν αποκτήσει διά τόσων μόχθων και αγώνων, οι δε Συρακούσιοι εάν, ενώ γνωρίζει ασφαλώς, ότι οι Αθηναίοι επιδιώκουν διά παντός τρόπου να διαφύγουν, αυτός φεύγει αυτούς φεύγοντας.
71. Εφόσον η ναυμαχία εξηκολούθει αμφίρροπος, ο στρατός των δύο μερών παρηκολούθει αυτήν εκ της ξηράς υφιστάμενος σφοδρόν αγώνα αλληλοσυγκρουόμενων ψυχικών παραστάσεων, οι Συρακούσιοι, ποθούντες την απόκτησιν μεγαλητέρας ακόμη δόξης, οι Αθηναίοι, φοβούμενοι μήπως επιδεινωθή η σημερινή των κατάστασις. Επειδή όλας των τας ελπίδας οι Αθηναίοι είχαν αναθέσει εις τον στόλον, ο φόβος των περί του μέλλοντος ήτο μεγαλήτερος παρά ποτέ άλλοτε, και επειδή αι τύχαι της ναυμαχίας ενηλλάσσοντο, το αυτό κατ’ ανάγκην συνέβαινε και εις τας περί αυτής εντυπώσεις των εκ της ξηράς. Διότι, ευρισκόμενοι παρά πολύ πλησίον των γινομένων, και κυττάζοντες προς διάφορα σημεία έκαστος, οσάκις μερικοί ήθελαν ίδει πουθενά τους ιδικούς των επικρατούντας, ανελάμβαναν θάρρος και ήρχιζαν απευθύνοντες επικλήσεις προς τους θεούς, όπως μη τους ματαιώσουν την ελπίδα της αισίας παλινοστήσεώς των. Άλλοι πάλιν, βλέποντες εις άλλο σημείον της ναυμαχίας ηττωμένους τους ιδικούς των, εξέφεραν κραυγάς και ολοφυρμούς, ενώ συγχρόνως η θέα των γινομένων κατέβαλλε το φρόνημα των περισσότερον από το των μαχομένων. Και πάλιν άλλοι, των οποίων το βλέμμα προσηλώνετο εις σημείον, όπου η ναυμαχία ήτο αμφίρροπος, ευρίσκοντο εις χειροτέραν από τους άλλους αγωνίαν διά το επί μακρόν αναποφάσιστον της πάλης, αντικατοπτρίζοντες εις αυτάς ταύτας τας περιδεείς κινήσεις του σώματος των, τας κινήσεις και εναλλαγάς των αισθημάτων των, διότι ανά πάσαν στιγμήν είχαν το αίσθημα, ότι ή παρά τρίχα θα σωθούν ή παρά τρίχα θα χαθούν. Και εφόσον η νίκη ήτον αναποφάσιστος ημπορούσε κανείς εις ένα και τον αυτόν στρατόν, τον Αθηναϊκόν, ν’ ακούση συγχρόνως όλα, ολοφυρμούς, αλαλαγμούς, «νικώμεν», «χανόμεθα» και κάθε άλλο είδος κραυγών, αι οποίαι δεν ημπορούν να λείψουν από το μέσον πολυαρίθμου στρατού, ευρισκομένου εις μεγάλον κίνδυνον. Ανάλογος ήτο και η αγωνία των επιβαινόντων του στόλου Αθηναίων, μέχρις ότου τέλος, μετά πάλην, επί μακρόν παραταθείσαν, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των εξηνάγκασαν τους Αθηναίους εις υποχώρησιν, και μη δίδοντες εις αυτούς ούτε στιγμήν ν’ ανασάνουν, τους κατεδίωξαν θριαμβευτικώς μέχρι της παραλίας, παροτρυνόμενοι αμοιβαίως διά μεγάλων κραυγών. Και τότε τα μεν πληρώματα των πλοίων, όσα δεν εκυριεύθησαν, ενώ ακόμη έπλεαν, έρριψαν αυτά εις διάφορα σημεία της παραλίας και εξορμήσαντες εξ αυτών έσπευδαν να σωθούν εις το στρατόπεδον. Εις τον στρατόν των της ξηράς πάλιν την τέως διάφορον των αισθημάτων διεδέχθησαν ήδη, ως από γενικού συνθήματος, οδυρμοί και στεναγμοί, και πάντες μόλις δυνάμενοι να υποφέρουν τα συμβαίνοντα, άλλοι μεν έσπευδαν εις βοήθειαν των πλοίων, άλλοι προς φύλαξιν του υπολειφθέντος μέρους του τείχους, και άλλοι (και αυτοί ήσαν οι περισσότεροι) ήρχισαν να σκέπτωνται περί εαυτών και των μέσων της σωτηρίας των. Ο επικρατήσας κατά την στιγμήν εκείνην μεταξύ των Αθηναίων πανικός ήτο μεγαλήτερος από εκείνον, τον οποίον επροκάλεσεν οιαδήποτε προηγουμένη ατυχία. Η συμφορά των ωμοίαζε πολύ προς εκείνην, την οποίαν αυτοί είχαν προξενήσει εις άλλους εις την Πύλον. Όπως εκεί, μετά την καταστροφήν των πλοίων των Λακεδαιμονίων, έπρεπε και οι την Σφακτηρίαν διαβάντες στρατιώται των να θεωρηθούν δι’ αυτούς χαμένοι, ομοίως και τώρα οι Αθηναίοι δεν είχαν καμμίαν ελπίδα, ότι ημπορούν να διασωθούν υποχωρούντες διά ξηράς, εκτός αν επήρχετο κανέν εντελώς απροσδόκητον γεγονός.
72.
Οι Αθηναίοι αναβάλλουν την άμεσον εκτέλεσιν της αποφασισθείσης αναχωρήσεως των
Ούτω, μετά ναυμαχίαν πεισματώδη και πολλάς εκατέρωθεν απωλείας εις πλοία και εις άνδρας, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των ενίκησαν, και αφού συνέλεξαν τα ναυάγια και τους νεκρούς, απέπλευσαν εις την πόλιν, όπου έστησαν τρόπαιον. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, υπό την εντύπωσιν του μεγέθους της συμφοράς, ούτε εσκέπτοντο καν να ζητήσουν βραχείαν ανακωχήν προς παραλαβήν των νεκρών και των ναυαγίων των, αλλ’ εσκέπτοντο ν’ αναχωρήσουν αμέσως, κατά την διάρκειαν της νυκτός. Ο Δημοσθένης, ελθών προς τον Νικίαν, επρότεινε να εξοπλίσουν πάλιν τα υπολειπόμενα πλοία και αποπειραθούν, κατά τα εξημερώματα, να εκβιάσουν, ει δυνατόν, τον έκπλουν, λέγων ότι έχουν ακόμη περισσότερα πλεύσιμα πλοία από τον εχθρόν, διότι εις μεν τους Αθηναίους υπελείποντο εξήντα πλοία, ενώ εις τους εναντίους ολιγώτερα των πενήντα. Ο Νικίας ενέκρινε την πρότασιν. Αλλ’ όταν αμφότεροι ηθέλησαν να εξοπλίσουν τα πλοία, οι ναύται ηρνήθησαν να επιβιβασθούν, διότι και κατάπληκτοι ήσαν ακόμη από την ήτταν, και δεν επίστευαν, ότι θα ημπορούσαν πλέον να νικήσουν. Και έτσι συνεφώνησαν όλοι πλέον ν’ αναχωρήσουν διά ξηράς.
73. Αλλ’ ο Συρακούσιος Ερμοκράτης, υποπτευθείς το σχέδιόν των, και φοβηθείς τας συνεπείας, τας οποίας θα είχεν η διά ξηράς υποχώρησις τόσον πολυαρίθμου στρατού, και η εγκατάστασις αυτού εις άλλο μέρος της Σικελίας, προς τον σκοπόν της επαναλήψεως των εχθροπραξιών, προσήλθε προς τους εν τέλει και εισηγήθη εις αυτούς την γνώμην, ότι δεν πρέπει να επιτρέψουν εις τους Αθηναίους, ν’ αποσυρθούν διαρκούσης της νυκτός (εκθέσας τους λόγους της γνώμης του ταύτης), αλλ’ ότι όλος ο στρατός των Συρακουσίων και των συμμάχων πρέπει να εξέλθη της πόλεως αμέσως, διά να απόφραξη την διάβασιν των οδών, διά κατασκευής εγκαρσίων τοίχων, και προφθάση να καταλάβη και φύλαξη τας στενοπορείας. Οι εν τέλει συνεμερίζοντο καθ’ ολοκληρίαν την γνώμην του και ήθελαν να λάβουν τα μέτρα ταύτα, αλλ’ επειδή οι στρατιώται δεν είχαν ακόμη κατορθώσει ν’ αναπαυθούν επαρκώς, όπως επεθύμουν, μετά τόσον μεγάλην μάχην, και ήτο συγχρόνως εορτή (διότι κατ’ αυτήν ακριβώς την ημέραν οι Συρακούσιοι έτυχε να προσφέρουν θυσίαν εις τον Ηρακλή), επίστευαν, ότι θα ήτο δύσκολον να πεισθούν να υπακούσουν εις τας διαταγάς των. Καθόσον, ως εκ της μεγάλης χαράς των, ένεκα, της νίκης οι περισσότεροι, μετέχοντες της εορτής, είχαν τραπή εις οινοποσίαν, και διά τούτο οι άρχοντες, ως έλεγαν, επίστευαν, ότι οι στρατιώται ημπορούσαν να υπακούσουν εις πάσαν άλλην διαταγήν μάλλον παρά εις το να λάβουν τα όπλα και εξέλθουν της πόλεως την στιγμήν εκείνην. Η δυσκολία αύτη εφαίνετο ανυπέρβλητος εις τους εν τέλει και ο Ερμοκράτης δεν ημπορούσε πλέον να τους κάμη να μεταβάλουν γνώμην. Ως εκ τούτου, φοβούμενος μήπως οι Αθηναίοι προφθάσουν να διέλθουν διαρκούσης της νυκτός τας πλέον δυσκόλους διαβάσεις, χωρίς καμμίαν δυσκολίαν, κατέφυγεν ο ίδιος εις το εξής στρατήγημα. Όταν ήρχισε να σκοτεινιάζη, απέστειλεν εις το Αθηναϊκόν στρατόπεδον υπό συνοδείαν Ιππέων μερικούς φίλους του, οι οποίοι, πλησιάσαντες εις απόστασιν, από την οποίαν ημπορούσαν ν’ ακουσθούν, και προσποιηθέντες τους φίλους των Αθηναίων (διότι υπήρχαν μερικοί, οι οποίοι επληροφόρουν τον Νικίαν περί των συμβαινόντων εις τας Συρακούσας) παρήγγειλαν αυτούς να ειδοποιήσουν τον Νικίαν να μη αποσύρη τον στρατόν διαρκούσης της νυκτός, διότι τάχα οι Συρακούσιοι εφύλατταν τους δρόμους, αλλά ν’ αναχώρηση κατά την διάρκειαν της ημέρας, αφού ετοιμασθή με την ησυχίαν του. Αφού δ’ ανεκοίνωσαν αυτά, απήλθαν και όσοι τους ήκουσαν τα μετέδωσαν εις τους αρχηγούς του Αθηναϊκού στρατού.
74. Ούτως, οι Αθηναίοι, ένεκα της ειδήσεως ταύτης, της οποίας την ειλικρίνειαν δεν υπωπτεύθησαν, ανέβαλαν την αναχώρησιν των κατά την νύκτα εκείνην. Και αφού άπαξ, ένεκα του λόγου τούτου, δεν ανεχώρησαν αμέσως, απεφάσισαν να περιμείνουν και την ακόλουθον ημέραν, όπως οι στρατιώται συσκευάσουν, όπως ημπορούσαν καλλίτερα, τα πλέον χρήσιμα πράγματα, και αναχωρήσουν, αφού παραλάβουν όσα μόνον εκ των απαραιτήτων διά την ζωήν ημπορούσαν να κρατούν επάνω των, εγκαταλείποντες όλα τ’ άλλα. Αλλ’ οι Συρακούσιοι αρχηγοί και ο Γύλιππος εξήλθαν πριν απ’ αυτούς με τον στρατόν της ξηράς και όχι μόνον έφραξαν τους δρόμους εις τα μέρη, από τα οποία ήτο πιθανόν ότι θα περάσουν οι Αθηναίοι, αλλά και εις τας διαβάσεις των ρυάκων και των ποταμών ετοποθέτησαν αποσπάσματα προς φύλαξιν και παρετάχθησαν εις το μέρος, όπου έκριναν καταλληλότερον, διά να περιμείνουν τον εχθρόν και τον εμποδίσουν να περάση, ενώ με τα πλοία των επλησίασαν εις την παραλίαν και ερρυμούλκησαν εκ του αιγιαλού τα Αθηναϊκά πλοία. Οι Αθηναίοι, όπως είχαν προαποφασίσει, έκαυσαν μερικά εξ αυτών, τα περισσότερα όμως προσέδεσαν οι Συρακούσιοι, με την ησυχίαν των και χωρίς κανείς να δοκιμάση να τους εμποδίση, το καθέν εις το μέρος όπου είχεν εξοκείλει και τα ερρυμούλκησαν εις την πόλιν.
75.
Αναχώρησις των Αθηναίων διά ξηράς την μεθεπομένην της ναυμαχίας
Την μεθεπομένην της ναυμαχίας, όταν ο Νικίας και ο Δημοσθένης εθεώρησαν, ότι αι ετοιμασίαι είχαν συμπληρωθή, ο στρατός εξεκίνησε τέλος. Η κατάστασις των Αθηναίων ήτον αληθώς τρομερά, όχι μόνον από της απόψεως, ότι απήρχοντο, αφού είχαν χάσει ολόκληρον τον στόλον των, και αντί των μεγάλων ελπίδων, με τας οποίας είχαν έλθει, δεν υπελείποντο εις αυτούς παρά κίνδυνοι μόνον διά το κράτος των και τους εαυτούς των, αλλά και δι’ όσα έτυχε ν’ αντιληφθή έκαστος κατά την εγκατάλειψιν του στρατοπέδου, οδυνηρά διά τους οφθαλμούς και του σώματος και της ψυχής. Διότι επειδή οι νεκροί έμεναν άταφοι, οσάκις κανείς ήθελεν ίδει επί του εδάφους το πτώμα κανενός εκ των ιδικών του, εβυθίζετο εις λύπην, ανάμικτον με φόβον, ενώ οι ασθενείς και τραυματίαι, οι οποίοι εγκατελείποντο ζώντες, ήσαν διά τους ζώντας πολύ μεγαλητέρα αιτία λύπης ή οι αποθανόντες και ήσαν δυστυχέστεροι από τους πεσόντας. Διότι διά των ικεσιών και των θρήνων, εις τους οποίους κατέφευγαν, έφεραν τους απερχόμενους εις φοβεράν αμηχανίαν. Εζήτουν να τους πάρουν μαζύ τους και εκάλουν ονομαστί κάθε φίλον και συγγενή που έβλεπαν. Εκρεμνώντο επάνω εις τους συντρόφους των του καταυλισμού, την στιγμήν που εκείνοι έφευγαν και τους ηκολούθουν εφόσον ημπορούσαν, όταν δ’ αι σωματικαί και αι ψυχικαί δυνάμεις των τους επρόδιδαν, απεσπώντο, εκφέροντες επικλήσεις προς τους θεούς και οιμωγάς, μόλις ακουομένας πλέον. Ως εκ τούτου, ο στρατός ολόκληρος, με οφθαλμούς πλημμυρισμένους από δάκρυα και μη γνωρίζοντες τί να κάμουν, μετά δυσκολίας απεφάσιζαν να ξεκινήσουν, μολονότι επρόκειτο ν’ αφίσουν χώραν εχθρικήν, και τα δεινά που είχαν ήδη υποφέρει και τα δεινά που τους επεφύλαττε το άδηλον μέλλον ήσαν τοιαύτα, οποία οσαδήποτε δάκρυα δεν ημπορούσαν ν’ ανακουφίσουν. Επεκράτει ωσαύτως κατήφεια και εντροπή διά την θέσιν, εις την οποίαν είχαν περιέλθει. Ενόμιζε κανείς, τωόντι, ότι απετέλουν ουσιαστικώς όχι στρατόν, άλλα τον διαφεύγοντα πληθυσμόν πόλεως, παραδοθείσης μετά μακράν πολιορκίαν, και μάλιστα πόλεως μεγάλης. Διότι το όλον πλήθος των συναπερχομένων δεν ήτο μικρότερον των σαράντα χιλιάδων. Και όχι μόνον οι άλλοι εβάσταζαν ό,τι καθένας ημπορούσε, αλλά και οι οπλίται και οι ιππείς, παρά την επικρατούσαν δι’ αυτούς τουλάχιστον συνήθειαν, εσήκωναν οι ίδιοι τα τρόφιμα των, άλλοι μεν δι’ έλλειψιν υπηρετών και άλλοι ένεκα δυσπιστίας προς αυτούς, καθ’ όσον πολλοί εκ τούτων είχαν αυτομολήσει και προηγουμένως, αλλ’ οι πλείστοι, αμέσως μετά την τελευταίαν ήτταν. Αλλά και τα τρόφιμα αυτά ήσαν ανεπαρκή, διότι αι τροφαί του στρατοπέδου είχαν εξαντληθή. Και η άλλη αθλιότης, μολονότι το γεγονός, ότι όλοι εσυμμερίζοντο εξ ίσου το κακόν, έφερεν, όπως κάθε κοινή μετ’ άλλων συμφορά, κάποιαν ανακούφισιν, ήτον εν τούτοις δυσβάστακτος εις την παρούσαν περίστασιν, όταν ιδίως εσυλλογίζοντο από ποίαν λαμπρότητα και δόξαν των πρώτων ημερών είχαν καταλήξει εις τοιαύτην κατάπτωσιν. Καθ’ όσον ουδέποτε, πράγματι, Ελληνικόν στράτευμα υπέστη τοιαύτην μετάπτωσιν τύχης. Ενώ είχαν έλθει διά να υποδουλώσουν άλλους, κατήντησε να φεύγουν εκ φόβου μήπως μάλλον αυτοί αντιθέτως υποδουλωθούν. Αντί των ευχών και των παιάνων, υπό την συνοδείαν των οποίων είχαν εκπλεύσει εκ Πειραιώς, εξεκίνουν τώρα αντιθέτως, ακούοντες λόγους δυσοιώνους. Αντί να επιβαίνουν στόλου ως ναύται, επορεύοντο ήδη πεζή, όλας των τας ελπίδας αναθέτοντες εις τους οπλίτας αντί του στόλου. Και όμως, ένεκα του μεγέθους του επικρεμαμένου ακόμη κινδύνου, όλα αυτά εφαίνοντο εις αυτούς ανεκτά.
76. Ο Νικίας, βλέπων την πλήρη μεταβολήν των αισθημάτων του στρατού και την επικρατούσαν αποθάρρυνσιν, διήρχετο προ των γραμμών των στρατιωτών, ενθαρρύνων και παραμυθών αυτούς όπως ημπορούσε και υψώνων την φωνήν επί μάλλον και μάλλον, καθόσον επροχώρει από μιας εις άλλην γραμμήν στρατιωτών, εμφορούμενος από μεγάλον ζήλον και επιθυμών να φανή χρήσιμος, ακουσμένος δ’ ένεκα της υψώσεως της φωνής του από όσον το δυνατόν περισσοτέρους, έλεγε προς αυτούς τα εξής.
77. «Και υπό τας παρούσας ακόμη περιστάσεις, Αθηναίοι και σύμμαχοι, οφείλετε να μη χάνετε τας ελπίδας σας, αφού, ως είναι γνωστόν, και άλλοι εσώθησαν από κινδύνους μεγαλητέρους από αυτούς εδώ, και να μη μέμφεσθε υπερβολικά τους εαυτούς σας, μήτε διά την ήτταν σας, μήτε διά τας παρούσας αδίκους κακοπαθείας σας. Και εγώ, άλλωστε, ο οποίος ούτε δυνατώτερος από κανένα σας είμαι (βλέπετε τουναντίον εις ποίαν κατάστασιν περιήλθα ένεκα της ασθενείας μου) και ο οποίος εθεωρούμην, νομίζω, ουδενός άλλου κατώτερος, όσον άφορα την καλήν μου τύχην εις τον ιδιωτικόν και δημόσιον βίον, ευρίσκομαι ήδη εκτεθειμένος εις τους ιδίους κινδύνους, όπως και ο τελευταί ος στρατιώτης. Και όμως εξετέλεσα μετ’ ακριβείας το καθήκον μου προς τους θεούς και εις τας μετά των ανθρώπων σχέσεις μου υπήρξα δίκαιος και ανεπίληπτος. Ένεκα τούτου και η ελπίς μου διά το μέλλον μένει, παρ’ όλα πλέον ταύτα, ακλόνητος και αι ατυχίαι δεν με φοβίζουν, όσον θα ενόμιζε κανείς ότι έπρεπε να με φοβίζουν. Ίσως άλλωστε και να καταπαύσουν, διότι και ο εχθρός ηυτύχησε αρκετά και εάν διά της εκστρατείας μας εκινήσαμεν τον φθόνον κανενός θεού, αρκετά πλέον έχομεν τιμωρηθή. Διότι και άλλοι, ως γνωστόν, επέδραμαν ξένας χώρας, και αφού έπραξαν όσα άνθρωποι φυσικόν είναι να πράξουν, έπαθαν όσα ημπορούν να υποφέρουν άνθρωποι. Διά τούτο είναι φυσικόν να ελπίζωμεν και ημείς τώρα, ότι οι θεοί θα μαλαχθούν απέναντι μας, αφού κατηντήσαμεν να είμεθα άξιοι του οίκτου των μάλλον παρά του φθόνου των. Ρίψατε το βλέμμα σας γύρω και ιδήτε πόσον εξαίρετοι και πόσον πολυάριθμοι και καλώς συντεταγμένοι οπλίται προελαύνετε και μη καταλαμβάνεσθε από υπερβολικόν φόβον. Σκεφθήτε ακόμη, ότι οπουδήποτε και αν στρατοπεδεύσετε, αποτελείτε αμέσως και μόνοι σας πόλιν και ότι καμμία άλλη από τας πόλεις της Σικελίας δεν θα ημπορούσε ούτε ν’ αποκρούση ευκόλως ενδεχομένην επίθεσιν σας, ούτε να σας εκτοπίση από το μέρος, όπου ηθέλατε άπαξ εγκατασταθή. Οφείλετε οι ίδιοι να φροντίσετε περί της ασφαλείας και της τάξεως της πορείας σας και ας μη λησμονήση κανείς από σας, ότι ο τόπος, εις τον οποίον ήθελεν αναγκασθή να πολεμήση, ημπορεί ν’ αποτελέση δι’ αυτόν, εάν νικήση, και πατρίδα και φρούριον. Οφείλομεν να επιταχύνωμεν την πορείαν μας και νύκτα και ημέραν, Διότι τα τρόφιμα μας είναι περιωρισμένα και εάν φθάσωμεν εις οιονδήποτε φιλικόν μέρος της χώρας των Σικελών, οι οποίοι, ένεκα φόβου των Συρακουσίων, μας είναι ακόμη πιστοί, ημπορείτε πλέον να θεωρήσετε, ότι είσθε ασφαλείς. Εμηνύσαμεν άλλωστε προς αυτούς και να έλθουν εις προϋπάντησιν μας και να φέρουν συγχρόνως τρόφιμα. Με δυό λόγια, στρατιώται, οφείλετε να γνωρίζετε, ότι είσθε υποχρεωμένοι να δειχθήτε γενναίοι, αφού δεν υπάρχει πλησίον εδώ τόπος, εις τον όποιον να ημπορήτε να καταφύγετε και σωθήτε, εάν δειχθήτε δειλοί. Και ακόμη, ότι, εάν διαφύγετε τώρα τους εχθρούς σας, οι μεν άλλοι θα επιτύχετε να επανίδετε ό, τι επιθυμεί έκαστος, οι δε Αθηναίοι θ’ αναστηλώσετε την καταπεσούσαν δύναμιν της πόλεως. Διότι οι άνδρες αποτελούν τας πόλεις και όχι τείχη και πλοία κενά ανδρών. »
78.
Οι Συρακούσιοι παρενοχλούν διαρκώς τους υποχωρούντας Αθηναίους
Ενώ απηύθυνε τας παραινέσεις ταύτας, ο Νικίας μετέβαινε συγχρόνως από ενός τμήματος του στρατού εις άλλο και οπουδήποτε έβλεπε κενά ή στρατιώτας βαδίζοντας έξω της τάξεως, συνήγεν αυτούς και τους επανέφερεν εις την τάξιν. Το αυτό έπραττε και ο Δημοσθένης διά τα πλησίον του και υπό την διοίκησιν του στρατεύματα, ενώ απηύθυνε προς αυτά ομοίας περίπου παραινέσεις. Το στράτευμα εβάδιζε διηρημένον εις δύο μεραρχίας σχήματος τετραπλεύρου, της μεν ηγουμένης, υπό την διοίκησιν του Νικίου, της δε επομένης, υπό την διοίκησιν του Δημοσθένους. Οι οπλίται, οι οποίοι κατείχαν τας τέσσαρας πλευράς του τετραπλεύρου, περιέκλειαν εντός αυτού τας μεταγωγικάς υπηρεσίας και το λοιπόν πλήθος. Όταν έφθασαν εις την διάβασιν του πόταμου Ανάπου, ευρήκαν εκεί τους Συρακουσίους και τους συμμάχους παρατεταγμένους, τους απώθησαν, έγιναν κύριοι της διαβάσεως και εξηκολούθησαν την πορείαν των προς τα εμπρός. Οι Συρακούσιοι τους παρηνώχλουν διαρκώς, το μεν ιππικόν περιϊπεύον, οι δε ψιλοί βάλλοντες δι’ ακοντίων. Οι Αθηναίοι, αφού επροχώρησαν κατά την ημέραν ταύτην, σαράντα περίπου σταδίους, κατηυλίσθησαν επί τινος υψώματος. Την επομένην πρωΐαν συνέχισαν την πορείαν των και προχωρήσαντες είκοσι περίπου σταδίους, κατέβησαν εις επίπεδον χώρον, όπου εστρατοπέδευσαν, διότι του μέρους όντος κατωκημένου, ήθελαν να λάβουν τροφάς από τας οικίας και παραλάβουν και προμήθειαν ύδατος εκείθεν, διότι η οδός, την οποίαν έμελλαν ν’ ακολουθήσουν, εστερείτο, εις διάστημα πολλών σταδίων, επαρκούς τοιούτου. Αλλ’ εν τω μεταξύ, προελάσαντες οι Συρακούσιοι, ησχολούντο κατασκευάζοντες χαράκωμα, διά του οποίου απέφρασσαν την δίοδον που έπρεπε να διέλθουν και η οποία ευρίσκετο επί λόφου αποτόμου, φέροντος το όνομα «Ακραίον Λέπας» (Άδενδρον Ύψωμα), εκατέρωθεν του οποίου υπήρχε κρημνώδης χαράδρα. Την επιούσαν, οι Αθηναίοι συνέχισαν την πορείαν των, αλλ’ οι πολυάριθμοι ιππείς και ακοντισταί των Συρακουσίων και των συμμάχων εμπόδιζαν αυτούς από τα δύο μέρη, ούτοι μεν ρίπτοντες ακόντια, εκείνοι δε παριππεύοντες κατά μήκος των πλευρών της. Οι Αθηναίοι εξηκολούθησαν μαχόμενοι επί πολύ, αλλ’ επί τέλους ηναγκάσθησαν να αποχωρήσουν εις το ίδιον στρατόπεδον της προηγουμένης νυκτός. Δεν ευρήκαν όμως πλέον όσα τρόφιμα την προτεραίαν, διότι το εχθρικόν ιππικόν εμπόδιζεν αυτούς ν’ απομακρύνωνται του στρατοπέδου, προς συλλογήν τοιούτων.
79. Την επομένην πρωΐαν εξεκίνησαν πάλιν, επαναλαβόντες την πορείαν των, και προήλασαν εσπευσμένως, διά να φθάσουν εις τον λόφον όπου η δίοδος είχε φραχθή. Εκεί ευρήκαν ενώπιον των το πεζικόν των Συρακουσίων, παρατεταγμένον όπισθεν του χαρακώματος εις βαθείαν φάλαγγα, ένεκα της στενότητος της θέσεως. Οι Αθηναίοι επετέθησαν ζητούντες να καταλάβουν το χαράκωμα. Αλλ’ οι εχθροί, οι οποίοι ήσαν πολυάριθμοι, έβαλλαν εναντίον των από τας κλιτύας του λόφου, αι οποίαι είναι απότομοι, και, ως είναι φυσικόν, τα άνωθεν ριπτόμενα βλήματα τους έφθαναν ευκολώτερα. Ως εκ τούτου, οι Αθηναίοι, μη δυνάμενοι να εκβιάσουν την διάβασιν, απεσύρθησαν και ανεπαύοντο. Συνέβη όμως συγχρόνως, όπως συνήθως, κατά την ώραν ταύτην του έτους, ήτοι την προσέγγισιν του φθινοπώρου, καταιγίς μετά βροντών και βροχής, ένεκα της οποίας οι Αθηναίοι απεθαρρύνθησαν έτι μάλλον, θεωρήσαντες ότι όλα αυτά γίνονται κατά θείον θέλημα, διά την καταστροφήν των. Ενώ δ’ ανεπαύοντο, ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι απέστειλαν απόσπασμα στρατού, όπως αποκλείση αυτούς και εκ των όπισθεν, διά της κατασκευής τείχους εγκαρσίως του δρόμου, διά του οποίου είχαν προελάσει. Αλλ’ οι Αθηναίοι απέστειλαν ιδικόν των απόσπασμα και εματαίωσαν την πραγματοποίησιν του σχεδίου. Κατόπιν τούτου, ολόκληρος ο Αθηναϊκός στρατός απεσύρθη προς το μάλλον πεδινόν μέρος, όπου και κατηυλίσθη. Την επομένην ήρχισαν πάλιν προελαύνοντες, αλλ’ οι Συρακούσιοι τους περιεκύκλωσαν και τους επετίθεντο πανταχόθεν, κατατραυματίζοντες πολλούς. Και οσάκις μεν οι Αθηναίοι προέβαιναν εις επίθεσιν, αυτοί απεσύροντο, οσάκις δε υπεχώρουν, εκείνοι επετίθεντο, επιπίπτοντες ιδίως κατά των ευρισκομένων εις την οπισθοφυλακήν και ελπίζοντες, εάν κατώρθωναν να τρέψουν εις φυγήν τμήμα αυτών, να ενσπείρουν τον πανικόν εις ολόκληρον το στράτευμα. Οι Αθηναίοι αντεστάθησαν επί μακρόν εις τας τοιούτου είδους επιθέσεις, και προχωρήσαντες ακολούθως πέντε ή εξ σταδίους, εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα. Και οι Συρακούσιοι, εξ άλλου, τους παρήτησαν, και επέστρεψαν εις το στρατόπεδον των.
80. Κατά την νύκτα, ο Νικίας και ο Δημοσθένης, βλέποντες την αθλίαν κατάστασιν του στρατεύματος, ως εκ της παντελούς ελλείψεως τροφίμων και του μεγάλου αριθμού των στρατιωτών, οι οποίοι είχαν πληγωθή κατά τας επανειλημμένας εχθρικάς επιθέσεις, απεφάσισαν, αφού ανάψουν όσον το δυνατόν περισσότερα πυρά, να οδηγήσουν τον στρατόν, όχι πλέον διά της αρχικώς σχεδιασθείσης οδού, αλλά προς την θάλασσαν, κατά κατεύθυνσιν αντίθετον εκείνης, όπου οι Συρακούσιοι εφύλατταν. Η διεύθυνσις, άλλωστε, προς την οποίαν κατηυθύνοντο και εξ αρχής και τώρα δεν έφερε προς την Κατάνην, αλλά προς την νοτίαν πλευράν της Σικελίας, ήτοι προς την Καμάριναν, την Γέλαν και τας άλλας πόλεις του μέρους τούτου, Ελληνικάς και βαρβαρικάς. Αφού λοιπόν ήναψαν πολλάς πυράς, ήρχισαν την πορείαν των, διαρκούσης της νυκτός. Αλλ’ όπως εις όλους συνήθως τους στρατούς, και μάλιστα τους πλέον πολυάριθμους, συμβαίνει να γεννώνται φόβοι και πανικοί, έτσι και αυτοί, οι οποίοι άλλωστε εβάδιζαν διά μέσου χώρας εχθρικής και εις μικράν από του εχθρικού στρατού απόστασιν, περιέπεσαν εις πλήρη σύγχυσιν. Και η μεν μεραρχία του Νικίου, ο οποίος προηγείτο, κατώρθωσε να μείνη συντεταγμένη και άφισε πολύ οπίσω της την μεραρχίαν του Δημοσθένους, η οποία, περιλαμβάνουσα τα ήμισυ περίπου, ίσως και περισσότερον, του όλου στρατεύματος, απεχωρίσθη ήδη και εβάδιζε με πολλήν αταξίαν. Μολαταύτα, έφθασαν κατά τα εξημερώματα πλησίον της θαλάσσης και εισελθόντες εις την καλουμένην Ελωρίνην Οδόν, συνέχισαν την πορείαν των, προτιθέμενοι, άμα φθάσουν εις τον ποταμόν Κακύπαριν, να ανέλθουν τον ρουν αυτού και συνεχίσουν την πορείαν των προς το εσωτερικόν. Διότι ήλπιζαν να συναντήσουν εκεί και τους Σικελούς, τους οποίους είχαν προσκαλέσει. Αλλ’ όταν έφθασαν εις τον ποταμόν, ευρήκαν και εκεί φρουράν των Συρακουσίων, αποκλείουσαν την διάβασιν αυτού, διά της κατασκευής τείχους και χαρακώματος εκ πασσάλων. Την απώθησαν όμως και διέβησαν διά μιας τον ποταμόν, και κατά συμβουλήν των οδηγών, συνέχισαν την πορείαν των προς άλλον ποταμόν, τον Ερινεόν.
81.
Κύκλωσις της μεραρχίας του Δημοσθένους και παράδοσίς της εις τους Συρακουσίους
Εν τω μεταξύ, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι των, άμα ως εξημέρωσε, και αντελήφθησαν, ότι οι Αθηναίοι είχαν απέλθει, κατηγορούν οι πολλοί τον Γύλιππον, ότι εκ προθέσεως τους άφισε να διαφύγουν. Εννοήσαντες δ’ ευκόλως την διεύθυνσιν που είχαν λάβει, τους κατεδίωξαν εσπευσμένως, κατά την ώραν του προγεύματος. Και μόλις ήλθαν εις επαφήν με την μεραρχίαν του Δημοσθένους, η οποία είχε μείνει οπί σω και εβάδιζε με πολλήν βραδύτητα και αταξίαν, κατόπιν της συγχύσεως, εις την οποίαν, όπως διηγήθην, είχε περιέλθει κατά την προηγουμένην νύκτα, επετέθησαν κατ’ αυτής και ήρχισεν η μάχη. Και επειδή είχεν αποχωρισθή από την άλλην μεραρχίαν, το ιππικόν των Συρακουσίων την εκύκλωσεν ευκολώτερα και τους ηνάγκαζε να συμπτύσσωνται εντός στενού χώρου. Η μεραρχία του Νικίου είχεν ήδη προχωρήσει πενήντα ολοκλήρους σταδίους, καθόσον ούτος επέσπευδε την πορείαν αυτής, νομίζων, ότι την σωτηρίαν, υπό τας παρούσας περιστάσεις, έπρεπε να ζητήσουν, όσον τουλάχιστον εξηρτάτο απ’ αυτούς, όχι περιμένοντες τον εχθρόν και συνάπτοντες μετ’ αυτού μάχας, αλλ’ υποχωρούντες όσον το δυνατόν ταχύτερον και μαχόμενοι, μόνον εφόσον δεν ημπορούσαν να κάμουν αλλέως. Ο Δημοσθένης, αντιθέτως, του οποίου η μεραρχία υπέφερεν εξ αρχής από συνεχεστέραν ως επί το πλείστον εχθρικήν πίεσιν, διότι κατ’ αυτής, ως βαδιζούσης τελευταίας, επετίθετο πρώτον ο εχθρός, αντιληφθείς ότι οι Συρακούσιοι τον κατεδίωκαν, αντί να προχωρήση, ησχολείτο εις το να παρατάσση τον στρατόν του προς μάχην, έως ότου χρονοτριβών, επερικυκλώθη υπ’ αυτών. Αρχηγός και στρατιώται περιήλθαν εις πλήρη σύγχυσιν. Διότι, συγκεντρωθέντες εντός ελαιώνος περιβαλλόμενου υπό τοίχου, εκατέρωθεν του οποίου υπήρχε δρόμος, εβάλλοντο από όλα τα σημεία. Οι Συρακούσιοι ευλόγως επροτίμων τον τρόπον τούτον της επιθέσεως από την εκ του συστάδην μάχην. Διότι το να εκτεθούν εις τον κίνδυνον αποφασιστικής μάχης απέναντι ανθρώπων απονενοημένων, δεν ήτο του λοιπού προς το συμφέρον των, αλλά μάλλον προς το συμφέρον των Αθηναίων, ενώ συγχρόνως, επειδή ενόμιζαν εξησφαλισμένην ήδη την επιτυχίαν και εφείδοντο οπωσδήποτε έκαστος της ζωής του, μη θέλων να την χάση προ του τέλους, και επίστευαν, ότι και χωρίς τοιαύτην θυσίαν θα κατώρθωναν διά του μέσου τούτου του μάχεσθαι να τους καταβάλουν και τους αιχμαλωτίσουν.
82. Αφού λοιπόν εξηκολούθησαν καθ’ όλην την ημέραν βάλλοντες κατά των Αθηναίων και των συμμάχων των από όλα τα σημεία, και έβλεπαν ότι ήσαν ήδη εξηντλημένοι εκ των τραυμάτων και των ταλαιπωριών, ο Γύλιππος και οι Συρακούσιοι προσεκάλεσαν πρώτον διά προκηρύξεως όσους εκ των νησιωτών ήθελαν να έλθουν προς αυτούς, υποσχόμενοι να σεβασθούν την ελευθερίαν των. Αλλ’ ολίγων μόνον πόλεων οι στρατιώται απεσπάσθησαν από τους Αθηναίους. Επί τέλους όμως συνωμολογήθη συμφωνία, κατά την οποίαν ολόκληρος η υπό τον Δημοσθένην δύναμις παρεδόθη μετά των όπλων, υπό τον όρον κανείς να μη θανατωθή ούτε βιαίως, ούτε συνεπεία επιβολής δεσμών, ούτε διά της στερήσεως των απολύτως αναγκαίων διά την ζωήν. Ο όλος αριθμός των παραδοθέντων ανήλθεν εις εξ χιλιάδας. Συγχρόνως κατέθεσαν τα χρήματα που είχαν, ρίπτοντες τα νομίσματα εις το κοίλον ασπίδων, εκ των οποίων εγέμισαν τέσσαρας. Οι αιχμάλωτοι μετεφέρθησαν αμέσως εις την πόλιν. Κατά την αυτήν ημέραν, ο Νικίας με την μεραρχίαν του έφθασαν εις τον ποταμόν Ερινεόν, τον οποίον διαβάς εστρατοπέδευσαν επί υψώματος.
83.
Οι Συρακούσιοι κυκλώνουν την μεραρχίαν του Νικίου και αναγκάζουν αυτήν να παραδοθή
Την επομένην οι Συρακούσιοι τον κατέφθασαν και του ανήγγειλαν την παράδοσιν της μεραρχίας του Δημοσθένους και τον προσεκάλεσαν να πράξη το αυτό. Αλλ’ ούτος, δυσπιστών, συνεφώνησε μετ’ αυτών να πέμψη ιππέα, όπως βεβαιωθή περί του πράγματος. Όταν ο αποσταλείς ιππεύς επέστρεψε και ανεκοίνωσεν, ότι πράγματι ο Δημοσθένης και ο στρατός του είχαν παραδοθή, ο Νικίας έστειλε κήρυκα προς τον Γύλιππον και τους Συρακουσίους, όπως δηλώση, ότι είναι έτοιμος να συμφωνήση, εξ ονόματος του Αθηναϊκού λαού, την απόδοσιν των πολεμικών δαπανών των Συρακουσίων, υπό τον όρον ν’ αφίσουν τον στρατόν του ν’ απέλθη, μέχρι δε της καταβολής των χρημάτων προσφέρεται να δώση Αθηναίους ομήρους ένα δι’ έκαστον τάλαντον. Αλλ’ οι Συρακούσιοι και ο Γύλιππος απέκρουσαν τας προτάσεις ταύτας. Επιτεθέντες δε κατά της μεραρχίας του Νικίου, την περιεκύκλωσαν και έβαλλαν και κατ’ αυτών εξ όλων των σημείων, έως το εσπέρας. Η κατάστασις των Αθηναίων ήτο ελεεινή, ως εκ της ελλείψεως άρτου και γενικώς τροφίμων. Εν τούτοις, ανέμεναν την ώραν της νυκτερινής αναπαύσεως, όπως συνεχίσουν την πορείαν των. Αλλά μόλις περιεβλήθησαν τον οπλισμόν των, οι Συρακούσιοι τους αντελήφθησαν και έψαλαν τον παιάνα. Οι Αθηναίοι, βλέποντες ότι εννοήθησαν, εξεδύθησαν πάλιν τον οπλισμόν των, πλην τριακοσίων περίπου ανδρών, οι όποιοι, ορμήσαντες διά μέσου των εχθρικών φρουρών, διέφυγαν υπό το σκότος της νυκτός, όπως όπως.
84. Ο Νικίας, άμα εξημέρωσεν, εξεκίνησεν επί κεφαλής του στρατού, ενώ οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοι ήρχισαν επιτιθέμενοι κατ’ αυτού, κατά τον ίδιον τρόπον, βάλλοντες ακόντια και παντός είδους βλήματα. Αλλ’ οι Αθηναίοι έσπευδαν προς τον ποταμόν Ασσίναρον, διότι, πιεζόμενοι υπό των πανταχόθεν επιτιθεμένων πολυαρίθμων Ιππέων και ψιλών στρατιωτών, ενόμιζαν ότι η θέσις των θ’ ανακουφισθή, εάν διαβούν τον ποταμόν, και συγχρόνως ένεκα της πιεζούσης αυτούς ταλαιπωρίας και σφοδράς δίψης. Αλλά μόλις έφθασαν εκεί, ερρίφθησαν εντός αυτού, χωρίς καμμίαν πλέον τάξιν, καθόσον η προσπάθεια καθενός να διαβή αυτός πρώτος, και η επίθεσις των εχθρών, καθιστών την διάβασιν δυσκολωτάτην. Διότι, αναγκαζόμενοι να βαδίζουν συγκεντρωμένοι, έπιπταν ο εις επί του άλλου και κατεπατούντο αμοιβαίως, και άλλοι μεν προσκρούοντες εις τας αιχμάς των δοράτων απέθνησκαν αμέσως, άλλοι δ’ εμπλεκόμενοι εις την εξάρτυσίν των, παρεσύροντο υπό του ρεύματος του ποταμού. Οι Συρακούσιοι, ιστάμενοι επί της άλλης όχθης, η οποία ήτον απόκρημνος, έβαλλαν άνωθεν κατά των Αθηναίων, ασχολουμένων των περισσοτέρων εις το να πίνουν απλήστως και συνωθουμένων των μεν προς τους δε εντός της βαθείας κοίτης του ποταμού, εις απερίγραπτον σύγχυσιν. Οι Πελοποννήσιοι, κατελθόντες εκ της όχθης όπου έστεκαν, έσφαζαν κυρίως τους εντός του ποταμού, του οποίου το ύδωρ είχεν ήδη μολυνθή. Αλλά μολονότι εκτός του πηλού είχεν αναμιχθή και με αίμα, επίνετο ουδέν ήττον και πολλοί διηγωνίζοντο ποιός να προλάβη να πίη πρώτος.
85. Όταν οι νεκροί συνεσωρεύθησαν οι μεν επί των δε εντός της κοίτης του ποταμού, και ο στρατός είχε καταστραφή, μέρος μεν εις τον ποταμόν, μέρος δε, όσον τυχόν είχε διαφύγει, υπό του ιππικού, ο Νικίας παρεδόθη εις τον Γύλιππον, τον οποίον ενεπιστεύθη περισσότερον από τους Συρακουσίους, όπως αυτός και οι Λακεδαιμόνιοι λάβουν περί αυτού οιανδήποτε απόφασιν θελήσουν, εζήτησεν όμως, όπως παύση ο φόνος των λοιπών στρατιωτών. Ο Γύλιππος μετά τούτο διέταξε να αιχμαλωτίζουν τους συλλαμβανομένους. Όσοι εκ των επιζησάντων δεν απεκρύβησαν υπό των Συρακουσίων στρατιωτών (και ούτοι υπήρξαν πολλοί) συνεκεντρώθησαν ζώντες και συγχρόνως απόσπασμα, αποσταλέν προς καταδίωξιν των τριακοσίων, οι οποίοι είχαν διαφύγει τους φρουρούς, συνέλαβαν αυτούς. Και οι μεν ούτω συγκεντρωθέντες αιχμάλωτοι του κράτους ήσαν ολίγοι, ο αριθμός όμως των εις διάφορα μέρη αποκρυφθέντων υπήρξε μέγας, και η Σικελία όλη εγέμισεν από αυτούς, καθόσον ούτοι δεν παρεδόθησαν κατόπιν συμφωνίας, όπως οι υπό τον Δημοσθένη. Αλλά και ο αριθμός των απωλειών εις νεκρούς ήτο όχι μικρός, καθόσον οι εξολοθρευθέντες παρά τον ποταμόν υπήρξαν πλείστοι, όχι ολιγώτεροι από τους νεκρούς οιασδήποτε άλλης μάχης του Σικελικού τούτου πολέμου. Πολλοί επίσης είχαν φονευθή, διαρκούσης της πορείας, συνεπεία των συνεχών επιθέσεων. Και πολλοί όμως διέφυγαν, άλλοι μεν και αμέσως τότε, άλλοι δε δραπετεύσαντες και καταφυγόντες εις την Κατάνην, αφού προηγουμένως υπηρέτησαν ως δούλοι.
86.
Θανάτωσις του Νικίου και του Δημοσθένους. Σκληροτάτη των αιχμαλώτων μεταχείρισις
Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των, συγκεντρωθέντες και παραλαβόντες τα λάφυρα και όσους περισσοτέρους αιχμαλώτους ημπόρεσαν να συγκεντρώσουν, επέστρεψαν εις την πόλιν. Και τους μεν λοιπούς αιχμαλώτους Αθηναίους και συμμάχους κατεβίβασαν εις τα λατομεία, τα οποία εθεώρησαν ως το ασφαλέστερον μέρος προς φρούρησιν των. Τον Νικίαν όμως και τον Δημοσθένη εθανάτωσαν, σφάξαντες, παρά την θέλησιν του Γυλίππου, ο οποίος ενόμιζεν, ότι θα ήτο λαμπρός δι’ αυτόν θρίαμβος, εάν, παρά τας άλλας του εξαιρέτους επιτυχίας, έφερε και τους αρχηγούς του εχθρικού στρατού εις την Λακεδαίμονα. Ο εις εξ αυτών ετύχαινε να είναι ο μεγαλήτερος εχθρός των Λακεδαιμονίων, ένεκα των γεγονότων της Σφακτηρίας και της Πύλου, και ο άλλος, ένεκα των ιδίων ακριβώς γεγονότων, ο μεγαλήτερος αυτών φίλος. Διότι ο μεν Νικίας είχεν επιδείξει πολύν ζήλον διά την απόλυσιν των αιχμαλώτων της Σφακτηρίας, πείσας τους Αθηναίους να συνομολογήσουν ειρήνην. Ως εκ τούτου, είχεν αποκτήσει την εύνοιαν των Λακεδαιμονίων και διά τούτο κυρίως ενεπιστεύθη και παρεδόθη προς τον Γύλιππον. Αλλά μερικοί από τους Συρακουσίους, ως ελέγετο, φοβηθέντες, επειδή είχαν έλθει εις συνεννόησιν προς αυτόν, μήπως, υποβαλλόμενος εις βασάνους ένεκα τούτου, γίνη αφορμή να τους περιπλέξη κατά την ώραν της γενικής ευτυχίας, και άλλοι πάλιν, και προ πάντων οι Κορίνθιοι, μήπως ένεκα του πλούτου του κατορθώση διά δωροδοκίας να δραπετεύση και γίνη αιτία νέων δι’ αυτούς κινδύνων, επέτυχαν την συναίνεσιν των συμμάχων και την θανάτωσίν του. Διά τοιούτους και παραπλησίους λόγους εθανατώθη ο Νικίας, ο οποίος, θέσας κανόνα του όλου βίου του την εκτέλεσιν των νενομισμένων καθηκόντων του, ήξιζεν ολιγώτερον από κάθε άλλον εκ των συγχρόνων μου Ελλήνων τοιαύτην οικτράν τύχην.
87. Τους εις τα λατομεία περιορισθέντας αιχμαλώτους οι Συρακούσιοι μετεχειρίσθησαν κατ’ αρχάς με πολλήν σκληρότητα. Συσσωρευμένοι πολλοί εντός στενού και βαθέος λάκκου, εβασανίζοντο διά την έλλειψιν στέγης κατ’ αρχάς από τας ηλιακάς ακτίνας και τον επικρατούντα εισέτι πνιγηρόν καύσωνα, ενώ, επειδή αι νύκτες αντιθέτως επηκολούθουν φθινοπωριναί και ψυχραί, αι απότομοι μεταβολαί της θερμοκρασίας επέδρων ολεθρίως επί της υγείας των, προκαλούσαι ασθενείας. Ένεκα της ελλείψεως, εξ άλλου, χώρου, ήσαν υποχρεωμένοι να κάμνουν κάθε τι εις το αυτό μέρος. Τα πτώματα επί πλέον εκείνων που απέθνησκαν από τα τραύματα, από την απότομον μεταβολήν της θερμοκρασίας και τας τοιαύτας αιτίας, συνεσωρεύοντο τα μεν επί των δε, αναδίδοντα ανυπόφορον δυσοσμίαν. Εταλαιπωρούντο συγχρόνως οι αιχμάλωτοι από πείναν και δίψαν, διότι επί οκτώ όλους μήνας έδιδαν εις έκαστον εξ αυτών μίαν κοτύλην ύδατος και δύο κοτύλας σίτου. Και από τας άλλας κακοπαθείας, τας οποίας άνθρωπος ριφθείς εις τοιούτον μέρος είναι φυσικόν να υποστή, καμμίαν δεν διέφυγαν. Επί εβδομήκοντα περίπου ημέρας έζησαν εις τοιούτον συνωστισμόν. Έπειτα οι Συρακούσιοι επώλησαν ως δούλους τους λοιπούς αιχμαλώτους, πλην των Αθηναίων και των Ελλήνων κατοίκων της Σικελίας και Ιταλίας. Τον ολικόν αριθμόν των αιχμαλώτων του κράτους δεν δύναμαι να μεταδώσω μετ’ απολύτου ακριβείας, δεν ήτο όμως κατώτερος των επτά χιλιάδων.
Εξ
Κρίσις περί της εις Σικελίαν εκστρατείας
όλων των πολεμικών επιχειρήσεων του παρόντος πολέμου, και κατά την ιδικήν μου τουλάχιστον γνώμην, εξ όλων των Ελληνικών πολεμικών επιχειρήσεων, των οποίων διετηρήθη η παράδοσις, η εκστρατεία αύτη υπήρξεν η σημαντικωτέρα, ενδοξότατη διά τους νικητάς, καταστρεπτικωτάτη δε διά τους νικηθέντας. Διότι ούτοι, νικηθέντες κατά κράτος και καθ’ όλα τα σημεία, υπέστησαν όχι μετρίας συμφοράς, αλλ’ αληθή, κατά το κοινόν λόγιον, πανωλεθρίαν. Και στρατός της ξηράς και στόλος και τα πάντα εχάθησαν, και ολίγοι εκ των πολλών επανείδαν τας εστίας των. Αυτή υπήρξεν η ιστορία του Σικελικού πολέμου.

Advertisements