Βιβλίον Ε’ – Τα γεγονότα των ετών 422-416


Έτος 10ον : 422 – 421 π.Χ.
1. Συνέχεια της ανακωχής. Εκτόπισις των Δηλίων υπό των Αθηναίων
Το επόμενον θέρος, η ενιαυσία ανακωχή ετερματίσθη αυτοδικαίως, συνωμολογήθη όμως ακολούθως νέα μέχρι τέλους των Πυθικών αγώνων. Εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι εξετόπισαν τους κατοίκους της Δήλου, διότι εθεώρησαν ότι είχαν καθιερωθή εις τον θεόν, ενώ, ένεκα κάποιας παλαιάς αμαρτίας, δεν ήσαν καθαροί, και εξ άλλου διότι έκριναν ατελή ως προς το σημείον αυτό τον καθαρμόν που εδιηγήθην προηγουμένως, οπότε είχαν νομίσει αρκετόν το σήκωμα των νεκρών και των φερέτρων των. Ο Φαρνάκης έδωκεν εις τους Δηλίους άσυλον εις το Αδραμύττιον της Μικρας Ασίας, όπου εγκατεστάθησαν, όπως καθείς ήθελε.
2. Ο Κλέων εις Χαλκιδικήν
Μετά το τέλος της ανακωχής, ο Κλέων, αφού επέτυχε την συγκατάθεσιν των Αθηναίων, εξέπλευσε διευθυνόμενος εις την Χαλκιδικήν, επί κεφαλής μοίρας στόλου τριάντα πλοίων, χιλίων διακοσίων οπλιτών και τριακοσίων ιππέων Αθηναίων και ακόμη μεγαλυτέρας δυνάμεως συμμάχων. Αφού δε προσήγγισε πρώτον εις την πολιορκουμένην ακόμη Σκιώνην και παρέλαβε μερικούς οπλίτας από την φρουράν, που είχε μείνει εκεί δια την πολιορκίαν, κατέπλευσεν εις τον Κωφόν λιμένα, ο οποίος κείται εις το έδαφος των Τορωναίων και απέχει ολίγον από την πόλιν. Και επειδή επληροφορήθη από αυτομόλους, ότι ο Βρασίδας δεν ήτο εις την Τορώνην και η φρουρά ήτο ανίκανος ν’ αντισταθή, εβάδισεν απ’ εκεί επί κεφαλής του στρατού εναντίον της πόλεως και απέστειλε δέκα πλοία, δια να περιπλεύσουν το ακρωτήριον και διευθυνθούν εναντίον του λιμένος της Τορώνης. Και έφθασε πρώτον εμπρός από το νέον τείχος, το οποίον προσέθεσεν ο Βρασίδας, δια να περιλάβη εντός της πόλεως το προάστειον, και ήνωσε τα δύο εις εν δια της κατεδαφίσεως μέρους του παλαιού τείχους.
3. Ο Αρμοστής της πόλεως Πασιτελίδας και η υπ’ αυτόν φρουρά έσπευσαν εις το νέον αυτό τείχος και προσεπάθουν ν’ αποκρούσουν τας επιθέσεις των Αθηναίων. Αλλ’ επιέζοντο δυνατά από τους τελευταίους, και ο Πασιτελίδας, βλέπων περιπλέοντα τα πλοία, που είχαν αποσταλή προηγουμένως, εναντίον του λιμένος, εφοβήθη μήπως προλάβουν και καταλάβουν την πόλιν, πριν επιστρέψη προς υπεράσπισίν της, και μήπως, κυριευομένου του νέου τείχους, συλληφθή εντός αυτού. Ως εκ τούτου, το εγκατέλειψε και επέστρεψε τρέχων εις την πόλιν, την οποίαν όμως επρόλαβε να καταλάβη ο Αθηναϊκός στόλος και ο στρατός της ξηράς, ο οποίος κατεδίωξε κατά πόδας τον Πασιτελίδαν και εισώρμησε ταυτοχρόνως με πολεμικάς κραυγάς από του ρήγματος του παλαιού τείχους. Από τους Πελοποννησίους και Τορωναίους άλλους εφόνευσαν αμέσως κατά την συμπλοκήν, και άλλους, μεταξύ των οποίων και τον Αρμοστήν, συνέλαβαν αιχμαλώτους. Εν τω μεταξύ, ο Βρασίδας είχε σπεύσει εις βοήθειαν της Τορώνης, αλλά δεν επρόλαβε, διότι έμαθε καθ’ οδόν την άλωσιν, όταν δεν απείχε πλέον παρά σαράντα περίπου στάδια, και επέστρεψε. Ο Κλέων και οι Αθηναίοι έστησαν δύο τρόπαια, το εν εις τον λιμένα, το άλλο πλησίον του νέου τείχους. Τα γυναικόπαιδα κατέστησαν δούλους, ενώ τους άνδρας της Τορώνης με όσους άλλους Χαλκιδείς έτυχε να ευρεθούν εκεί, καθώς και τους Πελοποννησίους, εν όλω επτακοσίους περίπου άνδρας, απέστειλαν εις τας Αθήνας. Τους αιχμαλώτους αυτούς ηναγκάσθησαν οι Αθηναίοι, όσους ήσαν Πελοποννήσιοι, ν απολύσουν ακολούθως επί τη βάσει της συνθήκης της ειρήνης, και τους άλλους ν’ αποδώσουν εις τους Ολυνθίους, ανταλλάξαντες αυτούς άνδρα προς άνδρα. Την ιδίαν περίπου εποχήν, κατέλαβαν και οι Βοιωτοί δια προδοσίας το Πάνακτον, Αθηναϊκόν φρούριον εις τα όρια της Αττικής. Ο Κλέων, αφού εγκατέστησε φρουράν εις την Τορώνην, απέπλευσε, και κάμψας τον Άθω, διηυθύνετο εναντίον της Αμφιπόλεως.

4. Αποστολή του Αθηναίου Φαίακος εις Σικελίαν
Την ιδίαν περίπου εποχήν, απέπλευσεν ο Φαίαξ υιός του Ερασιστράτου, με δύο πλοία εις Ιταλίαν και Σικελίαν, όπου εστέλλετο από τους Αθηναίους ως πρέσβυς, μαζί με δύο συναδέλφους. Τωόντι, όταν οι Αθηναίοι, μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης, είχαν απέλθει από την Σικελίαν, οι Λεοντίνοι επολιτογράφησαν πολλούς νέους πολίτας και η δημοκρατική μερίς εμελέτα νέαν διανομήν της γης. Αλλ’ οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι αντελήφθησαν τα σχέδιά των, προσεκάλεσαν εις βοήθειαν τους Συρακουσίους, και εξεδίωξαν τους δημοκρατικούς, οι οποίοι διεσκορπίσθησαν εδώ και εκεί. Οι ολιγαρχικοί ήλθαν εις συμφωνίαν με τους Συρακουσίους, επί τη βάσει της οποίας εγκατέλειψαν την πόλιν των, ήτις ως εκ τούτου ερημώθη, και, εγκατεστάθησαν εις τας Συρακούσας, υπό τον όρον ν’ αναγνωρισθούν Συρακούσιοι πολίται. Βραδύτερον, μερικοί από αυτούς δυσαρεστηθέντες απεσύρθησαν από τας Συρακούσας, και εγκατεστάθησαν πάλιν εις τας Φωκαίας, τμήμα της πόλεως των Λεοντίνων, και της Βρικιννίας, φρούριον της χώρας των ιδίων. Οι περισσότεροι από τους εξορισθέντας, ως είρηται, δημοκρατικούς ήλθαν και ηνώθησαν με αυτούς, και αφού παρεσκευάσθησαν καταλλήλως, ήρχισαν εχθροπραξίας εναντίον των Συρακουσίων, χρησιμοποιούντες τα δύο οχυρώματά των ως ορμητήρια. Όταν οι Αθηναίοι έμαθαν τας ειδήσεις αυτάς, έστειλαν τον Φαίακα, δια να πείση τους εκεί συμμάχους των και τους άλλους, ει δυνατόν, Σικελιώτας, να εκστρατεύσουν από κοινού εναντίον των Συρακουσίων, λόγω του ότι επιδιώκουν να επιβάλουν την ηγεμονίαν των. Οι Αθηναίοι ήλπιζαν ότι ημπορούσαν τοιουτοτρόπως να σώσουν τους δημοκρατικούς Λεοντίνους. Η αποστολή του Φαίακος επέτυχεν εις την Καμάριναν και τον Ακράγαντα, αλλ’ απέτυχεν εις την Γέλαν, και ο Φαίαξ, επειδή εννόησεν από μερικάς ενδείξεις, ότι θ’ αποτύχη και εις τας άλλας πόλεις, δεν επροχώρησε περαιτέρω, αλλ’ επέστρεψε δια του εδάφους των αυτοχθόνων Σικελών, και αφού επεσκέφθη καθ’ οδόν τας Βρικιννίας, όπου ενεθάρρυνε τους δημοκρατικούς, ήλθεν εις Κατάνην από όπου απέπλευσε.
5. Κατά τον πλουν εις την Σικελίαν, καθώς και την επιστροφήν απ’ εκεί, ήλθεν εις συνεννοήσεις και με μερικάς πόλεις της Ιταλίας δια την συνομολόγησιν συνθήκης φιλίας με τους Αθηναίους. Συνήντησεν επίσης μερικούς Λοκρούς, οι οποίοι, όταν μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης μεταξύ των Ελληνικών πόλεων της Σικελίας, περιέπεσεν η Μεσσήνη εις εμφυλίους σπαραγμούς, και μία από τας διαπληκτιζομένας μερίδας επεκαλέσθη την επέμβασιν της Λοκρικής κυβερνήσεως, εστάλησαν εκεί ως άποικοι και εξησφάλισαν υπέρ της πατρίδος των την κυβέρνησιν της Μεσσήνης επί τινα χρόνον, αλλ’ ηναγκάσθησαν τώρα να φύγουν. Τους Λοκρούς λοιπόν αυτούς συνήντησεν ο Φαίαξ, ενώ επέστρεφαν, και δεν τους επείραξε, διότι είχαν ήδη συμφωνηθή μεταξύ αυτού και της Λοκρικής κυβερνήσεως οι προκαταρκτικοί όροι ειρήνης προς τους Αθηναίους. Κατά την συνομολόγησιν τωόντι της ειρήνης μεταξύ των Σικελιωτικών πόλεων, μόνον οι Λοκροί, κατ’ εξαίρεσιν από τους άλλους συμμάχους των, δεν είχαν συνομολογήσει τοιαύτην προς τους Αθηναίους, και ούτε τότε άλλωστε θα μετέβαλλαν πολιτικήν, εάν δεν τους επίεζεν ο πόλεμος προς τους Ιπωνιέας και τους Μεδμαίους, οι οποίοι ήσαν όμοροι και άποικοί των. Ολίγον καιρόν ύστερον ο Φαίαξ έφθασεν εις τας Αθήνας.
6.
Εκστρατεία του Κλέωνος εις Αμφίπολιν
Ο Κλέων, εξ άλλου, ο οποίος, ως ελέχθη, έπλευσεν από την Τορώνην προς την Αμφίπολιν, κατέστησε την Ηιόνα βάσιν των επιχειρήσεών του, και επετέθη εναντίον των Σταγείρων, αποικίας των Ανδρίων, όπου απέτυχε, επέτυχεν όμως να καταλάβη εξ εφόδου την Γαληψόν, αποικιαν των Θασίων. Έστειλε δε πρέσβεις προς τον Περδίκκαν, δια να τον προσκαλέση να έλθη με τον στρατόν του, σύμφωνα με τους όρους της συμμαχίας, και άλλους εις την Θράκην προς τον βασιλέα των Οδομάντων Πολλήν, δια να φέρουν όσους ημπορούσαν περισσοτέρους μισθοφόρους Θράκας, ενώ ο ίδιος εν τω μεταξύ επερίμενεν αναπαυόμενος εις την Ηιόνα. Όταν ο Βρασίδας έμαθε τας ειδήσεις αυτάς, αντεστρατοπέδευσε και αυτός πλησίον εις το Κερδύλιον, θέσιν υψηλήν του εδάφους των Αργιλίων, εις το άλλο μέρος του ποταμού και όχι μακράν της Αμφιπόλεως, από την οποίαν θέσιν βλέπει κανείς ελευθέρως προς όλας τας διευθύνσεις, ώστε ο Κλέων δεν ημπορούσε να διαφύγη την προσοχήν του, εάν ήθελε προελάσει με τον στρατόν του. Διότι ο Βρασίδας επερίμενεν ότι ο Κλέων θα υπετίμα την αριθμητικήν δύναμιν του εχθρικού στρατού και θα εβάδιζε προς βορράν εναντίον της Αμφιπόλεως, χωρίς να περιμείνη τας ενισχύσεις που είχε ζητήσει. Συγχρόνως εξηκολούθει να ετοιμάζεται, προσκαλέσας εις ενίσχυσίν του χιλίους πεντακοσίους μισθοφόρους Θράκας και όλην την στρατιωτικήν δύναμιν των Ηδώνων, οι οποίοι ήσαν πελτασταί και ιππείς. Είχεν, άλλωστε, χιλίους Μυρκινίους και Χαλκιδείς πελταστάς, εκτός εκείνων που ήσαν εις την Αμφίπολιν. Η ολική δύναμις των οπλιτών του είχεν ανέλθει εις δύο χιλιάδας, και των Ελλήνων ιππέων εις τριακοσίους. Από την δύναμιν αυτήν έως χίλιοι πεντακόσιοι υπό τον Βρασίδαν εστρατοπέδευσαν πλησίον του Κερδυλίου, ενώ οι λοιποί υπό τον Κλεαρίδαν εστάθμευσαν εις την Αμφίπολιν.
7. Ο Κλέων έμεινε κάμποσον καιρόν ήσυχος, αλλ’ έπειτα εξηναγκάσθη να κάμη ό,τι ακριβώς επερίμενεν ο Βρασίδας. Διότι οι στρατιώται του, οι οποίοι εδυσφόρουν, διότι έχαναν τον καιρόν των, ήρχισαν να ανταλλάσσουν τας σκέψεις των, συλλογιζόμενοι προς ποίαν εμπειρίαν και ποίαν τόλμην επρόκειτο ν’ αντιταχθή τόση ανικανότης και τόση δειλία του ιδικού των αρχηγού, και πως χωρίς να το θέλουν εξεστράτευσαν μαζί του από τας Αθήνας. Ο Κλέων αντελήφθη τους γογγυσμούς αυτούς και μολονότι παρά την θέλησίν των προήλασεν επί κεφαλής των στρατιωτών του, καθόσον η περαιτέρω αδράνεια κατέβαλλε το ηθικόν των. Και ηκολούθησε την αυτήν τακτικήν που είχεν ακολουθήσει εις την Πύλον, και της οποίας η τότε επιτυχία του ενέπνευσεν εμπιστοσύνην εις την στρατηγικήν του ικανότητα. Διότι ούτε εφαντάζετο καν ότι κανεις θα εξήρχετο δια να τον αντιμετωπίση, και έλεγεν ότι προήλαυνε μάλλον προς αναγνώρισιν της θέσεως, καθόσον τας ενισχύσεις επερίμενεν, όχι δια να εξασφάλιση την νίκην, εις περίστασιν που θα ηναγκάζετο να συνάψη μάχην, αλλά δια να περικυκλώση την πόλιν και την εξαναγκάση τοιουτοτρόπως εις παράδοσιν. Ελθών επομένως, εστρατοπέδευσεν επί οχυρού λόφου απέναντι της Αμφιπόλεως, και επεθεώρει ο ίδιος το λιμνώδες έλος που σχηματίζει ο ποταμός Στρυμών και την δεσπόζουσαν θέσιν της πόλεως, απέναντι της πέριξ Θρακικής χώρας, και επίστευεν ότι ημπορούσε ν αποσυρθή οπόταν ήθελε, χωρίς να συνάψη μάχην, καθόσον άλλωστε κανεις δεν εφαίνετο ούτε ιστάμενος επί του τείχους, ούτε εξερχόμενος δια των πυλών, αι οποίαι ήσαν όλαι κλεισταί. Ενόμισε μάλιστα ότι έκαμε λάθος να μη φέρη κατά την προέλασίν του πολιορκητικάς μηχανάς, και ότι θα ηδύνατο, αν είχε τοιαύτας, να καταλάβη την πόλιν ως έρημον υπερασπιστών.
8.
Ο Βρασίδας εισέρχεται εις Αμφίπολιν
Ο Βρασίδας, ευθύς ως είδε την κίνησιν των Αθηναίων, κατέβη και αυτός από το Κερδύλιον και εισήλθεν εις την Αμφίπολιν. Και δεν εξήλθε μεν της πόλεως, όπως αντιπαραταχθή κατά των Αθηναίων, μη εμπιστευόμενος εις τον στρατόν του, τον οποίον εθεώρει υποδεέστερον, όχι αριθμητικώς (διότι υπό την έποψιν ταύτην οι δύο στρατοί ήσαν περίπου ισόπαλοι), αλλά ποιοτικώς, διότι εκ των μετεχόντων της εκστρατείας, οι μεν Αθηναίοι ήσαν γηγενείς πολίται, οι δε Λήμνιοι και οι Ίμβριοι εκ των κατ’ εξοχήν επιλέκτων. Δια τούτο απεφάσισε να επιτεθή κατ’ αυτών δια στρατηγήματος. Διότι ενόμιζεν ότι αν εδείκνυε προηγουμένως εις τους εχθρούς τον πραγματικόν αριθμόν και τον ανεπαρκή οπλισμόν των στρατιωτών του, θα εξησφάλιζε δυσκολώτερα την νίκην, παρά εάν τους επετίθετο πριν η θέα του στρατού του και η κατάστασις αυτού τους εμπνεύση καταφρόνησιν. Τάξας λοιπόν τον άλλον στρατόν υπό τον Κλεαρίδαν, εξέλεξεν ο ίδιος εκατόν πενήντα οπλίτας, με τους οποίους απεφάσισε να επιτεθή αιφνιδιαστικώς κατά των Αθηναίων, πριν αποσυρθούν, διότι ενόμιζεν ότι δεν θα εύρισκεν άλλην φοράν την ευκαιρίαν να τους καταβάλη απομονωμένους όπως τώρα, εάν άπαξ ήρχοντο αι αναμενόμεναι ενισχύσεις. Συνεκάλεσε λοιπόν όλους τους στρατιώτας και θέλων να ενθαρρύνη αυτούς και τους εξηγήση το σχέδιόν του, είπε προς αυτούς τοιαύτα τινά :
9.
Λόγος του Βρασίδα προς τους στρατιώτας του
«Άνδρες Πελοποννήσιοι, αρκετόν είναι να σας υπενθυμίσω απλώς ότι ερχόμεθα από χώραν η οποία είναι η πατρίς μας, η οποία υπήρξε πάντοτε ελευθέρα, ένεκα της ευψυχίας των τέκνων της, και ότι πρόκειται ν’ αγωνισθήτε, Δωριείς εναντίον Ιώνων, τους οποίους είσθε συνηθισμένοι να νικάτε, θα περιοριστώ μόνον να σας εξηγήσω το σχέδιον της επιθέσεως, δια να μη αποθαρρυνθήτε εκ της φαινομενικής δυσαναλογίας των δυνάμεων, βλέποντες ότι πρόκειται να πολεμήσωμεν όχι δια του συνόλου των δυνάμεών μας αλλά δια μικρού μόνον αποσπάσματος. Εγώ, τουλάχιστον, φαντάζομαι ότι ο εχθρός ανήλθεν εις το ύψωμα, όπου ευρίσκεται, όχι διότι τυχόν περιμένει ότι ημπορούμεν να εξέλθωμεν, δια να του επιτεθώμεν, αλλά διότι υποτιμά την δύναμίν μας, και δια τούτο, απησχολημένος εις το να παρατηρή δεξιά και αριστερά, δεν τηρεί καμμίαν στρατιωτικήν τάξιν και δεν μας λαμβάνει υπ’ όψιν του. Και όμως εκείνος, ως επί το πλείστον, επιτυγχάνει εις τον πόλεμον, ο οποίος διακρίνει σαφώς τοιαύτα σφάλματα του εχθρού, και αποβλέπων συγχρόνως εις τα διαθέσιμα μέσα του, ενεργεί την επίθεσίν του όχι τόσον φανερά και εις τάξιν μάχης, αλλ’ εκμεταλλευόμενος κυρίως τας εκάστοτε περιστάσεις. Και εκείνα τα στρατηγήματα φέρουν την μεγαλυτέραν δόξαν, δια των οποίων επιτυγχάνει κανεις ν’ απατήση αποτελεσματικώτερον τον εχθρόν και να ωφελήση περισσότερον τους φίλους του. Εφόσον λοιπόν οι Αθηναίοι δεν περιμένουν ότι θα τους επιτεθή κανείς, και είναι ανύποπτοι και σκέπτονται, όπως τουλάχιστον φαίνονται, να αποσυρθούν και όχι να διατηρήσουν την θέσιν των, εφόσον η έντασις του πνεύματός των είναι χαλαρωμένη, και πριν ακόμη συνέλθουν, εγώ μεν επικεφαλής των ανδρών μου θα κάμω ό,τι ημπορώ, δια να προλάβω την υποχώρησίν των, και
θα ριφθώ τρέχων εις το μέσον του στρατού των. Μετά τούτο, όταν συ, Κλεαρίδη, με ίδης συμπλακέντα ήδη και, ως ελπίζω εμπνέοντα τρόμον εις αυτούς, πάρε τους στρατιώτας που έχεις υπό τας διαταγάς σου, τους Αμφιπολίτας και τους άλλους συμμάχους, άνοιξε αιφνιδίως τας πύλας, τρέξε και μη χάσης στιγμήν να τους επιτεθής. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίον ημπορεί κανεις περισσότερον να ελπίση ότι θα καταληφθούν από πανικόν. Διότι ενισχύσεις προερχόμεναι διαρκούσης της μάχης προξενούν εις τον εχθρόν περισσότερον φόβον παρά η δύναμις προς την οποίαν μάχεται ήδη. Δείξου ανδρείος όπως αρμόζει εις Σπαρτιάτην, και σεις, σύμμαχοι, ακολουθήσατε γενναίως, ενθυμούμενοι ότι τρεις είναι αι αρεταί του καλού στρατιώτου : αποφασιστικότης, υψηλόν αίσθημα τιμής και πειθαρχία, και εστέ βέβαιοι ότι η σημερινή ημέρα θα σας δώση, εάν δειχθήτε γενναίοι, την ελευθερίαν και το δικαίωμα να ονομάζεσθε σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Άλλως, θα σας μείνη ο τίτλος του υποτελούς των Αθηναίων, και μάλιστα υπό υποτέλειαν σκληροτέραν παρά πριν (υποτιθεμένου ακόμη ότι θα είσθε αρκετά τυχεροί, δια να αποφύγετε τον εξανδραποδισμόν ή τον θάνατον), και θα γίνετε εμπόδιον της απελευθερώσεως των άλλων Ελλήνων. Μη χάσετε, λοιπόν, το θάρρος σας, βλέποντες πόσον μεγάλα είναι τα άθλα του αγώνος. Όσον το κατ’ εμέ, θα αποδείξω ότι δεν είμαι καλλίτερος εις το να προτρέπω άλλους παρ’ ό,τι είμαι εις το να θέτω εις εφαρμογήν ο ίδιος τας προτροπάς μου.»
10.
Συμπλοκή μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, θάνατος του Βρασίδα και του Κλέωνος
Μετά τους ολίγους τούτους λόγους, ο Βρασίδας προέβη εις τας αναγκαίας παρασκευάς δια την έξοδον του υπ’ αυτόν αποσπάσματος, και ετοποθέτησε τον λοιπόν στρατόν υπό τας διαταγάς του Κλεαρίδα, πλησίον των καλουμένων Θρακικών, πυλών, όπως εξέλθουν εκείθεν σύμφωνα με τας οδηγίας του. Αλλά είχε θεαθή, ότε κατέβαινε από το Κερδύλιον, και ότε εντός της πόλεως προσέφερε θυσίαν εις τον ναόν της Αθηνάς, και ητοιμάζετο δια την έξοδον, διότι το εσωτερικόν της πόλεως φαίνεται από όλα τα πέριξ. Εις τον Κλέωνα, ο οποίος την ώραν ακριβώς αυτήν είχε προχωρήσει προς αναγνώρισιν της θέσεως, ανηγγέλθη ότι ο εχθρικός στρατός εφαίνετο συγκεντρωμένος εντός της πόλεως και ότι πολλοί πόδες ανδρών και ίππων, ετοίμων να εξέλθουν, διεκρίνοντο κάτω από τας πύλας, Ακούσας τούτο ο Κλέων, επλησίασε και εβεβαιώθη ο ίδιος περί του πράγματος. Αλλά μη θέλων να διακινδυνεύση μάχην πριν έλθουν προς αυτόν αι αναμενόμεναι επικουρίαι, και νομίζων ότι θα επρολάμβανε ν’ αποσυρθή, διέταξε να δοθή το σημείον της αναχωρήσεως και παρήγγελλε συγχρόνως εις τα εκκινούντα στρατεύματα να στραφούν αριστερά επί της οδού της Ηιόνος, η οποία ήτο η μόνη οδός υποχωρήσεως. Επειδή όμως ενόμισεν, ότι η υποχώρησις εγίνετο βραδέως, διέταξε το δεξιόν κέρας να στραφή αριστερά, και ούτως εξέθηκε κατά την υποχώρησιν το ακάλυπτον πλευρόν των στρατιωτών απέναντι του εχθρού. Κατά την στιγμήν αυτήν, ο Βρασίδας, βλέπων τους Αθηναίους κινουμένους, και θεωρήσας επιστάσαν την ευκαιρίαν, λέγει προς τους υπό τας αμέσους διαταγάς του και τον άλλον στρατόν: «Οι άνθρωποι αυτοί δεν εννοούν ν’ αντισταθούν, όπως φαίνεται καθαρά από την κίνησιν των δοράτων και των κεφαλών των. Άνθρωποι που έχουν σκοπόν ν’ αντισταθούν κατά των επιτιθεμένων δεν κινούνται κατ’ αυτόν τον τρόπον. Ανοίξατέ μου τας πύλας που παρήγγειλα και ας επιτεθώμεν εναντίον αυτών μετά θάρρους και χωρίς να χάνωμεν στιγμήν». Και εξελθών δια της πύλης, η οποία είναι προς το μέρος του χαρακώματος, και δια της πρώτης πύλης του υφισταμένου τότε μακρού τείχους, ώρμησε τρέχων κατ’ ευθείαν επί του δρόμου, εις το αποτομώτατον μέρος του οποίου, καθώς ανέρχεται κανείς, είναι στημένον τρόπαιον και επιτεθείς εναντίον του κέντρου των Αθηναίων, οι οποίοι ήσαν τρομαγμένοι δια την ιδίαν των αταξίαν και κατάπληκτοι δια την τόλμην αυτού, τρέπει αυτούς εις φυγήν, ενώ ο Κλεαρίδας, σύμφωνα με τας διαταγάς που είχε λάβει, εξελθών με τον λοιπόν στρατόν δια των Θρακικών πυλών, ώρμησε συγχρόνως κατ’ αυτών. Και ούτω συνέβη, ώστε ένεκα της απροσδοκήτου και αιφνιδίας κινήσεως εκ δύο συγχρόνως μερών, οι Αθηναίοι περιήλθαν εις σύγχυσιν. Και το μεν αριστερόν κέρας αυτών, το διευθυνόμενον προς την Ηιόνα και που είχεν ήδη προχωρήσει προς τα εκεί, αποκοπέν του λοιπού στρατεύματος, ετράπη αμέσως εις φυγήν. Ενώ δ’ ήδη έφευγε τούτο και ο Βρασίδας στραφείς επετίθετο κατά του δεξιού επληγώθη και έπεσε. Οι Αθηναίοι δεν αντελήφθησαν τούτο, αλλ’ οι πλησίον αυτού ευρισκόμενοι στρατιώται τον εσήκωσαν και τον μετέφεραν εις την πόλιν. Το δεξιόν των Αθηναίων αντείχε καλλίτερον. Και ο μεν Κλέων, ο οποίος ευθύς εξ αρχής δεν είχε σκοπόν ν αντισταθή ετράπη αμέσως εις φυγήν, αλλά Μυρκίνιος πελταστής τον επρόφθασε και τον εφόνευσε. Οι οπλίται όμως, συγκεντρωθέντες επί του λόφου, απέκρουσαν τον Κλεαρίδαν, μολονότι επετέθη κατ’ αυτών δίς ή τρίς, και τότε μόνον υπεχώρησαν, όταν το ιππικόν των Μυρκινίων και των Χαλκιδέων και οι πελτασταί, περικυκλώσαντες και βάλλοντες αυτούς δι’ ακοντίων, τους έτρεψαν εις φυγήν. Και τότε πλέον η φυγή εγενικεύθη εις όλον τον Αθηναϊκόν στρατόν, και όσοι δεν εφονεύθησαν αμέσως κατά την συμπλοκήν ή κατά την επακολουθήσασαν καταδίωξιν υπό του Χαλκιδικού ιππικού και των πελταστών, έφθασαν μετά μεγάλης δυσκολίας εις την Ηιόνα, κατόπιν πολλών περιπλανήσεων δια μέσου των ορέων. Ο Βρασίδας μετεφέρθη ασφαλώς εκ του πεδίου της μάχης εντός της πόλεως. Ανέπνεεν ακόμη και ημπόρεσε ν’ αντιληφθή ότι ο στρατός του ενίκησεν αλλά μετ’ ολίγον εξέπνευσε. Ο λοιπός στρατός, επιστρέφων μετά του Κλεαρίδα εκ της καταδιώξεως, εσκύλευσε τους νεκρούς και έστησε τρόπαιον.

11. Μετά τούτο, ετάφη ο Βρασίδας εντός της πόλεως, απέναντι της σημερινής Αγοράς. Εις τον νεκρόν αυτού απεδόθησαν δημοτελείς τιμαί και όλος ο συμμαχικός στρατός ηκολούθησεν ένοπλος την ταφήν. Οι Αμφιπολίται περιέβαλαν το μνήμα του δια κιγκλιδώματος και μέχρι σήμερον προσφέρουν θυσίας εις αυτόν ως εις ήρωα, και εγκατέστησαν προς τιμήν του αγώνας και ιεράς κατ’ έτος τελετάς. Ανέθεσαν επίσης εις αυτόν την πόλιν των, ανακηρύξαντες αυτόν ιδρυτήν αυτής, κατεδαφίσαντες τα οικοδομήματα του Άγνωνος και εξαφανίσαντες κάθε τι που ημπορούσε να υπενθυμίζη εις το μέλλον την υπό τούτου ίδρυσιν της αποικίας. Διότι ενόμισαν ότι ο Βρασίδας υπήρξε σωτήρ των, και ακόμη διότι υπό τας παρούσας περιστάσεις, εκ φόβου προς τους Αθηναίους, επεδίωκαν την διατήρησιν της συμμαχίας προς τους Λακεδαιμονίους, ενώ ένεκα της προς τους Αθηναίους εχθρότητός των η απονομή των τιμών τούτων εις τον Άγνωνα ούτε συμφέρουσα ήτο εις αυτούς, ούτε ευχάριστος εις εκείνον. Απέδωκαν εις τους Αθηναίους τους νεκρούς των, ανελθόντας εις εξακοσίους, ενώ εκ μέρους των έπεσαν μόνον επτά. Διότι δεν έλαβε χώραν μάχη εκ παρατάξεως, αλλ’ η συμπλοκή υπήρξεν αποτέλεσμα απροβλέπτου περιστάσεως, και οι Αθηναίοι είχαν καταληφθή υπό πανικού, πριν ακόμη αρχίση αυτή. Μετά την ανακομιδήν των νεκρών, οι Αθηναίοι απέπλευσαν εις τα ίδια, ενώ ο Κλεαρίδας και οι μετ’ αυτόν έμειναν, όπως ρυθμίσουν τα πράγματα της Αμφιπόλεως.
12. Κατά τον αυτόν περίπου χρόνον, και περί το τέλος του θέρους, οι Λακεδαιμόνιοι Ραμφίας, Αυτοχαρίδας και Επικυλίδας ήσαν καθ’ οδόν, φέροντες εις τας πόλεις της Χαλκιδικής επικουρίας εννεακοσίων οπλιτών. Φθάσαντες δε εις Ηράκλειαν της Τραχίνος, ενησχολήθησαν όπως διευθετήσουν τα μη καλώς έχοντα εκεί. Και ενώ ακόμη διέτριβαν εκεί, συνέβη η μάχη της Αμφιπόλεως. Και το θέρος ετελείωσε.
13.
Οι Λακεδαιμόνιοι εις τα ίδια
Επελθόντος του χειμώνος, ο Ραμφίας και οι μετ’ αυτού επροχώρησαν μέχρι του Πιερίου της Θεσσαλίας. Αλλ’ επειδή οι Θεσσαλοί δεν τους επέτρεπαν να προχωρήσουν περαιτέρω, και επί πλέον ο Βρασίδας, προς τον οποίον έφεραν τας ενισχύσεις, είχεν αποθάνει, επέστρεψαν εις τα ίδια. Εθεώρησαν ότι η ευκαιρία δια την εκστρατείαν είχε παρέλθει, αφού οι Αθηναίοι, συνεπεία της ήττης των, είχαν ήδη απέλθει, και αυτοί δεν ήσαν εις θέσιν να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι τα μεγάλα σχέδια του Βρασίδα. Αλλ’ ο κύριος λόγος της επιστροφής των ήτο ότι εγνώριζαν, όταν ανεχώρησαν, ότι οι Λακεδαιμόνιοι έκλιναν έτι μάλλον υπέρ της ειρήνης.

14.
Οι εμπόλεμοι κλίνουν προς διαπραγματεύσεις ειρήνης δια πεντήκοντα έτη
Το γεγονός είναι ότι, μετά την μάχην της Αμφιπόλεως και την εκ Θεσσαλίας επιστροφήν του Ραμφίου, ουδέτερος των εμπολέμων ανέλαβε περαιτέρω πολεμικάς επιχειρήσεις, αλλ’ αμφότεροι έκλιναν μάλλον προς την ειρήνην. Οι μεν Αθηναίοι, διότι είχαν υποστή την σοβαράν ήτταν του Δηλίου και ολίγον ύστερον της Αμφιπόλεως, και επομένως δεν είχαν πλέον εμπιστοσύνην επί την ιδίαν δύναμιν, επί της οποίας στηριζόμενοι είχαν απορρίψει προηγουμένως τας περί ειρήνης προτάσεις, καθόσον επίστευαν ότι μετά την καλήν τύχην που είχαν τότε, η οριστική αυτών επικράτησις ήτο βεβαία. Εφοβούντο, άλλωστε, μήπως πολλαπλασιασθούν αι αποστασίαι των συμμάχων των, θρασυνομένων από τας αποτυχίας των, και μετεμελούντο, διότι δεν συνομολόγησαν ειρήνην μετά τα γεγονότα της Πύλου, ότε η περίστασις ήτο τόσον εύθετος. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, διότι η πορεία του πολέμου είχε διαψεύσει τας προσδοκίας των, ενώ είχαν φαντασθή ότι ερημώνοντες την χώραν των Αθηναίων, θα κατώρθωναν εντός ολίγων ετών να καταρρίψουν την δύναμίν των. Αντί τούτου, είχαν υποστή την συμφοράν της Σφακτηρίας, ομοίαν της οποίας δεν είχεν άλλοτε υποστή η Σπάρτη, η χώρα αυτών υφίστατο τας ληστρικάς επιδρομάς, των οποίων ορμητήριον ήτο η Πύλος και τα Κύθηρα, και οι Είλωτες ηυτομόλουν, υπήρχε δε διαρκής ο φόβος μήπως οι μένοντες επί τόπου, στηριζόμενοι εις τους αυτομολήσαντας, επιχειρήσουν, όπως και προηγουμένως, να ανατρέψουν την τάξιν των πραγμάτων. Συνέπεσε, προς τούτοις, η Τριακονταετής συνθήκη ειρήνης προς τους Αργείους να είναι εις τας παραμονάς της λήξεώς της, και οι Αργείοι ηρνούντο την ανανέωσιν αυτής, εφόσον δεν τους απεδίδετο η Κυνουρία, και οι Λακεδαιμόνιοι εθεώρουν προφανές ότι δεν ημπορούσαν να διεξαγάγουν διμέτωπον πόλεμον κατά τε των Αργείων και των Αθηναίων. Υπώπτευαν, συγχρόνως, ότι μερικοί εκ των Πελοποννησιακών πόλεων θ’ απεσπώντο απ’ αυτούς, δια να ενωθούν με τους Αργείους, όπως πράγματι και συνέβη.

15. Ταύτα αναλογιζόμενοι, έκριναν αμφότεροι οι εμπόλεμοι, αλλά προ πάντων οι Λακεδαιμόνιοι, ότι επεβάλλετο η συνομολόγησις της ειρήνης, διότι οι τελευταίοι επεθύμουν ζωηρώς να ανακτήσουν τους αιχμαλώτους Σφακτηρίας, καθόσον οι εξ αυτών Σπαρτιάται είτε ανήκαν εις τας πρώτας οικογενείας, είτε ήσαν εξ ίσου με αυτούς συγγενείς των αρχόντων της Λακεδαίμονος. Ως εκ τούτου, ήρχισαν αμέσως μετά την αιχμαλωσίαν διαπραγματεύσεις δια την απελευθέρωσίν των. Αλλ’ οι Αθηναίοι, εφ’ όσον η τύχη ήτο ευμενής προς αυτούς, δεν ήθελαν με κανένα τρόπον να δεχθούν ειρήνην υπό όρους δικαίους. Όταν όμως υπέστησαν την ήτταν του Δηλίου, οι Λακεδαιμόνιοι αντελήφθησαν αμέσως ότι θα ήσαν τώρα περισσότερον ευδιάθετοι προς συνεννόησιν, και συνωμολόγησαν την ενιαυσίαν ανακωχήν, κατά την διάρκειαν της οποίας πρέσβεις των δυο εμπολέμων ώφειλαν συναντώμενοι να διαπραγματευθούν την συνομολόγησιν οριστικής ειρήνης.
16. Αλλά μετά την νέαν ήτταν, την οποίαν οι Αθηναίοι έπαθαν εις την Αμφίπολιν, και τον θάνατον του Κλέωνος και του Βρασίδα, οι οποίοι προ πάντων αντέπρατταν κατά της ειρήνης από τα δύο μέρη (ούτος ένεκα των επιτυχιών και της γενικής εκτιμήσεως που του προσεπόριζεν ο πόλεμος, εκείνος διότι ενόμιζεν ότι αποκαθισταμένης της ησυχίας, η μοχθηρία του θα ήτο καταφανεστέρα και αι διαβολαί του ολιγώτερον πιστευταί), οι δύο κυριώτατοι υποστηρικταί της πολιτικής της ειρήνης εις τας δύο πόλεις, ο Πλειστοάναξ, υιός του Παυσανίου, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, και ο Νικίας, υιός του Νικηράτου, ο οποίος ήτο ο ευτυχέστερος στρατηγός της εποχής του, τότε πλέον με μεγαλύτερον παρά ποτέ ζήλον, υπεστήριζαν την πολιτικήν ταύτην. Ο μεν Νικίας, διότι ήθελεν, εφόσον ακόμη δεν είχεν υποστή ατυχίαν τινά, και εξηκολούθει απολαυών της κοινής εκτιμήσεως, να εξασφαλίση οριστικώς την καλήν του τύχην, ν’ αναπαυθή ο ίδιος του λοιπού από τας ταλαιπωρίας του πολέμου και εξασφαλίση εις τους συμπολίτας του ομοίαν ανάπαυσιν, και ν’ αφίση εις τους μεταγενεστέρους το όνομα ανδρός, ο οποίος ουδέποτε καθ’ όλην του την ζωήν έγινεν αιτία βλάβης εις την πόλιν. Διότι ενόμιζεν ότι η καλλιτέρα οδός, δια της οποίας ημπορεί κανείς να επιτύχη τούτο, ήτο να εμπιστεύεται όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην και αποφεύγη τους κινδύνους, και ότι η ειρήνη μόνη εξασφαλίζει από τους κινδύνους. Ο Πλειστοάναξ, εξ άλλου, διότι οι εχθροί του διέβαλλαν αυτόν, εξ αφορμής της επανόδου του εκ της εξορίας, και δεν έπαυαν, οσάκις επήρχετο ατυχία τις, να διεγείρουν τας ανησυχίας της συνειδήσεως των Λακεδαιμονίων, αποδίδοντες αυτήν εις την παράνομον επιστροφήν του. Διότι κατηγόρουν αυτόν και τον αδελφόν του Αριστοκλή ότι παρέπεισαν την Πυθίαν, οσάκις Λακεδαιμόνιοι αντιπρόσωποι ήρχοντο να συμβουλευθούν το μαντείον, να δίδη πάντοτε την εξής απάντησιν: «Ανακαλέσατε εκ της ξένης γης εις την χώραν σας το σπέρμα του ημιθέου υιού του Διός, ειδεμή θ’ αροτριώσετε την γην με αργυράν υνίδα» μέχρις ου επί τέλους η Πυθία, μετά εξορίαν δέκα εννέα ετών, έπεισε τους Λακεδαιμονίους να τον επαναφέρουν με τους ιδίους χορούς και θρησκευτικάς τελετάς, με τας οποίας, αφού έκτισαν την Λακεδαίμονα, ενεθρόνισαν τους πρώτους βασιλείς των. Καθόσον είχεν εξορισθή τότε, λόγω της από την Αττικήν υποχωρήσεώς του, η οποία απεδόθη εις δωροδοκίαν, και κατά την διάρκειαν της εξορίας του εις το όρος Λύκαιον, όπου είχε καταφύγει, διέμενεν, εκ φόβου των Λακεδαιμονίων, εντός οικίας, της οποίας το ήμισυ εκείτο εντός του περιβόλου του ναού του Διός.
17. Δυσφορών λοιπόν δια την διαβολήν ταύτην και νομίζων ότι εν καιρώ ειρήνης, ότε δεν θα συνέβαιναν ατυχήματα, και ότε επί πλέον οι Λακεδαιμόνιοι θ’ ανέκτων τους αιχμαλωτισθέντας συμπολίτας των, δεν θα εξετίθετο ο ίδιος εις επιθέσεις των εχθρών του, ενώ εφόσον υφίσταται πόλεμος, κάθε αποτυχία παρέχει κατ’ ανάγκην αφορμήν διαβολών κατά των πολιτικών ηγετών, επεθύμει διακαώς την συνεννόησιν.
Κατά την διάρκειαν του χειμώνος, διεξήγοντο διαπραγματεύσεις, και προσεγγίζοντος ήδη του έαρος, οι Λακεδαιμόνιοι επέσεισαν την απειλήν πολεμικών παρασκευών δώσαντες οδηγίας εις τας συμμαχικάς πόλεις, όπως ετοιμασθούν δια την ανέγερσιν φρουρίου επί του εδάφους της Αττικής, πιστεύοντες, ότι οι Αθηναίοι θα ήσαν περισσότερον διατεθειμένοι ν’ ακούσουν τας προτάσεις των. Μετά πολλάς, άλλωστε, συνδιασκέψεις και πολλάς απαιτήσεις, προβληθείσας εκατέρωθεν, κατέληξαν εις συμφωνίαν, όπως συνομολογήθη ειρήνη, υπό τον όρον ν’ αποδώση έκαστος των εμπολέμων ό,τι κατέλαβε δια των όπλων. (Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, θα εκράτουν την Νίσαιαν, διότι ότε ανταπήτησαν την απόδοσιν των Πλαταιών, οι Θηβαίοι αντέταξαν ότι κατέλαβαν αυτάς, όχι δια βίας, ούτε δια προδοσίας, αλλά κατόπιν συμφωνίας με τους κατοίκους της πόλεως, και οι Αθηναίοι ανταπήντησαν ότι κατά τον αυτόν τρόπον κατέλαβαν και αυτοί την Νίσαιαν). Οι Λακεδαιμόνιοι τότε συνεκάλεσαν τους συμμάχους των, και πάντες οι λοιποί, πλην των Βοιωτών, των Κορινθίων, των Ηλείων και των Μεγαρέων, οι οποίοι δεν ενέκριναν τας μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αθηναίων συνεννοήσεις, εψήφισαν υπέρ του τερματισμού του πολέμου. Και ούτω συνωμολογήθη τελικώς η επομένη πρώτη ειρήνη και επεκυρώθη δι’ όρκων και σπονδών, των Λακεδαιμονίων δεσμευθέντων προς τους Αθηναίους και τούτων προς τους Λακεδαιμονίους.

18.
Tο κείμενον της υπογραφείσης συνθήκης είρήνης
«Οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι αμφοτέρων συνωμολόγησαν υπό τους επομένους όρους ειρήνην, δια την τήρησιν της οποίας εκάστη πόλις ωρκίσθη ιδιαιτέρως.
(1) «Πας ο βουλόμενος έχει το δικαίωμα να μεταβαίνη αφόβως δια ξηράς ή δια θαλάσσης εις τους εθνικούς ναούς, δια να προσφέρη θυσίας, να συμβουλεύεται το μαντείον ή ν’ αντιπροσωπεύη την χώραν του κατά τα πατροπαράδοτα έθιμά του.
(2) «Ο ναός και ο ιερός περίβολος του Απόλλωνος εις τους Δελφούς ως και οι κάτοικοι των Δελφών θα είναι ανεξάρτητοι, έχοντες την ελεύθερον διάθεσιν των προσόδων των και τα ίδια αυτών δικαστήρια δια τας αφορώσας αυτούς προσωπικάς ή κτηματικάς διαφοράς, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα.
(3) «Η ειρήνη μεταξύ των Αθηναίων και των συμμάχων των αφ’ ενός, και των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των αφ’ ετέρου, θα ισχύση δια πενήντα έτη κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, αδόλως και αβλαβώς.
(4) «Δεν επιτρέπονται με κανένα τρόπον και υπό ουδεμίαν πρόφασιν εχθροπραξίαι, ούτε εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των κατά των Αθηναίων και των συμμάχων των, ούτε εκ μέρους των Αθηναίων και των συμμάχων των κατά των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των. Εάν αναφυή διαφορά τις των μεν προς τους δε, θα λύεται δια της δικαστικής οδού και της επιβολής όρκων, καθ’ οιονδήποτε τρόπον ήθελαν περί τούτου μείνει σύμφωνοι.
(5) «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των θ’ αποδώσουν την Αμφίπολιν εις τους Αθηναίους. Εις τους κατοίκους των πόλεων, των παραδιδομένων υπό των Λακεδαιμονίων εις τους Αθηναίους, επιτρέπεται ν’ απέλθουν οπουδήποτε θέλουν, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει. Αι πόλεις αυταί θα είναι ανεξάρτητοι, υπό τον όρον της καταβολής του ενιαυσίου φόρου, ο οποίος είχε προσδιορισθή επί Αριστείδου, και δεν επιτρέπεται εις τους Αθηναίους και εις τους συμμάχους των να επιχειρούν εχθροπραξίας κατ αυτών, εφόσον καταβάλλουν τον φόρον, από της ημέρας της αποκαταστάσεως της ειρήνης. Αι περί ων ο λόγος πόλεις είναι η Άργιλος, τα Στάγειρα, η Άκανθος, η Σκώλος, η Όλυνθος, η Σπάρτωλος, και δεν θα είναι σύμμαχοι ούτε των Λακεδαιμονίων, ούτε των Αθηναίων. Αλλ’ εάν οι Αθηναίοι πείσουν τας πόλεις αυτάς να γίνουν σύμμαχοί των εξ ελευθέρας αυτών προαιρέσεως, επιτρέπεται εις τούτους να τας δεχθούν.
(6) «Οι Μηκυβερναίοι, οι Σαναίοι και οι Σίγγιοι θα κατοικούν τας πόλεις των, υφ’ ους όρους κατοικούν τας ιδικάς των οι Ολύνθιοι και οι Ακάνθιοι.
(7) «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των θ’ αποδώσουν εις τους Αθηναίους το Πάνακτον. Οι Αθηναίοι θ’ αποδώσουν εις τους Λακεδαιμονίους το Κορυφάσιον, τα Κύθηρα, τα Μέθανα, τον Πτελεόν και την Αταλάντην. Οι Αθηναίοι θ’ απολύσουν τους Λακεδαιμονίους, τους κρατουμένους εις τας φυλακάς των Αθηνών ή άλλου τινός μέρους, υποκειμένου εις την ηγεμονίαν των Αθηναίων. Θ’ αφίσουν επίσης ελευθέρους τους εις την Σκιώνην πολιορκουμένους Πελοποννησίους και τους άλλους εκεί συμμάχους των Λακεδαιμονίων και όσους απέστειλεν εκεί ο Βρασίδας, καθώς επίσης και κάθε σύμμαχον των Λακεδαιμονίων, ο οποίος τυχόν κρατείται εις τας φυλακάς των Αθηνών ή αλλού τινός μέρους, υποκειμένου εις την Αθηναϊκήν ηγεμονίαν. Κατά τον αυτόν τρόπον, θ’ αποδώσουν και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των όσους κρατούν Αθηναίους και συμμάχους αυτών.
(8) «Ως προς την Σκιώνην, την Τορώνην, την Σερμυλίαν, και κάθε άλλην πόλιν υπό την εξουσίαν των Αθηναίων, ούτοι δικαιούνται ν’ αποφασίσουν περί αυτών, ως και περί πάσης άλλης πόλεως υπό την εξουσίαν των, κατά το δοκούν.
(9) «Οι Αθηναίοι θα δεσμευθούν δι’ όρκων απέναντι των Λακεδαιμονίων και εκάστης των συμμάχων πόλεών των χωριστά. Ο όρκος θα δοθή υπό δέκα επτά αντιπροσώπων εκάστης πόλεως, κατά τον τύπον, ο οποίος θεωρείται επισημότατος εις εκάστην εξ αυτών. Ο δοθησόμενος όρκος θα έχη ως εξής : «Υπόσχομαι να τηρήσω τας διατάξεις της συνθήκης και ειρήνης ταύτης μετά δικαιοσύνης και ευθύτητος». Με τον αυτόν όρκον θα δεσμευθούν και οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των απέναντι των Αθηναίων. Ο όρκος ούτος θ’ ανανεώνεται κατ’ έτος υπό των δύο μερών.
(10) «Η παρούσα συνθήκη θ’ αναγραφή εις στήλας, αι οποίαι θα στηθούν εις την Ολυμπίαν, τους Δελφούς, τον Ισθμόν, την Ακρόπολιν των Αθηνών, και τον ναόν του Αμυκλαίου Απόλλωνος, εις την Λακεδαίμονα.
(11) «Εάν ελησμονήθη τι περί οιουδήποτε ζητήματος εκ μέρους του ενός ή του άλλου των συμβαλλομένων, δεν θα θεωρηθή ασυμβίβαστον προς τον δοθέντα όρκον, όπως κατόπιν συζητήσεως μετ’ ευθύτητος διεξαγομένης, επέλθουν εις την συνθήκην οιαιδήποτε αλλαγαί, περί των οποίων θα έμεναν σύμφωνοι Αθηναίοι και Λακεδαιμόνιοι συγχρόνως.

19. «Η ισχύς της συνθήκης αρχίζει την εικοστήν εβδόμην ημέραν του μηνός Αρτεμισίου, εφόρου όντος εις την Λακεδαίμονα του Πλειστόλα, και την εικοστήν πέμπτην ημέραν του μηνός Ελαφηβολιώνος, άρχοντος όντος εις τας Αθήνας του Αλκαίου. Οι επόμενοι ωρκίσθησαν και επεκύρωσαν την συνθήκην: Εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, οι Πλειστοάναξ, Άγις, Πλειστόλας, Δαμάγητος, Χίονις, Μεταγένης, Άκανθος, Δάϊθος, Ισχαγόρας, Φιλοχαρίδας, Ζευξίδας, Άντιππος, Τέλλις, Αλκινάδας, Εμπεδίας, Μηνάς και Λάφιλος. Εκ μέρους δε των Αθηναίων, οι εξής: οι Λάμπων, Ισθμιόνικος, Νικίας, Λάχης, Ευθύδημος, Προκλής, Πυθόδωρος, Άγνων, Μυρτίλος, Θρασυκλής, Θεαγένης, Αριστοκράτης, Ιώλκιος, Τιμοκράτης, Λέων, Λάμαχος και Δημοσθένης».
20.
Η χρονολόγησις των γεγονότων του πολέμου των δέκα ετών
Η συνθήκη αυτή συνωμολογήθη κατά το τέλος τον χειμώνος και την αρχήν ακριβώς του έαρος, ευθύς μετά την εορτήν των αστικών Διονυσίων, δέκα ακριβώς έτη και ολίγας ημέρας μετά την πρώτην εις την Αττικήν εισβολήν και την έναρξιν του πολέμου τούτου. Προς υπολογισμόν του διαρρεύσαντος
χρονικού διαστήματος, πρέπει ν’ αποβλέψη τις εις την φυσικήν διαίρεσιν του χρόνου, και να μη εμπιστευθή μάλλον εις τους καταλόγους των διαχειριζομένων αρχήν τίνα ή περιβεβλημένων άλλο τι δημόσιον αξίωμα, των οποίων τα ονόματα χρησιμοποιούνται εις τας διαφόρους πόλεις, προς προσδιορισμόν της χρονολογίας παρελθόντων γεγονότων. Διότι δια του τρόπου τούτου του υπολογισμού δεν προσδιορίζεται ακριβώς εάν γεγονός τι συνέβη εις την αρχήν ή το μέσον ή άλλο τι ωρισμένον χρονικόν σημείον της διαρκείας της αρχής, ή του αξιώματος των εν λόγο λειτουργών. Ενω, εάν αριθμή τις, ως εγώ εις την παρούσαν ιστορίαν, κατά θέρη και χειμώνας, υπολογίζων έκαστον θέρος και έκαστον χειμώνα ως ισοδυναμούντα προς ήμισυ έτος, θα εύρη ότι ο πρώτος ούτος πόλεμος διήρκεσε δέκα θέρη και δέκα χειμώνας.

21.
Δυσκολίαι περί την εφαρμογήν της συνθήκης
Επειδή ο κλήρος απεφάσισεν ότι οι Λακεδαιμόνιοι πρώτοι θ’ απέδιδαν τας πόλεις ή θέσεις, τας οποίας κατείχον, απέλυσαν αμέσως τους κρατουμένους υπ’ αυτών αιχμαλώτους, και πέμψαντιες πρέσβεις εις Χαλκιδικήν, τον Ισχαγόραν, τον Μηνάν και τον Φιλοχαρίδαν, παρήγγειλαν εις τον Κλεαρίδαν να παραδώση εις τους Αθηναίους την Αμφίπολιν, και εις τους άλλους συμμάχους να συμμορφωθούν με τας διατάξεις της συνθήκης, τας αφορώσας έκαστον εξ αυτών. Αλλ’ ούτοι ηρνούντο να συμμορφωθούν, θεωρούντες τας διατάξεις ταύτας ασυμφόρους. Και ο Κλεαρίδας, χαριζόμενος εις τους Χαλκιδείς, δεν παρέδωκε την πόλιν, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε την δύναμιν να το πράξη εναντίον της θελήσεως τιούτων. Συνοδευόμενος δε υπό απεσταλμένων των εν λόγω συμμάχων, ήλθεν ο ίδιος εσπευσμένως εις την Λακεδαίμονα, και δια ν’ απολογηθή, εάν οι περί τον Ισχαγόραν τον κατηγόρουν επί απειθεία, και διότι ήθελε να εξακριβώση, εάν ήτο ακόμη δυνατή μεταβολή των σχετικών διατάξεων της συνθήκης. Αλλ’ εύρων ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν ήδη οριστικώς δεσμευθή, επέστρεψε και πάλιν εσπευσμένως, σταλείς υπό των Λακεδαιμονίων, με την εντολήν να παραδώση την Αμφίπολιν, ει δυνατόν, ειδεμή, ν’ αποσύρη τουλάχιστον τας Πελοποννησιακάς δυνάμεις εξ αυτής.
22.
Συνθήκη συμμαχίας Αθηναίων και Λακεδαιμονίων
Οι πρέσβεις των άλλων συμμάχων έτυχε να ευρίσκονται ακόμη εις την Λακεδαίμονα, και οι Λακεδαιμόνιοι συνίστων την αποδοχήν της συνθήκης εις όσους εξ αυτών δεν είχαν εγκρίνει ακόμη την συνομολόγησίν της. Αλλ’ ούτοι, με την αυτήν πρόφασιν, δια την οποίαν απέκρουσαν αυτήν εξ αρχής, εδήλωσαν ότι δεν θα την δεχθούν εάν δεν επιτύχουν δικαιοτέρους όρους. Βλέποντες δ’ ότι δεν επείθοντο, οι Λακεδαιμόνιοι τους άφισαν ν’ αναχωρήσουν, και προέβησαν αυτοί εις συνομολόγησιν συμμαχίας προς τους Αθηναίους. Διότι επείσθησαν ήδη, ότι οι Αργείοι, των οποίων αι διαθέσεις είχαν εκδηλωθή δια της αρνήσεώς των ν’ ανανεώσουν την συνθήκην, της οποίας την ανανέωσιν είχαν ζητήσει οι αποσταλέντες προς τούτο πρέσβεις Αμπελίδας και Λίχας, μη έχοντες την υποστήριξιν των Αθηναίων, δεν θα ήσαν καθ’ εαυτούς επικίνδυνοι, και ότι οι λοιποί Πελοποννήσιοι ήτο πιθανώτερον να μείνουν ήσυχοι, διότι τους απεκλείετο ήδη η μετά των Αθηναίων συμμαχία, προς την οποίαν, άλλως, προφανώς θα προσεχώρουν. Ως εκ τούτου, επειδή οι πρέσβεις των Αθηναίων ευρίσκοντο εις την Λακεδαίμονα, προήλθαν εις διαπραγματεύσεις προς αυτούς, συνεφώνησαν και συνομολόγησαν την επομένην συμμαχίαν, βεβαιωθείσαν δι’ όρκου.
23. «Οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι συνομολογούν συμμαχίαν πενήντα ετών υπό τους επομένους όρους:
(ί) <Εάν εχθρός τις εισβάλη εις το έδαφος των Λακεδαιμονίων και προξενή εις αυτούς ζημίας, οι Αθηναίοι οφείλουν να βοηθούν τους Λακεδαιμονίους με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Αλλ’ εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν, απέλθη, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι θα θεωρούν αυτόν ως κοινόν εχθρόν, θα διεξαγάγουν κατ’ αυτού τον πόλεμον από κοινού, και μόνον από κοινού θα συνομολογήσουν μετ’ αυτού ειρήνην. Αι υποχρεώσεις αύται θα εκτελεσθούν μετά δικαιοσύνης, προθυμίας και ευθύτητος.
(2) «Εαν εχθρός τις εισβάλη εις το έδαφος των Αθηναίων και προξενή εις αυτούς ζημίας, οι Λακεδαιμόνιοι, οφείλουν να βοηθούν τους Αθηναίους με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Αλλ’ εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν απέλθη, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι θα θεωρούν αυτόν ως κοινόν εχθρόν, θα διεξαγάγουν κατ’ αυτού τον πόλεμον από κοινού, και μόνον από κοινού θα συνομολογήσουν μετ’ αυτού ειρήνην. Αι υποχρεώσεις αύται θα εκτελεσθούν μετά δικαιοσύνης, προθυμίας και ευθύτητος.
(3) «Εάν οι Είλωτες επαναστατήσουν, οι Αθηναίοι θα βοηθήσουν τους Λακεδαιμονίους με όλας των τας δυνάμεις και δι’ όλων των δυνατών μέσων.
(4) «Ο όρκος δια την παρούσαν συνθήκην θα δοθή δια των αντιπροσώπων των δύο μερών, οι οποίοι υπέγραψαν και την άλλην συνθήκην. Ο όρκος θ’ ανανεώνεται κατ’ έτος υπό αντιπροσώπων των Λακεδαιμονίων, μεταβαινόντων εις Αθήνας, κατά την εορτήν των Διονυσίων, και αντιπροσώπων των Αθηναίων, μεταβαινόντων εις Λακεδαίμονα, κατά την εορτήν των Υακυνθίων.
(5) «Η συνθήκη θ’ αναγραφή εις δύο στήλας, εκ των οποίων η μία θα στηθή εις τον ναόν του Αμυκλαίου Απόλλωνος, εις την Λακεδαίμονα και η άλλη εις τον ναόν της Αθηνάς, επί της Ακροπόλεως των Αθηνών.
(6) «Εάν οι Λακειδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι συμφωνήσουν να προσθέσουν εις την συμμαχίαν ταύτην ή ν’ αφαιρέσουν απ’ αυτής ό,τι δήποτε, επιτρέπεται να το κάμουν, χωρίς τούτο να θεωρηθή ασυμβίβαστον προς τον δοθέντα όρκον.
24. «Οι επόμενοι ωρκίσθησαν δια την συμμαχίαν ταύτην: Εκ μέρους μεν των Λακεδαιμονίων οι Πλειστοάναξ, Άγις, Πλειστόλας, Δαμάγητος, Χίονις, Μεταγένης, Άκανθος, Δάϊθος, Ισχαγόρας, Φιλοχαρίδας, Ζευξίδας, Άντππος, Αλκινάδας,, Τέλλις Εμπεδίας, Μήνας και Λάφιλος. Εκ μέρους δε των Αθηναίων οι Λάμπων, Ισθμιόνικος, Λάχης, Νικίας, Ευθύδημος, Προκλής, Πυθόδωρος, Άγνων, Μυρτίλος, Θρασυκλής, Θεαγένης, Αριστροκράτης, Ιώλκιος, Τιμοκράτης, Λέων, Λάμαχος και Δημοσθένης».
Τέλος του άνευ διακοπής δεκαετούς πολέμου
Η συμμαχία αυτή συνωμολογήθη ολίγον μετά την συνθήκην της ειρήνης, και συγχρόνως απέδωσαν οι Αθηναίοι προς τους Λακεδαιμονίους τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας. Το θέρος του ενδεκάτου έτους ήρχιζεν ήδη. Και ούτω συμπληρούται η συγγραφή της ιστορίας του πρώτου πολέμου, ο οποίος διεξήχθη κατά τα δέκα ταύτα έτη άνευ διακοπής.
Έτος 11ον : 421 – 420 π.Χ.
25.
Οι Κορίνθιοι επιζητούν διατάραξιν των συμφωνηθέντων
Μετά την συνθήκην της ειρήνης και την συμμαχίαν, αι οποίαι συνωμολογήθησαν μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, κατά το τέλος του Δεκαετούς πολέμου, ότε ο Πλειστόλας ήτο πρώτος έφορος εις την Σπάρτην, και ο Αλκαίος επώνυμος άρχων εις τας Αθήνας, όσοι μεν ενέκριναν την συνθήκην ευρίσκοντο ήδη εις κατάστασιν ειρήνης, αλλ’ οι Κορίνθιοι και μερικαί άλλαι Πελοποννησιακαί πόλεις εζήτουν να διαταράξουν τα συμφωνηθέντα. Και ούτως ευθύς μετ’ ολίγον, νέαι πολιτικαί ανωμαλίαι προεκλήθησαν μεταξύ των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των, και συγχρόνως, προϊόντος του χρόνου, οι Λακεδαιμόνιοι έγιναν ύποπτοι προς τους Αθηναίους, ως εκ της μη εκτελέσεως μερικών εκ των διατάξεων της συνθήκης. Επί εξ έτη και δέκα μήνας, αι δύο πόλεις απέσχον από πάσαν επιδρομήν του εδάφους αλλήλων, κατ’ άλλους τρόπους όμως έβλαπταν ο εις τον άλλον όσον περισσότερον ημπορούσαν, κατά την διάρκειαν της αβεβαίας αυτής ανακωχής. Έπειτα όμως ηναγκάσθησαν να διαρρήξουν την μετά τα δέκα έτη συνομολογηθείσαν συνθήκην ειρήνης, και περιήλθαν και πάλιν εις κατάστασιν απροκαλύπτου πολέμου.

26.
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος διήρκεσεν 27 έτη
Ο αυτός Θουκυδίδης ο Αθηναίος έγραψε και την ιστορίαν των γεγονότων τούτων κατά την σειράν που έλαβαν ταύτα χώραν καθ’ έκαστον θέρος και χειμώνα, μέχρις ότου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των κατέλυσαν την Αθηναϊκήν ηγεμονίαν και κατέλαβαν τα Μακρά Τείχη και τον Πειραιά. Μέχρι του γεγονότος τούτου, ο πόλεμος διήρκεσεν είκοσι επτά το όλον έτη. Και εάν τις υποστηρίζη ότι το μεταξύ διάστημα της ανακωχής δεν πρέπει να θεωρήται πόλεμος, πλανάται. Διότι, αν εξετάση μετά προσοχής τα γεγονότα της περιόδου ταύτης, όπως εκτίθενται, θα βεβαιωθή ότι δυσκόλως δύναται αυτή να χαρακτηρισθή ως ειρήνη, αφού κατ’ αυτήν ούτε απέδωκαν, ούτε έλαβαν πάντα όσα δια της συνθήκης είχαν συμφωνηθή, και εκτός τούτου, κατά τον Μαντινειακόν και τον Επιδαύριον πόλεμον και εις άλλας περιστάσεις, έγιναν παραβιάσεις της συνθήκης εκ μέρους και των δύο, ενώ η στάσις των συμμάχων της Χαλκιδικής ήτο όχι ολιγώτερον εχθρική προς τους Αθηναίους, και μεταξύ Βοιωτών και Αθηναίων ίσχυεν ανακωχή, η οποία ανενεούτο κατά δεκαήμερον. Εις τρόπον ώστε, προσθέτων τις τον πρώτον Δεκαετή πόλεμον και την μετ’ αυτόν αμφίβολον ανακωχήν και την επακολουθήσασαν επανάληψιν των εχθροπραξιών θα εύρη υπολογίζων, κατά την φυσικήν διαίρεσιν του χρόνου, τόσα ακριβώς έτη, όσα ανέφερα, με προσθήκην ολίγων ημερών. Διότι, εάν εξετάση τις μετά προσοχής πως η περίοδος αυτή διεκόπη υπό πολεμικών επιχειρήσεων, θα εύρη συγχρόνως ότι η περίστασις αυτή είναι η μόνη, κατά την οποίαν οι υποστηρίζοντες τας προβλέψεις των χρησμών επηλήθευσαν. Διότι ενθυμούμαι ότι απ’ αρχής μέχρι τέλους του πολέμου ελέγετο πάντοτε υπό πολλών ότι ούτος έμελλε να διαρκέση τρεις φοράς εννέα έτη. Επέζησα του πολέμου, και καθ’ όλην την διάρκειαν αυτού ήμην, λόγω ηλικίας, ώριμος την κρίσιν, καταβάλλων πάσαν προσπάθειαν όπως εξακριβώνω την αλήθειαν. Μου συνέβη να μείνω εξόριστος εκ της πατρίδος επί είκοσι έτη μετά την υπό την αρχηγίαν μου εκστρατείαν προς σωτηρίαν της Αμφιπόλεως, και γνωρίζων τα πράγματα εξ αμφοτέρων των μερών, ιδίως δε τα των Πελοποννησίων, ένεκα της εξορίας μου, κατώρθωσα να παρακολουθήσω ησύχως και αντιληφθώ καλύτερον την πορείαν των γεγονότων. Και θέλω προβή ήδη εις την έκθεσιν των μετά τα πρώτα δέκα έτη, διαφορών και την εντεύθεν διάρρηξιν της συνθήκης και τα επακολουθήσαντα γεγονότα του πολέμου.
27.
Οι Αργείοι αναλαμβάνουν να συνάψουν συμμαχίαν με πάσαν πόλιν της Ελλάδος εκτός των Αθηνών και της Σπάρτης
Μετά την συνομολόγησιν της Πεντηκονταετούς ειρήνης και της επακολουθησάτης συμμαχίας, οι πρέσβεις, οι οποίοι είχαν προσκληθή χάριν αυτών εκ των άλλων πόλεων της Πελοποννήσου, ανεχώρησαν από την Λακεδαίμονα. Και οι μεν άλλοι επέστρεψαν εις τα ίδια, οι Κορίνθιοι όμως διηυθύνθησαν κατ’ αρχάς εις το Άργος, συνεννοήθησαν με μερικούς εκ των εν τέλει Αργείων, υποστηρίξαντες ότι, αφού οι Λακεδαιμόνιοι συνωμολόγησαν ειρήνην και συμμαχίαν προς τους Αθηναίους, τους μέχρι τούδε χειροτέρους εχθρούς, όχι με καλούς σκοπούς, αλλά προς υποδούλωσιν της Πελοποννήσου, χρέος των Αργείων είναι να εξετάσουν δια ποίων μέσων ημπορεί να σωθή η Πελοπόννησος. Ότι έπρεπε να ψηφίσουν ότι κάθε ανεξάρτητος Ελληνική πόλις, η οποία δέχεται, την διάλυσιν των διαφορών διά διαιτησίας, ημπορεί να συνάψη αμυντικήν μετά των Αργείων συμμαχίαν. Και ότι έπρεπε να εκλέξουν ολιγομελή επιτροπήν, έχουσαν πλήρη εξουσίαν προς διεξαγωγήν των σχετικών διαπραγματεύσεων, ίνα μη διεξάγωνται αύται προς την συνέλευσιν του λαού, ώστε εάν αι προτάσεις τινών απορριφθούν υπό του λαού, η αποτυχία των μη γίνη παγκοίνως γνωστή. Εβεβαίωσαν δε ότι πολλοί θα προσεχώρουν εις την συμαχίαν ταύτην, εκ μίσους προς τους Λακεδαιμονίους. Εκθέσαντες τα επιχειρήματα ταύτα οι Κορίνθιοι, επέστρεψαν εις τα ίδια.
28. Οι Αργείοι άρχοντες, αφού ήκουσαν τας προτάσεις ταύτας, τας ανακοίνωσαν προς τους συναδέλφους των και προς την συνέλευσιν του λαού, η οποία εξέλεξε δωδεκαμελή επιτροπήν, και εξουσιοδότησε αυτήν δια ψηφίσματος, να συνομολογή συμμαχίαν προς πάσαν Ελληνικήν πόλιν, η οποία θα το εζήτει, εκτός των Αθηνών και της Λακεδαίμονος, εκ των οποίων ουδετέρα, ηδύνατο να γίνη δεκτή ως σύμμαχος άνευ ρητής εγκρίσεως της εκκλησίας του λαού. Οι Αργείοι εδείχθησαν τόσον μάλλον ευδιάθετοι ν’ ακολουθήσουν την πολιτικήν ταύτην, καθόσον έβλεπαν, ότι, επικειμένης της λήξεως της μετά των Λακεδαιμονίων συνθήκης των, ο μετ’ αυτών πόλεμος ήτο αναπόφευκτος, και συγχρόνως διότι συνέλαβαν την ελπίδα, ότι θα γίνουν αρχηγοί της Πελοποννήσου. Διότι κατά την εποχήν ταύτην κατεφέροντο υπερβολικά κατά της Λακεδαίμονος, και το γόητρόν της είχε καταπέσει ένεκα των ατυχιών της, ενώ οι Αργείοι ευρίσκοντο εις εξαίρετον υπό πάσαν έποψιν θέσιν, καθόσον δεν συνεμερίσθησαν τα βάρη του πολέμου προς τας Αθήνας, και διατελούντες εις ειρήνην προς τα δυο μέρη εκαρπώθησαν τουναντίον ωφελείας ως εκ τούτου. Ούτω, λοιπόν, οι Αργείοι ήσαν έτοιμοι να δεχθούν εις την συμμαχίαν των πάσαν Ελληνικήν πόλιν, η οποία θα το εζήτει.
29. Πρώτοι οι Μαντινείς και οι σύμμαχοί των προσεχώρησαν εις την συμμαχίαν ταύτην, εκ φόβου των Λακεδαιμονίων. Διότι, διαρκούντος ακόμη του προς τους Αθηναίους πολέμου, οι Μαντινείς είχαν υποτάξει μέρος της Αρκαδίας, και ενόμιζαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν θα τους επέτρεπαν να διατηρήσουν την επ’ αυτού κυριαρχίαν, ήδη οπότε αι χείρες των ήσαν ελεύθεραι. Ώστε προθύμως εστράφησαν προς το Άργος, θεωρούντες αυτό πόλιν ισχυράν, και ανέκαθεν αντίπαλον των Λακεδαιμονίων, και επί πλέον δημοκρατουμένην, όπως και αυτοί. Μετά την απόσπασιν ταύτην των Μαντινέων ήρχισαν και εις τας άλλας πόλεις της Πελοποννήσου να ψιθυρίζουν, ότι πρέπει και αυτοί να τους μιμηθούν, και διότι ενόμιζαν, ότι ούτοι είχαν καλλιτέραν γνώσιν της καταστάσεως, δια να μεταστούν προς τους Αργείους, και συγχρόνως διότι ηγανάκτουν κατά των Λακεδαιμονίων και δι’ άλλους λόγους και ένεκα της ρήτρας της προς τους Αθηναίους ειρήνης, εις την οποίαν είχεν αναγραφή ότι επιτρέπεται, χωρίς τούτο να θεωρηθή ασυμβίβαστον προς τον δοθέντα όρκον, να γίνη εις τας διατάξεις της συνθήκης πάσα προσθαφαίρεσις, περί της οποίας αι δύο πόλεις, Αθήναι και Λακεδαίμων, θα έμεναν σύμφωνοι. Διότι η διάταξις αυτή προ πάντων ενέβαλλε τους Πελοποννησίους εις μεγάλην ταραχήν και εις υποψίαν, μήπως οι Λακεδαιμόνιοι, εκ συμφώνου μετά των Αθηναίων, επιδιώκουν να τους υποδουλώσουν. Διότι ήτο δίκαιον, ισχυρίζοντο, το δικαίωμα της προσθαφαιρέσεως να δοθή από κοινού εις όλους τους συμμάχους. Ώστε ένεκα του φόβου τούτου, οι πολλοί έκλιναν να συνάψουν και αυτοί συμμαχίαν προς τους Αργείους.

30.
Οι Λακεδαιμόνιοι αποστέλλουν πρέσβεις εις την Κόρινθον διά να προλάβουν συμμαχίαν των Κορινθίων προς τους Αργείους
Οι Λακεδαιμόνιοι, αντιληφθέντες την επικράτησιν του γογγυσμού τούτου εις την Πελοπόννησον, και ότι οι Κορίνθιοι και τους άλλους υπεκίνουν και οι ίδιοι επρόκειτο να συμμαχήσουν προς τους Αργείους, έστειλαν πρέσβεις εις την Κόρινθον, θέλοντες να προλάβουν την συμμαχίαν ταύτην. Κατηγόρουν τους Κορινθίους ως υποκινητάς της όλης κινήσεως και ισχυρίζοντο ότι, εάν εγκαταλείψουν αυτούς, δια να προσέλθουν εις την συμμαχίαν των Αργείων, θα εγίνοντο επίορκοι, και ότι άλλωστε από τούδε ήσαν ένοχοι αδικήματος, μη δεχόμενοι την ειρήνην προς τους Αθηναίους, ενώ ωρισμένη διάταξις της μεταξύ αυτών συνθήκης ορίζει ότι η απόφασις της πλειοψηφίας των ομοσπόνδων είναι υποχρεωτική, εφόσον δεν υπάρχει κώλυμα εκ μέρους θεών ή ηρώων. Οι Κορίνθιοι, οι οποίοι είχαν λάβει την πρωτοβουλίαν να προσκαλέσουν προηγουμένως τους συμμάχους, όσοι, όπως αυτοί, είχαν αποδεχθή την μετά των Αθηναίων ειρήνην, αντέκρουσαν τους Λακεδαιμονίους, επί παρουσία αυτών. Και δεν εξέθεσαν μεν φανερά τα αληθή αυτών παράπονα, ότι δηλαδή δεν επέτυχαν ν’ αποδοθή εις αυτούς υπό των Αθηναίων ούτε το Σόλλιον, ούτε το Ανακτόριον, ούτ’ ελύθη άλλο τυχόν ζήτημα, εις το οποίον εθεώρουν ότι τα συμφέροντά των ετέθησαν εις κατωτέραν μοίραν, αλλ’ επρόβαλαν ως πρόσχημα της στάσεώς των, το ότι δεν ημπορούσαν να προδώσουν τους συμμάχους της Χαλκιδικής, προς τους οποίους, και ότε πρώτον απεστάτησαν ούτοι μετά των Ποτειδαιατών, ωρκίσθησαν ιδιωτικούς όρκους, και ακολούθως ανενέωσαν αυτούς επισήμως. Ισχυρίσθησαν, λοιπόν, ότι δεν παραβαίνουν τους προς τους συμμάχους όρκους, αρνούμενοι να λάβουν μέρος εις την ειρήνην προς τους Αθηναίους, διότι, ορκισθέντες προς τους συμμάχους των εις το όνομα των θεών, θα παρέβαιναν τον όρκον των, εάν τους επρόδιδαν. Πράγματι, η διάταξις της συνθήκης ορίζει, «εφόσον δεν υπάρχει κώλυμα εκ μέρους θεών ή ηρώων», και εις αυτούς τουλάχιστον ο δοθείς υπ’ αυτών όρκος εφαίνετο ότι ήτο κώλυμα εκ θεού. Και ως προς μεν τους παλαιούς όρκους εθεώρησαν ότι τα επιχειρήματα ταύτα ήσαν αρκετά. Αλλ’ όσον αφορά την συμμαχίαν προς τους Αργείους εδήλωσαν ότι, αφού συνεννοηθούν μετά των φίλων των, θα κάμουν ό,τι είναι δίκαιον. Και οι μεν πρέσβεις των Λακεδαιμονίων επέστρεψαν εις τα ίδια. Αλλ’ έτυχε να ευρίσκωνται κατά τον αυτόν χρόνον πρέσβεις των Αργείων εις την Κόρινθον, οι οποίοι επίεζαν τους Κορινθίους να εισέλθουν εις την συμμαχίαν άνευ αναβολής. Ούτοι όμως τους προσεκάλεσαν να έλθουν εις την προσεχή συνέλευσίν των.
31.
Συμμαχία μεταξύ των Ηλείων, των Αργείων και των Κορινθίων
Ολίγον ύστερον, ήλθαν και πρέσβεις των Ηλείων, οι οποίοι, αφού πρότερον συνομολόγησαν συμμαχίαν προς τους Κορινθίους, ανεχώρησαν κατόπιν εκείθεν εις το Άργος και συνομολόγησαν και με τους Αργείους συμμαχίαν, κατά τον προδιαγεγραμμένον υπό τούτων τρόπον. Διότι μεταξύ Ηλείων και Λακεδαιμονίων υπήρχε διαφορά εξ αφορμής του Λεπρέου, διότι, όταν ποτέ Αρκαδικαί τίνες φυλαί ευρίσκοντο εις πόλεμον προς τους Λεπρεάτας, οι τελευταίοι εζήτησαν την συμμαχίαν και βοήθειαν των Ηλείων, υποσχεθέντες να εκχωρήσουν προς αυτούς ως αντάλλαγμα το ήμισυ του εδάφους των. Μετά το πέρας δε του πολέμου, οι Ηλείοι, επιτρέψαντες εις τους Λεπρεάτας να κρατήσουν το εν λόγω έδαφος, επέβαλαν εις αυτούς, αντί τούτου, την καταβολήν ετησίας εισφοράς ενός ταλάντου εις τον εν Ολυμπία ναόν του Διός. Η εισφορά αυτή κατεβάλλετο μέχρι του κατά των Αθηνών πολέμου, αλλά προφασιζόμενοι τον πόλεμον, οι Λεπρεάται έπαυσαν την περαιτέρω καταβολήν αυτής και επειδή οι Ηλείοι ήρχισαν λαμβάνοντες καταναγκαστικά κατ’ αυτών μέτρα, κατέφυγαν προς τους Λακεδαιμονίους. Η λύσις της διαφοράς ανετέθη από κοινού εις τούτους ως διαιτητάς, αλλ’ οι Ηλείοι, υποπτευθέντες ότι δεν θα τύχουν αμερολήπτου κρίσεως εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, παρητήθησαν της διαιτησίας και ήρχισαν ερημώνοντες την γην των Λεπρεατών. Οι Λακεδαιμόνιοι, ουχ ήττον, εδίκασαν την υπόθεσιν και απεφάσισαν, ότι οι Λεπρεαται ήσαν ανεξάρτητοι και ότι οι Ηλείοι ήσαν εν τω αδίκω. Και επειδή οι τελευταίοι είχαν παραιτηθή μονομερώς της διαιτησίας, έστειλαν εις τον Λέπρεον φρουράν οπλιτών. Οι Ηλείοι, εν τούτοις, κρίνοντες ότι οι Λακεδαιμόνιοι παρείχαν την προστασίαν των εις πόλιν, η οποία είχεν αποστατήσει από αυτούς, επεκαλούντο την διάταξιν της συνθήκης, η οποία ώριζεν ότι όσα έκαστος των ομοσπόνδων είχε προ του πολέμου εναντίον των Αθηναίων, θα διετήρει και μετά το πέρας αυτού, και θεωρούντες εαυτούς αδικουμένους, μετέστησαν προς τους Αργείους, και συνομολόγησαν και αυτοί συμμαχίαν μετ’ αυτών, κατά τον προδιαγεγραμμένον υπό τούτων τρόπον. Ευθύς μετ’ αυτούς, έγιναν σύμμαχοι των Αργείων και οι Κορίνθιοι και αι πόλεις της Χαλκιδικής. Αλλ’ οι Βοιωτοί και οι Μεγαρείς, αν και συμμεριζόμενοι τας απόψεις των, ηρνήθησαν εκ συμφώνου να τους ακολουθήσουν, διότι οι Λακεδαιμόνιοι τους επεριποιούντο ιδιαιτέρως, και διότι εθεώρουν ότι το δημοκρατικόν πολίτευμα του Άργους ήτο ολιγώτερον ευνοϊκόν δι’ αυτούς, οι οποίοι ωλιγαρχούντο, από το πολίτευμα της Λακεδαίμονος.
32.
Οι Αργείοι και οι Κορίνθιοι κινούνται εις άλλας πόλεις προς επέκτασιν της συμμαχίας των
Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους και περί την αυτήν εποχήν, οι Αθηναίοι, εξαναγκάσαντες τους Σκιωναίους δια πολιορκίας να παραδοθούν, εθανάτωσαν τους άνδρας, υπέβαλαν δε εις τάξιν δούλων τα γυναικόπαιδα, και παρεχώρησαν την χώραν εις τους Πλαταιείς, προς εγκατάστασιν. Και τους Δηλίους επανέφεραν εις την Δήλον, επηρεασθέντες εις τούτο από τας συμφοράς, τας οποίας είχαν υποστή τελευταίως εις τας μάχας, και συμμορφούμενοι προς χρησμόν του Μαντείου των Δελφών. Συγχρόνως, οι Φωκείς και οι Λοκροί περιήλθαν εις πόλεμον. Οι Κορίνθιοι και οι Αργείοι, όντες ήδη σύμμαχοι, ήλθαν εις την Τεγέαν, επιδιώκοντες ν’ αποσπάσουν αυτήν από τους Λακεδαιμονίους, διότι ενόμιζαν ότι, εάν κατώρθωναν να προσεταιρισθούν τόσον σπουδαίον τμήμα της Πελοποννήσου, θα είχαν αυτήν μετ’ ολίγον ολόκληρον. Αλλ’ επειδή οι Τεγεάται εδήλωσαν ότι δεν εννοούν να περιέλθουν εις αντίθεσιν προς τους Λακεδαιμονίους, η ισχυρογνωμοσύνη των Κορινθίων, οι οποίοι μέχρι τούδε είχαν επιδιώξει μετά πολλού ζήλου την πραγματοποίησιν του σχεδίου των, ήρχισε χαλαρουμένη, και σοβαρώς εφοβήθησαν ούτοι μήπως κανείς άλλος δεν προσέλθη του λοιπού προς αυτούς. Εν τούτοις έστειλαν πρέσβεις προς τους Βοιωτούς και παρεκάλουν να προσέλθουν εις την μετά των Αργείων συμμαχίαν των και γενικώς ν’ ακολουθούν οι τρεις κοινήν πολιτικήν. Συγχρόνως εζήτουν από αυτούς να τους συνοδεύσουν εις τας Αθήνας και τους βοηθήσουν να επιτύχουν δεκαήμερον ανακωχήν, ομοίαν με εκείνην που είχαν συνάψει οι Αθηναίοι και οι Βοιωτοί ολίγον μετά την συνομολόγησιν της Πεντηκονταετούς ειρήνης. Εάν δ’ οι Αθηναίοι δεν εδέχοντο, τότε εζήτουν από τους Βοιωτούς να καταγγείλουν την ιδικήν των ανακωχήν και του λοιπού να μη συνάψουν προς τους Αθηναίους συνθήκην, προσωρινήν ή οριστικήν, ειμή από κοινού. Κατόπιν της αιτήσεως ταύτης των Κορινθίων, οι Βοιωτοί συνέστησαν προς αυτούς να έχουν υπομονήν, όσον αφορά την συνομολόγησιν συμμαχίας με τους Αργείους. Ήλθαν όμως μετά των Κορινθίων εις τας Αθήνας όπου δεν επέτυχαν την δεκαήμερον υπέρ αυτών ανακωχήν, καθόσον οι Αθηναίοι απεκρίθησαν ότι ευρίσκονται εις ειρήνην προς τους Κορινθίους, εάν ούτοι είναι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Οι Βοιωτοί, εν τούτοις, ουδαμώς κατήγγειλαν την δεκαήμερον ανακωχήν των, μολονότι οι Κορίνθιοι ηξίουν παρ’ αυτών τούτο και την άρνησίν των εμέμφοντο ως αντίθετον προς την μεταξύ των συμφωνίαν. Ούτω μεταξύ Κορινθίων και Αθηναίων αι εχθροπραξίαι διεκόπησαν πραγματικώς, άνευ όμως συνομολογήσεως ανακωχής.
33.
Εκστρατεία των Λακεδαιμονίων κατά των Παρρασίων
Κατά την διάρκειαν του αυτού θέρους, οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Πλειστοάνακτος, υιού του Παυσανίου, εξεστράτευσαν με όλας των τας στρατιωτικάς δυνάμεις εναντίον των Παρρασίων της Αρκαδίας, οι οποίοι ήσαν υπήκοοι των Μαντινέων. Η εκστρατεία έγινε κατόπιν προσκλήσεως εις παρέμβασιν υπό μιας των διαπληκτιζομένων φατριών, και διότι οι Λακεδαιμόνιοι επροτίθεντο συγχρόνως να κατεδαφίσουν, εάν ημπορούσαν, το φρούριον των Κυψέλων της Παρρασιακής, το οποίον απετέλει απειλήν κατά της Σκιρίτιδος, διαμερίσματος της Λακωνικής, και είχε κτισθή υπό των Μαντινέων, οι οποίοι και το εφρούρουν. Οι Λακεδαιμόνιοι ηρήμωσαν το έδαφος των Παρρασίων, ενώ οι Μαντινείς, παραδώσαντες την φύλαξιν της πόλεώς των εις τους Αργείους, αυτοί υπερήσπιζαν το έδαφος των συμμάχων των Παρρασίων. Αλλά μη δυνάμενοι να σώσουν ούτε το φρούριον των Κυψέλων, ούτε τας πόλεις των Παρρασίων, απεσύρθησαν. Και οι Λακεδαιμόνιοι, αφού κατηδάφισαν το φρούριον και απέδωκαν εις τους Παρρασίους την ανεξαρτησίαν των, επέστρεψαν εις τα ίδια.
34.
Πολεμήσαντες εις Αμφίπολιν Είλωτες ανακηρύσσονται ελεύθεροι
Κατά την διάρκειαν του αυτού θέρους, μετά την εκ Χαλκιδικής επιστροφήν των στρατιωτών, οι οποίοι είχαν επιστρατεύσει εκεί υπό τον Βρασίδαν και τους οποίους επανέφερεν ο Κλεαρίδας μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης, οι Λακεδαιμόνιοι εκήρυξαν τους μετά του Βρασίδα συμπολεμήσαντας Είλωτας ελευθέρους, με το δικαίωμα να κατοικούν όπου θέλουν, και ολίγον χρόνον ύστερον εγκατέστησαν αυτούς μετά των Νεοδαμωδών (των νεοελευθέρων Ειλώτων) εις το Λέπρεον, κείμενον εις τα σύνορα της Λακωνικής και της Ηλείας, καθ’ ον χρόνον είχαν ήδη περιέλθει εις έριδα με τους Ηλείους. Αλλ’ επειδή εφοβήθησαν μήπως οι συμπολίται των, που είχαν παραδώσει τα όπλα και συλληφθή αιχμάλωτοι εις την Σφακτηρίαν, νομίσουν ότι ένεκα της ατυχίας των εκινδύνευσαν να υποστούν πολιτικήν μείωσιν και ως εκ τούτου, εάν διετήρουν την πλήρη άσκησιν των πολιτικών των δικαιωμάτων, χρησιμοποιήσουν την επιρροήν των δια πολιτικάς ανατροπάς, αφήρεσαν απ’ αυτούς την πλήρη άσκησιν των πολιτικών των δικαιωμάτων, μολονότι μερικοί εξ αυτών είχαν ήδη καταλάβει δημόσια αξιώματα. Δια της αφαιρέσεως ταύτης εστερούντο του δικαιώματος να καταλαμβάνουν τοιαύτα αξιώματα και να ενεργούν εγκύρους αγοραπωλησίας. Ύστερον όμως και μετά καιρόν, αποκατεστάθησαν πάλιν εις την ακεραίαν άσκησιν των πολιτικών των δικαιωμάτων.

35.
Οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι υποπτεύουν αλλήλους
Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι κάτοικοι του Δίου εκυρίευσαν την Θυσσόν, σύμμαχον των Αθηναίων, κειμένην επί της χερσονήσου του Άθω. Καθ’ όλον το θέρος τούτο υφίστατο επικοινωνία μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων. Εν τούτοις, αμέσως μετά την σύναψιν της ειρήνης ήρχισαν να υποπτεύουν αλλήλους οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα της μη αμοιβαίας αποδόσεως των μερών, τα οποία ώριζεν η συνθήκη. Διότι την Αμφίπολιν και τα άλλα, τα οποία υπεχρεώθησαν δια του κλήρου ν’ αποδώσουν πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι, παρεκράτουν, και δεν έπειθαν ούτε τους συμμάχους των της Χαλκιδικής να δεχθούν την ειρήνην, αλλ’ ούτε και τους Βοιωτούς, και τους Κορινθίους, περιοριζόμενοι να επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι θα ενωθούν με τους Αθηναίους, δια να πειθαναγκάσουν τας πόλεις ταύτας, εάν επέμεναν εις την άρνησίν των. Ώριζαν μάλιστα και προθεσμίας, μετά την πάροδον των οποίων οι μη αποδεχόμενοι την ειρήνην θα εθεωρούντο κοινοί εχθροί και των δύο, αλλ’ ηρνούντο να δεσμευθούν δι’ εγγράφου συμφωνίας. Οι Αθηναίοι βλέποντες ότι ουδέν εκ τούτων επραγματοποιείτο, υπώπτευαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν κακάς προθέσεις, και δια τούτο ούτε την αίτησιν αυτών περί αποδόσεως της Πύλου εισήκουσαν, και τα λοιπά μέρη εξηκολούθουν να κρατούν, περιμένοντες έως ότου εκείνοι ήθελαν εκτελέσει προηγουμένως τας αναληφθείσας υποχρεώσεις των, μετενόουν δε μάλιστα, διότι είχαν αποδώσει και τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας. Οι Λακεδαιμόνιοι ισχυρίζοντο ότι είχαν κάμει ό,τι ήτο δυνατόν. Διότι και τους κρατουμένους υπ αυτών Αθηναίους αιχμαλώτους απέδωσαν και τους στρατιώτας των απέσυραν εκ της Χαλκιδικής και έκαμαν κάθε τι που ήτο εις την εξουσίαν των. Ισχυρίζοντο όμως ότι δεν κατείχαν την Αμφίπολιν, ώστε να την παραδώσουν, ότι θα προσεπάθουν να πείσουν τους Βοιωτούς και τους Κορινθίους, όπως αποδεχθούν την ειρήνην, και ν’ ανακτήσουν το Πάνακτον δια να το αποδώσουν εις τους Αθηναίους, και ότι θα τους επιστρέψουν τους συμπολίτας των, όσοι εκρατούντο αιχμάλωτοι υπό των Βοιωτών. Επέμεναν όμως, όπως τους παραδοθή η Πίλος, ή τουλάχιστον όπως αποσυρθούν εκείθεν οι Μεσσήνιοι και οι Είλωτες, όπως και αυτοί απέσυραν τους στρατιώτας των εκ της Χαλκιδικής, κρατήσουν δε την φρουράν του μέρους οι ίδιοι οι Αθηναίοι, εάν θέλουν. Κατόπιν πολλών και μακρών διαπραγματεύσεων διαρκούντος του θέρους τούτου, έπεισαν τους Αθηναίους να αποσύρουν εκ της Πύλου τους Μεσσηνίους, τους Είλωτας και τους εκ της Λακωνικής αυτομόλους, εγκατέστησαν δε αυτούς οι Αθηναίοι εις τους Κρανίους της Κεφαλληνίας. Κατά την διάρκειαν λοιπόν του θέρους τούτου, επεκράτησεν ησυχία και ελευθέρα επικοινωνία μεταξύ των δύο μερών.
36. Κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, (ότε οι έφοροι της Σπάρτης έτυχε να είναι άλλοι παρ’ εκείνους επί της εφορείας των οποίων συνωμολογήθη η ειρήνη, και μερικοί μάλιστα εξ αυτών ήσαν αντίθετοι προς αυτήν), ήλθαν εις την Σπάρτην πρεσβείαι εκ μέρους των συμμάχων, παρευρίσκοντο δ’ εκεί και αντιπρόσωποι των Αθηναίων, των Βοιωτών και των Κορινθίων. Μετά μακράς συζητήσεις, αι οποίαι εις ουδέν κατέληξαν αποτέλεσμα, ότε οι πρέσβεις ήσαν έτοιμοι ν’ απέλθουν εις τα ίδια, ο Κλεόβουλος και ο Ξενάρης, οι οποίοι ήσαν εκείνοι εκ των εφόρων που επεδίωκαν προ πάντων την διάρρηξιν της συνθήκης της ειρήνης, προήλθαν εις ιδιωτικάς συνεννοήσεις προς τους Βοιωτούς και τους Κορινθίους, συνιστώντες προς αυτούς ν’ ακολουθήσουν όσον το δυνατόν την αυτήν πολιτικήν, και όπως οι Βοιωτοί, αφού γίνουν πρώτον σύμμαχοι των Αργείων, προσπαθήσουν να παρασύρουν τούτους μεθ’ εαυτών εις συμμαχίαν με τους Λακεδαιμονίους. Διότι δια τοιαύτης προ πάντων ενεργείας θ’ απηλλάσσοντο οι Βοιωτοί της ανάγκης ν’ αποδεχθούν την μετά των Αθηναίων ειρήνην, καθόσον οι Λακεδαιμόνιοι θα επροτίμων την φιλίαν και την συμμαχίαν των Αργείων, έστω και αν εξηγόραζαν αυτήν δια της έχθρας των Αθηναίων και της διαρρήξεως της προς αυτούς ειρήνης. Διότι εγνώριζαν οι έφοροι, ότι οι Λακεδαιμόνιοι επεθύμουν πάντοτε την εξασφάλισιν της φιλίας των Αργείων, θεωρούντες ότι εν τοιαύτη περιπτώσει πόλεμος εκτός της Πελοποννήσου θα ήτο ευκολώτερος δι αυτούς. Παρεκάλουν, εν τούτοις, τους Βοιωτούς να παραδώσουν το Πάνακτον προς τους Λακεδαιμονίους, όπως, ει δυνατόν, ανταλλάξουν αυτό προς την Πύλον, και ούτως ευρεθούν εις καλλιτέραν θέσιν, δια την επανάληψιν του πολέμου προς τους Αθηναίους.
37. Οι Βοιωτοί και οι Κορίνθιοι, επιφορτισθέντες από τον Ξενάρην και τον Κλεόβουλον και τους άλλους Λακεδαιμονίους φίλους των, ν’ ανακοινώσουν ταύτα εις τας κυβερνήσεις των, ανεχώρησαν, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Δυο, εν τούτοις, εκ των ανηκόντων εις την ανωτάτην αρχήν του Άργους τους ανέμεναν καθ’ οδόν επιστρέφοντας και συναντήσαντες αυτούς ήλθαν εις διαπραγματεύσεις, με την ελπίδα ότι οι Βοιωτοί ημπορούσαν να γίνουν σύμμαχοι του Άργους, όπως είχαν γίνει οι Κορίνθιοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς. Εάν τούτο κατωρθούτο, έλεγαν, τότε θα ηδύναντο ευκόλως, ενεργούντες από κοινού, και πόλεμον να διεξάγουν και ειρήνην να συνάπτουν και προς τους Λακεδαιμονίους, εάν ήθελαν, και προς οιονδήποτε άλλον, εάν παρουσιάζετο ανάγκη. Εις τους πρέσβεις των Βοιωτών ήρεσεν η πρότασις αυτή, διότι ετύχαινεν η αίτησις των Αργείων να συμπίπτη με την εντολήν που τους είχαν αναθέσει οι εκ Λακεδαίμονος φίλοι των. Οι Αργείοι, βλέποντες ότι η πρότασίς των έγινεν ευνοϊκώς δεκτή, υπεσχέθησαν να πέμψουν πρέσβεις εις την Βοιωτίαν και απήλθαν. Μετά την άφιξίν των, οι Βοιωτοί απεσταλμένοι ανεκοίνωσαν εις τους Βοιωτάρχας τας προτάσεις και των Λακεδαιμονίων φίλων των και των Αργείων, οι οποίοι είχαν συναντήσει αυτούς καθ’ οδόν. Οι Βοιωτάρχαι ευχαριστήθησαν με τας προτάσεις ταύτας και ήσαν έτι μάλλον διατεθειμένοι να δεχθούν αυτάς, καθόσον, κατ’ ευτυχή σύμπτωσιν, οι Λακεδαιμόνιοι φίλοι των εζήτουν παρ’ αυτών τα αυτά, τα οποία επεδίωκαν και οι Αργείοι. Μετ’ ολίγον χρόνον, ήλθαν πρέσβεις των Αργείων, φέροντες τας ειρημένας προτάσεις. Και οι Βοιωτάρχαι, εγκρίναντες αυτάς, τους απεχαιρέτισαν αναχωρούντας, με την υπόσχεσιν ν’ αποστείλουν εις το Άργος πρέσβεις προς διαπραγμάτευσιν της συμμαχίας.
38.
Οι Βοιωτοί απορρίπτουν προτάσεις συμμαχίας με τους Αργείους και τους Κορινθίους
Εν τω μεταξύ, οι Βοιωτάρχαι και οι πρέσβεις των Κορινθίων, των Μεγαρέων και της Χαλκιδικής, έκριναν ότι θα ήτο σκόπιμον ν’ αναλάβουν προηγουμένως δι’ αμοιβαίων όρκων την υποχρέωσιν, όπως, δοθείσης ευκαιρίας, παράσχουν πραγματικώς την συνδρομήν των εις εκείνον εξ αυτών που θα είχεν ανάγκην αυτής, και ούτε πόλεμον ν’ αναλάβουν κατά τίνος, ούτε ειρήνην να συνομολογήσουν, άνευ κοινής αποφάσεως. Και μόνον κατόπιν τούτου, οι Βοιωτοί και οι Μεγαρείς, οι οποίοι ενήργουν εκ συμφώνου, να συνάψουν συνθήκην συμμαχίας προς τους Αργείους. Αλλά πριν δοθούν οι όρκοι, οι Βοιωτάρχαι ανεκοίνωσαν ταύτα εις την τετρασύνθετον Βουλήν της Βοιωτικής ομοσπονδίας, της οποίας η έγκρισις είναι απαραίτητος, και συνέστησαν εις αυτήν ν’ ανταλλαγούν όρκοι συμμαχίας προς πάσαν πόλιν, η οποία θα εδέχετο ν’ αναλάβη ομοίαν μετ’ αυτών υποχρέωσιν αμοιβαίας βοηθείας. Τα μέλη της Βουλής όμως απέρριψαν την πρότασιν ταύτην, εκ φόβου μήπως περιέλθουν εις αντίθεσιν προς τους Λακεδαιμονίους, εάν συνομολόγουν ενόρκως συμμαχίαν προς τους Κορινθίους, οι οποίοι είχαν αποσπασθή απ’ αυτούς. Διότι οι Βοιωτάρχαι δεν είχαν ανακοινώσει προς αυτούς τας εκ Λακεδαίμονος ειδήσεις, ότι δηλαδή δύο εκ των εφόρων, ο Κλεόβουλος και ο Ξενάρης, και οι φίλοι αυτών, συνεβούλευαν αυτούς να γίνουν πρώτον σύμμαχοι των Αργείων και Κορινθίων και έπειτα να συνομολογήσουν περαιτέρω συμμαχίαν προς τους Λακεδαιμονίους. Και την ανακοίνωσιν ταύτην παρέλειψαν, καθόσον ενόμιζαν, ότι και άνευ αυτής οι βουλευταί θα ενέκριναν ό,τι μετά επιμεμελημένην εξέτασιν θα συνίστων εις την ψήφον των. Μετά την αποτυχίαν όμως, οι πρέσβεις της Κορίνθου και της Χαλκιδικής ανεχώρησαν άπρακτοι. Οι Βοωτάρχαι, οι οποίοι, εάν επετύγχαναν, σκοπόν είχαν να επιδιώξουν και την συνομολόγησιν της συμμαχίας προς τους Αργείους, εγκατέλειψαν την ιδέαν του να υποβάλουν την περί τούτου πρότασιν εις τας Βουλάς, ούτε έστειλαν εις το Άργος τους πρέσβεις που είχαν υποσχεθή. Η όλη υπόθεσις παρημελήθη και ανεβλήθη.
39.
Συνομολόγησις συμμαχίας Λακεδαιμονίων και Βοιωτών
Κατά την διάρκειαν του αυτού χειμώνος, οι Ολύνθιοι, ενεργήσαντες αιφνιδίαν επίθεσιν κατά της Μηκυβέρνας, η οποία κατείχετο υπό Αθηναϊκής φρουράς, κατέλαβαν αυτήν.
Αι διαπραγματεύσεις μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων περί των μερών, που δεν είχαν ακόμη αποδοθή, εξηκολούθουν πάντοτε, καθόσον οι τελευταίοι ήλπιζαν ότι αν το Πάνακτον απεδίδετο υπό των Βοιωτών εις τους Αθηναίους θ ανέκτων και αυτοί την Πύλον. Ως εκ τούτου, απέστειλαν πρέσβεις εις τους Βοιωτούς και τους παρεκάλουν να τους παραδώσουν το Πάνακτον και τους Αθηναίους αιχμαλώτους, δια να κατορθώσουν, δίδοντες αυτούς ως αντάλλαγμα, ν’ ανακτήσουν την Πύλον. Αλλ’ οι Βοιωτοί ηρνήθησαν την απόδοσιν, εφόσον οι Λακεδαιμόνιοι δεν συνήπτον ιδιαιτέραν με αυτούς συμμαχίαν, όπως είχαν συνάψει με τους Αθηναίους. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως εγνώριζαν ότι, αν εδέχοντο την πρότασιν ταύτην, θα ηδίκουν τους Αθηναίους, καθόσον είχε συμφωνηθή μεταξύ αυτών, ότι μόνον από κοινού θα συνωμολόγουν ειρήνην μετά τίνος ή θ’ ανελάμβαναν πόλεμον. Αλλ’ ήθελαν να λάβουν εις χείρας των το Πάνακτον, δια να επιτύχουν αντ’ αυτού την ανάκτησιν της Πύλου. Συγχρόνως η μερίς των Λακεδαιμονίων, η οποία επεδίωκε την διάρρηξιν της ειρήνης, επεθύμει διακαώς την μετά των Βοιωτών συνεννόησιν. Ως εκ τούτου, κατά το τέλος του χειμώνος και τας παραμονάς του έαρος, συνωμολόγησαν την συμμαχίαν, και οι Βοιωτοί ήρχισαν αμέσως την κατεδάφισιν του Πανάκτου. Και ούτως ετελείωσε το ενδέκατον έτος του πολέμου.
Έτος 12ον : 420 – 419 π.Χ.

40.
Διαπραγματεύσεις δια σύναψιν συνθήκης μεταξύ των Αργείων και των Λακεδαιμονίων
Ευθύς κατά την αρχήν του επομένου έαρος, επειδή δεν ήρχοντο οι πρέσβεις που είχαν υποσχεθή να στείλουν οι Βοιωτοί, οι Αργείοι, μανθάνοντες συγχρόνως, ότι και το Πάνακτον κατεδαφίζεται και ιδιαιτέρα συμμαχία είχε συνομολογηθή μεταξύ Βοιωτών και Λακεδαιμονίων, εφοβήθησαν μήπως απομονωθούν δια της προσχωρήσεως όλων των συμμάχων των εις τους Λακεδαιμονίους. Διότι επίστευαν ότι οι Βοιωτοί είχαν πεισθή υπό των Λακεδαιμονίων να κατεδαφίσουν το Πάνακτον και αποδεχθούν την μετά των Αθηναίων ειρήνην, και ότι οι Αθηναίοι ήσαν εν γνώσει τούτων, ώστε ούτε προς Αθηναίους ημπορούσαν πλέον να συνάψουν συμμαχίαν, ενώ έως τότε ήλπιζαν, ένεκα των μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων διαφορών, ότι εάν δεν ανενεώνετο η προς τους τελευταίους συνθήκη των, θα ημπορούσαν τουλάχιστον να συμμαχήσουν προς τους Αθηναίους. Ευρισκόμενοι ούτως εις απορίαν και φοβούμενοι μήπως περιέλθουν εις την ανάγκην να πολεμήσουν συγχρόνως προς τους Λακεδαιμονίους, τους Τεγεάτας, τους Βοιωτούς και τους Αθηναίους, οι Αργείοι, οι οποίοι προηγουμένως, όταν, έχοντες πεποίθησιν εις τας ιδίας δυνάμεις, επίστευαν ότι θα ηγηθούν της Πελοποννήσου, ηρνούντο ν’ ανανεώσουν την προς τους Λακεδαιμονίους συνθήκην των, έπεμπαν ήδη, όσον ταχύτερον ημπορούσαν, πρέσβεις προς αυτούς, τον Εύστροφον και τον Αίσωνα, οι οποίοι εθεωρούντο προσφιλέστατοι προς αυτούς. Διότι ενόμισαν ότι υπό τας παρούσας περιστάσεις, το καλλίτερον ήτο να συνομολογήσουν νέαν συνθήκην προς τους Λακεδαιμονίους, υπό τους καλλιτέρους δυνατούς όρους, και να καθίσουν ήσυχοι.
41. Οι πρέσβεις των, ελθόντες, ήρχισαν διαπραγματεύσεις προς τους Λακεδαιμονίους περί των όρων, υπό τους οποίους ηδύνατο να συνομολογηθή η μεταξύ αυτών συνθήκη, Οι Αργείοι κατ αρχάς ηξίωσαν, όπως η παλαιά διαφορά περί της Κυνουρίας, η οποία κείται εις τα όρια των δύο χωρών (περιλαμβάνει δε η επαρχία αυτή τας πόλεις της Θυρέας και της Αθήνης, και κατέχουν αυτήν οι Λακεδαιμόνιοι), ανατεθή υπ’ αμφοτέρων εις την διαιτησίαν πόλεως τινος ή ιδιώτου. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως δεν εδέχοντο να γίνη λόγος περί του πράγματος, αλλ’ εδήλουν, ότι ήσαν έτοιμοι ν ανανεώσουν την συνθήκην, υπό τους αυτούς ως και προηγουμένως όρους. Επί τέλους, οι Αργείοι πρέσβεις έπεισαν τους Λακεδαιμονίους να δεχθούν τα εξής: Να συνομολογηθή μεν από τούδε συνθήκη πεντηκονταετούς ειρήνης, επιτραπή όμως εις εκατέραν των δύο πόλεων να προκαλέση την άλλην εις αποφασιστικήν διαμάχην περί του αμφισβητουμένου εδάφους, ως είχε γίνει και άλλοτε ποτέ, ότε αμφότεραι αι πόλεις διεξεδίκησαν την νίκην, υπό τον όρον όμως, ότι κατά τον χρόνον της μάχης ουδετέρα αυτών θα ευρίσκετο εις πόλεμον ή θα έπασχεν εξ επιδημίας, και ότι ο νικητής δεν θα ηδύνατο να εισέλθει εις το έδαφος του νικηθέντος δια να τον καταδιώξη. Οι Λακεδαιμόνιοι εθεώρησαν κατ’ αρχάς την πρότασιν ταύτην ως ανόητον, έπειτα όμως, επειδή επεθύμουν πάντως να έχουν φίλους τους Αργείους, απεδέχθησαν την αξίωσίν των, και ούτω διετυπώθη εγγράφως το σχέδιον της συνθήκης. Συνέστησαν όμως εις τους πρέσβεις, πριν επικυρωθούν αι διατάξεις της, να επιστρέψουν εις το Άργος και υποβάλουν αυτήν εις τον λαόν, και αν εγκριθή υπ’ αυτού, να επανέλθουν κατά την εορτήν των Υακινθίων, δια να γίνη τότε η επίσημος ορκωμοσία. Ούτως οι πρέσβεις ανεχώρησαν.
42.
Διαφοραί μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων δια το Πάνακτον
Αλλά καθ όν χρόνον οι Αργείοι διεξήγαν τας διαπραγματεύσεις ταύτας, οι, πρέσβεις των Λακεδαιμονίων Ανδρομένης, Φαίδιμος και Αντιμενίδας, οι οποίοι είχαν επιφορτισθή να παραλάβουν από τους Βοιωτούς και αποδώσουν εις τους Αθηναίους το Πάνακτον και τους αιχμαλώτους, ευρήκαν ότι, το Πάνακτον είχε κατεδαφισθή υπ’ αυτών των Βοιωτών, προφασιζομένων, ότι συνεπεία διαφοράς περί αυτού είχαν ανταλλαγή πάλαι ποτέ όρκοι μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών, κατά τους οποίους το μέρος τούτο δεν έπρεπε να κατοικήται, ούτε υπό των μεν, ούτε υπό των δε, αλλά να χρησιμοποιήται και υπό των δύο προς βοσκήν. Τους Αθηναίους όμως αιχμαλώτους που είχαν οι Βοιωτοί παρέλαβαν ο Ανδρομένης και οι συνάδελφοί του, μετέφεραν και απέδωσαν προς τους Αθηναίους. Συγχρόνως ανεκοίνωσαν προς αυτούς την κατεδάφισιν του Πανάκτου, υποστηρίζοντες, ότι και η κατεδάφισις ισοδυναμεί προς απόδοσιν, αφού κανείς εχθρός των Αθηναίων δεν ημπορούσε του λοιπού να λάβη αυτό εις την κατοχήν του. Αλλ’ οι λόγοι ούτοι επροκάλεσαν την αγανάκτησιν των Αθηναίων, οι οποίοι εθεώρουν ότι οι Λακεδαιμόνιοι αδικούν αυτούς και δια της κατεδαφίσεως του Πανάκτου, το οποίον έπρεπε ν αποδοθή εις αυτούς ακέραιον, και διότι, καθώς εμάνθαναν, ούτοι είχαν συνομολογήσει ιδιαιτέραν συμμαχίαν προς τους Βοιωτούς, ενώ είχαν υποσχεθή προηγουμένως να συμπράξουν εις εξαναγκασμόν των αρνουμένων την αποδοχήν της ειρήνης. Συγχρόνως ενθυμούντο και τας άλλας παραβιάσεις της συνθήκης και εθεώρουν ότι είχαν εξαπατηθή, και ως εκ τούτου, απαντήσαντες τραχέως προς τους πρέσβεις, τους απέπεμψαν.

43.
Οι Αθηναίοι συνομολόγησαν συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας με τους Αργείους και τους συμμάχους αυτών
Ενώ οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι ευρίσκοντο εις τοιαύτας διαφοράς, η μερίς, η οποία επεδίωκεν εις τας Αθήνας την διάρρηξιν της ειρήνης, ήρχισε και αυτή αμέσως να εξωθή τα πράγματα. Εις την μερίδα ταύτην μεταξύ άλλων ανήκε και ο Αλκιβιάδης, υιός του Κλεινίου, ανήρ, ο οποίος εις πάσαν μεν άλλην πόλιν θα εθεωρείτο ακόμη πολύ νέος, απήλαυεν όμως μεγάλης εκτιμήσεως, λόγω της ευγενούς καταγωγής του. Ούτος επίστευε μεν ότι ήτο συμφερώτερον να συμμαχήσουν μάλλον με τους Αργείους, αλλ’ εκτός τούτου ήτο εναντίον της ειρήνης μετά των Λακεδαιμονίων, καθόσον είχε θιχθή η προσωπική του υπερηφάνεια, λόγω του ότι ούτοι είχαν διαπραγματευθή την ειρήνην δια του Νικίου και του Λάχητος, παριδόντες αυτόν ένεκα της νεότητός του και μη επιδείξαντες προς αυτόν την τιμήν, εις την οποίαν ενόμιζεν ούτος ότι εδικαιούτο, ως εκ του ότι η οικογένειά του ήτο πάλαι ποτέ πρόξενος των Λακεδαιμονίων. Την προξενίαν ταύτην είχε μεν παραιτήσει ο πάππος του, αλλ’ αυτός επεδίωκε ν’ ανανεώση δια των υπηρεσιών, τας οποίας παρείχεν εις τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας. Και ούτω νομίζων ότι είχε πολλαχώς υποτιμηθή, αντετάχθη και αρχικώς κατά της ειρήνης, ισχυριζόμενος ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήσαν άξιοι εμπιστοσύνης, διότι ο σκοπός, δια τον οποίον επεδίωκαν αυτήν, ήτο, όπως ειρηνεύοντες προς τους Αθηναίους, κατασυντρίψουν τους Αργείους, και στραφούν πάλιν κατά των Αθηναίων απομονωμένων. Και τώρα αφού είχεν αναφυή η διαφορά, διεμήνυσεν ευθύς ιδιαιτέρως προς τους Αργείους, συνιστών να έλθουν όσον το δυνατόν ταχύτερον μετά των Μαντινέων και των Ηλείων, δια να προσκαλέσουν τους Αθηναίους να εισέλθουν εις την συμμαχίαν των, καθόσον ο χρόνος ήτο εύθετος προς τούτο και αυτός θα τους εβοήθει με όλας του τας δυνάμεις.
44. Λαβόντες το μήνυμα τούτο οι Αργείοι, και μαθόντες, ότι η μετά των Βοιωτών συμμαχία συνωμολογήθη άνευ συνεννοήεως προς τους Αθηναίους, και ότι τουναντίον σοβαρά διαφορά είχεν εγερθή μεταξύ τούτων και των Λακεδαιμονίων, ηδιαφόρησαν του λοιπού ως προς τους πρέσβεις των, οι οποίοι έτυχε τότε να ευρίσκωνται εις την Λακεδαίμονα, αποσταλέντες υπ’ αυτών δια την διαπραγμάτευσιν της συνθήκης. Και έστρεψαν μάλλον την προσοχήν των προς τας Αθήνας, σκεπτόμενοι ότι η πόλις αυτή ήτο παλαιόθεν φίλη των, ότι εκυβερνάτο με πολίτευμα δημοκρατικόν, όπως και αυτοί, και ότι θα ήτο ισχυρά σύμμαχός των κατά θάλασσαν, εάν περιεπλέκοντο εις πόλεμον. Έπεμψαν, ως εκ τούτου, αμέσως πρέσβεις εις Αθήνας, δια να διαπραγματευθούν την συμμαχίαν, συναπέστειλαν δε προς τον αυτόν σκοπόν πρέσβεις και οι Ηλείοι και οι Μαντινείς. Αλλά κατέφθασαν εσπευσμένως και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, ο Φιλοχαρίδας, ο Λέων και ο Ένδιος, οι οποίοι εθεωρούντο αρεστοί εις τους Αθηναίους. Τους πρέσβεις τούτους έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι, το μεν διότι εφοβήθησαν μήπως οι Αθηναίοι, αγανακτούντες κατ’ αυτών, συμμαχήσουν προς τους Αργείους, το δε δια να απαιτήσουν την απόδοσιν της Πύλου αντί του Πανάκτου και δικαιολογήσουν την προς τους Βοιωτούς συμμαχίαν, εξηγούντες ότι αυτή δεν έγινε με σκοπόν να βλάψη τους Αθηναίους.
45. Όταν εξέθεσαν ενώπιον της Βουλής τον σκοπόν της αποστολής των, και προσέθεσαν ότι έρχονται με πλήρη εξουσιοδότησιν, όπως ρυθμίσουν όλας τας διαφοράς, ο Αλκιβιάδης εφοβήθη μήπως, εάν επαναλάβουν τα αυτά και ενώπιον της συνελεύσεως του λαού, παρασύρουν την πλειοψηφίαν και αποκρουσθή η προς τους Αργείους συμμαχία. Ο Αλκιβιάδης, ως εκ τούτου, κατέφυγεν εις το εξής απέναντί των τέχνασμα: Παρέπεισε τους Λακεδαιμονίους, βεβαιώσας αυτούς ενόρκως ότι, αν δεν ανακοινώσουν εις τον δήμον, ότι έρχονται με πλήρη πληρεξουσιότητα, και την Πύλον θα τους αποδώση, μεταχειριζόμενος υπέρ αυτών την επί των Αθηναίων επιρροήν του, αντί κατ’ αυτών, όπως τώρα, και θα επιτύχη γενικήν συνεννόησιν επί όλων των άλλων ζητημάτων. Δια της ενεργείας ταύτης επεδίωκε ν’ αποσπάση αυτούς από τον Νικίαν, και συγχρόνως τους διαβάλη προς τον λαόν, ότι αι προθέσεις των δεν είναι ειλικρινείς και ότι διαρκώς αντιφάσκουν, και επιτύχη ούτω την συνομολόγησιν της συμμαχίας προς τους Αργείους, Ηλείους, και Μαντινείς. Τωόντι, όταν οι πρέσβεις παρουσιάσθησαν εις την εκκλησίαν του λαού, και ερωτώμενοι, εάν έρχωνται με πλήρη πληρεξουσιότητα, απήντησαν αποφατικώς, αντιθέτως προς ό,τι είχαν ανακοινώσει εις την Βουλήν, οι Αθηναίοι δεν εθεώρησαν πλέον το πράγμα ανεκτόν, και παρασυρόμενοι από τον Αλκιβιάδην, ο οποίος κατεφέρετο δριμύτερον παρά πριν κατά των Λακεδαιμονίων, ήσαν έτοιμοι να εισαγάγουν αμέσως τους Αργείους και τους συμμάχους των και συνάψουν μετ’ αυτών συμμαχίαν. Αλλά πριν ληφθή οριστική απόφασις, συνέβη σεισμός, ένεκα του οποίου η συνεδρίασις της συνελεύσεως του λαού ανεβλήθη.
46. Μολονότι το τέχνασμα, το οποίον είχεν απατήσει αυτούς τους Λακεδαιμονίους, εξηπάτησε και τον Νικίαν, πιστεύσαντα την διαβεβαίωσιν αυτών ότι απεστάλησαν χωρίς πληρεξουσιότητα, ούτος, ουδέν ήττον, κατά την συνέλευσιν του λαού της επομένης ημέρας, υπεστήριξεν ότι πρέπει να προτιμήσουν την φιλίαν των Λακεδαιμονίων, και αναβάλλοντες τας προς τους Αργείους συνεννοήσεις να πέμψουν πάλιν πρέσβεις προς τους Λακεδαιμονίους, όπως εξακριβώσουν τας αληθείς αυτών προθέσεις. Και επέμεινεν υποστηρίζων ότι αναβολή της επαναλήψεως του πολέμου θα ήτο προς το συμφέρον των Αθηναίων, και προς ταπείνωσιν των Λακεδαιμονίων. Διότι, εφόσον τα πράγματα βαίνουν κατ’ ευχήν δι’ αυτούς, συμφέρον έχουν να διατηρήσουν την ευνοϊκήν των θέσιν, όσον το δυνατόν μακρότερον χρόνον, ενώ δια τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ευρίσκοντο εις ατυχίας, θα ήτο ευτύχημα ν’ αντιμετωπίσουν όσον το δυνατόν ταχύτερον τας τύχας νέου πολέμου. Και τους έπεισε να πέμψουν πρέσβεις, εις εκ των οποίων ήτο και ο ίδιος, δια να συστήσουν εις τους Λακεδαιμονίους, εάν αι προθέσεις των ήσαν καλαί, ν’ αποδώσουν το Πάνακτον, αφού το ανοικοδομήσουν, και την Αμφίπολιν, και παραιτήσουν την μετά των Βοιωτών συμμαχίαν, εκτός αν ούτοι αποδεχθούν την γενικήν μεταξύ Αθηναίων, και Πελοποννησίων συνθήκην ειρήνης, αφού ήτο συμφωνημένον μεταξύ των, ότι δεν θα συνομολογήσουν συμφωνίαν με κανένα, παρά κατόπιν κοινής συνεννοήσεως. Παρήγγειλαν ωσαύτως εις τους πρέσβεις των να είπουν ότι αν ήθελαν και αυτοί να παραβιάσουν τας υποχρεώσεις των,θα είχαν ήδη συνομολογήσει συμμαχίαν προς τους Αργείους, καθόσον αντιπρόσωποι τούτων είχαν προσέλθει εις Αθήνας προς τον σκοπόν τούτον. Έδωσαν συγχρόνως οδηγίας περί παντός άλλου τυχόν παραπόνου των εις τον Νικίαν και τους συναδέλφους του, και εξέπεμψαν αυτούς. Ελθόντες ούτοι εις την Λακεδαίμονα, ανεκοίνωσαν την εντολήν των και κατέληξαν λέγοντες ότι αν οι Λακεδαιμόνιοι δεν παραιτήσουν την συμμαχίαν των Βοιωτών, εφόσον ούτοι αρνούνται να δεχθούν την συνθήκην της ειρήνης, θα συνάψουν και αυτοί συμμαχίαν προς τους Αργείους και τους συμμάχους τούτων. Οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν μεν να παραιτήσουν την συμμαχίαν των Βοιωτών, καθόσον η μερίς του εφόρου Ξενάρη, και όσοι άλλοι ήσαν της αυτής γνώμης, επικρατούντες, επέβαλαν την πολιτικήν των, ανενέωσαν όμως τους όρκους, κατ’ αίτησιν του Νικίου, ο οποίος εφοβήθη μήπως, αν επιστρέψη χωρίς να κατορθώση τίποτε, θα διαβληθή, όπως πράγματι και έγινε, καθόσον εθεωρείτο υπεύθυνος δια την συνομολόγησιν της ειρήνης προς τους Λακεδαιμονίους. Μετά την επιστροφήν του, όταν οι Αθηναίοι έμαθαν ότι τίποτε δεν κατωρθώθη εις την Λακεδαίμονα, κατελήφθησαν υπό αγανακτήσεως, και νομίζοντες ότι αδικούνται, συνωμολόγησαν ευθύς την επομένην συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας προς τους Αργείους και τους συμμάχους των, των οποίων οι αντιπρόσωποι έτυχαν παρόντες εις την συνέλευσιν του λαού, εισαχθέντες προς τούτο υπό του Αλκιβιάδου.

47. (1) «Οι Αθηναίοι, αφ’ ενός, και οι Αργείοι, Μαντινείς, και Ηλείοι, εξ άλλου, συνωμολόγησαν δι’ εαυτούς και εξ ονόματος των συμμάχων, επί των οποίων άρχει έκαστος, ειρήνην εκατόν ετών προς αλλήλους κατά γήν και θάλασσαν, άδολον και απαραβίαστον.
(2) «Δεν επιτρέπεται με κανένα τρόπον και υπό ουδεμίαν πρόφασιν εχθροπραξία, ούτε εκ μέρους των Αργείων, των Ηλείων και των Μαντινέων, ως και των συμμάχων αυτών, εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων, επί των οποίων άρχουν οι Αθηναίοι, ούτε εκ μέρους των Αθηναίων και των συμμάχων, επί των οποίων άρχουν ούτοι, εναντίον των Αργείων, των Ηλείων, των Μαντινέων και των συμμάχων αυτών.
(3) «Οι Αθηναίοι, οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς συνομολογούν συμμαχίαν διαρκείας εκατόν ετών, υπό τους επομένους όρους: Εάν εχθρός εισβάλη εις το έδαφος των Αθηναίων, οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Μαντινείς οφείλουν να σπεύσουν εις Αθήνας και παράσχουν εις τους Αθηναίους οιανδήποτε βοήθεαν ζητήσουν ούτοι, με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Αλλ’ εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν, απέλθη, οι Αργείοι, οι Μαντινείς, οι Ηλείοι και οι Αθηναίοι θα θεωρούν αυτόν κοινόν εχθρόν και θα διεξάγουν κατ’ αυτού τον πόλεμον από κοινού, και καμμία εκ των πόλεων τούτων δεν θα επιτρέπεται να συνομολογήση μετ’ αυτού ειρήνην, εάν δεν συμφωνήσουν περί τούτου όλαι ομού.
(4) «Εξ άλλου, εάν εχθρός εισβάλη εις το έδαφος των Ηλείων ή των Μαντινέων ή των Αργείων, οι Αθηναίοι οφείλουν να σπεύσουν εις το Άργος, την Μαντίνειαν ή την Ήλιδα και παράσχουν εις τας πόλεις αυτάς οιανδήποτε βοήθειαν ζητήσουν, με όλας των τας δυνάμεις και με τον αποτελεσματικώτερον δυνατόν τρόπον. Αλλ’ εάν ο εχθρός, ερημώσας την χώραν αυτών, απέλθη, οι Αθηναίοι, οι Αργείοι, οι Μαντινείς και οι Ηλείοι θα θεωρούν αυτόν κοινόν εχθρόν και θα διεξάγουν κατ’ αυτού τον πόλεμον από κοινού, και καμμία εκ των πόλεων τούτων δεν θα επιτρέπεται να συνομολογήση μετ’ αυτού ειρήνην, εάν δεν συμφωνήσουν περί τούτου όλαι ομού.
(5) «Οι σύμμαχοι δεν θα επιτρέπουν την διέλευσιν εμπολέμου δυνάμεως δια του ιδίου αυτών εδάφους ή του εδάφους των συμμάχων, επί των οποίων έκαστος αυτών άρχει, ή δια θαλάσσης, εκτός αν επιτρέψουν την διέλευσιν δια ψηφίσματος όλαι αι πόλεις, Αθήναι, Άργος, Μαντίνεια και Ήλις.
(6) «Η πόλις, η πέμπουσα στρατεύματα προς βοήθειαν, οφείλει να εφοδιάζη αυτά με τρόφιμα τριάντα ημερών, υπολογιζομένων από της ημέρας της αφίξεώς των εις την πόλιν που εζήτησε βοήθειαν, και να εφοδιάζη ομοίως αυτά κατά την επιστροφήν των. Αλλ’ εάν η ζητήσασα την βοήθειαν πόλις θέλη να χρησιμοποιήση τον στρατόν δια περισσότερον χρόνον, οφείλει να δίδη σιτηρέσιον εις έκαστον οπλίτην, ψιλόν στρατιώτην και τοξότην, τρεις Αιγινητικούς οβολούς καθ’ ημέραν και εις έκαστον ιππέα μίαν Αιγινητικήν δραχμήν.
(7) «Η πόλις, η ζητήσασα την βοήθειαν, θα έχη την γενικήν αρχηγίαν της στρατιάς, εφόσον ο πόλεμος διεξάγεται επί του εδάφους της. Αλλ’ εάν πασαι αι πόλεις αποφασίσουν εκ συμφώνου να εκστρατεύσουν εκτός του εδάφους των, πάσαι θα μετέχουν εξ ίσου της αρχηγίας.
(8) «Τον όρκον της συνθήκης θα ορκισθούν οι Αθηναίοι δι’ εαυτούς και τους συμμάχους των. Οι Αργείοι, οι Μαντινείς, οι Ηλείοι και οι σύμμαχοί των θα ορκισθούν έκαστος εις τας ιδίας αυτών πόλεις. Ο όρκος θα δοθή επί θυμάτων τελείας σωματικής αναπτύξεως κατά τον τύπον, ο οποίος θεωρείται επισημότατος εις εκάστην πόλιν. Ο όρκος δε θα είναι ο εξής: «Υπόσχομαι να τηρήσω την συνθήκην της ειρήνης και της συμμαχίας, συμφώνως προς τας διατάξεις αυτής, μετά δικαιοσύνης και ευθύτητος και άνευ οπισθοβουλίας, και να μη παραβώ αυτήν με κανένα τρόπον και υπό ουδεμίαν πρόφασιν».
(9) «Εις τας Αθήνας, ο όρκος θα δοθή υπό της Βουλής και των εντοπίων αρχόντων, ενώπιον των πρυτάνεων. Εις το Άργος, υπό της Βουλής, του συμβουλίου των ογδοήντα και των αρτύνων ενώπιον του συμβουλίου των ογδοήντα. Εις την Μαντίνειαν, υπό των δημιουργών, της Βουλής και των άλλων αρχόντων, ενώπιον των θεωρών και των πολεμάρχων. Εις την Ήλιδα, υπό των δημιουργών, των ανωτάτων αρχόντων και των εξακοσίων, ενώπιον των δημιουργών και των δεσμοφυλάκων,
(10) «Οι όρκοι θ’ ανανεούνται υπό των Αθηναίων, αποστελλόντων προς τούτο αντιπροσώπους τριάντα ημέρας προ των Ολυμπιακών αγώνων εις την Ήλιδα, την Μαντίνειαν και το Άργος υπό των Αργείων, των Ηλείων και των Μαντινέων, αποστελλόντων προς τούτο αντιπροσώπους εις Αθήνας, δέκα ημέρας προ των Μεγάλων Παναθηναίων.
(11) «Η συνθήκη της ειρήνης και της συμμαχίας και οι όρκοι θ’ αναγραφούν υπό των Αθηναίων εις λιθίνην στήλην επί της Ακροπόλεως, υπό των Αργείων εις τον ναόν του Απόλλωνος εις την Αγοράν, υπό των Μαντινέων εις τον ναόν του Διός εις την Αγοράν. Οι σύμμαχοι θα στήσουν από κοινού χαλκήν στήλην εις την Ολυμπίαν, κατά την επικειμένην εορτήν των Ολυμπιακών αγώνων.
(12) «Εάν αι σύμμαχοι πόλεις θελήσουν να προσθέσουν τι εις τας ανωτέρω διατάξεις, ό,τι δήποτε αποφασισθή υπ’ αυτών εκ συμφώνου και κατόπιν κοινής διασκέψεως, θα είναι υποχρεωτικόν».
48.
Οι Κορίνθιοι στρέφονται προς τους Λακεδαιμονίους
Τοιαύτην έλαβε μορφήν η συνομολογηθείσα ειρήνη και η συμμαχία. Αλλ’ ούτε οι Αθηναίοι, ούτε οι Λακεδαιμόνιοι παρητήθησαν ως εκ τούτου της υφισταμένης μεταξύ αυτών ειρήνης και συμμαχίας. Οι Κορίνθιοι, εξ άλλου, μολονότι σύμμαχοι των Αργείων δεν προσεχώρησαν εις την νέαν ταύτην συνθήκην. Είχαν μάλιστα αρνηθή να λάβουν μέρος εις επιθετικήν και αμυντικήν συμμαχίαν, η οποία είχε συνομολογηθή προηγουμένως μεταξύ Ηλείων, Αργείων και Μαντινέων, δηλώσαντες ότι αρκεί εις αυτούς η αρχική αμυντική συμμαχία, δια της οποίας ανέλαβαν την υποχρέωσιν να βοηθούνται αμοιβαίως, χωρίς να υποχρεούνται να λαμβάνουν μέρος εις επιθετικόν πόλεμον. Ούτως, οι Κορίνθιοι απεχωρίσθησαν των τέως συμμάχων των και εστράφησαν πάλιν προς τους Λακεδαιμονίους.

49.
Οι Λακεδαιμόνιοι αποκλείονται από τους Ολυμπιακούς αγώνας του 420
Κατά το θέρος τούτο ετελέσθησαν οι Ολυμπιακοί αγώνες, κατά τους οποίους ο εξ Αρκαδίας Ανδροσθένης ενίκησε δια πρώτην φοράν το παγκράτιον. Οι Λακεδαιμόνοι απεκλείσθησαν εκ του ιερού χώρου του ναού υπό των Ηλείων, και ούτως ούτε θυσίαν ημπορούσαν να προσφέρουν, ούτε εις τους αγώνας να λάβουν μέρος, διότι ηρνήθησαν να πληρώσουν το πρόστιμον, εις το οποίον κατεδικάσθησαν, σύμφωνα με τον Ολυμπιακόν νόμον, υπό των Ηλείων, ισχυριζομένων ότι διαρκούσης της εκεχειρίας των Ολυμπιακών αγώνων εξεστράτευσαν κατά του φρουρίου και εισήγαγαν Λακεδαιμονίους οπλίτας εντός του Λεπρέου. Το ποσόν του προστίμου ανήρχετο εις δύο χιλιάδας μνας, ήτοι δύο μνας δι’ έκαστον οπλίτην, σύμφωνα με την διάταξιν του νόμου. Οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν πρέσβεις και υπεστήριξαν, ότι δεν κατεδικάσθησαν δικαίως, ισχυριζόμενοι ότι καθ’ όν χρόνον εισήγαγαν τους οπλίτας των εις το Λέπρεον, η ιερά εκεχειρία δεν είχεν αναγγελθή εις την Λακεδαίμονα. Αλλ’ οι Ηλείοι απήντησαν, ότι η εκεχειρία, η οποία αναγγέλλεται πρώτον μεταξύ αυτών των ιδίων, ίσχυεν ήδη εις την Ηλείαν, και ότι ενώ αυτοί, ως εν καιρώ ανακωχής, έμεναν ήσυχοι και δεν επερίμεναν επίθεσιν, οι Λακεδαιμόνοι επωφελήθησαν της ευκαρίας δια να διαπράξουν την αδικίαν εκείνην αιφνιδιαστικώς. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, ανταπήντησαν ότι οι Ηλείοι δεν ώφειλαν ν’ ανακοινώσουν καθόλου εις την Λακεδαίμονα την εκεχειρίαν, εάν ενόμιζαν ότι αυτή είχε παραβιασθή, αλλ’ ανεκοίνωσαν αυτήν, διότι δεν είχαν τότε τοιαύτην ιδέαν και έκτοτε πάσα κατ’ αυτών εχθροπραξία έπαυσεν. Οι Ηλείοι όμως επέμεναν εις την γνώμην των, ότι ηδικήθησαν υπό των Λακεδαιμονίων και ότι τα περι του εναντίου επιχερήματα τούτων δεν ημπορούσαν να τους πείσουν. Αλλ’ ότι αν ήθελαν να τους αποδώσουν το Λέπρεον, όχι μόνον εδέχοντο να παραιτηθούν του ανήκοντος εις αυτούς μέρους του προστίμου, αλλά και να πληρώσουν οι ίδιοι αντ’ εκείνων το μέρος αυτού, το ανήκον εις τον θεόν.
50. Αποκρουσθείσης και της προτάσεως ταύτης, οι Ηλείοι επρότειναν πάλιν εις τους Λακεδαιμονίους να μην αποδώσουν μεν το Λέπρεον, εάν επέμεναν εις την άρνησίν των, αφού όμως επεθύμουν ζωηρώς να τους επιτραπή η ελευθέρα είσοδος του ναού του Ολυμπίου Διός, ν’ αναβούν εις τον βωμόν αυτού και υποσχεθούν ενόρκως ενώπιον όλων των Ελλήνων, ότι πράγματι θα καταβάλουν το πρόστιμον βραδύτερον. Αλλ’ επειδή ούτε την πρότασιν ταύτην εδέχθησαν, οι Λακεδαιμόνιοι απεκλείσθησαν από τον ναόν, τας θυσίας και τους αγώνας, και περιωρίσθησαν να προσφέρουν τας θυσίας των εις την ιδίαν αυτών πόλιν, ενώ οι λοιποί Έλληνες, πλην των Λεπρεατών, έγιναν δεκτοί. Οι Ηλείοι όμως, φοβούμενοι μήπως οι Λακεδαιμόνιοι θελήσουν δια της βίας να εισέλθουν εις τον ναόν και προσφέρουν θυσίας, συνεκρότησαν φρουράν εκ των νεωτέρων ενόπλων ανδρών. Εις βοήθειαν τούτων ήλθαν και χίλιοι Αργείοι, χίλιοι Μαντινείς και μερικοί Αθηναίοι ιππείς, οι οποίοι ανέμεναν εις την Αρπίνην (απέχουσαν είκοσι στάδια από την Ολυμπίαν) την τέλεσιν της εορτής. Οι μετέχοντες της πανηγύρεως κατείχοντο υπό μεγάλου φόβου μήπως οι Λακεδαιμόνιοι έλθουν να επιβληθούν δια των όπλων, και ο φόβος των ηύξησεν, όταν ο Λακεδαιμόνιος Λίχας, υιός του Αρκεσιλάου, ετραυματίσθη υπό των ραβδούχων εντός του στίβου, λόγω του ότι αποκλεισθείς ως Λακεδαιμόνιος από τον κατάλογον των μελλόντων ν’ αγωνισθούν, είχε καταχωρίσει το άρμα του, συρόμενον υπό ζεύγους ίππων, εις όνομα του δημοσίου των Βοιωτών. Όταν δε τούτο ανεκηρύχθη νικητής, προχωρήσας εις τον στίβον, εστεφάνωσε τον ηνίοχον, θέλων να δείξη ότι το άρμα ήτον ιδικόν του. Το επεισόδιον τούτο κατετρόμαξεν έτι μάλλον τον κόσμον και ενόμισαν, ότι κάτι σοβαρόν θα συμβή. Οι Λακεδαιμόνιοι όμως έμειναν ήσυχοι, και ούτως η εορτή διεξήχθη άνευ περαιτέρω επεισοδίων. Μετά την εορτήν των Ολυμπίων, οι Αργείοι ήλθαν μετά των άλλων συμμάχων των εις την Κόρινθον, δια να πείσουν τους Κορινθίους να λάβουν μέρος εις τη συμμαχίαν. Και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων έτυχαν ωσαύτως να ευρίσκωνται εκεί. Μετά μακράς όμως διαπραγματεύσεις, εις ουδέν κατέληξαν, και ένεκα επισυμβάντος σεισμού, οι πρέσβεις των διαφόρων πόλεων επέστρεψαν εις τα ίδια. Και το θέρος έληξε.

51.
Μάχη μεταξύ Ηρακλειωτών και Αινιάνων
Κατά τον επόμενον χειμώνα έλαβε χώραν μάχη μεταξύ των Ηρακλειωτών της Τραχίνος και των Αινιάνων, Δολόπων, Μηλιέων και τινών Θεσσαλών. Διότι οι λαοί ούτοι εγειτόνευαν και διέκειντο εχθρικώς προς την Ηράκλειαν, της οποίας η οχύρωσις αποκλειστικόν σκοπόν είχε την κατ’ αυτών απειλήν. Και ευθύς εξ αρχής της ιδρύσεώς της, εκηρύχθησαν εχθροί της και ηρήμωναν αυτήν όσον ηδύναντο, τώρα ενίκησαν τους Ηρακλειώτας κατά την συγκροτηθείσαν μάχην, εφονεύθησαν δε και άλλοι Ηρακλειώται, και ο Λακεδαιμόνιος Ξενάρης, υιός του Κνίδιος, διοικητής της πόλεως. Ούτως έληξεν ο χειμών και συγχρόνως το δωδέκατον έτος του πολέμου.
Έτος 13ον : 419 – 418 π.Χ.
52.
Οι Βοιωτοί καταλαμβάνουν την Ηράκλειαν
Ευθύς κατά την αρχήν του επομένου θέρους, οι Βοιωτοί κατέλαβαν την Ηράκλειαν, η οποία μετά την μάχην υφίστατο μεγάλας ερημώσεις, και απέπεμψαν τον Λακεδαιμόνιον Ηγησιππίδαν δια κακήν άσκησιν της αρχής. Εις την κατάληψιν προέβησαν εκ φόβου μήπως οι Αθηναίοι, επωφελούμενοι της ανησυχίας και ταραχής, εις την οποίαν ευρίσκοντο οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα των πραγμάτων της Πελοποννήσου, τους προκαταλάβουν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, ηγανάκτησαν κατ’ αυτών.
Ο Αθηναίος Αλκιβιάδης πείθει τους Πατρείς να ιδρύσουν τείχος
Κατά την διάρκειαν του αυτού θέρους, ο Αλκιβιάδης, υιός του Κλεινίου, εις των Αθηναίων στρατηγών, ενεργών εκ συμφώνου με τους Αργείους και τους συμμάχους των, ήλθεν εις την Πελοπόννησον, επί κεφαλής ολίγων Αθηναίων οπλιτών και τοξοτών. Παραλαβών δε μεθ’ εαυτού και στρατιωτικήν δύναμιν εκ των εκεί συμμάχων, και διερχόμενος την Πελοπόννησον μετά του στρατού του, όχι μόνον τας υποθέσεις της συμμαχίας ερρύθμισεν αλλά και τους Πατρείς έπεισε να κατασκευάσουν τείχος, εκτεινόμενον μέχρι της θαλάσσης, και ο ίδιος σκοπόν είχε να κατασκευάση φρούριον εις το Ρίον της Αχαΐας. Αλλ’ οι Κορίνθιοι, οι Συκυώνιοι και άλλοι, δια τους οποίους η κατασκευή του φρουρίου τούτου απετέλει απειλήν, προσδραμόντες, ημπόδισαν αυτήν.
53.
Πόλεμος μεταξύ των Αργείων και των Επιδαυρίων
Κατά το αυτό θέρος, εξερράγη πόλεμος μεταξύ Επιδαυρίων και Αργείων. Ως πρόφασις υπήρξεν η άρνησις των Επιδαυρίων ν’ αποστείλουν τα θύματα, τα οποία υπεχρεούντο να παρέχουν ως μίσθωμα νομής εις τον ναόν του Πυθαίου Απόλλωνος, επί του οποίου οι Αργείοι ήσκουν την ανωτάτην επιμέλειαν. Αλλά και ανεξαρτήτως της αιτιάσεως ταύτης, ο Αρκιβιάδης και οι Αργείοι έκριναν σκόπιμον να εξαναγκάσουν, ει δυνατόν, την Επίδαυρον να εισέλθει εις την συμμαχίαν των, διότι ενόμιζαν ότι τοιουτοτρόπως και την ουδετερότητα της Κορίνθου εξησφάλιζαν και η μεταφορά επικουριών εκ της Αιγίνης προς τους συμμάχους θα ήτο δια τους Αθηναίους συντομωτέρα παρά αν εγίνετο δια του περίπλου του ακρωτηρίου Σκυλλαίου. Ως εκ τούτου, οι Αργείοι παρεσκευάζοντο να εισβάλουν αυτοί εις το έδαφος της Επιδαύρου, όπως εκβιάσουν την παροχήν του οφειλομένου θύματος.
54. Αλλά περί την αυτήν εποχήν και οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν με όλας των τας δυνάμεις, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Άγιδος, υιού του Αρχιδάμου. Είχαν δε προχωρήσει μέχρι των Λεύκτρων, πόλεως κειμένης εις τα προς το όρος Λύκαιον όρια της χώρας των, χωρίς κανείς να γνωρίζη, ούτε αυταί αι Λακωνικαί πόλεις, αι μετέχουσαι της εκστρατείας, που αυτή διηυθύνετο. Αλλ επειδή αι θυσίαι των δια την διάβασιν των συνόρων δεν απέβησαν ευνοϊκαί, επέστρεψαν εις τα ίδια και διεμήνυσαν προς τους συμμάχους όπως μετά παρέλευσιν του προσεχούς μηνός (ο οποίος ήτο ο Καρνείος μην, θεωρούμενος ιερός υπό των Δωριέων), ετοιμασθούν δι’ εκστρατείαν. Μετά την αποχώρησιν τον στρατού των Λακεδαιμονίων, οι Αργείοι, εκστρατεύοντες την εικοστήν εβδόμην του μηνός του προηγουμένου του Καρνείου, και τηρήσαντες την ημέραν ταύτην καθ’ όλην την διάρκειαν της εκστρατείας, εισέβαλαν εις το έδαφος της Επιδαύρου και ηρήμωναν αυτό. Οι Επιδαύριοι επεκαλούντο την βοήθειαν των συμμάχων, εκ των οποίων άλλοι μεν ηρνήθησαν να έλθουν, προφασιζόμενοι την ιερότητα του μηνός, άλλοι δε, ελθόντες μέχρι των ορίων της Επιδαυρίας, έμειναν εκεί αδρανούντες.
55. Ενώ οι Αργείοι ήσαν εις το έδαφος της Επιδαύρου, συνήλθαν εις την Μαντίνειαν, συνεπεία πρωτοβουλίας των Αθηναίων, πρέσβεις εκ των διαφόρων πόλεων. Κατά την γενομένην συνδιάσκεψιν, ο Κορίνθιος Ευφαμίδας παρετήρησεν ότι οι λόγοι των δεν συμφωνούν με τα έργα, διότι, ενώ αυτοί συνδιεσκέπτοντο περί ειρήνης, οι Επιδαύριοι με τους συμμάχους των και οι Αργείοι αντιμετώπιζαν αλλήλους ένοπλοι. Ώφειλαν λοιπόν να μεταβούν πρώτον εις τα στρατόπεδα αμφοτέρων και πείσουν αυτούς ν αποστρατευθούν, και αφού επιτύχουν τούτο, επαναλάβουν τας περί ειρήνης διαπραγματεύσεις. Η πρότασις αυτή έγινε δεκτή και μεταβάντες οι πρέσβεις έπεισαν τους Αργείους ν’ απέλθουν εκ της Επιδαυρίας. Αλλ’ ότε ακολούθως η συνδιάσκεψις επανελήφθη, δεν κατώρθωσαν ουδέ τότε να φθάσουν εις οριστικήν συνεννόησιν, και οι Αργείοι εισέβαλαν και πάλιν εις την Επιδαυρίαν και ηρήμωναν αυτήν. Αλλά και οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν μέχρι των Καρυών. Επειδή όμως ούτε εδώ υπήρξαν ευνοϊκαί αι θυσίαι δια την διάβασιν των συνόρων, επέστρεψαν εις τα ίδια. Και οι Αργείοι, αφού ηρήμωσαν το τρίτον περίπου της Επιδαυρίας, απήλθαν εις τα ίδια. Χίλιοι οπλίται Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Αλκιβιάδου, είχαν έλθει προς βοήθειάν των, όταν έμαθαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν εκστρατεύσει αλλ’ επειδή δεν υπήρχε πλέον ανάγκη αυτών, απήλθαν. Και ούτως έληξε το θέρος.
Έτος 14ον : 418 – 417 π.Χ.

56.
Οι Λακεδαιμόνιοι βοηθούν τους Επιδαυρίους
Κατά τον επόμενον χειμώνα, αι Λακεδαιμόνιοι, διαφυγόντες την προσοχήν των Αθηναίων, έπεμψαν δια θαλάσσης εις την Επίδαυρον φρουράν τριακοσίων ανδρών, υπό την αρχηγίαν του Ηγησιππίδα. Οι Αργείοι ήλθαν εις τας Αθήνας και παρεπονέθησαν ότι εναντίον της διατάξεως της μεταξύ αυτών συνθήκης, της οριζούσης ότι οι σύμμαχοι δεν θα επιτρέψουν την δια του εδάφους των διέλευσιν εμπολέμου δυνάμεως, οι Αθηναίοι άφισαν τους Λακεδαιμονίους να παραπλεύσουν τας ακτάς που τους ανήκαν. Και εκτός εάν μετέφεραν εις την Πήλον τους Μεσσηνίους και τους Είλωτας, ως αντίποινα κατά των Λακεδαιμονίων, θα εθεώρουν εαυτούς αδικουμένους. Οι Αθηναίοι κατά συμβουλήν του Αλκιβιάδου, έγραψαν εις το κάτω μέρος της στήλης εις την οποίαν ήτο αναγεγραμμένη η προς τους Λακεδαιμονίους συνθήκη ειρήνης, ότι οι τελευταίοι δεν ετήρησαν τους όρκους των, και μετέφεραν εις την Πύλον εκ Κραναίας τους Είλωτας, δια να ενεργούν ληστρικάς επιδρομάς επί του Λακωνικού εδάφους, αλλά δεν έλαβαν περαιτέρω μέτρα. Κατά την διάρκειαν του χειμώνος, εξηκολούθησεν ο μεταξύ Αργείων και Επιδαυρίων πόλεμος, αλλά μάχη μεν εκ παρατάξεως ουδεμία έγινε, ενέδραι δε μόνον και επιδρομαί κατά τας οποίας υφίσταντο απωλείας άλλοτε το εν και άλλοτε το άλλο μέρος. Όταν ετελείωνεν ο χειμών και επέκειτο το έαρ, οι Αργείοι επήλθαν κατά της Επιδαύρου, φέροντες κλίμακας, διότι, ενόμιζαν ότι ένεκα του πολέμου ήτο έρημος υπερασπιστών και θα την κατελάμβαναν δι’ εφόδου. Αλλ’ απέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι. Και ούτως έληξεν ο χειμών και συγχρόνως το δέκατον τρίτον έτος του πολέμου.
57. Κατά τα μέσα του επομένου θέρους, οι Λακεδαιμόνιοι βλέποντες ότι οι σύμμαχοι αυτών Επιδαύριοι εταλαιπωρούντο και ότι εκ των λοιπών πόλεων της Πελοποννήσου άλλαι μεν είχαν ήδη αποσπασθή απ’ αυτούς, ενώ άλλων αι διαθέσεις ήσαν δυσμενείς, και νομίσαντες ότι αν δεν σπεύσουν να προλάβουν, η κατάστασις θα επεδεινούτο, εξεστράτευσαν κατά του Άργους με όλας των τας δυνάμεις, περιλαμβανομένων και των Ειλώτων, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως αυτών Άγιδος, υιού του Αρχιδάμου. Της εκστρατείας μετέσχον και οι Τεγεάται και όσοι άλλοι εκ των Αρκάδων ήσαν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Οι λοιποί σύμμαχοί των εκ της άλλης Πελοποννήσου και εκτός αυτής συνεκεντρώθησαν εις την Φλειούντα, όπου προσήλθαν Βοιωτοί μεν πέντε χιλιάδες οπλίται, ισάριθμοι ψιλοί, πεντακόσιοι ιππείς και ισάριθμοι άνιπποι (ωκύποδες πεζοί), Κορίνθιοι δε δύο χιλιάδες οπλίται, και διάφορα αποσπάσματα εκ των άλλων πόλεων. Οι Φλειάσιοι όμως προσήλθαν πανστρατιά, λόγω του ότι η συγκέντρωσις εγίνετο επί του εδάφους των.
58. Οι Αργείοι, οι οποίοι, είχαν πληροφορηθή εγκαίρως τας παρασκευάς των Λακεδαιμονίων, ήδη, ότε ούτοι εβάδιζαν προς την Φλειούντα, διά να ενωθούν με τους λοιπούς, εξεστράτευσαν και αυτοί. Εις βοήθειάν των είχαν προσέλθει οι Μαντινείς μετά των συμμάχων των και τρείς χιλιάδες Ηλείοι οπλίται. Κατά την πορείαν των, συνηντήθησαν με τους Λακεδαιμονίους εις το έδαφος του Μεθυδρίου της Αρκαδίας. Οι δύο στρατοί κατέλαβαν ανά ένα λόφον. Οι Αργείοι ητοιμάζοντο να επιτεθούν κατά των Λακεδαιμονίων, επωφελούμενοι του γεγονότος ότι δεν είχαν ενωθή ακόμη μετά των συμμάχων των, αλλ’ ο Άγις εξεκίνησε με τον στρατόν του εν καιρώ νυκτός, και χωρίς να εννοηθή εβάδισε προς την Φλειούντα, όπως ενωθή με τους εκεί συμμάχους. Οι Αργείοι, αντιληφθέντες τούτο κατά τα εξημερώματα, προήλασαν πρώτον μεν προς το Άργος, έπειτα δε δια της οδού προς την Νεμέαν, δια της οποίας επερίμεναν ότι θα καταβούν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των εις την πεδιάδα. Αλλ’ ο Άγις, αντί ν’ ακολουθήση την οδόν αυτήν, από την οποίαν επεριμένετο, εξέδωκε διαταγήν πορείας επί τη βάσει της οποίας αυτός μεν επί κεφαλής των Λακεδαιμονίων, Αρκάδων και Επιδαυρίων, πορευθείς δι’ άλλης δυσβάτου οδού, κατέβη εις την πεδιάδα του Άργους. Οι δε Κορίνθιοι, Πελληνείς και Φλειάσιοι ηκολούθησαν άλλην απότομον ατραπόν, ενώ η προς τους Βοιωτούς, Μεγαρείς και Σικυωνίους διαταγή του Άγίδος ήτο να κατέρχωνται δια της οδού της Νεμέας, όπου ήσαν στρατοπεδευμένοι οι Αργείοι, όπως επιτεθούν κατ’ αυτών δια του ιππικού εκ των νώτων, εις περίστασιν καθ’ ην ούτοι θα επετίθεντο κατ’ αυτού, προελαύνοντες δια της πεδιάδος. Δώσας τας διαταγάς ταύτας ο Άγις, κατήλθεν εις την πεδιάδα και ήρχισεν ερημώνων την Σάμινθον και άλλα μέρη.

59.
Ανακωχή μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αργείων, ενώ ούτοι είναι έτοιμοι να συγκρουσθούν
Είχεν ήδη εξημερώσει, ότε οι Αργείοι, αντιληφθέντες την κίνησιν ταύτην του εχθρού, προσέτρεξαν κατ’ αυτού εκ της Νεμέας, και συναντήσαντες αιφνιδίως τον στρατόν των Κορινθίων και Φλειασίων, εφόνευσαν ολίγους εκ των Φλειασίων, υποστάντες και αυτοί εκ μέρους των Κορινθίων απώλειας όχι πολύ μεγαλυτέρας. Οι Βοιωτοί, οι Μεγαρείς και οι Σικυώνιοι προήλασαν, σύμφωνα με τας διαταγάς των, επί της οδού προς την Νεμέαν, όπου όμως δεν ευρήκαν πλέον τους Αργείους, οι οποίοι είχαν καταβή εν τω μεταξύ εις την πεδιάδα και βλέποντες τα κτήματά των ερημούμενα, παρετάσσοντο προς μάχην. Και οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο να τους αντιμετωπίσουν. Οι Αργείοι ευρίσκοντο ούτω περικυκλωμένοι, διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι και το μετ’ αυτών τμήμα του συμμαχικού στρατού απέκοπταν εις αυτούς την μετά της πόλεως επικοινωνίαν εκ της πεδιάδος, οι Κορίνθιοι, οι Φλειάσιοι και οι Πελληνείς απέκοπταν αυτούς εκ των υψωμάτων, οι Βοιωτοί, οι Σικυώνιοι και οι Μεγαρείς εκ της διευθύνσεως της Νεμέας. Οι Αθηναίοι, άλλωστε, μόνοι εκ των συμμάχων δεν είχαν ακόμη φθάσει, και ως εκ τούτου οι Αργείοι εστερούντο ιππικού. Οι πολλοί των Αργείων και των συμμάχων των εθεώρουν ότι η θέσις των δεν ήτο και τόσον κακή, ενόμιζαν μάλιστα ότι η μάχη θα διεξήγετο υπό ευνοϊκάς περιστάσεις και ότι είχαν απομονώσει τους Λακεδαιμονίους επί του ιδίου εαυτών εδάφους και πλησίον της πόλεως. Αλλά δύο εκ των Αργείων, ο Θράσυλλος, εις από τους πέντε στρατηγούς, και ο Αλκίφρων πρόξενος των Λακεδαιμονίων, ενώ ήδη επέκειτο η σύγκρουσις των δυο στρατών, προσελθόντες προς τον Άγιν, συνδιελέχθησαν μετ’ αυτού, συνιστώντες να μη προκαλέση αιματοχυσίαν, καθόσον οι Αργείοι ήσαν έτοιμοι, εάν οι Λακεδαιμόνιοι διατυπώσουν κατ’ αυτών παράπονα, να δεχθούν αμερόληπτον διαιτησίαν, και συνομολογήσουν συνθήκην ειρήνης δια το μέλλον.
60. Οι εν λόγω Αργείοι ωμίλησαν εξ ιδίας των πρωτοβουλίας και χωρίς να έχουν εντολήν του λαού. Και ο Άγις, δεχθείς τας προτάσεις των μόνος, χωρίς την συγκατάθεσιν της πλειοψηφίας των ηγετών των συμμαχικών αποσπασμάτων, και χωρίς καν να προκαλέση προηγουμένως κοινήν σύσκεψιν, αλλά περιορισθείς να συνεννοηθή με ένα μόνον εκ των Λακεδαιμονίων αρχόντων, των συνοδευόντων την εκστρατείαν, συνωμολόγησεν ανακωχήν τεσσάρων μηνών, εντός των οποίων ώφειλαν οι Αργείοι να εκτελέσουν τα συμφωνηθέντα, και απέσυρεν ευθύς τον στρατόν, χωρίς να δώση καμμίαν εξήγησιν προς τους άλλους συμμάχους. Οι Λακεδαιμόνιοι, και οι σύμμαχοι ηκολούθησαν μεν τας διαταγάς του, εκ σεβασμού προς τον νόμον, αλλ’ εμέμφοντο αυστηρώς μεταξύ των τον Άγιν, διότι επίστευαν ότι ενώ τους εδόθη ευκαιρία να συνάψουν μάχην υπό περιστάσεις ευνοϊκάς και ενώ οι εχθροί ήσαν περικυκλωμένοι πανταχόθεν υπό πεζικού και ιππικού, επέστρεφαν εις τα ίδια, χωρίς να κατορθώσουν τίποτε άξιον των προπαρασκευών των. Διότι ουδέποτε μέχρι τούδε είχε συγκεντρωθή επί το αυτό λαμπρότερος Ελληνικός στρατός, και τούτο έγινεν ιδίως καταφανές, όταν το σύνολον των δυνάμεων ευρίσκετο εις την Νεμέαν. Απετελείτο δ’ ο στρατός ούτος από τας δυνάμεις της Λακεδαίμονος και επί πλέον από Αρκάδας και Βοιωτούς και Κορινθίους και Σικυωνίους και Πελληνείς και Φλειασίους και Μεγαρείς, όλους άνδρας επιλέκτους εξ εκάστης των πόλεων τούτων. Και η δύναμις αυτού εκρίνετο ικανή να καταβάλη όχι μόνον τον συμμαχικόν σύνδεσμον των Αργείων, αλλά και άλλον τοιούτον, ο οποίος τυχόν θα προσετίθετο. Ούτω τα διάφορα στρατιωτικά αποσπάσματα ανεχώρησαν επιστρέφοντα εις τα ίδια, όπου και διελύθησαν, μεμφόμενα τον Άγιν. Αλλά και οι Αργείοι εμέμφοντο ακόμη αυστηρότερα τους συνομολογήσαντας την ανακωχήν άνευ αδείας του δήμου, διότι επίστευαν και εκείνοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι τους διέφυγαν, διότι ουδέποτε καλλίτερα περίστασις ήτο δυνατόν να τους παρουσιασθή, αφού η μάχη θα εδίδετο πλησίον της πόλεώς των και θα συνηγωνίζοντο μετά πολλών και γενναίων συμμάχων. Και δια τούτο κατά την επιστροφήν των, ότε ευρίσκοντο εις τον Χάραδρον, όπου δικάζουν τα στρατιωτικά αδικήματα προ της εισόδου των εις την πόλιν, ήρχισαν λιθοβολούντες τον Θράσυλλον. Και ούτος μεν, καταφυγών εις τον βωμόν εσώθη, η περιουσία του όμως δημεύθη.
61.
Οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι αυτών καταλαμβάνουν τον Αρκαδικόν Ορχομενόν
Μετ’ ολίγον έφθασεν εξ Αθηνών επικουρία χιλίων οπλιτών και τριακοσίων ιππέων, υπό την αρχηγίαν του Λάχητος και του Νικοστράτου. Οι Αργείοι, μολονότι δυσηρεστημένοι κατά της ανακωχής, δεν ήθελαν εν τούτοις να την διαρρήξουν. Δια τούτο συνέστησαν εις τους Αθηναίους να απέλθουν, και ηρνούντο να τους παρουσιάσουν προ του δήμου, με τον οποίον ήθελαν να συνεννοηθούν, μέχρις ότου οι Μαντινείς και οι Ηλείοι, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη αναχωρήσει, τους εξηνάγκασαν προς τούτο δια των επιμόνων παρακλήσεών των. Οι Αθηναίοι τότε, δια του Αλκιβιάδου. ο οποίος είχεν έλθει ως πρεσβευτής, υπεστήριξαν ενώπιον των Αργείων και των λοιπών συμμάχων, ότι κακώς συνωμολογήθη η ανακωχή, άνευ της γνώμης των άλλων συμμάχων και τώρα ότε οι ίδιοι έφθασαν εις κατάλληλον ώραν, ώφειλαν να επαναλάβουν τας εχθροπραξίας. Οι σύμμαχοι, πεισθέντες από τα επιχειρήματά των, εβάδισαν ευθύς κατά του Αρκαδικού Ορχομενού πάντες, πλην των Αργείων, οι οποίοι, μολαταύτα πησθέντες, δεν ηκολούθηοαν ευθύς αμέσως, ήλθαν όμως και αυτοί ακολούθως. Και στρατοπεδεύσαντες πάντες πλησίον της πόλεως, ήρχισαν πολιορκούντες αυτήν και ενεργούντες επανειλημμένας εφόδους. Εις τους άλλους λόγους δια τους οποίους επεδίωκαν να την καταλάβουν, προσετίθετο και το γεγονός ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν τοποθετημένους εκεί προς φύλαξιν ομήρους εκ της Αρκαδίας. Οι Ορχομένιοι, φοβηθέντες μήπως ένεκα της αδυναμίας του τείχους των και του πλήθους του εχθρικού στρατού καταστραφούν, πριν έλθη κανείς προς βοήθειάν των, εσυνθηκολόγησαν, υπό τον όρον να εισέλθουν εις την συμμαχίαν, να δώσουν ομήρους εκ της πόλεώς των προς τους Μαντινείς και να παραδώσουν εκείνους τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι είχαν τοποθετήσει εκεί προς φύλαξιν.
62.
Οι Αργείοι και οι σύμμαχοί των στρέφονται κατά της Τεγέας
Μετά την κατάληψιν του Ορχομενού, οι σύμμαχοι εσκέπτοντο κατά τίνος μέρους έπρεπε να στραφούν πρώτον. Και οι μεν Ηλείοι εζήτουν να στραφούν κατά του Λεπρέου, οι δε Μαντινείς κατά της Τεγέας. Οι Αργείοι και οι Αθηναίοι ετάχθησαν με το μέρος των Μαντινέων. Οι Ηλείοι, αγανακτήσαντες ότι απερρίφθη η κατά του Λεπρέου προέλασις, επέστρεψαν εις τα ίδια, ενώ οι λοιποί σύμμαχοι ήρχισαν παρασκευαζόμενοι εις την Μαντίνειαν δια την επίθεσιν κατά της Τεγέας, μερικοί μάλιστα των κατοίκων της οποίας υπέσχοντο να την παραδώσουν.
63.
Οι Λακεδαιμόνιοι σπεύδουν να βοηθήσουν την Τεγέαν
Οι Λακεδαιμόνιοι, επιστρέψαντες εις τα ίδια μετά την συνομολόγησιν της τετραμήνου ανακωχής, εμέμφοντο πικρώς τον Άγιν, ως μη κατακτήσαντα το Άργος, ενώ παρουσιάσθη προς τούτο ευκαιρία, ομοία της οποίας, όπως αυτοί ενόμιζαν, ουδέποτε άλλοτε είχε παρουσιασθή. Διότι δεν ήτο εύκολον να συγκεντρώση τις τόσον πολυάριθμον και τόσον λαμπρόν συμμαχικόν στρατόν. Αλλ’ όταν έφθασε η είδησις περί της πτώσεως του Ορχομενού, ήρχισαν πλέον εξεγειρόμενοι πολύ περισσότερον και παρασυρόμενοι υπό του πλήθους, απεφάσισαν δ’ αμέσως, παρά την συνήθειάν των, ότι έπρεπε να κατεδαφίσουν την οικίαν του Άγιδος και του επιβάλουν πρόστιμον εκατόν χιλιάδων δραχμών. Αλλ’ ούτος τους παρεκάλει θερμώς να μη προβούν εις την τιμωρίαν του, διότι θα εξηγόραζε το σφάλμα του δια γενναίας πράξεως, εις προσεχή εκστρατείαν. Εαν δε δεν κατώρθωνε τούτο, τότε ας κάμουν ό,τι θέλουν. Οι Λακεδαιμόνιοι ανέβαλαν μεν το πρόστιμον και την κατεδάφισιν της οικίας, αλλ’ εκ της αφορμής αυτής εψήφισαν νόμον πρωτοφανή εις την ιστορίαν των. Εξέλεξαν ως συμβούλους αυτού δέκα Σπαρτιάτας, άνευ της συγκαταθέσεως των οποίων ούτε καν να εκκινήση εκ της πόλεως επί κεφαλής του στρατού δεν του ήτο επιτετραμμένον.
64. Εν τω μεταξύ, οι Τεγεάται φίλοι των τους διαμήνυσαν ότι αν δεν έλθουν εσπευσμένως, η Τεγέα θ’ αποσπασθή, και παρ’ ολίγον να είχεν ήδη αποσπασθή απ’ αυτούς, δια να προσέλθη εις τους Αργείους και τους συμμάχους των. Μόλις ελήφθη η είδησις αυτή, οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν με όλας των τας δυνάμεις, περιλαμβανομένων και των Ειλώτων, με ταχύτητα απαραδειγμάτιστον μέχρι τούδε. Ενώ δε διηυθύνοντο προς το Ορέσθειον της Μαιναλίας, παρήγγειλαν προς τους συμμάχους των της Αρκαδίας, αφού συγκεντρωθούν, ν’ ακολουθήσουν αυτούς κατά πόδας εις την Τεγέαν. (Φθάσαντες εις το Ορέσθειον απέστειλαν οπίσω το έκτον της δυνάμεώς των, αποτελούμενον από τους πρεσβυτέρους και τους νεωτέρους, δια να φυλάττουν την Λακωνικήν, και με τον υπόλοιπον στρατόν έφθασαν εις την Τεγέαν. Μετ’ ολίγον προσήλθαν και, οι Αρκάδες σύμμαχοι. Έπεμψαν συγχρόνως προς τους Κορινθίους, τους Βοιωτούς, τους Φωκείς και τους Λοκρούς, προσκαλούντες αυτούς εσπευσμένως να αποστείλουν επικουρίαν εις την Μαντί-νειαν. Αλλ η πρόσκλησις ήτο δια τους συμμάχους απρόοπτος, και, εξ άλλου, δια να προσέλθουν, έπρεπε να διέλθουν δια παρεμπίπτοντος εχθρικού εδάφους, το οποίον δεν ήτο εύκολον, πριν περιμείνουν αλλήλους και συγκεντρωθούν. Εν τούτοις, ενήργουν όσον ηδύναντο ταχύτερον. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, παραλαβόντες μεθ’ εαυτών τους ήδη προσελθόντας συμμάχους εκ της Αρκαδίας, εισέβαλαν εις το έδαφος της Μαντινείας, και στρατοπεδεύσαντες πλησίον του ναού του Ηρακλέους, ήρχισαν ερημώνοντες την χώραν.
65. Ευθύς ως οι Αργείοι και οι σύμμαχοί των τους είδαν, κατέλαβαν θέσιν οχυράν και δυσπρόσιτον, όπου παρετάχθησαν εις μάχην. Οι Λακεδαιμόνιοι προήλασαν κατ αυτών άνευ αναβολής, και είχαν φθάσει εις απόστασιν βολής λίθου και ακοντίου, ότε εις εκ των πρεσβυτέρων, βλέπων ότι επετίθεντο εναντίον θέσεως οχυράς, εφώναξε προς τον Άγιν, ότι ζητεί να θεραπεύση κακόν δια κακού, εννοών δια τούτου ότι ο παρών άκαιρος ζήλος του σκοπόν είχε να επανορθώση το σφάλμα της εξ Άργους υποχωρήσεώς του. Ο Άγις, είτε ένεκα της κραυγής αυτής, είτε και διότι ο ίδιος μετέβαλεν αιφνιδίως σκέψιν, απέσυρε πάλιν εσπευσμένως τον στρατόν πριν συμπλακή. Και φθάσας εις τα όρια του εδάφους της Τεγέας, ήρχισε την αναγκαίαν εργασίαν δια να διοχετεύση εις το έδαφος της Μαντινείας τα ύδατα τα οποία είναι η κυρία αιτία πολέμων μεταξύ Μαντινέων και Τεγεατών, ως εκ της βλάβης που προξενούν εις το μέρος προς το οποίον στρέφεται το ρεύμα των. Ήθελε δια τούτου να εξαναγκάση τον επί του λόφου στρατοπεδευμένον εχθρόν να καταβή, όπως εμποδίση την εκτροπήν του ίδατος, άμα ως αντιληφθή αυτήν, και ούτω συνάψη την μάχην εις την πεδιάδα. Και αυτός μεν έμεινε κατά την ημέραν εκείνην εκεί πλησίον του ύδατος, απασχολούμενος εις την εκτροπήν αυτού. Οι Αργείοι, εξ άλλου, και οι σύμμαχοι αυτών κατ’ αρχάς εκπλαγέντες διότι ο εχθρός, φθάσας τόσον πλησίον, απεσύρθη αιφνιδίως, δεν εγνώριζαν τί να υποθέσουν. Έπειτα, όταν οι Λακεδαιμόνιοι απομακρυνόμενοι έπαυσαν να φαίνονται πλέον, αυτοί, εν τούτοις, ν’ αδρανούν και να μη τους καταδιώκουν, ήρχισαν τότε πάλιν να κατηγορούν τους στρατηγούς των. Δεν ήρκει, έλεγαν, ότι άφισαν προηγουμένως τους Λακεδαιμονίους να τους διαφύγουν, όταν τους είχαν τόσον καλά περικυκλωμένους πλησίον του Άργους, αλλά και τώρα που φεύγουν κανείς δεν τους καταδιώκει, αλλ’ εκείνοι μεν διαφεύγουν με όλην των την ησυχίαν, αυτοί δε προδίδονται. Οι στρατηγοί κατ’ αρχάς μεν εταράχθησαν, έπειτα όμως κατέβασαν τον στρατόν από τον λόφον και προχωρήσαντες εις την πεδιάδα, εστρατοπέδευσαν έτοιμοι να επιτεθούν κατά των εχθρών.

66.
Μάχη μεταξύ Λακεδαιμονίων, Αργείων και των συμμάχων των. Ήττα των Αργείων
Την επομένην, οι Αργείοι και οι σύμμαχοί των παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης, δια την περίπτωσιν, καθ’ ην θα συνηντώντο μετά του εχθρού. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, καθ όν χρόνον επανήρχοντο εκ του ύδατος εις το παρά τον ναόν του Ηρακλέους αρχικόν στρατόπεδόν των, βλέπουν πολύ πλησίον τον εχθρικόν στρατόν, εις απόστασιν τινα από του λόφου, παρατεταγμένον ήδη εις μάχην. Ουδέποτε οι Λακεδαιμόνιοι, εφ’ όσον ενθυμούντο, εδοκίμασαν ζωηροτέραν συγκίνησιν όσον εις την περίστασιν αυτήν, διότι δεν έπρεπε να χάσουν ουδέ στιγμήν, και ευθύς έσπευσαν να παραταχθούν, του βασιλέως Άγιδος δίδοντος τα διάφορα παραγγέλματα, σύμφωνα με τον νόμον. Διότι οσάκις ο βασιλεύς ασκεί την αρχιστρατηγίαν, όλαι αι διαταγαί δίδονται υπ’ αυτού, και αυτός μεν δίδει τας αναγκαίας γενικάς οδηγίας προς τους πολεμάρχους, οι πολέμαρχοι δε προς τους λοχαγούς, ούτοι προς τους πεντηκοντάρχους, ούτοι πάλιν προς τους ενωμοτάρχας και αυτοί προς την ενωμοτίαν. Κατά τον αυτόν τρόπον μεταβιβάζονται και τα αναγκαία παραγγέλματα, τα οποία ούτω φθάνουν ταχέως εις τον προορισμόν των, διότι ολόκληρος ο στρατός των Λακεδαιμονίων, εκτός μικρού μέρους, αποτελείται από αξιωματικούς έχοντας υπό τας διαταγάς των άλλους αξιωματικούς, και η επιμέλεια της εκτελέσεως των διαταγών ανήκει εις πολλούς.

67. Κατά την ημέραν εκείνην, το αριστερόν μεν αυτών κέρας απετέλεσαν οι Σκιρίται, οι οποίοι μόνοι μεταξύ των Λακεδαιμονίων έχουν ανέκαθεν το προνόμιον της θέσεως ταύτης. Πλησίον αυτών ετάχθησαν οι στρατιώται που είχαν υπηρετήρει εις την Χαλκιδικήν με τον Βρασίδαν και με αυτούς μερικοί νεοδαμώδεις (προσφάτως αποκτήσαντες τον τίτλον του ελευθέρου πολίτου). Μετ’ αυτούς ετάχθησαν κατά σειράν οι διάφοροι λόχοι αυτών των Λακεδαιμονίων, και πλησίον αυτών οι Ηραιείς εκ της Αρκαδίας και μετ’ αυτούς οι Μαινάλιοι. Εις το δεξιόν κέρας ετάχθησαν οι Τεγεάται και ολίγοι Λακεδαιμόνιοι, αποτελούντες το άκρον δεξιόν. Το ιππικόν ετάχθη εις τα δύο κέρατα. Αυτή ήτο η παράταξις των Λακεδαιμονίων. Το δεξιόν κέρας των αντιπάλων κατείχαν οι Μαντινείς, λόγω του ότι η μάχη επρόκειτο να διεξαχθή επι του εδάφους των. Πλησίον αυτών ετάχθησαν οι σύμμαχοι εκ της Αρκαδίας, έπειτα οι χίλιοι επίλεκτοι Αργείοι, εις τους οποίους η πόλις δια δημοσίας δαπάνης είχε παράσχει από πολλού τακτικήν στρατιωτικήν εκπαίδευσιν, και αμέσως παρ’ αυτούς οι λοιποί Αργείοι και μετ’ αυτούς οι σύμμαχοι αυτών Κλεωναίοι και Ορνεάται, έπειτα δ’ οι Αθηναίοι, κατέχοντες το έσχατον αριστερόν και υποστηριζόμενοι υπό του ιδίου αυτών ιππικού.
68. Τοιαύτη ήτο η παράταξις και η σύνθεσις των δύο στρατών. Ο των Λακεδαιμονίων ήτο καταφανώς πολυαριθμότερος. Αλλά τον αριθμόν, είτε των διαφόρων αποσπασμάτων, είτε της συνολικής δυνάμεως εκατέρων, δεν θα ημπορούσα ν’ αναγράψω μετ’ ακριβείας. Διότι ο αριθμός των Λακεδαιμονίων, ως εκ της μυστικότητος της κυβερνήσεώς των, ηγνοείτο, ενώ ο αριθμός τον οποίον έδιδαν περί της ιδίας αυτών δυνάμεως οι αντίπαλοι, δεν επιστεύετο, ως εκ της τάσεως των ανθρώπων να μεγαλουχούν δια την ιδίαν αυτών δύναμιν. Εν τούτοις ο επόμενος υπολογισμός επιτρέπει να υπολογίση τις την δύναμιν των Λακεδαιμονίων, η οποία εξεστράτευσε τότε. Εις την μάχην έλαβαν μέρος επτά λόχοι εκτός των Σκιριτών, των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις εξακοσίους. Έκαστος λόχος περιελάμβανε τέσσαρας πεντηκοστύας και εκάστη πεντηκοστύς τέσσαρας ενωμοτίας. Εις το μέτωπον εκάστης ενωμοτίας εμάχοντο τέσσαρες στρατιώται, ενώ το βάθος αυτών δεν ήτο ομοιόμορφον δι’ όλους, αλλ’ αφίνετο εις την διακριτικήν εξουσίαν εκάστου λοχαγού, γενικώς ειπείν όμως αι ενωμοτίαι ετάχθησαν επί οκτώ ζυγών κατά βάθος. Καθ’ όλον δε το μήκος του μετώπου, πλην των Σκιριτών, η πρώτη γραμμή απετελείτο από τετρακοσίους σαράντα οκτώ άνδρας.
69. Αλλά κατά την στιγμήν που επέκειτο η σύγκρουσις, έκαστος των στρατηγών απηύθυνε προς τους στρατιώτας του τας επομένας παραινέσεις: Προς τους Μαντινείς ελέχθη ότι επρόκειτο ν αγωνισθούν, όχι μόνον υπέρ πατρίδος, αλλά προς τούτοις υπέρ της διατηρήσεως των κατακτήσεών των ή της υποτελείας των, ότι δοκιμάσαντες και τα δύο δεν ήθελαν βέβαια να στερηθούν εκείνης ή να υποπέσουν πάλιν εις ταύτην. Προς τους Αργείους υπενθύμισαν ότι πρόκειται ν’ αγωνισθούν υπέρ της παλαιάς αυτών ηγεσίας και της ισότητος της επιρροής, της οποίας απήλαυαν ποτέ από κοινού μετά της Σπάρτης εις την Πελοπόννησον, ότι δεν έπρεπε ν’ ανεχθούν όπως στερηθούν αυτών δια παντός, και ότι ώφειλαν συγχρόνως να εκδικηθούν μισητούς γείτονας, οι οποίοι ηδίκησαν αυτούς κατ’ επανάληψιν. Προς τους Αθηναίους είπαν ότι ήτο ένδοξον πράγμα, αγωνιζόμενοι παρά το πλευρόν πολλών και γενναίων συμμάχων, να μη δειχθούν ουδενός κατώτεροι, και ότι αν ενίκων τους Λακεδαιμονίους εντός αυτής της Πελοποννήσου, όχι μόνον θα εξησφάλιζαν και θα επεξέτειναν την ηγεμονίαν των, αλλά και κανείς πλέον δεν θα υπήρχε φόβος να εισβάλη άλλος κανείς εις το έδαφός των. Και τοιαύται μεν υπήρξαν αι προς τους Αργείους και τους συμμάχους αυτών παραινέσεις. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, και δια των κατ’ ιδίαν συνδιαλέξεών των και δια των πολεμικών ασμάτων των παρεκίνουν αλλήλους να ενθυμούνται, ως αρμόζει εις γενναίους άνδρας, ό,τι είχαν μάθει, διότι εγνώριζαν ότι η σωτηρία των εστηρίζετο περισσότερον εις την προηγουμένην μακράν εξάσκησίν των παρά εις εύγλωττον παραίνεσιν, απευθυνομένην ολίγας στιγμάς προ της μάχης.
70. Μετά τούτο, οι δύο στρατοί εκινήθησαν εναντίον αλλήλων. Και οι μεν Αργείοι και οι σύμμαχοί των προήλαυναν με αποφασιστικότητα και ορμήν ασυγκράτητον, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι επροχώρουν βραδέως, κανονίζοντες το βήμα των προς τον ρυθμόν της μουσικής πολλών αυλητών, οι οποίοι κατά τα έθιμά των είχαν ιδίαν θέσιν εντός της παρατάξεως. Η μουσική αυτή δεν είχε χαρακτήρα θρησκευτικόν, αλλ’ απέβλεπεν εις το να βαδίζη ο στρατός μετά κανονικού και ρυθμικού βήματος και προλαμβάνεται ούτως η διάσπασις της παρατάξεως, η οποία επέρχεται συνήθως κατά τας προελάσεις μεγάλων στρατιωτικών μονάδων.
71. Αλλά πριν ακόμη, έλθουν εις χείρας, ιδού τί απεφάσισιεν ο Άγις. Όλοι ανεξαιρέτως οι στρατοί, καθ’ ην στιγμήν προελαύνουν, δια να έλθουν εις χείρας, έχουν την τάσιν να προεκτείνουν το δεξιόν των. Ως εκ τούτου, το δεξιόν αμφοτέρων των στρατών προεκτείνεται πέραν του απέναντι εχθρικού αριστερού, λόγω τουότι έκαστος στρατιώτης, φοβούμενος δια το ακάλυπτον πλευρόν του, ζητεί να καλύψη αυτό όπισθεν της ασπίδος του προς τα δεξιά του τεταγμένου στρατιώτου, και νομίζει ότι όσον πυκνοτέρα είναι η παράταξις, τόσον ασφαλεστέρα είναι η προφύλαξις. Υπεύθυνος κυρίως δια τούτο είναι ο πρωτοστάτης του δεξιού κέρατος, ο οποίος επιζητεί διαρκώς ν’ απομακρύνη το ακάλυπτον μέρος του σώματός του από την εχθρικήν προσβολήν, ενώ οι λοιποί, ένεκα του ιδίου φόβου, ακολουθούν το παράδειγμά του. Ούτω και εις την παρούσαν περίστασιν, οι Μαντινείς, δια του δεξιού κέρατος όπου ευρίσκοντο, υπερεφαλάγγιζαν κατά πολύ τους Σκιρίτας, και ακόμη περισσότερον υπερεφαλάγγιζαν τους Αθηναίους οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάται, λόγω της αριθμητικής υπεροχής των. Φοβηθείς ο Άγις μήπως κυκλωθή το αριστερόν του, και νομίσας ότι οι Μαντινείς είχαν υπερφαλαγγίσει αυτό μέχρι σημείου ανησυχητικού, διέταξε τους Σκιρίτας και τους στρατιώτας του Βρασίδα να κινηθούν προς τα αριστερά, απομακρυνόμενοι του κυρίου σώματος του στρατού, δια να εξισώσουν το μέτωπόν των προς το των Μαντινέων, και συγχρόνως, όπως πληρωθή το ούτω σχηματισθέν κενόν, παρήγγειλε τους πολεμάρχους Ιππονοϊδαν και Αριστοκλή να μεταφέρουν δύο λόχους εκ του δεξιού και τους εντάξουν εις αυτό. Δια της κινήσεως ταύτης ενόμιζεν ότι και εις το δεξιόν του θα έχη ακόμη υπεροχήν, και το απέναντι των Μαντινέων τμήμα της παρατάξεώς του θα εξησφαλίζετο.
72. Επειδή εν τούτοις η διαταγή εδόθη αιφνιδίως και καθ’ ην στιγμήν ήρχιζεν η συμπλοκή, όχι μόνον ο Αριστοκλής και ο Ιππονοΐδας ηρνήθησαν να εκτελέσουν την διαταχθείσαν κίνησιν (και δια το σφάλμα τούτο εξωρίσθησαν ύστερον εκ της Σπάρτης, θεωρηθέντες ότι επέδειξαν δειλίαν), αλλά και ο εχθρός προκατέλαβεν αυτούς διά της επιθέσεώς του και συνέβη ώστε, όταν ο Άγις, ως εκ της μη προσελεύσεως των δύο λόχων εις αντικατάστασιν των Σκιριτών, διέταξε τους τελευταίους τούτους να επανέλθουν εις την θέσιν των, αποκαθιστώντες πάλιν την συνέχειαν του μετώπου, ούτε αυτοί να είναι πλέον εις θέσιν να εκτελέσουν την κίνησιν ταύτην. Αλλ’ ενώ τοιουτοτρόπως οι Λακεδαιμόνιοι εφάνησαν την ημέραν εκείνην εντελώς υποδεέστεροι υπό έποψιν τακτικής, απέδειξαν ότι υπό έποψιν ανδρείας προ πάντων υπερτέρουν ουσιωδώς τους αντιπάλους των. Διότι, όταν ήλθαν εις χείρας προς τον εχθρόν, η δεξιά τούτου πτέρυξ, η αποτελούμενη από τους Μαντινείς, έτρεψεν εις φυγήν τους Σκιρίτας και τους στρατιώτας του Βρασίδα. Οι Μαντινείς και οι Αρκάδες σύμμαχοί των μετά των χιλίων επιλέκτων Αργείων, εισπεσόντες εις το κενόν, το οποίον δεν είχαν κατορθώσει να κλείσουν οι Λακεδαιμόνιοι, επροξένουν εις αυτούς φθοράν, και κυκλώσαντες το εκεί πορατεταγμένον μέρος αυτών, το απώθησαν και το ηνάγκασαν να καταφύγη μεταξύ των σκευαγωγών αμαξών του, όπου εφόνευσαν τινας των πρεσβυτέρων ανδρών, οι οποίοι ήσαν επιφορτισμένοι με την φύλαξιν τούτων. Ούτως, εις το μέρος τούτο οι Λακεδαιμόνιοι ενικώντο, αλλ’ ο λοιπός στρατός των, και μάλιστα το κέντρον, όπου ήτο ο βασιλεύς Άγις μετά των τριακοσίων σωματοφυλάκων των καλουμένων ιππέων, επέπεσαν κατά των πρεσβυτέρων εκ των Αργείων, οι οποίοι ονομάζονται Πεντάλοχοι, κατά των Κλεωναίων, των Ορνεατών και των Αθηναίων, όσοι ήσαν παρατεταγμένοι πλησίον των τελευταίων τούτων, και τους έτρεψαν εις φυγήν. Οι πολλοί μάλιστα εξ αυτών ούτε εσκέφθησαν καν περί αντιστάσεως, αλλά μόλις είδαν τους Λακεδαιμονίους επερχόμενους, ενέδωσαν, και μερικοί εξ αυτών κατεπατήθησαν αμοιβαίως ως εκ της σπουδής, με την οποίαν έφευγαν, δια να μη τους προφθάση ο εχθρός.
73. Αλλ’ ότε το μέρος τούτο του στρατεύματος των Αργείων και των συμμάχων των είχεν ενδώσει, ήρχισε συγχρόνως να διασπάται και το εκατέρωθεν μέρος της παρατάξεώς των, ενώ συγχρόνως η δεξιά πτέρυξ των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών, η οποία υπερεφαλάγγιζε τους Αθηναίους, ήρχισε περικυκλώνουσα αυτούς, εις τρόπον ώστε ηπειλούντο από διπλούν κίνδυνον, περικυκλούμενοι εις το εν μέρος και ηττηθέντες ήδη εις το άλλο. Και θα υπέφεραν περισσότερον από όλον το άλλο στράτευμα, εάν το συμπαριστάμενον ιππικόν των δεν τους είχε βοηθήσει. Αλλά κατά σύμπτωσιν, ως αντελήφθη ο Άγις ότι το αριστερόν του, το ευρισκόμενον απέναντι των Μαντινέων και των χιλίων επιλέκτων Αργείων, έπασχε δεινώς, διέταξεν όλον τον στρατόν να βαδίση εις βοήθειαν της ηττωμένης πτέρυγάς του, οπότε οι Αθηναίοι, καθ’ ην στιγμήν το εχθρικόν στράτευμα εστράφη και απεμακρύνετο απ’ αυτούς, διεσώθησαν ανενόχλητοι, και μετ’ αυτών το ηττηθέν τμήμα του στρατού των Αργείων. Οι Μαντινείς, εξ άλλου και οι Αρκάδες σύμμαχοί των και οι επίλεκτοι Αργείοι καμμίαν πλέον δεν είχαν διάθεσιν, όπως εκμεταλλευθούν περαιτέρω την επιτυχίαν των, αλλά βλέποντες ότι ο λοιπός στρατός των είχεν ήδη νικηθή, και ότι οι Λακεδαιμόνιοι επήρχοντο εναντίον των, ετράπησαν εις φυγήν. Και εκ μεν των Μαντινέων εφονεύθησαν όχι ολίγοι, το πλείστον όμως των επιλέκτων Αργείων εσώθη. Δεν κατεδιώχθησαν όμως φεύγοντες ούτε μετά πολλής ζέσεως, ούτε επί μακρόν διάστημα. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι, έως ότου νικήσουν τον εχθρόν, μάχονται επί μακρόν και εξασφαλίζουν την νίκην δια της επιμονής των, όταν όμως τον τρέψουν εις φυγήν, ούτε επί πολύν χρόνον, ούτε επί μακρόν διάστημα καταδιώκουν αυτόν.
74. Τοιαύτη, παραλειπομένων ίσως ασημάντων λεπτομερειών, υπήρξεν η μάχη αυτή, η μεγίστη αναμφισβητήτως των Ελληνικών μαχών, όσαι από μακροτάτου χρόνου έλαβαν χώραν, και εις την οποίαν έλαβαν μέρος αι σπουδαιόταται των πόλεων. Οι Λακεδαιμόνιοι, τάξαντες φρουράν προ των νεκρών του εχθρού, έστησαν ευθύς τρόπαιον, ήρχισαν σκυλεύοντες τα πτώματα, συνέλεξαν τους νεκρούς των και τους μετέφεραν εις την Τεγέαν, όπου τους έθαψαν και επέτρεψαν εις τους εχθρούς να παραλάβουν τους ιδικούς των, χορηγήσαντες προς τον σκοπόν τούτον σύντομον ανακωχήν. Εκ των Αργείων, των Ορνεατών και των Κλεωναίων, έπεσαν επτακόσιοι, εκ των λοιπών δε διακόσιοι Μαντινείς, διακόσιοι Αθηναίοι μετά των εποίκων Αιγινητών και οι δύο στρατηγοί των. Οι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων δεν υπέφεραν τόσον, ώστε να υποστούν αξίας λόγου απωλείας. Όσον αφορά αυτούς τους ιδίους, ήτο δυσκολώτατον να εξακριβώση τις την αλήθειαν, αλλά λέγεται ότι εφονεύθησαν περί τους τριακοσίους.
75. Ολίγον προ της μάχης, ο έτερος βασιλεύς Πλειστοάναξ, επί κεφαλής των πρεσβυτέρων και των νεωτέρων πολιτών, προσέτρεξε προς βοήθειαν. Αλλά πριν προχωρήση πέραν της Τεγέας, έμαθε την νίκην και επέστρεψε. Οι Λακεδαιμόνιοι διεμήνυσαν ωσαύτως να επιστρέψουν εις τα ίδια αι συμμαχικαί ενισχύσεις εκ της Κορίνθου και των εκτός του Ισθμού πόλεων, και απολύσαντες τους μετ’ αυτών συμμάχους, επέστρεψαν οι ίδιοι εις την Λακεδαίμονα, όπου εώρτασαν τα Κάρνεια, των οποίων η πανήγυρις συνέπιπτε τότε. Και δια τούτου και μόνον του πολεμικού κατορθώματος απέπλυναν τας μομφάς, τας οποίας επέρριπταν κατ αυτών τότε οι άλλοι Έλληνες, όχι μόνον ως δειλών, ένεκα του ατυχήματος της Σφακτηρίας, αλλά και γενικώς ως άκριτων και νωθρών. Διότι εθεωρήθη ότι δυσμενείς απλώς περιστάσεις εξέθεσαν αυτούς εις τας μομφάς ταύτας, αλλ’ ότι το φρόνημα αυτών διετηρείτο πάντοτε αμείωτον.
Την προτεραίαν της μάχης συνέπεσε να εισβάλουν οι Επιδαύριοι με όλας των τας δυνάμεις εις την Αργολίδα, ως έρημον υπερασπιστών, και εφόνευσαν πολλούς εκ της φρουράς, η οποία είχεν αφεθή προς φύλαξιν της χώρας, ότε το κύριον σώμα του στρατού των Αργείων είχεν εκστρατεύσει. Επειδή δε μετά την μάχην προσήλθαν εις βοήθειαν των Μαντινέων τρεις χιλιάδες Ηλείοι οπλίται και χίλιοι Αθηναίοι, επί πλέον των αρχικώς ελθόντων, όλοι αυτοί οι σύμμαχοι εξεστράτευσαν ευθύς κατά της Επιδαύρου, καθ’ ον χρόνον οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζαν τα Κάρνεια, και ήρχισαν κατασκευάζοντες περιτείχισμα περί την πόλιν, διανείμαντες το έργον μεταξύ των. Και οι μεν λοιποί, βαρυνθέντες, παρήτησαν το έργον, οι Αθηναίοι όμως σύμφωνα με την ανατεθείσαν εις αυτούς εντολήν, συνεπλήρωσαν εντός ολίγου την οχύρωσιν του ακρωτηρίου, επί του οποίου ευρίσκεται ο ναός της Ήρας. Και αφού άφισαν εις το οχύρωμα τούτο φρουράν, συγκροτηθείσαν εξ όλων των αποσπασμάτων, επέστρεψαν έκαστος εις τα ίδια. Και ούτως έληξε το θέρος.
76.
Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι συνομολογούν συνθήκην ειρήνης
Ευθύς κατά την αρχήν του επομένου χειμώνος, οι Λακεδαιμόνιοι εξεστράτευσαν, και φθάσαντες εις την Τεγέαν, απέστειλαν εκείθεν εις το Άργος προτάσεις ειρήνης. Και προηγουμένως υπήρχαν εκεί οπαδοί των, οι οποίοι ήθελαν να καταλύσουν το δημοκρατικόν πολίτευμα του Άργους, και οι οποίοι μετά την μάχην ηδύναντο αποτελεσματικώτερον να πείσουν τον λαόν, όπως έλθη εις συνεννόησιν με την Σπάρτην. Σκοπός των ήτο να συνομολογήσουν πρώτον ειρήνην προς τους Λακεδαιμονίους, να συνάψουν έπειτα συμμαχίαν μετ’ αυτών, και τότε μόνον να επιτεθούν κατά των δημοκρατικών. Εις το Άργος έφθασε τότε, αποσταλείς παρά των Λακεδαιμονίων, ο Λίχας, υιός του Αρκεσιλάου, πρόξενος των Αργείων κομίζων δύο προτάσεις: την μίαν περί του πώς θα διεξήγετο ο πόλεμος, εάν επροτίμων να πολεμήοουν, την άλλην περί των όρων της ειρήνης, εάν απεφάσιζαν την συνομολόγηοιν αυτής. Η συζήτησις των αντιθέτων επιχειρημάτων υπήρξε μακρά (διότι έτυχε να είναι παρών και ο Αλκιβιάδης). Όσοι δε μέχρι τούδε συνεννοούντο ιδιαιτέρως μετά των Λακεδαιμονίων, ετόλμησαν ήδη να υποστηρίξουν φανερά τας γνώμας των, και έπεισαν τους Αργείους να δεχθούν τας προτάσεις της ειρήνης, αι οποίαι είχαν ως εξής:
77. «Η συνέλευσις των Λακεδαιμονίων εγκρίνει να συνομολογηθή σύμβασις προς τους Αργείους, υπό τους επομένους όρους:
(1) «Οι Αργείοι θα αποδώσουν εις τους Ορχομενίους τους κρατουμένους ως ομήρους παίδας των, εις τους Μαιναλίους τους άνδρας των και εις τους Λακεδαιμονίους τους εις την Μαντίνειαν ευρισκομένους άνδρας των.
(2) «Επίσης πρέπει να εκκενώσουν το έδαφος της Επιδαύρου, κατεδαφίζοντες το εγερθέν εκεί οχύρωμα. Εάν οι Αθηναίοι αρνηθούν ν’ αποσυρθούν εκ του εδάφους της Επιδαύρου, θα θεωρηθούν εχθροί των Αργείων και των Λακεδαιμονίων, ως και των συμμάχων των Λακεδαιμονίων, και των συμμάχων των Αργείων.
(3) «Οι Λακεδαιμόνιοι θ’ αποδώσουν εις τας διαφόρους πόλεις τους παίδας, όσους έχουν τυχόν εις χείρας των.
(4) «Όσον αφορά αμφισβήτησιν περί του θύματος του θεού, εάν θέλουν δύνανται να επαγάγουν όρκους εις τους Επιδαυρίους, άλλως οφείλουν να ομώσουν αυτούς οι ίδιοι.
(5) «Πάσαι αι πόλεις της Πελοποννήσου, μικραί και μεγάλαι, θα είναι ανεξάρτητοι, κατά τα πάτρια.
(6) «Εάν κανείς των εκτός της Πελοποννήσου έλθη εναντίον της Πελοποννήσου με εχθρικάς διαθέσεις, οι Πελοποννήσιοι θ’ αποκρούσουν αυτόν, κατόπιν κοινής συνεννοήσεως, κατά τον τρόπον που θα κρίνουν δικαιότερον.
(7) «Οι εκτός της Πελοποννήσου σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων θα έχουν τα αυτά δικαιώματα με τους άλλους συμμάχους των Λακεδαιμονίων και των Αργείων, διατηρούντες τας κτήσεις των.
(8) «Τα συμβαλλόμενα μέρη θ’ ανακοινώσουν την συμφωνίαν ταύτην εις τους συμμάχους των, όπως μετάσχουν αυτής, εάν συμφωνούν. Αλλ’ εάν οι σύμμαχοι προτιμούν, ημπορούν να στείλουν την συνθήκην έκαστος εις την πόλιν του, δια να εγκριθή υπ’ αυτής».
78. Οι Αργείοι απεδέχθησαν κατά πρώτον τας προτάσεις ταύτας και ο στρατός των Λακεδαιμονίων επέστρεψεν εκ Τεγέας εις τα ίδια. Ολίγον ύστερον όμως, ότε η μεταξύ των δύο πόλεων επικοινωνία αποκατεστάθη, η ιδία μερίς επέτυχε περαιτέρω, όπως οι Αργείοι εγκαταλείψουν την συμμαχίαν των Μαντινέων και Ηλείων, καθώς και την των Αθηναίων, και συνομολογήσουν νέαν συνθήκην ειρήνης και συμμαχίας προς τους Λακεδαιμονίους, έχουσαν ως εξής:

79. «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι απεφάσισαν την συνομολόγησιν συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας, διαρκείας πενήντα ετών, υπό τους επομένους όρους:
(1) «Αναγνωρίζουν την δια διαιτησίας λύσιν των αμοιβαίων διαφορών, κατά τα πάτρια, επί τη βάσει της πλήρους ισότητος των δύο μερών. Της ειρήνης και συμμαχίας μετέχουν και αι λοιπαί πόλεις της Πελοποννήσου, αι οποίαι διατηρούν τας κτήσεις των, θα είναι δ’ ανεξάρτητοι και αυτοτελείς, αναγνωρίζουσαι την δια της διαιτησίας κατά τα πάτρια λύσιν των διαφορών των, επί τη βάσει της πλήρους ισότητος των δύο μερών.
(2) «Οι εκτός της Πελοποννήσου σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων θα έχουν τα αυτά δικαιώματα με τους Λακεδαιμονίους, και αντιθέτως οι σύμμαχοι των Αργείων θα έχουν τα αυτά δικαιώματα με τους Αργείους, διατηρούντες τας κτήσεις των.
(3) «Εάν παρίσταται ανάγκη να εκστρατεύσουν από κοινού πουθενά, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι θα συνεννοούνται αμοιβαίως και θα ορίζουν όσον το δυνατόν δικαιότερον το βάρος της εκστρατείας, το οποίον πρέπει να φέρουν οι σύμμαχοι».
(4) «Εάν πόλις τις, είτε εκ των εντός, είτε εκ των έκτος της Πελοποννήσου, έχη διαφοράς, είτε περί ορίων, είτε περί άλλου τινός ζητήματος, αύται θα λύωνται δια φιλικής συνεννοήσεως. Αλλ’ εάν αυτή αποτύχη και η διαφορά μεταξύ συμμάχων πόλεων καταλήξη εις έριδα, αύται οφείλουν να προσφύγουν εις την διαιτησίαν τρίτης τινός πόλεως, την οποίαν αμφότεροι θεωρούν αμερόληπτον.
(5) «Αι μεταξύ ιδιωτών διαφοραί θα δικάζονται κατά τα πάτρια».

80. Τοιούτον υπήρξε το περιεχόμενον της συνομολογηθείσης συνθήκης ειρήνης και συμμαχίας, συνεπεία της οποίας οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι απέδωσαν αμοιβαίως όσα είχαν περιέλθει εις χείρας των, διαρκούντος του πολέμου, και διηυθέτησαν κάθε άλλας αμοιβαίας διαφοράς. Ακολουθούντες ήδη κοινήν πολιτικήν, εψήφισαν να μη δέχωνται κήρυκα ή πρεσβείαν εκ μέρους των Αθηναίων, εφόσον ούτοι δεν θα εξεκένωναν τα κατεχόμενα υπ’ αυτών εις την Πελοπόννησον οχυρώματα και απεσύροντο εξ αυτής, και να μη συνάπτουν ειρήνην προς τινα ή ν’ αναλαμβάνουν πόλεμον ειμή από κοινού. Και όχι μόνον ενήργουν μετά πολλής δραστηριότητος ως προς τα λοιπά, αλλά και έπεμψαν αμφότεροι πρέσβεις εις τας πόλεις της Χαλκιδικής και προς τον Περδίκκαν. Και έπεισαν μεν τούτον να προσέλθη εις την συμμαχίαν των, δεν απεσπάσθη όμως αμέσως από τους Αθηναίους, αλλά διενοείτο να πράξη τούτο, ακολουθών το παράδειγμα των κατοίκων του Άργους, οπόθεν είλκε και αυτός την παλαιάν καταγωγήν του. Και τους παλαιούς συμμαχικούς όρκους των με τας πόλεις της Χαλκιδικής ανενέωσαν και προσθέτους τοιούτους ώμοσαν. Έπεμψαν, συγχρόνως, οι Αργείοι πρέσβεις εις τας Αθήνας, ζητούντες την εκκένωσιν του οχυρώματος της Επιδαύρου. Οι Αθηναίοι, βλέποντες ότι οι στρατιώται των απετέλουν μικρόν μόνον μέρος της φρουράς αυτής, έστειλαν τον Δημοσθένη, όπως τους επαναφέρη εις Αθήνας. Ελθών ούτος, επρότεινε την τέλεσιν γυμναστικών αγώνων εκτός του οχυρώματος, και επιτυχών δια του προσχήματος τούτου την έξοδον της άλλης φρουράς εκ του οχυρώματος, έκλεισε τας πύλας αυτού. Ολίγον μετά ταύτα, οι Αθηναίοι ανενέωσαν την συνθήκην ειρήνης προς τους Επιδαυρίους και απέδωσαν εις αυτούς το οχύρωμα, εξ ιδίας των πρωτοβουλίας.
81.
Οι Μαντινείς συμμαχούν με τους Λακεδαιμονίους
Αφού οι Αργείοι απεσπάσθησαν εκ της συμμαχίας, οι Μαντινείς κατ’ αρχάς μεν επέμειναν εις την πολιτικήν των, έπειτα όμως, βλέποντες ότι άνευ των Αργείων δεν ήσαν εις θέσιν να εξακολουθήσουν αυτήν, συνεβιβάσθησαν και αυτοί προς τους Λακεδαιμόνιους και παρητήθησαν της ηγεμονίας των επί των Αρκαδικών πόλεων, που είχαν υποτάξει. Μετά τούτο, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αργείοι εχορήγησαν ανά χιλίους άνδρας δια κοινήν εκστρατείαν, και αφού πρώτον οι Λακεδαιμόνιοι μόνοι ήλθαν εις την Σικυώνα και έδωσαν εις το πολίτευμά της μορφήν έτι μάλλον ολιγαρχικήν, έπειτα από κοινού κατέλυσαν το δημοκρατικόν πολίτευμα του Άργους, εγκατασταθείσης ολιγαρχίας, εξυπηρετούσης το συμφέρον των Λακεδαιμονίων. Ταύτα εγίνοντο κατά τας παραμονάς του έαρος και λήγοντος του χειμώνος, και ούτως έληξε το δέκατον τέταρτον έτος του πολέμου.
Έτος 15ον : 417 – 416 π.Χ.

82.
Οι Διείς του Άθω αποστατούν. Οι Λακεδαιμόνιοι ρυθμίζουν τα πράγματα της Αχαϊας. Οι Αργείοι κτίζουν μακρά τείχη.
Κατά το ακόλουθον θέρος, οι Διείς του Άθω απεστάτησαν από τους Αθηναίους και προσεχώρησαν προς τους Χαλκιδείς, και οι Λακεδαιμόνιοι προέβησαν εις ρύθμισιν των πραγμάτων της Αχαΐας, κατά τρόπον εξυπηρετούντα τα συμφέροντά των καλλίτερα παρά πριν. Και οι εκ των Αργείων δημοκρατικοί, συσσσωματούμενοι, ανεθάρρησαν ολίγον κατ’ ολίγον και επετέθησαν κατά των ολιγαρχικών, εκλέξαντες προς τούτο την εποχήν ακριβώς που οι Λακεδαιμόνιοι τελούν την πανήγυριν των Γυμνοπαιδίων. Συνεκροτήθη δε μάχη εντός της πόλεως, κατά την οποίαν οι δημοκρατικοί ενίκησαν, και άλλους μεν εκ των ολιγαρχικών εφόνευσαν, τους δε λοιπούς εξώρισαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, μολονότι οι φίλοι των τους προσεκάλουν, δεν ήρχοντο επί πολύν χρόνον. Αλλ’ επί τέλους ανέβαλαν την πανήγυριν και έσπευσαν εις βοήθειάν των. Όταν είχαν προχωρήσει μέχρι της Τεγέας, έμαθαν εκεί την ήτταν των ολιγαρχικών, και παρά τας κεσίας των φυγάδων, ηρνήθησαν να προχωρήσουν περαιτέρω, επιστρέψαντες δε εις τα ίδια, εξηκολούθησαν να εορτάζουν την πανήγυριν των Γυμνοπαιδίων. Βραδύτερον, ήλθαν απεσταλμένοι των Αργείων, και εκείνων, οι οποίοι ήσαν κύριοι των πραγμάτων εντός του Άργους, και εκείνων, οι οποίοι είχαν εξορισθή, και αφού επί παρουσία των συμμάχων ανέπτυξαν δια μακρών τα επιχειρήματά των αμφότεραι αι μερίδες, οι Λακεδαιμόνιοι κατεδίκασαν την επικρατήσασαν μερίδα και απεφάσισαν να εκστρατεύσουν κατά του Άργους. Επηκολούθησαν όμως χρονοτριβαί και αναβολαί. Εν τω μεταξύ η δημοκρατική μερίς των Αργείων, φοβούμενη τους Λακεδαιμονίους και επιδιώκουσα την ανανέωσιν της μετά των Αθηναίων συμμαχίας, από την· οποίαν επερίμενε μέγιστα πλεονεκτήματα, ήρχισε την κατασκευήν μακρών τειχών μέχρι της θαλάσσης, όπως, εάν πολιορκηθούν κατά ξηράν, έχουν το πλεονέκτημα, υποστηριζόμενοι υπό των Αθηναίων, να εισάγουν δια θαλάσσης ό,τι εχρειάζοντο. Το σχέδιον τούτο ενέκρίναν ιδιαιτέρως και μερικοί από τας Πελοποννησιακάς πόλεις. Ολόκληρος ο πληθυσμός του Άργους, οι πολίται αυτοί και αι γυναίκες και οι δούλοι, ειργάζοντο εις την οικοδομήν του τείχους, οι δ’ Αθηναίοι έστειλαν προς αυτούς ξυλουργούς και κτίστας. Και ούτως έληξε το θέρος.
83.
Οι Λακεδαιμόνιοι εκστρατεύουν κατά του Άργους. Οι Αργείοι εισβάλλουν εις Φλειασίαν. Οι Αθηναίοι αποκλείουν την Μακεδονίαν.
Κατά τον επόμενον χειμώνα, οι Λακεδαιμόνιοι, μαθόντες ότι το τείχος κατεσκευάζετο, εξεστράτευσαν κατά του Άργους, αυτοί και οι σύμμαχοί των, πλην των Κορινθίων. Είχαν, άλλωστε, μυστκούς συνεργάτας και μέσα εις αυτό το Άργος. Αρχηγός του στρατού ήτο ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Άγις, ο υιός του Αρχίδαμου. Και η μεν εκ της πόλεως αναμενομένη βοήθεια δεν επραγματοποιήθη, κατέλαβαν όμως και κατηδάφισαν τα οικοδομούμενα τείχη και εκυρίευσαν τας Υσιάς, θέσιν οχυράν της Αργολίδος, και εθανάτωσαν όλους τους ελευθέρους, όσους συνέλαβαν αιχμαλώτους, και κατόπιν τούτου απεσύρθησαν και έκαστον απόσπασμα μετέβη εις τα ίδια. Αλλά και οι Αργείοι, μετά ταύτα, εισέβαλαν εις το έδαφος της Φλειούντος, λόγω του ότι οι Φλειάσιοι εδέχοντο τους εξορίστους των, οι περισσότεροι των οποίων είχαν εγκατασταθή εκεί, και αφού ηρήμωσαν αυτό επέστρεψαν. Κατά την διάρκειαν ωσαύτως του ιδίου χειμώνος, οι Αθηναίοι απέκλεισαν την Μακεδονίαν από της θαλάσσης, κατηγορούντες τον Περδίκκαν ότι συνεμάχησε προς τους Αργείους και τους Λακεδαιμονίους, και διότι, ότε παρεσκευάσθησαν να εκστρατεύσουν κατά της Χαλκιδικής και της Αμφιπόλεως, υπό την αρχηγίαν του Νικίου, υιού του Νικηράτου, ηρνήθη να εκτελέση τας συμμαχικάς του υποχρεώσεις, και ένεκα της αποσκιρτήσεώς του εκείνης κυρίως η εκστρατεία εγκαταλείφθη, ως εκ τούτου δε τον εθεώρησαν εχθρόν. Και ούτως έληξεν ο χειμών ούτος και συγχρόνως με αυτόν ετελείωσε και το δέκατον πέμπτον έτος του πολέμου.

Έτος 16ον: 416-415 π.Χ.
84.
Οι Αθηναίοι εκστρατεύουν κατά της Μήλου, την οποίαν και καταλαμβάνουν
Κατά το επόμενον θέρος, ο Αλκιβιάδης έπλευσεν εις το Άργος με είκοσι πλοία και συνέλαβεν όσους Αργείους εθεωρούντο ακόμη ως ύποπτοι και ως φρονούντες τα των Λακεδαιμονίων. Τούτους, περί τους τριακοσίους τον αριθμόν, ετοποθέτησαν οι Αθηναίοι προς φύλαξιν εις τας πλησίον νήσους, επί των οποίων εξετείνετο η κυριαρχία των. Εξεστράτευσαν επίσης οι Αθηναίοι κατά της Μήλου με τριάντα ιδικά των πλοία, εξ Χιακά και δύο Λεσβιακά, και με χιλίους διακοσίους οπλίτας, τριακοσίους τοξότας και είκοσι ιπποτοξότας Αθηναίους και περί τους χιλίους πεντακοσίους οπλίτας συμμάχους, ιδίως νησιώτας. Οι Μήλιοι ήσαν άποικοι των Λακεδαιμονίων και ηρνούντο να υποταχθούν εις τους Αθηναίους, όπως οι λοιποί νησιώται. Και κατ’ αρχάς μεν ετήρησαν ουδετερότητα και έμειναν ήσυχοι, έπειτα όμως, πιεζόμενοι από τους Αθηναίους, οι οποίοι ηρήμωναν το έδαφός των, περιήλθαν εις κατάστασιν απροκαλύπτου πολέμου. Ως εκ τούτου, οι Αθηναίοι στρατηγοί, Κλεομήδης, υιός του Λυκομήδους, και Τεισίας, υιός του Τεισιμάχου, εστρατοπέδευσαν επί του εδάφους των με την στρατιωτικήν ταύτην δύναμιν. Αλλά πριν αρχίσουν την ερήμωσιν αυτού, έστειλαν προς διαπραγμάτευσιν πρέσβεις, τους οποίους οι Μήλιοι δεν παρουσίασαν ενώπιον του λαού, αλλά τους εζήτησαν να εκθέσουν τον σκοπόν της ελεύσεώς των προς τας αρχάς και το κυβερνητικόν συμβούλιον. Οι πρέσβεις ούτοι των Αθηναίων ωμίλησαν ως εξής περίπου:
85. «Αφού δεν πρόκειται να συζητήσωμεν μετά του λαού, εκ φόβου προδήλως μήπως το πλήθος παραπλανηθή, ακούον επαγωγά και ανεξέλεγκτα επιχειρήματα, εκτιθέμενα εις μίαν συνεχή αγόρευσιν (διότι εννοούμεν ότι τούτον έχει τον σκοπόν η προσαγωγή ημών ενώπιον περιωρισμένου και εκλεκτού ακροατηρίου), υμείς οι παρακαθήμενοι εις την συνδιάσκεψιν ταύτην δύνασθε ν’ ακολουθήσετε τρόπον ακόμη ασφαλέστερον. Αντί να περιμένετε το τέλος του λόγου μας, όπως απαντήσετε και σεις δια συνεχούς αγορεύσεως, απαντάτε ευθύς εις έκαστον σημείον, επί του οποίου διαφωνείτε, επικρίνοντες αυτό. Και πρώτον ειπέτε εάν εγκρίνετε τον τρόπον τούτον της συζητήσεως».
86. Οι αντιπρόσωποι των Μηλίων απήντησαν: «Η μεγαλοφροσύνη της προτάσεώς σας, όπως εξηγηθώμεν αμοιβαίως με ησυχίαν, είναι αξία παντός επαίνου. Η πολεμική όμως ενέργεια, η οποία δεν περιμένει, αλλ’ εις την οποίαν προέβητε ήδη, είναι εις προφανή αντίθεσιν προς αυτήν. Διότι βλέπομεν ότι έρχεσθε αυτοί οι ίδιοι ως δικασταί των όσων μέλλουν να λεχθούν και ότι η έκβασις της συζητήσεως, κατά πάσαν πιθανότητα, θα είναι δι ημάς, εάν μεν αι δκαιολογίαι ημών είναι επικρατέστεραι και επομένως δεν ενδώσωμεν, ο πόλεμος, εάν δε τουναντίον ενδώσωμεν, η δουλεία».
87. Αθηναίοι: «Αλλ’ εάν προσήλθατε εις την συνδιάσκεψιν ταύτην δια να διεισδύσετε δι’ εικασιών εις τα μυστικά του μέλλοντος, ή δι’ άλλον τινά λόγον, και όχι, όπως αποβλέποντες κατά μέτωπον εις την παρούσαν κατάστασιν, σκεφθήτε πώς ημπορείτε να σώσετε το κράτος σας, η συζήτησις ημπορεί να παύση. Αλλ’ εάν δια τον τελευταίον τούτον σκοπόν ήλθατε, ημπορούμεν να εξακολουθήσωμεν».
88. Μήλιοι: «Είναι φυσικόν και συγγνωστόν δι’ ανθρώπους ευρισκομένους εις την θέσιν μας να προσφεύγουν εις πολλά επιχειρήματα και υποθέσεις. Αναγνωρίζομεν, εν τούτοις, ότι αντικείμενον της συνδιασκέψεως ταύτης είναι η σωτηρία μας, και παρακαλούμεν να διεξαχθή η συζήτησις καθ’ όν τρόπον προτείνετε».
89. Αθηναίοι: «Έχει καλώς, ημείς, εν τούτοις, δεν θα κάμωμεν χρήσιν ωραίων φράσεων, υποστηρίζοντες δια πολλών λόγων, οι οποίοι δεν πρόκειται να πείσουν κανένα, ή ότι την ηγεμονίαν μας απεκτήσαμεν δικαίως, λόγω του ότι ενικήσαμεν τους Πέρσας, ή ότι επιδιώκομεν την επανόρθωσιν αδικημάτων, τα οποία υπέστημεν. Ζητούμεν όμως και από σας να μη νομίσετε ότι θα μας πείσετε, ισχυριζόμενοι ή ότι ως άποικοι των Λακεδαιμονίων δεν ελάβατε μέρος εις τον πόλεμον παρά το πλευρόν μας, ή ότι δεν μας επροξενήσατε κάνεν κακόν. Νομίζομεν, τουναντίον, ότι επιβάλλεται να επιδιώξωμεν και ημείς και σεις ό,τι θεωρούμεν αληθώς κατορθωτόν, αφού εξίσου γνωρίζομεν και οι δύο, ότι κατά την συζήτησιν των ανθρωπίνων πραγμάτων το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού, ότι όμως ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό,τι του επιβάλλει η αδυναμία του»
90. Μήλιοι: «Αλλ’ αφού αναγκαζόμεθα να ομιλήσωμεν περί του συμφέροντος, το οποίον ούτως εθέσατε ως βάσιν της συζητήσεως, παραμερίσαντες το δίκαιον, νομίζομεν ημείς τουλάχιστον χρήσιμον να μη παραγνωρίσετε το κοινόν συμφέρον, αλλά ν’ αναγνωρισθή ότι δια τον εκάστοτε κινδυνεύοντα το εύλογον είναι και δίκαιον, και να επιτραπή εις αυτόν να επιδιώξη δια της πειθούς ωφελήματα τίνα και πέραν του αυστηρού δικαίου. Τούτο, άλλωστε, συμφέρει και εις σας εξ ίσου, καθόσον, εάν ποτέ ηθέλατε ηττηθή, η τιμωρία υμών θα ήτο τόσον μεγάλη, ώστε να δύναται να χρησιμεύση εις τους άλλους ως παράδειγμα».
91. Αθηναίοι: «Αλλ’ ημείς δεν ανησυχούμεν δι’ ενδεχομένην κατάλυσιν της ηγεμονίας μας. Διότι επίφοβοι δια τους ηττηθέντας δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι, όπως οι Λακεδαιμόνιοι είναι συνηθισμένοι ν’ ασκούν ηγεμονίαν επί άλλων (άλλωστε δεν έχομεν να κάμωμεν με τους Λακεδαιμονίους σήμερον), αλλ’ ο αληθής κίνδυνος προέρχεται από ενδεχομένην εναντίον των ασκούντων την ηγεμονίαν εξέγερσιν και επικράτησιν αυτών των υπηκόων των. Και την φροντίδα μεν της αντιμετωπίσεως τοιούτου κινδύνου ημπορείτε ν’ αφίσετε εις ημάς. Αλλά θέλομεν ν’ αποδείξωμεν ακριβώς ότι ήλθαμεν εδώ δια το συμφέρον της ηγεμονίας μας, και ότι σκοπός των όσων θα είπωμεν είναι η σωτηρία της πόλεώς σας. Διότι επιθυμούμεν να επιτύχωμεν την εφ υμών ηγεμονίαν ακόπως, και να μη καταστραφήτε, προς το κοινόν αμφοτέρων συμφέρον».
92. Μήλιοι: «Αλλά πώς ημπορεί να συμβή ώστε να είναι ες ίσου συμφέρον δι ημάς να γίνωμεν δούλοι, όπως είναι ιδικόν σας συμφέρον να γίνετε κυρίαρχοί μας;»
93. Αθηναίοι: «Διότι σας παρέχεται η ευκαιρία να υποταχθήτε, αποφεύγοντες τα έσχατα δεινά, ημείς δε να ωφεληθώμεν μη καταστρέφοντες υμάς.»
94. Μήλιοι: «Ώστε δεν θα μας δεχθήτε να είμεθα φίλοι σας αντί εχθρών, αλλά να διατηρήσωμεν την ειρήνην και την ουδετερότητά μας;»
95. Αθηναίοι: «Όχι. Διότι η έχθρα σας μας βλάπτει πολύ ολιγώτερον από την φιλίαν σας. Καθόσον εις τα όμματα των υπηκόων μας αυτή μεν είναι τεκμήριον αδυναμίας, ενώ το μίσος σας είναι τεκμήριον δυνάμεως».
96. Μήλιοι: «Τοιαύτην λοιπόν έχουν αντίληψιν του πρέποντος οι υπήκοοί σας, ώστε να θέτουν εις ίσην μοίραν εκείνους, οι οποίοι δεν συνδέονται προς υμάς με κανένα δεσμόν, και εκείνους οι οποίοι, είτε είναι άποικοί σας, ως συμβαίνει με τους περισσοτέρους, είτε αποστατήσαντες μετέπεσαν εις την τάξιν υπηκόων;»
97. Αθηναίοι: «Όσον αφορά τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα, θεωρούν ότι και οι μεν και οι δε δεν στερούνται τοιούτων, νομίζουν όμως ότι όσοι διατηρούν την ελευθερίαν των, οφείλουν τούτο εις την δύναμίν των, και ότι ημείς δεν επιτιθέμεθα κατ’ αυτών, ένεκα φόβου. Ώστε η υποταγή υμών, οι οποίοι άλλωστε και νησιώται είσθε και ασθενέστεροι από άλλους, όχι μόνον θα επεξέτεινε την ηγεμονίαν μας, αλλά και θα απεδείκνυε ότι δεν είσθε υπέρτεροι ημών, οι οποίοι είμεθα κυρίαρχοι της θαλάσσης.»
98. Μήλιοι: «Αλλά δεν νομίζετε ότι τοιαύτην ασφάλειαν παρέχει η πολιτική, την οποίαν προτείνομεν; Διότι οφείλομεν και πάλιν, αφού μας εξωθείτε από το έδαφος των επί του δικαίου στηριζομένων επιχειρημάτων και μας επιβάλλετε να υποταχθώμεν εις το συμφέρον σας, να σας εξηγήσωμεν ποίον είναι το ιδικόν μας συμφέρον και προσπαθήσωμεν να σας πείσωμεν να το αποδεχθήτε, εάν τούτο συμπίπτη να είναι συγχρόνως και ιδικόν σας. Διότι πως είναι δυνατόν να μη καταστήσετε εχθρούς σας, όσους τυχόν σήμερον είναι ουδέτεροι, όταν βλέποντες ούτοι την τύχην μας, αντιληφθούν ότι θα έλθη ημέρα, κατά την οποίαν θα επιτεθήτε και κατ’ αυτών; Και δια της πολιτικής σας αυτής τι άλλο κατορθώνετε παρά να ενισχύσετε τους υφισταμένους ήδη εχθρούς σας και να στρέψετε εναντίον σας, παρά την θέλησίν των, εκείνους, οι οποίοι ούτε εσκέφθησαν ποτέ να γίνουν τοιούτοι;»
99. Αθηναίοι: «Καθόλου. Διότι επικίνδυνοι εχθροί μας δεν είναι κυρίως όσοι, κατοικούντες επί της στερεάς, απολαύουν ασφαλώς την ελευθερίαν των και ως εκ τούτου πολύ θα το σκεφθούν πριν λάβουν προφυλακτικά εναντίον μας μέτρα, αλλ’ οι νησιώται, και όσοι τυχόν είναι ανεξάρτητοι όπως σεις, και όσοι είναι ήδη ερεθισμένοι ως εκ της ακουσίας υποταγής των υπό την κυριαρχίαν μας. Διότι ούτοι, παρασυρόμενοι συνήθως από απερισκεψίαν, δύνανται να περιαγάγουν και εαυτούς και ημάς εις προφανή κίνδυνον.»
100. Μήλιοι: «Αλλ’ εάν μεγάλους κινδύνους αντιμετωπίζετε και σεις, δια να μη στερηθήτε της ηγεμονίας σας, και οι ήδη υπήκοοί σας, δια να απαλλαγούν αυτής, είναι προφανές ότι ημείς που είμεθα ακόμη ελεύθεροι θα απεδεικνύαμεν πολλήν ταπεινότητα και ανανδρίαν, εάν δεν εδοκιμάζαμεν τα πάντα προτού γίνωμεν δούλοι.»
101. Αθηναίοι: «Όχι, εάν θελήσετε μόνον να σκεφθήτε νηφαλίως. Διότι δεν ανταγωνίζεσθε προς ίσους περί ανδρείας, ώστε η υποχώρησίς σας να συνεπιφέρη καταισχύνην, αλλά πρόκειται να σκεφθήτε μάλλον περί της σωτηρίας σας, αποφεύγοντες ν’ αντιταχθήτε προς τους πολύ ισχυροτέρους.»
102. Μήλιοι: «Γνωρίζομεν, εν τούτοις, ότι κάποτε αι τύχαι του πολέμου επιμερίζονται με περισσοτέραν ισότητα μεταξύ των ανταγωνιζομένων, παρ’ όσον ηδύνατό τις να περιμένη, αποβλέπων εις την διάφορον δύναμιν αυτών. Και δι ημάς η μεν άμεσος υποχώρησις σημαίνει απώλειαν πάσης ελπίδος, ενώ αν πολεμήσωμεν υπάρχει ακόμη ελπίς να μείνωμεν σώοι.»
103. Αθηναίοι: «Η έλπις είναι, τωόντι, παραμυθία εις ώραν κινδύνου, και οσάκις κανείς, στηριζόμενος εις αυτήν, διακινδυνεύει μόνον ό,τι έχει ως περίσσευμα, τότε φέρει μεν αυτή βλάβην, όχι όμως και πλήρη καταστροφήν. Αλλ’ οσάκις η άκρατος φύσις της ελπίδος παρασύρει κανένα εις το ν’ αναρρίψη τον περί των όλων κύβον, τότε μόνον αντιλαμβάνεται ούτος την αληθή φύσιν της, όταν η καταστροφή έχη ήδη επέλθει, και τίποτε δεν έχει πλέον απομείνει δια να προφυλαχθή εναντίον της, όταν ο παθών έλαβε πείραν αυτής. Μη θελήσετε να πάθετε τούτο σεις, οι οποίοι είσθε ασθενείς και των οποίων η ύπαρξις εξαρτάται από μίαν ροπήν της πλάστιγγος. Και μη κάμετε όπως οι πολλοί, οι οποίοι, ενώ ημπορούν ακόμη να σωθούν δι ανθρωπίνων μέσων, μόλις περιέλθουν εις αμηχανίαν και εγκαταλειφθούν από τας φανεράς ελπίδας, καταφεύγουν εις χιμαιρικάς τοιαύτας, την μαντικήν και τους χρησμούς, και άλλα παρόμοια, όσα, διεγείροντα ελπίδας, οδηγούν εις τον όλεθρον.»
104. Μήλιοι: «Εστέ βέβαιοι ότι και ημείς αντιλαμβανόμεθα πόσον δύσκολον είναι ν αγωνισθώμεν κατά της δυνάμεώς σας συγχρόνως και κατά της τύχης, εάν αυτή δεν είναι αμερόληπτος. Πιστεύομεν όμως ως προς μεν την τύχην ότι δεν θα τεθώμεν υπό των θεών εις θέσιν υποδεή, αφού ευσεβείς όντες αντιμετωπίζομεν αδίκους, ως προς δε την ανεπάρκειαν των δυνάμεών μας, ότι ταύτην θα συμπληρώση η ομοσπονδία των Λακεδαιμονίων, η οποία είναι υποχρεωμένη να μας βοηθήση, και αν όχι δι άλλον λόγον, τουλάχιστον, και χάριν της προς αυτούς συγγενείας και εξ εντροπής. Και δια τούτο το θάρρος ημών δεν είναι τόσον παράλογον όσον ίσως υποθέτετε.»
105. Αθηναίοι: «Αλλά και ημείς νομίζομεν ότι δεν θα μας λείψη η ευμένεια των θεών. Διότι εις ό,τι ζητούμεν και πράττομεν ουδαμώς απομακρυνόμεθα από ό,τι οι άνθρωποι πιστεύουν εν σχέσει προς τας θρησκευτικάς των πεποιθήσεις, ή από τας ανθρωπίνας αυτών επιθυμίας και σκοπούς. Καθόσον ως προς μεν τους θεούς πιστεύομεν, ως προς δε τους ανθρώπους καλώς γνωρίζομεν ότι ωθούμενοι ανέκαθεν υπό ακαθέκτου φυσικής ορμής, άρχουν παντού, όπου η δύναμίς των είναι επικρατεστέρα. Τον νόμον τούτον ούτε εθέσαμεν, ούτε ισχύοντα ήδη πρώτοι ημείς εφηρμόσαμεν. Τον ευρήκαμεν ισχύοντα και θα τον κληροδοτήσωμεν ισχύοντα αιωνίως, γνωρίζοντες ότι και σεις επίσης και κάθε άλλος, εάν είχατε όσην ημείς δύναμιν, θα επράττατε το αυτό. Και ως προς μεν την ευμένειαν των θεών, έχομεν ούτω πάντα λόγον να μη φοβούμεθα ότι θα ευρεθώμεν εις θέσιν μειονεκτικήν. Όσον αφορά όμως τας προσδοκίας σας περί των Λακεδαιμονίων, επί τη βάσει των οποίων πιστεύετε ότι ούτοι θα σας βοηθήσουν, ωθούμενοι από το αίσθημα της ιδίας αυτών τιμής, εάν μακαρίζωμεν την απλότητά σας, δεν ζηλεύομεν όμως την ανοησίαν σας. Διότι αναγνωρίζομεν αληθώς ότι οι Λακεδαιμόνιοι, απέναντι εαυτών και των εγχωρίων θεσμών των, δεικνύονται κατ’ εξοχήν ευάρεστοι, ως προς την συμπεριφοράν των όμως απέναντι των άλλων, μολονότι πολλά θα είχε κανείς να είπη, δύναται κάλλιστα να τα συγκεφαλαιώση λέγων ότι διακρίνονται περισσότερον από όλους τους ανθρώπους, τους οποίους γνωρίζομεν, ως ταυτίζοντες το ευχάριστον με το έντιμον, και το συμφέρον με το δίκαιον. Και τοιαύτη αντίληψις ήκιστα, μα την αλήθειαν, ανταποκρίνεται προς τας παρούσας ανοήτους υμών ελπίδας σωτηρίας.»
106. Μήλιοι: «Αλλ’ ημείς ένεκα ακριβώς του λόγου τούτου πιστεύομεν, προ πάντων, ότι οι Λακεδαιμόνιοι χάριν του ιδίου αυτών συμφέροντος δεν θα θελήσουν να εγκαταλείψουν τους Μηλίους, οι οποίοι είναι άποικοί των, και να καταστούν τοιουτοτρόπως, προς μεν τους φίλους των Έλληνας ύποπτοι, προς δε τους εχθρούς των ωφέλιμοι.»
107. Αθηναίοι: «Αλλά δεν νομίζετε, ότι το συμφέρον συμβαδίζει με την ασφάλειαν, ενώ η άσκησις της δικαιοσύνης και της τιμής συνεπάγεται κινδύνους, τους οποίους ακριβώς οι Λακεδαιμόνιοι αποφεύγουν ως επί το πλείστον ν αντιμετωπίζουν;»
108. Μήλιοι : «Αλλά και τους κινδύνους τούτους φρονουμεν ότι θ’ αναλάβουν οι Λακεδαιμόνιοι προθυμότερον χάριν ημών, και ότι θα θεωρήσουν αυτούς ολιγώτερον επισφαλεις, παρά αν επρόκειτο ν’ αναληφθούν χάριν άλλων, καθόσον, εάν λάβωμεν ανάγκην της συνδρομής των, ευρισκόμεθα πλησίον της Πελοποννήσου και ένεκα της κοινότητος των πολιτικών φρονημάτων, είμεθα άξιοι περισσοτέρας εμπιστοσύνης από άλλους.»
109. Αθηναίοι: «Αλλ’ εκείνο, εις το οποίον εμπιστεύεται ο προσκαλούμενος να συναγωνισθή μετ’ άλλου, δεν είναι η εύνοια του προσκαλούντος, αλλ’ η τυχόν υπεροχή αυτού εις πραγματικήν δύναμιν. Εις την υπεροχήν ταύτην αποβλέπουν, πολύ περισσότερον μάλιστα από κάθε άλλον, οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι τόσον ολίγον εμπιστεύονται εις τα ίδια αυτών μέσα, ώστε μόνον μετά πολλών συμμάχων εκστρατεύουν εναντίον των γειτόνων των. Και δια τούτο δεν είναι πιθανόν ότι θα διαπεραιωθούν εις νήσον, εφόσον ημείς κυριαρχούμεν της θαλάσσης.»
110. Μήλιοι : «Αλλ’ έχουν συμμάχους, τους οποίους ημπορούν να στείλουν. Το Κρητικόν πέλαγος, εξ άλλου, είναι ευρύ και η δι αυτού σωτηρία των θελόντων να διαφύγουν την προσοχήν ευκολωτέρα, παρά η σύλληψις αυτών υπό των κυριαρχούντων της θαλάσσης. Αλλά και αν απετύγχανεν εις τούτο, θα ηδύναντο να στραφούν κατά του ιδικού σας εδάφους και εναντίον των λοιπών συμμάχων σας, μέχρι των οποίων δεν έφθασε τυχόν ο Βρασίδας. Και τότε θα έχετε ν’ αγωνισθήτε, όχι δια την κατάκτησιν χώρας που δεν σας ανήκει, αλλά δια πράγματα που σας ενδιαφέρουν αμεσώτερον, δηλαδή δια την άμυναν των ιδίων σας συμμάχων και της ιδικής σας γης.»
111. Αθηναίοι: «Είναι ενδεχόμενον να συμβή το εν ή το άλλο από αυτά. Αλλά τοιούτων ενδεχομένων έχομεν ήδη πείραν εμείς. Εξ άλλου δεν αγνοείτε και σεις ότι οι Αθηναίοι ποτέ δεν απεσύρθησαν από καμμίαν πολιορκίαν, εκ φόβου τρίτου. Παρατηρούμεν, εν τούτοις, μετά λύπης ότι μολονότι εδηλώσατε ότι κυρία υμών μέριμνα θα είναι η σωτηρία της πόλεώς σας, εις όλην αυτήν την μακράν συζήτησιν δεν είπατε τίποτε, επί του οποίου στηριζόμενος εχέφρων άνθρωπος, θα ενόζιμεν ότι ημπορεί να σωθή. Αλλά το ισχυρότατον έρεισμά σας είναι μέλλουσαι ελπίδες, ενώ τα υπάρχοντα μέσα σας, αντιπαραβαλλόμενα προς ό,τι ευρίσκεται ήδη παρατεταγμένον εναντίον σας, είναι ανεπαρκή δια να σας εξασφαλίσουν την σωτηρίαν. Και δεικνύετε πολύν παραλογισμόν εάν, αφού αποσυρθώμεν, δεν θελήσετε, όπως έχετε ακόμη καιρόν, να φθάσετε εις άλλην τινά απόφασιν σωφρονεστέραν από την παρούσαν στάσιν σας. Διότι δεν ημπορούμεν να υποθέσωμεν ότι θα τείνετε το ους προς το ψευδές εκείνο αίσθημα τιμής, το οποίον καταστρέφει πλειστάκις τους ανθρώπους, όταν αντιμετωπίζουν κινδύνους προφανείς και δια τούτο ατιμωτικούς. Διότι πολλούς, μολονότι ημπορούν ακόμη να ιδούν εγκαίρως πού φέρονται, παρασύρει η καλουμένη τιμή δια του δελεαστικού αυτής ονόματος, ώστε γινόμενοι θύματα μιας λέξεως, να περιπέσουν πράγματι εκουσίως εις ανηκέστους συμφοράς και να επισύρουν επί πλέον εφ εαυτών αίσχος τόσον μάλλον ατιμωτικόν, όσον είναι αποτέλεσμα μωρίας και όχι ατυχίας. Τούτο ν’ αποφύγετε σεις, εάν δειχθήτε φρόνιμοι. Ούτε να θεωρήσετε εξευτελιστικόν να υποκύψετε εις μεγάλην δύναμιν, η οποία σας προτείνει όρους επιεικείς, προσφέρουσα εις υμάς να γίνετε σύμμαχοί της και διατηρήσετε την χώραν σας, καταβάλλοντες φόρον υποτελείας. Και όταν σας δίδεται η εκλογή μεταξύ πολέμου και ασφαλείας, δεν θα θεωρήσετε ότι η αξιοπρέπεια σας επιβάλλει να επιμείνετε ισχυρογνωμόνως εις την χειροτέραν λύσιν. Καθόσον εκείνοι συνήθως ευδοκιμούν, όσοι απέναντι μεν των ίσων δεν υποκύπτουν, προς δε τους ανωτέρους συμπεριφέρονται καλώς και προς τους υποδεεστέρους δεικνύονται επιεικείς. Σκεφθήτε λοιπόν εκ νέου όταν ημείς αποσυρθώμεν και μη λησμονήτε ότι πρόκειται να κρίνετε περί της τύχης της μιας μόνης πατρίδος σας και δια μιας αποφάσεως εξ ης εξαρτάται η καλή ή κακή αυτής τύχη.»
112. Οι Αθηναίοι απεχώρησαν της συνδιασκέψεως και οι Μήλιοι, συνδιασκεφθέντες κατ’ ιδίαν απεφάσισαν να επιμείνουν εις την άρνησίν των και απήντησαν τα εξής : «Ούτε την πρώτην απόφασίν μας μεταβάλλομεν, Αθηναίοι, ούτε να θελήσωμεν, εις διάστημα ολίγων στιγμών, να στερηθώμεν την ελευθερίαν πόλεως την οποίαν κατοικούμεν επί επτακόσια ήδη έτη. Στηριζόμενοι, τουναντίον, και εις την τύχην, η οποία κατά θείαν συγκατάβασιν μας επροφύλαξε μέχρι τούδε, και εις τη βοήθειαν των ανθρώπων και ήδη των Λακεδαιμονίων, να προσπαθήσωμεν να σωθώμεν. Σας προτείνομεν όμως να δεχθήτε την φιλίαν και ουδετερότητά μας, και αποσυρθήτε του εδάφους μας, αφού συνομολογήσωμεν ειρήνην, η οποία να κριθή συμφέρουσα δι αμφοτέρους.»
113. Τα ολίγα ταύτα απήντησαν οι Μήλιοι. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, αποχωρούντες ήδη οριστικώς εκ της συνδιασκέψεως, είπαν : «Εάν κρίνωμεν λοιπόν από την απόφασίν σας αυτήν, είσθε οι μόνοι, οι οποίοι κρίνετε καθαρώτερα τα μέλλοντα παρά τα προ των οφθαλμών σας ευρισκόμενα, και παρασυρόμενοι από την επιθυμίαν σας, βλέπετε τα αόρατα ως να ήσαν πραγματοποιηθέντα ήδη. Εστηρίξατε τα πάντα εις τους Λακεδαιμονίους, και τύχην και ελπίδας, και θα χάσετε τα πάντα.»
114. Οι Αθηναίοι πρέσβεις επέστρεψαν εις το στρατόπεδον και οι στρατηγοί, αφού εξηκριβώθη πλέον ότι οι Μήλιοι δεν υποχωρούν, ήρχισαν αμέσως τας εχθροπραξίας και κατεσκεύασαν τείχος πέριξ της πόλεως των Μηλίων, κατανείμαντες το έργον μεταξύ των αποσπασμάτων των διαφόρων πόλεων. Ακολούθως δ’ αφίσαντες απόσπασμα Αθηναϊκού και συμμαχικού στρατού δια να επιτηρή από ξηράς και από θαλάσσης, ανεχώρησαν με το μεγαλύτερον μέρος του στρατού, ενώ οι υπολειφθέντες έμειναν και επολιόρκουν την πόλιν.
115. Κατά την αυτήν εποχήν εισέβαλαν και οι Αργείοι εις την Φλειασίαν, και εμπεσόντες εις ενέδραν, στηθείσαν υπό των Φλειασίων και των φυγάδων της πόλεώς των, εφονεύθησαν περί τους ογδοήντα. Και οι Αθηναίοι, ορμώμενοι εκ Πύλου, έλαβαν πολλήν λείαν από τους Λακεδαιμονίους. Ούτοι, εν τούτοις, ούτε καν κατόπιν διέρρηξαν την ειρήνην, ουδέ ήρχισαν εχθροπραξίας, δια προκηρύξεως όμως επέτρεψαν εις όσους εκ των συμπολιτών των ήθελαν να προβαίνουν εις αντίποινα κατά των Αθηναίων. Οι Κορίνθιοι επανέλαβαν τον πόλεμον εναντίον των Αθηναίων, ένεκα ιδιαιτέρων τινών διαφορών των προς αυτούς, οι άλλοι όμως Πελοποννήσιοι δεν έλαβαν μέρος εις αυτόν. Και οι Μήλιοι, εξ άλλου, κατέλαβαν δια νυκτερινής εφόδου το μέρος του περιτειχίσματος των Αθηναίων, όπου ήτο η Αγορά των, εφόνευσαν μερικούς εξ αυτών, και αφού εισήγαγαν εντός της πόλεώς των σίτον και όσα άλλα χρήσιμα ημπόρεσαν, απεσύρθησαν και έμεναν αδρανούντες. Κατόπιν τούτου, οι Αθηναίοι ήσκουν καλλιτέραν επιτήρησιν. Και εν τω μεταξύ το θέρος ετελείωσε.
116. Κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα, οι Λακεδαιμόνιοι, ενώ ήσαν έτοιμοι να εισβάλουν εις την Αργολίδα, επέστρεψαν εις τα ίδια, καθόσον αι θυσίαι δια την διάβασιν των ορίων δεν απέβησαν ευνοϊκαί. Και οι Αργείοι, μαθόντες την σχεδιασθείσαν εισβολήν, υπωπτεύθησαν μερικούς εκ των εντός της πόλεώς των, συνέλαβαν δε τινας εξ αυτών, ενώ οι λοποί τους διέφυγαν. Κατά την αυτήν εποχήν, οι Μήλιοι κατέλαβαν πάλιν και άλλο μέρος του Αθηναϊκού περιτειχίσματος, το οποίον εφρουρείτο υπό ανεπαρκούς δυνάμεως. Μετά τούτο εστάλη εξ Αθηνών και άλλος στρατός υπό την αρχηγίαν του Φιλοκράτους, υιού του Δημέου. Ο αποκλεισμός έγινεν ήδη στενώτερος και συγχρόνως μερικοί εξ αυτών των πολιτών ήλθαν εις μυστικάς συνεννοήσεις μετά των Αθηναίων. Οι Μήλιοι ηναγκάσθησαν ούτω να παραδοθούν εις την διάκρισιν των Αθηναίων, οι οποίοι τους μεν ενηλίκους των παραδοθέντων εφόνευσαν, τα δε γυναικόπαιδα κατέστησαν δούλους. Και πέμψαντες ύστερον πεντακοσίους εκ των ιδίων πολιτών απώκισαν την νήσον.