Βιβλίον ΣΤ’ – Τα γεγονότα των ετών 416–413


Έτος 16ον : 416 – 415 π.Χ.

1. Οι Αθηναίοι αποφασίζουν να εκστρατεύσουν εναντίον της Σικελίας

Κατά τον ίδιον χειμώνα, οι Αθηναίοι ήθελαν να εκστρατεύσουν πάλιν κατα της Σικελίας με στρατιωτικάς δυνάμεις μεγαλυτέρας παρά εκείνας που είχαν Ο Λάχης και Ευρυμέδων, με την ελπίδα να την υποτάξουν, καθόσον οι πολλοί δεν εγνώριζαν ούτε το μέγεθος της νήσου, ούτε το πλήθος των κατοίκων αυτής, Ελλήνων και βαρβάρων, ούτε υπωπτεύοντο, ότι o πόλεμος, τον oποίον επροτίθεντο ν’ αναλάβουν, δεν ήτο πολύ μικροτέρας σπουδαιότητος από τον Πελοποννησιακόν. Διότι ο δι’ εμπορικού πλοίου περίπλους της Σικελίας απαιτεί οκτώ περίπου ημέρας, και ενώ είναι τόσον μεγάλη, αποτελεί σχεδόν μέρος της ηπείρου, από της οποίας διαχωρίζεται διά βραχίονος θαλάσσης πλάτους είκοσι περίπου σταδίων.
2.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Σικελίας και η αποίκισις αυτής
Η Σικελία απωκίσθη από των αρχαίων χρόνων υπό των επομένων εν συνόλω λαών. Παλαιότατοι κάτοικοι μέρους αυτής λέγονται οι Κύκλωπες και οι Λαιστρυγόνες, των οποίων ούτε την καταγωγήν είμαι εις θέσιν να ορίσω, ούτε πόθεν ήλθαν, ούτε πού μετέβησαν. Πρέπει ν’ αρκεσθώμεν, επομένως, εις τας διηγήσεις των ποιητών και εις ό,τι τυχόν καθείς γνωρίζει περί αυτών. Πρώτοι μετ’ αυτούς εγκατασταθέντες εις αυτήν φαίνονται οι Σικανοί, και ισχυρίζονται μεν οι ίδιοι ότι ήσαν παλαιότεροι, λόγω του ότι ήσαν γηγενείς, αλλά τα πράγματα αποδεικνύουν ότι ήσαν Ίβηρες, εκδιωχθέντες από τον Σικανόν ποταμόν της Ιβηρίας υπό των Λιγύων. Ούτοι κατοικούν ακόμη και σήμερον το δυτικόν μέρος της Σικελίας, η οποία από αυτούς ωνομάσθη έκτοτε Σικανία, ενώ προηγουμένως εκαλείτο Τρινακρία. Αλλά τινές εκ των Τρώων, διαφυγόντες τους Αχαιούς, κατά την άλωσιν της Τροίας, έφθασαν επί πλοίων εις την Σικελίαν και εγκατεστάθησαν γείτονες των Σικανών εις δύο πόλεις, την Έρυκα και την Έγεσταν, λαβόντες το κοινόν όνομα Έλυμοι. Μαζί με αυτούς εγκατεστάθησαν και μερικοί Φωκείς, εκ των λαβόντων μέρος εις τον Τρωϊκόν πόλεμον, οι οποίοι παρεσύρθησαν τότε υπό της κακοκαιρίας εις την Λιβύην πρώτον και έπειτα εξ αυτής εις την Σικελίαν. Οι Σικελοί, εξ άλλου, διέβησαν εις την Σικελίαν, εκδιωχθέντες από την Ιταλίαν, όπου κατώκουν, υπό των Οπικών. Κατά τινα πιθανήν παράδοσιν διεπεραιώθησαν εκεί επί σχεδίων, επωφεληθέντες την κατάλληλον διά την διάβασιν στιγμήν, ότε ο άνεμος ήτο απόγειος. Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον να κατέπλευσαν εκεί και κατ’ άλλον τρόπον. Υπάρχουν δε και σήμερον ακόμη Σικελοί εις την Ιταλίαν, η οποία επωνομάσθη ούτως από το όνομα βασιλέως τινος των Σικελών, ονομαζομένου Ιταλού. Ελθόντες ούτοι εις την Σικελίαν με πολυάριθμον στρατόν και νικήσαντες εις μάχην τους Σικανούς, απώθησαν αυτούς προς τα μεσημβρινά και τα δυτικά μέρη αυτής και έγιναν αιτία όπως η νήσος από Σικανίας ονομασθή Σικελία. Εγκατασταθέντες δ’ εις τα καλύτερα μέρη της χώρας, κατείχαν αυτήν επί τριακόσια περίπου έτη, προτού έλθουν Έλληνες εις την Σικελίαν. Και σήμερον ακόμη κατέχουν το κέντρον και τα βόρεια της νήσου. Αλλά και Φοίνικες είχαν, χάριν του μετά των Σικελών εμπορίου των, αποικίας πέριξ όλης της νήσου, και επί των ακρωτηρίων, τα οποία κατελάμβαναν και απεχώριζαν από την ξηράν διά τείχους, και επί των παρακειμένων νησιδίων. Αλλ’ όταν οι Έλληνες ωσαύτως ήρχισαν ερχόμενοι πολλοί διά θαλάσσης, απεσύρθησαν από τα λοιπά μέρη και συγκεντρωθέντες, κατώκησαν εις την Μοτύην, τον Σολούντα και το Πάνορμον, πλησίον των Ελύμων, το μεν ένεκα της εμπιστοσύνης που είχαν εις την συμμαχίαν των Ελύμων, το δε διότι εις το μέρος τούτο, το από Σικελίας εις Καρχηδόνα ταξίδιον είναι συντομώτατον. Τόσοι βάρβαροι λαοί και κατά τοιούτον τρόπον εγκατεστάθησαν εις την Σικελίαν.
3. Εκ των Ελλήνων, πρώτοι οι Χαλκιδείς, πλεύσαντες εξ Ευβοίας υπό την αρχηγίαν του Θουκλέους ως οικιστού, απώκισαν την Νάξον και ίδρυσαν βωμόν εις τιμήν Απόλλωνος του αρχηγέτου, ο οποίος σώζεται σήμερον εκτός της πόλεως και επί του οποίου οι αποστελλόμενοι εκ Σικελίας θεωροί προσφέρουν θυσίας, πριν εκπλεύσουν. Κατα το ακόλουθον έτος, ο Αρχίας, εις των Ηρακλειδών, ελθών εκ Κορίνθου, ίδρυσε τας Συρακούσας, αφού πρώτον εξεδίωξε τους Σικελούς εκ της νησίδος, η οποία είναι σήμερον ηνωμένη πλέον με την ξηράν και επί της οποίας κείται η εσωτερική πόλις. Με τον καιρόν ύστερον, και η έξω πόλις συνεδέθη με αυτήν δια τείχους και έγινε πολυάνθρωπος. Κατα το πέμπτον έτος μετά την ίδρυσιν των Συρακουσίων, ο Θουκλής μετά των Χαλκιδέων, ορμηθέντες εκ Νάξου, εξεδίωξαν κατόπιν πολέμου τους Σικελούς και ίδρυσαν τους Λεοντίνους, και ύστερον την Κατάνην. Οι Καταναίοι, εν τούτοις, εξέλεξαν οι ίδιοι ως οικιστήν τον Εύαρχον.
4. Περί την αυτήν εποχήν, ο Λάμις, ηγούμενος αποικίας, ήλθεν εκ Μεγάρων εις την Σικελίαν, όπου εγκατεστάθη εις θέσιν τινά, άνωθεν του ποταμού Παντακύου, καλουμένην Τρώτιλον. Βραδύτερον, μετοικήσας αυτόθεν, εγκατεστάθη εις τους Λεοντίνους, όπου επολιτογραφήθη με τους περί αυτόν, αλλά μετ’ ολίγον χρόνον εξεδιώχθη υπό των Χαλκιδέων και ίδρυσε την Θάψον, όπου και απέθανε. Οι περί αυτόν, εκδιωχθέντες εκ της Θάψου, ίδρυσαν τα κληθέντα Μέγαρα Υβλαία, επί χώρας, την οποίαν παρέδωκεν εις αυτούς και όπου τους ωδήγησεν ο βασιλεύς των Σικελών Ύβλων. Αφού κατώκησαν εκεί διακόσια σαράντα πέντε έτη, εξεδιώχθησαν εκ της πόλεως και της χώρας υπό του Γέλωνος, τυράννου των Συρακουσίων. Αλλά πριν εκδιωχθούν, εκατόν έτη μετά την ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, έστειλαν προς ίδρυσιν της Σελινούντος τον Πάμμιλον, όστις είχεν έλθει από την μητρόπολιν αυτών Μέγαρα, διά να λάβη μέρος εις την νέαν αποικίαν. Κατά το τεσσαρακοστόν πέμπτον έτος μετά την ίδρυσιν των Συρακουσών, ιδρύθη η Γέλα, από κοινού υπό του Αντιφήμου και του Εντίμου, οι οποίοι ήλθαν επί κεφαλής αποίκων, εκείνος εκ Ρόδου, και ούτος εκ Κρήτης. Η πόλις έλαβε το όνομά της από τον ποταμόν Γέλαν, αλλά το μέρος όπου ευρίσκεται σήμερον η ακρόπολις, και το οποίον ετειχίσθη πρώτον, ονομάζεται Λίνδιοι. Εις την νέαν αποικίαν εισήχθησαν οι Δωρικοί θεσμοί. Εκατόν οκτώ σχεδόν ακριβώς έτη μετά την ιδίαν αυτών εγκατάστασιν, οι Γελώοι ίδρυσαν τον Ακράγαντα. Την πόλιν ωνόμασαν εκ του ομωνύμου ποταμού. Οικιστάς αυτής διώρισαν τον Αριστόνουν και τον Πυστίλον, και εισήγαγαν εις αυτήν τους ιδίους αυτών θεσμούς. Η Ζάγκλη κατ’ αρχάς ιδρύθη από πειρατών ελθόντων εκ Κύμης, αποικίας των Χαλκιδέων, κειμένης εις την Οπικίαν. Βραδύτερον όμως ήλθαν εκ Χαλκίδος και της άλλης Ευβοίας πλήθος αποίκων, οι οποίοι ελαβαν μερος μετά των πρώτων εις την διανομήν της γης. Οικισταί ήσαν ο Περιήρης και ο Κραταιμένης, ο πρώτος εκ Κυμης, ο δεύτερος εκ Χαλκίδος. Η πόλις ωνομάσθη πρώτον υπό των Σικελών Ζάγκλη, διά το δρεπανοειδές σχήμα του μέρους, καθοσον το δρέπανον οι Σικελοί ονομάζουν «ζάγκλον». Βραδύτερον όμως οι άποικοι ούτοι εξεδιώχθησαν υπό των Σαμίων και άλλων Ιώνων, οι οποίοι, φεύγοντες τους Πέρσας, αποβιβάσθησαν εις την Σικελίαν. Τους Σαμίους πάλιν εξεδίωξεν ολίγον χρόνον ύστερον ο Αναξίλας, τύραννος των Ρηγίνων, και αποικίσας την πόλιν με σύμμικτον πληθυσμόν, μετωνόμασεν αυτήν Μεσσήνην από το όνομα της παλαιάς αυτού πατρίδος.
5. Της Ιμέρας οικισταί υπήρξαν οι εκ Ζάγκλης Ευκλείδης και Σίμος και Σάκων. Οι πλείστοι των αποίκων ήσαν Χαλκιδείς, αλλά μετ’ αυτών εγκατεστάθησαν και φυγάδες εκ Συρακουσών, οι καλούμενοι Μυλητίδαι, νικηθέντες υπό της αντιθέτου φατρίας. Και η μεν γλώσσα των ήτο κράμα της Χαλκιδικής και Δωρικής διαλέκτου, αλλ’ επεκράτησαν οι Χαλκιδικοί θεσμοί, αι Άκραι και αι Κασμέναι απωκίσθησαν υπό των Συρακουσίων, αι Άκραι εβδομήντα έτη μετά την ίδρυσιν των Συρακουσών, αι Κασμέναι είκοσι περίπου έτη μετά τας Άκρας. Η Καμάρινα απωκίσθη το πρώτον υπό των Συρακουσίων, ακριβώς σχεδόν εκατόν τριάντα πέντε έτη μετά την ίδρυσιν των Συρακουσών. Οικισταί αυτής ήσαν ο Δάσκων και ο Μενέκωλος. Αλλ’ οι Καιμαριναίοι, επαναστατήσαντες κατά των Συρακουσίων και νικηθέντες, εξεδιώχθησαν υπό τούτων, και μετά καιρόν ο Ιπποκράτης, τύραννος της Γέλας, λαβών την χώραν των Καμαριναίων ως λύτρα Συρακουσίων τινών αιχμαλώτων, έγινεν ο ίδιος οικιστής και συνώκισεν εκ νέου την Καμάριναν. Αλλ’ οι κάτοικοι αυτής εξεδιώχθησαν πάλιν υπό του Γέλωνος, και η πόλις απωκίσθη διά τρίτην φοράν υπό των κατοίκων της Γέλας.

6.
Οι Αθηναίοι στέλλουν πρέσβεις εις Έγεσταν της Σικελίας
Τόσοι λαοί Ελλήνων και βαρβάρων κατώκουν την Σικελίαν και τοσούτον ήτο το μέγεθος της νήσου, κατά της οποίας οι Αθηναίοι έσπευσαν να εκστρατεύσουν. Η αληθής αιτία της τοιαύτης εκστρατείας ήτο η ζωηρά των επιθυμία να κατακτήσουν ολόκληρον την νήσον, ήθελαν όμως συγχρόνως να έχουν την εύσχημον πρόφασιν, ότι έρχονται εις βοήθειαν των ομογενών των και των άλλων συμμάχων των. Αλλά προ πάντων εξώθησαν αυτούς πρέσβεις των Εγεσταίων, οι οποίοι, ελθόντες εις Αθήνας, επεκαλούντο μετά μεγάλης θέρμης την συνδρομήν των. Διότι, γείτονες όντες των Σελινουντίων, είχαν περιέλθει εις πόλεμον προς αυτούς, εξ αφορμής του ζητήματος της μεταξύ αυτών επιγαμίας και ένεκα αμφισβητουμένου τινος εδάφους, και οι Σελινούντιοι, επικαλεσθέντες την συμμαχικήν βοήθειαν των Συρακουσίων, επίεζαν αυτούς ισχυρώς διά του πολέμου και κατά γην και κατά θάλασσαν. Ως εκ τούτου, οι Εγεσταίοι, υπενθυμίζοντες εις τους Αθηναίους την συμμαχίαν, η οποία είχε συνομολογηθή επί Λάχητος κατά τον προηγούμενον πόλεμον, παρεκάλουν να τους βοηθήσουν διά της αποστολής ναυτικής δυνάμεως, ισχυριζόμενοι, πλην πολλών άλλων, και τούτο κυρίως, ότι, εάν οι Συρακούσιοι δεν ετιμωρούντο διά την έξωσιν των Λεοντίνων εκ της πόλεώς των, και αφίνοντο να καταστρέψουν και τους υπολειπομένους ακόμη συμμάχους των Αθηναίων και εκτείνουν ούτω την εξουσίαν των εις ολόκληρον την Σικελίαν, υπήρχε φόβος μήπως, Δωριείς αυτοί και άποικοι, έλθουν ημέραν τινά με μεγάλας στρατιωτικάς δυνάμεις εις βοήθειαν των Δωριέων της Πελοποννήσου, ως ομογενών και ιδρυτών της αποικίας των, και συγκαταλύσουν την δύναμιν και αυτών των Αθηνών. Ότι, επομένως, η φρόνησις επιβάλλει ν’ αντιταχθούν κατά των Συρακουσίων με τους υπολειπόμενους ακόμη συμμάχους των, τόσον μάλλον, καθόσον, ως έλεγαν οι Εγεσταίοι, θα παρείχαν αυτοί ικανά διά τον πόλεμον χρήματα. Οι Αθηναίοι ακούσαντες κατά τας συνελεύσεις του λαού τους Εγεσταίους και τους υποστηρικτάς αυτών εκθέτοντας επανειλημμένως τα επιχειρήματα ταύτα, εψήφισαν να αποσταλούν πρώτον πρέσβεις εις την Έγεσταν, όπως δι’ επιτοπίου ερεύνης βεβαιωθούν εάν υπάρχουν πράγματι τα χρήματα τα οποία ισχυρίζονται ότι έχουν εις το δημόσιον ταμείον και εις τους ναούς, και εξακριβώσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται τα του πολέμου προς τους Σελινουντίους.
7.
Οι Αργείοι κατεδαφίζουν τας Ορνεάς
Ούτως, οι πρέσβεις των Αθηναίων εστάλησαν εις την Σικελίαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, και οι σύμμαχοι αυτών, πλην των Κορινθίων, εξεστράτευσαν, κατα την διάρκειαν του αυτού χειμώνος εις την Αργολίδα και ηρήμωσαν μικρόν μέρος αυτής, αποκομίσαντες και σίτον επί αμαξών, τας οποίας είχαν φέρει μαζί των προς τούτο. Αφού δ’ εγκατέστησαν τους Αργείους φυγάδας εις τας Ορνεάς, όπου άφισαν μικράν φρουράν, και συνωμολόγησαν ανακωχήν διά χρονικόν τι διάστημα, κατα το οποίον οι Ορνεάται και οι Αργείοι υπεχρεώθησαν να μη βλάπτουν οι μεν την χώραν των δε, επέστρεψαν με τον στρατόν εις τα ίδια. Αλλ’ επειδή οι Αθηναίοι ήλθαν μετ’ ολίγον χρόνον με τριάντα πλοία και εξακόσιους οπλίτας οι Αργείοι εξεστράτευσαν πανστρατιά με αυτούς και επολιόρκησαν τας Ορνεάς επί μίαν ημέραν. Διαρκούσης όμως της νυκτός, επειδή ο πολιορκητικός στρατός κατηυλίσθη μακράν, οι πολιορκούμενοι έφυγαν απαρατήρητοι από τας Ορνεάς. Την επομένην, άμα ως αντελήφθησαν το πράγμα οι Αργείοι, κατηδάφισαν τας Ορνεάς και μετά τούτο ανεχώρησαν. Και μετ’ ολίγον επέστρεψαν και οι Αθηναίοι με τον στόλον των εις τα ίδια.
Οι Αθηναίοι ερημώνουν την Μακεδονίαν
Οι Αθηναίοι μετέφεραν ωσαύτως διά θαλάσσης εις την Μεθώνην, παρά τα σύνορα της Μακεδονίας, ιππικόν, αποτελούμενον από συμπολίτας των και από Μακεδόνας εξόριστους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις Αθήνας, και ηρήμωναν την χώραν του Περδίκκα. Οι Λακεδαιμόνιοι διεμήνυσαν προς τους Χαλκιδείς της Θράκης, οι οποίοι, ευρίσκοντο υπό ανακωχήν προς τους Αθηναίους, δυναμένην να τερματισθή δέκα ημέρας μετά την καταγγελίαν, συνιστώντες να βοηθήσουν τον Περδίκκαν. Ούτοι όμως ηρνήθησαν. Και εν τω μεταξύ ετελείωσεν ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον έκτον έτος του πολέμου, του οποίου την Ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.
Έτος 17ον : 415 – 414 π.Χ.
8.
Η εκκλησία του δήμου των Αθηναίων ψηφίζει την εκστρατείαν εις Σικελίαν
Κατά την αρχήν του επομένου έαρος, οι Αθηναίοι πρέσβεις επέστρεψαν εκ Σικελίας, συνοδευόμενοι υπό των πρέσβεων των Εγεσταίων, οι οποίοι έφεραν εξήντα τάλαντα αργύρου μη νομισματοποιημένου, ως μισθόν ενός μηνός των πληρωμάτων εξήντα πλοίων, των οποίων την αποστολήν επρόκειτο να ζητήσουν. Οι Αθηναίοι συνεκάλεσαν την συνέλευσιν του λάου, και ακούσαντες από τους πρέσβεις των Εγεσταίων και τους ιδικούς των, πλην άλλων επαγωγών και αναληθών πραγμάτων, ότι υπήρχαν άφθονα χρήματα έτοιμα εντός των ναών και του δημοσίου ταμείου, εψήφισαν την εις Σικελίαν αποστολήν στόλου εξήντα πλοίων, υπό την αρχηγίαν του Αλκιβιάδου, υιού του Κλεινίου, του Νικίου, υιού του Νικηράτου, και του Λαμάχου υιού του Ξενοφάνους, εις τους οποίους έδωκαν απόλυτον πληρεξουσιότητα να βοηθήσουν τους Εγεσταίους εναντίον των Σελινουντίων, να συνοικίσουν και πάλιν την πόλιν των Λεοντίνων, εάν μέρος εξ αυτών ήθελε σωθή εκ του πολέμου, και ρυθμίσουν κατά τα λοιπά τα πράγματα της Σικελίας, όπως θα έκριναν καλύτερον διά το συμφέρον των Αθηναίων. Πέντε ημέρας ύστερον, συνεκλήθη πάλιν συνέλευσις του λαού, όπως εξετάση τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν διά την ταχύτερον παρασκευήν της εκστρατείας, και όπως ψηφιστή κάθε άλλο, του οποίου οι στρατηγοί θα είχαν τυχόν ανάγκην διά να εκκινήσουν. Ο Νικίας, ο οποίος είχεν εκλεχθή αρχηγός παρά την θέλησίν του, και, εξ άλλου, ενόμιζεν ότι η απόφασις της πόλεως ήτο εσφαλμένη και ότι δι’ αιτίαν ασήμαντον και κατ’ επίφασιν μόνον ευπρόσωπον επεδίωκαν την κατάκτησιν ολοκλήρου της Σικελίας, η οποία ήτο έργον δυσχερές, επροχώρησεν εις το βήμα, και θέλων ν’ αποτρέψη τους Αθηναίους, απηύθυνεν εις αυτούς τους επομένους περίπου παραινετικούς λόγους:
9.
Λόγος του Νικίου προς την εκκλησίαν του δήμου Αθηναίων κατά της εκστρατείας
«Η σημερινή συνέλευσις του λαού συνεκλήθη διά να εξετάση κατά τινα τρόπον πρέπει να γίνουν αι παρασκευαί μας διά την εκστρατείαν κατά της Σιικελίας. Αλλ’ εγώ νομίζω ότι οφείλομεν να διασκεφθώμεν ακόμη περί της ουσίας αυτού του ζητήματος, αν δηλαδή συμφέρη να γίνη η θαλασσία αυτή εκστρατεία, και ότι δεν πρέπει, προκειμένου περί σπουδαιοτάτης υποθέσεως, ν’ αναλάβωμεν, κατόπιν τόσον βραχείας σκέψεως, πόλεμον, ο οποίος δεν μας αφορά, παρασυρόμενοι από ανθρώπους αλλοφύλους. Μολονότι, δι’ εμέ τουλάχιστον, η εκστρατεία αυτή φέρει τιμήν και ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι διά την ιδίαν μου ζωήν, το οποίον δεν σημαίνει ότι θεωρώ ολιγώτερον καλόν πολίτην εκείνον, ο οποίος προνοεί και περί του προσώπου του και περί της περιουσίας του, αφού ο τοιούτος είναι φυσικόν να θέλη, χάριν του ιδίου αυτού συμφέροντος, όπως και τα πράγματα της πόλεως ευδοκιμούν. Άλλωστε, ούτε εις το παρελθόν ωμίλησα ποτέ, παρά τας πεποιθήσεις μου, ένεκα των τιμών, αι οποίαι μου επεδαψιλεύοντο, ούτε τώρα θα είπω άλλο τι παρ’ ό,τι θεωρώ καλύτερον. Ως εκ της ιδιοσυγκρασίας σας, γνωρίζω καλώς ότι οι λόγοι μου δεν θα έφεραν κανέν αποτέλεσμα, εάν σας εσυμβούλευα να φροντίζετε περί της διατηρήσεως των κεκτημένων, και να μη διακινδυνεύσετε ό,τι έχετε ήδη εις χείρας χάριν των αδήλων και μελλόντων. Θα προσπαθήσω, εν τούτοις, να σας αποδείξω, ότι η σπουδή σας είναι άκαιρος και ότι δεν είναι εύκολον να επιτύχετε ό,τι επιδιώκετε.
10. «Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι εκστρατεύοντες κατά της Σικελίας και αφίνοντες οπίσω σας πολλούς εχθρούς, επιθυμείτε, ως φαίνεται, πλέοντες εκεί να προσελκύσετε και άλλους τοιούτους εδώ. Και νομίζετε ίσως, ότι σας παρέχει ασφάλειαν τινα η συνομολογηθείσα ειρήνη. Αλλ’ αυτή, εάν μεν μένετε ήσυχοι, ημπορεί να είναι ειρήνη, κατ’ όνομα (διότι τοιαύτην την κατήντησαν αι ενέργειαι μερικών και εδώ και μεταξύ των αντιπάλων μας), εάν όμως υποστήτε αποφασιστικήν τινα ήτταν, οι εχθροί θα σπεύσουν να σας επιτεθούν, πρώτον μεν διότι την συνθήκην ηναγκάσθησαν ούτοι να συνομολογήσουν συνεπεία των ατυχιών των, και η υπογραφή της εκείνους μάλλον εξέθεσε παρά ημάς. Έπειτα, αυτή αύτη η συνθήκη περιέχει πολλά αμφισβητούμενα. Άλλωστε, μερικοί εκ των αντιπάλων μας, και όχι οι ασθενέστεροι, ούτε μέχρι σήμερον ακόμη εδέχθησαν την συνθήκην αυτήν, αλλ’ άλλοι μεν διατελούν εις φανερόν προς ημάς πόλεμον, άλλοι δε, τουναντίον, διότι οι Λακεδαιμόνιοι μένουν ακόμη ήσυχοι, απέχουν και αυτοί επίσης εχθροπραξιών, επί τη βάσει ανακωχής δυναμένης να τερματισθή δέκα ημέρας μετά την καταγγελίαν. Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον, εάν εύρισκαν την δύναμίν μας διηρημένην, προς το οποίον ήδη μετά τόσης σπουδής φερόμεθα, να επετίθεντο συντόνως εναντίον μας ομού μετά των Σικελιωτών, εις των οποίων την συμμαχίαν θα απέδιδαν μεγάλην αξίαν. Αυτά, επομένως, οφείλομεν προσηκόντως να εξετάσωμεν, και ενώ το σκάφος της πολιτείας είναι ακόμη μακράν του λιμένος, να μη σκεπτώμεθα περί αναλήψεως κινδύνων, και να μη ορεγώμεθα νέας κατακτήσεις, πριν εξασφαλίσωμεν τας υπάρχουσας, αφού και τους Χαλκιδείς της Θράκης, οι οποίοι έχουν αποστατήσει από ημάς επί τόσα έτη, ακόμη δεν υπετάξαμεν, και άλλων εκ των επί της στερεάς υπηκόων μας η υπακοή είναι αμφίβολος. Αλλ’ ημείς σπεύδομεν να βοηθήσωμεν τους Εγεσταίους, διότι είναι τάχα σύμμαχοί μας και αδικούνται, αναβάλλομεν όμως να εκδικηθώμεν τα εναντίον μας αδικήματα των υπηκόων μας, οι οποίοι από τόσον καιρόν έχουν αποστατήσει από ημάς.
11. «Μολονότι άπαξ υποτάξαντες τούτους θα ηδυνάμεθα να συγκρατήσωμεν εκείνους, εάν νικήσωμεν τους Σικελιώτας αδύνατον είναι να κρατήσωμεν αυτούς υπό την εξουσίαν μας, ένεκα της μεγάλης αποστάσεως και του μεγάλου των πλήθους. Είναι, έν τούτοις, ανόητον να εκστρατεύη κανείς εναντίον λαού, τον οποίου η ήττα δεν εξασφαλίζει την υποταγήν, και ενώ η αποτυχία δεν αφίνει αυτόν εις την ιδίαν θέσιν που ευρίσκετο προ της επιχειρήσεως. Αποβλέπων εις την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων της Σικελίας, τολμώ να είπω ότι οι Σικελιώται θα ήσαν ακόμη ολιγώτερον επικίνδυνοι δι’ ημάς, εάν υποβάλλοντο υπό την ηγεμονίαν των Συρακουσίων, με την άποψιν της οποίας οι Εγεσταίοι ζητούν κυρίως να μας εκφοβίσουν. Διότι σήμερον μεν είναι ενδεχόμενον να έλθουν εκείθεν μεμονωμένα άτομα εναντίον μας, εκ της επιθυμίας να υποχρεώσουν τους Λακεδαιμονίους, αλλ’ εάν όλοι οι Σικελιώται υπεβάλλοντο υπό την ηγεμονίαν μιας πόλεως, δεν είναι πιθανόν τοιαύτη ηγεμονεύουσα πόλις ν’ αναλάβη πόλεμον κατ’ άλλης επίσης ηγεμονευούσης πόλεως. Διότι καθ’ ον τρόπον αυτή, συνεργαζόμενη μετά των Πελοποννησίων, ήθελε θέσει τέρμα εις την ηγεμονίαν μας, είναι φυσικόν να καταλυθή και η ιδική της υπό των ιδίων Πελοποννησίων διά της χρησιμοποιήσεως των αυτών μέσων. Εάν δε θέλωμεν να μας φοβούνται οι Έλληνες της Σικελίας, το καλλίτερον που έχομεν να κάνωμεν είναι να μη μεταβώμεν εκεί. Ημπορούμεν να επιτύχωμεν το αυτό, μολονότι εις μικρότερον βαθμόν, εάν αφού τους επιδείξωμεν την δύναμιν μας, αποσυρθώμεν μετά βραχείαν εκεί παραμονήν. Διότι γνωρίζομεν πάντες ότι οι ανθρώποι θαυμάζουν ό,τι ευρίσκεται εις μεγαλυτέραν απ’ αυτών απόστασιν και εκείνα, τα οποία δίδουν ελαχίστην ευκαιρίαν, όπως ή περί αυτών φήμη υποβληθή εις δοκιμασίαν. Αλλ’ εάν υφιστάμεθα αποτυχίαν τινά, θα μας περιεφρόνουν και δεν θα εβράδυναν να μας επιτεθούν, συνεργαζόμενοι με τους εδώ εχθρούς μας. Τούτο ακριβώς έχετε πάθει και σεις, ώ Αθηναίοι, με τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των. Επειδή, αντιθέτως προς τους αρχικούς φόβους σας, τους ενικήσατε απροσδοκήτως, καταφρονείτε ήδη αυτούς και επιδιώκετε την κατάκτησιν και της Σικελίας ακόμη. Δεν πρέπει όμως να επαίρεσθε διά τας ατυχίας των αντιπάλων, αλλά την εμπιστοσύνην σας να στηρίζετε μόνον εις την διά της υπεροχής των σχεδίων και υπολογισμών σας επικράτησιν απέναντι αυτών. Και πρέπει να εννοήσετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα της ταπεινωτικής δι’ αυτούς ειρήνης, εις εν και μόνον αποβλέπουν: πώς ακόμη και τώρα, αν ημπορέσουν, θα μας ανατρέψουν, διά να αποπλύνουν την ιδίαν αυτών ταπείνωσιν, τοσούτω μάλλον καθόσον ανέκαθεν και υπέρ πάν άλλο θηρεύουν την φήμην της ανδρείας. Οφείλομεν, ως εκ τούτου, εάν σωφρονούμεν, να εννοήσωμεν ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει δεν είναι η τύχη των Εγεσταίων της Σικελίας, λαού βαρβάρου, αλλά πώς ασφαλέστερον θα προφυλαχθώμεν από τας επιβουλάς πόλεως, εμπνεομένης από ολιγαρχικάς προθέσεις.
12. «Οφείλομεν, προς τούτοις, να μη λησμονούμεν, ότι προ μικρού ανελάβαμεν οπωσδήποτε από μεγάλην επιδημίαν και πόλεμον, και ως εκ τούτου μόλις τώρα αναπληρώνομεν τας εις χρήματα και άνδρας απωλείας μας. Τους πόρους μας τούτους καθήκον έχομεν να χρησιμοποιήσωμεν εδώ υπέρ των αναγκών ημών και όχι υπέρ των φυγάδων τούτων, οι οποίοι εκλιπαρούν την βοήθειάν μας, οι οποίοι συμφέρον έχουν να ψευσθούν επιτυχώς και οι οποίοι, εάν μεν επιτύχουν εις βάρος των άλλων, χωρίς αυτοί να συνεισφέρουν άλλο τι παρά λόγια, δεν επιδεικνύουν ανάλογον ευγνωμοσύνην, ενώ εάν αποτύχουν, παρασύρουν τους φίλους των εις την καταστροφήν. Εάν πάλιν κανείς ευτυχής, διότι εξελέχθη στρατηγός, συνιστά την εκστρατείαν, αποβλέπων μόνον εις το ίδιον αυτού συμφέρον (άλλωστε ων και πάρα πολύ νέος διά να είναι αρχηγός), διά να θαυμασθή διά τους ίππους που τρέφει και ωφεληθή κάτι από την αρχηγίαν του, όπως επαρκέση εις την πολυτέλειάν του, μήτε εις αυτόν δώσατε την ευκαιρίαν να επιδειχθή προσωπικώς με κίνδυνον της πόλεως. Οφείλετε να έχετε υπ’ όψιν ότι τοιούτοι ανθρώποι ζημιώνουν τα δημόσια και σπαταλούν τα ίδια, και ότι το πράγμα είναι πάρα πολύ σοβαρόν και όχι τοιούτον ώστε να ημπορή να σχεδιασθή και επιχειρηθή εσπευσμένως υπό νεωτέρων.
13. «Τούτους βλέπων τώρα παριστάμενους εδώ, κατά παρακίνησιν του ιδίου ανθρώπου, φοβούμαι και παρακινώ αντιθέτως τους πρεσβυτέρους, όσοι τυχόν κάθηνται πλησίον τινός εαυτών να μη επηρεασθούν από ψευδές αίσθημα εντροπής και φοβηθούν μήπως θεωρηθούν δειλοί, εάν δεν ψηφίσουν υπέρ του πολέμου. Μήτε να καταληφθούν, όπως ημπορούν να το πάθουν, από νοσηρόν έρωτα, διά πράγματα που δεν βλέπουν, διότι γνωρίζουν ότι διά της απληστίας ελάχιστα επιτυγχάνονται, ενώ διά της προνοίας πλείστα. Εν ονόματι της πατρίδος, η οποία εις το παρελθόν ουδέποτε διέτρεξε μεγαλύτερον κίνδυνον, ας αποκρούσουν τον πόλεμον και ας ψηφίσουν, όπως οι μεν Σικελιώται, σεβόμενοι τα μεταξύ ημών και αυτών σημερινά σύνορα, κατά των οποίων τίποτε δεν ημπορεί κανείς να προβάλη, τον Ιόνιον δηλαδή κόλπον, διά τον πλέοντα παρά την ακτήν, και την Σικελικήν θάλασσαν, διά τον πλέοντα διά του ανοικτού πελάγους, και διακηρούντες τας κτήσεις των, διευθετούν τας διαφοράς των αναμεταξύ των. Προς τους Εγεσταίους, εξ άλλου, ιδιαιτέρως να είπωμεν ότι, αφού τον προς τους Σελινουντίους πόλεμον ανέλαβαν, κατ’ αρχάς, άνευ της γνώμης των Αθηναίων οφείλουν και μόνοι των να τον τερματίσουν. Και του λοιπού να παραιτήσωμεν την συνήθειαν να κάμωμεν συμμάχους, τους οποίους οφείλομεν να βοηθώμεν, εάν ατυχήσουν, αλλ’ από τους οποίους καμμίαν δεν θα λάβωμεν βοήθειαν εν ώρα ανάγκης.
14. «Και συ, Πρύτανη, εάν νομίζης ότι καθήκον έχεις να κήδεσαι της πόλεως, και θέλης να δειχθής αληθής καλός πολίτης, υπόβαλε πάλιν το ζήτημα εις νέαν συζήτησιν και ψηφοφορίαν του Αθηναϊκού λαού. Εάν διστάζης να επανέλθης εις τα άπαξ ψηφισθέντα, σκέψου ότι επί παρουσία τόσων μαρτύρων δεν ημπορεί να γεννηθή ζήτημα παραβιάσεως των νόμων, αλλ’ ότι θα γίνης ιατρός της πόλεως, εν σχέσει προς την ληφθείσαν υπ’ αυτής απόφασιν, και ότι καλού άρχοντος καθήκον είναι να ωφελήση όσον ημπορεί περισσότερον την πατρίδα του, ή τουλάχιστον να μη την βλάψη εκουσίως».
15. Τοιαύτα είπεν ο Νικίας. Οι πλείστοι εκ των Αθηναίων, οι οποίοι επροχώρησαν εις το βήμα και έλαβαν τον λόγον, ωμίλησαν υπέρ της εκστρατείας και κατά της ανατροπής των αποφασισθέντων, τινές όμως ωμίλησαν αντιθέτως. Αλλά μετά μεγίστης ζέσεως εξώθει εις την εκστρατείαν ο Αλκιβιάδης, υιός του Κλεινίου, και διότι ήθελε ν’ αντιπολιτευθή τον Νικίαν, του οποίου και άλλως ήτο πολιτικός αντίπαλος, και διότι όντος ωμίλησε περί αυτού υβριστικώς. Προ πάντων όμως, διότι επεθύμει ν’ ασκήση την αρχηγίαν, ελπίζων ούτω και την Σικελίαν να κατακτήση και την Καρχηδόνα, και συγχρόνως διά των πολεμικών του επιτυχιών να εξυπηρετήση τα προσωπικά του συμφέροντα, αποκτών και πλούτη και δόξαν. Πράγματι, κατέχων υπέροχον θέσιν μεταξύ των πολιτών, επεδίδετο εις ικανοποίησιν των επιθυμιών του, εν σχέσει προς τας ιπποτροφίας και την άλλην πολυτέλειαν, υπεράνω των μέσων, τα οποία διέθετε, και τούτο προ πάντων έγινε βραδύτερον αιτία της καταστροφής της πόλεως. Διότι φοβηθέντες οι πολλοί τας υπερβολάς του εκδεδιητημένου και ακολάστου βίου του, καθώς και την μεγαλοπραγμοσύνην, την οποίαν επεδείκνυε εις το κάθε τι που ανεμιγνύετο, διετέθησαν εχθρικώς κατ’ αυτού, καθόσον τον υπώπτευαν ως επιδιώκοντα τυραννίδα. Και μολονότι διεχειρίζετο δημοσία άριστα τα του πολέμου, έκαστος ηγανάκτει κατ’ αυτού προσωπικώς, ένεκα του τρόπου του βίου του, και ως εκ τούτου, εμπιστευθέντες τα της πόλεως εις άλλους, έφεραν αυτήν μετ’ ολίγον εις την καταστροφήν. Και ήδη προχωρήσας εις το βήμα, απηύθυνε προς τους Αθηναίους τον επόμενον περίπου παραινετικόν λόγον.
16.
Λόγος του Αλκιβιάδου υπέρ της εκστρατείας
«Και περισσότερον αρμόζει εις εμέ, Αθηναίοι, η στρατηγία παρά εις άλλους (διότι αναγκάζομαι ν’ αρχίσω από αυτό, αφού ο Νικίας με έθιξε), και άξιος αυτής νομίζω ταυτοχρόνως ότι είμαι. Καθόσον εκείνα, διά τα οποία κατακραυγάζουν εναντίον μου, εις μεν τους προγόνους μου και εμέ αυτόν φέρουν τιμήν, εις δε την πατρίδα και ωφέλειαν. Διότι, ένεκα της μεγαλοπρεπείας, την οποίαν ανέπτυξα κατά την συμμετοχήν μου εις τους ολυμπιακούς αγώνας, οι Έλληνες, οι οποίοι προηγουμένως ενόμιζαν τας Αθήνας εξηυτελισμένας ένεκα του πολέμου, συνέλαβαν περί της δυνάμεως αυτών ιδέαν ανωτέραν και της πραγματικής. Καθόσον επτά άρματα έστειλα, διά να λάβουν μέρος εις τους αγώνας, όσα κανείς ποτέ ιδιώτης προηγουμένως, και πρώτος νικητής ανεδείχθην και δεύτερον και τέταρτον βραβείον έλαβα και τα λοιπά πάντα διηυθέτησα ανταξίως της νίκης. Ασχέτως προς την τιμήν, η οποία κατά την κρατούσαν αντίληψιν συνοδεύει τοιαύτας επιτυχίας, η επιδεικνυομένη κατ’ αυτάς δραστηριότης δημιουργεί την εντύπωσιν δυνάμεως. Η λάμψις, εξ άλλου, η οποία με περιβάλλει εντός της πόλεως, οσάκις επιχορηγώ χορούς, και εις άλλας αναλόγους περιστάσεις, μολονότι προκαλεί φυσικά τον φθόνον μεταξύ των πολιτών, θεωρείται, εν τούτοις, υπό των ξένων ως νέον τεκμήριον δυνάμεως. Και δεν είναι άχρηστος η ανοησία αυτή, την οποίαν επιδεικνύει εκείνος, όστις, δαπανών εξ ιδίων, ωφελεί όχι μόνον εαυτόν, αλλά και την πόλιν. Ούτε είναι άδικον, εάν ο τοιούτος, έχων συναίσθησιν της προσωπικής υπεροχής του, αρνήται να θεωρή τους άλλους ίσους του, αφού ο κακοτυχών δεν συμμερίζεται με άλλους την κακοτυχίαν του. Αλλ’ όπως, όταν δυστυχούμεν, ουδείς μας απευθύνει τον λόγον και πάντες αποφεύγουν την συναναστροφήν μας, πρέπει επίσης ν’ ανέχεται τις την υπεροψίαν των ευτυχούντων, Άλλως, οφείλει να συμπεριφέρεται προς τους άλλους ως ίσους του, διά να έχη το δικαίωμα ν’ απαιτή το αυτό εκ μέρους των. Γνωρίζω ότι οι τοιούτοι και όσοι άλλοι διεκρίθησαν διά της υπεροχής των εις κάτι τι, εφόσον μεν ευρίσκονται εις την ζωήν, είναι οχληροί εις τους ομοίους των προ πάντων και κατά δεύτερον λόγον εις τους άλλους, με τους οποίους έρχονται εις επαφήν. Αλλ’ ότι μετά θάνατον αφίνουν οπίσω των τοιούτον όνομα, ώστε τινές διεκδικούν αυτούς, ψευδώς πολλάκις, ως συγγενείς των, και γίνονται καύχημα διά την πατρίδα των, η οποία τους θεωρεί όχι ως ξένους, ουδέ ως διαπράξαντας σφάλματα, αλλ’ ως ίδια αυτής τέκνα και ως κατορθώσαντας έργα μεγάλα. Αλλ’ ενώ τοιαύτη είναι η φιλοδοξία μου και τοιούτοι οι λόγοι, ένεκα των οποίων κατακραυγάζουν κατά του ιδιωτικού μου βίου, παρακαλώ να εξετάσετε, εάν υπάρχη εις την διαχείρισιν των δημοσίων κανείς ανώτερός μου. Συνασπίσας τας ισχυροτάτας πόλεις της Πελοποννήσου εις ένα σύνδεσμον, ηνάγκασα τους Λακεδαιμονίους εις την Μαντίνειαν να διακινδυνεύσουν τα πάντα εις τον αγώνα μιας ημέρας, χωρίς να σας εκθέσω εις μεγάλους κινδύνους και δαπανάς. Και, ως εκ τούτου, μολονότι η μάχη απέβη υπέρ αυτών, ούτε μέχρι σήμερον ανέκτησαν εντελώς το θάρρος των.
17. «Ταύτα κατώρθωσεν η νεότης μου και η ανοησία μου, η οποία φαίνεται ότι υπερβαίνει κάθε όριον. Τοιουτοτρόπως επολιτεύθην απέναντι της δυνάμεως των Πελοποννησίων, ομιλών μετά περισκέψεως, ενώ η ορμή μου παρέσυρεν αυτούς να με ακολουθήσουν. Και τώρα μη φοβείσθε την νεότητά μου, αλλ’ εφόσον αυτή ευρίσκεται εις την ακμήν της, και εφόσον ο Νικίας φαίνεται τυχερός, χρησιμοποιήσατε τας υπηρεσίας και των δύο μας. Αποφασίσαντες την εκστρατείαν, μη μεταβάλετε γνώμην, θεωρούντες την Σικελίαν ως μεγάλην δύναμιν. Διότι η πολυανθρωπία των πόλεών της συγκροτείται από συμμίκτους όχλους, και η σύστασις του πληθυσμού των υφίσταται συνεχείς μεταβολάς και προσθήκας, και δι’ αυτό κανείς δεν θεωρεί ότι έχει πατρίδα ιδικήν του, και συνεπώς, ούτε οι πολίται είναι εφοδιασμένοι δι’ όπλων, και η χώρα στερείται των αναγκαίων εγκαταστάσεων. Αλλά καθείς φροντίζει να εφοδιάζεται με ό,τι νομίζει ότι ημπορεί ν’ αποσπάση από το κοινόν, είτε διά της πειθούς των λόγων, είτε διά στασιαστικών κνημάτων, διά να τα χρησιμοποιήση, εν περιπτώσει αποτυχίας, όπως εγκατασταθή εις άλλην χώραν. Και εύκολον είναι, να συμπεράνη κανείς, ότι όχλος εκ τοιούτων στοιχείων αποτελούμενος, ούτε κατά τας διασκέψεις φθάνει εις κοινάς αποφάσεις, ούτε την εκτέλεσιν έργων αναλαμβάνει με κοινήν κατεύθυνσιν, αλλ’ ότι ταχέως θα προσχωρήσουν προς ημάς τμηματικώς, εάν απευθύνωμεν προς αυτούς επαγωγούς λόγους, προ πάντων, εάν, όπως μανθάνομεν, μαστίζωνται από εμφυλίους σπαραγμούς. Αλλ’ ούτε εκείνοι έχουν όσους καυχώνται οπλίτας ως απεδείχθη προκειμένου και περί των άλλων Ελληνικών πόλεων, ότι οι αριθμοί εκάστης εξ αυτών ήσαν εξωγκωμένοι, και ότι η Ελλάς, δεινώς πλανηθείσα ως προς τον αριθμόν των οπλιτών της, μόλις κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου κατώρθωσε να παρασκευάση επαρκή αριθμόν εκ τούτων. Τοιαύτη λοιπόν είναι η κατάστασις, την οποίαν θα εύρωμεν εκεί, εξ όσων ακούω, και ακόμη ευνοϊκωτέρα, καθόσον πολλοί εκ των βαρβάρων, από έχθραν προς τους Συρακουσίους, θα συμπράττουν μαζί μας εις την κατ’ αυτών επίθεσιν. Και τα εδώ δε δεν θα παράσχουν κανέν πρόσκομμα, εάν σωφρονήτε. Διότι οι πατέρες ημών, έχοντες εχθρούς αυτούς τούτους, τους οποίους και τώρα ισχυριζόμεθα ότι θα αφίσωμεν οπίσω μας εκστρατεύοντες, και συγχρόνως την αντίθεσιν των Περσών, απέκτησαν την ηγεμονίαν, εις ουδέν άλλο στηριζόμενοι, παρά εις την υπεροχήν του ναυτικού των. Και τώρα οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι ποτέ άλλοτε δεν είχαν ολιγωτέρας απέναντι ημών ελπίδας επιτυχίας, οσονδήποτε αισιόδοξοι και αν ήσαν, άλλο δεν ημπορούν να κάμουν παρά να εισβάλουν εις το έδαφός μας, το οποίον, άλλωστε, ημπορούν να κάμουν και αν ακόμη δεν εκπλεύσωμεν κατά της Σικελίας. Αλλά καμμίαν δεν ημπορούν να μας προξενήσουν βλάβην διά του στόλου των, αφού θ’ αφίσωμεν οπίσω μας στόλον ικανόν ν’ αντιταχθή προς αυτούς.
18. «Ποίαν λοιπόν εύλογον αιτίαν θα ημπορούσαμεν να προβάλωμεν διά τους ενδοιασμούς μας ή να επικαλεσθώμεν απέναντι των συμμάχων μας, εις την Σικελίαν ως δικαιολογίαν του ότι δεν σπεύδομεν εις βοήθειάν των, ενώ καθήκον ημών είναι να τους βοηθήσωμεν, αφού ενόρκως υπεσχέθημεν τούτο, και να μη αντιτάσσωμεν ότι δεν μας εβοήθησαν και εκείνοι; Διότι δεν προσέλαβαμεν αυτούς συμμάχους διά να έλθουν εδώ προς βοήθειαν μας, αλλά διά να παρενοχλούν τους εκεί εχθρούς μας και εμποδίζουν αυτούς να έρχωνται εδώ. Και την ηγεμονίαν, άλλωστε, απεκτήσαμεν (όπως και κάθε άλλος που απέκτησεν ηγεμονίαν) σπεύδοντες προθύμως εις βοήθειαν παντός, είτε Έλληνος, είτε βαρβάρου, ο οποίος εκάστοτε επεκαλείτο αυτήν. Ενώ, αντιθέτως, εάν εμέναμεν αδρανείς, ή καθιερώναμεν φυλετικάς διακρίσεις, διά να εξακριβώσωμεν ποίους πρέπει να βοηθήσωμεν, πολύ ολίγα θα ημπορούσαμεν να προσθέσωμεν εις την ηγεμονίαν μας και θα εξεθέταμεν μάλλον αυτήν ολόκληρον εις κίνδυνον. Διότι, τους υπερέχοντας εις δύναμιν δεν αποκρούομεν μόνον επιτιθεμένους, αλλά και λαμβάνομεν προφυλακτικά μέτρα, διά να μη μας επιτεθούν. Ούτε ημπορούμεν να υπολογίζωμεν μετ’ ακριβείας τα όρια, πέραν των οποίων δεν θα ηθέλαμεν να εκταθή η ηγεμονία μας, αλλ’ είμεθα υποχρεωμένοι, αφού άπαξ εφθάσαμεν εις το σημείον που ευρισκόμεθα σήμερον, να συγκρατούμεν τους μεν και να επιδιώκετε την ησυχίαν, όπως άλλοι, εφόσον δεν εφαρμόζετε πολιτικήν ομοίαν προς την ιδικήν των.
Έχοντες λοιπόν υπ’ όψιν ότι θ’ αυξήσωμεν μάλλον την εδώ δύναμίν μας, εάν επιτεθώμεν, διευθυνόμενοι κατά των εκεί εχθρών μας, ας εκπλεύσωμεν, όπως και των Πελοποννησίων την υπερηφάνειαν ταπεινώσωμεν, καθώς θα συμβή, όταν δείξωμεν ότι περιφρονούντες την σημερινήν ειρηνικήν κατάστασιν εκστρατεύσωμεν και κατά της Σικελίας και συγχρόνως γίνωμεν κύριοι και της όλης Ελλάδος, όπως θα συμβή πιθανώς, όταν εις τας κτήσεις μας προστεθούν αι εκεί. Εν πάση περιπτώσει, θα βλάψωμεν σοβαρώς τους Συρακουσίους και ούτω θα ωφεληθώμεν και οι ίδιοι και οι σύμμαχοί μας. Ως προς δε την ασφάλειάν μας, και διά να μείνωμεν, εν περιπτώσει επιτυχίας, και διά να επιστρέψωμεν, θα την παράσχη ο στόλος μας. Διότι θα κυριαρχούμεν της θαλάσσης, ακόμη και εάν όλοι οι Σικελιώται συνασπισθούν εναντίον μας. Ούτε πρέπει να σας αποτρέψη από τον σκοπόν σας ο Νικίας, συμβουλεύων την αδράνειαν ή εξωθών διά των λόγων του τους νέους εις διάστασιν προς τους πρεσβυτέρους. Αλλά κατά την κρατούσαν συνήθειαν, όπως οι πατέρες ημών, συνδιασκεπτόμενοι νέοι συγχρόνως μετά πρεσβυτέρων, ανύψωσαν τα πράγματα της πόλεως εις τοιαύτην περιωπήν, κατά τον αυτόν τρόπον και τώρα προσπαθήσατε να προαγάγετε την πόλιν. Και έχετε υπ’ όψιν ότι νεότης και γήρας, χωρίς αμοιβαίαν βοήθειαν, τίποτε δεν ημπορούν να κατορθώσουν, ενώ η κοινή συνεργασία όλων, αώρων και ωρίμων και ωριμωτάτων, δημιουργεί κυρίως την δύναμιν. Και ότι η πόλις, υπέρ παν άλλο πράγμα, εάν μένη αδρανούσα, θα κατατριβή αφ’ εαυτής και η επιτηδειότης εις κάθε τι θα τείνη να καταπέση, ενώ εάν αγωνίζεται, το κεφάλαιον της εμπειρίας της διαρκώς θα αυξάνη και θα συνηθίση να υπερασπίζη εαυτήν δι’ έργων μάλλον παρά διά λόγων. Εν συντόμω, αποφαίνομαι ότι, κατά την γνώμην μου, πόλις συνηθισμένη εις την δραστηριότητα θα καταστραφή ταχέως διά μεταπτώσεως εις την αδράνειαν, και ότι εκείνοι οι λαοί είναι ασφαλέστατοι, όσοι πολιτεύονται κατά τρόπον όσον το δυνατόν ολιγώτερον απομακρυνόμενον από τα κρατούντα ήθη και τους ισχύοντας νόμους, έστω και αν είναι ούτοι ατελείς».
19.
Λόγος του Νικίου επί των αναγκαιουσών στρατιωτικών δυνάμεων
Τοιαύτα τινα είπεν ο Αλκιβιάδης. Οι Αθηναίοι, αφού ήκουσαν αυτόν και τους Εγεσταίους και τους Λεοντίνους φυγάδας, οι οποίοι, προχωρήσαντες εις το βήμα, παρεκάλουν αυτούς, και ενθυμίζοντες τους δοθέντας όρκους τους ικέτευαν να έλθουν εις βοήθειάν των, διετέθησαν πολύ περισσότερον από πριν υπέρ της εκστρατείας. Και ο Νικίας, αντιληφθείς ότι δεν ηδύνατο να τους αποτρέψη πλέον διά των αυτών επιχειρημάτων, αλλ’ ότι ήτο ενδεχόμενον να μεταβάλη τας γνώμας των, εάν επέμεινεν επί του μεγέθους της αναγκαίας στρατιωτικής δυνάμεως, επροχώρησε πάλιν εις το βήμα και είπε τοιαύτα τινα.
20. «Επειδή βλέπω, Αθηναίοι, ότι η απόφασίς σας υπέρ της εκστρατείας είναι ανέκκλητος, εύχομαι να είναι η έκβασις αυτής τοιαύτη, οποίαν την επιθυμούμεν. Αλλ’ αφού ούτως έχουν τα πράγματα, θα σας εκθέσω τί κατά την αντίληψίν μου επιβάλλεται. Αι πόλεις, δηλαδή, κατά των οποίων εκστρατεύομεν, καθώς ακούω, είναι ισχυραί και ανεξάρτητοι απ’ αλλήλων. Ούτε έχουν ανάγκην των μεταβολών εκείνων, τας οποίας προθύμως τις επιδιώκει, όπως μεταστή από εξηναγκασμένης δουλείας εις πολιτειακήν κατάστασιν ανεκτοτέραν. Ούτε είναι πιθανόν ότι θα δεχθούν ν’ ανταλλάξουν την ελευθερίαν των διά της ηγεμονίας μας, και προκειμένου περί μιας νήσου, ο αριθμός των Ελληνικών αυτής πόλεων είναι μεγάλος. Διότι, εκτός της Νάξου και της Κατάνης, αι οποίαι, λόγω της κοινότητος της καταγωγής των προς τους Λεοντίνους ελπίζω να ταχθούν με το μέρος μας, υπάρχουν επτά πόλεις, των οποίων η στρατιωτική παρασκευή είναι εγγύτατα ομοία με την ιδικήν μας, και προ πάντων των πόλεων εκείνων, εναντίον των οποίων πρόκειται να εκστρατεύσωμεν, δηλαδή της Σελινούντος και των Συρακουσών. Διότι διαθέτουν πολλούς οπλίτας και τοξότας και ακοντιστάς και πολλάς τριήρεις και πλήθος ανθρώπων, όπως τας εξοπλίσουν. Και πλην του ιδιωτικού των πλούτου, έχουν τους θησαυρούς των ναών της Σελινούντος. Οι Συρακούσιοι, άλλωστε, εισπράττουν εξ αμνημονεύτου και φόρον υποτελείας, καταβαλλόμενον υπό τινων εκ των βαρβάρων. Αλλά το κύριον απέναντι ημών πλεονέκτημά των είναι ότι έχουν πολυάριθμον ιππικόν, και ότι χρησιμοποιούν διά τας ανάγκας των σίτον εγχωρίου παραγωγής και όχι έξωθεν εισαγόμενον.
21. «Εναντίον τοιαύτης δυνάμεως δεν αρκεί ανεπαρκής μόνον δύναμις στόλου, αλλ’ απαιτείται συγχρόνως η άμεσος μεταφορά πολλής πεζικής δυνάμεως, εάν θέλωμεν να κατορθώσωμεν κάτι άξιον των σχεδίων μας και να μη εμποδιζώμεθα από το πολυάριθμον ιππικόν των να εξερχώμεθα του στρατοπέδου μας. Όπως ιδίως θα συμβή, εάν αι πόλεις, καταληφθείσαι από φόβον, ενωθούν εις κοινόν σύνδεσμον, και δεν ταχθούν άλλαι, πλην των Εγεσταίων, με το μέρος μας, όπως μας εφοδιάσουν με το ιππικόν, διά του οποίου θα ημπορέσωμεν ν’ αποκρούσωμεν το εχθρικόν. Και θα ήτο αισχρόν, υποκύπτοντες εις ανωτέραν δύναμιν, να επιστρέψωμεν εις τα ίδια άπρακτοι, ή να ζητήσωμεν ακολούθως νέας ενισχύσεις, διότι δεν εδείξαμεν αρχικώς την απαιτουμένην προορατικότητα. Είναι ανάγκη τουναντίον να εκκινήσωμεν εξ αρχής εντεύθεν με ισχυράν στρατιωτικήν δύναμιν, και να γνωρίζωμεν ότι πρόκειται να εκπλεύσωμεν διά χώραν μακρινήν και ότι η παρούσα εκστρατεία δεν ομοιάζει με τας προηγουμένας, ότε ήρχεσθε διά να βοηθήσετε ως σύμμαχοι τους εδώ υπηκόους σας εναντίον τινός εχθρού, οπότε ήτο εύκολον να προμηθευθήτε εκ του φιλικού εδάφους κάθε τι που θα σας έλειπε, αλλά θα ευρεθήτε απομονωμένοι εις χώραν εντελώς ξένην, από την οποίαν, κατά την διάρκειαν των τεσσάρρων χειμερινών μηνών, είναι δύσκολον να έλθη αγγελιαφόρος εδώ.
22. Και νομίζω ότι πολλούς θα εχρειαζόμεθα και εκ των οπλιτών και εκ των συμπολιτών μας και εκ των συμμάχων, είτε των υπηκόων μας, είτε των Πελοποννησίων εκείνων, όσους τυχόν θα ημπορούσαμεν να πείσωμεν ή να ελκύσωμεν διά μισθού, και προς τούτοις πολλούς τοξότας και σφενδονιστάς, όπως συγκρατούν το εχθρικόν ιππικόν. Η υπεροχή, άλλωστε, του στόλου μας πρέπει να είναι αναμφισβήτητος, όπως, ανεξαρτήτως του άλλου έργου του, εξασφαλίζη και την ανενόχλητον εισαγωγήν των αναγκαίων εφοδίων. Τρόφιμα, άλλωστε, όπως σίτον και καβουρδισμένην κριθήν, οφείλομεν και εντεύθεν να μεταφέρωμεν δι’ εμπορικών πλοίων, καθώς και εμμίσθους αρτοποιούς, επιτασσομένους κατ’ αναλογίαν από τους διαφόρους μύλους, ίνα, εάν ευρεθώμεν που αποκλεισμένοι από κακοκαιρίαν, μη στερηθή ο στρατός τροφίμων (διότι ολίγαι πόλεις θα είναι εις θέσιν να δεχθούν στρατόν τόσον πολυάριθμον). Και κατά τα λοιπά πρέπει να ετοιμασθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερον, διά να μη εξαρτώμεθα από άλλους, προ πάντων δε να παραλάβωμεν εντεύθεν όσον το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Διότι όσον αφορά τα εφόδια των Εγεσταίων, τα πλοία λέγεται ότι μας περιμένουν εκεί έτοιμα, θεωρήσατέ τα έτοιμα μόνον εις λόγια.
23. «Διότι και αν ακόμη εκκινήσωμεν εντεύθεν με στρατιωτικήν δύναμιν ιδικήν μας, όχι απλώς ίσην προς την του εχθρού, αλλ’ υπό πάσας τας επόψεις ανωτέραν (εκτός βεβαίως ως προς τους βαρέως ωπλισμένους άνδρας, τους οποίους εκείνοι δύνανται, να παρατάξουν), μόλις ούτω θα είμεθα εις θέσιν να υποτάξωμεν την Σικελίαν και μη εκθέσωμεν εις καταστροφήν τον στρατόν μας. Πρέπει να υποθέσετε ότι πρόκειται περί ανθρώπων, οι οποίοι μεταβαίνουν να εγκαταστήσουν αποικίαν εν τω μέσω ξένων και εχθρικών λαών και οι οποίοι οφείλουν κατά την πρώτην ημέραν του κατάπλου των να γίνουν ευθύς κύριοι της χώρας. Άλλως πρέπει να γνωρίζουν ότι αν αποτύχουν, οι πάντες θα ταχθούν εναντίον των. Τούτο εγώ φοβούμαι, και επειδή γνωρίζω ότι έχομεν ανάγκην πολλής συνέσεως και ακόμη περισσοτέρας καλής τύχης (πράγμα δύσκολον προκειμένου περί ανθρώπων), επιθυμώ να εκστρατεύσω στηριζόμενος όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην, αλλά με στρατιωτικήν δύναμιν, η οποία κατά την ανθρωπίνην κρίσιν εγγυάται την ασφάλειαν. Διότι τα μέτρα ταύτα θεωρώ και διά το σύνολον της πόλεως ασφαλέστατα και δι’ ημάς, οι οποίοι θα μετάσχωμεν της εκστρατείας, σωτήρια. Και εάν άλλος τις έχη αντίθετον γνώμην, παραιτούμαι της αρχηγίας υπέρ αυτού».
24.
Συζήτησις εις την εκκλησίαν του δήμου των Αθηναίων περί των προπαρασκευών της εκστρατείας
Ταύτα είπεν ο Νικίας νομίζων, ότι δια του πλήθους των αναγκαίων εφοδίων ή θα απέτρεπε τους Αθηναίους από την εκστρατείαν, ή, εάν ηναγκάζετο να εκστρατεύση, θα εξέπλεε με την μεγαλυτέραν δυνατήν ασφάλειαν. Αντί όμως ν’ αποβάλουν ούτοι την υπέρ της εκστρατείας επιθυμίαν των, ως εκ των ενοχλήσεων και δυσχερειών της αναγκαίας παρασκευής, ηύξησε τουναντίον ο υπέρ αυτής ενθουσιασμός των, και το αποτέλεσμα απέβη αντίθετον των προσδοκιών του, διότι εθεωρήθη ότι αι συμβουλαί του ήσαν ορθαί και ότι μετά την αποδοχήν αυτών υπήρχε βεβαίως επαρκής ασφάλεια. Και πάντες ανεξαιρέτως κατελήφθησαν από ζωηροτάτην επιθυμίαν να μετάσχουν της εκστρατείας, οι μεν πρεσβύτεροι διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι ή θα υποτάξουν την Σικελίαν, ή έν πάση περιπτώσει τοιαύτη στρατιωτική δύναμις ήτο αδύνατον να υποστή καταστροφήν, οι νεώτεροι δ’ ως εκ της επιθυμίας να ιδούν και θαυμάσουν μακρυνήν χώραν, ηνωμένης με την ελπίδα της αίσιας επιστροφής, ενώ το πολύ πλήθος, δηλαδή οι στρατιώται απέβλεπαν, όχι μόνον εις την μισθοδοσίαν του παρόντος, αλλά και εις την επέκτασιν της Αθηναϊκής κυριαρχίας, ως εκ της οποίας ήλπιζαν να εξασφαλίσουν μονίμως έμμισθον υπηρεσίαν εις το μέλλον. Ούτως ώστε, ένεκα του γενικού ενθουσιασμού, οι τυχόν διαφωνούντες, φοβούμενοι μήπως καταψηφίζοντες θεωρηθούν κακοί πατριώται εσιώπων.
25. Επί τέλους, κάποιος εκ των Αθηναίων επροχώρησεν εις το βήμα και στραφείς προς τον Νικίαν είπεν ότι καθήκον έχει να μη προβάλλη προφάσεις και χρονοτριβή, αλλ’ αμέσως τώρα να δηλώση εις τον λαόν ποίαν στρατιωτικήν δύναμιν πρέπει να του ψηφίσουν. Ο Νικίας εξηναγκάσθη ούτω να είπη ότι ήθελε μεν συζητήσει το πράγμα με τους συναρχηγούς του, με περισσοτέραν ησυχίαν, αλλ’ ότι καθόσον ηδύνατο ήδη να κρίνη, δεν πρέπει να εκπλεύσουν με ολιγωτέρας από εκατόν Αθηναϊκάς τριήρεις, εκ των οποίων θα χρησιμοποιηθούν ως οπλιταγωγοί όσαι κριθούν αναγκαίαι, και ότι πρέπει συγχρόνως να ζητήσουν και από τους συμμάχους των την αποστολήν άλλων πλοίων. Ότι ο ολικός αριθμός των Αθηναίων και συμμάχων οπλιτών δεν πρέπει να είναι κατώτερος των πέντε χιλιάδων, αλλ’ ει δυνατόν και ανώτερος. Ότι ο λοιπός στρατός πρέπει να είναι ανάλογος προς τους οπλίτας και να περλαμβάνη Αθηναίους και Κρήτας τοξότας και σφενδονιστάς και ό,τι άλλα θα έκριναν αναγκαίον οι στρατηγοί να ετοιμάσουν και παραλάβουν.
26. Μετά τους λόγους τούτους του Νικίου οι Αθηναίοι εψήφισαν ευθύς ότι ως προς το μέγεθος του στρατού και την όλην εκστρατείαν οι στρατηγοί είχαν απόλυτον πληρεξουσιότητα να πράξουν ό,τι νομίζουν καλλίτερον προς το συμφέρον της πόλεως. Μετά τούτο, ήρχισαν αι παρασκευαί, και οδηγίαι εστάλησαν προς τους συμμάχους, εις τας Αθήνας δε συνετάσσοντο κατάλογοι των στρατευσίμων. Η πόλις είχεν αναλάβει προσφάτως από την νόσον και τον συνεχή πόλεμον και ως προς το πλήθος των νέων, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει εν τω μεταξύ, και ως προς τα αποταμιευθέντα συνεπεία της ανακωχής χρήματα, ώστε η προμήθεια των πάντων ήτο ευκολώτερα. Τοιαύται ήσαν αι παρασκευαί των Αθηναίων.
27.
Ακρωτηριασμός των Ερμών και κατηγορίαι κατά του Αλκιβιάδου
Αλλ’ ενώ αυταί επροχώρουν, τα πρόσωπα σχεδόν όλων των ευρισκομένων εις τας Αθήνας λιθίνων Ερμών (των γνωστών τετραγώνων αγαλμάτων, τα οποία κατά την κρατούσαν συνήθειαν είναι τοποθετημένα εις μέγαν αριθμόν ενώπιον των προθύρων των ιδιωτικών οικιών και των ναών) ηκρωτηριάσθησαν εντός της ιδίας νυκτός. Ουδείς εγνώριζε τους δράστας, αλλά μεγάλαι αμοιβαί επροκηρύχθησαν δημοσία διά την ανακάλυψιν αυτών, και προσέτι εψηφίσθη, όπως οιοσδήποτε αστός, ξένος ή δούλος, εγνώριζε την διάπραξιν άλλης τινός ασεβείας καταγγείλη τούτο αφόβως εάν ήθελε, εξασφαλιζομένης εις αυτόν πλήρους ατιμωρησίας. Και το πράγμα ελάμβαναν υπό πολύ σοβαράν άποψιν, διότι εθεωρείτο ότι ήτο κακός οιωνός διά την εκστρατείαν, και συγχρόνως ότι ωφείλετο εις συνωμοσίαν, αποβλέπουσαν εις επανάστασιν και κατάλυσιν του δημοκρατικού πολιτεύματος.
28. Ως εκ τούτου, μέτοικοι τινες και υπηρέται κατήγγειλαν τίποτε μεν σχετικόν προς τους Ερμάς, αλλά τον προγενέστερον ακρωτηριασμόν άλλων αγαλμάτων, εις τον οποίον προέβησαν μερικοί νεανίαι, διασκεδάζοντες κατόπιν οινοποσίας, και συγχρόνως ότι εις οικίας τινάς γίνονται παρωδίαι των Μυστηρίων, διά τας οποίας μεταξύ άλλων κατηγόρουν τον Αλκιβιάδην. Τας κατηγορίας ταύτας υιοθέτουν όσοι περισσότερον εχθρεύοντο τον Αλκιβιάδην, ως αποτελούντα εμπόδιον κατά της υπ’ αυτών εξασφαλίσεως της αρχηγίας της δημοκρατικής μερίδος. Νομίσαντες δ’ ούτοι ότι αν επιτύχουν τον εξοστρακισμόν του θα κατελάμβαναν αυτοί την πρώτην θέσιν, εμεγαλοποίουν τας κατηγορίας ταύτας και κατεκραύγαζαν ότι η υπόθεσις των Μυστηρίων και ο ακρωτηριασμός των Ερμών αποτελούν μέρος της συνωμοσίας προς κατάλυσιν του δημοκρατικού πολιτεύματος, και ότι όλα αυτά έγιναν εκ συνεννοήσεως μετ’ αυτού. Και ως περαιτέρω απόδειξιν του πράγματος επεκαλούντο τον τρόπον του βίου του, του τόσον αντιθέτου προς το πνεύμα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
29. Ο Αλκιβιάδης απελογείτο ευθύς αμέσως κατά των κατηγοριών και εδήλωσε περαιτέρω ότι ήτο έτοιμος να υποβληθή εις δίκην προς εξακρίβωσιν της ενοχής του πριν εκπλεύση ο στόλος (διότι τα πάντα είχαν ήδη ετοιμασθή προ τούτο). Και εζήτει, εάν μεν αποδειχθή ένοχος τινος των εγκλημάτων τούτων, να τιμωρηθή, εάν όμως αθωωθή, να διατηρήση την αρχηγίαν. Και εξώρκιζεν αυτούς να μη εισακούσουν διαβολάς εναντίον του, ενώ θα ήτο απών, αλλά να τον θανατώσουν ευθύς αμέσως, εάν ήτο ένοχος, προσθέτων ότι φρονιμώτερον είναι να μη στείλουν ως ένα των αρχηγών τόσον μεγάλου στρατεύματος άνθρωπον, διατελούντα υπό τοιαύτας κατηγορίας, πρίν εξακριβώσουν αυτάς. Αλλ’ οι εχθροί του, φοβούμενοι μήπως, εάν εισήγετο αμέσως εις δίκην, έχη και τον στρατόν υπέρ αυτού, και ο λαός δεν δείξη την απαιτουμένην αυστηρότητα, καθόσον ήτο ευνοϊκώς προς αυτόν διατεθειμένος, λόγω του ότι εις την επιρροήν αυτού ωφείλετο η εις την εκστρατείαν συμμετοχή των Αργείων και μερικών εκ των Μαντινέων, προσεπάθουν με κάθε τρόπον ν’ αποκρουσθή η αίτησίς του. Προς τον σκοπόν τούτον εμίσθωσαν άλλους ρήτορας, οι οποίοι υπεστήριζαν ότι έπρεπε ν’ αναχωρήση μεν τώρα και μη αναβληθή ο έκπλους του στόλου, να γίνη δε η δίκη εντός ορισμένου μετά την επιστροφήν του χρονικού διαστήματος. Εκείνο που επεδίωκαν ήτο ν’ ανακληθή, όπως υποβληθή εις δίκην, υπό την επιρροήν εντατικωτέρας διαβολής, την οποίαν ήτο ευκολώτερον να επιτύχουν απόντος αυτού. Και ούτως απεφασίσθη ο έκπλους του Αλκιβιάδου.
30.
Εκκίνησις του εκστρατευτικού σώματος των Αθηνών δια την Σικελίαν
Μετά ταύτα, μεσούντος ήδη του θέρους, εξεκίνησεν η εκστρατεία διά την Σικελίαν. Και διά μεν τους περισσοτέρους εκ των συμμάχων, και τα μεταφορικά πλοία, και τα μικρότερα σκάφη, και γενικώς τας αποσκευάς του στρατού είχε δοθή προηγουμένως διαταγή να συγκεντρωθούν εις την Κέρκυραν, όπως εκείθεν διαπλεύσουν αθρόοι τον Ιόνιον κόλπον, κατευθυνόμενοι εις το ακρωτήριον της Ιαπυγίας. Ενώ οι αποτελούντες τον Αθηναϊκόν στρατόν και τα πληρώματα και όσοι εκ των συμμάχων είχαν έλθει ήδη εις τας Αθήνας, κατήλθαν από τα εξημερώματα της ωρισμένης διά την αναχώρησιν ημέρας εις τον Πειραιά και ήρχισαν επιβαίνοντες των πλοίων, έτοιμοι να εκπλεύσουν. Μαζί με αυτούς κατέβη και όλος σχεδόν ο άλλος πληθυσμός των πολιτών και των ξένων της πόλεως. Και οι μεν πολίται κατέβησαν, διά να προπέμψουν τους ιδικούς των, άλλοι τους φίλους των, άλλοι τους συγγενείς των, άλλοι τους υιούς των. Και εβάδιζαν, ελπίζοντες συγχρόνως και κλαίοντες-ελπίζοντες ότι θα κατέκτων τήν Σικελίαν, κλαίοντες διότι αμφέβαλαν αν θα ξαναϊδούν τους ιδικούς των, όταν εσκέπτοντο εις πόσον μακρυνόν ταξείδιον απεστέλλοντο.Και μολονότι η κατα την στιγμήν του επικειμένου ήδη αποχωρισμού ανακύπτουσα αντίληψις των κινδύνων της εκστρατείας εγέμιζε την ψυχήν των με αγωνίαν, την οποίαν ποτέ δεν είχαν δοκιμάσει, όταν εψήφιζαν την εκστρατείαν, ανελάμβαναν εν τούτοις θάρρος ως εκ της δυνάμεως, την οποίαν εμαρτύρει το μέγεθος όλης της παρασκευής, που έβλεπαν προ των οφθαλμών των. Οι ξένοι, εξ άλλου, και το λοιπόν πλήθος ήλθαν χάριν του θεάματος, διότι ησθάνοντο ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως, της οποίας το μέγεθος υπερέβαινε παν ό,τι ημπορούσε κανείς να πιστεύση.
31. Ουδέποτε, τωόντι, μέχρι της εποχής εκείνης δαπανηροτέρα και μεγαλοπρεπεστέρα Ελληνική στρατιωτική δύναμις είχεν εκπεμφθή εις υπερπόντιον εκστρατείαν υπό μιας και μόνης πόλεως. Και υπό έποψιν μεν αριθμού πλοίων και οπλιτών και η υπό τον Περικλέα εκστρατεία κατά της Επιδαύρου και η ιδία ακολούθως υπό τον Άγνωνα κατά της Ποτειδαίας δεν ήτο κατωτέρα, διότι κατ’ αυτήν είχαν εκπλεύσει συγχρόνως εξ αυτών μεν των Αθηναίων τέσσαρες χιλιάδες οπλίται και τριακόσιοι ιππείς και εκατόν τριήρεις, πενήντα τριήρεις των Λεσβίων και Χίων, και προς τούτοις πολύς συμμαχικός στρατός. Αλλ’ η εκστρατεία εκείνη εξεκίνησε διά σύντομον ταξείδιον και η παρασκευή αυτής ήτο μάλλον πενιχρά, ενώ η παρούσα εκστρατεία εξεκίνησε διά μακράν απουσίαν, εφωδιασμένη διττώς και με στόλον και με χερσαίον στρατόν, όπως αντιμετωπίση τας παρουσιασθησομένας ανάγκας και κατά θάλασσαν και κατά ξηράν. Δια τον καταρτισμόν του στόλου κατηναλώθησαν πολλοί κόποι και μεγάλαι δαπάναι και υπό των τριηράρχων και υπό της πολιτείας. Και το μεν δημόσιον ταμείον παρείχεν ημερησίως μίαν δραχμήν εις έκαστον ναύτην, και εχορήγησεν εξήντα ταχύπλοα σκάφη άνευ πληρωμάτων, εξαρτύσαν και σαράντα οπλιταγωγά και με προσωπικόν διά τεχνικάς υπηρεσίας, τας ικανωτέρας προς χειρισμόν των πλοίων τούτων. Ενώ οι τριήραρχοι έδιδαν εξ ιδίων πρόσθετον μισθόν εις τους θρανίτας κωπηλάτας και εις τους των τεχνικών υπηρεσιών, και επί πλέον διεκόσμουν τα σκάφη των με πολυτελή ακρόπρωρα και κοσμήματα και έπιπλα και σκεύη, ενός εκάστου προθυμοποιηθέντος τα μέγιστα, όπως το ιδικόν του πλοίον αναδειχθή ανώτερον εις κάλλος και ταχύτητα. Οι στρατιώται της ξηράς εξελέχθησαν δι’ επιμελεστάτης συντάξεως των καταλόγων, και ανεπτύχθη μεταξύ αυτών ζωηροτάτη άμιλλα ως προς την ποιότητα των όπλων των και της προσωπικής των εξαρτύσεως. Και συνέβη, ώστε οι μεν Αθηναίοι να διαγωνίζονται μεταξύ των διά την καλλίτερον εκτέλεσιν των καθηκόντων, τα οποία εις έκαστον είχαν ανατεθή, ενώ η όλη παρασκευή εθεωρήθη ως επίδειξις μάλλον δυνάμεως και πλούτου προς τους άλλους Έλληνας, παρά ως ετοιμασία εναντίον εχθρού. Διότι, εάν κανείς ήθελε συνυπολογίσει την δημοσίαν δαπάνην της πόλεως και την ιδιωτικήν των μετεχόντων της εκστρατείας, περιλαμβάνων εις την πρώτην όχι μόνον όσα είχεν ήδη εξοδεύσει η πόλις διά τας προπαρασκευάς, αλλά και όσα προκατέβαλεν εις τους στρατηγούς, και εις την δευτέραν όσα έκαστος στρατιώτης διά την εξάρτυσίν του ή τριήραρχος διά το πλοίον του είχαν ήδη δαπανήσει και έμελλαν να δαπανήσουν, και χωριστά όσα ασχέτως του δημοσίου μισθού ήτο φυσικόν να παραλάβη έκαστος ως εφόδια διά μακρυνήν εκστρατείαν, και όσα ήδη είχαν παραλάβει μαζί των στρατιώται, είτε έμποροι χάριν εμπορίου και ανταλλαγής, θα ευρίσκετο ότι πολλά εν συνόλω τάλαντα εξήχθησαν εκ της πόλεως. Η εκστρατεία τωόντι διεφημίσθη πανταχού, όχι μόνον διά την εκπληκτικήν τόλμην της και την λαμπρότητα της θέας της, αλλά και διά την μεγάλην υπεροχήν του στρατού, εν αντιπαραβολή προς εκείνους, κατά των οποίων διηυθύνετο η εκστρατεία. Και προς τούτοις, διότι απετέλει τον μακρότερον πραγματικώς μακράν της πατρίδος πλουν, και επεχειρήθη με ελπίδας μελλούσης επεκτάσεως της ηγεμονίας, υπερβαινούσης κατά πολύ την ήδη υπάρχουσαν.
32. Όταν συνεπληρώθη η επιβίβασις των πληρωμάτων των πλοίων και εφορτώθη κάθε τί που έπρεπε να πάρουν πριν εκκινήσουν, εδόθη διά της σάλπιγγος το σήμα της σιωπής, και ήρχισαν αναπεμπόμεναι αι ειθισμέναι προ του έκπλου ευχαί, όχι από έκαστον πλοίον χωριστά, αλλά ενός κήρυκος απαγγέλλοντος και πάντων των λοιπών συνοδευόντων αυτόν, ενώ οι στρατιώται και οι αξιωματικοί έχυναν από χρυσά και αργυρά ποτήρια σπονδάς οίνου, τον οποίον ελάμβαναν από κρατήρας που είχαν ετοιμασθή εις όλα τα πλοία. Ομοίας ευχάς ανέπεμπαν συγχρόνως και εκ του άλλου πλήθους, του επί της ακτής, οι πολίται και όσοι εκ των άλλων παρόντων ήσαν φίλοι των Αθηναίων. Αφού δ’ έψαλαν τον παιάνα και ετελείωσαν τας σπονδάς, εξεκίνησαν, και αφού κατ’ αρχάς έπλευσαν εις γραμμήν παραγωγής, έπειτα διηγωνίζοντο, κωπηλατούντες μέχρι της Αιγίνης. Εκείθεν ο στόλος ηπείγετο να φθάση εις την Κέρκυραν, όπου και το υπόλοιπον στράτευμα των συμμάχων συνελέγετο.
Συνέλευσις των Συρακουσίων. Λόγος του Ερμοκράτους περί του επικειμένου κινδύνου
Εν τω μεταξύ έφθαναν εις τας Συρακούσας ειδήσεις εκ πολλών μερών περί της επερχομένης διά θαλάσσης εκστρατείας, επί πολύν όμως χρόνον ουδεμία πίστις εδίδετο εις αυτάς. Και όταν ακόμη συνεκλήθη η συνέλευσις του λαού, αμφότεραι αι γνώμαι και των πιστευόντων τα περί της εκστρατείας των Αθηναίων, ως και των αντιφρονούντων, υπεστηριχθήσαν δι’ επιχειρημάτων αναλόγων προς τα κατωτέρω. Μεταξύ άλλων, ο Ερμοκράτης, υιός του Έρμωνος, ο οποίος ενόμιζεν ότι είχεν ακριβείς περί τούτου πληροφορίας, επροχώρησεν εις το μέσον του λάου και απηύθυνε προς αυτόν τοιούτους τινάς παραινετικούς λόγους.
33. «Ίσως σας φανή ότι οι λόγοι εμού καθώς και άλλων, περί της αληθείας της επερχομένης εναντίον ημών εκστρατείας είναι απίστευτοι, και γνωρίζω ότι όσοι υποστηρίζουν ή επαναλαμβάνουν όσα θεωρούνται απίστευτα όχι μόνον δεν πείθουν άλλους, αλλά και οι ίδιοι εκλαμβάνονται ως ανόητοι. Εν τούτοις, δεν θ’ αποτραπώ να ομιλήσω εκ φόβου, καθ’ όν χρόνον η πόλις κινδυνεύει, καθόσον είμαι πεπεισμένος ότι λέγω πράγματα, τα οποία γνωρίζω καλλίτερα από άλλους. Διότι, όσον πολύ και αν εκπλήττεσθε διά τούτο, οι Αθηναίοι έχουν ήδη εκκινήσει εναντίον μας με μεγάλον στόλον και στρατόν. Και προφασίζονται μεν ότι έρχονται ένεκα της συμμαχικής υποχρεώσεώς των προς τους Εγεσταίους και όπως αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους εις τας εστίας των, πράγματι όμως διότι εποφθαλμιούν την Σικελίαν και προ πάντων την πόλιν μας, νομίζοντες ότι εάν κατακτήσουν αυτήν, ευκόλως θα κατακτήσουν και τα υπόλοιπα. Με την βεβαιότητα, λοιπόν, ότι μετ’ ολίγον θα ευρίσκωνται εδώ, οφείλετε να εξετάσετε κατά τίνα τρόπον ημπορείτε αποτελεσματικώτερον να τους αποκρούσετε με τα υπάρχοντα μέσα. Οφείλετε μήτε να προκαταληφθήτε απαράσκευοι, διότι τους υπετιμήσατε, μήτε να παραμελήσετε την όλην υπόθεσιν, διότι δεν ηθελήσατε να πιστεύσετε την είδησιν. Αλλ’ όποιος πιστεύει αυτήν, ας μη πτοηθή από την τόλμην και την δύναμίν των. Διότι ούτε εις θέσιν θα είναι να μας προξενήσουν μεγαλυτέρας βλάβας από όσας θα τους προξενήσωμεν και αυτό δε το μέγεθος του στρατού των, με τον οποίον εκστρατεύουν, δεν είναι ανωφελές δι’ ημάς. Τουναντίον, και απέναντι των άλλων Σικελιωτών είναι πολύ καλλίτερον, διότι, ως εκ του φόβου των, προθυμότερον θα συναγωνισθούν με ημάς ως σύμμαχοι, και αν τελικώς κατορθώσωμεν, είτε να τους συντρίψωμεν, είτε να τους εκδιώξωμεν χωρίς να επιτύχουν τους σκοπούς των (διότι δεν φοβούμαι, βέβαια, μήπως πραγματοποιηθούν αι προσδοκίαι των), θα έχωμεν επιτύχει ενδοξότατον κατόρθωμα, όπως βασίμως προσδοκώ. Σπανίως, τωόντι, μεγάλαι υπερπόντιοι εκστρατείαι, είτε Ελλήνων, είτε βαρβάρων, διευθυνόμενοι εναντίον χώρας μακράν της ιδικής των, επέτυχαν. Διότι ούτε οι εκστρατεύοντες είναι πολυαριθμότεροι των αντιπάλων των και των γειτόνων αυτών, τους οποίους ο φόβος ενώνει όλους εις κοινόν σύνδεσμον. Και εάν δι’ έλλειψιν των αναγκαίων εφοδίων αποτύχουν εις ξένην χώραν, μολονότι η αποτυχία των οφείλεται εις ίδια αυτών κυρίως σφάλματα, καταλείπουν ουδέν ήττον δόξαν εις εκείνους, των οποίων επεδίωξαν την καταστροφήν.
Το οποίον, με την απροσδόκητον και τρομεράν καταστροφήν των Περσών, συνέβη και εις τους ιδίους τους Αθηναίους, όταν η φήμη των μεγάλως ηύξήθη, λόγω του ότι η εκστρατεία ελέγετο ότι διευθύνεται κατα των Αθηνών. Τούτο δε υπάρχει ελπίς να συμβή και με ημάς.
34. «Ας αρχίσωμεν λοιπόν παρασκευαζόμενοι μετά θάρρους εδώ εις τας Συρακούσας, και ας πέμψωμεν απεσταλμένους προς τους Σικελούς, όπως εξασφαλίσωμεν την πίστιν των ήδη υπηκόων και συμμάχων μας και προσπαθήσωμεν να συνάψωμεν φιλίαν και συμμαχίαν προς τους ανεξαρτήτους εξ αυτών. Ας στείλωμεν επίσης πρέσβεις εις τας άλλας Ελληνικάς πόλεις της Σικελίας, εξηγούντες προς αυτάς ότι ο κίνδυνος είναι κοινός, και εις τας πόλεις της Ιταλίας, όπως ή καταστήσωμεν τας τελευταίας ταύτας συμμάχους μας, ή τουλάχιστον τας εμποδίσωμεν να δεχθούν τους Αθηναίους. Εγώ μάλιστα νομίζω ότι ορθόν θα είναι να στείλωμεν πρέσβεις και εις την Καρχηδόνα. Διότι οι Καρχηδόνιοι όχι μόνον δεν αποκλείουν την ιδέαν, αλλά τουναντίον φοβούνται πάντοτε μήπως οι Αθηναίοι εκστρατεύσουν ημέραν τινά κατά της πόλεώς των. Ώστε είναι ενδεχόμενον, εννοούντες ότι αν μας εγκαταλείψουν εις την τύχην μας, ημπορούν και αυτοί να περιέλθουν εις δυσχερείας, να θελήσουν να μας βοηθήσουν κατά τον ένα ή τον άλλον τρόπον, μυστικά τουλάχιστον, αν όχι φανερά. Και είνα ικανοί προς τούτο περισσότερον από όλα τα σύγχρονα κράτη, ευθύς ως το θελήσουν. Διότι έχουν αφθονίαν χρυσού και αργύρου, παρέχουσαν τα μέσα, διά των οποίων ο πόλεμος, καθώς και κάθε άλλο πράγμα, φέρεται εις αίσιον πέρας. Ας στείλωμεν ακόμη πρέσβεις και εις την Λακεδαίμονα και την Κόρινθον, παρακαλούντες να σπεύσουν ταχέως εδώ προς βοήθειάν μας, ανακινήσουν δε και τον εκεί πόλεμον. Αλλ’ υπάρχει μέσον τι, το οποίον υπέρ πάν άλλο, κατ’ εμέ, δύναται ν’ ανταποκριθή εις τας παρούσας περιστάσεις. Και μολονότι, ένεκα της συνήθους αδρανείας σας, είναι ήκιστα πιθανόν ότι θα σπεύσετε να το δεχθήτε, εν τούτοις, θα σας το εκθέσω. Εάν δηλαδή όλοι οι Σικελιώται, ή τουλάχιστον ημείς και όσον το δυνατόν περισσότεροι από τους λοιπούς, ηθέλαμεν να καθελκύσωμεν όλα τα διαθέσιμα πλοία μας και παραλαμβάνοντες δύο μηνών τροφάς αποπλεύσωμεν, όπως συναντήσωμεν τους Αθηναίους εις τον Τάραντα και το ακρωτήριον της Ιαπυγίας, και τους δώσωμεν να εννοήσουν ότι πρίν αγωνισθούν περί της Σικελίας, ανάγκη να εξασφαλίσουν προτήτερα τον διάπλουν του Ιονίου, ηθέλαμεν τους εμπνεύσει μεγάλον φόβον και τους αναγκάσει να σκεφθούν ότι ημείς, προς φύλαξιν της Σικελίας, έχομεν ως ορμητήριον χώραν φιλικήν (αφού ο Τάρας θα μας δεχθή φιλικώς), ενώ εκείνοι έχουν να διέλθουν τόσον ευρείαν θάλασσαν με ολόκληρον το στόλον των, και είναι δύσκολον, εις πλουν τόσον μακρόν, να διατηρήσουν την τάξιν της πορείας των. Και αν μεν ούτοι προσεγγίζουν ημάς βραδέως και τμηματικώς, θα μας δοθή η ευκαιρία να τους επιτεθώμεν αποτελεσματικώς. Εάν δε πάλιν ανακουφίσουν τα πλοία διά της μεταφοράς όλων των αποσκευών και των εφοδίων επί των μεταγωγικών των και προσβάλουν με τα πλέον ταχύπλοα σκάφη των, συγκεντρωμένα, τότε, εάν μεν εχρησιμοποίουν τας κώπας, θα επετιθέμεθα κατ’ αυτών όταν θα ήσαν κατάκοποι εκ της κωπηλασίας. Ή, εάν προτιμήσωμεν να μη συνάψωμεν μάχην, δυνάμεθα να αποσυρθώμεν εις τον Τάραντα. Ενώ εκείνοι, οι οποίοι διά να συνάψουν ναυμαχίαν, ανεκούφισαν τα πλοία των και επροχώρησαν με ανεπαρκή εφόδια δεν θα γνωρίζουν τί να κάμουν εις τας ερήμους αυτάς ακτάς, και εάν μεν μείνουν, περιμένοντες τα μεταγωγικά των, δύνανται, ν’ αποκλεισθούν παρ’ ημών. Εάν πάλιν θελήσουν να συνεχίσουν την ακτοπλοίαν των, θα εγκατέλειπαν τον λοιπόν στόλον των και θα απεθαρρύνοντο ως εκ της αμφιβολίας εάν αι παράλιαι πόλεις θα δεχθούν αυτούς φιλικώς. Ώστε εγώ τουλάχιστον είμαι της γνώμης ότι αποτρεπόμενοι εκ των σκέψεων τούτων, δεν θα θελήσουν ούτε καν ν’ απάρουν εκ Κερκύρας, αλλ’ είτε μετά μακρά διαβούλια και επανειλημμένας κατασκοπείας, προς εξακρίβωσιν της δυνάμεώς μας και του σταθμού μας, θα καταληφθούν από την χειμερινήν ώραν του έτους, ή καταπτοηθέντες εκ της απροσδοκήτου εμφανίσεώς μας, ημπορούν να παραιτήσουν την εκστρατείαν, τόσον μάλλον καθόσον ο πλέον πεπειραμένος εκ των στρατηγών των, καθώς εγώ μανθάνω, ανέλαβε την αρχηγίαν παρά την θέλησίν του, και εάν εκ μέρους ημών επιδειχθή σοβαρά τις προσπάθεια, προθύμως θα επωφελείτο της ευκαιρίας όπως παραιτηθή. Είμαι, άλλωστε, βέβαιος ότι αι ειδήσεις περί της δυνάμεώς μας θα παριστάνουν αυτήν εξωγκωμένην, διότι αι κρίσεις των ανθρώπων επηρεάζονται από ό,τι ακούουν, και ούτοι φοβούνται εκείνους προ πάντων, οι όποιοι επιτίθενται πρώτοι, ή εκείνους, οι οποίοι καθιστούν τουλάχιστον εκ των προτέρων φανερόν εις τους επιτιθεμένους ότι θα αμυνθούν, θεωρούντες αυτούς έτοιμους ν’ αντιμετωπίσουν τον επικείμενον κίνδυνον. Και τούτο θα επάθαιναν σήμερον οι Αθηναίοι. Διότι εκστρατεύουν καθ’ ημών, επειδή πιστεύουν ότι δεν θ’ αμυνθώμεν, δικαίως υποτιμήσαντες ημάς, λόγω του ότι δεν ηνώθημεν με τους Λακεδαιμονίους, διά να τους καταστρέψωμεν. Ενώ εάν ιδούν ότι επιδεικνύομεν τόλμην, την οποίαν δεν επερίμεναν, θα επτοούντο περισσότερον από το απροσδόκητον τούτο, παρά από την πραγματικήν μας δύναμιν.
«Παρακαλώ λοιπόν να πεισθήτε, αποφασίζοντες προ πάντων μεν να επιδείξετε την τόλμην ταύτην, ειδεμή να προβήτε όσον το δυνατόν ταχύτερον εις τας λοιπάς διά τον πόλεμον παρασκευάς. Και πρέπει ο καθείς σας να το βάλη καλά εις τον νουν του ότι η μεν υποτίμησις του αντιπάλου πρέπει να επιδεικνύεται μόνον δι’ έργων ανδρείας επί του πεδίου της μάχης, αλλ’ ότι εξυπηρετικώτατον διά τα συμφέροντα του κράτους θ’ απέβαινεν, εάν, θεωρούντες ότι αι εκ φόβου γινόμενοι παρασκευαί προς άμυναν παρέχουν την μεγαλυτέραν ασφάλειαν, ενεργήσετε ήδη ως να ευρίσκεσθε ενώπιον επικειμένου κινδύνου. Διότι οι Αθηναίοι και επέρχονται καθ’ ημών, και την θάλασσαν γνωρίζω καλώς ότι διασχίζουν την στιγμήν αυτήν και όσον ούπω φθάνουν εδώ.»
35.
Λόγος του Αθηναγόρα
Η εκ των λόγων τούτων του Έρμοκράτους προκληθείσα μεταξύ των Συρακουσίων φιλονεικία υπήρξε ζωηρά, αλλων μεν υποστηριζόντων ότι επ’ ουδενί λόγω ήρχοντο οι Αθηναίοι, και ότι δεν είναι αληθή τα λεγόμενα, άλλων δε λεγόντων ότι και αν ακόμη ήρχοντο, τί κακόν ημπορούσαν να τους κάμουν μεγαλύτερον από ό,τι θα επάθαιναν οι ίδιοι; Άλλοι πάλιν, υποτιμώντες εντελώς την κατάστασιν έκριναν το ζήτημα ως γελοίον. Ολίγοι μόνον επίστευαν
τον Ερμοκράτην και εφοβούντο το μέλλον. Ο Αθηναγόρας, ο οποίος και αρχηγός της δημοκρατικής μερίδος ήτο, και απήλαυε κατά τον χρόνον εκείνον μεγαλυτέραν από κάθε άλλον επιρροήν πλησίον του λαού, προχωρήσας εις το μέσον του πλήθους είπε τοιαύτα τινα:
36. «Όποιος δεν θέλει να μωρανθούν οι Αθηναίοι εις τοιούτο σημείον, ώστε να έλθουν εδώ και να πέσουν εις τας χείρας μας, ή δειλός είναι ή κακός πατριώτης. Και η μεν τόλμη εκείνων, οι οποίοι διαδίδουν τοιαύτας ειδήσεις και ενσπείρουν τον πανικόν, δεν με εκπλήττει, θαυμάζω όμως διά την απλοϊκότητά των, εάν νομίζουν ότι δεν αντιλαμβανόμεθα τους σκοπούς των. Διότι, όσοι έχουν προσωπικούς λόγους ν’ ανησυχούν διά κάτι τι, επιδιώκουν να εμπνεύσουν φόβον εις τον λαόν, διά να συγκαλύψουν υπό τον πέπλον του κοινού φόβου τους ιδίους εαυτών φόβους. Και τώρα τοιούτον έχουν σκοπόν αι ειδήσεις αύται, αι οποίαι δεν είναι αυτόματοι, αλλά δημιούργημα ανθρώπων, οι οποίοι διαρκώς ζητούν να ταράσσουν την ησυχίαν της πόλεως. Αλλά σεις, εάν ορθώς σκεφθήτε, θα κρίνετε και εκτιμήσετε τας πιθανότητας, όχι επί τη βάσει των πληροφοριών των ανθρώπων τούτων άλλ’ εξ όσων θα έπρατταν άνθρωποι συνετοί και πολλής πείρας, οποίοι, εγώ τουλάχιστον φρονώ ότι είναι οι Αθηναίοι. Διότι δεν είναι πιθανόν ότι πριν έχουν τερματίσει εντελώς τον εκεί πόλεμον, θα άφιναν οπίσω των τους Πελοποννησίους, και θα ήρχοντο εκουσίως διά ν’ αναλάβουν άλλον πόλεμον όχι μικροτέρας σπουδαιότητος, καθόσον, εγώ τουλάχιστον νομίζω ότι εκείνοι, έχοντες υπ’ όψιν τον αριθμόν και την δύναμιν των πόλεών μας, είναι πολύ ευχαριστημένοι ότι ημείς δεν εκστρατεύομεν εναντίον των.
37. Αλλ’ εάν και επρόκειτο πραγματικώς να έλθουν, όπως διαδίδεται, νομίζω ότι η Σικελία είναι ικανωτέρα της Πελοποννήσου προς διεξαγωγήν του πολέμου, καθόσον είναι κατά πάντα καλλίτερον εφοδιασμένη, και αι Συρακούσαι μόναι ισχυρότεραι, όχι μόνον από τον στρατόν, που λέγουν ότι έρχεται εναντίον μας, αλλά διπλασίαν ακόμη. Διότι γνωρίζω ότι ούτε έχουν μαζί των ίππους, ούτε εδώ θα ημπορέσουν να πορισθούν παρά ολίγους τινάς, από τους Εγεσταίους, ούτε οπλίτας ισαρίθμους προς τους ιδικούς μας, καθόσον έρχονται διά πλοίων και είναι μέγα πράγμα ήδη το να διεξαγάγουν με μόνον τα πλοία των, ακόμη και άνευ φορτίου, τον μακρόν μέχρι Σικελίας πλουν. Γνωρίζω, προς τούτοις, πόσον σημαντική είναι η άλλη παρασκευή, η οποία χρειάζεται διά πόλεμον εναντίον πόλεως τόσον μεγάλης. Και τόσον διάφορος είναι η γνώμη μου από την των αντιθέτων, ώστε εάν ήρχοντο έχοντες μίαν άλλην πόλιν εξ ίσου μεγάλην όσον αι Συρακούσαι, και αφού εγκαθίστων αυτήν παρά τα σύνορά μας, ήρχιζαν εκείθεν διεξάγοντες τον πόλεμον, νομίζω ότι δυσκόλως θα κατώρθωναν ν’ αποφύγουν την ολοσχερή καταστροφήν, και πολύ βέβαια δυσκολώτερον, όταν ολόκληρος η Σικελία (η οποία βεβαίως θα ενωθή εις κοινόν σύνδεσμον) θα είναι εχθρά των, και αυτοί θα ευρίσκωνται εντός στρατοπέδου, κατασκευασθέντος ευθύς μετά την έξοδον εκ των πλοίων, μη έχοντες άλλο στήριγμα, παρά αθλίας τινάς σκηνάς και τον απολύτως απαραίτητον εφοδιασμόν, αφού το ιππικόν μας θα τους εμποδίζη να εξέρχωνται μακράν του στρατοπέδου των. Και διά να είπω ολόκληρον την σκέψιν μου, πιστεύω ότι δεν θα κατορθώσουν ούτε καν ν’ αποβιβασθούν εις ξηράν, τόσον ανωτέρας νομίζω τας δυνάμεις μας.
38. «Αλλά όλα ταύτα, όπως υποστηρίζω, οι Αθηναίοι τα γνωρίζουν, και η πολιτική των αποβλέπει, ως είμαι βέβαιος, εις την διατήρησιν των κεκτημένων. Αλλά μερικοί συμπολίται μας δημιουργούν ειδήσεις, ούτε αληθείς, ούτε καν δυνατάς. Οι ανθρώποι αυτοί, γνωρίζω ανέκαθεν, και όχι διά πρώτην τώρα φοράν ότι επιδιώκουν, διά λόγων τουλάχιστον τοιούτων, και έτι μάλλον κακοποιών παρά τα έργα, να σας εκπτοήσουν, διά να καταλάβουν την αρχήν της πόλεως. Και φοβούμαι πραγματικώς, μήπως δι’ επανειλημένων αποπειρών κατορθώσουν επί τέλους την πραγματοποίησιν του σκοπού των, ενώ ημείς είμεθα ανίκανοι, πριν πάθωμεν, να προφυλαχθώμεν και τους τιμωρήσωμεν, όταν ανακαλύψωμεν τα σχέδιά των. Και ένεκα τούτων ακριβώς των λόγων, η πόλις μας σπανίως ηρεμεί, αλλά κατατρύχεται από συχνάς στάσεις, και αναλαμβάνει αγώνας περισσοτέρους καθ’ εαυτής παρά κατά των εχθρών της, και υποβάλλεται ενίοτε υπό την εξουσίαν τυράννων ή κακών δεσποτών. Αλλ’ εάν θελήσετε να με υποστηρίξετε, θα προσπαθήσω να μη επιτρέψω, όπως επί των ημερών μας συμβή τοιούτον τι. Και τούτο θα επιδιώξω να επιτύχω, σας μεν τους πολλούς πείθων, αλλά τιμωρών τους μηχανευομένους τα τοιαύτα, όχι μόνον οσάκις συλλαμβάνονται επ’ αυτοφόρω εγκληματούντες (πράγμα πολύ δύσκολον), αλλά και δι’ όσα θέλουν μεν, αδυνατούν όμως να διαπράξουν. Διότι απέναντι του εχθρού πρέπει κανείς να προφυλάττεται, όχι μόνον κατά των πράξεών του, αλλά και κατά των σχεδίων του, αφού, αν δεν προλάβη να φυλαχθή, θα προλάβη εκείνος να τον βλάψη. Τους ολιγαρχικούς, εξ άλλου, άλλοτε μεν θα ελέγχω, άλλοτε θα επιτηρώ και άλλοτε θα διαφωτίζω ακόμη, διότι κατά τούτον τον τρόπον φρονώ ότι δύναμαι να ματαιώνω τους εγκληματικούς σκοπούς των. Άλλωστε (και την ερώτησιν ταύτην πολλάκις απηύθυνα εις εαυτόν) τί επιδιώκετε σεις οι νεώτεροι; Μήπως να καταλάβετε από τούδε την αρχήν; Αλλ’ ο νόμος το απαγορεύει, και ο νόμος αυτός ετέθη, διότι στερείσθε ακόμη της αναγκαίας ικανότητος, όχι διότι, ενώ έχετε δήθεν αυτήν, θέλει να σας παραγκωνίση. Αλλά μήπως αποστέργετε την ισότητα προς τους πολλούς; Και πώς είναι δίκαιον, πολίται της αυτής πόλεως να μην έχουν τα αυτά δικαιώματα;
39. «Θα είπουν τινές ότι η δημοκρατία ούτε συνετόν, ούτε δίκαιον πολίτευμα είναι, και ότι οι έχοντες τα χρήματα είναι ικανώτεροι όπως κυβερνούν άριστα. Αλλ’ εγώ ισχυρίζομαι, πρώτον μεν ότι το όνομα δημοκρατία περιλαμβάνει το σύνολον του λαού, ενώ η ολιγαρχία μέρος μόνον αυτού, και δεύτερον ότι οι μεν πλούσιοι είναι άριστοι φύλακες του δημοσίου ταμείου, οι συνετοί άριστοι σύμβουλοι, και οι πολλοί, αφού ακούσουν συζητούμενον ζήτημα τι, άριστοι κριταί, και ότι έκάστη των τάξεων τούτων και όλαι ομού απολαύουν ίσων δικαιωμάτων υπό δημοκρατικόν πολίτευμα. Ενώ η ολιγαρχία διαμοιράζει μεν τους κινδύνους εις τους πολλούς, ως προς τα ωφελήματα όμως δεν αρκείται καν εις την μερίδα του λέοντος, αλλά σφετερίζεται και κρατεί δι’ εαυτήν το όλον. Ιδού τί επιδιώκουν οι ισχυροί και οι νέοι μεταξύ υμών, και τί είναι αδύνατον να επιτύχουν εις μεγάλην πόλιν.
40. «Αλλά και τώρα ακόμη θα εισθε οι ασυνετώτεροι πάντων των Ελλήνων, όσους εγώ γνωρίζω, εάν δεν αντιλαμβάνεσθε ότι οι σκοποί σας είναι αχρείοι, ή έγκληματικώτατοι, εάν, μολονότι αντιλαμβάνεσθε τούτο τολμάτε να επιμένετε εις αυτούς. Εν τούτοις και τώρα ακόμη οφείλετε, είτε συνετιζόμενοι, είτε μετανοούντες, να επιδιώξετε την προαγωγήν του κοινού συμφέροντος της πόλεως, εννοούντες ότι εις το έργον τούτο η μετοχή των καλών μεταξύ υμών θα είναι ίση ή μεγαλύτερα από την του πλήθους της πόλεως, ότι όμως, εάν έχετε άλλους σκοπούς, θα κινδυνεύσετε να χάσετε τα πάντα. Παραιτήσατε τας ειδήσεις αυτάς, πειθόμενοι ότι έχετε να κάμετε με ανθρώπους, οι οποίοι εννόησαν τους σκοπούς σας και δεν θα τους ανεχθούν. Διότι η πόλις αυτή, και αν υποτεθή ότι έρχονται οι Αθηναίοι, θα τους αποκρούση κατά τρόπον άξιον αυτής, και έχομεν στρατηγούς, οι οποίοι θα μεριμνήσουν περί των πραγμάτων τούτων. Και εάν, καθώς εγώ πιστεύω, τίποτε από αυτά δεν είναι αληθές, η πόλις δεν θα καταληφθεί υπό πανικού, υπό την εντύπωσαν των διαδόσεών σας, ούτε θα εκλέξη υμάς άρχοντάς της, όπως εκουσίως επιβάλη επί του τραχήλου της τον ζυγόν της δουλείας, αλλά λαμβάνουσα εις χείρας της τας ιδίας αυτής υποθέσεις, θα κρίνη τους λόγους σας, ως ισοδυναμούντας με έργα, και δεν θα επιτρέψη καθόλου να χάση την ελευθερίαν της, διότι ήκουσε τας διαδόσεις σας, άλλα θα προσπαθήση να διάσωση εαυτήν, ματαιώνουσα τα σχέδιά σας διά της λήψεως πραγματικών προφυλάξεων».
41.
Η εκκλησία του δήμου των Συρακούσιων αποφασίζει να λάβη τα προσήκοντα μέτρα αμύνης
Μετά τους λόγους τούτους του Αθηναγόρα, ηγέρθη εις των στρατηγών, ο οποίος δεν επέτρεψεν εις κανένα άλλον να λάβη τον λόγον, αλλ’ είπεν ο ίδιος περί του υπό συζήτησιν θέματος τα εξής περίπου: «Δεν είναι φρόνιμον, ούτε να διατυπώνωνται υπό τίνων αμοιβαίαι διαβολαί, ούτε οι ακούοντες ν’ αποδέχωνται αυτάς. Αλλ’ εν σχέσει προς τας εκ διαφόρων μερών προερχόμενος ειδήσεις, η φρόνησις επιβάλλει να εξετάσωμεν κατά τίνα τρόπον, και έκαστος των πολιτών ιδιαιτέρως, και η όλη πόλις, θα παρασκευασθώμεν, όπως αποκρούσωμεν αποτελεσματικώς τους επιδρομείς. Και αν ακόμη δεν υπάρξη ανάγκη αμύνης, καμμία, εν πάση περιπτώσει, βλάβη δεν θα επέλθη, εάν η πόλις εφοδιασθή και με ίππους και με όπλα και με τα λοιπά εφόδια, των οποίων έχει ανάγκην ο πόλεμος. Την φροντίδα και συντήρησιν των εφοδίων τούτων θα επιμεληθώμεν ημείς και θα πέμψωμεν συγχρόνως πράκτορας εις τας διαφόρους πόλεις προς συλλογήν πληροφοριών και δι’ ό,τιδήποτε άλλο ήθελε θεωρηθή σκόπιμον. Εν μέρει άλλωστε εμεριμνήσαμεν ήδη περί τούτων. Και ό,τιδήποτε μάθωμεν, θα σας το ανακοινώσωμεν».
Μετά τους λόγους τούτους του στρατηγού, οι Συρακούσιοι υπεχώρησαν εκ της συνελεύσεως, η οποία ούτω διελύθη.
42.
Ο Αθηναϊκός στόλος φτάνει εις Κέρκυραν
Εν τω μεταξύ οι Αθηναίοι, αυτοί και οι σύμμαχοί των, είχαν ήδη όλοι συγκεντρωθή εις την Κέρκυραν. Και πρώτον μεν οι στρατηγοί προέβησαν εις γενικήν επυθεώρησιν του στρατεύματος και εκανόνισαν την τάξιν, κατά την οποίαν τούτο θα ηγκυροβόλει και θα εστρατοπέδευε. Διαιρέσαντες δε τον στόλον εις τρεις μοίρας, έταξαν επί κεφαλής εκάστης διά κλήρου ένα εκ των στρατηγών, αφ’ ενός μεν, όπως προλάβουν τας δυσκολίας τας οποίας, εάν ο στόλος έπλεεν αθρόος, θα παρουσίαζε κατά τον κατάπλουν η εύρεσις ύδατος και λυμένων και τροφίμων, και αφ’ ετέρου, όπως ασφαλίσουν καλυτέραν πειθαρχίαν και διοίκησιν του στρατεύματος, εφόσον εκάστης μοίρας προίστατο εις στρατηγός. Προαπέστειλαν μάλιστα ακολούθως εις Ιταλίαν και Σικελίαν τρία πολεμικά σκάφη, διά να εξακριβώσουν ποίαι πόλεις θα τους εδέχοντο φιλικώς, και διέταξαν αυτά να έλθουν εις προϋπάντησιν του στόλου, όπως εν επιγνώσει γνωρίζουν που θα καταπλεύσουν.
43.
Η δύναμις του Αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος
Μετά ταύτα, οι Αθηναίοι απέπλευσαν εκ Κερκύρας, διευθυνόμενοι προς την Σικελίαν, με τας εξής δυνάμεις: αι τριήρεις, πλην δύο Ροδίων πεντηκοντόρων, ανήρχοντο εν συνόλω εις εκατόν τριάντα τέσσαρας. Εκ τούτων εκατόν ήσαν Αθηναϊκαί, εκ των οποίων πάλιν εξήντα ταχύπλοα σκάφη και τα λοιπά οπλιταγωγά. Ο λοιπός στόλος απετελείτο από πλοία των Χίων και των άλλων συμμάχων. Το σύνολον των οπλιτών ανήρχετο εις πέντε χιλιάδας εκατόν, εκ των οποίων οι Αθηναίοι ήσαν χίλιοι πεντακόσιοι μεν εκ του καταλόγου των τριών ευπορωτέρων τάξεων και επτακόσιοι θήτες πεζοναύται, ενώ οι λοιποί απετέλουν εκ των συμμάχων, των μετεχόντων της εκστρατείας, άλλοι μεν εκ των υπηκόων πόλεων, πεντακόσιοι εκ του Αργούς και διακόσιοι πενήντα Μαντινείς και άλλοι μισθοφόροι. Ο όλος αριθμός των τοξοτών ανήρχετο εις τετρακόσιους ογδοήντα, εικ των οποίων οι ογδοήντα ήσαν Κρήτες.Υπήρχαν ακόμη επτακόσιοι Ρόδιοι σφενδονιστάς εκατόν είκοσι ψιλοί Μεγαρείς εκ των φυγάδων, και εν ιππαγωγόν πλοίον, φέρον τριάντα ιππείς.
44.
Ο Αθηναϊκός στόλος εις Ρήγιον
Τοιαύτη ήτο η δύναμις του πρώτου στρατού, ο οποίος διέπλεε την θάλασσαν, όπως διεξαγάγη τον Σικελικόν πόλεμον. Την δύναμιν αυτήν συνώδευαν τριάντα μεταγωγικά, φέροντα τα τρόφιμα και τους αρτοποιούς, τους κτίστας, τους ξυλουργούς, και τα αναγκαία διά την οχύρωσιν εργαλεία, και τους μετ’ αυτών συνέπλεαν εκατόν μικρότερα επιτεταγμένα σκάφη. Ηκολούθουν, άλλωστε, τον στρατόν εξ ιδίας προαιρέσεως και πολλά αλλά μικρά και μεγάλα εμπορικά πλοία, χάριν εμπορίου. Όλος αυτός ο στόλος, εκπλεύσας εκ Κερκύρας, διέσχιζεν αθρόος τον Ιόνιον κόλπον, και αφού προσήγγισε μέρος μεν εις το ακρωτήριον της Ιαπυιγίας, μέρος δε εις τον Τάραντα, και τα λοιπά πλοία, όπου τους παρουσιάσθη ευκαιρία αποβάσεως, συνέχισε τον πλουν κατά μήκος της Ιταλικής ακτής. Καμμία πόλις δεν τους ήνοιξε τας πύλας της, ουδέ την αγοράν της, επέτρεψαν μόνον εις αυτούς την ύδρευσιν και την αγκυροβολίαν. Ο Τάρας όμως και οι Λοκροί ηρνήθησαν και ταύτα. Τέλος τα πλοία έφθασαν εις το Ρήγιον, έσχατον άκρον της Ιταλίας, όπου ο στόλος συνεκεντρώθη. Και επειδή, οι Ρηγίνοι δεν εδέχθησαν αυτούς εντός των τειχών της πόλεώς των, κατεσκεύασαν στρατόπεδον εκτός αυτής επί χώρου ανήκοντος εις τον ναόν της Αρτέμιδος, όπου οι κάτοικοι ήνοιξαν δι’ αυτούς αγοράν, και αφού έσυραν τα πλοία εις την ξηράν, ανεπαύθησαν. Συνηντήθησαν, προς τούτοις, με τους Ρηγίνους, από τους οποίους εζήτησαν, αφού είναι Χαλκιδείς, να βοηθήσουν τους Λεοντίνους, οι οποίοι είναι επίσης Χαλκιδείς. Αλλ’ ούτοι εδήλωσαν ότι θα μείνουν ουδέτεροι και θα συμμορφωθούν προς ό,τι αποφασισθή από κοινού μετά των άλλων Ελλήνων της Ιταλίας. Και οι Αθηναίοι ήρχισαν μελετώντες κατά τινα τρόπον ηδύναντο να επιληφθούν προσφορώτερον της εν Σικελία καταστάσεως. Συγχρόνως ανέμεναν να επιστρέψουν εκ της Εγέστης τα πλοία που είχαν προαποστείλει, θέλοντες να βεβαιωθούν, εάν υπήρχε πραγματικώς ο δημόσιος θησαυρός, περί του οποίου είχαν κάμει λόγον εις τας Αθήνας οι απεσταλμένοι των Εγεσταίων.
45.
Οι Συρακούσιοι προπαρασκευάζονται προς άμυναν
Εν τω μεταξύ, εκ πολλών πηγών, και εκ των αποσταλέντων κατασκόπων, έφθαναν ήδη διαρκώς θετικαί πληροφορίαι προς τους Συρακουσίους ότι ο Αθηναϊκός στόλος ευρίσκετο εις το Ρήγιον, και ως εκ τούτου, αφίσαντες κατα μέρος πάσαν πλέον δυσπιστίαν, επεδόθησαν μετά μεγάλου ζήλου εις τας παρασκευάς. Και προς τους Σικελούς έστελλαν, αλλού μεν φρουρούς, αλλού δε πρέσβεις. Και φρουράς εισήγαν εις τα φρούρια της χώρας, και εντός της πόλεως προέβαιναν εις επιθεώρησιν των όπλων και των ίππων, διά να εξακριβώσουν αν είναι εις τελείαν κατάστασιν, και διευθέτησαν τα λοιπά ως προς προσεχέστατον και σχεδόν παρόντα πόλεμον.
46.
Η Έγεστα δεν παρέχει τους χρηματικούς πόρους που είχεν υποσχεθή
Τα προαποσταλέντα τρία πολεμικά σκάφη επανήλθαν ήδη από την Έγεσταν προς τους Αθηναίους εις το Ρήγιον, αναγγέλλοντα ότι από τα χρήματα που υπεσχέθησαν, τριάντα μόνον τάλαντα παρουσιάζονται και τίποτε περισσότερον. Και οι στρατηγοί κατελήφθησαν ευθύς από αθυμίαν, και διά την πρώτην ταύτην διάψευσιν των προσδοκιών των και διά την άρνησιν των Ρηγίνων, τους οποίους πρώτους επεχείρησαν και ήλπιζαν σοβαρώς να πείσουν, όπως μετάσχουν της εκστρατείας, και λόγω της προς τους Λεοντίνους κοινότητος της καταγωγής των και διότι ανέκαθεν διέκειντο φιλικώς προς τους Αθηναίους. Και ο μεν Νικίας είχε προίδει τας εκ της Εγέστης ειδήσεις, αλλά εις τους δύο άλλους στρατηγούς επροκάλεσαν αντιθέτως πολλήν εκπληξιν. Ιδού, τωόντι, εις ποίον τέχνασμα είχαν καταφύγει οι Εγεσταίοι, ότε πρώτον ήλθαν προς αυτούς οι Αθηναίοι πρέσβεις, όπως δι’ επιτοπίου εξετάσεως βεβαιωθούν περί της υπάρξεως των χρημάτων. Ωδήγησαν αυτούς εις τον ναόν της Αφροδίτης, τον κείμενον εις Έρυκα, όπου τους επέδειξαν τα αφιερώματα, φιάλας και οινοχόας και θυμιατήρια και αλλά πολλά σκεύη, τα οποία, επειδή ήσαν αργυρά, είχαν εξωτερικήν εμφάνισιν όλως δυσανάλογον προς την πραγματικήν των αξίαν. Και πλην τούτου, οι ιδιώται, καλούντες τα πληρώματα των τριήρεων προς φιλοξενίαν, παρουσίαζαν έκαστος ως ιδικά των, κατά τας εστιάσεις, τα χρυσά και αργυρά ποτήρια, τα οποία είτε συνέλεξαν εκ της Εγέστης, είτε εδανείσθησαν από τας γειτονικας Ελληνικάς και Φοινικικάς πόλεις. Και επειδή πάντες, ως επί το πλείστον, μετεχειρίζοντο τα ίδια σκεύη και παντού παρουσιάζετο μεγάλη ποσότης εξ αυτών, η εντύπωσις των Αθηναϊκών πληρωμάτων υπήρξεν αληθώς εκπληκτική, και επανελθόντες εις τας Αθήνας διέδωσαν ότι είχαν ίδει μεγάλους θησαυρούς. Όταν ανεκοινώθη η είδησις ότι οι θρυλούμενοι θησαυροί της Εγέστης ήσαν ανύπαρκτοι, οι στρατιώται εμέμφοντο ζωηρώς τους πρώτους πρέσβεις, οι οποίοι, απατηθέντες οι ίδιοι, είχαν παρασύρει τότε και τους άλλους εις την πλάνην. Οι στρατηγοί, εξ άλλου, συνεκρότησαν πολεμικόν συμβούλων προς εξέτασιν της παρούσης καταστάσεως.
47.
Συμβούλιον των Αθηναίων στρατηγών
Και του μεν Νικίου η γνώμη ήτο να πλεύσουν με όλον τον στρατόν κατα του Σελινούντος, τούθ’ όπερ απετέλει τον κύριον σκοπόν της αποστολής των. Και αν μεν οι Εγεσταίοι παρείχαν χρήματα δι’ όλον τον στρατόν, να σκεφθούν τότε αναλόγως τί θα πράξουν, ειδεμή, να απαιτήσουν απ’ αυτούς την παροχήν τροφοδοσίας διά τα εξήντα πλοία, όσα ακριβώς είχαν ζητήσει, και παραμένοντες να συνδιαλλάξουν προς αυτούς τους Σελινουντίους, ή διά της βίας ή διά συνεννοήσεως. Τούτου δ’ επιτυγχανομένου, να πλεύσουν κατά μήκος της ακτής των άλλων πόλεων, και αφού επιδείξουν ούτω την δύναμιν της πόλεως των Αθηνών και αποδείξουν το ενεργόν ενδιαφέρον της υπέρ των φίλων και συμμάχων, ν’ αποπλεύσουν εις τα ίδια, εκτός αν αιφνιδία τις και απροσδόκητος ευκαιρία τους παρείχε το μέσον ή να ωφελήσουν τους Λεοντίνους ή να επιτύχουν την συνεργασίαν άλλων τινών πόλεων. Αλλά να μη εκθέσουν εις κίνδυνον την ασφάλειαν της πόλεως, δαπανώντες συγχρόνως εξ ιδίων.
48. Ο Αλκιβιάδης, εξ άλλου, υπεστήριξεν ότι δεν πρέπει, αφού εξέπλευσαν με τόσον μεγάλην δύναμιν, να επιστρέψουν κατησχυμένοι και άπρακτοι, αλλά ν’ αποστείλουν απεσταλμένους προς τας άλλας Ελληνικάς πόλεις, πλην του Σελινούντος και των Συρακουσών, και να προσπαθήσουν, όπως άλλους μεν εκ των Σικελών αποσπάσουν από τους Συρακουσίους, άλλους δε προσεταιρισθούν, προς τον σκοπόν του να εξασφαλίσουν την παροχήν τροφίμων και στρατιωτικών ενισιχύσεων. Αλλά προ παντός έπρεπε να επιδιώξουν όπως προσεταιρισθούν τους Μεσσηνίους, καθόσον η πόλις των κείται εις ευθετωτάτην θέσιν της παραλίας και αποτελεί την κλείδα της Σικελίας, έχουσα επίσης λιμένα, δυνάμενον ν’ αποτελέση αρίστην βάσιν επιχειρήσεως διά τον στρατόν. Και αφού προσελκύσουν προς το μέρος των τας πόλεις αυτάς και γνωρίζουν ποίους θα έχουν σιυναγωνιστάς, τότε μόνον να επιτεθούν κατά των Συρακουσών και του Σελινούντος, εάν ούτοι μεν δεν συνδιαλλαχιθούν με τους Εγεσταίους, εκείνοι δε δεν επιτρέψουν την εις τας εστίας των αποκατάστασιν των Λεοντίνων.
49. Ο Λάμαχος, αντιθέτως, υπεστήριζεν ότι έπρεπε να πλεύσουν αμέσως κατά των Συρακουσών και να συνάψουν όσον το δυνατόν ταχύτερον την μάχην υπό αυτά τα τείχη της πόλεως, εφόσον ακόμη οι Συρακούσιοι ήσαν απαράσκευοι και η κατάπληξίς των αμείωτος. Διότι, κατ’ αυτόν, κάθε στρατός είναι φοβερώτατος εις την αρχήν. Εάν όμως χρονοτριβήση πριν παρουσιασθή, οι άνθρωποι αναλαμβάνουν το θάρρος των, και όταν τον ιδούν, είναι διατεθειμένοι μάλλον εις υποτίμησιν αυτού. Αλλ’ εάν επιτεθούν αμέσως, εφόσον οι Συρακούσιοι αναμένουν περιδεείς την επίθεσιν, θα ενίκων ασφαλέστερον, διότι όλα θα συνετέλουν όπως ο εχθρός καταληφθή υπό πανικού, και η θέα του στρατού, ο οποίος ποτέ άλλοτε δεν θα εφαίνετο πολυαριθμότερος, και η προσδοκία της τύχης που τους περιμένει, και προ πάντων ο άμεσος κίνδυνος της μάχης. Είναι, άλλωστε, πιθανόν ότι πολλοί πιστεύοντες ότι δεν θα έλθουν οι Αθηναίοι, θ’ απεκόπτοντο έξω της πόλεως εις τους αγρούς, και ενώ ούτοι θα εζήτουν να εισαγάγουν εις την πόλιν τα κινητά των, ο στρατός των Αθηναίων, στρατοπεδευμένος προ των τειχών της πόλεως και κρατών της υπαίθρου χώρας, θα είχεν αφθονίαν τροφίμων. Εάν ενήργουν ούτω, και οι άλλοι Έλληνες της Σικελίας θα ήτο πιθανώτερον τότε, αντί να ταχθούν με τους Συρακουσίους, να προσέλθουν προς το μέρος των, χωρίς να χρονοτριβήσουν, περιμένοντες να ιδούν ποιός θ’ αναδειχθή νικητής. Προσέθηκε δε ότι έπρεπε ν’ απέλθουν και εγκαταστήσουν ναύσταθμον και βάσιν επιχειρήσεων τα Μέγαρα, τα οποία ήσαν εγκαταλελειμένα και δεν απέχουν πολύ από τας Συρακούσας διά θαλάσσης και διά ξηράς,
50. Ο Λάμαχος, αφού υπεστήριξε ταύτα, συνετάχθη, εν τούτοις, και αυτός με την γνώμην του Αλκιβιάδου, ο οποίος μετά τούτο, επιβάς του ιδίου αυτού πλοίον, έπλευσεν εις Μεσσήνην, όπου έκαμε προτάσεις συμμαχίας. Αλλ’ επειδή οι Μεσσήνιοι δεν επείθοντο, αλλ’ απήντησαν ότι δεν ηδύναντο μεν να δεχθούν τους Αθηναίους εντός της πόλεως, θα εγκαθίστων όμως χάριν αυτών αγοράν έξω των τειχών της, επανεπλευσεν εις το Ρήγιον. Οι στρατηγοί ετοίμασαν ευθύς εξήντα πλοία εκ του συνόλου του στόλου, και παραλαβόντες τας αναγκαίας προμηθείας, έπλεαν κατά μήκος της ακτής προς την Νάξον, αφίσαντες τον υπόλοιπον στρατόν και ένα εκ των στρατηγών εις το Ρήγιον. Αφού δε οι Νάξιοι εδέχθησαν αυτούς εντός της πόλεως, συνέχισαν τον πλουν των κατά μήκος της ακτής προς την Κατάνην. Αλλ’ επειδή οι Καταναίοι ηρνούντο να τους δεχθούν, διότι υπήρχαν εις την πόλιν πολλοί φρονούντες τα των Συρακουσίων, επροχώρησαν εις τον ποταμόν Τηρίαν, όπου και κατηυλίσθησαν. Την επομένην, έπλευσαν εις γραμμήν παραγωγής προς τας Συρακούσας με όλην την μοίραν του στόλου, πλην δέκα πλοίων, τα οποία απέστειλαν προηγουμένως, με την παραγγελίαν να εισέλθουν εις τον μέγαν λιμένα των Συρακουσών και παρατηρήσουν εαν υπήρχαν εκεί ,πλοία καθειλκυσμένα. Συγχρόνως, αφού προσήγγιζαν εις την πόλιν, θα προεκήρυσσαν από του καταστρώματος των πλοίων ότι οι Αθηναίοι ήλθαν διά ν’ αποκαταστήσουν εις τας εστίας των τους Λεοντίνους, λόγω της συμμαχίας των και της κοινότητος της καταγωγής των, και θα προσεκάλουν τους εις τας Συρακούσας ευρισκομένους Λεοντίνους να προσέλθουν αφόβως προς τους Αθηναίους ως προς φίλους και ευεργέτας. Αφού έγινεν η προκήρυξις αυτή, και επεσκόπησαν επιμελώς την πόλιν, τους λιμένας και το έδαφος, το οποίον θα εχρησιμοποίουν ως βάσιν των επιχειρήσεών των, επανέπλευσαν εις την Κατάνήν.
51. Συγκληθείσης εκεί συνελεύσεως του λαού, οι Καταναίοι επέμεναν αρνούμενοι να δεχθούν τον στρατόν εντός της πόλεως, αλλά προσεκάλεσαν τους στρατηγούς να εισέλθουν και εκθέσουν ό,τι είχαν να είπουν. Αλλ’ ενώ ο Αλκιβιάδης ωμίλει και η προσοχή των κατοίκων ήτο εξ ολοκλήρου απησχολημένη με την συνέλευσιν, οι στρατιώται, χωρίς να τους αντιληφθούν, διέρρηξαν μικράν πύλην του τείχους, σαθρώς κατεσκευασμένην, και εισελθόντες συνεκεντρώθησαν εις την αγοράν. Εκ των Καταναίων, όσοι εφρόνουν τα των Συρακουσίων, ολίγοι μεν, ευθύς ως είδαν τον στρατόν εντός της πόλεως – καταληφθέντες από φόβον – απήλθαν κρυφίως εξ αυτής, οι λοιποί όμως εψήφισαν συμμαχίαν προς τους Αθηναίους και συνέστησαν προς αυτούς να φέρουν εκ του Ρηγίου και τον λοιπόν στρατόν. Οι Αθηναίοι, μετά τούτο, επέστρεψαν εις το Ρήγιον, οπούθεν εξέπλευσαν με όλον ήδη τον στρατόν διά την Κατάνην, όπου μετά την άφιξίν των ήρχισαν κατασκευάζοντες στρατόπεδον.
52. Αλλ’ εν τω μεταξύ ήρχοντο ειδήσεις εκ Καμαρίνης ότι αν έλθουν οι Αθηναίοι, η πόλις ήθελε προσχωρήσει, και ότι οι Συρακούσιοι επιβιβάζουν τα πληρώματα του στόλου των. Ως εκ τούτου, έπλευσαν παρά την ακτήν με όλον τον στρατόν των, κατ’ αρχάς εις τας Συρακούσας. Και επειδή παρετήρησαν ότι ουδεμία εξόπλισις στόλου εγίνετο, συνέχισαν τον παρά την ακτήν πλουν των προς την Καμάριναν, και προσεγγίσαντες εις την παραλίαν, έπεμψαν κήρυκα προς τους Καμαριναίους. Ούτοι όμως ηρνούντο να δεχθούν αυτούς, προβάλλοντες ότι εδεσμεύοντο υπό συνθήκης, βεβαιωθείσης δι’ όρκων, να δέχωνται τους Αθηναίους, εάν κατέπλεαν με έν μόνον πολεμικόν πλοίον, έκτος εάν οι ίδιοι προσεκάλουν αυτούς να έλθουν με περισσότερα. και ούτως οι Αθηναίοι απέπλευσαν άπρακτοι. Και αποβάντες εις σημείον τι της ακτής των Συρακουσίων προέβησαν εις λεηλασίαν. Αλλά το ιππικόν των Συρακουσίων προσέτρεξε και εφόνευσε διεσπαρμένους τινάς ψιλούς στρατιώτας, μεθ’ ο επανέπλευσαν εις Κατάνην.
53.
Ανάκλησις του Αλκιβιάδου δια την υπόθεσιν των Ερμών
Εκεί ευρίσκουν την Σαλαμινίαν, η οποία είχεν έλθει εξ Αθηνών διά να προσκαλέση και τον Αλκιβιάδην να επιστρέψη, όπως απολογηθή κατά των κατηγοριών, διά τας οποίας ενεκάλει αυτόν η πόλις, και άλλους τινάς των στρατιωτών, εκ των οποίων τινές μεν είχαν μηνυθή μετ’ αυτού διά την βεβήλωσιν των μυστηρίων, τινές δε διά τον ακρωτηριασμόν των Ερμών. Διότι, μετά την αναχώρησιν του στρατού, οι Αθηναίοι εξηκολούθησαν ουδέν ήττον την ανάκρισιν περί των γεγονότων των σχετιζομένων προς το έγκλημα των μυστηρίων και το των Ερμών, και χωρίς να εξελέγχουν την αξιοπιστίαν των μηνυτών, αλλ’ αποδεχόμενοι ένεκα της καχυποψίας των πάσαν καταγγελίαν ως αληθή, συνελάμβαναν και έρριπτον εις τας φυλακάς πολίτας εκ των χρηστοτάτων, παρέχοντες πίστιν εις ανθρώπους κακόπιστους. Διότι, οσάκις εναντίον τινός διετυπούτο κατηγορία τις, έστω και αν ούτος απελάμβανεν αρίστης υπολήψεως, εθεώρουν ότι ήτο προτιμότερον να βασανίσουν το πράγμα διά να εύρουν την αλήθειαν, παρά ν’ αφίσουν τον καταγγελθέντα να διαφύγη ανεξέταστος, λόγω της αχρειότητος του μηνυτού. Διότι ο λαός, ο οποίος εγνώριζεν εκ παραδόσεως ότι η τυραννίς του Πεισιστράτου και των τέκνων του κατήντησεν εις το τέλος πιεστική, και προς τούτοις ότι η κατάλυσις αυτής δεν ωφείλετο εις αυτούς και τον Αρμόδιον, αλλ’ εις τους Λακεδαιμονίους, διετέλει υπό διαρκή φόβον και υπώπτευε τα πάντα.
54.
Ιστορική αναδρομή εις τους Πεισιστρατίδας
Θα προβώ ήδη εις την εκτενεστέραν οπωσδήποτε διήγησιν της ερωτικής περιπέτειας, εκ της οποίας προεκλήθη το τόλμημα του Αριστογείτονος και του Αρμοδίου, διά ν’ αποδείξω ότι ούτε αυτοί καν οι Αθηναίοι (διά να μη μνημονεύσω τους άλλους Έλληνας) εκθέτουν ακριβώς τα περί των τυράννων των και του εν λόγω επεισοδίου. Αφού δηλαδή ο Πεισίστρατος απέθανε γέρων και ασκών ήδη την τυραννίδα, την αρχήν κατέλαβεν όχι ο Ίππαρχος, ως οι πολλοί νομίζουν, αλλ’ ο Ιππίας, ο πρεσβύτερος των υιών αυτού. Όταν ο Αρμόδιος έφθασεν εις το άνθος της νεανικής ωραιότητος, ο Αριστογείτων, πολίτης της μέσης τάξεως, είχεν αυτόν ως εραστήν. Ο υιός του Πεισιστράτου Ίππαρχος επεχείρησε ν’ αποπλανήση τον Αρμόδιον, ο οποίος απέκρουσε τας προτάσεις του και κατήγγειλε το πράγμα εις τον Αριστογείτονα. Ούτος, βαρυαλγής εκ του ερωτικού πάθους και φοβηθείς μήπως ο ίππαρχος, ως εκ της δυνάμεώς του, καταφύγη εις την βίαν, διά να του αποσπάση τον Αρμόδιον, ήρχισεν ευθύς διοργανώνων κρυφίως την ανατροπήν της τυραννίδος με κάθε μέσον το οποίον διέθετε. Και επειδή εν τω μεταξύ ο ίππαρχος, επαναλαβών τας προτάσεις του προς τον Αρμόδιον, δεν επέτυχε μεν περισσότερον από την πρώτην φοράν, αλλά και δεν ηθέλησε να προσφύγη εις βίαια μέτρα, επεδίωκεν όμως την δημιουργίαν ευκαιρίας, όπως τον προπηλακίση δι’ υπούλου τρόπου, χωρίς ν’ αφίση να φανούν τα αληθή αυτού ελατήρια. Διότι η εξουσία του γενικώς δεν ήτο επαχθής εις τον λαόν, και είχε κατορθώσει ν’ ασκή αυτήν κατά τρόπον μη προκαλούντα αντιπάθειας. Ουδείς, τωόντι, τύραννος επέδειξεν επί μακρότερον χρόνον ευγένειαν αισθημάτων και ικανότητα όσην οι Πεισιστρατίδαι. Και ενώ εισέπρατταν ως μόνον φόρον το εικοστόν των προϊόντων της γης, και την πόλιν των καλώς διεκόσμησαν και τους πολέμους διεξήγαν επιτυχώς και εις τους ναούς εσύχναζαν, δια να προσφέρουν θυσίας. Κατά τα άλλα, η πόλις εξηκολούθει διεπομένη από τους προηγουμένους κειμένους νόμους, άνευ επεμβάσεως των τυράννων, μόνον ότι εφρόντιζαν ούτοι όπως εις εκ της οικογενείας αυτών εκλέγεται εκάστοτε μεταξύ των αρχόντων. Και άλλοι εξ αυτών ήσκησαν την ενιαυσίαν αρχήν των Αθηνών και ο Πεισίστρατος, υιός του τυραννεύσαντος Ιππίου, ομώνυμος του πάππου του, ο οποίος κατά την περίοδον της αρχής του κατεσκεύασεν εις την αγοράν τον βωμόν, τον οποίον αφιέρωσεν εις τους δώδεκα θεούς και έτερον εις την ιεράν περιοχήν του Πυθίου, τον οποίον αφιέρωσεν εις τον Απόλλωνα. και το μεν επίγραμμα του βωμού της αγοράς εξηφανίσθη, ένεκα της υπό του δήμου των Αθηναίων γενομένης βραδύτερον προεκτάσεως του μήκους του. Αλλά το επίγραμμα του βωμού του Πυθίου φαίνεται ακόμη και σήμερον, αν και τα γράμματα αμυδρώς διακρίνονται, και έχει ως εξής:
«Το μνημείον τούτο της αρχοντείας του ο υιός του Ιππίου Πεισίστρατος αφιέρωσεν εις την Ιεράν περιοχήν του Πυθίου Απόλλωνος».
55. Ότι ο Ιππίας ήτο ο πρεσβύτερος των υιών του Πεισιστράτου, και ως εκ τούτου ανήλθεν εις την ανωτάτην αρχήν, υποστηρίζω και διότι το γνωρίζω ακριβέστερον από άλλους εξ ακοής, αλλά και διότι το τοιούτο συνάγεται ασφαλώς και εκ των επομένων. Ότι μόνος αυτός εκ των γνησίων αδελφών αποδεικνύεται ότι είχε τέκνα, όπως μαρτυρεί και ο άρτι μνημονευθείς βωμός και η στήλη που εστήθη εις την Ακρόπολιν των Αθηνών προς διαιώνισιν της αδικίας των τυράννων, εις την οποίαν, ούτε του Θεσσαλού, ούτε του Ιππάρχου, μνημονεύεται κανέν τέκνον, ενώ του Ιππίου πέντε, τα οποία απέκτησεν εκ του γάμου του με την Μυρσίνην, θυγατέρα του Καλλίου, υιού του Υπεροχείδου. Και ήτο βέβαια φυσικόν ο πρεσβύτερος να νυμφευθή πρώτος. Επί πλέον, το όνομά του εις την ιδίαν στηλην είναι γραμμένον αμέσως μετά το όνομα του πατρός του, και τούτο πολύ φυσικά, λόγω του ότι ήτο πρεσβύτερος υιός και διεδέχθη αυτόν εις την τυραννίδα. Νομίζω, άλλωστε, ότι ο Ιππίας δεν ήθελε κατορθώσει τόσον ευκόλως να γίνη κύριος της αρχής αμέσως μετά τον θάνατον του Ιππάρχου, εάν ούτος ήτο τύραννος, και εκείνος διά πρώτην φοράν επεδίωκεν αυθημερόν να εγκατασταθή εις αυτήν. Ενώ, λόγω του ότι ήσαν συνηθισμένοι από προτήτερα, οι μεν πολίται να τον φοβούνται, οι δε σωματοφύλακές του εις αυστηράν πειθαρχίαν, κατέβαλε την συνωμοσίαν μετά περισσής ασφαλείας και εις ουδεμίαν ευρέθη αμηχανίαν, όπως θα συνέβαινεν, αν ήτο νεώτερος αδελφός, οπότε δεν θα είχεν αποκτήσει διά προηγουμένης ήδη ασκήσεως την συνήθειαν της εξουσίας. Εις τον Ίππαρχον, εντούτοις, συνέβη, επειδή κατέστη ονομαστός, ένεκα του τραγικού τέλους του, να διαφημισθή ακολούθως και ως τύραννος.
56. Επειδή δε ο Αρμόδιος απέκρουσε τας προτάσεις του, ο Ίππαρχος προέβη εις τον προπηλακισιμόν αυτού, όπως εσχεδίαζε. Διότι, ενώ προσεκάλεσαν αδελφήν του Αρμοδίου, παρθένον, να έλθη, διά να χρησιμεύση ως κανηφόρος κατά τινα πομπήν, την απέπεμψαν, ισχυριζόμενοι ότι ουδέποτε εσκέφθησαν καν να την προσκαλέσουν, ως μη αξίαν τοιαύτης τιμής. Ο Αρμόδιος βαρέως έφερε τούτο και χάριν αυτού έτι μάλλον ηρεθισμένος ήτο ο Αριστογείτων. Και είχαν μεν ήδη συνεννοηθή μετά των συνωμοτών περί των λεπτομεριών της εκτελέσεως του σχεδίου των, επερίμεναν όμως την εορτήν των Μεγάλων Παναθηναίων, κατά την ημέραν των οποίων και μόνον η ένοπλος συγκέντρωσις των πολιτών, όσοι λαμβάνουν μέρος εις την πομπήν, δεν διήγειρεν υποψίας. Και ο μεν Αρμόδιος και ο Αριστογείτων θα ήρχιζαν την επίθεσιν, οι δε λοιποί θα τους εβοήθουν, επιτιθέμενοι ευθύς αμέσως κατά των σωματοφυλάκων. Χάριν ασφαλείας, οι συνωμόται δεν ήσαν πολλοί, διότι ήλπιζαν ότι, όσον ολίγοι και αν ήσαν οι επιχειρήσαντες το τόλμημα, και οι μη μεμυημένοι, εφόσον είχαν όπλα, θ’ απεφάσιζαν αμέσως να βοηθήσουν, διά ν’ ανακτήσουν την ιδίαν αυτών ελευθερίαν.
57. Και ως έφθασεν η ημέρα της εορτής, ο μεν Ιππίας μετά των σωματοφυλάκων του ευρίσκετο εκτός της πόλεως, εις τον καλούμενον Κεραμεικόν, κανονίζων την σειράν κατά την οποίαν έπρεπε να προχωρούν τα διάφορα τμήματα της πομπής. Ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, εξ άλλου, κρατούντες ήδη τα εγχειρίδια, επροχώρουν, διά να εκτελέσουν το σχέδιόν των. Αλλ’ όταν είδαν ένα των συνωμοτών συνομιλούντα οικείως με τον Ιππίαν, ο οποίος ήτο ευπρόσιτος εις όλους, εφοβήθησαν, νομίζοντες ότι επροδόθησαν, και ότι από στιγμής εις στιγμήν θα συνελαμβάνοντο. Ως εκ τούτου, ηθέλησαν, πριν συλληφθούν, να εκδικηθούν, εάν ημπορούσαν, προηγουμένως εκείνον που έγινεν αιτία τοιαύτης δι’ αυτούς λύπης, και ένεκα του οποίου διεκινδύνευαν τα πάντα, και όπως ήσαν, όρμησαν εντώς των πυλών της πόλεως και συναντήσαντες τον Ίππαρχον παρά το Ιερόν, το καλούμενον Λεωκόρειον, επέπεσαν κατ’ αυτού αμέσως αποτυφλωμένοι από το σφοδρόν πάθος, ο μεν της ερωτικής ζηλοτυπίας, ο δε της τρωθείσης υπερηφανείας, τον κτυπούν και τον φονεύουν. Και ο μεν Αριστογείτων διέφυγε την στιγμήν εκείνην τους σωματοφύλακας, λόγω του προσδραμόντος πλήθους, αλλά τον συνέλαβαν ακολούθως και δεν τον μετεχειρίσθησαν βέβαια με ηπιότητα. Ο Αρμόδιος όμως εφονεύθη αμέσως επί τόπου.
58. Ως έμαθεν ο Ιππίας την είδησαν εις τον Κεραμεικόν, έσπευσεν ευθύς όχι εις τον τόπον του δράματος, αλλά προς τους συνοδεύοντας την πομπήν ενόπλους, πριν ούτοι, ευρισκόμενοι εις ικανήν οπωσδήποτε απόστασιν, μάθουν τίποτε. Και μη αφίσας να εκδηλωθή εις την φυσιογνωμίαν του τίποτε διά την επελθούσαν συμφοράν, προεκάλεσεν αυτούς να μεταβούν εις μέρος τι, το οποίον τους έδειξε, αφού προτήτερα αφίσουν τα όπλα των. Και ούτοι μεν υπήκουσαν, νομίζοντες ότι επρόκειτο να τους είπη τίποτε, ούτος όμως διέταξε τους σωματοφύλακας ν’ αναλάβουν τα αφεθέντα όπλα και εχώρισεν ευθύς εκείνους, τους οποίους εθεώρει ενόχους, και κάθε άλλον που ευρέθη φέρων εγχειρίδιον, διότι η συνήθεια ήτο να βαδίζουν κατά την πομπήν φέροντες ασπίδα μόνον και δόρυ.
59.Κατά τοιούτον τρόπον, ερωτική λύπη υπήρξεν η αρχή της συνωμοσίας του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος, των οποίων ο αιφνίδιος φόβος επροκάλεσε το παράλογον τόλμημα. Μετά τούτο, η τυραννίς κατέστη επαχθεστέρα διά τους Αθηναίους, και ο Ιππίας, διατελών ήδη υπό το κράτος φόβου μάλλον, και πολλούς εκ των πολιτών εθανάτοσε και συγχρόνως εξήταζεν επιμελώς, διά να ίδη εάν, εις περίπτωσιν πολιτικής ανατροπής, ηδύνατο να εύρη εις το εξωτερικόν τόπον τινα όπου να καταφύγη ασφαλώς. Εν πάση περιπτώσει, Αθηναίος αυτός, έδωσε μετά ταύτα εις γάμον την θυγατέρα του Αρχεδίκην προς τον Λαμψακηνόν Αιαντίδην, υιόν του Ιππόκλου, τυράννου της Λαμψάκου, διότι έμαθεν ότι η οικογένεια αυτή είχε μεγάλην επιρροήν επί του βασιλέως Δαρείου, και ο τάφος αυτής ευρίσκεται εις την Λάμψακον, φέρων το εξής επίγραμμα:
«Ανδρός αριστεύσαντος μεταξύ των Ελλήνων της εποχής του, του Ιππίου την θυγατέρα Αρχεδίκην, καλύπτει η γη αυτή. Πατέρα και σύζυγον και αδελφούς έχουσα τυράννους και τέκνα ακόμη, όμως δεν εξιππάσθη από αλαζονείαν». Ο Ιππίας, τυραννεύσας επί τρία ακόμη έτη εις τας Αθήνας και καθαιρεθείς κατα το τέταρτον έτος υπό των Λακεδαιμονίων και των εξορίστων εκ των Αλκμαιωνιδών, απεσύρθη δυνάμει συμβάσεως εις το Σίγειον και έπειτα πλησίον του Αιαντίδου εις την Λάμψακον. Εκείθεν μετέβη προς τον βασιλέα Δαρείον, οπότε είκοσιν έτη βραδύτερον, γέρων ήδη, ηκολούθησε τους Πέρσας εις την κατά του Μαραθώνος εκστρατείαν.
60. Ταύτα έχων κατά νουν ο Αθηναϊκός λαός και ανακαλών εις την μνήμην του όσα εγνώριζε περί αυτών εκ παραδόσεως, ήτο αμείλικτος και πλήρης δυσπιστίας προς εκείνους, οι οποίοι κατηγορούντο διά το ζήτημα των μυστηρίων, και η όλη υπόθεσις εθεωρείτο υπ’ αυτών ότι ωφείλετο εις συνωμοσίαν, αποβλέπουσαν εις εγκαθίδρυσιν ολιγαρχίας ή τυραννίδος. Και επειδή, ως εκ του ερεθισμού τούτου των πνευμάτων, πολλοί και αξιόλογοι ανθρώποι ευρίσκοντο ήδη εις τας φύλακας, και το κακόν δεν εφαίνετο ότι πλησιάζει να παύση, αλλά καθ’ ημέραν εδεινώνετο περισσότερον και προέβαιναν εις αθροωτέρας συλλήψεις, τότε πλέον εις των προφυλακισμένων, ο οποίος εθεωρείτο περισσότερον των άλλων ένοχος, κατεπείσθη υπό τινος εκ των κρατουμένων εις την ιδίαν φυλακήν να προβή εις ομολογίαν ενοχής, αδιαφορόν αν αληθή ή όχι. Διότι αι γνώμαι διχάζονται και κανείς, ούτε τότε, ούτε μέχρι σήμερον, γνωρίζει να είπη ποίοι ήσαν οι αληθείς δράσται του εγκλήματος. Ο μετ’ αυτού κρατούμενος κατώρθωσε να τον πείση, παριστάνων εις αυτόν ότι οφείλει να το πράξη, και αν ακόμη δεν ήτο ένοχος, διά να σώση εαυτόν, εξασφαλίζων την ατυμωρησίαν του, και απαλλάξη την πόλιν από την υποψίαν, η οποία την συνετάρασσε. Διότι η σωτηρία αυτού ήτο ασφαλεστέρα, εάν, ομολογήσας την ενοχήν του, εξασφαλίση την ατιμωρησίαν, παρά εάν αρνηθείς την κατηγορίαν παραπεμφθή εις δίκην. Το αποτέλεσμα υπήρξεν ότι ούτος κατεμήνυσεν εαυτόν και άλλους τινάς ως ενόχους του ακρωτηριασμού των Ερμών. Και ο δήμος των Αθηναίων, ο οποίος εθεώρει προηγουμένως αφόρητον το να μη κατορθωθή η ανακάλυψις των συνωμοτούντων κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, απεδέχθη μετά μεγάλης χαράς την εξακρίβωσιν, ως πίστευε, της αληθείας, και τον μεν καταδότην και όσους εκ των συγκατηγορουμένων του δεν είχεν ούτος καταγγείλει, απέλυσαν ευθύς, τους δε λοιπούς κατηγορουμένους όσους είχαν συλλάβει εδίκασαν και εθανάτωσαν, ενώ εκείνους που είχαν διαφύγει κατεδίκασαν εις θάνατον, προκηρύξαντες χρηματικήν αμοιβήν δι’ εκείνον, ο οποίος θα εφόνευε τινα εξ αυτών. Αλλ’ εις την περίστασιν αυτήν κανείς δεν γνωρίζει μήπως οι παθόντες ετιμωρήθησαν αδίκως. Αναμφισβήτητον όμως είναι ότι εκ τούτου καταφανώς ωφελήθη η όλη πόλις.
61. Προκειμένου περί του Αλκιβιάδου, αι διαθέσεις των Αθηναίων, εξωθουμένων υπό των εχθρών του, αυτών εκείνων, οι οποίοι και προ του απόπλου είχαν επιτεθή κατ’ αυτού, ήσαν εκτάκτως δυσμενείς. Και επειδή ενόμιζαν ότι εγνώριζαν ήδη την αλήθειαν περί της υποθέσεως των Ερμών, επίστευαν έτι μάλλον ότι και η υπόθεσις των μυστηρίων, διά την οποίαν κατηγορείτο, ενηργήθη υπ’ αυτού προς τον αυτόν σκοπόν και εκ συνεννοήσεως προς τους συνωμοτούντας κατά της Δημοκρατίας. Διότι ανεξαρτήτως, τωόντι, άλλων υπόπτων περιστατικών, έτυχε την εποχήν αυτήν, κατά την οποίαν συνεταράσσοντο αι Αθήναι, ένεκα των υποθέσεων τούτων, να έλθη μέχρι του Ισθμού μικρά στρατιωτική δύναμις Λακεδαιμονίων συνεπεία συμφωνίας τινός προς τους Βοιωτούς. Ενομίσθη λοιπόν ότι ήλθεν αυτή, όχι, χάριν των Βοιωτών, αλλά κατόπιν μυστικής συνεννοήσεως μετά του Αλκιβιάδου, και ότι αν δεν προελάμβαναν τάχα αυτοί να συλλάβουν τους καταγγελθέντας, η πόλις θα παρεδίδετο διά προδοσίας. Και μάλιστα μίαν τινά νύκτα διενυκτέρευσαν ένοπλοι εις τα εντός της πόλεως Θησείον. Κατά τον αυτόν χρόνον, οι φίλοι του Αλκιβιάδου εις το Άργος έγιναν ύποπτοι, ως σχεδιάζοντες επίθεσιν κατά των δημοκρατικών. Και ως εκ τούτου οι Αθηναίοι παρέδωσαν τότε τους εις τας νήσους τοποθετημένους Αργείους ομήρους εις τον λαόν του Άργους, διά να τους θανατώση. Ούτω περί το όνομα του Αλκιβιάδου εσχηματίσθη πυκνή ατμόσφαιρα υποψίας.
Ο Αλκιβιάδης αναχωρήσας εκ της Σικελίας δια τας Αθήνας διαπεραιούται εις Πελοπόννησον
Ως εκ τούτου, απέστειλαν την Σαλαμινίαν εις την Σικελίαν, διά να προσκαλέση και εκείνον και τους άλλους, οι οποίοι είχαν μηνυθή, μόνον και μόνον διότι διά της εις δίκην παραπομπής επεδίωκαν να τον θανατώσουν. Κατά τας δοθείσας οδηγίας, έπρεπε να προσκαλέσουν αυτόν να τους ακολουθήση, διά να έλθη ν’ απολογηθή, αλλά να μη τον συλλάβουν, διότι επεδίωκαν να μη συνταράξουν τους ιδίους των στρατιώτας, που ευρίσκοντο εις την Σικελίαν, και να μη προκαλέσουν την προσοχήν των εκεί εχθρών των, και διότι προ πάντων ήθελαν να παραμείνουν εκεί οι Μαντινείς και οι Αργείοι, τους οποίους ενόμιζαν ότι χάριν της επιρροής εκείνου είχαν πεισθή να λάβουν μέρος εις την εκστρατείαν. Ο Αλκιβιάδης επεβιβάσθη μετά των συγκατηγορουμένων του επί του ιδίου αυτού πλοίου, και απέπλευσαν μετά της Σαλαμινίας εκ της Σικιελίας, διευθυνόμενοι εις Αθήνας. Αλλ’ όταν έφθασαν εις τους Θουρίους, δεν την ηκολούθησαν περαιτέρω, αλλ’ εγκατέλειψαν το πλοίον και εξηφανίσθησαν, διότι εφοβήθησαν να επιστρέψουν εις τας Αθήνας, διά να δικασθούν, υπό την επιρροήν κακοβούλων κατηγοριών. Οι επί της Σαλαμινίας ησχολήθησαν επί τινα χρόνον εις αναζήτησιν αυτού και των μετ’ αυτού. Αλλά μη δυνάμενοι να τους ανακαλύψουν, απέπλευσαν οίκαδε. Ο Αλκιβιάδης, φυγάς ήδη, διεπεραιώθη μετ’ ου πολύ εκ της Θούριας εις την Πελοπόννησον διά πλοίου, και οι Αθηναίοι, δικάσαντες ερήμην αυτόν και τους μετ’ αυτού, κατέγνωσαν εναντίον των την ποινήν του θανάτου.
62.
Κινήσεις του Αθηναϊκού στόλου περί την Σικελίαν
Οι υπολειφθέντες εις την Σικελίαν δύο στρατηγοί των Αθηναίων διήρεσαν μετά τούτο τον στρατόν εις δύο μοίρας, και λαβών έκαστος διά κλήρου μίαν εξ αυτών, απέπλευσαν με όλας των τας δυνάμεις, διευθυνόμενοι προς την Έγεσταν και τον Σελινούντα, θέλοντες να εξακριβώσουν εάν οι Εγεσταίοι θα δώσουν τα χρήματα που είχαν υποσχεθή και να εξετάσουν επί τόπου τα πράγματα των Σελινουντίων και κατανοήσουν τα επίμαχα μεταξύ αυτών και των Εγεσταίων ζητήματα. Έχοντες προς τα αριστερά την Σικελίαν, έπλεαν παρά την ακτήν αυτής, την επί του Τυρρηνικού κόλπου, και προσήγγισαν εις την Ιμέραν, η οποία είναι η μόνη Ελληνική πόλις του μέρους τούτου της Σικελίας. Αλλ’ επειδή οι κάτοικοι ηρνήθησαν να τους δεχθούν, συνέχισαν τον πλουν των παρά την ακτήν, διερχόμενοι προ των Υκκάρων, πόλεως Σικανικής παραθαλασσίας, εχθράς όμως των Εγεσταίων, κατέλαβαν αυτήν και έξανδραποδίσαντες τους κατοίκους, παρέδωσαν αυτήν εις τους Εγεσταίους, των οποίων το Ιππικόν, εν τω μεταξύ, είχε πρασέλθει προς αυτούς. Και ο μεν στρατός επέστρεψεν εις την Κατάνην, βαδίζων διά του εδάφους των Σικελών, ο δε στόλος, ακτοπλοών, επανήλθε φέρων τους δούλους. Αλλ’ ο Νικίας έπλευσεν εξ Υκκάρων παρά την ακτήν, κατ’ ευθείαν προς την Έγεσταν, και λαβών τριάντα τάλαντα και διαπραγματευθείς τα λοιπά ζητήματα, επέστρεψεν εις τον στρατόν. Οι Αθηναίοι επώλησαν τους Υκκαραίους δούλους και εισέπραξαν εκ της πωλήσεως εκατόν είκοσι τάλαντα. Έπεμψαν ωσαύτως απεσταλμένους εις τους εκ των Σικελών συμμάχους των, ζητούντες παρ’ αυτών την αποστολήν στρατιωτικών ενισχύσεων. Ακολούθως εβάδισαν με το ήμισυ του στρατού των κατά της Πελεάτιδος Ύβλας, πόλεως εχθρικής, την οποίαν όμως δεν κατώρθωσαν να καταλάβουν. Και ούτως έληξε το θέρος.
63.
Οι Αθηναίοι ετοιμάζονται να επιτεθούν εναντίον των Συρακουσών
Κατα τον ακόλουθον χειμώνα, οι Αθηναίοι ήρχισαν ευθύς ετοιμαζόμενοι διά την επίθεσιν κατά των Συρακουσών, και οι Συρακούσιοι ομοίως, όπως βαδίσουν εναντίον εκείνων. Διότι, όταν αντιθέτως προς τους αρχικούς φόβους και τας προσδοκίας των, οι Αθηναίοι δεν επετέθησαν κατ’ αυτών αμέσως, εκάστη παρερχομένη ημέρα ηύξανε περισσότερον το θάρρος των. Και όταν είδαν ότι οι Αθηναίοι έπλεαν εις την αντίθετον ακτήν της Σικελίας, όπου εφαίνοντο εις μακράν απ’ αυτούς απόστασιν, και ότι ελθόντες εις την Ύβλαν και επιχειρήσαντες να την καταλάβουν εξ εφόδου, απέτυχαν, ήρχισαν να τους καταφρονούν έτι μάλλον, και εζήτουν επιμόνως από τους στρατηγούς των (πράγμα ακριβώς που συνηθίζουν να κάμουν τα πλήθη όταν υπερφρονήσουν) να τους οδηγήσουν εναντίον της Κατάνης, αφού οι Αθηναίοι δεν έρχονται εναντίον των. Εξ άλλου, Συρακούσιοι ιππείς δεν έπαυαν να επεκτείνουν τας ανιχνεύσεις των μέχρι του Αθηναϊκού στρατοπέδου, να τους απευθύνουν διαφόρους χλευασμούς και να τους ερωτούν μήπως ήλθαν διά να συγκατοικήσουν μάλλον μαζί των εις ξένην δι’ αυτούς χώραν, παρά διά ν’ αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους εις τας ιδίας αυτών εστίας.
64. Οι στρατηγοί των Αθηναίων ήσαν εν γνώσει της καταστάσεως ταύτης των πνευμάτων, και επεθύμουν να παρασύρουν ολόκληρον την στρατιωτικήν δύναμιν των Συρακουσίων εις όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν από της πόλεως απόστασιν, όπως αυτοί, εν τω μεταξύ, πλέοντες παρά την παραλίαν, εν καιρώ νυκτός, έλθουν και καταλάβουν ανενόχλητοι έδαφος κατάλληλον προς στρατοπέδευσιν. Διότι εγνώριζαν ότι δεν θα ημπορούσαν να επιτύχουν τούτο με την αυτήν ευκολίαν, εάν ενήργουν την εκ του στόλου απόβασιν εναντίον παρεσκευασμένου προς αντίστασιν εχθρού, ή ήρχοντο διά ξηράς και εγίνοντο αντιληπτοί. Καθόσον, επειδή εστερούντο ιππικού, οι ψιλοί αυτών στρατιώται και ο όχλος των βοηθητικών υπηρεσιών εφρόνουν ότι θα υπέφεραν σοβαρώς από το πολυάριθμον ιππικόν των Συρακουσίων. Ενώ πραγματοποιουμένου του σχεδίου των, θα κατελάμβαναν θέσιν, εις την οποίαν το ιππικόν δεν θα ημπορούσε να τους προξενήση βλάβην αξίαν λόγου. Τοιαύτην κατάλληλον θέσιν πλησίον του ναού του Ολυμπίου Διός, την οποίαν και κατέλαβαν πραγματικώς βραδύτερον, υπέδειξαν εις αυτούς Συρακούσιοι εξόριστοι, οι οποίοι είχαν ενωθή με τον Αθηναϊκόν στρατόν. Ως εκ τούτου, οι Αθηναίοι στρατηγοί κατήρτισαν το επόμενον σχέδιον, προς πραγματοποίησιν του σκοπού των. Έπεμψαν εις τας Συρακούσας άνθρωπον πιστόν εις αυτούς, θεωρούμενον όμως εξ ίσου και υπό των Συρακουσίων στρατηγών ως φίλον. Ο άνθρωπος αυτός ήτο από την Κατάνην και είπεν ότι εστάλη από φίλους των Καταναίους, των οποίων οι στρατηγοί εγνώριζαν τα ονόματα και τους οποίους ήξευραν ότι ήσαν ακόμη πιστοί προς αυτούς εις την πόλιν. Ανέφερεν ότι οι Αθηναίοι συνήθιζαν να διανυκτερεύουν εντός της πόλεως, μακράν του στρατοπέδου των, και αν ήθελαν οι Συρακούσιοι να έλθουν με όλον τον στρατόν των κατά τα εξημερώματα ωρισμένης ημέρας και επιτεθούν κατά του Αθηναϊκού στρατού, αυτοί μεν θα απέκλειαν τους εντός της πόλεως Αθηναίους και θα έκαιαν τα πλοία των, οι δε Συρακούσιοι θα επετίθεντο κατά του χαρακώματος του στρατοπέδου και θα ηχμαλώτιζαν ευκόλως όλον τον στρατόν. Και τέλος, ότι πολλοί εκ των κατοίκων της Κατάνης, εκ μέρους των οποίων είχε σταλή, θα συνέπρατταν εις εκτέλεσιν του εν λόγω σχεδίου, και ότι ήσαν ήδη έτοιμοι προς τούτο.
65. Οι Συρακούσιοι στρατηγοί, οι οποίοι και γενικώς ήσαν αισιόδοξοι διά την κατάστασιν και επροτίθεντο και άνευ ακόμη της ανακοινώσεως ταύτης να προελάσουν κατά της Κατάνης, επίστευσαν τον άνθρωπον τούτον μετά περισσής απερισκεψίας και συμφωνήσαντες αμέσως περί της ημέρας κατά την οποίαν θα μεταβούν εκεί, απέστειλαν αυτόν οπίσω. Και επειδή συμμαχικαί ενισχύσεις Σελινουντίων και άλλων τινών είχαν ήδη προσέλθει, προεκήρυξαν και οι στρατηγοί γενικήν επιστράτευσιν των Συρακουσίων. Όταν δε αι παρασκευαί συνεπληρώθησαν και αι ημέραι κατά τας οποίας είχε συμφωνηθή ότι θα μεταβούν εις την Κατάνην προσήγγισαν, εξεκίνησαν κατ’ αυτής και κατηυλίσθησαν εις την χώραν των Λεοντίνων παρά τον ποταμόν Σύμαιθον. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, ως έμαθαν την προέλασίν των, παρέλαβαν όλον τον στρατόν των και όσους εκ των Σικελών ή των άλλων συμμάχων είχαν προσέλθει προς ενίσχυσίν των, και επιβιβάσαντες αυτούς επί των πολεμικών και των άλλων σκαφών, έπλεαν διαρκούσης της νυκτός προς τας Συρακούσας. Κατά τα εξημερώματα, καθ’ ην στιγμήν οι Αθηναίοι απεβιβάζοντο απέναντι του ναού του Ολυμπίου Διός, διά να εγκαταστήσουν το στρατόπεδόν των, το ιππικόν των Συρακουσίων, το οποίον πρώτον προήλασεν εις Κατάνην και αντελήφθη ότι όλος ο στρατός είχεν αναχθή εις το πέλαγος, επέστρεψε και ανήγγειλε το πράγμα εις το πεζικόν, και όλοι ήδη μαζί, στραφέντες προς τα οπίσω, έσπευδαν προς υπεράσπισιν της πόλεως.
66. Εν τω μεταξύ, επειδή η απόστασις που ώφειλαν να διανύσουν οι Συρακούσιοι, πριν επιστρέψουν, ήτο μακρά, οι Αθηναίοι κατώρθωσαν να εγκαταστήσουν τον στρατόν των ανενόχλητοι εις θέσιν κατάλληλον, οπόθεν ηδύναντο ν’ αναλάβουν την επίθεσιν όταν ήθελαν, και όπου το ιππικόν των Συρακουσίων ελάχιστα ηδύνατο να τους παρενοχλή, είτε κατά την συμπλοκήν, είτε προ αυτής. Διότι εκ του ενός μεν μέρους επροστατεύετο από τοίχους και οικίας και δένδρα και ςν έλος, εκ του άλλου δε από κρημνούς. Επί πλέον έκοψαν τα πλησίον δένδρα και αφού τα κατέβασαν εις την θάλασσαν, κατασκεύασαν χαράκωμα παρά τα πλοία και εις τον Δάσκωνα, ανήγειραν εσπευσμένως διά λίθων συλλεγέντων κατ’ εκλογήν και ξύλων οχύρωμα εις μέρος, από το οποίον ο εχθρός ηδύνατο ευκολώτερον να τους προσβάλη, και κατέστρεψαν την γέφυραν του ποταμού Ανάπου. Καθ’ ον χρόνον προέβαιναν εις τας παρασκευάς ταύτας, ουδείς εξήλθε των τειχών της πόλεως διά να τους εμποδίση. Οι πρώτοι εναντίον των προσδραμόντες ήσαν το ιππικόν των Συρακουσίων. Ακολούθως συνεκεντρώθη και ολόκληρον το πεζικόν. Και προήλασαν μεν κατ’ αρχάς μέχρι του Αθηναϊκού στρατοπέδου, αλλ’ επειδή οι Αθηναίοι δεν αντεπεξήρχοντο κατ’ αυτών, απεχώρησαν, και διαβάντες την Ελωρίνην Οδόν κατηυλίσθησαν εκεί.
67.
Παράταξις των Αθηναίων και των Συρακουσίων προς μάχην
Την επομένην οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι ητοιμάζοντο να δώσουν μάχην και παρετάχθησαν ως εξής: Το δεξιόν κέρας κατείχαν οι Αργείοι και οι Μαντινείς, οι Αθηναίοι το κέντρον και οι άλλοι σύμμαχοι το αριστερόν. Και το ήμισυ μεν του στρατού παρετάχθη έμπροσθεν εις φάλαγγα βάθους οκτώ οπλιτών, ενώ το άλλο ήμισυ, εις βάθος ομοίως οκτώ οπλιτών, παρετάχθη ως εφεδρεία εις σχήμα πλαισίου εγγύς του μέρους όπου εκοιμώντο, με την εντολήν να έχουν εντεταμένην την προσοχήν των, όπως σπεύδουν εις βοήθειαν του σημείου εκείνου της παρατάξεως, το οποίον θα υπέφερε σοβαρώτερον. Εντός του πλαισίου τούτου το οποίον εσχημάτιζεν η εφεδρεία ετοποθετήθησαν αι μεταγωγικαί υπηρεσίαι. Οι Συρακούσιοι, εξ άλλου, έταξαν τους οπλίτας των εις φάλαγγας βάθους δέκα εξ οπλιτών. Ο στρατός των απετελείτο από το σύνολον της δυνάμεως των Συρακουσίων και τους προσελθόντας εις βοήθειαν αυτών συμμάχους, κυρίως μεν Σελινουντίους, κατά δεύτερον δε λόγον διακόσιους εν συνόλω ιππείς εκ της Γέλας, και Καμαριναίους, είκοσι περίπου ιππείς και περί τους πενήντα τοξάτας. Το ιππικόν, δυνάμεως όχι ολιγωτέρας των χιλίων διακοσίων ίππων, έταξαν εις το δεξιόν κέρας, και παρ’ αυτούς τους ακοντιστάς. Οι Αθηναίοι απεφάσισαν ν’ αναλάβουν την επίθεσιν και ολίγον προ της μάχης ο Νικίας, διερχόμενος κατά μήκος του μετώπου της παρατάξεως, απηύθυνε και προς τα αποτελούντα τον στρατόν αποσπάσματα των διαφόρων πόλεων, και ιδιαιτέρως προς όλους ομού, τοιούτους τινάς παραινετικούς λόγους.
68.
Παραίνεσις του Νικίου προς τους στρατιώτας του
«Ποία η ανάγκη, στρατιώται, να σας απευθύνω μακρούς παραινετικούς λόγους, αφού όλοι ευρισκόμεθα εδώ χάριν κοινού αγώνος; Αυτή, άλλωστε, η σύνθεσις και η ποιότης του στρατού μας μου φαίνεται περισσότερον ικανή να εμπνεύση θάρρος, παρά λόγοι ωραίοι, συνδυαζόμενοι με ασθενή στρατόν. Διότι όπου Αργείοι και Μαντινείς και Αθηναίοι και των νησιωτών οι άριστοι ευρισκόμεθα συγκεντρωμένοι, δεν έχει ο καθείς εξ ημών την υποχρέωσιν, ιστάμενος παρά το πλευρόν τοιούτων και τοσούτων συμμάχων, να έχη μεγαλυτέρας ελπίδας περί της νίκης, όταν ιδίως έχωμεν αντιμέτωπούς μας άνδρας συλλεχθέντας διά γενικής επιστρατεύσεως και όχι επιλέκτους, όπως ημείς, και δη Σικελιώτας, οι οποίοι ημπορούν μεν να μας καταφρονούν, δεν θα ημπορέσουν όμως ν’ αντισταθούν εις την ορμήν μας, λόγω του ότι η στρατιωτική των εμπειρία είναι κατωτέρα της τόλμης των; Ας έχη άλλωστε, ο καθείς υπ’ όψην του και τούτο, ότι είμεθα πολύ μακράν της ιδίας ημών πατρίδος και δεν γειτονεύομεν προς καμμίαν φιλικήν χώραν, εκτός εκείνης που ημπορείτε να κατακτήσετε διά των όπλων σας. Και σας υπομιμνήσκω το εναντίον από εκείνο, το οποίον γνωρίζω καλώς ότι επικαλούνται οι εχθροί μας, διά να εξυψώσουν το θάρρος των. Διότι εκείνοι μεν επικαλούνται ότι ο αγών είναι υπέρ πατρίδος, εγώ δε σας υπενθυμίζω ότι αγωνίζεσθε εις χώραν, η οποία δεν είναι πατρίς σας και από την οποίαν, εάν δεν την κατακτήσετε, δυσκόλως θα ημπορέσετε ν’ αποσυρθήτε, διότι σμήνη εχθρικού ιππικού θα σας καταδιώξουν κατά πόδας. Ενθυμηθήτε, λοιπόν, ότι πρέπει να φανήτε άξιοι υμών αυτών, και ορμήσατε κατά του εχθρού μετά θάρρους και έχοντες υπ’ όψιν ότι η ανάγκη της νίκης και το δίλημμα, ενώπιον του οποίου ευρίσκεσθε, είναι φοβερώτερα από αυτόν».
69.
Μάχη παρά τας Συρακούσας
Ευθύς μετά τους προτρεπτικούς τούτους λόγους, ο Νικίας ετέθη επί κεφαλής, του στρατού, οδηγών αυτόν εις την μάχην. Οι Συρακούσιοι δεν ανέμεναν ότι επρόκειτο να πολεμήσουν την στιγμήν ακριβώς εκείνην, και μερικοί μάλιστα εκ των στρατιωτών, λόγω του ότι ευρίσκοντο πλησίον της πόλεως, είχαν φθάσει και ν’ απέλθουν εκ του στρατοπέδου, και μολονότι ούτοι έσπευδαν να επανέλθουν εις την θέσιν των τρέχοντες καθυστέρουν, και ηναγκάζοντο έκαστος να καταλαμβάνη θέσιν εις το μέρος της παρατάξεως όπου κατέφθανε. Διότι ούτε ζήλου, ούτε τόλμης εδείχθησαν ελλιπείς, ούτε εις την μάχην αυτήν ούτε εις τας άλλας, άλλ’ ήσαν υπό έποψιν ανδρείας όχι κατώτεροι των αντιπάλων των, εφόσον η πολεμική των εμπειρία εξήρκει. Οσάκις όμως αυτή κατεδεικνύετο ανεπαρκής, ηναγκάζοντο άκοντες να εγκαταλείψουν την πραγματοποίησιν των προθέσεών των. Και μολονότι εις την περίστασιν αυτήν εξηναγκάσθησαν εσπευσμένως ν’ αμυνθούν, καθόσον δεν εφαντάζοντο ότι οι Αθηναίοι θα τους επετίθεντο πρώτοι, έλαβαν, εν τούτοις, τα όπλα και αντεπεξήλθαν και αυτοί αμέσως. Και πρώτοι μεν οι λιθοβόλοι και οι σφενδονιστάς και οι τοξόται των δύο μερών ήρχισαν τον αγώνα και έτρεπαν αλληλοδιαδόχους εις φυγήν οι μεν τους δε, ως συμβαίνει φυσικά με ψιλούς στρατιώτας. Έπειτα μάντεις προέβησαν εις τας συνηθισμένος θυσίας ενώπιον του στρατού, ενώ οι σαλπιγκταί εσάλπιζαν, παροτρύνοντες τους οπλίτας εις επίθεσιν. Και τότε οι δύο στρατοί ήρχισαν προελαύνοντες, οι μεν Συρακούσιοι διά ν’ αγωνισθούν υπέρ πατρίδος και έκαστος εξ αυτών υπέρ της ιδίας αυτού αμέσου σωτηρίας και της εις το μέλλον ελευθερίας, εκ του αντιθέτου δε μέρους οι Αθηναίοι, διά να γίνουν κύριοι της αλλοτρίας χώρας και σώσουν την ιδικήν των από τας συνεπείας της ήττης, οι Αργείοι και οι λοιποί ανεξάρτητοι σύμμαχοι, διά να συμμερισθούν μετ’ εκείνων τα αγαθά, χάριν της αποκτήσεως των οποίων ήλθαν, και επανίδουν μετά την νίκην την ίδίαν αυτών πατρίδα, οι υπήκοοι εξ άλλου σύμμαχοι, προ παντός ενδιαφερόμενοι να εξασφαλίσουν την σωτηρίαν των, διά την οποίαν, εν περιπτώσει ήττης, ουδεμία απέμενεν ελπίς, και έχοντες ως πρόσθετον ελατήριον την ελπίδα ότι αν βοηθήσουν τους Αθηναίους εις κατάλυσιν άλλης τινός δυνάμεως ο ζυγός εις τον οποίον θα υπεβάλλοντο θα τους εφαίνετο ελαφρότερος.
70. Όταν οι δύο στρατοί ήλθαν εις χείρας, η μάχη εξηκολούθει επί πολύ ισόπαλος και επήλθε καταιγίς μετά βροντών και αστραπών και πολλής βροχής, εις τρόπον ώστε των μεν πρώτην φοράν λαμβανόντων μέρος εις μάχην και απείρων του πολέμου και η καταιγίς αυτή επηύξανε τον φόβον, οι εμπειρότεροι δ’ εθεώρουν αυτήν ως αποτέλεσμα απλώς της ώρας του έτους και εξεπλήττοντο μάλλον από την παρατεινομένην αντίστασιν των αντιπάλων. Όταν όμως οι Αργείοι πρώτοι απώθησαν το αριστερόν κέρας των Συρακουσίων και μετ’ αυτούς οι Αθηναίοι το απέναντί των ευρισκόμενον κέντρον, ήρχισε πλέον να διασπάται και η λοιπή εχθρική παράταξις και υπεχώρησεν εσπευσμένως. Οι Αθηναίοι δεν κατεδίωξαν αυτούς επί μακρόν διάστημα, διότι το ιππικόν των Συρακουσίων, το οποίον ήτο πολυάριθμον και δεν είχεν ηττηθή, τους συνεκράτει, και επελαύνον κατά των οπλιτών, τους οποίους τυχόν έβλεπε προχωρούντας εις την καταδίωξιν μακρότερον των άλλων, τους απέκρουε. Διά τούτο, αφού τους κατεδίωξαν εν σώματι, εφόσον ηδύναντο να το πράξουν ασφαλώς, επανήλθαν εις την αρχικήν θέσιν των και επεδόθησαν εις την ανέγερσιν τροπαίου. Οι Συρακούσιοι, εξ άλλου, συγκετρωθέντες εις την Ελωρίνην οδόν και ανασυνταχθέντες, όπως καλλίτερον ημπορούσαν μετά εσπευσμένην υποχώρησιν, έστειλαν μολαταύτα κατά μήκος της οδού απόσπασμα προς φρούρησιν του Ολυμπιείου, φοβηθέντες μήπως οι Αθηναίοι θέσουν χείρα επί του θησαυρού, του φυλασσομένου εντός του ναού, και οι λοιποί απεσύρθησαν εντός της πόλεως.
71. Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, δεν μετέβησαν εις τον ναόν, αλλά συλλέξαντες τους νεκρούς των και θέσαντες αυτούς επί πυράς, κατηυλίσθησαν εκεί. Την επομένην ημέραν έδωσαν εις τους Συρακουσίους βραχείαν ανακωχήν, ούτως παραλάβουν τους ιδίους των νεκρούς. Εκ των Συρακουσίων και των συμμάχων των έπεσαν περί τους διακοσίους εξήντα, ενώ αι ίδιαι αυτών απώλειαι και των συμμάχων των ανήλθαν εις πενήντα περίπου νεκρούς, και οι Αθηναίοι, αφού εδιάλεξαν τα οστά των ιδίων αυτών νεκρών, συναπέφεραν αυτά και τα σκύλα των εχθρών, αποπλεύσαντες εις την Κατάνην. Διότι ήτο χειμών και δεν εφαίνετο επί του παρόντος δυνατή η χρησιμοποίησις του προ της πόλεως των Συρακουσών στρατοπέδου, προς περαιτέρω διεξαγωγήν του πολέμου, πριν ή προσκαλέσουν ιππικόν εκ των Αθηνών και συλλέξουν τοιούτο από τους συμμάχους της Σικελίας, διά να μη ευρίσκωνται εις το έλεος του εχθρικού ιππικού. Συγχρόνως εχρειάζοντο να συλλέξουν προηγουμένως χρήματα εκ Σικελίας και λάβουν τοιαύτα εξ Αθηνών, να προσεταιρισθούν τινας εκ των πόλεων, περί των οποίων ήλπιζαν, μετά την μάχην ότι θα δεχθούν προθυμότερον τας προτάσεις των, να ετοιμάσουν δ’ όλα τα άλλα, τρόφιμα και λοιπά αναγκαία, όπως επιτεθούν την άνοιξιν κατά των Συρακουσών.
72.
Συνέλευσις των Συρακουσίων
Με τοιαύτας σκέψεις οι Αθηναίοι απέπλευσαν, όπως διαχειμάσουν εις Κατάνην και Νάξον. Οι Συρακούσιοι, εξ άλλου, αφού έθαψαν τους νεκρούς των, συνεκάλεσαν συνέλευσιν του λαού. Ο Ερμοκράτης, υιός του Έρμωνος, ανήρ ουδενός υπολειπόμενος κατά την σύνεσιν, αναδειχθείς κατά τον πόλεμον διά την στρατιωτικήν αυτού εμπειρίαν και διακριθείς διά την εξαιρετικήν αυτού ανδρείαν, λαβών τον λόγον ενεθάρρυνεν αυτούς και τους εξώρκιζε να μη λιποψυχούν ένεκα του αποτελέσματος της μάχης, διότι, ως ισχυρίζετο, δεν ηττηθή το φρόνημα αυτών, αλλά το κακόν προήλθεν από έλλειψιν πειθαρχίας. Εν πάση περιπτώσει, υπελείφθησαν ολιγώτερον από ό,τι ημπορούσε κανείς να περιμένη, όταν μάλιστα ληφθή υπ’ όψιν ότι αντηγωνίσθησαν προς τους εμπειροτέρους Έλληνας στρατιώτας. Ήσαν, ημπορεί κανείς να είπη, απλοί αρχάριοι, απέναντι τελείων τεχνιτών. Πολύ, άλλωστε, έβλαψε και ο αριθμός των στρατηγών και η πολυαρχία (είχαν, τωόντι, δέκα πέντε στρατηγούς) και η ασύντακτος αναρχία των στρατιωτών. Αλλ’ εάν ολίγοι έμπειροι στρατηγοί εκλεχθούν και εάν διαρκούντος του χειμώνος παρασκευάσουν τους οπλίτας των, παρέχοντες όπλα εις τους στερουμένους τοιούτων, διά ν’ αυξήση όσον το δυνατόν ο αριθμός των, και υποβάλλοντες επί πλέον όλους εις τακτικήν εκπαίδευσιν, υπεστήριζεν, ότι είναι φυσικόν να νικήσουν τους εχθρούς των, αφού και ανδρείαν έχουν ήδη και αναγκαίαν κατά την ώραν της μάχης πειθαρχίαν θα προσαποκτήσουν. Διότι αμφότερα ταύτα θα εβελτιούντο, η πειθαρχία, διδασκομένη εις την σχολήν των κινδύνων και η ευψυχία των, αποβαίνουσα θαρραλεωτέρα εαυτής, καθόσον θα αυξάνη η εμπιστοσύνη, την οποίαν εμπνέει η πολεμική εμπειρία και τέχνη. Προσέθηκεν ότι πρέπει οι στρατηγοί που θα εκλεχθούν, όχι μόνον να είναι ολίγοι, αλλά και να περιβληθούν με απόλυτον πληρεξουσιότητα, και όλοι να υποσχεθούν προς αυτούς ενόρκως ότι θα τους αφίσουν ελευθέρους ν’ ασκήσουν την αρχηγίαν, κατά την ιδίαν αυτών κρίσιν. Διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον και όσα πρέπει να μείνουν μυστικά, θα εφυλάσσοντο καλύτερον, και αι προπαρασκευαί γενικώς θα εγίνοντο με τάξιν και χωρίς υπεκφυγάς.
73.
Οι Συρακούσιοι ζητούν βοήθειαν από την Κόρινθον και την Σπάρτην
Οι Συρακούσιοι, αφού τον ήκουσαν, εψήφισαν το κάθε τι που συνέστησε και εξέλεξαν στρατηγούς, τον ίδιον τον Ερμοκράτην και τον υιόν του Λυσιμάχου Ηρακλείδην και τον υιόν του Εξηκέστου Σικανόν, τους τρεις τούτους μόνον, και απέστειλαν πρέσβεις εις την Κόρινθον και την Λακεδαίμονα, όπως ζητήσουν την αποστολήν συμμαχικών επικουριών και προσπαθήσουν να πείσουν τους Λακεδαιμονίους να διεξαγάγουν τον πόλεμον κατά των Αθηναίων αναφανδόν και αποφασιστικώς, διά να εξαναγκάσουν αυτούς ή να εκκενώσουν την Σικελίαν, ή να στέλλουν ολιγωτέρας του λοιπού ενισχύσεις εις τον στρατόν της Σικελίας.
74.
Οι Αθηναίοι αποπλέουν εις Κατάνην και Νάξον προς διαχείμασιν
Μόλις έφθασεν εις την Κατάνην, ο Αθηναϊκός στρατός έπλευσεν εναντίαν της Μεσσήνης, με την ελπίδα ότι η πόλις θα παρεδίδετο εις αυτούς διά προδοσίας. Αλλ’ αι ενέργειαι των συνωμοτών απέτυχαν, διότι ο Αλκιβιάδης, όταν ανακληθείς ήδη εγκατέλειψε την αρχηγίαν, γνωρίζων ότι θα εγίνετο φυγάς, ανεκοίνωσε τα της συνωμοσίας, της οποίας διετέλει εν γνώσει, εις τους εν Μεσσήνη φίλους των Συρακουσίων. Ούτοι εθανάτωσαν τους συνωμότας προ της αφίξεως των Αθηναίων, και κατά την προσέγγισιν αυτών εξεγερθέντες, και λαβόντες τα όπλα, όσοι ήσαν αντίθετοι, επεβλήθησαν όπως μη γίνουν δεκτοί οι Αθηναίοι. Ούτοι, αφού έμειναν προ της Μεσσήνης δέκα τρεις περίπου ημέρας, υποφέροντες εκ της κακοκαιρίας, και βλέποντες ότι τα τρόφιμα ετελείωναν και ότι τα πράγματα ουδαμώς ευωδούντο, απεσύρθησαν εις Νάξον, όπου διεχείμασαν κατασκευάσαντες νεώρια δια τα πλοία και περιχαρακώσαντες το στρατόπεδον. Έστειλαν, ωσαύτως, τριήρεις εις τας Αθήνας ζητούντες να τους σταλούν, άμα θα ήρχιζεν η άνοιξις, χρήματα και ιππικόν.
75.
Οι Συρακούσιοι κατασκευάζουν περιτείχισμα
Οι Συρακούσιοι, εξ άλλου, διαρκούντος του χειμώνας, ησχολήθησαν εις την κατασκευήν προτειχίσματος, συνεχόμενου προς το υπάρχον τείχος της πόλεως. Το νέον τούτο τείχος περιέλαβε την Ιεράν περιοχήν του ναού του Τεμενίτου Απόλλωνος, και εξετείνετο καθ’ όλον το μήκος των Συρακουσών, το βλέπον προς τας Επιπολάς. Σκοπός της κατασκευής του νέου τούτου τείγους ήτο όπως, ευρυνομένης της περιφερείας της πόλεως, κατασταθη δυσχερέστερος ο διά περιτειχίσματος αποκλεισμός αυτής, εις περίπτωσιν ήττης. Ωχύρωσαν, ωσαύτως, τα Μέγαρα, εγκαταστήσαντες εις αυτά φρουράν, και το Ολυμπιείον, και εμπήξαντες πασσάλους εντός της θαλάσσης, επροστάτευαν όλα τα μέρη της παραλίας, όπου ηδύνατο να γίνη απόβασις. Γνωρίζοντες επίσης ότι οι Αθηναίοι διαχειμάζουν εις την Νάξον, εξεστράτευσαν με όλας των τας στρατιωτικάς δυνάμεις εναντίον της Κατάνης, ερήμωσαν μέρος της χώρας και ενέπρησαν τας σκηνάς και το στρατόπεδον των Αθηναίων, μεθ’ ο επέστρεψαν εις τα ίδια.
Οι Αθηναίοι και οι Συρακούσιοι αποστέλλουν πρέσβεις εις την Καμάριναν
Και επειδή έμαθαν ότι οι Αθηναίοι απέστελλαν πρέσβεις εις την Καμάριναν, με την ελπίδα να προσεταιρισθούν αυτήν, επικαλούμενοι την επί Λάχητος συνομολογηθείσαν συμμαχίαν, απέστειλαν και αυτοί εκεί πρέσβεις όπως αντιπράξουν. Διότι υπωπτεύοντο τους Καμαριναίους ότι και διά την αποστολήν της βοηθείας που τους έστειλαν κατά την πρώτην μάχην δεν έδειξαν πολλήν προθυμίαν, και ότι του λοιπού θα ηρνούντο να τους συνδράμουν, βλέποντες ότι οι Αθηναίοι ενίκησαν κατ’ αυτήν, και θα προσεχώρουν προς τούτους, παρασυρόμενοι από την προτέραν προς αυτούς φιλίαν. Ως εκ τούτου, μετά την άφιξιν εις Καμάριναν πρεσβείας των Συρακουσίων υπό την αρχηγίαν του Ερμοκράτους και πρεσβείας των Αθηναίων υπό την αρχηγίαν του Ευφήμου, ακολουθουμένου και από άλλους, συνεκλήθη συνέλευσις του λάου, κατα την οποίαν ο Ερμοκράτης, θέλων να προδιαβάλη τους Αθηναίους, είπε τοιαύτα τινα:
76.
Λόγος του Συρακούσιου Ερμοκράτους προς τους Καμαριναίους
«Ήλθαμεν προς υμάς ως πρέσβεις, Καμαριναίοι, όχι διότι ανησυχήσαμεν μήπως σας πτοήση η παρουσία της στρατιωτικής δυνάμεως των Αθηναίων, αλλά μάλλον διότι εφοβήθημεν μήπως, όσα μέλλουν να σας είπουν, σας παρασύρουν, εάν δεν ακούσετε συγχρόνως και ημάς. Διότι εις την Σικελίαν ήλθαν μεν με την πρόφασιν την οποίαν ηκούσατε, με αληθείς όμως προθέσεις, τας οποίας όλοι υπονοούμεν. Και πιστεύω ότι εκείνο που επιδιώκουν δεν είναι τόσον ν’ αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους εις τας εστίας των. όσον να εκδιώξουν ημάς από τας ιδικάς μας. Καθόσον είναι ανακόλουθον, ενώ ερημώνουν τας πόλεις της Ελλάδος, να θέλουν ν’ αποκαταστήσουν τας εδώ, και ενώ ενδιαφέρονται υπέρ των Λεοντίνων ως Χαλκιδέων, λόγω κοινότητος καταγωγής, να υποτάξουν και κρατούν υπό την κυριαρχίαν των τους Χαλκιδείς της Ευβοίας, των οποίων αυτοί εδώ είναι άποικοι. Αλλά με την ιδίαν μέθοδον που υπέταξαν τας πόλεις της Ελλάδος προσπαθούν να υποτάξουν και τας εδώ τώρα. Απόδειξις τούτου είναι ότι, αναλαβόντες την αρχηγίαν, συνεπεία ελευθέρας εκλογής των Ιώνων και όλων όσοι καταγόμενοι απ’ αυτούς, έλαβαν μέρος εις την συμμαχίαν, της οποίας σκοπός ήτο η εκδίκησις κατά των Περσών, υπέταξαν αυτούς αλληλοδιαδόχως, άλλους μεν κατηγορούντες ότι ηρνούντο να εκστρατεύσουν, άλλους ότι πολεμούν εναντίον αλλήλων, και κατ’ άλλων επικαλούμενοι διαφόρους εκάστοτε ευσχήμους προφάσεις. Και το συμπέρασμα είναι ότι ούτε οι Αθηναίοι αντεστάθησαν κατά των Περσών, χάριν της ελευθερίας των Ελλήνων, ούτε οι Έλληνες χάριν της ιδίας αυτών ελευθερίας, αλλ’ εκείνοι μεν όπως υποκαταστήσουν την ιδίαν κυριαρχίαν εις την κυριαρχίαν των Περσών, ούτοι δε διά να αλλάξουν ένα τύραννον δι’ άλλου, όχι πλέον ασυνέτου από τον πρώτον, αλλά βεβαίως χειρότερα συνετού.
77. «Αλλ’ είναι πολύ εύκολον να κατηγορήση τις τους Αθηναίους. και διά τούτο δεν ήλθαμεν σήμερον εδώ διά ν’ αποδείξωμεν τα εγκλήματά των προς ανθρώπους, οι οποίοι καλώς τα γνωρίζουν, αλλά πολύ μάλλον διά να κατηγορήσωμεν ημάς αυτούς, διότι, ενώ έχομεν υπ’ όψιν το παράδειγμα των εκεί Ελλήνων, οι οποίοι υπεδουλώθησαν ένεκα των αμοιβαίων διαιρέσεων, και ενώ ομοία σοφίσματα χρησιμοποιούνται ήδη απέναντί μας (αποκαταστάσεις τάχα των Λεοντίνων εις τας εστίας των, λόγω κοινής καταταγωγής, και παροχαί βοηθείας εις τους Εγεσταίους, λόγω συμμαχικών υποχρεώσεων), δεν αποφασίζομεν να συσσωματωθωμεν όπως με περισσοτέραν αποφασιστικότητα τους δώσομεν να εννοήσουν ότι δεν πρόκειται εδώ περί Ιώνων, ούτε περί Ελλησποντίων και νησιωτών, οι οποίοι, όσον και αν αλλάσσουν εκάστοτε δεσπότην είτε Πέρσης, είτε οιοσδήποτε άλλος είναι ούτος, είναι πάντοτε δούλοι αλλά περί Δωριέων, πολιτών ελευθέρων της Σικελίας, και ορμώμενων από το ανεξάρτητον έδαφος της Πελοποννήσου. Ή μήπως περιμένομεν, έως ότου αι πόλεις μας καταληφθούν η μία μετά την άλλην, ενώ γνωρίζομεν ότι αυτή είναι η μόνη οδός, η οποία δύναται να οδήγηση εις την κατάκτησίν μας, και ενώ βλέπομεν ότι ακολουθούν την μέθοδον ταύτην, ώστε άλλους μεν εξ ημών να ωθούν εις διάστασιν δι’ επιτηδείων λόγων, άλλους δε να εξωθούν εις πόλεμον εναντίον αλλήλων διά της ελπίδος ότι θα έχουν συναγωνιστάς, και άλλους να κατορθώνουν να καταστρέφουν διά της χρήσεως διαφόρων εκάστοτε ελκυστικών και απατηλών λόγων; Και φανταζόμεθα ότι, όταν ο μακρυνός γείτων μας καταστραφή προηγουμένως, δεν θα έλθη το κακόν και εις ένα έκαστον εξ ημών των ιδίων, αλλ’ ότι όποιος πάθει προτήτερα από ημάς θα υποστή το κακόν αυτός και μόνος;
78. «Και εάν τυχόν φαντάζεται κανείς, ότι οι Αθηναίοι δεν είναι ιδικοί του εχθροί, αλλά των Συρακουσίων, και θεωρή τερατώδες να εκτίθεται εις κίνδυνον υπέρ της ιδικής μας χώρας, ας σκεφθή όντος ότι δεν θα πολεμήση επί του ιδικού μας εδάφους χάριν της ιδικής μας χώρας μάλλον, αλλά και υπέρ της ιδικής του εξ ίσου, και τοσούτον ασφαλέστερον όσον δεν θα έχωμεν καταστραφή προηγουμένως και επομένως τον αγώνα του θα διεξαγάγη όχι απομονωμένος, αλλ’ έχων ημάς συμμάχους παρά το πλευρόν του. Ας σκεφθή, προς τούτοις, ότι ο Αθηναίος δεν επιδιώκει να τιμωρήση την προς αυτόν έχθραν των Συρακουσίων, αλλά χρησιμοποιών ημάς ως πρόφασιν, να εξασφαλίση κυρίως την προς αυτόν φιλίαν σας. Και εάν κανείς φθονή ή φοβήται τας Συρακούσας (διότι οι ισχυροί επισύρουν αμφότερα ταύτα τα πάθη), και ένεκα τούτου θέλει μεν να υποβληθούν αυταί εις δοκιμασίας, διά να σωφρονισθώμεν, αλλά να σωθούν τελικώς, χάριν της ιδίας αυτού ασφαλείας, ο τοιούτος ελπίζει να επιτύχη πράγμα, το οποίον υπερβαίνει την ανθρωπίνην δύναμιν. Διότι δεν ημπορεί κανείς να διευθύνη την τύχην εξ ίσου, όπως διευθύνει τας επιθυμίας του. Και αν ούτος πλανηθή εις τους υπολογισμούς του, είναι ενδεχόμενον ότι, θρηνών ημέραν τινά διά τας συμφοράς του, θα ηύχετο να έχη λόγους όπως φθονήση πάλιν την ιδικήν μας ευτυχίαν. Αλλά τούτο θα είναι αδύνατον, εάν εγκαταλείψη ημάς και δεν θελήση ν’ αναλάβη τους αυτούς με ημάς κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι ζήτημα λέξεων, αλλά ζήτημα πραγμάτων. Διότι ημπορούν να λέγουν ότι υπερασπίζεσθε την κυριαρχίαν μας, πραγματικώς όμως προστατεύετε την ιδίαν υμών ύπαρξιν. Και ωφείλατε σεις κατ’ εξοχήν, Καμαριναίοι, οι οποίοι είσθε όμοροί μας και τους οποίους θ’ απειλήση ο κίνδυνος αμέσως μεθ’ ημάς, να προβλέπετε τα πράγματα ταύτα και να μη δεικνύεσθε άτονοι εις την προς ημάς συμμαχικήν σας βοήθειαν, όπως πράττετε τώρα. Ωφείλατε, τουναντίον, να έλθετε εξ ιδίας υμών πρωτοβουλίας προς ημάς και όπως, εάν οι Αθηναίοι είχαν έλθει πρώτον εις την χώραν σας, θα επεκαλείσθε την βοήθειάν μας, παρακαλούντες ημάς ουδ’ επ’ ελάχιστον να ενδώσωμεν, ούτω και τώρα να μας ενθαρρύνετε διά της απροκαλύπτου υποστηρίξεώς σας, όπως εντείνωμεν τας προσπαθείας μας μέχρι του ακροτάτου σημείου. Αλλ’ ούτε σεις, μέχρι τούδε τουλάχιστον, ούτε οι άλλοι, εδείξατε καμμίαν προς τούτο προθυμίαν.
79. «Ίσως όμως ένεκα δειλίας θελήσετε ν’ αριθμήσετε τας απέναντι ημών και των επιδρομέων σχέσεις σας, αποβλέποντες εις τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα και τας εντεύθεν απορρέουσας νομικάς υποχρεώσεις σας, και προβάλλοντες την προς τους Αθηναίους συμμαχίαν σας. Αλλά την συμμαχίαν ταύτην συνωμολογήσατε, βεβαίως, όχι εναντίον φίλων, αλλ’ εναντίον εχθρών οίτινες ήθελαν τυχόν σας επιτεθή, και όπως βοηθήτε τους Αθηναίους εις περίστασιν τουλάχιστον μόνον που ήθελαν αδικηθή από άλλους και όχι όταν αυτοί αδικούν άλλους, όπως συμβαίνει τώρα, αφού ούτε οι Ρηγίνοι, οι οποίοι είναι Χαλκιδείς, δεν θέλουν να βοηθήσουν εις την εγκατάστασιν των Λεοντίνων, οι οποίοι είναι Χαλκιδείς. Θα ήτο τερατώδες εάν, ενώ εκείνοι, υποπτεύοντες την πραγματικήν αιτίαν της ευσχήμου επικλήσεώς των επί του δικαίου στηριζομένων επιχειρημάτων και των εντεύθεν απορρεουσών νομικών υποχρεώσεων, ακολουθούν σώφρονα πολιτικήν διά την οποίαν δεν δύνανται να δώσουν ικανοποιητικήν εξήγησιν, σεις, προβάλλοντες πρόφασιν κατ’ επίφασιν ικανοποιητικήν, θέλετε να βοηθήτε εκείνους που είναι φυσικοί εχθροί σας, συμπράττοντες με τους χειρίστους εχθρούς των, και να καταστρέψετε εκείνους, προς τους οποίους συνδέεσθε διά στενωτέρων ακόμη δεσμών κοινής καταγωγής. Τούτο όμως δεν είναι δίκαιον, αλλά δίκαιον είναι να βοηθήσετε ημάς και να μη φοβήσθε την στρατιωτικήν αυτών δύναμιν. Διότι αυτή δεν είναι επικίνδυνος, έαν ημείς είμεθα ηνωμένοι, αλλά μόνον, εάν τουναντίον διασπασθωμεν, όπως αυτοί επιδιώκουν. Απόδειξις τούτου, ότι και όταν επετέθησαν εναντίον ημών μόνων και ενίκησαν, δεν κατώρθωσαν να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς των, αλλ’ απεσύρθησαν εσπευσμένως.
80. «Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος αποθαρρύνσεως, εάν είμεθα ηνωμένοι, αλλά τουναντίον λόγος να συμπράξωμεν μετά μεγαλυτέρας προθυμίας εις τον κοινόν αγώνα, τόσον μάλλον καθόσον αναμένομεν την άφιξιν επικουρίας εκ μέρους των Πελοποννησίων, οι οποίοι είναι εντελώς ανώτεροι αυτών εδώ εις τα πολεμικά πράγματα. Ούτε πρέπει να νομίση κανείς ότι η επιφύλαξίς σας, η οποία συνίσταται εις την άρνησιν βοηθείας και προς τα δύο μέρη, ως φυσική τάχα συνέπεια του ότι είσθε και σύμμαχοι αμφοτέρων, είναι εξ ίσου αμερόληπτος απέναντί μας και ασφαλής διά σας. Διότι τοιαύτη πολιτική δεν είναι ουσιαστικώς αμερόληπτος, όπως φαίνεται κατά θεωρίαν. Καθόσον, εάν ως εκ του γεγονότος ότι δεν εβοηθήσατε ούτε τους μεν, ούτε τους δε, και ο ήδη ηττηθείς υποκύψη οριστικώς και ο νικήσας θριαμβεύση, τί άλλο πράττετε παρά ότι διά της ουδετερότητός σας τους μεν δεν εβοηθήσατε να σωθούν, ενώ τους άλλους δεν ημποδίσατε να εγκληματήσουν; Θα ήτο όμως τιμητικώτερον να ταχθήτε με το μέρος των αδικουμένων, οι οποίοι είναι συγχρόνως και ομογενείς σας, όπως και το κοινόν συμφέρον της Σικελίας προστατεύσετε, και τους Αθηναίους, οι οποίοι, ως λέγετε, είναι φίλοι σας, μη αφίσετε να διαπράξουν τόσον φοβερόν σφάλμα.
«Και διά να συγκεφαλαιώσω υποστηρίζω, εξ ονόματος των Συρακουσίων, ότι ουδεμία υπάρχει ανάγκη να εκθέσωμεν διά μακρών ούτε προς υμάς ούτε προς άλλους, όσα οι ίδιοι γνωρίζετε εξ ίσου καλώς. Περιοριζόμεθα μόνον να σας απευθύνομεν παρακλήσεις, και αν δεν μας εισακούσετε, διαμαρτυράμεθα ότι ενώ οι Ίωνες, οι ανέκαθεν εχθροί μας, μας επιβουλεύονται, σεις, Δωριείς όντες, προδίδετε ημάς, εξ ίσου Δωριείς. Και εάν οι Αθηναίοι μας υποτάξουν, την μεν νίκην των θα οφείλουν εις τας υμετέρας αποφάσεις, ενώ όλη η τιμή θα ανήκη εις αυτούς και μόνους, και ως βραβείον της νίκης των θα λάβουν αυτούς εκείνους, οι οποίοι παρέσχον εις αυτούς την νίκην. Και εάν πάλιν ημείς επικρατήσωμεν, σεις θα υποστήτε την τιμωρίαν ότι υπήρξατε αιτία των κινδύνων μας. Σκεφθήτε λοιπόν και εκλέξατε ήδη, ή άμεσον δουλείαν, άνευ κινδύνου, ή την ελπίδα του να σωθήτε συναγωνιζάμίνοι με ημάς. και να αποφύγετε ούτω και την ατίμωσιν του να υποβληθήτε εις τον ζυγόν των Αθηνών, και τον κίνδυνον της έχθρας μας, η οποία δεν θα είναι βραχείας διαρκείας».

81.
Λόγος του Αθηναίου Ευφήμου προς τους Καμαριναίους
Τοιαύτα τινα είπεν ο Έρμακράτης, και μετ’ αυτόν ο πρέσβης των Αθηναίων Εύφημος ωμίλησεν ως εξής:

82. «Σκοπός της εδώ αφίξεώς μας είναι η ανανέωσις της προϋπαρχούσης συμμαχίας, αλλ’ επειδή ο αντιπρόσωπος των Συρακουσίων μας έθιξε, αναγκάζομαι να ομιλήσω και περί της ηγεμονίας ημών, όπως αποδείξω πόσον δικαίως έχομεν αυτήν. Την μεγαλυτέραν, άλλωστε, απόδειξιν τούτου παρέσχεν ο ίδιος, ειπών ότι οι Ίωνες είναι ανέκαθεν εχθροί των Δωριέων. Και τωόντι ούτως έχει το πράγμα. Ημείς, δηλαδή, όντες Ίωνες, ευρισκόμενοι απέναντι των Πελοποννησίων, οι οποίοι και Δωριείς είναι και πολυαρυθμότεροι ημών και εγγύς γείτονες, εσκέφθημεν κατά τίνα τρόπον θα ημπορέσωμεν αποτελεσματικώτερον ν’ αποφύγωμεν τον κίνδυνον του να υποταχθώμεν εις αυτούς. Και διά τούτο μετά τους Περσικούς πολέμους, αποκτήσαντες ναυτικόν, απηλλάγημεν της ηγεμονίας και της υπεροχής των Λακεδαιμονίων, καθόσον κανέν μεγαλύτερον δικαίωμα δεν είχαν εκείνοι να μας δίδουν οιασδήποτε διαταγάς παρ’ ό,τι ημείς προς εκείνους, πλην του δικαιώματος του ισχυροτέρου, το οποίον, κατά την εποχήν εκείνην, τους ανήκε. Και έκτοτε ανελάβαμεν την αρχηγίαν των πριν υπηκόων του Βασιλέως και διατηρούμεν αυτήν εις έτι, διότι ούτω ενομίζαμεν ότι θ’ απεφεύγαμεν αποτελεσματικώτερον τον κίνδυνον της υποταγής εις τους Πελοποννησίους, εφόσον θα είχαμεν την αναγκαίαν προς άμυναν δύναμιν. Και διά ν’ ακριβολογήσω, αρνούμεθα ότι διεπράξαμεν αδικίαν υποτάξαντες τους Ίωνας και τους νησιώτας, τους οποίους οι Συρακούσιοι μας κατηγορούν ότι υπεδουλώσαμεν, αν και έχουν κοινήν με ημάς την καταγωγήν. Διότι ούτοι ηκολούθησαν τους Πέρσας εις την εκστρατείαν των εναντίον ημών, της μητροπόλεώς των, και δεν είχαν το θάρρος να επαναστατήσουν και εκθέσουν εις καταστροφήν τα υπάρχοντά των, όπως επράξαμεν ημείς, εγκαταλείψαντες τας Αθήνας. Επροτίμησαν, τουναντίον, την δουλείαν δι’ εαυτούς και ήθελαν να την επιβάλουν και εις ημάς.
83. «Ως εκ τούτου, την ηγεμονίαν έχομεν κατά πρώτον λόγον, διότι είμεθα άξιοι αυτής. Και είμεθα άξιοι αυτής, διότι παρέσχομεν τον μεγαλύτερον στόλον και επεδείξαμεν απροφάσιστον προθυμίαν υπέρ του αγώνος των Ελλήνων, και διότι προς τούτοις εκείνοι, προσενεγκόντες κατά το μέτρον των δυνάμεών των ομοίαν συνδρομήν εις τους Πέρσας, έβλαψαν ημάς. Αλλά συγχρόνως έχομεν αυτήν, διότι θέλομεν να είμεθα αρκετά ισχυροί απέναντι των Πελοποννησίων. Ούτε καταφεύγομεν εις χρήσιν ωραίων φράσεων, υποστηρίζοντες ότι την ηγεμονίαν έχομεν δικαίως, διότι τάχα μόνοι ενικήσαμεν τον βάρβαρον και διότι επροκινδυνεύσαμεν υπέρ της ελευθερίας εκείνων μάλλον και όχι της ελευθερίας όλων των Ελλήνων, συμπεριλαμβανομένης και της ιδικής μας. και κανείς δεν ημπορεί να μεμφθή εκείνον, ο οποίος φροντίζει να πορισθή τα μέσα διά των οποίων δύναται, υπό δεδομένας περιστάσεις, ν’ ασφάλιση την σωτηρίαν του. Και τώρα παριστάμενοι εδώ, χάριν της ιδίας ημών ασφαλείας, βλέπομεν ότι και σεις έχετε τα αυτά με ημάς συμφέροντα. Τον ισχυρισμόν δε τούτον αποδεικνύομεν, στηριζόμενοι εις αυτά ταύτα τα γεγονότα, διά τα οποία ούτοι μας διαβάλλουν, και τα οποία κυρίως προκαλούν τας υποψίας και τους φόβους σας. Καθόσον γνωρίζομεν ότι όσοι εξ υπερβολικού φόβου υποπτεύονται κάτι ημπορούν να δοκιμάζουν προς στιγμήν τέρψιν, ακούοντες δελεαστικούς λόγους, αλλ’ όταν έλθη ακολούθως η στιγμή της δράσεως, ενεργούν κατά τα ίδιά των συμφέροντα. Καθώς, τωόντι, είπαμεν ήδη, και την εκεί ηγεμονίαν διατηρούμεν ένεκα φόβου και ένεκα του αυτού λόγου ήλθαμεν διά να ρυθμίσωμεν τα εδώ πράγματα, από κοινού μετά των φίλων μας. Σκοπός ημών δεν είναι να σας υποδουλώσωμεν, αλλά τουναντίον να εμποδίσωμεν άλλους να σας υποδουλώσουν.
84. «Και ας μη υποθέση κανείς ότι ενδιαφερόμενα υπέρ υμών, χωρίς να έχωμεν κανέν συμφέρον προς τούτο, όταν σκεφθή ότι αν είσθε ανεξάρτητοι και αρκετά ισχυροί, ώστε ν’ αντέχετε απέναντι των Συρακουσίων, είναι ολιγώτερον πιθανόν ότι θα ημπορούσαμεν ημείς να βλαφθώμεν διά της υπό τούτων αποστολής στρατιωτικής δυνάμεως προς επικουρίαν των Πελοποννησίων. Και ως εκ τούτου σεις αποτελείτε δι’ ημάς κεφαλαιώδες συμφέρον. Αυτός επίσης είναι ο λόγος, ένεκα του οποίου είναι λογικόν ότι θέλομεν ν’ αποκαταστήσωμεν εις τας εστίας των τους Λεοντίνους, όχι διά να είναι υπήκοοί μας, όπως οι ομογενείς των της Ευβοίας, αλλά διά να είναι όσον το δυνατόν ισχυρότεροι, ίνα γείτονες καθώς είναι των Συρακουσίων παρενοχλούν αυτούς εκ του εδάφους των προς το συμφέρον μας. Διότι διά τα πράγματα μεν της Ελλάδος αρκούμεν και μόνοι μας εναντίον των εχθρών μας, και οι εκεί Χαλκιδείς, διά τους οποίους ο πρέσβυς των Συρακουσίων μας κατηγορεί ως ανακολούθους, διότι τους υπετάξαμεν κατ’ οίκον, ενώ ερχόμεθα να ελευθερώσωμεν τους εδώ, συμφέρον έχομεν να είναι άοπλοι και να εισφέρουν μόνον χρήματα. Διά τα εδώ όμως πράγματα και οι Λεοντίνοι και οι άλλοι φίλοι συμφέρον έχομεν να απολαύουν όσον το δυνατόν πληρεστέρας ανεξαρτησίας.
85. «Δι’ ένα τύραννον ή διά πόλιν ασκούσαν ηγεμονίαν, τίποτε δεν είναι ανακόλουθον, εφόσον είναι συμφέρον, ούτε δύναται να θεωρηθή τις ως όμαιμος, εφόσον δεν δύναται να εμπιστευθή τις αυτόν. Ο καθείς πρέπει να είναι εχθρός ή φίλος αναλόγως των περιστάσεων. Και το ιδικόν μας συμφέρον ενταύθα εξυπηρετείται, όχι εάν εξασθενήσωμεν τους φίλους μας, αλλ’ εάν οι εχθροί μας καταστούν ανίσχυροι διά της δυνάμεως των φίλων μας. Ούτε πρέπει να δεικνύεσθε δύσπιστοι. Διότι τους εκεί συμμάχους μας μεταχειριζόμεθα όπως έκαστος ημπορεί να μας χρησιμεύση καλύτερον.
Τους Χίους και Μηθυμναίους αφίνομεν ανεξαρτήτους, υπό τον όρον της παροχής πλοίων. Από τους περισσοτέρους απαιτούμεν την καταβολήν φόρου υποτέλειας. Προς άλλους πάλιν, μολονότι νησιώτας και ευάλωτους, συνδεόμεθα δι’ ελευθέρας συμμαχίας, λόγω του ότι κατέχουν στρατηγικά επίκαιρα σημεία πέριξ της Πελοποννήσου. Ούτως ώστε και διά τα εδώ πράγματα η πολιτική μας φυσικόν είναι να ρυθμισθή από το συμφέρον μας και από τον φόβον, τον οποίον, όπως είπαμεν, μας εμπνέουν οι Συρακούσιοι. Διότι ούτοι επιδιώκουν να σας υποβάλουν υπό την ηγεμονίαν των και θέλουν, εκμεταλλευόμενοι τας καθ’ ημών υποψίας σας, να συνενώσουν τους Σικελιώτας εις κοινόν σύνδεσμον, και αφού ούτως αναγκασθώμεν ημείς να απέλθωμεν άπρακτοι, είτε διά της βίας, είτε λόγω απομονώσεώς σας, να κυριαρχήσουν της Σικελίας. Και αναγκαίως θα συμβή τούτο, εάν ενωθήτε με αυτούς, διότι την ηνωμένην δύναμίν σας δεν θα είναι εύκολον να καταβάλωμεν, και όταν ημείς απέλθωμεν, οι Συρακούσιοι θα είναι αρκετά ισχυροί απέναντί σας.
86. «Αυτά, άλλωστε, τα πράγματα αποδεικνύουν την πλάνην εκείνου, ο οποίος τυχόν δεν συμμερίζεται τας γνώμας ταύτας. Διότι ότε προ τίνων ετών μας εκαλέσατε να έλθωμεν προς βοήθειάν σας, τον φόβον ακριβώς αυτόν επεσείσατε, ότι εάν επιτρέψωμεν εις τους Συρακουσίους να σας υποτάξουν, θα περιέλθωμεν και οι ίδιοι ακολούθως εις κίνδυνον. Και δεν είναι ορθόν να δυσπιστήτε τώρα προς αυτά ταύτα τα επιχειρήματα, με τα οποία ενομίσατε τότε ότι έπρεπε να μας πείσετε, ούτε να μας υποπτεύεσθε, διότι, όπως αντιμετωπίσωμεν την δύναμιν των Συρακουσίων, ήλθαμεν με στρατόν μεγαλύτερον παρά την πρώτην φοράν. Τουναντίον, προς αυτούς πρέπει να δυσπιστήτε πολύ περισσότερον. Ημείς, πράγματι, αυτή την δύναμιν έχομεν να μείνωμεν εδώ άνευ της συνδρομής σας, και εάν διεπράτταμεν το έγκλημα να υποτάξωμεν την Σικελίαν, θα ήμεθα ανίσχυροι να την συγκρατήσωμεν και ένεκα της μεγάλης αποστάσεως, η οποία μας χωρίζει απ’ αυτήν διά θαλάσσης, και ένεκα της αδυναμίας να διατηρήσωμεν φρουράς εις πόλεις μεγάλας και συντηρούσας χερσαίαν στρατιωτικήν δύναμιν. Ούτοι, όμως, των οποίων η γειτνίασις σας απειλεί όχι δι’ απλής στρατιωτικής δυνάμεως, αλλά διά πόλεως ισχυροτέρας από τας δυνάμεις, τας οποίας εφέραμεν εδώ, σας επιβουλεύονται διαρκώς, και όταν τους δοθή ευκαιρία, δεν την αφίσουν να χαθή, όπως απέδειξαν ήδη πολλάκις και ιδίως εις την περίπτωσιν των Λεοντίνων. Και τώρα έχουν το θάρρος να σας εξεγείρουν εναντίον εκείνων οι οποίοι ζητούν να εμποδίσουν ταύτα και οι οποίαι έσωσαν μέχρι τούδε την Σικελίαν από του να περιέλθη εις την εξουσίαν των, εκλαμβάνοντες υμάς ως εντελώς ανοήτους. Ημείς όμως σας προσκαλούμεν αντιθέτως εις σωτηρίαν πραγματικωτέραν, την σωτηρίαν, την οποίαν εξασφαλίζομεν αμοιβαίως ο εις διά τον άλλον, και σας ικετεύομεν να μη την απορρίψετε, αλλά να σκεφθήτε ότι εις τούτους μεν η καθ’ υμάς οδός είναι πάντοτε ανοικτή, έστω και αν δεν έχουν συμμάχους, ενεκα της αριθμητικής των υπεροχής, ενώ εις σας δεν θα δοθή συχνά η ευκαιρία να υπερασπίσετε εαυτούς με την βοήθειαν τόσον επικουρικού στρατού, όσος ο ιδικός μας. Αλλ’ εάν, ένεκα της καχυποψίας σας, γίνετε αιτία να απέλθη η δύναμις αυτή, είτε άπρακτος, είτε ενδεχομένως και κατόπιν ήττης, θα έλθη ημέρα κατά την οποίαν θα επιθυμήσετε να ίδετε έστω και πολλοστημόριον αυτής, αλλ’ ότε η παρουία της εις ουδέν πλέον θα δύναται να σας ωφελήση.
87. «Αλλ’ ούτε σεις, Καμαριναίοι, πρέπει να παρασυρθήτε από τας διαβολάς τούτων, ούτε άλλοι εκ των Σικελιωτών. Σας είπομεν ήδη όλην την αλήθειαν, εν σχέσει με τας υποψίας, των οποίων είμεθα αντικείμενον, και συγκεφαλαιούντες πάλιν τα επιχειρήματά μας, μετά πεποιθήσεως προσδοκώμεν, ότι θα σας πείσωμεν. Ισχυριζόμεθα, δηλαδή, ότι την ηγεμονίαν επί των πόλεων της Ελλάδος ασκούμεν, διότι δεν θέλομεν να γίνωμεν υπήκοοι άλλων, και ότι την ελευθερίαν των εδώ πόλεων επιδιώκομεν, όπως η δύναμίς των μη στραφή εναντίον μας. Αναγκαζόμεθα δε να εφαρμόζωμεν πολιτικήν επεμβάσεως, διότι και κατά πολλών εχθρικών διαθέσεων έχομεν να προφυλαχθώμεν, και διότι ήλθαμεν εδώ και τώρα και προηγουμένως προς βοήθειαν των εδώ αδικούμενων, όχι αυτόκλητοι, αλλά κατόπιν ρητής προσκλήσεως. Και μη θελήσετε σεις να γίνετε δικασταί των πράξεών μας, μήτε οχληροί διδάσκαλοι, ζητούντες να μας αποτρέψετε απ’ αυτάς, πράγμα αδύνατον κατά την υστάτην ταύτην ώραν. Αλλά το μέρος, με το οποίον η πολυπραγμοσύνη και ο χαρακτήρ ημών δύναται συγχρόνως να εξυπηρετήσουν και τα ιδικά σας συμφέροντα, λάβετέ το και χρησιμοποιήσατέ το, και μη νομίσετε ότι ταύτα είναι δι’ όλους εξ ίσου επιζήμια, αλλ’ ότι τουναντίον και ωφελούν τους περισσοτέρους Έλληνας. Διότι εις κάθε τόπον και όπου ακόμη δεν είμεθα παρόντες, και ο φοβούμενος μήπως υποστή αδικίαν και ο διανοούμενος να διάπραξη τοιαύτην – λόγω του ότι βασίμως ο εις ελπίζων ως αντάλλαγμα να λάβη βοήθειαν από ημάς και ο άλλος φοβούμενος μήπως η έλευσίς μας καταστήση την επιχείρησίν του όχι ακίνδυνον – αναγκάζονται αμφότεροι, ούτος μεν να συγκρατήται άκων, εκείνος δε να περιμένη ατάραχος την σωτηρίαν του από ημάς. Την γενικήν ταύτην ασφάλειαν, η οποία προσφέρεται σήμερον προς υμάς και πάντα άλλον που την ζητήση, μην αποκρούσετε, αλλ’ ακολουθούντες το παράδειγμα των άλλων, επωφεληθήτε αυτής και μεταβάλετε πολιτικήν, αποφασίζοντες, αντί να προφυλάττεσθε διαρκώς από ενδεχομένην επίθεσιν των Συρακουσίων, να ενωθήτε με ημάς και αποδώσετε τέλος εις αυτούς κακόν αντί κακού».
88.
Οι Καμαριναίοι αποφασίζουν να μείνουν ουδέτεροι
Τοιαύτα τινα είπεν ο Εύφημος. Αλλά τα αισθήματα υπό των οποίων κατείχοντο οι Καιμαριναίοι, και τα οποία δεν μετεβλήθησαν από τους εκφωνηθέντας λόγους, ήσαν τα εξής: Αφ’ ενός ήσαν ευνοϊκώς διατεθειμένοι προς τους Αθηναίους, μολονότι η εύνοιά των αυτή εμετριάζετο από την υποψίαν ότι ούτοι ημπορούν να υποδουλώσουν την Σικελίαν· αφ’ ετέρου προς τους Συρακουσίους, ως γείτονάς των, ευρίσκοντο διαρκώς εις διαφοράς. Αλλ’ επειδή η γειτονία των Συρακουσίων τους ενέπνεε μεγαλύτερον φόβον και την πρώτην φοράν έστειλαν προς αυτούς τους ολίγους ιππείς, εκ φόβου μήπως και άνευ της βοηθείας των αναδειχθούν νικηταί, και εις το μέλλον έκριναν ότι έπρεπε να βοηθούν μάλλον τους Συρακουσίους, δίδοντες όμως εις την βοήθειαν ταύτην όσον το δυνατόν μικροτέραν έκτασιν. Αλλ’ ότι επί του παρόντος διά να μη φανούν μεροληπτικοί κατά των Αθηναίων, αφού μάλιστα ούτοι επεκράτησαν κατά την μάχην, έπρεπε να δώσουν ομοίαν απάντησιν και εις τους δύο. Λαβόντες την απόφασιν ταύτην, απήντησαν ότι επειδή και οι δυό, όντες σύμμαχοί των έτυχε να ευρίσκωνται εις πόλεμον προς αλλήλους εθεώρουν ότι υπό τας δεδομένας περιστάσεις ο καλύτερος τρόπος να τηρήσουν τους όρκους των ήτο να μείνουν ουδέτεροι. Και ούτως οι πρέσβεις αμφοτέρων των μερών ανεχώρησαν.
Ενέργειαι των Αθηναίων να προσελκύσουν Σικελικάς πόλεις
Και οι μεν Συρακούσιοι ήσαν απησχολημένοι με τας ιδίας αυτών πολεμικάς παρασκευάς, ενώ οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν στρατοπεδευμένοι εις την Νάξον, επεδίωκαν διά διαπραγματεύσεων προς τους Σικελούς την προσχώρησιν όσον το δυνατόν περισσοτέρων εξ αυτών. Και εκ μεν των κατοικούντων τα προς την θάλασσαν πεδινά ιδίως μέρη, ολίγοι είχαν ήδη αποσπασθή από τους Συρακουσίους, των οποίων ήσαν υπήκοοι. Αλλ’ οι κατοικούντες τας κώμας του εσωτερικού, αι οποίαι ήσαν ανέκαθεν αυτόνομοι, ετάχθησαν ευθύς μετά των Αθηναίων, πλην ολίγων εξαιρέσεων, και απέστελλαν προς τον Αθηναϊκόν στρατόν τρόφιμα, μερικοί μάλιστα προσέφεραν και χρήματα. Κατά των αρνουμένων να προσχωρήσουν εις αυτούς, οι Αθηναίοι εξεστράτευαν, και άλλοι μεν εξ αυτών υπέκυπταν, άλλοι όμως επροστατεύοντο αποτελεσματικώς υπό των φρουρών, τας οποίας οι Συρακούσιοι έστελλαν προς βοήθειάν των. Μετέφεραν συγχρόνως κατά τον χειμώνα τον ναυτικόν σταθμόν των εκ της Νάξου εις την Κατάνην, και αποκαταστήσαντες το στρατόπεδον, το οποίον είχεν εμπρησθή υπό των Συρακουσίων, διεχείμαζαν εκεί. Συγχρόνως εξέπεμψαν και εις την Καρχηδόνα τριήρη, προτείνοντες φιλίαν, με την ελπίδα να επιτύχουν βοήθειαν τινα, και εις την Τυρρηνίαν, καθόσον μερικαί από τας εκεί πόλεις προσεφέροντο εξ ιδίας πρωτοβουλίας να συμπολεμήσουν μετ’ αυτών. Έστειλαν επίσης αγγελιαφόρους και προς διαφόρους Σικελούς και εις την Έγεσταν, διατάσσοντες ν’ αποστείλουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους ιππείς, και προητοίμαζαν πλίνθους και σίδηρον και όσα άλλα εχρειάζοντο διά περιτειχισμόν, προτιθέμενοι να συνεχίσουν τον πόλεμον, άμα ως ήρχιζεν η άνοιξις.
Οι Κορίνθιοι αποφασίζουν να βοηθήσουν τας Συρακούσας
Καθ’ ον χρόνον οι πρέσβεις, τους οποίους οι Συρακούσιοι έστειλαν εις την Κόρινθον και την Λακεδαίμονα, έπλεαν παρά την Ιταλικήν ακτήν, προσεπάθησαν να πείσουν τους Έλληνας κατοίκους της Ιταλίας όπως μη ανεχθούν την δράσιν των Αθηναίων, ως στρεφομένην εξ ίσου και εναντίον αυτών. Και αφού έφθασαν εις την Κόρινθον, έκαμαν έκκλησιν, ζητούντες να τους βοηθήσουν λόγω κοινής καταγωγής. Οι Κορίνθιοι έσπευσαν να ψηφίσουν αυτοί πρώτοι, όπως βοηθήσουν αυτούς μετά πάσης προθυμίας, και απέστειλαν συγχρόνως μετ’ αυτών πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους, όπως από κοινού προσπαθήσουν να πείσουν τούτους να επαναλάβουν τον εν Ελλάδι πόλεμον κατά των Αθηναίων απροκάλυπτως, να στείλουν δε συγχρόνως και ενισχύσεις τινάς εις την Σικελίαν.
Ο Αλκιβιάδης παροτρύνει τους Λακεδαιμονίους να βοηθήσουν τας Συρακούσας
Αλλ’ εις την Λακεδαίμονα παρέστησαν όχι μόνον και οι εκ Κορίνθου ελθόντες πρέσβεις, αλλά και ο Αλκιβιάδης μετά των συμφυγάδων, ο οποίος, ως εξεθέσαμεν ήδη, είχε διαπεραιωθή επί φορτηγού πλοίου εκ Θουρίας εις την Κυλλήνην της Ηλείας πρώτον, και τελικώς εις την Λακεδαίμονα, κατα πρόσκλησιν αυτών των Λακεδαιμονίων, αφού προηγουμένως έλαβε διαβατήριον ελευθέρας προσελεύσεως, καθόσον εφοβείτο αυτούς, ένεκα των ενεργειών του των σχετιζομένων προς τα Μαντινικά. Και συνέβη ούτως, ότι εις την συνέλευσιν του λαού των Λακεδαιμονίων οι Κορίνθιοι και οι Συρακούσιοι, καθώς και ο Αλκιβιάδης διετύπωσαν τας ιδίας αιτήσεις ζητούντες να πείσουν τους Λακεδαιμονίους. Και ενώ οι έφοροι και οι λοιποί εν τέλει εσκέπτοντο να στείλουν πρέσβεις προς τους Συρακουσίους, διά να τους αποτρέψουν να συμβιβασθούν με τους Αθηναίους, δεν ήσαν όμως διατεθειμένοι να βοηθήσουν αυτούς εμπράκτως, ο Αλκιβιάδης λαβών τον λόγον, παρώξυνε τους Λακεδαιμονίους και τους εξώθησε διά των επομένων λόγων:
89. Αναγκαίον θεωρώ να ομιλήσω προς υμάς πρώτον περί των εναντίον μου διαβολών, ίνα μη το αίσθημα της κατ’ εμού δυσπιστίας σας κάμη να ακούετε ολιγώτερον ευμενώς ό,τι έχω να είπω περί του κοινού συμφέροντος. Ενώ οι πρόγονοί μου είχαν παραιτηθή της προξενίας υμών, ένεκα τινών παραπόνων, εγώ προσεφέρθην ν’ αναλάβω πάλιν αυτήν, προσφέρων προς υμάς υπηρεσίας και εις άλλας περιστάσεις και κατά την συμφοράν της Πύλου. Και ενώ ο περί των συμφερόντων σας ζήλος μου ήτο αδιάπτωτος, σεις ότε επρόκειτο να συνομολογήσετε ειρήνην προς τους Αθηναίους, διεπραγματεύθητε αυτήν διά των προσωπικών μου εχθρών και δι’ αυτού του τρόπου εκείνων μεν ηυξήσατε την επιρροήν, εμέ δ’ εστιγματίσατε. Είχα δικαίωμα, ως εκ τούτου, να σας βλάψω, στρεφόμενος προς τους Μαντινείς και τους Αργείους και αντιπράττων καθ’ υμών εις άλλας περιστάσεις. Και εάν κανείς τότε, υπό την εντύπωσιν της αμέσου βλάβης, ωργίζετο κατ’ εμού αδίκως, οφείλει σήμερον να μεταπεισθή, εξετάζων τα πράγματα υπό το αληθές των φως. Ή εάν κανείς είχε χειροτέραν περί εμού ιδέαν, λόγω του ότι και προς την δημοκρατικήν μερίδα προσεκείμην μάλλον, και ούτος οφείλει ν’ αναγνωρίση ότι ούτε τούτο προκαλεί εύλογον αίτιαν μνησικακίας. Διότι η οικογένειά μου ήτο ανέκαθεν αντίθετος προς τους τυράννους (και κάθε δύναμις, η οποία αντιτάσσεται κατά του δεσποτισμού, ονομάζεται δημοκρατία), και ως εκ του γεγονότος τούτου, συγχρόνως με την αντίθεσίν της προς τους τυράννους, διετηρήσαμεν και την ηγεσίαν του λαού. Άλλωστε, εφόσον η πόλις εκυβερνάτο υπό δημοκρατικόν πολίτευμα, είμεθα υποχρεωμένοι να συμμορφούμεθα ως επί το πλείστον προς την επικρατούσαν κατάστασιν. Επροσπαθούμεν, εν τούτοις, ν’ ακολουθούμεν μετριοπαθεστέραν πολιτικήν, κατ’ αντίθεσιν προς την επικρατούσαν ακολασίαν. Ενώ άλλοι, και κατά την παλαιοτέραν εποχήν, όπως και σήμερον, παρέσυραν το πλήθος εις λίαν αξιοκατακρίτους πράξεις, και ούτοι απήλασαν και εμέ. Ημείς, εν τούτοις, προέστημεν όχι μιας μερίδος, αλλά της πολιτείας ως συνόλου, και εθεωρήσαμεν ότι είχαμεν καθήκον να συντελέσωμεν εις την διατήρησιν της μορφής του πολιτεύματος, το οποίον εκληρονομήσαμεν και το οποίον είχεν ασφαλίσει εις την πόλιν μας τόσην δύναμιν και τόσην ελευθερίαν (διότι την επικράτησιν του πλήθους όλοι βέβαια οι φρόνιμοι άνθρωποι κατακρίνουν και όχι ολιγώτερον εγώ, ο οποίος και περισσότερον θα ηδυνάμην να την κατακρίνω, αλλά προκειμένου περί κοινώς αναγνωριζομένης μωρίας, τίποτε δεν θα ημπορούσε να λεχθή το νέον). Και εθεωρήσαμεν επικίνδυνον μεταβολήν του πολιτεύματος καθ’ ην στιγμήν σεις, οι εχθροί μας, ευρίσκεσθε έξω των πυλών μας.
90. «Αυτή είναι η αλήθεια ως προς τας εναντίον μου διαβολάς. Έρχομαι ήδη εις το θέμα της συνδιασκέψεώς σας και παρακαλώ να μου παράσχετε την προσοχήν σας, όπως σας διαφωτίσω κατά καθήκον περί όσων γνωρίζω καλύτερον από σας. Εις την Σικελίαν επλεύσαμεν όπως, αν δυνηθώμεν, υποτάξωμεν κατά πρώτον λόγον τους Σικελιώτας, κατόπιν δε αυτών και τους Έλληνας επίσης κατοίκους της Ιταλίας και έπειτα όπως επιδιώξωμεν την κατάκτησιν των Καρχηδονικών κτήσεων και αυτής της Καρχηδόνος. Εάν πάσαι αυταί αι επιχειρήσεις, ή, τουλάχιστον αι περισσότεραι, επετύγχαναν, σκοπός μας ήτο να επιτεθώμεν τότε κατά της Πελοποννήσου, μεταφέροντες εδώ όχι μόνον ολόκληρον την δύναμιν, την οποίαν θα εποριζόμεθα από τους εκεί Έλληνας υπηκόους μας, αλλά και πολλούς βαρβάρους, τους οποίους θα εμισθώναμεν, Ίβηρας και άλλους εκ των πέριξ, οι οποίοι ομολογουμένως είναι σήμερον οι πολεμικώτεροι των βαρβάρων. Πλην τούτου, ναυπηγούντες εκ των αφθόνων ξύλων της Ιταλίας πολλάς τριήρεις, θα ηυξάναμεν τον στόλον μας, με τον οποίον θ’ απεκλείαμεν τας ακτάς της Πελοποννήσου, ενώ συγχρόνως επιτιθέμενοι κατά ξηράν διά του πεζικού μας, άλλας μεν εκ των πόλεών της θα εκυριεύαμεν εξ εφόδου, άλλας θα επολιορκούμεν διά περιτειχίσεως, και ηλπίζαμεν ούτω να σας καταβάλωμεν ευκόλως και εκτείνωμεν ακολούθως την κυριαρχίαν μας και εφ’ ολοκλήρου του Ελληνικού κόσμου. Διά να διευκολυνθή δ’ η εκτέλεσις όλων τούτων των σχεδίων, αι νέαι εκεί κτήσεις μας θα μας παρείχαν επαρκή χρήματα και τρόφιμα, χωρίς να θίξωμεν τας εκ της Ελλάδος προσόδους μας.
91. «Ηκούσατε ήδη τον σκοπόν της εις Σικελίαν εκπεμφθείσης εκστρατείας από άνθρωπον, ο οποίος ακριβέστατα γνωρίζει τούτον. Και οι υπολειφθέντες στρατηγοί θα επιμείνουν, εαν ημπορέσουν, εις την πραγματοποίησιν αυτού. Οφείλετε ήδη να μάθετε ότι, αν δεν βοηθήσετε, αδύνατον είναι να σωθή η Σικελία. Διότι οι Σικελιώται έχουν μεν μικροτέραν στρατιωτικήν πείραν, δύνανται όμως εάν συσσωματωθούν και τώρα ακόμη να νικήσουν. Αλλ’ οι Συρακούσιοι μόνοι μετά την ήτταν, την οποίαν έχει ήδη υποστή ολόκληρος η στρατιωτική των δύναμις και αποκλειόμενοι συγχρόνως από θαλάσσης, θα είναι ανίκανοι να αντισταθούν κατά της στρατιωτικής δυνάμεως των Αθηναίων, της ευρισκομένης ήδη εκεί. Και αν αι Συρακούσαι καταληφθούν, ολόκληρος τότε η Σικελία περιέρχεται εις χείρας των, και μετ’ ολίγον και η Ιταλία, και ο κίνδυνος ο οποίος, ως προανήγγειλα προ μικρού, σας απειλεί εκ μέρους εκείνων, δεν θ’ αργήση να επιπέση και εναντίον σας, ώστε ας μη νομίζη κανείς ότι διασκέπτεται ενταύθα μόνον περί της Σικελίας, αλλά και περί της Πελοποννήσου, εφόσον δεν λάβετε κατεσπευσμένως τα επόμενα μέτρα: Αποστείλατε εις Σικελίαν στρατόν διά πλοίων, των οποίων οι κωπηλάται θα είναι συγχρόνως και μάχιμοι στρατιώται, άμα ως φθάσουν εκεί. Αλλ’ εκείνο το οποίον θεωρώ ακόμη χρησιμώτερον από τον στρατόν, είναι η αποστολή Σπαρτιάτου αρχιστρατήγου, ο οποίος και τους ήδη υπηρετούντας στρατιώτας θα συντάξη και οργανώση και τους μη θέλοντας θα εξαναγκάση να υπηρετήσουν. Διότι τοιουτοτρόπως και όσοι είναι ήδη φίλοι σας θα ενθαρρυνθούν και οι ενδοιάζοντες θα προσέλθουν προς υμάς μάλλον αφόβως. Και εδώ εις την Ελλάδα οφείλετε να διεξάγετε απροκάλυπτον πόλεμον κατά των Αθηναίων, ώστε και οι Συρακούσιοι, θεωρούντες ότι ενδιαφέρεσθε δι’ αυτούς, ν’ αντιτάσσουν μεγαλυτέραν αντίστασιν, και οι Αθηναίοι να είναι ολιγώτερον εις θέσιν να στέλλουν νέας ενισχύσεις εις τον εκεί στρατόν των. Και την Δεκέλειαν της Αττικής οφείλετε να οχυρώσετε, πράγμα το οποίον οι Αθηναίοι ανέκαθεν φοβούνται τα μέγιστα και το οποίον θεωρούν ως το μόνον κακόν του παρόντος πολέμου, του οποίου δεν έχουν λάβει πλήρη πείραν. Και το αποτελεσματικώτερον μέσον διά του οποίου ημπορεί κανείς να βλάψη τους εχθρούς του είναι να προξενήση εις αυτούς εκείνο το κακόν, το οποίον, εξετάζων ακριβώς, θα εμάνθανεν ότι φοβούνται ούτοι περισσότερον. Διότι φυσικόν είναι έκαστος να γνωρίζη ο ίδιος καλύτερον παντός αλλού τους κινδύνους τους οποίους πρέπει να φοβήται. Τα πλεονεκτήματα, τα οποία διά της οχυρώσεως της Δεκελείας θα κερδίσετε οι ίδιοι και θα στερήσετε τους εχθρούς σας, είναι πολλά, τα οποία παραλείπω, περιοριζόμενος να συνοψίσω τα σπουδαιότερα εξ αυτών. Το μεγαλύτερον μέρος του κινητού πλούτου της Αττικής θα περιέλθη εις χείρας σας, διότι άλλα μεν θα καταλάβετε σεις, οι δε δούλοι θα προσέλθουν προς υμάς αυτομάτως. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, θα στερηθούν ευθύς και τας προσόδους των αργυρούχων μεταλλείων του Λαυρίου και τας εκ των προϊόντων της γης και τα διά των δικαστηρίων επιβαλλόμενα .πρόστιμα, προ πάντων όμως θα παύσουν εισρέουσαι κανονικώς αι εκ του φόρου υποτελείας των συμμάχων πρόσοδοι, διότι ούτοι θα παραμελήσουν την καταβολήν αυτών, πειθόμενοι ότι ο πόλεμος διεξάγεται ήδη εκ μέρους υμών με όλην την σοβαρότητα.
92. «Η ταχειά και δραστηρία εκτέλεσις πάντων τούτων εξαρτάται από σας, Λακεδαιμόνιοι. Διότι ότι είναι δυνατά είμαι απολύτως βέβαιος και πιστεύω ότι δεν θ’ αποδειχθώ πλανημένος. Και έχω την αξίωσιν να μη μορφώσετε χειροτέραν περί εμού ιδέαν, λόγω του ότι ενώ εθεωρούμην άλλοτε φιλόπατρις, επιτίθεμαι σήμερον ορμητικώς κατά της πατρίδος μου, από κοινού μετά των χειρίστων εχθρών της. Ούτε να υποπτευθήτε τους λόγους μου ως οφειλομένους εις τον ζήλον φυγάδος. Διότι, εάν φεύγω την φαυλοκρατίαν εκείνων που μ’ εξώρισαν, δεν αποφεύγω όμως να προσφέρω προς ημάς χρησίμους υπηρεσίας, εάν θελήσετε να με ακούσετε. Και χειρότεροι εχθροί είναι όχι εκείνοι οι οποίοι, όπως σεις, έβλαψαν οπωσδήποτε τους εχθρούς των, αλλ’ εκείνοι οι οποίοι εξηνάγκασαν τους φίλους των να γίνουν εχθροί. Και φιλόπατρις είμαι όχι όταν αδικούμαι, αλλ’ εφόσον ήσκουν ασφαλώς τα πολιτικά μου δικαιώματα. Ούτε θεωρώ ότι η χώρα κατά της οποίας επιτίθεμαι είναι πλέον πατρίς μου, αλλά τουναντίον, ότι επιδιώκω ν’ ανακτήσω μάλλον την απολεσθείσαν πατρίδα μου. και αληθής πατριώτης είναι όχι εκείνος ο οποίος αδίκως απολέσας την πατρίδα του απέχει από του να επιτεθή κατ’ αυτής, αλλ’ εκείνος ,ο οποίος, νοσταλγών αυτήν,επιχειρεί να την ανακτήση διά παντός τρόπου. Διά τούτο έχω την αξίωσιν να με μεταχειρισθήτε άνευ ουδενός ενδοιασμού εις κάθε κίνδυνον και εις κάθε ταλαιπωρίαν, ενθυμούμενοι ότι, κατά το κοινόν λόγιον, όπως σας επροξένησα πολλάκις μεγάλας ζημίας ως εχθρός, ούτως ημπορώ και να σας ωφελήσω αποτελεσματικώς ως φίλος, καθόσον τα μεν πράγματα των Αθηναίων γνωρίζω καλώς, ενώ ως προς τα ιδικά σας περιωριζόμην εις εικασίας. Επιμένω επίσης ότι πρέπει να εννοήσετε, ότι την στιγμήν ταύτην διασκέπτεσθε περί ζωτικών πράγματι συμφερόντων σας, και ότι επομένως δεν πρέπει να διστάσετε να στείλετε εκστρατευτικόν σώμα και εις την Σικελίαν και κατά της Αττικής συγχρόνως. Τοιουτοτρόπως και τα εν Σικελία μεγάλα συμφέροντά σας θα εξασφαλίσετε με μικρόν μόνον μέρος της στρατιωτικής σας δυνάμεως, και την δύναμιν των Αθηναίων, και εκείνην που έχουν σήμερον και εκείνην που επιδιώκουν να αποκτήσουν, θα καταλύσετε, και του λοιπού και σεις θα ζήτε ασφαλείς και η Ελλάς ολόκληρος θ’ αναγνωρίση την ηγεμονίαν υμών, όχι εξαναγκαζομένη, αλλ’ εκουσίως και εξ αγάπης προς σας».
93.
Οι Λακεδαιμόνιοι αποφασίζουν να στείλουν επικουρίας εις Συρακούσας
Μετά τους λόγους τούτους του Αλκιβιάδου, οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι και αυτοί εσκέπτοντο προηγουμένως να εκστρατεύσουν κατά των Αθηνών, αλλ’ ανέβαλλαν και εδίσταζαν, κυττάζοντες δεξιά και αριστερά, ενισχύθησαν πολύ περισσότερον ήδη, ότε εθεώρησαν ότι είχαν ακούσει εκείνον που εγνώριζεν άριστα τα πράγματα, να τους εξηγή τα καθέκαστα αυτών. Διά τούτο έστρεψαν ήδη την προσοχήν των εις την οχύρωσιν της Δεκελείας και εις την άμεσον αποστολήν ενισχύσεων προς τους Σικελιώτας.
Διώρισαν συγχρόνως τον Γύλιππον, υιόν του Κλεανδρίδου, αρχιστράτηγον του στρατού των Συρακουσίων, και διέταξαν αυτόν να συνεννοήθη με τους πρέσβεις αυτών και των Κορινθίων και εξεύρουν κατά ποίον τρόπον ημπορούσε να σταλή αποτελεσματικώτερον και ταχύτερον βοήθεια τις εις τους εκεί. Ο Γύλιππος εζήτησεν από τους Κορινθίους να του στείλουν αμέσως εις την Ασίνην δύο πολεμικά πλοία και ετοιμάσουν τα λοιπά, όσα ήσαν αποφασισμένοι να στείλουν, ώστε, όταν έλθη η κατάλληλος εποχή, να είναι έτοιμα προς απόπλουν. Αφού δε συνεφώνησαν διά τα ζητήματα ταύτα, οι πρέσβεις ανεχώρησαν εκ Λακεδαίμονος, επιστρέφοντες εις τα ίδια.
Οι Αθηναίοι στέλλουν χρήματα και ιππικόν εις Σικελίαν
Αλλά περί την αυτήν εποχήν έφθασεν εκ Σικελίας εις τας Αθήνας και η Αθηναϊκή τριήρης, την οποίαν είχαν στείλει οι στρατηγοί, ζητούντες χρήματα και ιππικόν. Και οι Αθηναίοι, λαβόντες γνώσιν της αιτήσεως ταύτης, εψήφισαν όπως σταλούν εις τον στρατόν τα αναγκαία διά την συντήρησίν του χρήματα και το ιππικόν. Και ούτως ετελείωσε ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον έβδομον έτος του πολέμου τούτου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.
Έτος 18ον : 414 – 413 π.Χ.
94.
Μικραί καταστροφαι της Σικελίας υπό των Αθηναίων
Ευθύς κατά την αρχήν της επομένης ανοίξεως ο Αθηναϊκός στρατός της Σικελίας, εκπλεύσας εκ της Κατάνης, έπλευσε παρά την ακτήν εις τα Υβλαία Μέγαρα, των οποίων τους κατοίκους, καθώς ήδη διηγήθην προηγουμένως, είχαν εκδιώξει οι Συρακούσιοι επί της τυραννίας του Γέλωνος και είχαν καταλάβει την χώραν των. Ενεργήσαντες απόβασιν ηρήμωσαν τους αγρούς και επετέθησαν ακολούθως κατά οχυρώματος των Συρακουσίων, το οποίον όμως δεν κατώρθωσαν να κυριεύσουν. Μετά ταύτα επέστρεψαν πάλιν εις τον Τηρίαν ποταμόν, του στρατού βαδίζοντος και του στόλου πλέοντος παρά την ακτήν, και εκείθεν προχωρήσαντες εις το εσωτερικόν της κοιλάδος, ερήμωσαν αυτήν και ενέπρησαν τον σίτον, συναντήσαντες δε ολίγους Συρακουσίους, εφόνευσαν μερικούς εξ αυτών, και αφού έστησαν τρόπαιον, επέστρεψαν εις τα πλοία. Και επιστρέψαντες διά θαλάσσης εις την Κατάνην και παραλαβόντες τρόφιμα, προήλασαν εκείθεν με ολόκληρον τον στρατόν εναντίον των Κεντορίπων, πόλεως των Σικελών, η οποία παρεδόθη διά συνθηκολογίας. Μετά τούτο απήλθαν, αφού συγχρόνως ενέπρησαν τον σίτον των Ινησσαίων και των Υβλαίων. Και φθάσαντες εις την Κατάνην, ευρίσκουν ότι είχαν φθάσει εκεί εξ Αθηνών οι ιππείς, διακόσιοι πενήντα τον αριθμόν, με ιπποσκευάς, αλλά χωρίς ίππους, διότι υπελόγιζαν ότι τούτους θα προμηθευθούν επί τόπου, και τριάντα ιπποτοξότας και τριακόσια τάλαντα αργύρου.
95.
Οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν κατά του Άργους και οι Αργείοι εισβάλλουν εις την Θυρέαν
Κατα το αυτό έαρ, οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν και κατα του Άργους, αλλ’ ενώ είχαν προελάσει μέχρι των Κλεωνών, επισυμβάς σεισμός τους ηνάγκασε να επιστρέψουν εις τα ίδια. Οι Αργείοι, εισβαλόντες κατόπιν τούτου εις το όμορον έδαφος της Θυρέας, ήρπασαν από τους Λακεδαιμονίους πολλά λάφυρα, τα οποία επώλησαν αντί είκοσι πέντε και πλέον ταλάντων. Βραδύτερον, κατά την διάρκειαν του θέρους, οι δημοκρατικοί των Θεσπιών επεχείρησαν ν’ ανατρέψουν την κυβέρνησιν, αλλ’ η απόπειρα απέτυχε, διότι οι Θηβαίοι έσπευσαν εις βοήθειαν αυτής. Και άλλοι μεν εκ των στασιαστών συνελήφθησαν, άλλοι δε κατέφυγαν εις τας Αθήνας.
96.
Οι Συρακούσιοι νικώνται εις τας Επιπολάς
Κατά το αυτό θέρος, οι Συρακούσιοι, μαθόντες ότι οι Αθηναίοι είχαν λάβει το αναμενόμενον ιππικόν και ητοιμάζοντο ήδη να προελάσουν εναντίον των, εθεώρησαν ότι εάν οι Αθηναίοι δεν καταλάβουν τας Επιπολάς, θέσιν απόκρημνον, υπερκειμένην αμέσως της πόλεως, δεν θα ήτο εύκολον να τους αποκλείσουν διά περιτειχίσεως και εις περίστασιν ακόμη κατα την οποίαν εκέρδιζαν την μάχην. Απεφάσισαν, διά τούτο, να φρουρήσουν τας προσβάσεις της θέσεως ταύτης, ίνα μη ανέλθη δι’ αυτών ο εχθρός πριν τον αντιληφθούν. Διότι από κανέν άλλο μέρος δεν ηδύναντο να αναβούν, καθόσον, εξαιρουμένων των προσβάσεων τούτων, όλη η άλλη θέσις είναι υψηλή και κρημνώδης, με επιφάνειαν κλίνουσαν βαθμιαίως προς την πόλιν, από το εσωτερικόν της οποίας είναι αυτή καταφανής ολόκληρος και εδόθη εις αυτήν υπό των Συρακουσίων το όνομα Επιπολαί, λόγω του ότι υπέρκειται των πέριξ μερών. Ως εκ τούτου, και επειδή ο Ερμοκράτης και οι συστρατηγοί του είχαν αναλάβει προ μυκρού την αρχηγίαν των Συρακουσίων, εξήλθαν αυτοί κατά τα εξημερώματα με όλους τους πολίτας εις τον παρά τον ποταμόν Άναπον λειμώνα, όπου προέβησαν εις επιθεώρησιν των οπλιτών, αφού προηγουμένως εξέλεξαν από αυτούς εξακοσίους επιλέκτους, υπό την αρχηγίαν του Διομήλου, φυγάδος εξ Άνδρου, εις τους οποίους ανέθεσαν να φρουρούν τας Επιπολάς και να προστρέχουν εν σώματι όπου αλλού ήθελε παρουσιασθή ανάγκη.
97. Αλλ’ οι Αθηναίοι αποπλεύσαντες εκ Κατάνης με ολόκληρον τον στρατόν των κατέπλευσαν απαρατήρητοι κατά την νύκτα την προηγηθείσαν της επιθεωρήσεως των Συρακουσίων, πλησίον της θέσεως, της καλουμένης Λέοντος, απεχούσης εξ έως επτά σταδίους από τας Επιπολάς. Τα πλοία, αφού απεβίβασαν τον στρατόν, προσωρμίσθησαν εις την Θάψον, χερσόνησον με στενόν ισθμόν, προεκτεινομένη εντός της θαλάσσης και μη απέχουσαν πολύ των Συρακουσών ούτε διά θαλάσσης, ούτε διά ξηράς. Και η μεν Αθηναϊκή ναυτική δύναμις, κατασκευάσασα χαράκωμα καθ’ όλον το μήκος του ισθμού, έμεινεν ησυχάζουσα εις Θάψον. Ο στρατός όμως προήλασεν αμέσως τρέχων προς τας Επιπολάς, όπου επρόφθασεν ν’ αναβή διά του Ευρυήλου, πριν οι Συρακούσιοι, μαθόντες το πράγμα, επιστρέψουν εκ του λειμώνος, όπου εγίνετο η επιθεώρησις. Εν τούτοις, ο άλλος στρατός και οι υπό την αρχηγαν του Διομήλου εξακόσιοι έσπευσαν εις βοήθειαν, εκάστου στρατιώτου τρέχοντος όσον ημπορούσε ταχύτερον. Αλλ’ η απόστασις, την οποίαν είχαν να διατρέξουν εκ του λειμώνος πριν φθάσουν τον εχθρόν, ήτο όχι ολιγωτέρα των είκοσι πέντε σταδίων. Επιτεθέντες λοιπόν κατ’ αυτού οι Συρακούσιοι, όπως είχαν φθάσει εις πολλήν αταξίαν, ηττήθησαν εις τας Επιπολάς και απεσύρθησαν εντός της πόλεως, φονευθέντων τριακοσίων περίπου, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Διόμηλος. Μετά την νίκην, οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον και επέτρεψαν εις τους εχθρούς να παραλάβουν τους νεκρούς των, χορηγήσαντες βραχείαν προς τούτο ανακωχήν. Την επομένην κατέβησαν μέχρι των τειχών της πόλεως, αλλ’ επειδή ο εχθρός δεν εξήρχετο προς σύναψιν μάχης, απεσύρθησαν και ανήγειραν εις την θέσιν Λάβδαλον, κειμένην εις την εσχατιάν των κρημνών, οπόθεν φαίνοντα τα Μέγαρα, οχύρωμα, όπως χρησιμεύη ως αποθήκη αποσκευών και εφοδίων, οσάκις προήλαυναν προς τα εκεί, είτε προς σύναψιν μάχης, είτε χάριν επιτειχίσεως.
98.
Ιππομαχία παρά την Συκήν και ήττα των Συρακουσών
Ολίγον μετά ταύτα, ήλθαν προς τους Αθηναίους τριακόσιοι Εγεσταίοι Ιππείς και Σικελοί και Νάξιοι και άλλοι τινές περί τους εκατόν. Είχαν ακόμη διακοσίους πενήντα ιδικούς των, διά τους οποίους επρομηθεύθησαν ίππους, άλλους μεν παραχωρηθέντας από τους Εγεσταίους και τους Καταναίους, άλλους δε δι’ αγοράς, και ούτως η όλη δύναμις του ιππικού των ανήλθεν εις εξακοσίους πενήντα. Αφού εγκατέστησαν φρουράν εις το Λάβδαλον, οι Αθηναίοι ήλθαν προς την Συκήν, όπου στρατοπεδεύσαντες προέβησαν εις την εσπευσμένην κατασκευήν κυκλοτερούς τείχους. Η ταχύτης της κατασκευής του εξέπληξε τους Συρακουσίους, οι οποίοι εξήλθαν της πόλεως αποφασισμένοι να συνάψουν μάχην, αλλά να μη επιτρέψουν την συνέχισιν αυτού. Και ενώ ήδη οι δύο στρατοί αντιπαρετάσσοντο προς μάχην, οι στρατηγοί των Συρακουσίων βλέποντες το στράτευμά των διεσπαρμένον ήδη και δυσκόλως συντασσόμενον, επανέφεραν αυτό εις την πόλιν, πλην μέρους του ιππικού, το οποίον παρέμεινε και προσεπάθει να εμποδίζη τους Αθηναίους από του να μεταφέρουν λίθους, ή ν’ απομακρύνωνται πολύ του κυρίου σώματος. Αλλά τάγμα Αθηναίων οπλιτών, συμπράττον μετά ολοκλήρου του ιππικού, επιτεθέντες κατά των Συρακουσίων ιππέων, τους έτρεψαν εις φυγήν, φονεύσαντες μερικούς εξ αυτών και έστησαν τρόπαιον της ιππομαχίας.
99.
Οι Συρακούσιοι κατασκευάζουν περιτείχισμα
Την επομένην, άλλοι μεν εκ των Αθηναίων ήρχισαν κατασκευάζοντες το προς βορράν του κυκλοτερούς οχυρώματος περιτείχισμα, ενώ οι άλλοι ήρχισαν να μεταφέρουν και συσσωρεύουν τους αναγκαίους προς τούτο λίθους και ξύλα κατά τοιαύτην προς τον λιμένα Τρωγίλον διεύθυνσιν, κατα την οποίαν το περιτείχισμα, το οποίον ήθελαν να κατασκευάσουν από του Μεγάλου Λιμένος προς την άλλην θάλασσαν, θα είχεν όσον το δυνατόν ολιγώτερον μήκος. Οι Συρακούσιοι, κατ’ εισήγησιν των στρατηγών των, και προ πάντων του Ερμοκράτους, απεφάσισαν να μη διακινδυνεύσουν πλέον γενικάς μάχας προς τους Αθηναίους, αλλ’ έκριναν ότι ήτο προτιμότερον να κατασκευάσουν αντιτείχισμα εγκάρσιον προς την διεύθυνσιν, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι επρόκειτο να κατασκευάσουν το περιτείχισμά των, και ότι εάν επρόφθαναν να ανεγείρουν το εγκάρσιον τούτο τείχος, τότε οι Αθηναίοι θα εμποδίζοντο από την συμπλήρωσιν του ιδικού των. Συγχρόνως απεφάσισαν, εάν οι Αθηναίοι επιχειρήσουν να τους εμποδίσουν από την κατασκευήν, ν’ αντιτάξουν κατ’ αυτών μέρος του στρατού των. Ήλπιζαν ακόμη ότι θα προελάμβαναν να εξασφαλίσουν διά των πασσάλων του αντιτειχίσματός των τα σημεία, διά των οποίων ο εχθρός ηδύνατο ευκολώτερον να επιτεθή, ενώ εκείνος θα ηναγκάζετο να εγκατάλειψη το έργον, διά να στραφή με όλας του τας δυνάμεις εναντίον των. Εξήλθαν, ως εκ τούτου, της πόλεως και ήρχισαν οικοδομούντες από σημείου τινός του τείχους της πόλεώς των, ευρισκομένου νοτίως του κυκλοτερούς οχυρώματος των Αθηναίων, τείχος εγκάρσιον, κόπτοντες τα ελαιόδενδρα του τεμένους και ανεγείροντες ξύλινους πύργους. Ο Αθηναϊκός στόλος δεν είχεν ακόμη περιπλεύσει εκ Θάψου εις τον Μέγαν Λιμένα, αλλ’ οι Συρακούσιοι ήσαν κύριοι των λιμένων των και της περί αυτούς θαλάσσης, ενώ οι Αθηναίοι έφεραν τα τρόφιμα εκ της Θάψου διά ξηράς.
100.
Οι Αθηναίοι κατεδαφίζουν το περιτείχισμα
Όταν έκριναν οι Συρακούσιοι, ότι το έργον της πασσαλώσεως και της οικοδομής του αντιτειχίσματος είχε προχωρήσει αρκούντως, αφήκαν προς φύλαξιν αυτού τμήμα του στρατού των και επέστρεψαν εις την πόλιν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, δεν ήλθαν να τους εμποδίσουν κατά την διάρκειαν της οικοδομής, διότι εφοβούντο την διαίρεσιν και συνεπώς την εξασθένισιν των δυνάμεών των, και συγχρόνως διότι επείγοντο να τελειώσουν το μέρος του ιδικού των περιτειχίσματος, εις το οποίον ήσαν απησχολημένοι. Ήδη όμως κατέστρεψαν τους υπογείους οχετούς, διά των οποίων εφέρετο εις την πόλιν πόσιμον ύδωρ. Συγχρόνως, περιμείναντες μεσημβρίαν τινά, κατά την οποίαν οι φυλάσσοντες το αντιτείχισμα Συρακούσιοι, οι μεν πολλοί ευρίσκοντο υπό τας σκηνάς, μερικοί δε είχαν μεταβή και εις αυτήν την πόλιν, ενώ οι επιφορτισμένοι την φρούρησιν του χαρακώματος των πασσάλων εφύλατταν αυτό αμελώς, ανέθηκαν εις σώμα τριακοσίων επίλεκτων ανδρών, αποτελούμενον από ιδικούς των οπλίτας και ψιλούς στρατιώτας φέροντας οπλισμόν οπλίτου, να τρέξουν αιφνιδίως, όπως καταλάβουν το αντιτείχισμα. Συγχρόνως ο λοιπός στρατός επροχώρει εις δύο σώματα, το μεν υπό τον ένα στρατηγόν προς την πόλιν, διά ν’ απόκρουση ενδεχομένην εκείθεν απόπειραν συνδρομής, το δε υπό τον έτερον, προς το μέρος του χαρακώματος, το πλησίον της πυλίδος. Οι τριακόσιοι επιτεθέντες κατέβαλαν το χαράκωμα των πασσάλων, του οποίου οι φύλακες εγκατέλειψαν αυτό, καταφυγόντες εις το προτείχισμα, διά του οποίου η Ιερά περιοχή του ναού του Τεμενίτου Απόλλωνος περιελήφθη εντός της πόλεως. Μαζί με τους φεύγοντας κατώρθωσαν να εισέλθουν και οι καταδιώκοντες αυτούς, αλλ’ εξεδιώχθησαν πάλιν υπό των Συρακουσίων, αφού εφονεύθησαν εκεί μερικοί Αργείοι και ολίγοι Αθηναίοι. Μετά τούτο, ολόκληρος ο στρατός, επιστρέψας κατεδάφισε το αντιτείχισμα, ανέσπασε τους πασσάλους , μετέφερεν αυτούς προς το μέρος του και έστησε τρόπαιον.
101.
Μικραί συμπλοκαί μεταξύ Συρακουσίων και Αθηναίων περί την κατασκευήν οχυρωμάτων
Την επομένην ημέραν, οι Αθηναίοι, εκκινούντες εκ του κυκλοτερούς οχυρώματος, ήρχισαν κατασκευάζοντες τείχος επί του κρημνού, ο οποίος υπέρκειται του έλους. Από το μέρος των Επιπολών, όπου ευρίσκεται ο έν λόγω κρημνός, φαίνεται ο Μέγας Λιμήν, και διά του σημείου τούτου το περιτείχισμά των, κατερχόμενον διά του πεδινού εδάφους του έλους προς τον λιμένα, θα είχε μικρότερον μήκος. Αλλά συγχρόνως και οι ίδιοι οι Συρακούσιοι εξήλθαν και ήρχισαν κατακευάζοντες πάλιν χαράκωμα εκ πασσάλων, αρχίζοντες από το τείχος της πόλεως και προχωρούντες διά μέσου του έλους, ενώ συγχρόνως ώρυσσαν κατά μήκος του χαρακώματος και τάφρον, όπως καταστή αδύνατον εις τους Αθηναίους να συνεχίσουν την κατασκευήν του περιτειχίσματος μέχρι της θαλάσσης. Αλλ’ οι Αθηναίοι, άμα ως το παρά τον κρημνόν τείχος συνεπληρώθη, επετέθησαν πάλιν κατά του χαρακώματος και της τάφρου των Συρακουσίων, παραγγείλαντες τον στόλον να πλεύση εκ της Θάψου εις τον Μέγαν Λιμένα των Συρακουσίων, ενώ αυτοί ολίγον προ της αυγής κατέβησαν από τας Επιπολάς εις το πεδινόν έδαφος, όπου ήτο το έλος, και διαβάντες τούτο με την βοήθειαν θυρών και σανίδων, τας οποίας επέθεταν εις τα πηλώδη και στερεώτερα μέρη, κυριεύουν ευθύς την τάφρον και το μεγαλύτερον μέρος του χαρακώματος και μετ’ ολίγον και το υπόλοιπον. Και εξηκολούθησε μάχη, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι απέμειναν νικηταί. Εκ των Συρακουσίων, οι μεν κατέχοντες το δεξιόν έφυγαν προς την πόλιν, οι δε το αριστερόν προς τον ποταμόν. Οι τριακόσιοι επίλεκτοι Αθηναίοι έσπευσαν τρέχοντες προς την γέφυραν διά να εμποδίσουν αυτούς να την διαβούν. Αλλ’ οι Συρακούσιοι ανησύχησαν και έχοντες μαζί των εκεί το μεγαλύτερον μέρος του ιππικού των, επιτίθενται κατά των τριακοσίων τούτων, τους οποίους τρέπουν εις φυγήν και επελαύνουν κατά της δεξιάς πτέρυγος των Αθηναίων. Συνεπεία της επελάσεως ταύτης, παρεσύρθη και το τάγμα του άκρου δεξιού εις φυγήν. Ιδών τούτο ο Λάμαχος, έσπευσεν εκ του αριστερού κέρατος των Αθηναίων εις βοήθειαν μετ’ ολίγων τοξοτών, παραλαβών και τους Αργείους οπλίτας, και καθώς προήλαυνε διέβη κάποιαν τάφρον. Απομονωθείς δ’ εκεί με ολίγους εκ των ακολουθούντων αυτόν, εφονεύθη και ο ίδιος και πέντε ή εξ των μετ’ αυτού. Μερικοί εκ των Συρακουσίων ήρπασαν ευθύς τα πτώματα αυτών και τρέχοντες έφθασαν πέραν του ποταμού εις μέρος ασφαλές, ενώ οι άλλοι, βλέποντες ήδη επερχόμενον κατ’ αυτών και τον υπόλοιπον Αθηναϊκόν στρατόν, υπεχώρησαν.
102. Εν τω μεταξύ, εκείνοι εκ των Συρακουσίων, οι οποίοι κατ’ αρχάς είχαν καταφύγει προς την πόλιν, βλέποντες τα γεγονότα ταύτα, ανεθάρρησαν και εξελθόντες οι ίδιοι πάλιν εκ της πόλεως, αντιπαρετάχθησαν προς το απέναντι μέρος της Αθηναϊκής παρατάξεως και συγχρόνως εξέπεμψαν ιδικόν των απόσπασμα κατά του κυκλοτερούς οχυρώματος των Επιπολών, νομίζοντες ότι θα το εύρουν εγκαταλελειμμένον και θα ημπορέσουν να το καταλάβουν. Ούτοι κατέλαβαν μεν και κατέστρεψαν ολοσχερώς το δεκάπλεθρον προτείχισμά του, αλλά το ίδιον κυκλοτερές οχύρωμα ημπόδισεν αυτούς να κυριεύσουν ο Νικίας, ο οποίος έτυχε να μείνη εντός αυτού, λόγω ασθενείας. Διότι, αντιληφθείς ότι δι’ έλλειψιν στρατιωτών δεν υπήρχεν άλλο μέσον σωτηρίας, διέταξε τους υπηρέτας των οπλιτών να εμπρήσουν τας μηχανάς και τα ξύλα που είχαν συγκεντρωθή προ του οχυρώματος. Το μέσον τούτο επέτυχε. Διότι ένεκα της πυρκαϊάς, οι Συρακούσιοι δεν επροχώρησαν περισσότερον, αλλ’ απεσύρθησαν, τοσούτον μάλλον, καθόσον και ο Αθηναϊκός στρατός, αφού συνεπλήρωσε την καταδίωξιν του εχθρού εις την πεδιάδα, απέστειλεν εκείθεν ενισχύσεις, αι οποίαι ανήρχοντο ήδη προς το κυκλοτερές οχύρωμα, και ο στόλος αυτών, εκκινήσας εκ της Θάψου, συμφώνως προς τας δοθείσας διαταγάς, κατέπλεεν εις τον Μέγαν Λιμένα. Ταύτα βλέποντες οι προς κατάληψιν του κυκλοτερούς οχυρώματος ανελθόντες Συρακούσιοι, απεσύρθησαν εσπευσμένως, όπως εισέλθουν εις την πόλιν μεθ’ ολοκλήρου του άλλου στρατού, νομίζοντες ότι, με τα μέσα που διέθεταν, δεν ήσαν πλέον ικανοί να εμποδίζουν την κατασκευήν του μέχρι της θαλάσσης περιτειχίσματος.
103. Μετά τούτο, οι Αθηναίοι έστησαν τρόπαιον, επέτρεψαν εις τους Συρακουσίους να παραλάβουν τους νεκρούς των, χορηγήσαντες βραχείαν προς τούτο ανακωχήν, παρέλαβαν δε και αυτοί τους νεκρούς των πεσόντων μετά του Λαμάχου. Ήδη, ότε ολόκληρος η ναυτική και στρατιωτική των δύναμις συνεκεντρώθη, ήρχισαν να κατασκευάζουν προς αποκλεισμόν των Συρακουσίων διπλούν τείχος, αρχίζον από τον κρημνόν των Επιπολών και μέλλον να κατάληξη εις την θάλασσαν. Τα εφόδια διά τον στρατόν εισήγοντο ελευθέρως εξ όλων των μερών της Ιταλίας. Πολλοί Σικελοί, οι οποίοι μέχρι τούδε εδίσταζαν, ήλθαν να συμπολεμήσουν με τους Αθηναίους. Εκ της Τυρρηνίας εστάλησαν τρία πεντηκόντορα πλοία και τα λοιπά πράγματα ευωδούντο σύμφωνα με τας ελπίδας των. Διότι οι Συρακούσιοι έπαυσαν να ελπίζουν εις επικράτησιν διά των όπλων, αφού ουδεμία βοήθεια τους εστάλη από την Πελοπόννησον. Ήρχισαν διά τούτο να συζητούν μεταξύ των περί ειρήνης και να έρχωνται εις σχετικάς συνεννοήσεις προς τον Νικίαν, ο οποίος ήδη, μετά τον θάνατον του Λαμάχου, είχε μείνει, μόνος αρχηγός. και απόφασις μεν καμμία δεν ελαμβάνετο, αλλ’ όπως είναι φυσικόν περί ανθρώπων, οι οποίοι δεν ήξευραν τί να κάμουν και των οποίων ο αποκλεισμός ήτο στενώτερος παρά πριν, πολλαί διεξήγοντο μετ’ αυτού διαπραγματεύσεις και πολύ περισσότεραι συζητήσεις εγίνοντο μεταξύ των οπλιτών. Διότι, ένεκα της δεινής καταστάσεως και υποψίας συνελάμβαναν οι μεν κατά των δε, και τους στρατηγούς, επί της αρχηγίας των οποίων συνέβησαν τα κακά ταύτα, έπαυσαν, διότι εθεώρησαν ότι ταύτα ωφείλοντο, είτε εις την ατυχίαν, είτε εις την προδοσίαν των, και εις την θέσιν των εξέλεξαν άλλους, τον Ηλακλείδην, τον Ευκλήν και τον Τελλίαν.
104.
Ο Γύλιππος φτάνει εις Τάραντα
Εν τω μεταξύ, ο Λακεδαιμόνιος Γύλιππος και τα υπό των Κορινθίων αποσταλέντα πλοία είχαν έλθει ήδη εις την Λευκάδα, επιδιώκοντα να φθάσουν το ταχύτερον εις βοήθειαν της Σικελίας. Αλλ’ ένεκα των αλλεπαλλήλων ειδήσεων αι οποίαι ήρχοντο ανησυχαστικώταται και ψευδείς, όλαι συμφωνούσαι εις το ότι αι Συρακούσαι ήσαν ήδη παντελώς αποκεκλεισμέναι διά κατασκευής περιτειχίσματος, ο Γύλιππος έχασε κάθε πλέον ελπίδα διά την Σικελίαν. Επιδιώκων όμως να σώση την Ιταλίαν, αυτός μεν, συνοδευόμενος υπό του Κορινθίου Πυθήνος και έχων δυό Λακωνικά και δύο Κορινθιακά πολεμικά σκάφη, διεπεραιώθη με όσην ημπορούσε ταχύτητα διά του Ιονίου πελάγους εις Τάραντα, ενώ οι Κορίνθιοι επρόκειτο ν’ αποπλεύσουν βραδύτερον, όταν, εκτός των δέκα ιδικών των πλοίων θα εξώπλιζαν ακόμη δέκα Λευκάδια και δύο των Αμπρακιωτών. Ο Γύλιππος, αφού έστειλε πρώτον απεσταλμένους από τον Τάραντα προς τους Θούριους προσπαθών να τους προσεταιρισθή διά της επικλήσεως της παλαιάς πολιτογραφήσεως του πατρός του ως πολίτου της Θούριας, και απέτυχε, συνέχισε το ταξείδιόν του εκ Τάραντος πλέων παρά την Ιταλικήν ακτήν. Αλλά καταληφθείς εις τον Τεριναίον κόλπον υπό βορείου ανέμου, ο οποίος πνέει βιαιότατος εις το μέρος εκείνο, παρασύρεται εις το ανοικτόν πέλαγος και μετά σφοδρόν τρικυμίαν καταπλέει πάλιν εις τον Τάραντα, όπου, ανελκύσας εις την ξηράν όσα πλοία είχαν πάθει ζημίας εκ της κακοκαιρίας, επεσκεύαζεν αυτά. Ο Νικίας έμαθε την προσέγγισίν του, αλλ’ επεριφρόνησεν, όπως συνέβη και εις τους Θούριους, τον μικρόν αριθμόν των πλοίων του, και θεωρήσας ότι το ταξείδιόν του είχε πειρατικόν μάλλον χαρακτήρα, δεν έλαβεν επί του παρόντος κανέν μέτρον προς επιτήρησιν των κινήσεών του.
105.
Αγών εις Αργολίδα
Κατά την αυτήν εποχήν του ιδίου θέρους, οι Λακεδαιμόνιοι εισέβαλαν εις την Αργολίδα, αυτοί και οι σύμμαχοί των, και ερήμωσαν το μεγαλύτερον μέρος της χώρας. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, έσπευσαν εις βοήθειαν των Αργείων με μοίραν στόλου εκ τριάκοντα πλοίων, η εμφάνισις των οποίων απετέλεσε κατάφωρον αθέτησιν των προς τους Λακεδαιμονίους συνθηκών των. Καθόσον προηγουμένως συνέπρατταν μεν εις τον πόλεμον των Αργείων και Μαντινέων, ως σύμμαχοι ενεργούντες ληστρικάς επιδρομάς εκ Πύλου και προβαίνοντες εις αποβάσεις εναντίον των άλλων μερών της Πελοποννήσου μάλλον παρά εναντίον της Λακωνικής. Αλλά μολονότι οι Αργείοι πολλάκις παρεκίνουν αυτούς ν’ αποβιβασθούν απλώς ένοπλοι επί του Λακωνικού εδάφους και ν’ απέλθουν αμέσως πάλιν, αφού συμπράξουν μετ’ αυτών εις την ερήμωσιν έστω και ελαχίστου μέρους της χώρας, ούτοι ηρνούντο. Τώρα όμως, αποβάντες υπό την αρχηγίαν του Πυθοδώρου, του Λαισποδίου και του Δημαράτου εις την Επίδαυρον την Λιμηράν, τας Πρασιάς και μερικά άλλα σημεία, προέβησαν εις ερήμωσιν μέρους της γης και έδωσαν πλέον εις τους Λακεδαιμονίους ευλογωτέραν αιτίαν, όπως προβούν εις αντίποινα κατά των Αθηναίων. Μετά την εξ Αργολίδος αναχώρησιν του Αθηναϊκού στόλου και των Λακεδαιμονίων, οι Αργείοι εισέβαλαν εις το έδαφος της Φλειούντος, και αφού εδενδροτόμησαν μέρος αυτού και εφόνευσαν μερικούς, επέστρεψαν εις τα ίδια.

Advertisements