Βιβλίον Δ’ – Τα γεγονότα των ετών 425-421


Έτος 7ον : 425 – 424 π.Χ.
1. Επιχειρήσεις εις Σικελίαν
Κατά το ακόλουθον θέρος, την εποχήν περίπου που τα σιτάρια σταχίζουν, δέκα πλοία των Συρακουσίων και άλλα τόσα των Λοκρών εξέπλευσαν, κατά πρόσκλησιν των κατοίκων της Μεσσήνης της Σικελίας, και κατέλαβαν την πόλιν, η οποία ως εκ τούτου απεσπάσθη από τους Αθηναίους. Εις τούτο προέβησαν κυρίως, οι μεν Συρακούσιοι, διότι εθεώρουν ότι η Μεσσήνη είναι το κλειδί της Σικελίας και εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι την καταστήσουν μίαν ημέραν βάσιν επιχειρήσεων και επιτεθούν εναντίον των με υπερτέρας δυνάμεις. Οι δε Λοκροί, λόγω της έχθρας των εναντίον των Ρηγίνων, τους οποίους επεδίωκαν να εξαντλήσουν, διεξάγοντες τον πόλεμον εναντίον των από ξηράς συγχρόνως και από θαλάσσης. Είχαν, άλλωστε, εισβάλει συγχρόνως οι Λοκροί με όλον τον στρατόν των εις την χώραν των Ρηγίνων, αφ’ ενός δια να τους εμποδίσουν να έλθουν εις βοήθειαν των Μεσσηνίων, και εξ άλλου, διότι τους παρεκίνουν εις τούτο και οι μεταξύ των διατρίβοντες Ρηγίνοι φυγάδες. Διότι από πολύν καιρόν το Ρήγιον εσπαράσσετο από φατριαστικάς έριδας και δεν ήτο τότε εις θέσιν ν’ αντισταθή εις τους Λοκρούς, οι οποίοι ένεκα τούτου έτι μάλλον επετίθεντο εναντίον του. Αφού ηρήμωσαν την χώραν, οι Λοκροί απέσυραν τον στρατόν των της ξηράς, αλλά τα πλοία των εξηκολούθουν να φρουρούν την Μεσσήνην. Οι σύμμαχοι, άλλωστε, εξώπλισαν και άλλην μοίραν στόλου, με τον σκοπόν να εγκατασταθή εις τον λιμένα της πόλεως αυτής ως ορμητήριον και διεξάγη από εκεί τον πόλεμον.
2.
Νέα επιδρομή Λακεδαιμονίων εις Αττικήν. Νέος στόλος
αποστέλλεται εις Σικελίαν
Την ιδίαν περίπου εποχήν της ανοίξεως, πριν ωριμάσουν τα σιτάρια, οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Άγιδος, υιού του Αρχιδάμου, εισέβαλαν εις την Αττικήν, και αφού εστρατοπέδευσαν, ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, απέστειλαν εις την Σικελίαν τα σαράντα πλοία που ητοίμαζαν και τους υπολοίπους δύο στρατηγούς, τον Ευρυμέδοντα και τον Σοφοκλή (καθόσον ο τρίτος, ο Πυθόδωρος, είχε φθάσει προηγουμένως εις την Σικελίαν). Εις τους στρατηγούς έδωκαν συγχρόνως διαταγήν, όταν περνούν από την Κέρκυραν, να φροντίσουν και δια τους κατοίκους της πόλεως, οι οποίοι εληστεύοντο από τους φυγάδας που είχαν καταφύγει εις το όρος. Προς υποστήριξιν των τελευταίων, είχαν στείλει και οι Πελοποννήσιοι στόλον εξήντα πλοίων, και επειδή επεκράτει μεγάλη πείνα εις την πόλιν, ήλπιζαν ότι θα γίνουν ευκόλως κύριοι των πραγμάτων. Ο Δημοσθένης, ο οποίος, αφότου επέστρεψεν από την Ακαρνανίαν, ιδιώτευεν, εξουσιοδοτήθη κατ’ αίτησίν του από τους Αθηναίους να χρησιμοποιήση, εάν θέλη, την μοίραν των σαράντα πλοίων, τον καιρόν που θα έπλεε γύρω από την Πελοπόννησον.
3.
Κατάληψις της Πύλου υπό του Αθηναϊκού στόλου
Ως εκ τούτου, όταν κατά τον πλουν έφθασαν εις τα παράλια της Λακωνικής και έμαθαν ότι ο στόλος των Πελοποννησίων ήτο ήδη εις την Κέρκυραν, ο Ευρυμέδων και ο Σοφοκλής ήθελαν να σπεύσουν εκεί, ο Δημοσθένης όμως επέμενε να προσεγγίσουν πρώτον εις την Πύλον και μη συνεχίσουν τον πλουν, παρά αφού κάμουν εκεί ό,τι θα επέβαλαν αι περιστάσεις. Αλλ’ ενώ εκείνοι αντέλεγαν, εσηκώθη κατά τύχην κακοκαιρία, η οποία παρέσυρε τα πλοία εις την Πύλον. Ο Δημοσθένης επέμενε να κατασκευάσουν αμέσως οχύρωμα εκεί, λέγων ότι με τον σκοπόν αυτόν συνώδευε τον στόλον, και τους εδείκνυεν ότι υπήρχαν εκεί άφθονα ξύλα και πέτραι και ότι η θέσις ήτο εκ φύσεως οχυρά και όχι μόνον αυτό το μέρος, αλλά και το εσωτερικόν, εις ικανήν απόστασιν, ήσαν ακατοίκητα. Η Πύλος, τωόντι, την οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι ονομάζουν Κορυφάσιον, κείται επί του εδάφους της αρχαίας Μεσσηνίας, και απέχει από την Σπάρτην τετρακόσια περίπου στάδια. Οι άλλοι στρατηγοί απήντησαν ότι υπάρχουν εις την Πελοπόννησον πολλά ακατοίκητα ακρωτήρια, τα οποία ημπορεί να καταλάβη, εάν θέλη να υποβάλη την πόλιν εις έξοδα. Αλλ’ εις τον Δημοσθένη εφαίνετο ότι η θέσις αυτή παρουσιάζει πλεονεκτήματα εντελώς εξαιρετικά. Εκτός του ότι υπήρχεν εκεί πέραν λιμήν, εθεώρει ότι οι Μεσσήνιοι, οι οποίοι ήσαν οι παλαιοί κύριοι του μέρους και ωμίλουν την ιδίαν με τους Λακεδαιμονίους διάλεκτον, ημπορούσαν, χρησιμοποιούντες αυτό ως ορμητήριον, να προξενούν μεγάλας ζημίας, και θα ήσαν συγχρόνως αξιόπιστοι φρουροί της θέσεως.
4. Επειδή όμως δεν ημπορούσε να πείση ούτε τους στρατηγούς, ούτε τους στρατιώτας, μολονότι ανεκοίνωσεν ακολούθως τα σχέδιά του και εις αυτούς δια μέσου των αξιωματικών των, έμειναν εκεί αδρανούντες, επειδή ο καιρός ήταν ακατάλληλος δια πλουν έως ότου οι ίδιοι οι στρατιώται εβαρύνθησαν να μένουν αργοί και τους ήλθεν η ζωηρά επιθυμία να μοιρασθούν γύρω από την θέσιν και συμπληρώσουν με τεχνικά έργα την φυσικήν οχυρότητά της. Και ήρχισαν να εργάζωνται σοβαρώς, μολονότι δε δεν είχαν εργαλεία προς κατεργασίαν των λίθων, τους εξέλεγαν όμως ένα προς ένα και τους ετοποθέτουν, όπως καθείς ετύχαινε να προσαρμόζεται. Και οπουδήποτε υπήρχεν ανάγκη πηλού, δι’ έλλειψιν πινακίων, τον μετέφεραν εις την ράχην των, σκύβοντες, εις τρόπον ώστε να συγκρατήται καλλίτερα, και συμπλέκοντες τα χέρια από πίσω δια να μη χύνεται. Και με κάθε τρόπον εβιάζοντο να προλάβουν να συμπληρώσουν τα πλέον αδύνατα μέρη, πριν έλθουν οι Λακεδαιμόνιοι και τους επιτεθούν. Διότι το μεγαλύτερον μέρος της θέσεως ήτο εκ φύσεως ισχυρόν, ώστε να μη έχη καμμίαν ανάγκην οχυρώσεως.
5. Αλλ’ οι Λακεδαιμόνιοι έτυχε να τελούν τότε κάποιαν πανήγυριν, και εκτός τούτου, όταν έμαθαν την είδησιν, δεν επήραν το πράγμα υπό σοβαράν έποψιν, διότι επίστευαν ότι είτε οι Αθηναίοι δεν θα αντισταθούν καθόλου, όταν προελάσουν εναντίον των, είτε, εάν αντισταθούν, αυτοί θα ημπορέσουν ευκόλως να καταλάβουν την θέσιν δια της βίας. Και η απουσία, άλλωστε, του στρατού των εις την Αττικήν συνετέλεσεν εν μέρει εις την καθυστέρησίν των. Οι Αθηναίοι, αφού εις διάστημα εξ ημερών ωχύρωσαν την θέσιν προς το μέρος της ξηράς, και ιδίως εις τα σημεία που ήτο μεγαλυτέρα η ανάγκη, άφισαν προς προστασίαν της τον Δημοσθένη με πέντε πλοία, και το μεγαλύτερον μέρος του στόλου επέσπευσαν τον πλουν του προς την Κέρκυραν και την Σικελίαν.
6.
Αναχώρησις των Λακεδαιμονίων εκ της Αττικής
Ο Πελοποννησιακός στρατός, που ευρίσκετο εις την Αττικήν, ευθύς ως ήκουσαν την κατάληψιν της Πύλου, έσπευσαν να επιστρέψουν εις τα ίδια, διότι ο βασιλεύς Άγις και οι Λακεδαιμόνιοι εθεώρουν ότι η υπόθεσις της Πύλου ήτο ζήτημα ζωτικού δι’ αυτούς ενδιαφέροντος, εξ άλλου, διότι η εισβολή είχε γίνει πολύ ενωρίς, και τα σιτάρια ήσαν ακόμη χλωρά, ώστε δεν είχαν επαρκή τροφήν δια τους στρατιώτας, και τέλος διότι επήλθε μεγάλη κακοκαιρία, συνήθης δια την εποχήν αυτήν του έτους, από την οποίαν υπέφερε πολύ ο στρατός. Συνεπώς, πολλοί λόγοι συνετέλεσαν δια να επισπεύσουν την επάνοδόν των και αποβή η εισβολή αυτή συντομωτέρα από κάθε άλλην. Πράγματι, δέκα πέντε μόνον ημέρας έμειναν εις την Αττικήν.
7.
Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν την Ηιόνα της Χαλκιδικής
Κατά την ιδίαν εποχήν, ο Αθηναίος στρατηγός Σιμωνίδης, συγκεντρώσας ολίγους Αθηναίους από τας φρουράς και πολλούς συμμάχους των μερών εκείνων, κατέλαβε δια προδοσίας των κατοίκων την επί της Χαλκιδικής κειμένην Ηιόνα, αποικίαν των Μενδαίων και εχθράν των Αθηναίων. Αλλ’ οι Χαλκιδείς και οι Βοττιαίοι έσπευσαν προς βοήθειάν της και όχι μόνον τον εξετόπισαν, αλλά και έχασε πολλούς από τους άνδρας του.
8.
Οι Σπαρτιαται σπεύδουν να ελευθερώσουν την Πύλον
Μετά την επιστροφήν των Πελοποννησίων από την Αττικήν, οι Σπαρτιάται, με τους πλησιεστέρους από τους περιοίκους, έσπευσαν ευθύς δια να ελευθερώσουν την Πύλον. Οι επίλοιποι όμως Λακεδαιμόνιοι, επειδή μόλις προ μικρού είχαν επιστρέψει από άλλην εκστρατείαν, εξεκίνησαν αργότερα. Έστειλαν επίσης οδηγίας εις όλην την Πελοπόννησον, δια να στείλουν όσον το δυνατόν ταχύτερον επικουρίας εις την Πύλον, και συγχρόνως προσεκάλεσαν την μοίραν των εξήντα πλοίων που ήσαν εις την Κέρκυραν. Τα πλοία αυτά, αφού μετεφέρθησαν συρόμενα δια του Ισθμού της Λευκάδος και διέφυγαν την προσοχήν της μοίρας του Αθηναϊκού στόλου, που είχε φθάσει εις την Ζάκυνθον, κατέπλευσαν εις Πύλον, όπου είχεν ήδη συγκεντρωθή και ο στρατός της ξηράς. Αλλ’ ο Δημοσθένης επρόφθασε, πριν ακόμη καταπλεύση η Πελοποννησιακή μοίρα του στόλου, να στείλη ασφαλώς δύο πλοία εις Ζάκυνθον, δια να ειδοποιήση τον Ευρυμέδοντα και την μοίραν του Αθηναϊκού στόλου ότι πρέπει να έλθη κατεπειγόντως, διότι η Πύλος εκινδύνευεν. Αλλ’ ενώ η ειρημένη μοίρα έπλεεν εσπευσμένως εις βοήθειαν του Δημοσθένους, σύμφωνα με την πρόσκλησίν του, οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο να επιτεθούν εναντίον του τείχους από ξηράς συγχρόνως και από θαλάσσης, διότι ήλπιζαν να κυριεύσουν ευκόλως οχύρωμα, το οποίον είχε κατασκευασθή εσπευσμένως και είχεν ολιγάριθμον φρουράν. Επειδή όμως επερίμεναν ότι και η μοίρα του Αθηναϊκού στόλου θα φθάση από την Ζάκυνθον προς βοήθειαν της Πύλου, εσχεδίαζαν να φράξουν τα στόμια του λιμένος, δια να μην ημπορέσουν να τον καταστήσουν ορμητήριον των Αθηναίων, εις περίστασιν που δεν θα κατώρθωναν τυχόν να καταλάβουν την Πύλον προ του κατάπλου της. Το φράξιμον των στομίων ήτο εύκολον, διότι η νήσος Σφακτηρία, η οποία εκτείνεται κατά μήκος της ακτής και πολύ πλησίον της, καθιστά όχι μόνον τον λιμένα ασφαλή, αλλά και τα στόμιά του στενά. Από το ένα στόμιον, το απέναντι της Πύλου και του Αθηναϊκού οχυρώματος, δύο μόνον πλοία ημπορούν να περάσουν συγχρόνως, ενώ από το δεύτερον, το απέναντι του άλλου μέρους της ξηράς, οκτώ ή εννέα. Ήτο προς τούτοις σκεπασμένη από δάσος και καθό ακατοίκητος δεν είχε δρόμους. Το μάκρος της είναι έως δέκα πέντε στάδια, επάνω κάτω. Οι Λακεδαιμόνιοι λοιπόν εσχεδίαζαν να κλείσουν τα στόμια με πλοία, κολλητά το ένα με το άλλο και με τας πρώρας εστραμμένας προς την θάλασσαν. Επειδή, εξ άλλου, εφοβούντο μήπως η Σφακτηρία χρησιμοποιηθή εναντίον των ως ορμητήριον δια τας εχθροπραξίας, απεβίβασαν εκεί μερικούς οπλίτας και ετοποθέτησαν συγχρόνως άλλους κατά μήκος της απέναντι ακτής. Διότι κατ’ αυτόν τον τρόπον ελογάριαζαν, ότι και η νήσος θα ήτο απρόσιτος εις τους Αθηναίους, αλλά και η ξηρά, η οποία άλλωστε δεν είχε μέρος που να ημπορή κανείς ν’ αποβιβασθή. (Καθόσον, εκτός του στομίου του λυμένος, τα παράλια της ιδίας της Πύλου προς το μέρος του πελάγους είναι αλίμενα, και δεν θα είχαν που να εγκαταστήσουν ορμητήριον δια να βοηθήσουν τους ιδικούς των). Επομένως οι Λακεδαιμόνιοι, χωρίς να εκτεθούν εις τον κίνδυνον ναυμαχίας, θα κατώρθωναν πιθανώς να εκπολιορκήσουν την θέσιν, η οποία είχε καταληφθή με ανεπαρκείς προετοιμασίας και εστερείτο τρόφιμα. Ευθύς, τωόντι, ως κατέληξαν εις τα συμπεράσματα αυτά, απεβίβασαν εις την νήσον τους οπλίτας, κληρώσαντες αυτούς από όλους τους λόχους. Και είχαν περάσει και άλλοι προτήτερα, αλλάζοντες εκ περιτροπής. Αλλ’ οι τελευταίοι αποβιβασθέντες, οι οποίοι και απεκλείσθησαν εκεί, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι, και χωριστά οι Είλωτες υπηρέται των. Αρχηγός δ’ αυτών ήτο ο Επιτάδας, υιός του Μολόβρου.
9.
Οι Αθηναίοι παρασκευάζονται να αποκρούσουν τους Λακεδαιμονίους
Ο Δημοσθένης, βλέπων ότι οι Λακεδαιμόνιοι ητοιμάζοντο να επιτεθούν δια ξηράς συγχρόνως και δια θαλάσσης, παρεσκευάζετο και αυτός. Έσυρε τα τρία πλοία που του έμεναν κάτω από το οχύρωμα και τα περιέβαλεν εκεί δια χαρακώματος. Επήρε τους ναύτας από τα πλοία και τους ώπλισε με ασπίδας κατωτέρας ποιότητος, τας περισσοτέρας από πλεγμένους κλάδους λυγαριάς, διότι εις τόπον ακατοίκητον δεν ήτο δυνατόν να προμηθευθούν όπλα, αλλά και αυτά ακόμη που είχαν τα είχαν πάρει από δύο πειρατικά πλοία, το ένα τριαντάκωπον και το άλλο ελαφρόν ακάτιον, τα οποία ανήκαν εις τους Μεσσηνίους που έτυχε να φθάσουν και από τους οποίους συνεκεντρώθησαν σαράντα περίπου οπλίται, τους οποίους ο Δημοσθένης εχρησιμοποίησε μαζί με τους άλλους που είχεν. Ετοποθέτησεν ακολούθως τους περισσοτέρους στρατιώτας του, τόσον τους αόπλους όσον και τους οπλισμένους, εις το απέναντι της στερεάς μέρος του οχυρώματος, το οποίον ήτο ισχυρότερον και καλύτερα ωχυρωμένον, και τους διέταξε ν’ αποκρούσουν τον στρατόν της ξηράς, εάν τους επιτεθή. Ο ίδιος, εξ άλλου, εκλέξας από όλον τον στρατόν εξήντα οπλίτας και ολίγους τοξότας, εξήλθε μετ’ αυτών από το τείχος προς την θάλασσαν, εις μέρος όπου προ πάντων υπέθετεν ότι ο εχθρός θα επεχείρει απόβασιν. Το μέρος αυτό ήτο αληθώς δύσβατον και πετρώδες και ανοικτόν προς το πέλαγος, αλλ’ επειδή το Αθηναϊκόν τείχος ήτο προς το ίδιον μέρος πολύ αδύνατον, επίστευεν ότι οι Πελοποννήσιοι θα παρασυρθούν να επιχειρήσουν εκεί την απόβασιν. Διότι οι Αθηναίοι, επειδή δεν επίστευαν ποτέ ότι θα νικηθούν κατά θάλασσαν, δεν ωχύρωσαν δυνατά το μέρος τούτο, και ο Δημοσθένης αντελαμβάνετο, ότι αν οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωναν ν’ αποβιβασθούν εκεί δια της βίας, θα τους ήτο εύκολον να κυριεύσουν την θέσιν. Εις το μέρος λοιπόν αυτό επροχώρησεν όσον ημπορούσε πλησιέστερα προς την θάλασσαν και παρέταξε τους οπλίτας του, δια να εμποδίση, ει δυνατόν, την απόβασιν. Και δια να εξυψώση το φρόνημά των, τους απηύθυνε τους επομένους προτρεπτικούς λόγους:
10.
Λόγος του στρατηγού Δημοσθένους προς τους στρατιώτας του
«Στρατιώται, όσοι απεφασίσατε να συμμερισθήτε μαζί μου τον κίνδυνον αυτόν, εις περίστασιν τόσον κρίσιμον, καθώς η παρούσα, κανείς από σας ας μη θελήση να φανή έξυπνος, υπολογίζων με ακρίβειαν όλην την έκτασιν του κινδύνου που μας περιστοιχίζει. Οφείλει τουναντίον καθείς εμπνεόμενος μάλλον από ευέλπιδα απερισκεψίαν, γεμάτος από ελπίδα και θέτων κατά μέρος κάθε ενδοιασμόν, ν’ αντιμετωπίση τον εχθρόν, με την πεποίθησιν ότι θα εξέλθη θριαμβεύων και από τους κινδύνους αυτούς. Διότι εις περιστάσεις καθώς η παρούσα, όπου δεν επιτρέπεται εκλογή, κάθε υπολογισμός είναι μάταιος και εκείνο που χρειάζεται προ πάντων είναι η ταχίστη αντιμετώπισις του κινδύνου. Αλλ’ εγώ βλέπω ότι και αι περισσότεραι πιθανότητες είναι με το μέρος μας, εάν μόνον αποφασίσωμεν να σταθώμεν ακλόνητοι και να μη θυσιάσωμεν τα πλεονεκτήματα που έχομεν, καταπληττόμενοι από την αριθμητικήν του εχθρού υπεροχήν. Διότι και το δυσπρόσιτον της θέσεως νομίζω ότι είναι εις όφελός μας, καθόσον εάν σταθώμεν ακλόνητοι, αυξάνει η δύναμίς μας, ενώ άπαξ υποχωρήσωμεν, και μολονότι η θέσις είναι δύσβατος, θ’ αποβή ευπρόσιτος εις τον εχθρόν, καθόσον κανείς δεν θα αντετάσσετο εναντίον του. Και αν ακόμη ημπορούσεν ακολούθως να πιεσθή από ημάς, θ’ απέβαινε φοβερώτερος, αφού δεν θα ήτο εύκολος εις αυτόν η υποχώρησις. Διότι, εφόσον είναι ακόμη επάνω εις τα πλοία, η απόκρουσίς του είναι πολύ εύκολος, άμα όμως άπαξ αποβιβασθή, είναι εις ίσην απέναντί μας θέσιν. Και την αριθμητικήν του υπεροχήν δεν πρέπει να φοβούμεθα πολύ. Διότι, όσον πολλοί και αν είναι, θα υποχρεωθούν να πολεμήσουν κατά μικρά αποσπάσματα, λόγω της δυσκολίας της προσορμίσεως. Ούτε έχομεν ν’ αντιμετωπίσωμεν στρατόν επί της ξηράς, ο οποίος μάχεται υπό ομοίας με ημάς περιστάσεις, είναι όμως αριθμητικώς ανώτερος, αλλά στρατόν, που μάχεται από το κατάστρωμα πλοίων, τα οποία έχουν ανάγκην πολλών ευνοϊκών περιστάσεων μέσα εις την θάλασσαν. Ώστε θεωρώ ότι τα μειονεκτήματά των ισοφαρίζουν τον μικρόν αριθμόν μας. Από σας, οι οποίοι είσθε Αθηναίοι και γνωρίζετε εκ πρακτικής πείρας τί σημαίνει ναυτική απόβασις ενώπιον εχθρού, και ότι δεν ημπορεί να εκβιασθή, εφόσον εκείνος είναι αποφασισμένος ν’ αντισταθή και δεν υποχωρήση από τον φόβον του κρότου της κωπηλασίας και την απειλητικήν θέαν των ορμητικώς προσεγγιζόντων πλοίων – από σας ήλθε τώρα η ώρα ν’ απαιτήσω να σταθήτε ακλόνητοι, εμποδίζοντες τον εχθρόν να πατήση το πόδι του εις την παραλίαν, και να σώσετε και εαυτούς και την θέσιν αυτήν».
11.
Ήττα των Λακεδαιμονίων εις την Πύλον
Ύστερον από τους ολίγους αυτούς προτρεπτικούς λόγους του Δημοσθένους, οι Αθηναίοι επήραν νέον θάρρος και κατέβησαν εις το άκρον της παραλίας, όπου και παρετάχθησαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εν τω μεταξύ, εξεκίνησαν και προσέβαλαν το οχύρωμα, όχι μόνον με τον στρατόν της ξηράς, αλλά και με την μοίραν του στόλου των συγχρόνως, η οποία απετελείτο από σαράντα τρία πλοία. Ναύαρχος ήτο ο Σπαρτιάτης Θρασυμηλίδας, υιός του Κρατησικλέους, ο οποίος επετέθη ακριβώς όπου επερίμενεν ο Δημοσθένης. Οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν την επίθεσιν και από τα δύο μέρη, την ξηράν δηλαδή και την θάλασσαν. Οι εχθροί όμως διήρεσαν τα πλοία των εις μικρά αποσπάσματα, αφού δεν ήτο δυνατόν μεγαλύτερος αριθμός να προσεγγίση συγχρόνως εις την ακτήν, και αναπαυόμενοι εκ περιτροπής, δεν έπαυαν να επιτίθενται με μεγάλην ορμήν και να ενθαρρύνωνται αμοιβαίως με κάθε τρόπον, δια να εκτοπίσουν τους Αθηναίους και καταλάβουν το οχύρωμα. Περισσότερον από όλους διεκρίθη ο Βρασίδας, ο οποίος ήτο κυβερνήτης μιας τριήρους. Επειδή έβλεπεν ότι οι άλλοι κυβερνήται και πηδαλιούχοι, και όπου ακόμη ήτο δυνατή η προσέγγισις, εδίσταζαν ένεκα του δυσβάτου της θέσεως και εφοβούντο μήπως συντρίψουν το πλοίον των, τους εφώναζεν ότι είναι εντροπή χάριν οικονομίας ξύλων να επιτρέψουν εις τους εχθρούς την κατασκευήν και διατήρησιν οχυρώματος επάνω εις το έδαφός των, και τους παρεκίνει να συντρίψουν τα πλοία των επάνω εις τους βράχους δια να εκβιάσουν την απόβασιν. Εις τους συμμάχους, εξ άλλου, συνίστα να μη διστάσουν, εις ανταπόδοσιν τόσον μεγάλων ευεργεσιών, να θυσιάσουν εις την περίπτωσιν αυτήν τα πλοία των προς χάριν των Λακεδαιμονίων, αλλά να τα ρίψουν έξω και εκβιάζοντες με κάθε μέσον την απόβασιν νικήσουν τους εχθρούς και κυριεύσουν την θέσιν.
12. Ο Βρασίδας όχι μόνον τους άλλους εξώθει κατ’ αυτόν τον τρόπον, αλλά και τον πηδαλιούχον του ηνάγκασε να ρίψη έξω το πλοίον, και επροχώρει προς την αποβάθραν του πλοίου, αλλ’ ενώ επεχείρει ν’ αποβιβασθή, ανεκόπη από τους Αθηναίους, και επειδή ετραυματίσθη εις πολλά μέρη του σώματος, ελιποθύμησε. Την στιγμήν που έπιπτε εις το εμπροσθινόν μέρος του πλοίου, η ασπίς του εγλίστρησε εις την θάλασσαν, η οποία την έρριψεν εις την παραλίαν, και οι Αθηναίοι την επήραν και την εχρησιμοποίησαν ακολούθως δια το τρόπαιον, που έστησαν, εις ανάμνησιν της επιτυχίας των κατά την απόκρουσιν της επιθέσεως αυτής. Οι επίλοιποι, παρ’ όλας των τας προσπάθειας, δεν ημπόρεσαν ν’ αποβιβασθούν, και δια το δύσβατον της θέσεως και διότι οι Αθηναίοι έστεκαν ακλόνητοι και δεν υπεχώρουν ούτε βήμα. Αλλόκοτος τωόντι τροπή της τύχης έφερεν, ώστε οι μεν Αθηναίοι κατά ξηράν, και μάλιστα επί εδάφους Λακωνικού, ν’ αποκρούσουν τας εκ της θαλάσσης επιθέσεις των Λακεδαιμονίων, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι επεχείρουν από πλοία ν’ αποβιβασθούν εις το ιδικόν των έδαφος, το οποίον είχεν ήδη καταστή εχθρικόν και εύρισκαν αντιμέτωπους τους Αθηναίους. Πράγματι, εφημίζοντο τότε μεγάλως οι Λακεδαιμόνιοι ως κατ’ εξοχήν χερσαίοι δια τον άριστον στρατόν των, οι Αθηναίοι ως ναυτικοί δια την μεγάλην υπεροχήν του στόλου των.
13. Ύστερον από τας επιθέσεις που ενήργησαν την ημέραν εκείνην και μέρος της επομένης, οι Πελοποννήσιοι έμεναν ήσυχοι. Την τρίτην ημέραν έστειλαν κατά μήκος της ακτής μερικά από τα πλοία των εις την Ασίνην, δια να φέρουν ξύλα προς κατασκευήν μηχανών, με την ελπίδα ότι δια της χρήσεως αυτών θα κατώρθωναν να καταλάβουν το προς τον λιμένα μέρος του τείχους, όπου ήτο μεν τούτο αρκετά υψηλόν, αλλ’ η απόβασις ήτο πολύ εύκολος. Εις το σημείον τούτο ευρίσκοντο τα πράγματα, όταν έφθασεν εκ Ζακύνθου η μοίρα του Αθηναϊκού στόλου, αποτελούμενη από πενήντα πλοία, καθόσον είχεν ενισχυθή με μερικά από τα πλοία που εφρούρουν την Ναύπακτον και τέσσαρα Χιακά πλοία. Αλλά καθώς είδαν ότι η στερεά και η νήσος ήσαν γεμάται από οπλίτας και ότι η Πελοποννησιακή μοίρα ήτο εντός του λυμένος, χωρίς διάθεσιν να εξέλθη, ηπόρουν που να προσορμισθούν. Επί τέλους έπλευσαν εις την νήσον Πρώτην, η οποία ήτο ακατοίκητος και δεν απείχε πολύ, και διενυκτέρευσαν εκεί. Την επομένην όμως εξέπλευσαν, αφού ητοιμάσθησαν, δια να δώσουν μάχην, είτε εις την ανοικτήν θάλασσαν, εις περίστασιν που ο εχθρός θα ήτο διατεθειμένος να εκπλεύση εναντίον των, είτε εις εναντίαν περίστασιν εισερχόμενοι οι ίδιοι εις τον λιμένα δια να του επιτεθούν. Οι Πελοποννήσιοι, εν τούτοις, δεν εξέπλευσαν εναντίον των, και εξ άλλου είχαν παραμελήσει να φράξουν τα στόμια του λιμένος, όπως εσχεδίαζαν. Κατεγίνοντο με την ησυχίαν των εις την ξηράν να επιβιβάζουν τα πληρώματά των και να ετοιμάζωνται, εάν ο εχθρός εισπλεύση, να ναυμαχήσουν εντός του λυμένος, ο οποίος είχε μεγάλην ευρυχωρίαν.
14. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, άμα αντελήφθησαν την κατάστασιν, ώρμησαν εναντίον των και από τα δύο στόμια του λιμένος. Τα περισσότερα Πελοποννησιακά πλοία είχαν ήδη απομακρυνθή από την παραλίαν, έτοιμα προς μάχην. Εναντίον των πλοίων αυτών επέπεσαν και τα έτρεψαν εις φυγήν, και επειδή τα κατεδίωκαν εκ του συστάδην, επροξένησαν ζημίας εις πολλά, συνέλαβαν πέντε, το εν μάλιστα με ολόκληρον το πλήρωμα, και εξηκολούθησαν να επιτίθενται δια του εμβόλου εναντίον των λοιπών, και όταν ακόμη είχαν καταφύγει εις την ξηράν. Και εις άλλα πάλιν πλοία κατώρθωσαν να προξενήσουν σοβαράς βλάβας, και πριν εκκινήσουν, την ώραν που επεβιβάζοντο ακόμη τα πληρώματά των. Μερικά μάλιστα που είχαν εγκαταλειφθή από τα πληρώματά των, τα έδεσαν και ήρχισαν να τα ρυμουλκούν κενά. Τούθ’ όπερ βλέποντες οι Λακεδαιμόνιοι και περίλυποι δια την συμφοράν, διότι οι επί της νήσου συναγωνισταί των απεκόπτοντο πραγματικώς, έσπευδαν εις βοήθειαν, και αφού εισώρμων ωπλισμένοι εις την θάλασσαν, ήρπαζαν με τα χέρια των τα ρυμουλκούμενα ήδη πλοία και προσεπάθουν να τα τραβήξουν αντιθέτως προς την ξηράν. Και κανείς επίστευεν ότι όπου εκείνος δεν ανεμιγνύετο προσωπικώς, εκεί τίποτε δεν ημπορούσε να γίνη. Η επελθούσα άλλωστε σύγχυσις και ο θόρυβος ήσαν τρομερά, και εις τον αγώνα αυτόν περί των πλοίων, οι δύο μαχηταί συνήλλαξαν τον συνήθη εις καθένα απ’ αυτούς τρόπον του μάχεσθαι. Διότι και οι Λακεδαιμόνιοι, εις την έξαψιν και απελπισίαν που ευρίσκοντο, άλλο δεν έκαμναν ουσιαστικώς παρά να ναυμαχούν από την ξηράν, και οι Αθηναίοι, οι οποίοι ενίκων και ήθελαν να εκμεταλλευθούν όσον ημπορούσαν περισσότερον την σημερινήν καλήν των τύχην, επεζομάχουν από τα καταστρώματα των πλοίων. Τέλος, αφού απεχωρίσθησαν φέροντες πολλά τραύματα και οι Λακεδαιμόνιοι κατώρθωσαν να διασώσουν τα κενά των πλοία, εκτός εκείνων που είχαν συλληφθή κατ’ αρχάς, και τα δύο μέρη επέστρεψαν εις τα στρατόπεδά των. Οι Αθηναίοι, αφ’ ενός, έστησαν τρόπαιον, επέτρεψαν εις τον εχθρόν να παραλάβη τους νεκρούς του, εσύναξαν τα ναυάγια και ήρχισαν ευθύς να περιπλέουν και επιτηρούν την νήσον, θεωρούντες τους επ’ αυτής εχθρούς ως αποκλεισμένους. Οι επί της ξηράς Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, με τας ενισχύσεις που είχαν φθάσει εν τω μεταξύ από όλα τα μέρη, έμεναν εις τας θέσεις των, απειλούντες την Πύλον.
15. Όταν η είδησις περί των γεγονότων της Πύλου έφθασεν εις την Σπάρτην, απεφάσισαν, επειδή επρόκειτο περί μεγάλης συμφοράς, να κατέλθουν οι άρχοντες εις το στρατόπεδον δια να ιδούν τα πράγματα αυτοπροσώπως, και λάβουν επί τόπου οίας δήποτε αποφάσεις εγκρίνουν. Όταν είδαν ότι ήτο αδύνατον να βοηθήσουν τους επί της νήσου στρατιώτας των, και δεν ήθελαν εξ άλλου να τους αφίσουν ή ν’ αποθάνουν από την πείναν ή να υποκύψουν εις την αριθμητικήν υπεροχήν του εχθρού, και συλληφθούν αιχμάλωτοι, απεφάσισαν να προτείνουν προς τους στρατηγούς των Αθηναίων την συνομολόγησιν ανακωχής περί της Πύλου, εάν συνήνουν εις τούτο, και ν’ αποστείλουν πρέσβεις εις Αθήνας δια την ειρήνην και επιδιώξουν την ταχίστην απόδοσιν των στρατιωτών των.
16.
Ανακωχή Αθηναίων και Σπαρτιατών
Οι Αθηναίοι στρατηγοί εδέχθησαν την πρότασιν και συνωμολογήθη ανακωχή υπό τους εξής ορούς: Οι Λακεδαιμόνιοι θα παραδώσουν τα πλοία, με τα οποία εναυμάχησαν, και θα φέρουν εις Πύλον και παραδώσουν επίσης όσα άλλα πολεμικά πλοία ευρίσκοντο εις την Λακωνικήν, και δεν θα επιτίθενται εναντίον του οχυρώματος, ούτε δια ξηράς ούτε δια θαλάσσης. Οι Αθηναίοι εξ άλλου, θα επιτρέπουν εις τους Λακεδαιμονίους να στέλλουν από την ξηράν εις τους στρατιώτας της Σφακτηρίας ωρισμένην ποσότητα σίτων, από δύο Αττικάς χοίνυκας αλεσμένης κρυθής δια κάθε στρατιώτην, δύο κοτύλας κρασιού και μίαν μερίδα κρέατος, και δια κάθε υπηρέτην το ήμισυ των μερίδων τούτων. Η αποστολή των τροφίμων θα γίνεται υπό την επίβλεψιν των Αθηναίων και κανέν πλοίον δεν θα εισέρχεται εις τον λιμένα λαθραίως. Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, θα εξακολουθούν να επιτηρούν την νήσον, όπως μέχρι τούδε, μόνον ότι δεν θα επιτρέπεται ν’ αποβιβάζωνται εκεί και δεν θα επιτίθενται εναντίον του Πελοποννησιακού στρατού ούτε δια ξηράς, ούτε δια θαλάσσης. Εάν κανείς από τους συμβαλλομένους παραβιάσει κανένα από τους όρους αυτούς, και τον πλέον επουσιώδη ακόμη, η ανακωχή, εις τοιαύτην περίπτωσιν, τερματίζεται αυτοδικαίως. Άλλως ισχύει, έως ότου επανέλθουν από τας Αθήνας οι πρέσβεις των Λακεδαιμονίων, τους οποίους Αθηναϊκή τριήρης θα μεταφέρη εκεί και θα επαναφέρη πάλιν. Μετά την επιστροφήν των πρέσβεων, η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως και οι Αθηναίοι θα επιστρέψουν τα πλοία, εις την κατάστασιν που θα τα παραλάβουν. Αυτοί ήσαν οι όροι της ανακωχής. Τα πλοία, εξήντα περίπου τον αριθμόν, παρεδόθησαν, και οι πρέσβεις απεστάλησαν. Όταν δε έφθασαν εις τας Αθήνας είπαν τα εξής:
17.
Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις προτείνουν εις τους Αθηναίους τερματισμόν του πολέμου
«Οι Λακεδαιμόνιοι μας έστειλαν, Αθηναίοι, δια να επιδιώξωμε συμφωνίαν περί των εις την νήσον στρατιωτών μας, υπό όρους, οι οποίοι και δια σας να είναι αποδεκτοί ως επωφελείς και δι’ ημάς συγχρόνως αξιοπρεπείς, όσον επιτρέπει η σημερινή μας ατυχία. Ούτε παραβιάζομεν την συνήθειάν μας, εάν ομιλήσωμεν διά μακρών, καθόσον εις τον τόπον μας επικρατεί η αρχή να λέγωμεν ολίγα όπου δεν χρειάζονται πολλά, να λέγωμεν όμως περισσότερα, οσάκις παρουσιάζεται ευκαιρία να εκτελέσωμεν το καθήκον μας, εξηγούντες δια λόγων κάποιαν σπουδαίαν υπόθεσιν. Και παρακαλούμεν ν’ ακούσετε τους λόγους μας όχι με πνεύμα εχθρικόν, ούτε να φαντασθήτε ότι σας κρίνομεν ασύνετους και θέλομεν να σας δώσωμεν μαθήματα, αλλά να τους θεωρήσετε ως υπόμνησιν εκείνου που γνωρίζετε καλώς ότι αποτελεί την ορθήν πολιτικήν. Διότι. ημπορείτε, κάμνοντες καλήν χρήσιν της σημερινής σας επιτυχίας, όχι μόνον να διατηρήσετε ό,τι έχετε, αλλά και να αποκτήσετε προσέτι τιμήν και δόξαν, και ν’ αποφύγετε ό,τι παθαίνουν όσοι δοκιμάζουν μίαν ασυνήθη επιτυχίαν, οι οποίοι, λόγω ακριβώς του απροσδοκήτου της σημερινής ευτυχίας των, δεν γνωρίζουν πλέον όριον εις τας ελπίδας και τους πόθους των. Ενώ όσοι έχουν την πείραν επανειλημμένων μεταβολών της τύχης, έχουν και κάθε λόγον να είναι τρομερά δύσπιστοι προς την ευτυχίαν. Πράγμα που είναι φυσικόν να εδίδαξεν η πείρα και σας, αλλά προ πάντων ημάς.
18. «Δια να πεισθήτε, αρκεί να ρίψετε εν βλέμμα εις τας σημερινάς μας ατυχίας. Ημείς, οι οποίοι κατέχομεν υπέροχον εντελώς θέσιν μεταξύ των Ελλήνων, προσερχόμεθα σήμερον ενώπιόν σας, δια να ζητήσωμεν εκείνο που έως τώρα ενομίζαμεν ότι είμεθα ημείς περισσότερον από κάθε άλλον εις θέσιν να παραχωρήσωμεν. Και εν τούτοις, ούτε από έλλειψιν δυνάμεως επάθαμεν την ατυχίαν αυτήν, ούτε διότι από υπερβολήν δυνάμεως εγίναμεν αλαζόνες, αλλά διότι, αν και έχομεν την ιδίαν όπως πάντοτε δύναμιν, εσφάλαμεν εις τους υπολογισμούς μας, πράγμα το οποίον ημπορεί να συμβή εις τον καθένα. Δεν πρέπει, επομένως, και σεις, ένεκα της δυνάμεως που σας δίδουν οι πόροι της πόλεώς σας και των μερών επί των οποίων εκτείνεται η ηγεμονία σας, να πιστεύετε ότι και η τύχη θα είναι πάντοτε με το μέρος σας. Φρόνιμοι άνθρωποι είναι εκείνοι, οι οποίοι ασφαλίζουν τα κέρδη των με το να μη τα θεωρούν απολύτως ασφαλή (και οι τοιούτοι ημπορούν να συμπεριφέρωνται με μεγαλυτέραν σύνεσιν εις τας ατυχίας), και εκείνοι που εννοούν ότι ο πόλεμος δεν περιορίζεται εντός των ορίων, τα οποία θέλουν να του επιβάλουν, αλλ’ ακολουθεί τον δρόμον εις τον οποίον τους οδηγούν αι περιπέτειαι της τύχης των. Οι τοιούτοι εκτίθενται σπανιώτατα εις αποτυχίας, διότι δεν επαίρονται, εμπιστευόμενοι εις τας στρατιωτικάς επιτυχίας των, αλλά σπεύδουν να συνομολογήσουν ειρήνην εν μέσω των επιτυχιών των. Αυτή είναι η πολιτική, την οποίαν συμφέρον έχετε, Αθηναίοι, ν’ ακολουθήσετε σήμερον απέναντί μας και όχι εις το μέλλον, δια να μην αποδοθούν αργότερα εις την τύχην και αι τωριναί επιτυχίαι σας, όπως θα συμβή, εάν τυχόν απορρίψετε τας προτάσεις μας και οδηγηθήτε ακολούθως εις πολλάς αποτυχίας, όπως είναι ενδεχόμενον να συμβή, ενώ ημπορείτε, αν θέλετε, να κληροδοτήσετε εις τους μεταγενεστέρους ασφαλή υπόληψιν δυνάμεως συγχρόνως και συνέσεως.
19. «Οι Λακεδαιμόνιοι, ως εκ τούτου, σας προτείνουν συνθηκολογίαν προς τερματισμόν του πολέμου. Σας προσφέρουν ειρήνην και συμμαχίαν και εκτός τούτου στενήν φιλίαν και σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης, και σας ζητούν ως αντάλλαγμα να τους αποδώσετε τους στρατιώτας της Σφακτηρίας. Νομίζουν προτιμότερον και δια τους δύο να μην αφίσωμεν τα πράγματα εις το σημείον, ώστε είτε να επωφεληθούν οι στρατιώται μας καταλλήλου ευκαιρίας που ημπορεί να τους παρουσιασθή και διαφύγουν δια της βίας, είτε να αιχμαλωτισθούν, εάν εξαναγκασθούν εις τούτο από την πείναν. Πιστεύομεν, προς τούτοις, ότι αι μεγάλαι έχθραι ημπορούν να τερματισθούν ασφαλέστερα, όχι όταν κανείς ζητή εκδίκησιν, και αφού νικήση οριστικώς τον αντίπαλόν του, τον δεσμεύει με αναγκαστικούς όρκους και του επιβάλλει ειρήνην με αδίκους όρους, αλλ’ όταν δυνάμενος να επιτύχη την ειρήνην σύμφωνα με τας υπαγορεύσεις της επιείκειας, νικά τον αντίπαλον και δια της μεγαλοφροσύνης του και συνδιαλλάσσεται προς αυτόν, υπό όρους απροσδοκήτως μετριοπαθείς. Διότι ο αντίπαλος, εις τοιαύτην περίπτωσιν, επειδή δεν υπέκυψεν εις βίαν, αισθάνεται το καθήκον όχι να εκδικηθή αλλά ν’ ανταποδώση την επιδειχθείσαν γενναιοφροσύνην, και είναι προθυμότερος από αίσθημα αυτοσεβασμού να μείνη πιστός εις τας συμφωνίας του. Και οι άνθρωποι κλίνουν εις τοιαύτην συμπεριφοράν απέναντι των μεγαλυτέρων εχθρών των, περισσότερον, παρά απέναντι εκείνων, προς τους οποίους περιήλθαν εις διενέξεις δι’ επουσιώδη πράγματα. Και τέλος η φύσις των τους σπρώχνει να δείχνωνται προθύμως ενδοτικοί απέναντι εκείνων, οι οποίοι πρώτοι έδειξαν συμβιβαστικάς διαθέσεις, αλλά να συνεχίζουν τον αγώνα μέχρι τέλους, έστω και παρά την κρίσιν των, εναντίον υπερόπτου αντιπάλου.
20. «Τώρα περισσότερον από κάθε άλλην στιγμήν, είναι καιρός και δια τους δύο να συμβιβασθώμεν, πριν κανείς μας πάθη εν τω μεταξύ καμμίαν ανεπανόρθωτον συμφοράν, η οποία, κοντά εις την επίσημον εναντίον αλλήλων έχθραν, θα προσθέση και άσβεστον προσωπικόν μίσος, και θα σας στερήση τα πλεονεκτήματα που προσφέρομεν τώρα. Ας συμφιλιωθώμεν, επομένως εφόσον ο αγών είναι αναποφάσιστος, εφόσον ημπορείτε ν’ αποκτήσετε προσθέτως και δόξαν και την ιδικήν μας φιλίαν, και εφόσον η ατυχία μας, προτού γίνη ατιμωτική, ημπορεί να επανορθωθή υπό όρους επιεικείς. Ας προτιμήσωμεν την ειρήνην αντί του πολέμου δι’ εαυτούς και ας δώσωμεν ανάπαυλαν από τα τόσα παθήματα εις τους άλλους Έλληνας οι οποίοι εις σας προ πάντων θα θεωρήσουν ότι οφείλουν και το καλόν τούτο. Διότι, ενώ υφίστανται τας ταλαιπωρίας του πολέμου, χωρίς να γνωρίζουν ασφαλώς ποίος είναι ο αίτιος, εάν γίνη σήμερον ειρήνη, η οποία από σας κυρίως εξαρτάται, εις σας θα οφείλουν την χάριν. Εάν, άλλωστε, δεχθήτε τας προτάσεις μας, ημπορείτε, με το μέσον μάλλον της γενναιοφροσύνης παρά της βίας, να εξασφαλίσετε την διαρκή φιλίαν των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι αυτοί, πρώτοι σας την προσφέρουν. Σκεφθήτε τα μεγάλα πλεονεκτήματα που είναι φυσικόν να φέρη μία τοιαύτη πολιτική. Διότι πρέπει να γνωρίζετε ότι εάν σεις και ημείς είμεθα σύμφωνοι, ο λοιπός Ελληνικός κόσμος, υποδεέστερος ημών κατά την δύναμιν, θα τρέφη τον μεγαλύτερον σεβασμόν και προς τους δύο μας».
21.
Οι Αθηναίοι πείθονται υπό του Κλέωνος να μη δεχθούν ειρήνευσιν με τους Σπαρτιάτας
Αυτά είπαν οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι επίστευαν ότι οι Αθηναίοι θα εδέχοντο προθύμως την προσφερομένην ειρήνην και θ’ απέδιδαν τους στρατιώτας, αφού και πριν επεθύμουν τον συμβιβασμόν, αλλά δεν τον επέτυχαν, ένεκα της ιδικής των εναντιώσεως. Οι Αθηναίοι όμως ενόμιζαν ότι εφόσον κρατούν τους στρατιώτας εις την νήσον η ειρήνη ήτο του λοιπού εις την διάθεσίν των, και όταν θα ήθελαν να την συνομολογήσουν, και η πλεονεξία των ηύξανε. Εις τούτο τους έσπρωχνε κυρίως ο Κλέων, ο υιός του Κλεαινέτου, αρχηγός του δήμου κατά την εποχήν εκείνην, ο οποίος είχε πολύ μεγάλην επιρροήν επί του πλήθους, και ως εκ τούτου τους έπεισε ν’ απαντήσουν ότι έπρεπε πρώτον να παραδοθούν οι στρατιώται της Σφακτηρίας μαζί με τα όπλα των και μεταφερθούν εις τας Αθήνας, και αφού γίνη τούτο ν’ αποδώσουν οι Λακεδαιμόνιοι την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα και την Αχαΐαν, μέρη τα οποία δεν κατέκτησαν δια του πολέμου, αλλά τα οποία παρεχώρησαν οι Αθηναίοι δια προηγουμένης συνθήκης, συνεπεία ατυχιών και εις εποχήν που είχαν πολύ περισσοτέραν ανάγκην ειρήνης παρά σήμερον. Υπό τοιούτους όρους, ημπορούσαν να τους αποδοθούν οι στρατιώται των και να συνομολογηθή η ειρήνη δι’ όσην διάρκειαν ήθελαν μείνει σύμφωνα τα δύο μέρη.
22. Εις την απάντησιν αυτήν καμμίαν αντίρρησιν δεν έφεραν οι, Λακεδαιμόνιοι, εζήτησαν μόνον να διορισθούν πληρεξούσιοι οι οποίοι να συναντηθούν με αυτούς και αφού συζητήσουν καταρτίσουν με την ησυχίαν των τους διαφόρους όρους, εις τους οποίους να μείνουν σύμφωνοι. Αλλά την πρότασιν αυτήν επολέμησε με πολλήν βιαιότητα ο Κλέων, λέγων ότι εγνώριζε μεν και προηγουμένως, τώρα όμως το πράγμα είναι φως φανερόν, ότι οι σκοποί των δεν ήσαν ευθείς αφού αρνούνται να εξηγηθούν ενώπιον του λαού, και θέλουν να συνεννοηθούν ιδιαιτέρως με ολίγους μόνον πληρεξουσίους. Ενώ, εάν αι διαθέσεις των είναι καλαί, οφείλουν, είπε, να ομιλήσουν ενώπιον όλων. Οι Λακεδαιμόνιοι, εν τούτοις, μολονότι ήσαν διατεθειμένοι, ένεκα της ατυχίας των εις παραχωρήσεις, έβλεπαν ότι ούτε οι ίδιοι ημπορούν να ομιλήσουν περί αυτών δημοσία, δια να μην εκτεθούν απέναντι των συμμάχων των, εις περίστασιν που αι προτάσεις των απορριφθούν, ούτε οι Αθηναίοι να δεχθούν τας προτάσεις των με όρους επιεικείς, ανεχώρησαν από τας Αθήνας άπρακτοι.
23. Μετά την επιστροφήν των, η ανακωχή της Πύλου ετερματίσθη αυτοδικαίως και οι Λακεδαιμόνιοι εζήτησαν την επιστροφήν των πλοίων, σύμφωνα με τους όρους της. Αλλ’ οι Αθηναίοι τους κατηγόρουν ότι εναντίον των όρων της ανακωχής προέβησαν εις αιφνιδίαν επίθεσιν εναντίον του οχυρώματος και εις μερικάς άλλας ενεργείας, αι οποίαι δεν εφαίνοντο άξιαι λόγου, και ηρνούντο την απόδοσιν, ισχυριζόμενοι ότι είχε καθαρά συμφωνηθή ότι η ανακωχή τερματίζεται αυτοδικαίως, εάν παραβιασθή κανείς από τους όρους της, και ο πλέον επουσιώδης ακόμη. Οι Λακεδαιμόνιοι απέκρουσαν τους ισχυρισμούς αυτούς, και διαμαρτυρόμενοι, δια την κατακράτησιν των πλοίων ως πράξιν παράνομον, απήλθαν και επανέλαβαν τας εχθροπραξίας πέριξ της Πύλου, αι οποίαι διεξήγοντο τώρα με την μεγαλυτέραν έντασιν και από τα δύο μέρη. Οι Αθηναίοι, κατά την διάρκειαν της ημέρας, περιέπλεαν διαρκώς την νήσον με δύο πλοία, τα οποία έπλεαν κατ’ αντίθετον διεύθυνσιν. Την νύκτα όλα τα πλοία ανεξαιρέτως έμεναν ηγκυροβολημένα πέριξ της νήσου, εκτός προς το μέρος του πελάγους, όταν εφύσα άνεμος. Τους είχαν άλλωστε έλθει από τας Αθήνας είκοσι ακόμη πλοία χάριν του αποκλεισμού, ώστε η δύναμις του στόλου των ανήλθεν εις εβδομήντα πλοία. Οι Πελοποννήσιοι, εξ άλλου, έμειναν στρατοπεδευμένοι επί της στερεάς και ενήργουν επιθέσεις εναντίον του οχυρώματος, προσέχοντες μήπως παρουσιασθή ευκαιρία δια να σώσουν τους στρατιώτας των.
24.
Επιχειρήσεις εις Σικελίαν
Εις την Σικελίαν, εν τω μεταξύ, οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των, αφού συνεκέντρωσαν εις την Μεσσήνην, εκτός της μοίρας του στόλου η οποία εφρούρει ήδη εκεί, και το άλλο ναυτικόν, του οποίου η ετοιμασία είχεν ήδη συμπληρωθή, εχρησιμοποίουν την πόλιν ως βάσιν των πολεμικών επιχειρήσεών των. Εις τούτο τους εξώθουν προ πάντων οι Λοκροί, λόγω της έχθρας των κατά των Ρηγίνων, εις το έδαφος των οποίων είχαν εισβάλει και αυτοί με όλας των τας δυνάμεις. Οι Συρακούσιοι ήθελαν επίσης να δοκιμάσουν την τύχην των εις ναυμαχίαν, διότι έβλεπαν ότι οι Αθηναίοι είχαν μόνον ολίγα πλοία διαθέσιμα, ενώ το μεγαλύτερον μέρος του στόλου των, το οποίον επρόκειτο να έλθη προς ενίσχυσίν των, ήτο απησχολημένον, όπως επληροφορούντο, εις την πολιορκίαν της Σφακτηρίας. Διότι, αν ενίκων κατά θάλασσαν, θα ημπορούσαν να πολιορκήσουν το Ρήγιον από ξηράς και θαλάσσης, και να το κυριεύσουν ευκόλως, όπως ήλπιζαν. Και ευθύς ως επετύγχαναν τούτο, η θέσις των θα εγίνετο πολύ ισχυρά, διότι η μεταξύ του Ρηγίου, το οποίον αποτελεί το άκρον της Ιταλίας και της Μεσσήνης, η οποία αποτελεί το άκρον της Σικελίας, απόστασις είναι μικρά, ώστε ο Αθηναϊκός στόλος δεν θα ημπορούσε να σταθμεύη εκεί και να είναι κυρίαρχος του πορθμού. Πορθμός είναι το μέρος της θαλάσσης μεταξύ Ρηγίου και Μεσσήνης, εκεί όπου η Σικελία απέχει ολιγώτερον από την στερεάν, το οποίον ονομάζεται Χάρυβδις και από το οποίον λέγεται ότι επέρασεν ο Οδυσσεύς. Ένεκα της στενότητος του μέρους, η θάλασσα, η οποία εισέρχεται εις αυτό από δύο μεγάλα πελάγη, το Τυρρηνικόν και το Σικελικόν, είναι γεμάτη από ρεύματα, και δια τούτο ευλόγως εθεωρήθη επικίνδυνος.
25. Εις το στενόν λοιπόν αυτό οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί των ευρέθησαν περί το εσπέρας μιας ημέρας εις την ανάγκην να ναυμαχήσουν. Με ολίγον περισσότερα από τριάντα πλοία εβγήκαν από την Μεσσήνην, δια να επιτεθούν εναντίον δέκα έξη πλοίων των Αθηναίων και οκτώ των Ρηγίνων και προστατεύσουν διερχόμενον φιλικόν πλοίον. Επειδή όμως ενικήθησαν από τους Αθηναίους, υπεχώρησαν έκαστος εις το στρατόπεδόν του, κατεσπευσμένως και ατάκτως, και όπως κάθε τμήμα ημπόρεσε, αφού έχασαν και εν πλοίον. Είχε δε πλέον νυκτώσει όταν ετελείωσεν η ναυμαχία. Μετά τούτο, οι Λοκροί εξεκένωσαν το έδαφος των Ρηγίνων, ενώ ο στόλος των Συρακουσίων και των συμμάχων των συνεκεντρώθη και ηγκυροβόλησεν εις την Πελωρίδα, ακρωτήριον της Μεσσήνης, όπου ήτο στρατοπεδευμένος και ο στρατός της ξηράς. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, και οι Ρηγίνοι έσπευσαν εκεί προς αναζήτησίν των, και βλέποντες τα πλοία χωρίς πληρώματα, επετέθησαν κατ’ αυτών, και έχασαν οι ίδιοι ένα πλοίον, το οποίον συνελήφθη με σιδηράν αρπάγην, του οποίου όμως οι ναύται εσώθησαν κολυμβώντες. Μετά τούτο, οι Συρακούσιοι επέβησαν εις τα πλοία, ενώ δε τα ερρυμούλκουν με σχοινιά από την ξηράν, διευθυνόμενοι προς την Μεσσήνην, οι Αθηναίοι επετέθησαν πάλιν αλλ’ έχασαν και δεύτερον πλοίον, καθόσον οι Συρακούσιοι, στραφέντες αιφνιδίως προς το πέλαγος, επρόλαβαν να επιτεθούν πρώτοι δια του εμβόλου. Οι Συρακούσιοι επέστρεψαν εις τον λιμένα της Μεσσήνης, αφού διεξήγαγαν κατ’ αυτόν τον τρόπον επιτυχώς και τον κατά μήκος της παραλίας πλουν και την ναυμαχίαν.
Οι Αθηναίοι, μαθόντες ότι η Καμάρινα έμελλε να παραδοθή εις τους Συρακουσίους από τον Αρχίαν και τους οπαδούς του, έπλευσαν προς τα εκεί. Εν τω μεταξύ, οι Μεσσήνιοι εξεστράτευσαν με όλας των τας κατά ξηράν δυνάμεις, και με τον συμμαχικόν συγχρόνως στόλον, εναντίον της Νάξου, αποικίας των Χαλκιδέων, και πόλεως γειτονικής των. Και αφού ηνάγκασαν τους κατοίκους από την πρώτην ημέραν να κλεισθούν εντός του τείχους, ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν. Την επομένην, ο στόλος των, περιπλεύσας, ήλθεν εις το στόμιον του ποταμού Ακεσίνη, όπου ηρήμωνε την γην, ενώ ο στρατός της ξηράς ενήργει επίθεσιν εναντίον της Νάξου. Εν τω μεταξύ, μεγάλος αριθμός αυτοχθόνων Σικελών κατέβαιναν από τα υψώματα, δια να βοηθήσουν τους Ναξίους και επιτεθούν εναντίον των Μεσσηνίων. Και οι Νάξιοι, ενθαρρυθέντες, ευθύς ως τους είδαν, και φωνάζοντες προς αμοιβαίαν παρόρμησιν, ότι οι Λεοντίνοι και οι άλλοι Έλληνες σύμμαχοι προελαύνουν εις βοήθειάν των, εξώρμησαν αιφνιδίως από την πόλιν, επετέθησαν εναντίον των Μεσσηνίων, τους έτρεψαν εις φυγήν και εφόνευσαν περισσοτέρους από χιλίους, ενώ οι λοιποί, μόλις και μετά βίας, κατώρθωσαν να επιστρέψουν εις τα ίδια, διότι οι βάρβαροι επέπεσαν καθ’ οδόν εναντίων των και εφόνευσαν τους περισσοτέρους. Ο συμμαχικός στόλος, αφού κατέπλευσεν εις την Μεσσήνην, διελύθη ακολούθως και καθείς επέστρεψεν εις τα ίδια. Χωρίς να χάσουν καιρόν, οι Λεοντίνοι και οι σύμμαχοί των εξεστράτευσαν μαζί με τους Αθηναίους εναντίον της Μεσσήνης, την οποίαν εθεώρουν σοβαρώς εξησθενημένην, και επεχείρησαν επίθεσιν οι Αθηναίοι με τον στόλον των εναντίον του λιμένος, ενώ ο στρατός της ξηράς επετίθετο εναντίον της πόλεως. Οι Μεσσήνιοι όμως και μερικοί Λοκροί, οι οποίοι ύστερον από την καταστροφήν της Νάξου είχαν αφεθή εκεί, υπό την αρχηγίαν του Δημοτέλους, ως φρουρά, ενεργήσαντες αιφνιδίαν έξοδον, επέπεσαν εναντίον των, έτρεψαν εις φυγήν το μεγαλύτερον μέρος του στρατού των Λεοντίνων και εφόνευσαν πολλούς. Ιδόντες τούτο οι Αθηναίοι και αποβιβασθέντες από τα πλοία, έσπευσαν εις βοήθειαν, και επιτεθέντες αιφνιδίως κατά των Μεσσηνίων, ενώ ευρίσκοντο εις αταξίαν, τους κατεδίωξαν και τους ηνάγκασαν να εισέλθουν πάλιν εις την πόλιν, και αφού έστησαν τρόπαιον, επέστρεψαν εις το Ρήγιον. Μετά τούτο, οι Έλληνες της Σικελίας εξηκολούθησαν κατά ξηράν τας μεταξύ των εχθροπραξίας, χωρίς οι Αθηναίοι να λάβουν μέρος εις αυτάς.
26.
Συνεχίζεται ο αγών εις την Πύλον υπό την αρχηγίαν του
Κλέωνος
Εις την Πύλον, εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι εξηκολούθουν την πολιορκίαν των επί της νήσου Λακεδαιμονίων, ενώ ο Πελοποννησιακός στρατός διετήρει τας θέσεις του επί της στερεάς. Αλλ’ ο αποκλεισμός ήτο επίπονος δια τους Αθηναίους, ένεκα της ανεπαρκείας τροφίμων και νερού. Διότι δεν υπήρχε παρά μία μόνον κρήνη εις το οχύρωμα της Πύλου, μικρά και αυτή, και οι περισσότεροι στρατιώται ήνοιγαν τρύπας ανάμεσα εις τα χαλίκια της παραλίας και έπιναν ό,τι νερόν ημπορεί να υποθέση τις ότι θα εύρισκαν εκεί. Ένεκα, άλλωστε, του ότι ήσαν στρατοπεδευμένοι εντός μικράς εκτάσεως, εδοκίμασαν πολλήν στενοχωρίαν, και επειδή ο στόλος δεν είχε πλησίον της ξηράς μέρος δια ν’ αγκυροβολήση, τα πληρώματα, δια, να γευματίσουν, απεβιβάζοντο εκ περιτροπής από τα διάφορα πλοία, ενώ τα επίλοιπα έμεναν ηγκυροβολημένα εις το ανοικτόν πέλαγος. Πολλήν επίσης αδημονίαν επροξένει η απροσδόκητος παράτασις της πολιορκίας, καθόσον επίστευαν ότι θα ηνάγκαζαν τους εχθρούς να παραδοθούν εντός ολίγων ημερών, αφού επολιορκούντο εις έρημον νήσον και είχαν δια να πίνουν μόνον υφάλμυρον νερόν. Η παράτασις αυτή ωφείλετο εις την προκήρυξιν των Λακεδαιμονίων, η οποία είχε προσδιορίσει μεγάλας χρηματικάς διατιμήσεις δια καθένα που ήθελε εισαγάγει εις την νήσον άλευρα, οίνον, τυρόν και ό,τι δήποτε άλλο τρόφιμον χρήσιμον εις τους πολιορκουμένους, και υπέσχετο επί πλέον την ελευθερίαν εις κάθε Είλωτα που ήθελεν εισαγάγει, τοιαύτα τρόφιμα. Πολλοί, τωόντι, προ πάντων Είλωτες, εξετίθεντο εις τον κίνδυνον και κατώρθωναν να εισαγάγουν τρόφιμα, εκπλέοντες από διάφορα σημεία της Πελοποννησιακής ακτής, όπου ευρίσκοντο, και καταπλέοντες πριν ακόμη εξημερώση εις το μέρος της νήσου που βλέπει προς το πέλαγος. Προ πάντων όμως επερίμεναν δια να καταπλεύσουν να πνέη δυνατός άνεμος από το πέλαγος, διότι τότε διέφευγαν ευκολώτερα την επιτήρησιν των τριήρεων, καθόσον η διεξαγωγή του αποκλεισμού εγίνετο δυσκολωτάτη, ενώ εκείνοι δεν εφείδοντο τίποτε δια να επιτύχουν να καταπλεύσουν, αφού δια τα πλοία που έρριχναν έξω θα επληρώνοντο την αξίαν που ήσαν διατιμημένα, και οι οπλίται τους επερίμεναν εις τα μέρη της νήσου όπου ήτο δυνατή η απόβασις. Ενώ, αντιθέτως, όσοι διεκινδύνευαν εν καιρώ γαλήνης εσυλλαμβάνοντο. Προς το μέρος του λιμένος,εξ άλλου, δύται εκολύμβων υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης μέχρι της νήσου, σύροντες όπισθέν των με σχοινί ασκούς γεμάτους από κοπανισμένον λινόσπορον και από κεφαλάς μήκωνος ανακατεμμένας με μέλι. Οι δύται αυτοί επερνούσαν κατ’ αρχάς απαρατήρητοι, ύστερον όμως ελήφθησαν τα κατάλληλα προς επιτήρησίν των μέτρα. Και τα δύο, άλλωστε, μέρη επενόουν διαρκώς νέα μέσα, το μεν δια να εισαγάγει λαθραίως τροφάς, το άλλο δια ν’ αποκαλύπτη και ματαιώνη τας αποπείρας εισαγωγής.
27. Όταν εν τοσούτω έμαθαν εις τας Αθήνας ότι ο στρατός των ταλαιπωρείται και ότι εισάγονται τρόφιμα εις την νήσον, περιήλθαν εις αμηχανίαν, διότι εφοβούντο μήπως τους εύρη ο χειμών απησχολημένους ακόμη με τον αποκλεισμόν. Έβλεπαν αφ’ ενός ότι θ’ απέβαινε τότε αδύνατον να στέλλουν γύρω από την Πελοπόννησον τα αναγκαία εφόδια, αφού μάλιστα ούτε κατά την διάρκειαν του θέρους ημπορούσαν να στέλλουν δια θαλάσσης αρκετά εις μέρος όπου έλειπε κάθε τι, και ότι αφού η παραλία εξ άλλου ήτο αλίμενος, δεν ημπορούσε να διατηρηθή ο αποκλεισμός. Εάν η επιτήρησις είχε χαλαρωθή, οι πολιορκούμενοι θα ημπορούσαν είτε να συντηρηθούν επάνω εις την Σφακτηρίαν, είτε επωφελούμενοι κάποιας κακοκαιρίας, και χρησιμοποιούντες τα πλοία που τους μετέφεραν τα τρόφιμα, να διαφύγουν. Προ πάντων εφοβούντο, διότι επίστευαν ότι οι Λακεδαιμόνιοι είχαν πεποίθησιν ότι θα σώσουν τους στρατιώτας των και δια τούτο δεν τους έκαμναν πλέον λόγον περί συνεννοήσεως, και μετενόουν διότι είχαν απορρίψει τας περί ειρήνης προτάσεις. Αλλ’ ο Κλέων, ο οποίος εννόησεν ότι ήτο αντικείμενον γενικής δυσπιστίας, διότι ημπόδισε την συνεννόησιν, υπεστήριζεν ότι εκείνοι που έφεραν τας ειδήσεις αυτάς από την Πύλον δεν έλεγαν την αλήθειαν. Και επειδή εκείνοι συνίστων, εάν δεν τους πιστεύουν, να στείλουν επί τόπου απεσταλμένους προς έλεγχον των πληροφοριών των, εξελέχθη ως επίτροπος υπό των Αθηναίων ο ίδιος ο Κλέων και μαζί με αυτόν ο Θεαγένης. Επειδή όμως εννόησεν ότι ή θα ηναγκάζετο να επιβεβαιώση τους λόγους εκείνων, τους οποίους εσυκοφάντει, ή εάν έλεγε τα αντίθετα, θα απεδεικνύετο ψεύτης, έβλεπε δε συγχρόνως ότι οι Αθηναίοι ήσαν πολύ περισσότερον διατεθειμένοι τώρα να στείλουν νέας ενισχύσεις, τους συνέστησε να μη στείλουν εξεταστικήν επιτροπήν, και να μην αφίσουν να περάση με αναβολάς ο κατάλληλος καιρός. Αλλ’ εάν πιστεύουν ότι αι ειδήσεις είναι αληθιναί, να πλεύσουν με τον στόλον των, δια να επιτεθούν εναντίον των πολιορκουμένων. Και υπαινισσόμενος τον εχθρόν του Νικίαν, υιόν του Νικηράτου, που ήτο τότε στρατηγός, επέκρινε τους στρατηγούς, λέγων ότι αν ήσαν άνδρες, εύκολον ήτο να πλεύσουν με τας αναγκαίας δυνάμεις εις την νήσον και συλλάβουν τους πολιορκουμένους, και ότι αυτός, εάν ήτο στρατηγός, αυτό θα έκαμνε.
28. Οι Αθηναίοι ήρχισαν να ψιθυρίζουν εναντίον του Κλέωνος και να λέγουν, διατί, αφού νομίζει το πράγμα εύκολον, δεν εκστρατεύει και τώρα ακόμη. Ο Νικίας, ο οποίος εννόησε τούτο και συγχρόνως είχε πειραχθή από τας επικρίσεις του Κλέωνος, του είπεν ότι, όσον εξαρτάται από τους στρατηγούς, ημπορεί να πάρη όσην στρατιωτικήν δύναμιν θέλει και να δοκιμάση. Ο Κλέων, επειδή ενόμιζε κατ’ αρχάς ότι ο Νικίας επροσποιείτο, λέγων ότι ήτο έτοιμος να παραιτηθή από την αρχηγίαν, ήτο έτοιμος να δεχθή. Αλλ’ όταν εννόησε ότι ο Νικίας ήθελε τωόντι να παραδώση προς αυτόν την αρχηγίαν, προσεπάθει να υποχωρήση, λέγων ότι δεν ήτο αυτός στρατηγός, αλλ’ ο Νικίας, διότι ήρχισε να φοβήται, επειδή δεν είχε φαντασθή ποτέ ότι ο Νικίας θ’ απεφάσιζε πραγματικώς να του παραχωρήση την θέσιν του. Αλλ’ ο Νικίας επέμενε και πάλιν, και παρητήθη από την αρχηγίαν της εκστρατείας εναντίον της Πύλου, και εκάλει τους Αθηναίους εις μαρτυρίαν. Αλλ’ όσον περσσότερον προσεπάθει ο Κλέων ν’ αποφύγη την εκστρατείαν και ν’ ανακαλέση όσα είπε τόσον περισσότερον οι Αθηναίοι, όπως ο όχλος αγαπά να κάμνη, παρεκίνουν τον Νικίαν να παραιτηθή και εφώναζαν προς τον Κλέωνα ότι οφείλει να εκστρατεύση. Εις τρόπον ώστε, μη γνωρίζων πλέον πώς ν’ απαλλαγή από τας ιδίας του προτάσεις, ανέλαβε την εκστρατείαν, και αφού επροχώρησεν εις το βήμα, είπεν ότι δεν φοβείται τους Λακεδαιμονίους και ότι θα εκστρατεύση χωρίς να παραλάβη ούτε ένα Αθηναίον στρατιώτην, αλλά μόνον τους στρατιώτας από την Λήμνον και Ίμβρον, που ευρίσκοντο τότε εις τας Αθήνας, και τους πελταστάς, οι οποίοι είχαν έλθει ως επίκουροι από την Αίνον, και τετρακοσίους τοξότας από άλλα μέρη. Με την δύναμιν αυτήν και τους στρατιώτας που ευρίσκοντο εις την Πύλον, έλεγεν ότι εντός είκοσι ημερών ή θα έφερε τους Λακεδαιμονίους εις τας Αθήνας ή θα εδέχετο να τον φονεύσουν. Η ακριτολογία του επροκάλεσε κάποιον γέλωτα μεταξύ των Αθηναίων. Οι φρονιμώτεροι, εν τούτοις, ήσαν ευχαριστημένοι, διότι εσκέπτοντο ότι εν από δύο καλά ασφαλώς θα, επιτύχουν, ή να γλυτώσουν εις το μέλλον από τον Κλέωνα, πράγμα που επροτίμων, ή, εάν η ελπίς των διεψεύδετο, να επιτύχουν την αιχμαλωσίαν των Λακεδαιμονίων.
29. Αφού επέτυχεν ό,τι εζήτει από την συνέλευσιν του λαού, και έλαβε την ψήφον της υπέρ της εκστρατείας του, ο Κλέων εξέλεξε συνεργάτην του τον Δημοσθένη, ένα από τους στρατηγούς που ήσαν εις την Πύλον, και ητοιμάζετο ν’ αποπλεύση το ταχύτερον. Τον Δημοσθένη προσέλαβεν ως συνεργάτην, μαθών ότι εσχεδίαζε και εκείνος την επί της νήσου απόβασιν. Διότι οι στρατιώται, οι οποίοι υπέφεραν από τας ελλείψεις του μέρους και ωμοίαζαν με πολιορκουμένους μάλλον παρά πολιορκητάς, ήσαν πρόθυμοι να εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον. Τον ίδιον, άλλωστε, τον Δημοσθένη ενίσχυσε εις πραγματοποίησιν του σχεδίου του και ο εμπρησμός της νήσου. Διότι προηγουμένως εφοβείτο την απόβασιν, λόγω του ότι η νήσος ως επί το πλείστον δασώδης και καθό ακατοίκητος δεν είχε δρόμους, και εθεώρει ότι τούτο απετέλει πλεονέκτημα υπέρ του εχθρού. Πράγματι, εκείνοι, επιτιθέμενοι από μέρη όπου δεν εφαίνοντο, ημπορούσαν να προξενούν μεγάλας βλάβας εις τον πολυάριθμον στρατόν, με τον οποίον θ’ απεβιβάζετο, καθόσον η διάταξις των δυνάμεών των και τα σφάλματά των θα εκαλύπτοντο από το δάσος, ενώ όλα τα σφάλματα του ιδικού του στρατού θα ήσαν καταφανή, ώστε να ημπορή ο εχθρός να επιτεθή απροσδοκήτως όπου ήθελε, αφού αυτός θα είχε την πρωτοβουλίαν των κινήσεων. Εξ άλλου, εάν ευρίσκετο εις την ανάγκην να επιτεθεί εναντίον του εχθρού εντός του δάσους, ενόμιζεν ότι μικροτέρα δύναμις, η οποία όμως εγνώριζε καλά το έδαφος, θα ήτο ισχυροτέρα από μεγαλυτέραν, η οποία ηγνόει αυτό, και ότι ο στρατός του, όσον πολυάριθμος και αν ήτο, θα κατεστρέφετο προτού το αντιληφθή καλά-καλά, καθόσον τα διάφορα τμήματά του δεν θα ημπορούσαν να βλέπουν που υπήρχεν ανάγκη να σπεύδουν εις αμοιβαίαν βοήθειαν.
30. Η συμφορά που είχε πάθει εις την Αιτωλίαν, και η οποία ωφείλετο κατά πολύ εις το εκεί δάσος, έφερε κυρίως τας σκέψεις αυτάς εις τον νουν του Δημοσθένους. Τα Αθηναϊκά εν τούτοις πληρώματα, πιεζόμενα από την στενοχωρίαν, απεβιβάζοντο εις την ακρογιαλιάν της Σφακτηρίας, και τοποθετούντα φρουράς εγευμάτιζαν εκεί, και κάποιος απ’ αυτά χωρίς να το θέλη έβαλε φωτιά εις μέρος του δάσους, και επειδή εσηκώθη άνεμος, εκάη εντελώς το μεγαλύτερον μέρος αυτού, πριν καλά καλά να το αντιληφθούν. Κατόπιν τούτου, ο Δημοσθένης, ο οποίος υπώπτευε προηγουμένως ότι ο αριθμός των πολιορκουμένων, δια τους οποίους εστέλλοντο τα τρόφιμα εις την νήσον, ήτο εξωγκωμένος, ημπόρεσε πλέον να διακρίνη καλλίτερα ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν αρκετοί. Εξ άλλου επείσθη ότι η επί της νήσου απόβασις ήτο ευκολωτέρα, και δια τούτο ήρχισε να ετοιμάζη την επιχείρησιν, διότι εθεώρησε τότε ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός ήτο άξιος σοβαρωτέρας προσπάθειας εκ μέρους των Αθηναίων. Εζήτησεν ως εκ τούτου επικουρίας από τους συμμάχους των πλησίον μερών και ητοίμαζε το κάθε τι. Ο Κλέων, εν τω μεταξύ, ο οποίος είχε προηγουμένως αναγγείλει εις τον Δημοσθένη την επικειμένην άφιξίν του, έφθασεν εις την Πύλον επί κεφαλής του στρατού που είχε ζητήσει. Αφού δε συνηντήθησαν η πρώτη των ενέργεια ήτο να στείλουν κήρυκα εις τον επί της ξηράς Πελοποννησιακόν στρατόν και να τους προτείνουν, προς αποφυγήν αιματοχυσίας, να διατάξουν, εάν ήθελαν, τους πολιορκουμένους της Σφακτηρίας να παραδοθούν με τα όπλα των, υπό τον όρον ότι θα τους κρατήσουν υπό απλήν επιτήρησιν, έως ότου φθάσουν εις γενικωτέραν συνεννόησιν.
31. Αι προτάσεις αυταί απερρίφθησαν. Οι Αθηναίοι επερίμεναν ακόμη μίαν ημέραν, και την νύκτα της επομένης, αφού επεβίβασαν όλους τους οπλίτας εις ολίγα πλοία, απέπλευσαν. Ολίγον δε προτού να ξημερώση, απεβιβάσθησαν εις την νήσον και από τα δύο μέρη, δηλαδή και από το πέλαγος και από τον λιμένα, οπλίται οκτακόσιοι περίπου, και προήλασαν τρέχοντες εναντίον του πρώτου φυλακείου. Η διάταξις του εχθρικού στρατού είχεν ως εξής. Εις το πρώτον αυτό φυλακείον έμεναν έως τριάντα οπλίται, το κύριον σώμα του στρατού, υπό την αρχηγίαν του Επιτάδου, ήτο τοποθετημένον πλησίον της πηγής του νερού, εις το κεντρικώτερον και ομαλώτερον μέρος της νήσου, και μικρόν απόσπασμα εφύλαττε την εσχατιάν της νήσου, ακριβώς απέναντι της Πύλου. Το μέρος αυτό όχι μόνον προς την θάλασσαν ήτον απόκρημνον, αλλά και από την ξηράν δυσκόλως ημπορούσε να προσβληθή, καθόσον μάλιστα υπήρχεν εκεί και παλαιόν οχύρωμα κατεσκευασμένον από διαλεκτάς ακατεργάστους πέτρας, το οποίον εσχεδίαζαν οι Λακεδαιμόνιοι να χρησιμοποιήσουν, εάν εξηναγκάζοντο εις εσπευσμένην υποχώρησιν. Τοιαύτη ήτο η διάταξις των δυνάμεων του εχθρού.
32. Οι Αθηναίοι εξολόθρευσαν αμέσως τους φρουρούς του πρώτου φυλακείου, εναντίον του οποίου είχαν προελάσει τρέχοντες. Τους επρόφθασαν μέσα εις τα κρεββάτια των, ή προσπαθούντας να αναλάβουν τα όπλα των, διότι δεν είχαν αντιληφθή την απόβασιν των Αθηναίων, αλλ’ ενόμιζαν ότι τα πλοία έπλεαν δια την συνειθισμένην νυκτερινήν περιπολίαν. Με τα χαράγματα, ήρχισε ν’ αποβιβάζεται και ο επίλοιπος στρατός, ο οποίος απετελείτο από τους ναύτας εβδομήντα και πλέον πλοίων (εις τα οποία έμειναν μόνον οι κωπηλάται της τελευταίας τάξεως), ο καθείς με τον ιδιαίτερόν του οπλισμόν, από οκτακoσίους τοξότας και όχι ολιγωτέρους πελταστάς, από τους Μεσσηνίους, που είχαν έλθει εις βοήθειαν, και από την φρουράν της Πύλου, εξαιρουμένων εκείνων που έμεναν ως φρουροί του οχυρώματος. Ο Δημοσθένης διήρεσε τον στρατόν του εις τμήματα, από διακοσίους κατά το μάλλον ή ήττον άνδρας έκαστον, τα οποία κατέλαβαν τα υψηλότερα σημεία της νήσου. Σκοπός του ήτο ο εχθρός, περικυκλωμένος από όλα τα μέρη, να περιέλθη εις την μεγίστην δυνατήν αμηχανίαν, και προσβαλλόμενος από παντού με μεγαλυτέρας δυνάμεις να μη γνωρίζη προς ποίον μέρος ν’ αντιταχθή. Διότι εάν επετίθετο εναντίον των ευρισκομένων εμπρός, θα τον εκτυπούσαν εκείνοι που ήσαν εις τα νώτα του, εάν δε πάλιν κατά των ευρισκομένων εις την μίαν ή την άλλην πλευράν, θα επλευροκοπείτο από τους παρατεταγμένους εις την αντίθετον. Προς οιανδήποτε άλλωστε διεύθυνσιν και αν επροχώρουν, οι ψιλοί στρατιώται του εχθρού θα ευρίσκοντο πάντοτε εις τα νώτα των, και οι στρατιώται αυτοί ήσαν δυσκαταγώνιστοι, καθόσον, οπλισμένοι με τόξα και ακόντια και λίθους και σφενδόνας, εμάχοντο αποτελεσματικώς από μακρυνήν απόστασιν, αφού ούτε να τους καταδιώξη κανείς ημπορούσε, διότι και κατά την φυγήν υπερτέρουν και μόλις ο εχθρός υπεχώρει, τον κατεδίωκαν, χωρίς να του δίδουν καιρόν ν’ ανασάνη. Με τοιαύτας σκέψεις κατήρτισεν ο Δημοσθένης το σχέδιον της αποβάσεως, το οποίον έθετε τώρα εις εφαρμογήν.
33. Όταν οι υπό τας αμέσους διαταγάς του Επιτάδου στρατιώται, οι οποίοι απετέλουν το κύριον μέρος της Πελοποννησιακής δυνάμεως επί της νήσου, είδαν ότι το πρώτον φυλακείον είχεν εξολοθρευθή, και ότι εχθρικός στρατός ήρχετο προς αυτούς, παρετάχθησαν εις τάξιν μάχης και επροχώρησαν εναντίον των Αθηναίων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν αντιμέτωποί των, θέλοντες να συμπλακούν μετ’ αυτών εκ του συστάδην. Οι ψιλοί όμως στρατιώται, οι οποίοι ευρίσκοντο εις τα πλάγια και τα νώτα των, έβαλλαν εναντίον των και από τα δύο μέρη και δεν τους άφιναν ούτε την τακτικήν εμπειρίαν των να χρησιμοποιήσουν, ούτε τους οπλίτας να πλησιάσουν, οι οποίοι εξ άλλου δεν αντεπεξήρχοντο, αλλ’ έμεναν ακίνητοι. Οπουδήποτε όμως οι ψιλοί στρατιώται τους επλησίαζαν πολύ κατά τας επιθέσεις των, οι Λακεδαιμόνιοι τους έτρεπαν εις φυγήν. Εκείνοι όμως και υποχωρούντες εξηκολούθουν να μάχωνται, διότι ευκόλως προελάμβαναν να διαφύγουν και ένεκα του ελαφρού οπλισμού των και διότι το έδαφος ήτο ανώμαλον και δύσβατον, καθό πριν ακατοίκητον, και εις τοιούτο έδαφος η καταδίωξις απέβαινεν αδύνατος δια τους Λακεδαιμονίους, ένεκα του βαρέος οπλισμού των.
34. Αφού ο αμοιβαίος αυτός ακροβολισμός διήρκεσεν ολίγην ώραν, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να εξορμούν με την ιδίαν αποφασιστικότητα προς τα σημεία από τα οποία ο εχθρός τους επετίθετο. Οι ψιλοί στρατιώται, αντιθέτως, εννόησαν ότι η άμυνά των ήρχισεν ήδη να χαλαρώνεται. Η θέα της καταφανώς μεγάλης αριθμητικής υπεροχής των τους ενεθάρρυνε περισσότερον από κάθε άλλο. Βλέποντες, άλλωστε, ότι αι απώλειαί των εξ αρχής ήσαν πολύ μικρότεραι από ό,τι επερίμεναν, εξοικειώθησαν ολίγον κατ’ ολίγον με την ιδέαν ότι οι αντίπαλοί των είναι ολιγώτερον φοβεροί παρ’ όσον εφαίνοντο κατά την στιγμήν της αποβάσεως, όταν το φρόνημά των ήτο εξησθενημένον από την σκέψιν ότι επρόκειτο ν’ αντιμετωπίσουν Λακεδαιμονίους. Εμπνευσθέντες λοιπόν από αισθήματα καταφρονήσεως απέναντί των, ώρμησαν όλοι μαζύ εναντίον των με μεγάλας κραυγάς, ρίπτοντες εναντίον των λίθους και βέλη ακόντια, ό,τι έκαστος είχε προχειρότερον. Ο αλαλαγμός που συνώδευε την επίθεσιν κατέπληξε τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι ήσαν ασυνείθιστοι εις τοιούτο είδος μάχης. Επειδή άλλωστε εσηκώνοντο ουρανομήκη σύννεφα κονιορτού από το προσφάτως καέν δάσος, ήτο αδύνατον να διακρίνη κανείς εμπρός του, ένεκα των βελών και λίθων που ερρίπτοντο πυκνά εις το μέσον του κονιορτού. Ως εκ τούτου, ο άγων από την στιγμήν αυτήν ήρχισε να γίνεται κρίσιμος δια τους Λακεδαιμονίους, διότι οι θώρακές των, οι οποίοι ήσαν από πίλημα, δεν τους επροστάτευαν απότα βέλη, τα δε δόρατα που εκτυπούσαν επάνω των έσπαζαν και σφηνούμενα επάνω εις τας ασπίδας, έπλητταν τους άνδρας. Ού-τε ήξευραν πλέον τι να κάμουν, αφού δεν ημπορούσαν να διακρίνουν εξ αποστάσεως, ούτε ν’ ακούσουν τα παραγγέλματα, τα οποία κατεπνίγοντο από τους εχθρικούς αλαλαγμούς, και ο κίνδυνος τους περιεστοίχιζεν από όλα τα μέρη και δεν έβλεπαν κανέν μέσον αμύνης που να τους δίδη ελπίδα σωτηρίας.
35. Τέλος, όταν ο αριθμός των τραυματιών των ήρχισε να εξογκώνεται, λόγω του ότι περιεστρέφοντο διαρκώς εις το ίδιον μέρος, επύκνωσαν τας τάξεις των και υπεχώρησαν προς το οχύρωμα της εσχατιάς της νήσου, το οποίον δεν απείχε πολύ και το οποίον εφύλαττεν ιδικόν των απόσπασμα. Αλλά την στιγμήν που ήρχισαν να υποχωρούν, οι ψιλοί στρατιώται, αντλήσαντες νέον θάρρος, επέπεσαν κατ’ αυτών με πολύ μεγαλυτέρους παρά πριν αλαλαγμούς, και εφόνευαν όσους από τους Λακεδαιμονίους συνελάμβαναν κατά την υποχώρησιν. Οι πολλοί όμως επρόφθασαν να καταφύγουν εις το οχύρωμα, όπου παρετάχθησαν με την εκεί φρουράν, αποφασισμένοι να υπερασπίσουν κάθε ευπρόσβλητον σημείον. Οι Αθηναίοι τους κατεδίωξαν, αλλ’ ένεκα της οχυρότητος της θέσεως, δεν ημπορούσαν να τους υπερφαλαγγίσουν και τους κυκλώσουν, ως εκ τούτου δ’ επεχείρησαν να τους εκτοπίσουν δι’ επιθέσεως κατά μέτωπον. Επί πολλήν ώραν, το μεγαλύτερον τωόντι μέρος της ημέρας, οι δύο αντίπαλοι, μολονότι ταλαιπωρούμενοι από την μάχην, την δίψαν και την θερμότητα του ηλίου, αντείχαν προσπαθούντες, οι μεν Αθηναίοι να εκτοπίσουν τους Λακεδαιμονίους από τα υψώματα, αυτοί δε να μη ενδώσουν. Η άμυνα των Λακεδαιμονίων, άλλωστε, ήτο τώρα ευκολωτέρα παρά πριν, διότι δεν ημπορούσαν να κυκλωθούν από τα πλάγια.
36. Ο αγών δεν εφαίνετο να έχη τέλος, όταν ο αρχηγός των Μεσσηνίων απηυθύνθη προς τον Κλέωνα και τον Δημοσθένη και τους είπεν ότι οι κόποι των πηγαίνουν χαμένοι, αλλ’ ότι αν θέλουν να του δώσουν μερικούς τοξότας και άλλους ψιλούς στρατιώτας, δια να επιχειρήση να έλθη εις τα νώτα του εχθρού από οιονδήποτε δρόμον εύρη, αυτός αναλαμβάνει να εκβιάση το αποτέλεσμα τούτο. Αφού δε του έδωσαν ό,τι εζήτησεν, εξεκίνησε από μέρος, από το οποίον οι άνδρες του ήσαν αθέατοι εις τον εχθρόν, και εσκαρφάλωνε διαρκώς από τα μέρη, όπου το κρημνώδες έδαφος το επέτρεπε, διευθυνόμενος εις μίαν θέσιν, την οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι, εμπιστευόμενοι εις την φυσικήν της οχυρότητα, δεν εφύλατταν. Και ύστερον από μακρούς και δυσκόλους ελιγμούς, κατώρθωσε, πριν τον αντιληφθούν, να παρουσιασθή αιφνιδίως εις τα νώτα των, επάνω εις το ύψωμα. Η εμφάνισίς του κατετρόμαξε τους εχθρούς δια το απροσδόκητόν της, ενώ οι Αθηναίοι οι οποίοι την επερίμεναν, επήραν νέον θάρρος. Από την στιγμήν αυτήν, οι Λακεδαιμόνιοι, προσβαλλόμενοι και από τα δύο μέρη, ευρέθησαν εις την ιδίαν θέσιν που είχαν ευρέθη και οι προπάτορές των εις τας Θερμοπύλας, διότι, εάν επιτρέπεται να συγκρίνωμεν τα μικρά με τα μεγάλα, και εκείνοι τότε εξωλοθρεύθησαν, διότι οι Πέρσαι τους περιεκύκλωσαν από την ατραπόν, και αυτοί τώρα έπαθαν το ίδιον. Υφιστάμενοι ήδη επίθεσιν και από τα δύο μέρη, δεν αντείχαν πλέον, αλλ’ αγωνιζόμενοι ολίγοι εναντίον πολλών και εξησθενημένοι σωματικώς από την ανεπάρκειαν της τροφής ήρχισαν να υποχωρούν. Οι Αθηναίοι, επομένως, ήσαν ήδη κύριοι των προσβάσεων.
37. Ο Κλέων και ο Δημοσθένης, αντιληφθέντες ότι αν οι Λακεδαιμόνιοι υπεχώρουν, έστω και επ’ ελάχιστον ακόμη, θα εξωλοθρεύοντο από τον Αθηναϊκόν στρατόν, ενώ αυτοί ήθελαν να τους φέρουν ζωντανούς εις τας Αθήνας, έπαυσαν την μάχην και συνεκράτησαν τον στρατόν των, με την ελπίδα ότι εάν τους προσκαλέσουν να παραδοθούν, ημπορούσε να καμφθή το θάρρος των και να υποκύψουν απέναντι του επικειμένου κινδύνου. Τους επρότειναν επομένως δια κήρυκος να παραδοθούν με τα όπλα των εις την απόλυτον διάκρισιν των Αθηναίων.
38.
Παράδοσις των Λακεδαιμονίων εις τους Αθηναίους
Άμα οι Λακεδαιμόνιοι ήκουσαν την πρότασιν, οι πλείστοι εξ αυτών κατέβασαν τας ασπίδας των και ανέσεισαν τα χέρια, εις ένδειξιν αποδοχής. Αφού δε συνωμολογήθη ανακωχή, ήλθαν εις προσωπικάς διαπραγματεύσεις, ο Κλέων και ο Δημοσθένης με τον αντιπρόσωπον των πολιορκουμένων Στύφωνα, υιόν του Φάρακος. Από τους προηγουμένους αρχηγούς, ο πρώτος, ο Επιτάδας, είχε φονευθή, ο Ιπποκράτης, που ήτο διωρισμένος αναπληρωτής του, ήτο εξηπλωμένος κατά γης μεταξύ των νεκρών, και εθεωρείτο ως νεκρός, αν και έζη ακόμη, και ο Στύφων ήτο διωρισμένος κατά τον νόμον τρίτος, δια ν’ αναλάβη την αρχηγίαν, εν περιπτώσει ατυχήματος των δύο άλλων. Ούτος τότε, εξ ονόματος του στρατού του, εδήλωσεν ότι επιθυμούν να στείλουν απεσταλμένον προς τους επί της ξηράς Λακεδαιμονίους, δια να ζητήσουν οδηγίας περί του πρακτέου. Οι Αθηναίοι όμως δεν επέτρεψαν να σταλή κανείς από αυτούς, αλλά προσεκάλεσαν οι ίδιοι τους επί της ξηράς να στείλουν τοιούτους απεσταλμένους, οι οποίοι επήγαν και ήλθαν δύο ή τρεις φοράς. Ο τελευταίος απεσταλμένος των επί της στερεάς Λακεδαιμονίων έφερε την εξής απάντησιν. «Οι Λακεδαιμόνιοι σας παραγγέλλουν ν’ αποφασίσετε σεις οι ίδιοι περί εαυτών, αρκεί να μη κάμετε τίποτε το ατιμωτικόν». Εκείνοι, αφού συνεσκέφθησαν αναμεταξύ των, παρεδόθησαν με τα όπλα των. Την ημέραν αυτήν και την ακόλουθον νύκτα οι Αθηναίοι τους εφρούρουν. Την επομένην αφού έστησαν τρόπαιον εις την νήσον διένειμαν τους αιχμαλώτους εις τους τριηράρχους προς φύλαξιν και προέβησαν εις όλας τας άλλας προετοιμασίας δια τον απόπλουν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, έστειλαν κήρυκα και παραλαβόντες τους νεκρούς των τους μετέφεραν εις την στερεάν. Ο αριθμός των νεκρών και των αιχμαλώτων είχεν ως εξής. Το σύνολον των οπλιτών, που είχαν αποβιβασθή εις την νήσον, ήσαν τετρακόσιοι είκοσι το όλον. Εκ τούτων, διακόσιοι ενενήντα δύο μετεφέρθησαν εις Αθήνας ως αιχμάλωτοι και οι λοιποί είχαν φονευθή. Από τους αιχμαλώτους, Σπαρτιάται ήσαν εκατόν είκοσι περίπου. Αι απώλειαι των Αθηναίων ήσαν ολίγαι, διότι μάχη εκ του συστάδην δεν είχε λάβει χώραν.
39. Η πολιορκία, από την ημέραν της ναυμαχίας έως την ημέραν της μάχης που έγινεν εις την νήσον, διήρκεσεν εβδομήντα δύο το όλον ημέρας. Κατά την διάρκειαν των είκοσι περίπου ήμερων που οι πρέσβεις απουσίασαν, προς διαπραγμάτευσιν συνεννοήσεως, οι πολιορκούμενοι επεσιτίζοντο κανονικώς, αλλά κατά το επίλοιπον διάστημα διετρέφοντο από τα λαθραίως εισαγόμενα τρόφιμα. Και ποσότης μάλιστα σίτου ευρέθη εις την νήσον μετά την παράδοσιν και άλλα τρόφιμα που είχαν περισσεύσει, διότι ο αρχηγός Επιτάδας έδιδεν εις τους στρατιώτας μικροτέρας μερίδας από ό,τι του επέτρεπαν τα μέσα του.
Οι Αθηναίοι και οι Πελοποννήσιοι απέσυραν τώρα πλέον τον στρατόν των από την Πύλον και επέστρεψαν εις τα ίδια, και η υπόσχεσις του Κλέωνος, μολονότι τρελλή, επραγματοποιήθη, διότι εντός είκοσι ημερών, όπως είχεν υποσχεθή, έφερε τους πολιορκουμένους εις τας Αθήνας.
40. Κανέν, τωόντι, γεγονός του πολέμου δεν επροξένησε μεγαλυτέραν από αυτό έκπληξιν μεταξύ των Ελλήνων. Διότι ο κόσμος είχε την αξίωσιν από τους Λακεδαιμονίους να μη παραδίδωνται ούτε από πείναν ούτε από καμμίαν άλλην ανάγκην, αλλά ν’ αποθνήσκουν με τα όπλα εις χείρας, μαχόμενοι όπως ημπορούσαν. Κανείς δεν επίστευεν ότι εκείνοι που παρέδωσαν τα όπλα των ήσαν άνθρωποι όμοιοι, με τους φονευθέντας. Και όταν βραδύτερον, εις κάποιαν περίστασιν, εις από τους συμμάχους των Αθηναίων ηρώτησεν ένα από τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας, με σκοπόν να τον πειράξη, εάν οι φονευθέντες συναγωνισταί του ήσαν όλοι γενναίοι και καθώς πρέπει, εκείνος απήντησεν ότι η άτρακτος, εννοών με την λέξιν αυτήν το βέλος, θα είχε τωόντι, μεγάλην αξίαν, εάν διέκρινε τους γενναίους, υπαινιττόμενος με αυτό, ότι οι λίθοι και τα βέλη εφόνευαν αδιακρίτως όσους έτυχε να κτυπήσουν.
41. Μετά την άφιξιν των αιχμαλώτων, οι Αθηναίοι απεφάσισαν να τους κρατήσουν εις δεσμωτήριον, έως ότου φθάσουν εις συνεννόησιν με τους Πελοποννησίους, αλλ’ εάν οι τελευταίοι εισέβαλλαν προηγουμένως εις την Αττικήν, θα τους έβγαζαν από την φυλακήν και θα τους εθανάτωναν. Εγκατέστησαν επίσης φρουράν εις την Πύλον, και οι Μεσσήνιοι της Ναυπάκτου, θεωρούντες το έδαφος τούτο ως πατρίδα των (διότι η Πύλος αποτελεί μέρος του παλαιού Μεσσηνιακού εδάφους), από τους ιδικούς των, οι οποίοι ελεηλάτουν την Λακωνικήν και επροξένουν μεγάλας ζημίας εις τους κατοίκους, καθόσον ωμίλουν την ιδίαν με αυτούς γλώσσαν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, οι οποίοι δεν είχαν έως τότε δοκιμάσει εις βάρος των τας ταλαιπωρίας τοιούτου ληστρικού πολέμου, όταν είδαν ότι και οι Είλωτες ήρχισαν ν’ αυτομολούν εις την Πύλον, εφοβήθησαν μήπως με βίαια κινήματα επιδιωχθή σοβαρά πολιτική μεταβολή εις την χώραν των, και έφεραν βαρέως την κατάστασιν αυτήν. Αλλά μολονότι δεν ήθελαν ν’ αντιληφθούν οι Αθηναίοι τας ανησυχίας των, εξηκολούθουν να στέλλουν πρεσβείας προς αυτούς, προσπαθούντες να επιτύχουν την απόδοσιν και της Πύλου και των αιχμαλώτων. Αλλά των Αθηναίων αι απαιτήσεις εμεγάλωναν διαρκώς, και μολονότι ήλθαν αλλεπάλληλοι πρεσβείαι, όλαι απεπέμποντο άπρακτοι. Τοιαύτη υπήρξεν η πορεία των γεγονότων της Πύλου.
42.
Εκστρατεία των Αθηναίων εις την Κορινθίαν
Κατά την διάρκειαν του ιδιου θέρους και ευθύς μετά τ’ ανωτέρω γεγονότα, οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν εναντίον της Κορινθίας με στόλον ογδοήντα πλοίων, με δύο χιλιάδας ιδικούς των οπλίτας και διακοσίους ιππείς, οι οποίοι επεβιβάσθη-σαν εις ιππαγωγά πλοία. Εις την εκστρατείαν, της οποίας αρχηγός ήτο ο Νικίας, υιός του Νυκηράτου, με δύο άλλους, έλαβαν μέρος και στρατιωτικά αποσπάσματα της Μιλήτου, της Άνδρου και της Καρύστου. Ο στόλος προσήγγισε, μόλις εχάραζε, εις την μεταξύ της Χερσονήσου και του Ρείτου παραλίαν, της οποίας υπέρκειται ο Σολύγειος λόφος. Εις τον λόφον αυτόν είχαν εγκατασταθή τον παλαιόν καιρόν οι Δωριείς και επολέμουν εναντίον των Αιολέων, οι οποίοι κατώκουν την Κόρινθον, σώζεται δ’ ακόμη και σήμερον επ’ αυτού κωμόπολις, ονομαζομένη Σολύγεια. Από την παραλίαν, όπου προσήγγισεν ο στόλος, η κωμόπολις αυτή απέχει δώδεκα στάδια, η Κόρινθος εξήντα και ο Ισθμός είκοσι. Οι Κορίνθιοι, πληροφορηθέντες προηγουμένως από το Άργος την επικειμένην εισβολήν του Αθηναϊκού στρατού είχαν από πολλάς ημέρας συγκεντρωθή όλοι εις τον Ισθμόν, εκτός από εκείνους που κατώκουν έξω από αυτόν και πεντακοσίων επίσης στρατιωτών που απουσίαζαν εις Αμπρακίαν και Λευκάδα, προς προστασίαν των πόλεων αυτών. Όλοι ανεξαιρέτως οι άλλοι εφρούρουν, δια να ιδούν που θα απεβιβάζοντο οι Αθηναίοι, οι οποίοι όμως διέφυγαν την προσοχήν των, καταπλεύσαντες πριν εξημερώση ακόμη. Οι Κορίνθιοι, ευθύς ως έμαθαν την είδησιν δι’ οπτικού σήματος, αφίσαντες το ήμισυ του στρατού των εις τας Κεγχρεάς, εκ φόβου μήπως οι Αθηναίοι επιτεθούν κατά του Κρομμυώνος, έσπευσαν με το άλλο ήμισυ δια να τους αποκρούσουν.
43. Ο Βάττος, εις από τους δύο παρόντας εις την μάχην Κορινθίους στρατηγούς, επήρεν απόσπασμα του στρατού και ήλθεν εις την Σολύγειαν, η οποία ήτο ατείχιστος, δια να την προστατεύση. Ο άλλος στρατηγός, ο Λυκόφρων, επί κεφαλής του επίλοιπου στρατού, ήρχισε την μάχην. Οι Κορίνθιοι προσέβαλαν πρώτον το δεξιόν κέρας, το οποίον είχεν αποβιβασθή ευθύς και ακριβώς εμπρός από την Χερσόνησον, και έπειτα και τον άλλον στρατόν των Αθηναίων. Η μάχη ήτο πεισματώδης και διεξήγετο καθ’ όλον το μέτωπον σώμα με σώμα. Το δεξιόν κέρας των Αθηναίων και οι Καρύστιοι, οι οποίοι ήσαν παρατεταγμένοι εις το άκρον δεξιόν, εδέχθησαν την επίθεσιν των Κορινθίων, χωρίς να κλονισθούν, και τους απώθησαν μάλιστα, μολονότι με δυσκολίαν. Οι Κορίνθιοι υπεχώρησαν προς ένα ξηρότοιχον και επειδή το μέρος ήτο κατωφερικόν, ήρχισαν να λιθοβολούν τους Αθηναίους, οι οποίοι ευρίσκοντο προς τα κάτω, έψαλαν τον παιάνα και τους επετέθησαν εκ νέου. Εκείνοι εδέχθησαν την επίθεσιν, χωρίς να κλονισθούν, και η μάχη διεξήγετο πάλιν σώμα με σώμα. Απόσπασμα Κορινθίων, το οποίον έσπευσεν εις ενίχυσιν του αριστερού των κέρατος, ηνάγκασε το δεξιόν των Αθηναίων να υποχωρήση και τους κατεδίωξε δραστηρίως μέχρι της θαλάσσης. Αλλά μόλις έφθασαν εις τα πλοία, έστρεψαν πάλιν οι Αθηναίοι και οι Καρύστιοι εναντίον του εχθρού. Ο επίλοιπος στρατός των δύο μερών εξηκολούθει να μάχεται χωρίς διακοπήν, το δεξιόν ιδίως κέρας των Κορινθίων, υπό την αρχηγίαν του Λυκόφρονος, προσεπάθει ν’ αποκρούση το αριστερόν των Αθηναίων, διότι εφοβείτο ότι οι Αθηναίοι θα επιτεθούν εναντίον της Σολυγείας.
44. Επί πολλήν ώραν αντείχαν και οι δύο, χωρίς να υποχωρή ο ένας απέναντι του άλλου. Επί τέλους, οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν το πλεονέκτημα της συμπράξεως ιππικού, που εστερούντο οι αντίπαλοί των, απώθησαν το δεξιόν των Κορινθίων και τους ηνάγκασαν να υποχωρήσουν προς τον Σολύγειον λόφον, όπου εστάθμευσαν, και δεν κατέβαιναν εκείθεν, ησυχάζοντες. Τας μεγαλυτέρας απωλείας έπαθαν οι Κορίνθιοι, κατά την ήτταν αυτήν του δεξιού των. Μεταξύ δε των φονευθέντων ήτο και ο στρατηγός Λυκόφρων. Ο επίλοιπος στρατός, χωρίς να καταδιωχθή πολύ και χωρίς να λάβη η υποχώρησίς του τον χαρακτήρα εσπευσμένης φυγής, αφού ηναγκάσθη να υποχωρήση, επέστρεψεν εις τα υψώματα, όπου και εγκατεστάθη. Οι Αθηναίοι, βλέποντες ότι ο εχθρός δεν επανήρχετο προς επανάληψιν της μάχης, έστησαν αμέσως τρόπαιον, και ήρχισαν να σκυλεύουν τους νεκρούς των εχθρών και συλλέγουν τους ιδικούς των. Εν τω μεταξύ, το ήμισυ του Κορινθιακού στρατού, που είχε μείνει στρατοπεδευμένον εις τας Κεγχρεάς, δια ν’ αποκρούση ενδεχομένη ν απόβασιν των Αθηναίων εναντίον του Κρομμυώνος, ημποδίζετο από το όρος Όνειον να ίδουν την μάχην. Αλλ’ άμα ως είδαν τον κονιορτόν που εσηκώνετο, και εννόησαν τι συμβαίνει έτρεξαν ευθύς εις βοήθειαν. Το ίδιον άλλωστε έκαμαν, άμα είδαν τα γενόμενα, και οι πρεσβύτεροι των Κορινθίων, οι οποίοι είχαν μείνει εις την πόλιν. Οι Αθηναίοι, βλέποντες τους επερχόμενους αθρόους και νομίσαντες ότι ήρχετο προς τους Κορινθίους επικουρία από τους Πελοποννησίους των πλησιεστέρων μερών, επέστρεψαν εσπευσμένως εις τον στόλον των, μαζύ με τα σκύλα και τους νεκρούς των, εκτός δύο, τους οποίους εγκατέλειψαν, διότι δεν ημπόρεσαν να τους εύρουν. Αφού δ’ επεβιβάσθησαν εις τα πλοία, διεπεραιώθησαν εις παρακείμενα νησιά, και στείλαντες από εκεί κήρυκα, εζήτησαν την άδειαν και παρέλαβαν τους εγκαταλειφθέντας νεκρούς των. Κατά την μάχην εφονεύθησαν διακόσιοι δώδεκα Κορίνθιοι και από τους Αθηναίους όχι ολιγότεροι από πενήντα.
45. Οι Αθηναίοι απέπλευσαν από τας νήσους και την ιδίαν ημέραν ηγκυροβόλησαν εις τον Κρομμυώνα, ο οποίος ανήκει εις την περιφέρειαν της Κορίνθου και απέχει, από την πόλιν αυτήν εκατόν είκοσι στάδια. Αφού δε ηρήμωσαν την χώραν, διανυκτέρευσαν εκεί. Την επομένην, έπλευσαν κατά μήκος της ακτής, και αφού πρώτον ενήργησαν απόβασιν μικράς διαρκείας εις την περιφέρειαν της Επιδαύρου, ήλθαν ύστερον εις τα Μέθανα, τα οποία κείνται μεταξύ Επιδαύρου και Τροιζήνος, και αφού κατέλαβαν τον Ισθμόν της χερσονήσου, όπου κείται, τον απεχώρισαν από την στερεάν δια τείχους. Και εγκαταστήσαντες φρουράν, ενήργουν του λοιπού ληστρικάς επιδρομάς εις τας περιφερείας της Τροιζήνος, της Αλιάδος και της Επιδαύρου. Αφού δε συνεπληρώθη το τείχος του ισθμού, επέστρεψαν με τον στόλον των εις τα ίδια.
46.
Τέλος του εμφυλίου πολέμου εις την Κέρκυραν
Την ιδίαν εποχήν που τα γεγονότα αυτά ελάμβαναν χώραν, ο Ευρυμέδων και ο Σοφοκλής απέπλευσαν με την μοίραν του Αθηναϊκού στόλου από την Πύλον δια την Σικελίαν. Όταν έφθασαν εις την Κέρκυραν, ηνώθησαν με τους Κερκυραίους της πόλεως και εξεστράτευσαν εναντίον των επί του όρους Ιστώνης εγκατεστημένων ολιγαρχικών, οι οποίοι μετά την επανάστασιν επέστρεψαν εις την νήσον, όπως διηγήθην ήδη, έγιναν κύριοι της υπαίθρου χώρας και επροξένουν μεγάλας ζημίας. Το οχύρωμά των εκυριεύθη εξ εφόδου. Οι ίδιοι όμως κατέφυγαν αθρόοι επάνω εις ύψωμα και εσυνθηκολόγησαν, υπό τον όρον να παραδώσουν τους μισθοφόρους στρατιώτας και τα όπλα των και δεχθούν ό,τι ο Αθηναϊκός λαός θ’ αποφασίση περί της τύχης των. Οι στρατηγοί τους μετέφεραν εις την νήσον Πτυχίαν, δια να κρατηθούν εκεί, έως ότου σταλούν εις τας Αθήνας, με την συμφωνίαν ότι δεν θα πάθουν τίποτε, αλλά και υπό τον όρον ότι αν κανείς συλληφθή προσπαθών να φύγη, η συμφωνία θα εθεωρείτο αυτοδικαίως άκυρος δι’ όλους. Οι αρχηγοί της δημοκρατικής μερίδος των Κερκυραίων όμως φοβούμενοι ότι όταν μεταφερθούν εις Αθήνας, οι Αθηναίοι δεν θα τους θανατώσουν, έστησαν την εξής παγίδα. Προσποιούμενοι ενδιαφέρον, έστειλαν εις την νήσον Πτυχίαν, χωρίς να φανούν οι ίδιοι, φίλους μερικών κρατουμένων, τους οποίους ωδήγησαν να τους είπουν ότι το καλλίτερον δι’ αυτούς ήτο να δραπετεύσουν άνευ αναβολής, και ότι οι ίδιοι αναλαμβάνουν να τους έχουν έτοιμον πλοίων, διότι οι στρατηγοί των Αθηναίων, όπως τους εβεβαίωναν, επρόκειτο να τους παραδώσουν εις τους δημοκρατικούς της Κερκύρας.
47. Η παγίς επέτυχε. Το πλοίον ητοιμάσθη. Αλλ’ οι παγιδευθέντες συνελήφθησαν την ώραν που εξέπλεαν. Επομένως, η συμφωνία ηκυρώθη αυτοδικαίως και όλοι οι κρατούμενοι παρεδόθησαν εις την Κερκυραϊκήν κυβέρνησιν. Εκείνο όμως που συνετέλεσε προ πάντων δια να πιστευθή το πρόσχημα και οι επινοήσαντες την επιβουλήν να την θέσουν εις εκτέλεσιν χωρίς φόβον ήτο το γεγονός, ότι όλος ο κόσμος εννοούσεν ότι οι Αθηναίοι στρατηγοί, ηναγκασμένοι αυτοί να πλεύσουν εις την Σικελίαν, δεν ήθελαν η μεταφορά των αιχμαλώτων εις τας Αθήνας να γίνη από άλλους, οι οποίοι και θα επωφελούντο της τιμής ότι τους μετέφεραν εκεί. Όταν τους παρέλαβαν, οι Κερκυραίοι τους ενέκλεισαν εντός ευρυχώρου οικοδομής. Έπειτα τους έβαζαν απ’ εκεί ανά είκοσι και τους ηνάγκαζαν, δεμένους τον ένα με τον άλλον, να βαδίζουν δια μέσου δύο στοίχων οπλιτών, οι οποίοι ήσαν παρατεταγμένοι από τα δύο μέρη, και οσάκις έβλεπαν κανένα εχθρόν των, τον εκτύπων και τον εμαχαίρωναν, ενώ άλλοι ροπαλοφόροι, βαδίζοντες δίπλα των, ηνάγκαζαν τους καθυστερούντας να ταχύνουν το βήμα των.
48. Εξήντα περίπου από τους αιχμαλώτους έβγαλαν κατ’ αυτόν τον τρόπον και εφόνευσαν, πριν εννοηθούν από τους λοιπούς κρατουμένους, οι οποίοι υπέθεταν ότι τους έβγαζαν δια να τους μεταφέρουν κάπου αλλού. Όταν όμως έμαθαν τα συμβάντα από κάποιον που τους εφανέρωσε, επεκαλέσθησαν την παρέμβασιν των Αθηναίων και τους εξώρκιζαν, εάν θέλουν τον θάνατόν των, να τους φονεύσουν οι ίδιοι. Ηρνούντο επίσης να εξέλθουν του λοιπού από την οικοδομήν και εδήλωσαν ότι αν ημπορέσουν δεν θ’ αφίσουν κανένα να εισέλθη. Οι Κερκυραίοι, εν τούτοις, δεν εσκέφθησαν ούτε οι ίδιοι να παραβιάσουν τας θύρας. Ανέβησαν όμως εις την στέγην, ήνοιξαν την οροφήν, και ήρχισαν να ρίπτουν εναντίον των κεραμίδια και τους τοξεύουν κάτω. Οι αιχμάλωτοι επροφυλάσσοντο όπως ημπορούσαν, και συγχρόνως πολλοί ήρχισαν ν’ αυτοκτονούν, άλλοι εμπήγοντες εις τον λαιμόν των τα βέλη, τα οποία ετόξευαν οι αντίπαλοι εναντίον των, άλλοι απαγχονιζόμενοι με σχοινιά, τα οποία αφήρουν από μερικά κρεββάτια που έτυχε να ευρίσκωνται εκεί, ή με λωρίδας, καμωμένας από ενδύματά των. Τούτο εξηκολούθησε τωόντι κατά το μεγαλύτερον μέρος της νυκτός, διότι η νυξ είχεν επέλθει κατά την διάρκειαν της συμφοράς των, έως ότου, αυτοκτονούντες με τον ένα ή τον άλλον τρόπον, ή βαλλόμενοι από τους ευρισκομένους επάνω εις την στέγην, εξωλοθρεύθησαν. Όταν εξημέρωσεν, οι Κερκυραίοι τους εστοίβαξαν επάνω εις κάρρα, εις αλλεπάλληλα κατά μήκος και κατά πλάτος στρώματα, και τους μετέφεραν έξω από την πόλιν. Τας γυναίκας, εξ άλλου, όσαι είχαν συλληφθή εντός του οχυρώματος, επώλησαν ως δούλας. Κατά τοιούτον τρόπον εξωλόθρευσεν η δημοκρατική μερίς των Κερκυραίων τους ολιγαρχικούς που είχαν καταφύγει εις την Ιστώνην. Με τον εξολοθρευμόν των, ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος διήρκεσε τόσον πολύν καιρόν, έληξεν, όσον αφορά τουλάχιστον τον παρόντα πόλεμον. Διότι, ό,τι απέμεινεν από τους ολιγαρχικούς ήτο πλέον ανάξιον λόγου. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, απέπλευσαν, σύμφωνα με το αρχικόν δρομολόγιόν των, εις Σικελίαν, όπου συνέχισαν τας εχθροπραξίας, από κοινού με τους εκεί συμμάχους των.
49.

Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν το Ανακτόριον

Όταν ετελείωνε το θέρος, η Αθηναϊκή φρουρά της Ναυπάκτου και οι Ακαρνάνες εξεστράτευσαν κατά του Ανακτορίου, πόλεως Κορινθιακής κειμένης εις την είσοδον του Αμπρακικού κόλπου, και την κατέλαβαν δια προδοσίας των κατοίκων. Οι Ακαρνάνες, ακολούθως, διώξαντες τους Κορινθίους, κατώκησαν οι ίδιοι του λοιπού το Ανακτόριον, με αποίκους τους οποίους έστειλαν από τα διάφορα τμήματα της ομοσπονδίας των. Με τα γεγονότα αυτά έληξε το θέρος.
50.
Οι Αθηναίοι συλλαμβάνουν Πέρσην απεσταλμένον προς τους Λακεδαιμονίους
Κατά τον επόμενον χειμώνα, ο Αριστείδης, υιός του Αρχίππου, εις από τους αρχηγούς των Αθηναϊκών πλοίων, τα οποία είχαν σταλή προς είσπραξιν των καθυστερουμένων φόρων των συμμάχων, συνέλαβεν εις την Ηιόνα, πλησίον του Στρυμόνος, τον Πέρσην Αρταφέρνη, ο οποίος μετέβαινεν εις την Λακεδαίμονα ως απεσταλμένος του Βασιλέως. Αφού τον μετέφεραν εις Αθήνας, οι Αθηναίοι διέταξαν την μετάφρασιν της επιστολής, την οποίαν έφερε και η οποία ήτο γραμμένη με Ασσυριακούς χαρακτήρας, και την ανέγνωσαν. Μεταξύ πολλών άλλων ζητημάτων, τα οποία εθίγοντο εις αυτήν, σπουδαιοτάτη ήτο δήλωσις του Βασιλέως προς τους Λακεδαιμονίους, ότι δεν εννοεί τι ζητούν, διότι, μολονότι ήλθαν πολλοί πρέσβεις προς αυτόν, κανείς δεν συνεφώνει με τον άλλον. Επομένως, εάν θέλουν να εξηγηθούν σαφώς, να στείλουν προς αυτόν αντιπροσώπους των μαζί με τον Αρταφέρνη. Τον Αρταφέρνη αυτόν, συνοδευόμενον από πρέσβεις, απέστειλαν ακολούθως οι Αθηναίοι δια τριήρους εις την Έφεσον. Επειδή όμως ο βασιλεύς Αρταξέρξης, υιός του Ξέρξου, είχεν αποθάνει κατά τη εποχήν εκείνην, οι πρέσβεις, μαθόντες τούτο κατά την εκεί άφιξίν των, επέστρεψαν εις Αθήνας.
51.
Οι Χίοι κατεδαφίζουν τα τείχη των κατ’ απαίτησιν των Αθηναίων
Κατά τον ίδιον χειμώνα, κατηδάφισαν και οι Χίοι το τείχος που είχαν νεωστί κατασκευάσει συνεπεία απαιτήσεως των Αθηναίων, οι οποίοι τους υπώπτευαν ότι σχεδιάζουν ν’ αποστατήσουν. Επέτυχαν όμως προηγουμένως από τους Αθηναίους επίσημον εγγύησιν και υπόσχεσιν ότι δεν θα πάθουν τίποτε. Συγχρόνως έληξεν ο χειμών και μαζί με αυτόν έληξε το έβδομον έτος του πολέμου, του οποίου την ιστορίαν έγραψεν ο Θουκυδίδης.

Έτος 8ον : 424 – 423 π.Χ.
52.
Δράσις των φυγάδων της Μυτιλήνης
Εις την αρχήν του επομένου θέρους έλαβε χώραν μερική έκλειψις του ηλίου, κατά την πρώτην ημέραν του σεληνιακού μηνός, και κατά το πρώτον δεκαήμερον του ιδίου σεισμός.
Οι περισσότεροι φυγάδες της Μυτιλήνης και της λοιπής Λέσβου, χρησιμοποιούντες ως ορμητήριον την απέναντι στερεάν, εστρατολόγησαν μισθοφόρους και από τα πέριξ μέρη και από την Πελοπόννησον, και κατέλαβαν το Ροίτειον, το οποίον όμως απέδωσαν πάλιν, χωρίς να προξενήσουν καμμίαν ζημίαν, αφού έλαβαν ως λύτρα δύο χιλιάδας στατήρας της Φωκαίας. Ακολούθως, εξεστράτευσαν εναντίον της Αντάδρου και κατέλαβαν την πόλιν δια προδοσίας των κατοίκων. Το σχέδιόν των ήτο να ελευθερώσουν και τας άλλας πόλεις, τας ονομαζομένας Ακταίας αι οποίαι ανήκαν πριν εις τους Μυτιληναίους, αλλά κατείχοντο ήδη από τους Αθηναίους, προ πάντων όμως ενδιεφέροντο δια την Άντανδρον. Ήτο τωόντι εύκολος η εκεί κατασκευή πλοίων και άλλων πολεμικών ειδών, ένεκα της αφθονίας της ξυλείας, την οποίαν εξησφάλιζε το γεγονός ότι η πόλις κείται εις τους πρόποδας της Ίδης. Και το σχέδιόν των ήτο, αφού ενισχύσουν την οχύρωσίν της, να την χρησιμοποιήσουν ως κατάλληλον ορμητήριον, όχι μόνον δια να βλάπτουν την πλησίον κειμένην Λέσβον, αλλά και δια να γίνουν κύριοι των Αιολικών πόλεων της στερεάς. Την εκτέλεσιν των σχεδίων τούτων επρόκειτο ήδη να ετοιμάσουν.
53.
Οι Αθηναίοι καταλαμβάνουν τα Κύθηρα
Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι Αθηναίοι υπό την αρχηγίαν του Νικίου, υιού του Νικηράτου, του Νικοστράτου, υιού του Διειτρέφους, και του Αυτοκλέους, υιού του Τολμαίου, εξεστράτευσαν εναντίον των Κυθήρων, με εξήντα πλοία δύο χιλιάδας οπλίτας και ολίγους ιππείς, συνοδευόμενοι και από απόσπασμα Μιλησίων και άλλων συμμάχων. Τα Κύθηρα είναι νήσος κειμένη πλησίον της Λακωνικής, απέναντι του Μαλέα. Οι κάτοικοί της είναι Λακεδαιμόνιοι, από τους Περιοίκους, και κατ’ έτος εστέλλετο εκεί από την Σπάρτην άρχων, καλούμενος «Κυθηροδίκης». Οι Λακεδαιμόνιοι διετήρουν εκεί φρουράν οπλιτών, την οποίαν ανενέωναν τακτικά, και εδείκνυαν πολύ ενδιαφέρον δια την νήσον. Διότι όχι μόνον εχρησίμευεν ως σταθμός ανεφοδιασμού δια τα εμπορικά πλοία, που ήρχοντο από την Αίγυπτον και την Λιβύην, αλλά και, επειδή εκτείνεται ολόκληρος προς το Σικελικόν και το Κρητικόν πέλαγος, τους επροστάτευε συγχρόνως εναντίον πειρατικών επιδρομών από το μέρος της θαλάσσης, από το οποίον και μόνον ημπορούσε να υποστή λεηλασίας η Λακωνική.
54. Μετά τον κατάπλουν του Αθηναϊκού στόλου εις Κύθηρα, οι Αθηναίοι με δέκα πλοία και δισχιλίους Μιλησίους οπλίτας κατέλαβαν την παραθαλλάσιαν πόλιν Σκάνδειαν. Ο λοιπός στρατός απεβιβάσθη εις το μέρος της νήσου, το απέναντι του Μαλέα, και ήρχισε να προελαύνη κατά της μεσογείου πόλεως των Κυθήρων, και μετ’ ολίγον συνήντησεν ολόκληρον την εγχωρίαν δύναμιν στρατοπεδευμένην. Κατά την μάχην, η οποία συνεκροτήθη, οι Κυθήριοι ολίγην μόνον ώραν αντεστάθησαν, έπειτα έστρεψαν τα νώτα και κατέφυγαν εις την μεσόγειον πόλιν και ακολούθως παρεδόθησαν εις τον Νικίαν και τους συναρχηγούς του, αναθέσαντες εις τον Αθηναϊκόν λαόν ν’ αποφασίση περί της τύχης των, εξαιρουμένης μόνον της εις θάνατον καταδίκης. Ο Νικίας, άλλωστε, είχεν έλθει προηγουμένως εις διαπραγματεύσεις με μερικούς Κυθηρίους, πράγμα το οποίον και τότε διηυκόλυνε την συνεννόησιν, και βραδύτερον εξησφάλισεν εις τους κατοίκους συμφερωτέρους όρους. Αν έλειπαν, τωόντι, αι διαπραγματεύσεις αυταί, οι Αθηναίοι θα εξετόπιζαν τους Κυθηρίους, όχι μόνον διότι είναι Λακεδαιμόνοι, αλλά και διότι η νήσος κείται εις τόσον επίκαιρον θέσιν απέναντι της Λακωνικής. Μετά την συνθηκολογίαν, οι Αθηναίοι εγκατεστάθησαν οριστικώς εις την παρά τον λιμένα πόλιν της Σκανδείας, έλαβαν όσα άλλα μέτρα ήσαν αναγκαία δια την εξασφάλισιν της νήσου, και έπλευσαν εις την Ασίνην, το Έλος και τας περισσοτέρας άλλας παραλίους πόλεις της Λακωνικής, όπου, ενεργούντες αποβάσεις και καταυλιζόμενοι, εις επίκαιρα σημεία του εδάφους, προέβησαν εις ερήμωσιν της χώρας επί μίαν περίπου εβδομάδα.
55. Μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι οι Αθηναίοι κατέχουν τα Κύθηρα, εφοβήθησαν συγχρόνως ότι θα ενήργουν τοιαύτας αποβάσεις και εις το ιδικόν των ακόμη έδαφος, δεν συνεκέντρωσαν όμως πουθενά τας δυνάμεις των, δια ν’ αντιταχθούν. Έστειλαν, εν τούτοις, προς φρούρησιν ισχυρά στρατιωτικά αποσπάσματα εις διάφορα μέρη της χώρας, αναλόγως των αναγκών εκάστου μέρους, και εν γένει έλαβαν πολλά προφυλακτικά μέτρα, διότι εφοβούντο μήπως δια βίαιου κινήματος επιδιωχθή μεταβολή της πολιτειακής καταστάσεως. Είχαν ήδη υποστή την μεγάλην και απροσδόκητον συμφοράν της Σφακτηρίας, η Πύλος και τα Κύθηρα ευρίσκοντο εις χείρας των εχθρών, και ο πόλεμος τους ηπείλει από όλα τα σημεία με ταχέα πλήγματα, κατά των οποίων έγκαιρος προφύλαξις δεν ήτο δυνατή. Ως εκ τούτου, ωργάνωσαν, παρά την συνήθειάν των, σώμα τετρακοσίων ιππέων και τοξοτών. Εις τας πολεμικάς των, εξ άλλου, επιχειρήσεις εδείχθησαν πολύ περισσότερον διστακτικοί τώρα παρά κάθε άλλην προηγουμένην φοράν, λόγω του ότι είχαν περιπλακή εις πόλεμον ναυτικόν, δια τον οποίον η στρατιωτική των προετοιμασία ήτο όλως διόλου ξένη, και μάλιστα εναντίον των Αθηναίων, οι οποίοι την παράλειψιν τολμήματος εθεώρουν πάντοτε ως θετικήν απώλειαν εκείνου, το οποίον κατά την ιδέαν των ημπορούσε να κατορθωθή. Συγχρόνως, τα απροσδόκητα πλήγματα της τύχης, τα οποία επήλθαν τόσον πολλά εις διάστημα τόσον ολίγον, τους κατετρόμαξαν, και κατείχοντο από τον φόβον μήπως περιπέσουν και πάλιν εις συμφοράν καθώς εκείνην της Σφακτηρίας. Δι’ αυτό δε και έγιναν ατολμότεροι εις το ν’ αντιμετωπίζουν τους κινδύνους μάχης, δίοτι ενόμιζαν ότι κάθε επιχείρησίς των θ’ αποτύχη, καθόσον ασυνήθιστοι προηγουμένως εις ατυχίας, είχαν χάσει τώρα κάθε αυτοπεποίθησιν.
56.
Ερήμωσις της παραλίας της Λακωνικής υπό των Αθηναίων
Δια τούτο, και τον καιρόν που οι Αθηναίοι ηρήμωναν την Λακωνικήν παραλίαν, οι Λακεδαιμόνιοι, ως επί το πλείστον, έμεναν ήσυχοι διότι εις την ψυχικήν κατάστασιν που ευρίσκοντο, κάθε στρατιωτικόν απόσπασμα, το οποίον εφύλαττεν εν μέρος, όπου τυχόν εγίνετο απόβασις, εθεώρει ότι η αριθμητική του αδυναμία δεν του επέτρεπε ν’ αντισταθή. Εν τοιούτον απόσπασμα το οποίον έτυχε ν’ αντιταχθή πλησίον της Κοτύρτης και της Αφροδισίας, έτρεψεν εις φυγήν δι’ αιφνιδίας επιθέσεως στίφος ψιλών στρατιωτών, οι οποίοι ήσαν διεσπαρμένοι, αλλ’ όταν ευρέθη αντιμέτωπον προς τους οπλίτας, υπεχώρησε πάλιν, αφού έχασε μερικούς άνδρας και όπλα. Οι Αθηναίοι, αφού έστησαν τρόπαιον, απέπλευσαν εις Κύθηρα. Απ’ εκεί, αφού έκαμψαν τον Μαλέαν, έπλευσαν εις Επίδαυρον την Λιμηράν, όπου ηρήμωσαν μέρος της χώρας, και ακολούθως εις την Θυρέαν, η οποία κείται εις την επαρχίαν, την καλουμένην Κυνουρίαν, μεταξύ Αργολίδος και Λακωνικής. Οι Λακεδαιμόνιοι, εις τους οποίους ανήκεν η Θυρέα, την είχαν παραχωρήσει εις τους εξορίστους Αιγινήτας προς κατοικίαν, και δια τας υπηρεσίας που τους είχαν προσφέρει κατά την εποχήν του σεισμού και της επαναστάσεως των Ειλώτων, και διότι ηκολούθησαν πάντοτε την πολιτικήν των, μολονότι ήσαν υπήκοοι των Αθηναίων.
57. Όταν επλησίαζεν ο Αθηναϊκός στόλος, οι Αιγινήται εγκατέλειψαν το φρούριον, το οποίον έκτιζαν τότε πλησίον της θαλάσσης, και απεσύρθησαν εις την άνω πόλιν, η οποία απέχει από την θάλασσαν δέκα περίπου στάδια, και όπου είχαν την κατοικίαν των. Εν από τα στρατιωτικά αποσπάσματα, που είχαν στείλει οι Λακεδαιμόνιοι εις διάφορα μέρη της χώρας, και το οποίον τους εβοήθει εις την οικοδομήν του φρουρίου, ηρνήθη, παρά τας παρακλήσεις των Αιγινητών, να εισέλθη μαζί των εντός του τείχους της πόλεως, διότι εθεώρησεν επικίνδυνον να εγκλεισθή εντός αυτού. Απεσύρθη, λοιπόν, εις τα υψώματα, όπου έμενεν εις αδράνειαν, διότι εθεώρει ότι δεν ήτο εις θέσιν ν’ αντιμετωπίση τους Αθηναίους, οι οποίοι κατέπλευσαν εν τω μεταξύ και εβάδισαν αμέσως με όλον των τον στρατόν εναντίον της Θυρέας, την οποίαν και εκυρίευσαν. Και αφού διήρπασαν την πόλιν, την έκαυσαν και επέστρεψαν εις τας Αθήνας, φέροντες αιχμαλώτους τους Αιγινήτας, όσοι δεν είχαν φονευθή κατά την μάχην, και τον Λακεδαιμόνιον αρμοστήν της πόλεως, Τάνταλον, υιόν του Πατροκλέους, ο οποίος, τραυματισθείς, ηχμαλωτίσθη. Παρέλαβαν επίσης και ολίγους Κυθηρίους, τους οποίους εθεώρησαν ότι επεβάλλετο να εκτοπίσουν, χάριν ασφαλείας. Τους τελευταίους αυτούς ο Αθηναϊκός λαός απεφάσισε να τοποθετήση προς φύλαξιν εις τας νήσους, ενώ εις τους άλλους Κυθηρίους επέτρεψε να κατοικούν την νήσον των, πληρώνοντες τέσσαρα τάλαντα ετήσιον φόρον. Όλους όμως τους Αιγινήτας αιχμαλώτους, ένεκα της προηγουμένης πατροπαραδότου έχθρας των, απεφάσισαν να θανατώσουν, και να φυλακίσουν τον Τάνταλον μαζί με τους άλλους Λακεδαιμονίους, τους αιχμαλωτισθέντας εις την Σφακτηρίαν.
58.
Αι Σικελικοί πόλεις τερματίζουν τον μεταξύ των πόλεμον
Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, συνωμολογήθη εις την Σικελίαν ανακωχή, κατ’ αρχάς μόνον μεταξύ των κατοίκων της Καμαρίνης και της Γέλας. Έπειτα όμως και οι άλλοι Έλληνες της Σικελίας απέστειλαν από όλας τας πόλεις εις την Γέλαν πρέσβεις, οι οποίοι συνήλθαν εις συνδιάσκεψιν, δια να επιδώξουν την συνδιαλλαγήν. Πολλαί γνώμαι εξηνέχθησαν υπέρ και κατά, και οι αντιπρόσωποι των διαφόρων πόλεων δεν ημπορούσαν να συμφωνήσουν, διότι καθείς απήτει την επανόρθωσιν των δικαίων, ως ενόμιζε, παραπόνων της πόλεώς του. Τέλος, ο Συρακούσιος Ερμοκράτης, υιός του Έρμωνος, ο οποίος και επηρέασε περισσότερον από κάθε άλλον τους αντιπροσώπους της συνδιασκέψεως, ωμίλησε προς αυτούς ως εξής :
59. «Σικελιώται, ως αντιπρόσωποι πόλεως, η οποία ούτε η ασθενεστάτη βεβαίως είναι, ούτε η περισσότερον δοκιμαζομένη από τον πόλεμον, λαμβάνω τον λόγον, δια να εκφράσω την γνώμην, η οποία θεωρώ ότι εξυπηρετεί καλλίτερον το κοινόν συμφέρον της Σικελίας. Δεν έχω, βεβαίως, ανάγκην να μακρηγορήσω, αναζητών και εκθέτων όλα τα δεινά, που συνεπάγεται ο πόλεμος, διότι τα γνωρίζετε. Κανείς, τωόντι, δεν παρασύρεται εις αυτόν από άγνοιαν των δεινών του, και κανείς δεν αποτρέπεται από φόβον, εφόσον πιστεύει ότι θα πορισθή πλεονεκτήματα. Αλλ’ η αλήθεια είναι ότι ο εις επιτίθεται, διότι κρίνει τα προσδοκώμενα κέρδη μεγαλύτερα από τους κινδύνους, και ο άλλος είναι αποφασισμένος ν’ αντιμετωπίση τους κινδύνους μάλλον, παρά ν’ ανεχθή άμεσον ζημίαν των συμφερόντων του, έστω και παραμικράν. Οσάκις όμως οι δύο αντίπαλοι ενεργούν ανοήτως κατ’ αυτόν τον τρόπον, τότε αι περί συνδιαλλαγής παραινέσεις είναι χρήσιμοι, πράγμα το οποίον εάν αναγνωρίσωμεν και ημείς σήμερον, ημπορούμεν να πορισθώμεν μεγίστην ωφέλειαν. Διότι, όπως εις τας αρχάς ελάβαμεν τα όπλα δια να προαγάγωμεν, βέβαια, έκαστος τα συμφέροντα της πόλεώς του, και τώρα δοκιμάζομεν να συνδιαλλαχθώμεν δια της συζητήσεως των συγκρουομένων επιχειρημάτων μας, και αν μεθ’ όλα ταύτα δεν κατορθώσωμεν, πριν αποχωρισθώμεν, να ικανοποιήσωμεν έκαστος το συμφέρον της πόλεώς του, θα επαναλάβωμεν πάλιν τας εχθροπραξίας.
60. «Και εν τούτοις καθήκον έχομεν να εννοήσωμεν ότι η συνδιάσκεψις εδώ αυτή, εάν σωφρονούμεν, δεν πρέπει ν’ απασχοληθή με τα ιδιαίτερα μόνον συμφέροντα εκάστης πόλεως, αλλά και με το ζήτημα, εάν είμεθα εις καιρόν ακόμη να σώσωμεν ολόκληρον την Σικελίαν, εναντίον της οποίας, καθώς εγώ πιστεύω, στρέφονται αι επιβουλαί των Αθηναίων. Πολύ άλλωστε πειστικώτερον από τους λόγους μου επιχείρημα υπέρ της ανάγκης της συνδιαλλαγής μας πρέπει να θεωρήσωμεν τους ιδίους τους Αθηναίους, οι οποίοι, ενώ έχουν την μεγαλυτέραν στρατιωτικήν δύναμιν μεταξύ των Ελλήνων ευρίσκονται εδώ με ολίγα πλοία, καιροφυλακτούντες τα σφάλματά μας, και υπό το εύσχημον πρόσχημα συμμαχίας, νομικώς αψόγου, στρέφουν εις όφελός των την φυσικήν κατά της Σικελίας εχθρότητά των. Διότι, εφόσον ημείς διεξάγομεν εμφυλίους πολέμους και προσκαλούμεν εις παρέμβασιν εκείνους, οι οποίοι, και όπου ακόμη δεν τους προσκαλούν, επεμβαίνουν στρατιωτικώς εξ ιδίας των πρωτοβουλίας, εφόσον σπαταλώμεν τας προσόδους μας, δια να καταστρέφωμεν τους ιδίους εαυτούς, και συγχρόνως διευκολύνομεν εις εκείνους την επιβολήν της ηγεμονίας των, είναι φυσικόν ότι, όταν αντιληφθούν ότι είμεθα εξηντλημένοι, θα έλθουν μίαν ημέραν με μεγαλυτέραν στρατιωτικήν ετοιμασίαν, δια να επιχειρήσουν να υποτάξουν ολόκληρον την Σικελίαν.
61. «Μολονότι, εάν σωφρονούμεν, πρέπει εκάστη από τας πόλεις μας να προσκαλή συμμάχους και ν’ αναλαμβάνη πολεμικούς κινδύνους, δια να αυξάνη τας κτήσεις της και όχι δια να διακυβεύη τα ήδη υπάρχοντα. Καθήκον έχομεν να εννοήσωμεν ότι οι εμφύλιοι σπαραγμοί προ πάντων καταστρέφουν και τας πόλεις ιδιαιτέρως και την Σικελίαν ολόκληρον, της οποίας, ενώ όλοι οι κάτοικοι απειλούνται από κοινόν εχθρόν, αι πόλεις διΐστανται η μία προς την άλλην. Τας αληθείας αυτάς οφείλομεν να αναγνωρίσωμεν και να συνδιαλλαχθώμεν και ιδιώτης με ιδιώτην και πόλις με πόλιν, και να επιδιώξωμεν δια κοινής προσπαθείας να σώσωμεν την όλην Σικελίαν. Και ας μη φαντάζεται κανείς ότι μόνον όσοι από ημάς είμεθα Δωριείς, είμεθα εκτεθειμένοι εις την έχθραν των Αθηναίων, ενώ οι Χαλκιδείς, ένεκα της φυλετικής συγγενείας προς τους Ίωνας, είναι ασφαλείς. Διότι οι Αθηναίοι δεν επεμβαίνουν στρατιωτικώς εις τας υποθέσεις μας, λόγω της φυλετικής μας διαιρέσεως και του μίσους των προς την μίαν από τας δύο φυλάς, αλλά διότι εποφθαλμιούν τα αγαθά της Σικελίας, τα οποία ανήκουν κοινώς εις όλους μας. Και τούτο απέδειξαν τελευταίον, όταν οι Χαλκιδείς το γένος επεκαλέσθησαν την συνδρομήν των. Διότι, ενώ ουδέποτε είχαν λάβει από αυτούς βοήθειαν, επί τη βάσει της μεταξύ των συμμαχίας, εκείνοι έσπευσαν απ’ εναντίας να βοηθήσουν αυτούς και υπέρ τας υποχρεώσεις, τας οποίας επέβαλεν η συμμαχική συνθήκη. Και κανείς μεν βέβαια δεν ημπορεί να κατηγορήση τους Αθηναίους δια τα πλεονεκτικά σχέδιά των. Ούτε μέμφομαι εκείνους που θέλουν να άρχουν, αλλ’ εκείνους που είναι υπερβολικά πρόθυμοι να υποτάσσωνται εις άλλους. Διότι φυσικόν είναι ανέκαθεν εις τον άνθρωπον να επιβάλλη την εξουσίαν του εις τους υποκύπτοντας, αλλά ν’ αμύνεται εναντίον των επιδρομέων. Αλλ’ εάν, ενώ γνωρίζομεν όλα αυτά, εξακολουθούμεν να μη λαμβάνωμεν την πρέπουσαν πρόνοιαν περί του μέλλοντος, ή εάν κανείς από τους παρισταμένους εδώ δεν αντιλαμβάνεται πόσον κεφαλαιώδες συμφέρον έχομεν να συνεργασθώμεν εις αποσόβησιν του κινδύνου, πού μας απειλεί όλους, διαπράττομεν σοβαρόν σφάλμα. Η αμοιβαία συνδιαλλαγή μας θα ήτο η ταχυτέρα οδός προς αποσόβησιν του κινδύνου αυτού. Διότι η βάσις των επιχειρήσεων των Αθηναίων δεν είναι η ιδική των χώρα, αλλά το έδαφος εκείνων που εζήτησαν την επέμβασίν των. Δια της αμοιβαίας, επομένως, συνδιαλλαγής θα τερματίσωμεν τον πόλεμον και θ’ αποφύγωμεν νέον, και θα διαλύσωμεν ευκόλως τας διαφοράς μας δια της ειρήνης, εις εκείνους δ’ οι οποίοι προσκληθέντες ήλθαν εδώ με εύσχημον πρόφασιν, αλλ’ αδίκους προθέσεις, θα δοθή ευλογοφανής αιτία δια ν’ απέλθουν άπρακτοι.
62. «Μελετώντες κατά βάθος τα πράγματα, ευρίσκομεν, ότι τοιαύτα είναι τα μεγάλα πλεονεκτήματα, τα οποία θα μας ασφαλίση υγιής πολιτική απέναντι των Αθηναίων. Αλλ’ εάν, ως αναγνωρίζεται από όλους η ειρήνη είναι το μεγαλύτερον αγαθόν, δεν έχομεν να αποκαταστήσωμεν αυτήν και μεταξύ μας; Ή νομίζετε ότι εάν μερικοί ευτυχούν και άλλοι πάσχουν, δεν είναι η ειρήνη μάλλον παρά ο πόλεμος, που θα θέση τέρμα εις τα παθήματα των δευτέρων και θα συντελέση εις την διατήρησιν της ευημερίας των πρώτων; Και δεν είναι η ειρήνη που εξασφαλίζει τιμάς και λαμπρότητας πλέον ακινδύνους και άλλα πλεονεκτήματα, δια τα οποία θα ημπορούσε κανείς να μακρηγορήση τόσον ευκόλως, όσον και περί των δεινών του πολέμου; Μελετήσατε τους λόγους μου, και μη τους παραβλέψετε, αλλά ζητήσατε μάλλον εις αυτούς καθείς από σας την σωτηρίαν του. Και εάν κανείς έχη την πεποίθησιν ότι ημπορεί να επιτύχη κάτι τι, είτε επιμένων ανενδότως εις το δίκαιόν του, είτε προσφεύγων εις την βίαν, ας μη δυσφορή διότι αι ελπίδες του διεψεύσθησαν. Πρέπει, τωόντι, να γνωρίζη ότι πολλοί, οι οποίοι επεδίωξαν εις το παρελθόν δικαίαν εκδίκησιν, όχι μόνον δεν την επέτυχαν, αλλ’ ούτε οι ίδιοι εσώθησαν, ενώ άλλοι πάλιν, οι οποίοι, στηριζόμενοι εις την αξιόλογον δύναμίν των, ήλπισαν να σφετερισθούν τα ανήκοντα εις άλλους, κατήντησαν να χάσουν και τα κεκτημένα ακόμη. Διότι ο εκδικούμενος εναντίον αδικίας δεν επιτυγχάνει πάντοτε, απλώς και μόνον διότι αδικείται, ούτε η δύναμις ασφαλίζει πάντοτε την νίκην, μόνον και μόνον διότι παρέχει ελπίδας περί αυτής. Το μέλλον είναι ως επί το πλείστον αβέβαιον. Και η αβεβαιότης αυτή, όσον απατηλή και αν είναι, αποδεικνύεται συγχρόνως χρησιμωτάτη. Διότι ένεκα του φόβου τον οποίον εμπνέει εις όλους εξ ίσου, καθείς δυσκολώτερον αποφασίζει να επιτεθή εναντίον του άλλου.
63. «Δια τούτο και τώρα, έχοντες διπλήν αιτίαν φόβου, και την αόριστον δηλαδή ανησυχίαν του αδήλου μέλλοντος και την από τούδε επικίνδυνον παρουσίαν των Αθηναίων επί του εδάφους μας, και κρίνοντες ότι τα δύο αυτά κωλύματα υπήρξαν επαρκείς λόγοι δια να εμποδίσουν την επιτυχίαν των σχεδίων, τα οποία ο καθείς από ημάς ήλπισε να πραγματοποιήση, ας αποπέμψωμεν από την χώραν μας τους εχθρούς που την απειλούν. Ας συνομολογήσωμεν, ει δυνατόν, αιωνίαν μεταξύ μας ειρήνην, ειδεμή, ας συνάψωμεν ανακωχήν δι’ όσον το δυνατόν μακρότερον χρόνον, και ας αναβάλωμεν δι’ άλλοτε τας ιδιαιτέρας μας διαφοράς. Με ολίγας λέξεις, πρέπει πραγματικώς να γνωρίζωμεν ότι αν πεισθήτε εις τους λόγους μου, θα εξασφαλίση έκαστος εξ ημών την ελευθερίαν της πόλεώς του, και στηριζόμενοι εις αυτάς και κύριοι των τυχών μας, θα ημπορούμεν, ως αρμόζει εις αληθείς άνδρας, ν’ ανταποδίδωμεν εξ ίσου το προσγινόμενον εις ημάς καλόν ή κακόν. Αλλ’ εάν η γνώμη μου αποκρουσθή και ακολουθήσωμεν τας συμβουλάς άλλων, μακράν του να είμεθα εις θέσιν ν’ ανταποδίδωμεν το καλόν ή το κακόν, το πολύ πολύ που ημπορούμεν να επιτύχωμεν θα είναι να γίνωμεν κατ’ ανάγκην φίλοι των χειροτέρων εχθρών μας και εχθροί των αληθινών φίλων μας.
64. «Εγώ, τουλάχιστον, όπως είπα και εις την αρχήν του λόγου μου, αν και αντιπροσωπεύω πόλιν ισχυροτάτην, η οποία φυσικώτερον είναι να επιτεθή ή να αμύνεται, κρίνω καθήκον μου, έχων προ οφθαλμών τους κινδύνους αυτούς, να δειχθώ υποχωρητικός και όχι να βλάψω τους εχθρούς μου κατά τρόπον, ο οποίος θα προξενήση πολύ μεγαλυτέραν εις εμέ βλάβην. Ούτε έχω την ανοησίαν ν’ αγαπώ τόσον τας φιλονεικίας, ώστε να πιστεύω ότι ημπορώ να διευθύνω την τύχην, της οποίας δεν είμαι κύριος, όπως διευθύνω τας ιδικάς μου αποφάσεις. Αλλά θεωρώ καθήκον μου να προβώ εις ευλόγους παραχωρήσεις, και έχω την δικαίαν αξίωσιν να μιμηθήτε και σεις το παράδειγμά μου εξ ιδίας πρωτοβουλίας, και όχι να περιμένετε να εξαναγκασθήτε εις τούτο από τον εχθρόν. Διότι δεν είναι εντροπή να προβαίνωμεν εις παραχωρήσεις, συγγενείς προς συγγενείς, ή Δωριείς προς Δωριείς, ή Χαλκιδείς προς ομογενείς των, και γενικώς άνθρωποι, οι οποίοι, ως ημείς, είμεθα γείτονες, κατοικούμεν την ιδίαν χώραν η οποία αποτελεί μίαν νήσον, και ονομαζόμεθα, με εν κοινόν όνομα, Σικελιώται. Ημείς, είναι φυσικόν, εάν παρουσιασθή περίστασις, να πολεμήσωμεν οι μεν εναντίον των δε, αλλά και πάλιν να προέλθωμεν εις απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ μας, θα τους αποκρούσωμεν ηνωμένοι πάντοτε, εάν σωφρονούμεν, αφού και η βλάβη, την οποίαν υφίσταται καθείς από ημάς, αποτελεί κοινόν δι’ όλους κίνδυνον. Δεν θα επικαλεσθώμεν όμως ποτέ πλέον την παρέμβασίν των ούτε ως συμμάχων, ούτε ως συμφιλιωτών. Διότι, τοιαύτην ακολουθούντες πολιτικήν, όχι μόνον θα εξασφαλί-σωμεν αμέσως εις την Σικελίαν δύο αγαθά, απαλλάσσοντες αυτήν και από τους Αθηναίους και από τον εμφύλιον πόλεμον, αλλά και εις το μέλλον θα διατηρήσωμεν την νήσον ελευθέραν δι’ εαυτούς και ολιγώτερον εκτεθειμένην εις ξένας επιβουλάς».
65.
Ο Αθηναϊκός στρατός αποχωρεί από την Σικελίαν
Μετά την ομιλίαν αυτήν του Ερμοκράτους, οι Σικελιώται επείσθησαν και συνεφώνησαν μεταξύ των να τερματίσουν τον πόλεμον, διατηρουμένου του εδαφικού καθεστώτος, με μόνην την εξαίρεσιν ότι η Μοργαντίνη παρεχωρείτο εις τους Καμαριναίους, υπό τον όρον της εκ μέρους των καταβολής ωρισμένου χρηματικού ποσού προς τους Συρακουσίους. Οι σύμμαχοι των Αθηναίων προσεκάλεσαν τους αρχηγούς του Αθηναϊκού στρατού και τους ανεκοίνωσαν ότι πρόκειται να συνάψουν ειρήνην, η οποία περιλαμβάνει, και αυτούς. Και επειδή εκείνοι έδωσαν την συγκατάθεσίν των, η συμφωνία εκλείσθη, συνεπεία δε τούτου, η μοίρα του Αθηναϊκού στόλου απέπλευσεν ακολούθως από την Σικελίαν. Μετά την εις Αθήνας επιστροφήν των στρατηγών, οι Αθηναίοι κατεδίκασαν δύο από αυτούς, τον Πυθόδωρον και τον Σοφοκλή, εις εξορίαν, και τον τρίτον, τον Ευρυμέδοντα, εις χρηματικήν ποινήν, κατηγορήσαντες αυτούς ότι ενώ είχαν την δύναμιν να υποτάξουν την Σικελίαν, δωροδοκηθέντες, απεχώρησαν εκείθεν. Κατ’ αυτόν τον τρόπον, παρασυρόμενοι από την παρούσαν ευτυχίαν των, δεν ηνείχοντο καμμίαν αποτυχίαν, αλλ’ είχαν την αξίωσιν ότι έπρεπε να κατορθώνουν τα πάντα εξ ίσου, είτε δυνατά, είτε εξαιρετικώς δύσκολα, αδιάφορον αν επεχειρούντο με μεγάλας ή με ανεπαρκείς δυνάμεις. Αίτια τούτου ήτο το γεγονός ότι η υπέρ πάσαν προσδοκίαν επιτυχία, που είχε στέψει, τας περισσοτέρας επιχειρήσεις των, τους είχεν εμπνεύσει υπερβολικάς ελπίδας.

66.
Σύγκρουσις των εμπολέμων εις την Μεγαρίδα
Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, οι κάτοικοι των Μεγάρων, πιεζόμενοι αφ’ ενός από τους Αθηναίους, οι οποίοι κατά την διάρκειαν του πολέμου εισέβαλλαν τακτικά δύο φοράς το έτος με όλας των τας δυνάμεις εις την Μεγαρίδα, και εξ άλλου από τους ιδικούς των εξορίστους, οι οποίοι εκδιωχθέντες από την δημοκρατικήν μερίδα, κατά την διάρκειαν μιας επαναστάσεως τους εβασάνιζαν, ενεργούντες ληστρικάς επιδρομάς από τας Πηγάς, όπου είχαν εγκατασταθή, ήρχισαν ν’ ανταλλάσσουν σκέψεις αν έπρεπε να επιτρέψουν την επάνοδον των εξορίστων, δια να μη καταστρέφεται η πόλις των από τον ξένον συγχρόνως και από τον εμφύλιον πόλεμον. Οι φίλοι των εξορίστων, ευθύς ως αντελήφθησαν την κίνησιν αυτήν, εθεώρησαν κατάλληλον τον καιρόν να επιμείνουν περισσότερον απροκαλύπτως παρά πριν εις την παραδοχήν του μέτρου αυτού. Αλλ’ οι αρχηγοί της δημοκρατικής μερίδος, εννοήσαντες ότι οι οπαδοί των, ταλαιπωρημένοι από τον πόλεμον, δεν θα ημπορέσουν να μείνουν σταθεροί παρά το πλευρόν των, και φοβηθέντες ως εκ τούτου, ήλθαν εις διαπραγματεύσεις προς τους αρχηγούς του Αθηναϊκού στρατού, τον Ιπποκράτη, υιόν του Αρίφρονος, και τον Δημοσθένη, υιόν του Αλκισθένους, δια να τους παραδώσουν την πόλιν, διότι ενόμιζαν ότι τούτο ήτο ολιγώτερον επικίνδυνον δι’ αυτούς, παρά η επάνοδος εκείνων τους οποίους οι, ίδιοι είχαν εξορίσει. Συμφώνησαν, λοιπόν, ότι οι Αθηναίοι θα καταλάβουν πρώτον τα Μακρά Τείχη (τα οποία εξετείνοντο από την πόλιν μέχρι της Νισαίας, επινείου της, εις απόστασιν οκτώ περίπου σταδίων), όπως μη έλθουν εις βοήθειαν της πόλεως οι Πελοποννήσιοι από την Νίσαιαν, την οποίαν αυτοί αποκλειστικώς εφρούρουν, δια να έχουν εξησφαλισμένα τα Μέγαρα. Μετά τούτο, θα προσεπάθουν να παραδώσουν εις τους Αθηναίους και την πόλιν των Μεγάρων, της οποίας οι κάτοικοι ευκολώτερα θα προσεχώρουν προς τους Αθηναίους, αφού άπαξ κατελαμβάνοντο τα Μακρά Τείχη.
67. Όταν συνεπληρώθησαν αι αμοιβαίαι συνεννοήσεις και ετοιμασίαι των δύο μερών, οι Αθηναίοι έπλευσαν εν καιρώ νυκτός εις την νήσον των Μεγαρέων Μινώαν. Απόσπασμα εξακοσίων οπλιτών, υπό την αρχηγίαν του Ιπποκράτους, εκρύφθη εις μικράν από τα τείχη της Νισαίας απόστασιν εντός χάνδακος, από τον οποίον εξήγετο το χώμα δια την κατασκευήν των πλίνθων του τείχους. Δεύτερον απόσπασμα ψιλών Πλαταιέων, και προς τούτοις περιπόλων, υπό την αρχηγίαν του άλλου στρατηγού, του Δημοσθένους έστησεν ενέδραν εις το Ενυάλιον, το οποίον είναι ακόμη πλησιέστερον εις τα τείχη. Κατά την διάρκειαν της νυκτός, κανείς άλλος δεν εννόησεν, εκτός από τους μεμυημένους, οι οποίοι όταν επλησίαζε να εξημερώση, προέβησαν εις την εκτέλεσιν του σχεδίου των, κατά τον εξής τρόπον: Παρασκευάζοντες επιμελώς από πολύν καιρόν το άνοιγμα της πύλης των Μακρών Τειχών, είχαν πείσει τον φρούραρχον να τους επιτρέψη να μεταφέρουν επανειλημμένως κατά την διάρκειαν της νυκτός εις την θάλασσαν, δια της τάφρου και επάνω εις άμαξαν, δίκωπον ακάτιον, και να εκπλέουν χάριν δήθεν ληστρικών επιδρομών, και πριν εξημερώση, το επανέφεραν πάλιν επάνω εις την άμαξαν και το εισήγαν από την πύλην εντός των μακρών τειχών, προφασιζόμενοι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπον η προσοχή της Αθηναϊκής φρουράς της Μινώας δεν θα επροκαλείτο, καθόσον δεν θα εφαίνετο κανέν πλοίον εντός του λιμένος. Και κατά την νύκτα εκείνην, η άμαξα ήτο ήδη εμπρός εις την πύλην,και όταν ηνοίχθη, κατά την συνήθειαν, δια να περάση το ακάτιον, οι Αθηναίοι (διότι το πράγμα εγίνετο εκ συνεννοήσεως με αυτούς), ευθύς ως είδαν το άνοιγμα, ώρμησαν από το μέρος όπου ενήδρευαν και έτρεξαν δια να προφθάσουν πριν κλεισθή η πύλη, και ενόσω η άμαξα, ευρισκομένη ακόμη εις την είσοδον, ημπόδιζε το κλείσιμον της πύλης. Τους εβοήθησαν συγχρόνως και οι Μεγαρείς συμπράκτορες, οι οποίοι εφόνευσαν τους φρουρούς των πυλών. Και πρώτοι μεν οι Πλαταιείς και οι περίπολοι, υπό την αρχηγίαν του Δημοσθένους, εισώρμησαν, όπου σήμερον είναι στημένον το τρόπαιον. Μόλις επέρασαν μέσα από την πύλην, οι πλησιέστερον ευρισκόμενοι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι είδον τα τελούμενα, έσπευσαν να τους αποκρούσουν, αλλ’ οι στρατιώται του Δημοσθένους τους ενίκησαν και εξησφάλισαν την είσοδον των προστρεχόντων Αθηναίων οπλιτών.
68. Εφόσον οι Αθηναίοι οπλίται εισήρχοντο από την πύλην, διηυθύνοντο εις τας επάλξεις των τειχών. Από την Πελοποννησιακήν φρουράν αντέστησαν κατ’ αρχάς ολίγοι, και μερικοί απ’ αυτούς εφονεύθησαν, οι περισσότεροι όμως ετράπησαν εις φυγήν από τον πανικόν που τους κατέλαβεν, εφ’ ενός διότι ο εχθρός εισώρμησεν εν καιρώ νυκτός, και εξ άλλου διότι, βλέποντες να τους επιτίθενται οι συνωμόται Μεγαρείς, ενόμισαν ότι όλοι οι κάτοικοι τους είχαν προδώσει. Επειδή, άλλωστε, συνέπεσε και ο Αθηναίος κήρυξ, εξ ιδίας πρωτοβουλίας, να προκηρύξη ότι όσοι από τους Μεγαρείς θέλουν, ημπορούν να πάρουν τα όπλα των και έλθουν να ενωθούν με τους Αθηναίους, οι Πελοποννήσιοι, μόλις το ήκουσαν, νομίσαντες ότι όλοι οι Μεγαρείς μετέχουν εις την εναντίον των επίθεσιν των Αθηναίων, έπαυσαν κάθε αντίστασιν και κατέφυγαν εις την Νίσαιαν. Όταν εξημέρωνε, τα Μακρά Τείχη είχαν ήδη καταληφθή, και η ταραχή εντός των Μεγάρων ήτο μεγάλη. Οι αρχηγοί της συνωμοσίας και μαζί με αυτούς πολλοί άλλοι μεμυημένοι υπεστήριζαν ότι έπρεπε ν’ ανοίξουν τας πύλας της πόλεως και εξέλθουν προς μάχην. Είχε, τωόντι, συμφωνηθή ότι ευθύς ως ανοιχθή η πύλη, θα εισορμήσουν οι Αθηναίοι, και ότι οι συνωμόται, δια να αναγνωρίζωνται ευκόλως και μη πάθουν, θα ήσαν αλειμμένοι με έλαιον. Το άνοιγμα, άλλωστε, της πύλης δεν παρουσίαζε σοβαρόν δι’ αυτούς κίνδυνον, διότι, κατά την συμφωνίαν, αι τέσσαρες χιλιάδες Αθηναίοι οπλίται και εξακόσιοι ιππείς, οι οποίοι εξεκίνησαν από την Ελευσίνα, είχαν ήδη φθάσει κατόπιν νυκτερινής πορείας. Οι συνωμόται, αλειμμένοι με έλαιον, ευρίσκοντο ήδη πλησίον εις την πύλην, όταν εις από αυτούς κατήγγειλε το πράγμα προς τους ανήκοντας εις την αντίθετον μερίδα. Εκείνοι δε, συγκεντρωθέντες, ήλθαν εν σώματι και υπεστήριξαν ότι έπρεπε ούτε έξοδον να ενεργήσουν, αφού ούτε προηγουμένως, όταν ήσαν ισχυρότεροι, ετόλμησαν ποτέ τούτο, ούτε την πόλιν να εκθέσουν εις προφανή κίνδυνον, και ότι όσοι δεν πεισθούν εις τους λόγους των θα έχουν ν’ αντιμετρηθούν μαζί των επί τόπου. Και δεν άφισαν να εννοηθή ότι ήσαν εν γνώσει, της συνωμοσίας, αλλ’ επέμεναν ότι η γνώμη των ήτο η καλυτέρα. Και συγχρόνως παρέμεναν πλησίον εις την πύλην ως φρουρά, εις τρόπον ώστε οι συνωμόται δεν ημπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς των.
69. Οι Αθηναίοι στρατηγοί εννόησαν ότι παρουσιάσθη κάποιο εμπόδιον και ότι, δεν θα ημπορέσουν να καταλάβουν την πόλιν εξ εφόδου. Ως εκ τούτου, ήρχισαν ευθύς ν’ αποκλείουν την Νίσαιαν δια της κατασκευής περιτειχίσματος, διότι επίστευαν ότι εάν την εκυρίευαν πριν έλθουν ενισχύσεις εις τους Πελοποννησίους, θα προσεχώρουν ταχύτερον προς αυτούς και τα Μέγαρα. Από τας Αθήνας, άλλωστε, τους έστειλαν εσπευσμένως κτίστας, καθώς και σιδηρά εργαλεία και ό,τι άλλο εχρειάζετο δια την περιτείχισιν. Και πρώτον κατεσκεύασαν μεταξύ των δύο σκελών των Μακρών Τειχών, που είχαν καταλάβει, εγκάρσιον τείχος, με το οποίον απέκοψαν την συγκοινωνίαν προς τα Μέγαρα. Από τα δύο άκρα του εγκαρσίου αυτού τείχους ήρχισεν ο Αθηναϊκός στρατός, αφού διήρεσε την εργασίαν μεταξύ των διαφόρων αποσπασμάτων του, να κατασκευάζη τείχος και τάφρον έως την θάλασσαν, χρησιμοποιών τας πέτρας και τας πλίνθους του προαστείου. Έκοψαν επίσης τα καρποφόρα δένδρα και ξυλείαν από το δάσος και κατεσκεύασαν φράγματα από πασσάλους, οπουδήποτε υπήρχε τοιαύτη ανάγκη, και τα σπίτια του προαστείου εφωδίασαν με επάλξεις και τα μετέβαλαν εις έτοιμα οχυρώματα. Και ολόκληρον την ημέραν αυτήν εξηκολούθησαν εργαζόμενοι. Το απόγευμα της επομένης, το τείχος ήτο σχεδόν τελειωμένον, και οι ευρισκόμενοι, εντός της Νισαίας φοβισμένοι, όχι μόνον διότι τα τρόφιμα που επρομηθεύοντο ημέραν με την ημέραν από τα Μέγαρα έμελλαν να τους λείψουν, αλλά και διότι δεν επίστευαν ότι οι Πελοποννήσιοι θα έλθουν ταχέως εις βοήθειάν των, και διότι τέλος ενόμιζαν ότι οι Μεγαρείς επήραν το μέρος του εχθρού, εσυνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους, υπό τον όρον καθείς από τους Πελοποννησίους, παραδίδων τα όπλα του και ωρισμένον χρηματικόν ποσόν, ν’ αφίνεται ελεύθερος. Ο φρούραρχος όμως και οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι, που ευρίσκοντο εντός της Νισαίας, παρεδόθησαν εις το έλεος των Αθηναίων. Μετά την συνθηκολογίαν αυτήν, εξεκένωσαν την Νίσαιαν, οι δ’ Αθηναίοι, κατεδαφίσαντες το μέρος των Μακρών Τειχών, το οποίον συνείχετο προς την πόλιν των Μεγαρέων, και εγκατασταθέντες οριστικώς εις την Νίσαιαν, ήρχισαν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα δια τας περαιτέρω επιχειρήσεις των.
70. Αλλ’ ο Λακεδαιμόνιος Βρασίδας, υιός τον Τέλλιδος, έτυχε τας ημέρας αυτάς να ευρίσκεται εις τα πέριξ της Σικυώνος και της Κορίνθου, όπου ητοίμαζεν εκστρατείαν εις την Χαλκιδικήν. Και επειδή, ευθύς ως έμαθεν ότι κατελήφθησαν τα Μακρά Τείχη, εφοβήθη δια την ασφάλειαν της Πελοποννησιακής φρουράς της Νισαίας και την τύχην των Μεγάρων,απέστειλεν αγγελιαφόρον προς τους Βοιωτούς, προσκαλών αυτούς να έλθουν εσπευσμένως προς συνάντησίν του, με ανάλογον στρατιωτικήν δύναμιν, εις τον Τριποδίσκον (κωμόπολη της Μεγαρίδος, κειμένην εις τους πρόποδας του όρους Γεράνεια), όπου ήλθε και ο ίδιος επί κεφαλής δύο χιλιάδων επτακοσίων Κορινθίων οπλιτών, τετρακοσίων Φλειασίων, εξακοσίων Σικυωνίων, και εκείνων που είχεν ήδη συγκεντρώσει υπό τας αμέσους διαταγάς του. Και ήλπιζεν ότι θα έφθανεν εις την Νίσαιαν, πριν αυτή κυριευθή. Αλλ’ ως έμαθε την είδησιν της αλώσεώς της, εξέλεξεν από τον στρατόν του τριακοσίους άνδρας, και πριν γνωσθή η προσέγγισίς του (διότι είχε προελάσει εις τον Τριποδίσκον εν καιρώ νυκτός), έφθασε προ της πόλεως των Μεγάρων, χωρίς να τον αντιληφθούν οι Αθηναίοι, λόγω του ότι ήσαν πλησίον της θαλάσσης. Σκοπός του, όπως έλεγεν ήτο να επιχειρήση την ανάκτησιν της Νισαίας, και θα την επεχείρει, πράγματι, εάν ήτο κατορθωτή, κυρίως όμως επεδίωκε να εισέλθη εις τα Μέγαρα και εξασφαλίση την πόλιν. Τωόντι δ’ εζήτησε να επιτραπή εις τον στρατόν του η είσοδος, λέγων ότι ήλπιζε ν’ ανακτήση την Νίσαιαν.
71. Αλλ’ αι αντίπαλοι φατρίαι των Μεγάρων εφοβούντο, η μία μήπως επαναφέρη τους εξορίστους και εξορίση αυτούς, η άλλη μήπως η δημοκρατική μερίς, ακριβώς ένεκα του φόβου αυτού επιτεθή εναντίον των, και η πόλις, σπαρασσομένη από εμφύλιον πόλεμον, γίνη λεία των Αθηναίων, οι οποίοι παρεμόνευαν εκ τον πλησίον. Ηρνήθησαν, δια τούτο, να δεχθούν τον Βρασίδαν, και απεφάσισαν και αι δύο μερίδες να καταπαύσουν τας έριδάς των και περιμείνουν να ιδούν το αποβησόμενον. Διότι και αι δύο μερίδες επερίμεναν ότι θα συνεκροτείτο μάχη μεταξύ των Αθηναίων και του στρατού που ήλθε προς βοήθειαν της πόλεως, και έκριναν ασφαλέστερον να μην ενωθούν με το μέρος, το οποίον έκαστος ηυνόει, παρά μόνον όταν τούτο νικήση. Ο Βρασίδας, μη δυνηθείς να τους πείση απεχώρησεν εις το κύριον μέρος του στρατού, το ευρισκόμενον εις τον Τριποδίσκον.
72. Μόλις εξημέρωνεν, έφθασαν εκεί και οι Βοιωτοί, οι οποίοι, και πριν ακόμη τους προσκαλέση ο Βρασίδας, είχαν αποφασίσει να έλθουν εις βοήθειαν των Μεγαρέων, διότι εθεωρούσαν ότι ο κίνδυνος δεν ήτο ξένος δι’ αυτούς, και είχαν μάλιστα φθάσει με όλον τον στρατόν των εις τας Πλαταιάς. Αλλ’ η άφιξις του αγγελιοφόρου τους καθησύχασε, και αφού απέστειλαν εις τον Βρασίδαν δύο χιλιάδας διακοσίους οπλίτας και εξακοσίους ιππείς, το μεγαλύτερον μέρος του στρατού επέστρεψεν οπίσω. Ο στρατός, που είχε συγκεντρωθή ήδη υπό τον Βρασίδαν, ανήρχετο εις όχι ολιγωτέρους από εξ χιλιάδας οπλίτας. Οι Αθηναίοι οπλίται ήσαν παρατεταγμένοι πλησίον της Νισαίας και της θαλάσσης, ενώ οι ψιλοί των στρατιώται ήσαν διεσκορπισμένοι εις την πεδιάδα, όταν το Βοιωτικόν ιππικόν επέπεσεν εναντίον των και τους κατεδίωξε μέχρι της θαλάσσης, διότι η επίθεσις υπήρξεν απροσδόκητος, καθόσον προηγουμένως καμμία βοήθεια δεν είχεν έλθει προς τους Μεγαρείς από πουθενά. Και το Αθηναϊκόν, εν τούτοις, ιππικόν ενήργησεν επέλασιν και ήλθεν εις χείρας προς το Βοιωτικόν. Η συγκροτηθείσα ιππομαχία διήρκεσε πολλήν ώραν και αμφότερα τα μέρη έχουν την αξίωσιν ότι ενίκησαν. Είναι αληθές ότι τον αρχηγόν του Βοιωτικού ιππικού και μερικούς άλλους, όχι πολλούς, οι οποίοι είχαν προελάσει πολύ πλησίον της Νισαίας, εφόνευσαν και εσκύλευσαν οι Αθηναίοι, και επειδή οι νεκροί έμειναν εις την εξουσίαν των, έδωσαν εις τους Βοιωτούς άδειαν να τους παραλάβουν, και ως εκ τούτου έστησαν τρόπαιον. Εν τούτοις, εάν ληφθή υπ’ όψιν ολόκληρος η συμπλοκή, ούτε οι μεν, ούτε οι δε είχαν αποφασιστικήν υπεροχήν την στιγμήν που απεχωρίσθησαν, οι Βοιωτοί διευθυνόμενοι προς το κύριον σώμα του στρατού των, οι Αθηναίοι προς την Νίσαιαν.
73. Μετά την συμπλοκήν αυτήν, ο Βρασίδας με τον στρατόν του επροχώρησε πλησιέστερον προς την θάλασσαν και την πόλιν των Μεγάρων, και αφού κατέλαβαν κατάλληλον θέσιν, παρετάχθησαν εκεί και έμεναν ησυχάζοντες, διότι υπέθεταν ότι οι Αθηναίοι θα τους επιτεθούν και εγνώριζαν ότι οι Μεγαρείς περιμένουν να ιδούν ποίος θ’ αναδειχθή νικητής. Η τακτική αυτή ενόμισαν ότι τους παρέχει διπλούν πλεονέκτημα. Πρώτον διότι δεν ανελάμβαναν την πρωτοβουλίαν της επιθέσεως, ούτε εξετίθεντο εκουσίως εις τους κινδύνους μάχης, και αφού εξ άλλου έδειξαν φανερά ότι είναι έτοιμοι να πολεμήσουν, εις αυτούς επίσης θ’ απεδίδετο ευλόγως και η τυχόν αναίμακτος νίκη. Δεύτερον, ότι και απέναντι των Μεγαρέων θα τους ωφέλει τούτο. Εάν, τωόντι, δεν έκαμναν την εμφάνισίν των δια του ερχομού των, δεν θα είχαν να ελπίζουν τίποτε, αλλά προφανώς θα έχαναν αμέσως την πόλιν, ως να είχαν νικηθή. Ενώ τώρα ήτο ενδεχόμενον και οι ίδιοι οι Αθηναίοι να μη θελήσουν να συνάψουν μάχην, οπότε θα επετύγχαναν τον σκοπόν του ερχομού των αμαχητί, όπως πράγματι και έγινε. Οι Αθηναίοι, εξελθόντες, παρετάχθησαν πλησίον εις τα Μακρά Τείχη και ησύχαζαν και αυτοί, εφόσον και οι Πελοποννήσιοι δεν τους επετίθεντο. Διότι και οι στρατηγοί των εσυλλογίζοντο ότι αφού είχαν επιτύχει ήδη κατά το πλείστον τον σκοπόν των, εξετίθεντο εις άνισον κίνδυνον, εάν ανελάμβαναν την πρωτοβουλίαν μάχης εναντίον στρατού αριθμητικώς ανωτέρου, καθόσον, αν ενίκων, θα κατελάμβαναν απλώς τα Μέγαρα, εν περιπτώσει όπως αποτυχίας, θα επάθαινε το άνθος των οπλιτών των. Ενώ οι Πελοποννήσιοι, όπως εσκέπτοντο, ήτο φυσικόν να θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν τον κίνδυνον μάχης, καθόσον εις τον κίνδυνον τούτον θα εξετίθετο μέρος μόνον της όλης δυνάμεως της ομοσπονδίας των και μέρος μόνον της δυνάμεως των διαφόρων πόλεων, των οποίων αποσπάσματα απετέλουν τον στρατόν του Βρασίδα. Αφού οι αντίπαλοι στρατοί έμειναν εν διάστημα αδρανούντες, χωρίς κανείς από τους δύο να λαμβάνη την πρωτοβουλίαν επιθέσεως, πρώτοι οι Αθηναίοι απεσύρθησαν εις την Νίσαιαν, και έπειτα οι Πελοποννήσιοι επέστρεψαν εις την θέσιν, από την οποίαν είχαν εκκινήσει. Και τότε πλέον οι Μεγαρείς, όσοι ήσαν φίλοι των εξορίστων, επειδή εθεώρησαν ότι η άρνησις των Αθηναίων να δεχθούν την μάχην ήτο οριστική και επομένως ο Βρασίδας ήτο νικητής, ανεθάρρησαν, ήνοιξαν τας πύλας και εδέχθησαν εντός της πόλεως τον αρχηγόν Βρασίδαν και τους διοικητάς των αποσπασμάτων των διαφόρων πόλεων, με τους οποίους ήρχισαν να συνδιασκέπτωνται, ενώ οι μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν ήσαν ήδη κατεπτοημένοι.
74. Ο συμμαχικός στρατός διελύθη ακολούθως, και τα διάφορα αποσπάσματα επέστρεψαν εις τας πόλεις των, ενώ ο Βρασίδας επανήλθεν εις την Κόρινθον και επανέλαβε τας διακοπείσας προετοιμασίας του δια την εκστρατείαν της Χαλκιδικής, δια την οποίαν και είχεν εκκινήσει αρχικώς. Όταν και οι Αθηναίοι ανεχώρησαν εις τα ίδια, όσοι από τους Μεγαρείς είχαν εκτεθή περισσότερον εις τας προς τους Αθηναίους συνεννοήσεις, επειδή εγνώριζαν ότι είχαν εννοηθή, έφυγαν ευθύς κρυφά από την πόλιν, ενώ οι λοιποί, κατόπιν συνεννοήσεως με τους φίλους των εξορίστων, ανεκάλεσαν τους τελευταίους από τας Πηγάς, αφού τους εδέσμευσαν με τους πλέον επισήμους όρκους ότι δεν θα δείξουν μνησικακίαν, αλλά θα έχουν πάντοτε υπ’ όψιν το συμφέρον της πόλεως. Εκείνοι όμως μόλις κατέλαβαν την αρχήν, προέβησαν εις επιθεώρησιν των όπλων, και αφού παρέταξαν τους διαφόρους λόχους μακράν τον ένα από τον άλλον, εξέλεξαν εκατόν περίπου άνδρας μεταξύ των εχθρών των και εκείνων που εθεωρούντο πρωτεργάται της συνεννοήσεως με τους Αθηναίους, και υπεχρέωσαν τον λαόν ν’ αποφασίση περί της τύχης των δια φανεράς ψηφοφορίας. Και αφού επέτυχαν την καταδίκην των, τους εθανάτωσαν, και μετέβαλαν το πολίτευμα εις άκραν ολιγαρχίαν. Και ουδέποτε, τωόντι, πολιτειακή μεταβολή, προελθούσα από επανάστασιν, η οποία υπήρξεν έργον τόσον ολίγων ανθρώπων, διετηρήθη τόσον πολύν καιρόν.

75.
Ανάκτησις της Αντάνδρου υπό των Αθηναίων
Κατά το ίδιον θέρος, οι Μυτιληναίοι φυγάδες ητοιμάζοντο, όπως είχαν αποφασίσει, να ενισχύσουν την οχύρωσιν της Αντάνδρου. Ο Δημόδοκος και ο Αριστείδης, αρχηγοί της μοίρας των πλοίων, εις την οποίαν είχεν ανατεθή η είσπραξις των καθυστερουμένων φόρων, ευρίσκοντο τότε εις τον Ελλήσποντον (ενώ ο τρίτος συναρχηγός, ο Λάμαχος, με δέκα πλοία είχεν εισπλεύσει εις τον Εύξεινον Πόντον), και άμα έμαθαν τας προετοιμασίας δια την οχύρωσιν του μέρους, εφοβήθησαν μήπως και τούτο αποβή δια την Λέσβον διαρκής απειλή, όπως τα Άναια δια την Σάμον. Διότι οι εξόριστοι Σάμιοι, εγκατασταθέντες εις τα Άναια εβοήθουν τον Πελοποννησιακόν στόλον, εφοδιάζοντες αυτόν με πλοηγούς, και τους Σαμίους της πόλεως διετήρουν εις διαρκή ανησυχίαν, και εις όσους κατέφευγαν προς αυτούς από την Σάμον παρείχαν άσυλον. Ένεκα τούτου, οι Αθηναίοι στρατηγοί, αφού συνεκέντρωσαν συμμαχικόν στρατόν, έπλευσαν εναντίον της Αντάνδρου, όπου συνήψαν μάχην προς τους εξ αυτής εξελθόντας εναντίον των, τους ενίκησαν και ανέκτησαν την πόλιν.
Ο Λάμαχος εις τον Εύξεινον Πόντον
Και ολίγον ύστερον ο Λάμαχος, ο οποίος είχεν εισπλεύσει εις τον Εύξεινον Πόντον, και είχεν αγκυροβολήσει εις τον ποταμόν Κάλητα της περιφερείας της Ηρακλείας, έχασε τα πλοία του, τα οποία κατεποντίσθησαν από τα νερά που κατέβησαν αιφνιδίως από τα όρη και μετέβαλαν τον ποταμόν εις ορμητικόν χείμαρρον. Ο ίδιος όμως, επί κεφαλής του στρατού του, διέσχισε πεζή το έδαφος των Βιθυνών Θρακών, οι οποίοι κατοικούν πέραν των Στενών, εις την Μικράν Ασίαν, και έφθασεν εις την Χαλκηδόνα, αποικίαν των Μεγαρέων, κειμένην εις την είσοδον του Ευξείνου Πόντου.
76.
Οι Αθηναίοι σχεδιάζουν να προσβάλουν την Βοιωτίαν
Κατά το ίδιον θέρος, ευθύς μετά την αναχώρησίν του από την Μεγαρίδα, ο στρατηγός των Αθηναίων Δημοσθένης, επί κεφαλής μοίρας στόλου σαράντα πλοίων, έφθασεν εις την Ναύπακτον. Διότι μία μερίς, η οποία ήθελεν εις τας διαφόρους πόλεις της Βοιωτίας να μεταβάλη το πολίτευμά των εις δημοκρατίαν, κατά το Αθηναϊκόν πρότυπον, ήλθε προς τον σκοπόν αυτόν εις μυστικάς συνεννοήσεις προς αυτόν και τον Ιπποκράτη, και κατέστρωσαν, κατ’ εισήγησιν κυρίως του Πτοιοδώρου, Θηβαίου εξορίστου, το επόμενον σχέδιον ενεργείας. Μερικοί από τους συνωμότας ανέλαβαν να παραδώσουν τας Σίφας, πόλιν παραθαλασσίαν της περιφερείας των Θεσπιών, εντός του Κρισαϊκού κόλπου. Άλλοι πάλιν από τον Ορχομενόν, ο οποίος άλλοτε ωνομάζετο Μινύειος και τώρα Βοιωτικός, ανέλαβαν να παραδώσουν την Χαιρώνειαν, πόλιν υποτελή του Ορχομενού, και οι Ορχομένιοι εξόριστοι ήσαν οι κυριώτεροι εργάται του σχεδίου αυτού, και εστρατολόγησαν μισθοφόρους από την Πελοπόννησον. Η Χαιρώνεια κείται εις το άκρον της Βοιωτίας, πλησίον εις την Φανοτίδα της Φωκίδος, και μερικοί Φωκείς ήσαν επίσης μεμυημένοι. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, ανέλαβαν να καταλάβουν το Δήλιον, ναόν του Απόλλωνος, κείμενον εις την περιφέρειαν της Τανάγρας, απέναντι της Ευβοίας. Έμειναν επίσης σύμφωνοι ότι όλα αυτά θα εγίνοντο εις ωρισμένην ημέραν, δια ν’ απασχοληθούν με την καταστολήν των ταραχών των ιδιαιτέρων των πόλεων οι Βοιωτοί και μη σπεύσουν αθρόοι προς υπεράσπισιν του Δηλίου. Εάν η επιχείρησις επετύγχανε και το Δήλιον ωχυρώνετο, ήλπιζαν ότι, και αν ακόμη δεν επήρχετο αμέσως μεταβολή εις τα πολιτεύματα των διαφόρων Βοιωτικών πόλεων, εφόσον θα κατείχοντο τα τρία αυτά σημεία, από τα οποία θα διενηργούντο ληστρικαί επιδρομαί εις την ύπαιθρον χώραν, και όπου οι δημοκρατικοί των διαφόρων πόλεων θα ημπορούσαν να ευρίσκουν πρόχειρον καταφύγιον, η κατάστασις δεν ημπορούσε να διατηρηθή αμετάβλητος, αλλά με τον καιρόν, εφόσον οι Αθηναίοι, αφ’ ενός, θα έρχωνται εις βοήθειαν των επαναστατών, και αι δυνάμεις των ολιγαρχικών, εξ άλλου, θα είναι διαμοιρασμέναι, θα κατορθώσουν ευκόλως να διευθετήσουν τα πράγματα, όπως τους συνέφερε.
77. Τοιούτον ήτο το σχέδιον, του οποίου ητοιμάζετο η εκτέλεσις. Ο Ιπποκράτης, επί κεφαλής στρατιωτικής δυνάμεως, ήτο έτοιμος να προελάση από τας Αθήνας εναντίον της Βοιωτίας, κατά την κατάλληλον ώραν. Αλλ’ είχε στείλει προηγουμένως τον Δημοσθένη με την μοίραν των σαράντα πλοίων εις την Ναύπακτον, δια να στρατολογήση από τα πέριξ μέρη στρατόν Ακαρνάνων και άλλων συμμάχων και πλεύση εναντίον των Σιφών, αι οποίαι επρόκειτο να παραδοθούν δια προδοσίας. Αι δύο αυταί επιχειρήσεις έπρεπε να γίνουν συγχρόνως εις ωρισμένην ημέραν. Ο Δημοσθένης, κατά την άφιξίν του εις Ναύπακτον, εύρεν ότι η ομοσπονδία των Ακαρνάνων είχεν ήδη αναγκάσει τους Οινιάδας να προσχωρήσουν εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν. Και ο ίδιος, αφού εστρατολόγησεν όλους τους συμμάχους των μερών εκείνων, εβάδισε πρώτον εναντίον του Σαλυνθίου και των Αγραίων, και αφού επέτυχε την προσάρτησίν των, συνεπλήρωσε τας ετοιμασίας του, δια να ευρεθή την προσδιωρισμένην ημέραν εμπρός από τας Σίφας.
78.
Εκστρατεία του Βρασίδα εις την Χαλκιδικήν
Κατά την ιδίαν εποχήν του θέρους, ο Βρασίδας, επί κεφαλής χιλίων επτακοσίων οπλιτών, ευρίσκετο καθ’ οδόν, διευθυνόμενος εις την Χαλκιδικήν. Όταν έφθασεν εις την Ηράκλειαν της Τραχίνος, έστειλεν αγγελιαφόρον εις την Φάρσαλον, δια να ζητήση από τους εκεί φίλους του να τον συνοδεύσουν, αυτόν και τον στρατόν του, δια να περάσουν την Θεσσαλίαν. Συνεπεία της προσκλήσως αυτής, ήλθαν προς συνάντησίν του εις Μελίτειαν της Φθιωτικής Αχαΐας ο Πάναιρος, ο Δώρος, ο Ιππολοχίδης, ο Τορύλαος και ο Στρόφακος, ο οποίος ήτο πρόξενος των Χαλκιδέων, και τότε μόνον υπό την συνοδείαν των συνέχισε την πορείαν του. Μεταξύ των άλλων Θεσσαλών, που τον συνώδευαν, ήτο και ο εκ Λαρίσσης Νικονίδας, φίλος του Περδίκκα. Σημειωτέον, ότι εις κάθε περίστασιν ήτο πολύ δύσκολον να διασχίση κανείς την Θεσσαλίαν χωρίς συνοδείαν, και προ πάντων ένοπλος. Άλλωστε, από όλους ομοίως τους Έλληνας, εθεωρείτο ύποπτον το να περνά κανείς από το έδαφος άλλων χωρίς την άδειάν των. Εκτός τούτου, ο Θεσσαλικός λαός ήτο ανέκαθεν ευνοϊκώς διατεθειμένος προς τους Αθηναίους. Και δια τούτο, εάν η Θεσσαλία δεν εκυβερνάτο, κατά την εντόπιον παράδοσιν, από ολίγους δεσπότας, αλλά με πολίτευμα δημοκρατικόν, ποτέ δεν θα κατώρθωνε να προχωρήση ο Βρασίδας, αφού και τώρα, όταν μερικοί αντιθέτων πολιτικών φρονημάτων από τους συνοδούς του τον συνήντησαν, κατά την διάρκειαν της πορείας του, πλησίον του ποταμού Ενιπέως, εζήτησαν να τον εμποδίσουν λέγοντες ότι παρανόμει επιχειρών να διέλθη χωρίς την άδειαν ολοκλήρου του Θεσσαλικού λαού. Οι συνοδεύοντες τον Βρασίδαν τους καθησύχασαν, λέγοντες ότι δεν θα τον συνοδεύσουν περαιτέρω εναντίον της γνώμης των, και ότι αφού ήλθε χωρίς να τον περιμένουν, τον συνώδευαν, προς εκπλήρωσιν απλώς καθήκοντος φιλοξενίας. Και ο ίδιος άλλωστε ο Βρασίδας είπεν ότι διήρχετο από εκεί ως φίλος της Θεσσαλίας και των Θεσσαλών, ότι διεξήγε πόλεμον εναντίον των Αθηναίων, οι οποίοι ήσαν εχθροί του, και όχι εναντίον των, και ότι δεν εγνώριζε να υπήρχε μεταξύ Θεσσαλών και Λακεδαιμονίων έχθρα, η οποία να τους εμποδίζη να περνούν οι μεν από το έδαφος των δε. Εν τούτοις, προσέθεσε, δεν θα επροχώρει επί του παρόντος εναντίον της γνώμης των, αφού και εάν ήθελε δεν είχε την δύναμιν, ήλπιζεν όμως ότι δεν θα τον εμποδίσουν. Εκείνοι, αφού ήκουσαν αυτά, απήλθαν. Ο Βρασίδας, εν τούτοις, συμμορφούμενος με τας συστάσεις των συνοδών του, επροχώρηρε με βήμα ταχύ, χωρίς να σταματήση ούτε στιγμήν, από φόβον μήπως συγκεντρωθή μεγαλυτέρα δύναμις και τον εμποδίση. Την ιδίαν ημέραν που εξεκίνησεν από την Μελίτειαν, διήνυσεν ολόκληρον την απόστασιν μέχρι της Φαρσάλου, όπου εστρατοπέδευσε πλησίον του ποταμού Απιδανού. Απ’ εκεί επροχώρησε προς το Φάκιον και εκείθεν προς την Περραιβίαν, όπου οι συνοδεύσαντες αυτόν Θεσσαλοί τον απεχαιρέτησαν πλέον, και οι Περραιβοί, οι οποίοι είναι υπήκοοι των Θεσσαλών, τον συνώδευσαν ασφαλώς μέχρι του Δίου, πόλεως της επικρατείας του Περδίκκα, κειμένης εις τους πρόποδας του Μακεδονικού Ολύμπου, προς το μέρος της Θεσσαλίας.
79. Τοιουτοτρόπως, ο Βρασίδας επρόφθασε να διατρέξη την Θεσσαλίαν, πριν κανείς ετοιμασθή δια να τον εμποδίση, και έφθασε προς τον Περδίκκαν και μέχρι της Χαλκιδικής. Την εκστρατείαν αυτήν του Πελοποννησιακού στρατού είχαν προκαλέσει εκ φόβου, μετά τας τελευταίας επιτυχίας των Αθηναίων ο Περδίκκας και όσαι από τας πόλεις της Χαλκιδικής είχαν αποστατήσει από τους Αθηναίους. Οι τελευταίοι, διότι επερίμεναν ότι οι Αθηναίοι θα επιτεθούν εναντίον των πρώτοι (άλλωστε και αι γειτονικαί των ακόμη πόλεις, όσαι δεν είχαν αποστατήσει, είχαν συμπράξει κρυφίως εις την πρόκλησιν της εκστρατείας). Ο Περδίκκας, εξ άλλου, διότι, χωρίς να είναι εχθρός εις το φανερόν, εφοβείτο όμως και αυτός, ένεκα των παλαιών διαφορών του με τους Αθηναίους, και διότι προ πάντων ήθελε να υποτάξη τον Αρράβαιον, βασιλέα των Λυγκηστών. Η κακή, άλλωστε, τότε κατάστασις των πραγμάτων των Λακεδαιμονίων υπήρξε δι’ αυτούς καλή ευκαιρία δια να επιτύχουν ευκολώτερα την αποστολήν του Πελοποννησιακού στρατού.
80. Διότι, τώρα που οι Αθηναίοι ελυμαίνοντο την Πελοπόννησον, και προ πάντων το Λακωνικόν έδαφος, οι Λακεδαιμόνιοι ενόμιζαν ότι το καλύτερον μέσον αντιπερισπασμού θα ήτο η χρησις αντιποίνων, δια της αποστολής στρατού προς τους δυσηρεστημένους συμμάχους των, οι οποίοι άλλωστε ανελάμβαναν την διατροφήν του και επεκαλούντο την βοήθειάν των δια ν’ αποστατήσουν. Ήθελαν συγχρόνως να χρησιμοποιήσουν την αποστολήν αυτήν ως πρόφασιν δια ν’ απομακρύνουν μέρος των Ειλώτων, καθόσον εφοβούντο μήπως επωφεληθούν της ευκαιρίας που τους παρείχεν η κατοχή της Πύλου δια να επαναστατήσουν. Διότι κυριωτάτη ανέκαθεν μέρυμνα των Λακεδαιμονίων, εις τας σχέσεις των προς τους Είλωτας, ήτο η αποσόβησις κινδύνων που εφοβουντο από αυτούς. Μίαν φοράν, μάλιστα, φοβούμενοι τον μεγάλον αριθμόν της νεολαίας των, κατέφυγαν και εις το εξής μέτρον. Επροκήρυξαν ότι όσοι από τους Είλωτας φρονούν ότι έχουν προσφέρει μεγαλυτέρας υπηρεσίας εις τους Λακεδαιμονίους δια της ανδρείας των κατά τον πόλεμον έπρεπε να δηλωθούν, διότι πρόκειται να τους απελευθερώσουν. Σκοπός όμως της προκηρήξεως ήτο να τους δοκιμάσουν, διότι όσοι εφρόνουν ότι είχαν την αξίωσιν ν’ απελευθερωθούν πρώτοι, θα ήσαν και οι πρώτοι, οι οποίοι, λόγω του γενναίου φρονήματός των, θα εξηγείροντο εναντίον των. Και εξέλεξαν δύο περίπου χιλιάδας από αυτούς, οι οποίοι εστολίσθησαν με στεφάνους και περιήλθαν τους ναούς ως απελευθερωθέντες, αλλ’ ολίγον βραδύτερον τους εξηφάνισαν, χωρίς κανείς να μάθη πώς καθείς απ’ αυτούς εξωλοθρεύθη. Επίσης, τώρα έσπευσαν ν’ αποστείλουν επτακοσίους Είλωτας οπλίτας υπό τον Βρασίδαν, ο οποίος το υπόλοιπον του στρατού του εστρατολόγησεν από Πελοποννησίους εθελοντάς, ελκύσας αυτούς δια του μισθού.
81. Η αποστολή, άλλωστε, του Βρασίδα ως αρχηγού της εκστρατείας ωφείλετο, αφ’ ενός μεν εις το ότι ο ίδιος το επεδίωξε με πολύ ζήλον, εξ άλλου, δ’ εις το ότι και οι Χαλκιδείς το επεθύμουν ζωηρώς, διότι εις την Σπάρτην εθεωρείτο ως άνθρωπος με απεριόριστον δραστηριότητα. Και κατά την εκστρατείαν άλλωστε αυτήν απεδείχθη ανεκτίμητος δια τους Λακεδαιμονίους. Διότι, επειδή εξ αρχής εδείχθη δίκαιος και μετριοπαθείς εις τας σχέσεις του προς τας διαφόρους πόλεις, πολλάς από αυτάς έπεισε ν’ αποστατήσουν, ενώ άλλοι παρεδόθησαν εις αυτόν δια προδοσίας των κατοίκων των, εις τρόπον ώστε οι Λακεδαιμόνιοι όχι μόνον επέτυχαν ανακούφισιν των ταλαιπωριών του πολέμου δια της μεταφοράς των επιχειρήσεων εκτός της Πελοποννήσου, αλλά και συγχρόνως, εάν ήθελαν να συνάψουν ειρήνην, όπως και πραγματικώς έγινε, είχαν εις χείρας των μέρη δια να τα ανταλλάξουν απέναντι των μερών, τα οποία ήθελαν ν’ ανακτήσουν. Και κατά τον μεταγενέστερον ακόμη πόλεμον, ύστερον από την καταστροφήν της Σικελίας, η επιδειχθείσα εις την Χαλκιδικήν ευγένεια αισθημάτων και σύνεσις του Βρασίδα, τας οποίας άλλοι εγνώρισαν εκ πείρας και άλλοι επίστευαν εξ ακοής, συνετέλεσαν κυρίως, ώστε οι σύμμαχοι των Αθηναίων να προσελκυσθούν προς τους Λακεδαιμονίους. Διότι υπήρξεν ο πρώτος Σπαρτιάτης ο οποίος εις εκστρατείαν του εξωτερικού εδείχθη υπό πάσαν έποψιν τέλειος, και άφισεν εις το πνεύμα όλων την εδραίαν πεποίθησιν ότι και οι άλλοι Σπαρτιάται είναι, όμοιοι με αυτόν.
82. Όταν λοιπόν έμαθαν οι Αθηναίοι ότι ο Βρασίδας έφθασεν εις την Χαλκιδικήν, όπως ανέφερα ήδη, και επίστευσαν ότι ο Περδίκκας είχεν υποκινήσει την εκστρατείαν αυτήν, εκήρυξαν τον πόλεμον κατά του τελευταίου και υπέβαλαν τους εκεί συμμάχους των εις αυστηροτάτην επιτήρησιν.
83. Ο Περδίκκας τεθείς επί κεφαλής του στρατού του Βρασίδα και των ιδικών του στρατιωτικών δυνάμεων, εξεστράτευσεν ευθύς εναντίον του Αρραβαίου, υιού του Βρομερού, βασιλέως των Λυγκηστών Μακεδόνων, ομόρων της επικρατείας του, διότι, ένεκα των μεταξύ των διενέξεων, ήθελε να τον υποτάξη. Αλλ’ όταν έφθασαν εις την είσοδον της Λύγκου, ο Βρασίδας είπεν ότι πριν αρχίσουν αι εχθροπραξίαι ήθελε να συναντήση προηγουμένως τον Αρράβαιον και δοκιμάση να τον πείση, ει δυνατόν, να γίνη σύμμαχος των Λακεδαιμονίων. Άλλωστε, και ο Αρράβαιος επεζήτει συνεννόησιν και εδήλου ότι ήτο έτοιμος να υποβληθή εις την διαιτησίαν του Βρασίδα. Και οι πρέσβεις των Χαλκιδέων, οι οποίοι, ηκολούθουν την εκστρατείαν, τον συνεβούλευαν επιμόνως να μην απαλλάξη τον Περδίκκαν από τας δυσκολίας του, δια να τον έχουν πλέον πρόθυμον και εις τα ζητήματα που αμέσως τους ενδιέφεραν. Εκτός τούτου, οι πρέσβεις, που είχε στείλει ο Περδίκκας εις την Λακεδαίμονα, είχαν είπει κάτι τοιούτον, ότι δηλαδή θα έκαμνε συμμάχους των Λακεδαιμονίων πολλάς από τας γειτονικάς του πόλεις, και βασιζόμενος εις τούτο, ο Βρασίδας εθεώρει ότι ήτο ορθότερον να ρυθμίση το ζήτημα του Αρραβαίου από κοινού με τον Περδίκκαν. Αλλ’ ο Περδίκκας απήντησεν ότι δεν έφερε τον Βρασίδαν ως διαιτητήν των διαφορών του, αλλά μάλλον ως καθαιρέτην των εχθρών του, τους οποίους αυτός θα προσδιώριζε, και ότι επί πλέον, εφόσον αυτός διέτρεφε το ήμισυ του Πελοποννησιακού στρατού, ο Βρασίδας δεν είχε δικαίωμα να συναντηθή με τον Αρράβαιοιν, δια να έλθη εις διαπραγματεύσεις με αυτόν. Αλλ’ ο Βρασίδας, παρά την θέλησιν του Περδίκκα, και κατόπιν φιλονεικίας με αυτόν, συνηντήθη με τον Αρράβαιον, και πεισθείς εις τους λόγους του, απέσυρε τον στρατόν του, χωρίς να εισβάλη εις το έδαφός του. Ο Περδίκκας, επειδή εθεώρησεν εαυτόν θύμα αδικίας, παρείχε του λοιπού, αντί του ημίσεος της διατροφής του στρατού, το τρίτον μόνον.
84. Ευθύς κατόπιν, κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους και ολίγον πριν από την εποχήν του τρυγητού, ο Βρασίδας, έχων υπό τας διαταγάς του και απόσπασμα Χαλκιδέων, εξεστράτευσεν εναντίον της Ακάνθου, αποικίας των Ανδρίων. Επί του ζητήματος, αν έπρεπε να του ανοίξουν τας πύλας της πόλεως, οι Ακάνθιοι διηρέθησαν μεταξύ των, καθόσον εκείνοι οι οποίοι εκ συμφώνου με τους Χαλκιδείς, είχαν προκαλέσει την εκστρατείαν, ευρέθησαν εις αντίθεσιν με την δημοκρατικήν μερίδα. Όταν όμως ο Βρασίδας εζήτησε να γίνη δεκτός μόνος, και να μην αποφασίσουν πριν τον ακούσουν, το πλήθος συνήνεσεν, εκ φόβου μήπως καταστραφή η εσοδεία των σταφυλιών, τα οποία δεν είχαν ακόμη τρυγηθή. Παρουσιάσθη, ως εκ τούτου, ενώπιον του λαού (σημειωτέον ότι, αν και Λακεδαιμόνιος, δεν εστερείτο ευγλωττίας) και ωμίλησεν ως εξής:
85.
Λόγος του Βρασίδα προς τους Ακανθίους
«Ακάνθιοι, η αποστολή μου καθώς και του στρατού μου εκ μέρους των Λακεδαιμονίων αποτελεί επαλήθευσιν του σκοπού του πολέμου, τον οποίον ευθύς εξ αρχής διεκηρύξαμεν, ότι, δηλαδή θα πολεμήσωμεν εναντίον των Αθηναίων, δια να ελευθερώσωμεν την Ελλάδα. Και αν εβραδύναμεν να έλθωμεν, τούτο προήλθεν εκ του ότι αι ελπίδες που εστηρίξαμεν εις την πορείαν του πολέμου εκεί κάτω διεψεύσθησαν, διότι είχαμεν ελπίσει ότι μόνοι θα καταβάλωμεν ταχέως τους Αθηναίους, χωρίς να εκθέσωμεν σας εις κίνδυνον. Ας μη μας μεμφθή λοιπόν κανείς δια τούτο, αφού, μόλις αι περιστάσεις το επέτρεψαν ευρισκόμεθα ήδη εδώ, και θα καταβάλωμεν κάθε προσπάθειαν, συνεργαζόμενοι μαζί σας, δια να τους κατανικήσωμεν. Απορώ δε διατί μου κλείετε τας πύλας της πόλεώς σας και διατί την έλευσίν μου θεωρείτε ανεπιθύμητον. Ημείς τουλάχιστον οι Λακεδαιμόνιοι εξετέθημεν εις τόσον σοβαρόν κίνδυνον, διανύσαντες πολλών ημερών δρόμον δια ξένου εδάφους, και είμεθα πρόθυμοι εις κάθε τι, διότι ενομίζομεν ότι ερχόμεθα προς ανθρώπους, οι οποίοι, και πριν ακόμη φθάσωμεν, ήσαν, από διαθέσεως τουλάχιστον, σύμμαχοί μας, και οι οποίοι θα εχαιρέτιζαν με χαράν τον ερχομόν μας. Εάν όμως σεις έχετε άλλο τι κατά νουν, ή εάν προτίθεστε ν’ αντιπράξετε εναντίον της ελευθερίας και της ιδικής σας και των άλλων Ελλήνων, το πράγμα θα ήτο τερατώδες. Διότι δεν αρκεί ότι ανθίστασθε σεις, αλλά και προς οιουσδήποτε άλλους στραφώ, θα δείξουν ακόμη ολιγωτέραν διάθεσιν να ταχθούν με το μέρος μου, διότι θα διστάσουν, αφού σεις προς τους οποίους ήλθα κατά πρώτον και οι οποίοι αντιπροσωπεύετε πόλιν ισχυράν και θεωρείσθε άνθρωποι συνετοί, ηρνήθητε να με δεχθήτε. Και θα θεωρηθή ότι ο σκοπός, δια τον οποίον ήλθα, δεν είναι αληθινός, αλλ’ ότι η ελευθερία που σας προσφέρω είναι απατηλή, ή ότι ήλθα εδώ, ενώ είμαι ανίκανος και ανίσχυρος να σας υπερασπίσω εναντίον των Αθηναίων, εάν τυχόν εξεστράτευαν εναντίον σας. Και όμως, όταν με τον στρατον αυτόν που έχω σήμερον έσπευσα προς βοήθειαν της Νισαίας, οι Αθηναίοι, μολονότι περισσότεροι, ηρνήθησαν να συνάψουν μάχην, και ούτε είναι πιθανόν ν’ αποστείλουν καθ’ υμών δια θαλάσσης στρατόν ισόπολον προς εκείνον που είχαν εκεί.
86. «Όσον αφορά εμέ τον ίδιον, ήλθα εδώ, όχι δια να βλάψω, αλλά δια να ελευθερώσω τους Έλληνας, αφού η κυβέρνησις των Λακεδαιμονίων εδεσμεύθη απέναντί μου με τους πλέον επισήμους όρκους, ότι θα σεβασθή πραγματικώς την ανεξαρτησίαν κάθε πόλεως, την οποίαν θα κατώρθωνα να προσεταιρισθώ ως σύμμαχον. Σκοπός μας, άλλωστε, δεν είναι να επιτύχωμεν την συμμαχίαν σας δια της βίας ή της απάτης, αλλά τουναντίον να συναγωνισθώμεν μαζί σας εναντίον του Αθηναϊκού ζυγού που σας πιέζει. Έχω, επομένως, την αξίωσιν, ούτε προσωπικώς να θεωρούμαι ύποπτος, εφόσον σας προσφέρω τας πλέον επισήμους εγγυήσεις, ούτε η στρατιωτική μου δύναμις να θεωρηθή ανεπαρκής, αλλά να ενωθήτε μαζί μου με πλήρη εμπιστοσύνην. Εάν τυχόν πάλιν κανείς από σας έχη προσωπικούς λόγους να φοβήται άλλους και ενδοιάζει ένεκα τούτου, διότι υποπτεύεται μήπως εγώ παραδώσω την πόλιν εις τα χέρια μιας φατρίας, αυτός προ πάντων ημπορεί να είναι ήσυχος. Διότι δεν ήλθα δια να συνταχθώ με μίαν φατρίαν, ούτε νομίζω ότι θα σας προσφέρω αληθινήν ελευθερίαν εάν, θέτων κατά μέρος τους πατρίους θεσμούς σας, υπεδούλωνα τους δημοκρατικούς εις τους ολιγαρχικούς ή τους ολιγαρχικούς εις τον λαόν. Τοιαύτη ελευθερία θα ήτο χειροτέρα από τον ξενικόν ζυγόν, και το αποτέλεσμά της δι’ ημάς τους Λακεδαιμονίους θα ήτο όχι ευγνωμοσύνη δια τας προσπαθείας μας, αλλά μομφή μάλλον, αντί τιμής και δόξης. Το κέρδος μας θα ήτο ότι τας κατηγορίας ακριβώς, επί τη βάσει, των οποίων διεξάγομεν τον πόλεμον εναντίον των Αθηναίων, θα εστρέφαμεν εναντίον μας, υπό περιστάσεις μάλιστα επιβαρυντικωτέρας, καθόσον εκείνοι δεν διεκήρυξαν ότι ακολουθούν μεγαλόφρονα πολιτικήν. Τωόντι, δι’ όσους τουλάχιστον απολαμβάνουν την κοινήν εκτίμησιν, είναι περισσότερον αισχρόν να εξυπηρετούν την πλεονεξίαν των με δολιότητα υπό εύσχημον κάλυμμα, παρά με φανεράν βίαν. Διότι η βία στηρίζεται εις το δικαίωμα της δυνάμεως, η οποία είναι δώρον της τύχης, ενώ η δολία πολιτική εις την επιβουλήν μοχθηράς διαθέσεως.
87. «Ενεργούντες κατ’ αυτόν τον τρόπον, δεικνύομεν μεγάλην περίσκεψιν δι’ ό,τι αφορά τα ζωτικά μας συμφέροντα, και καμμίαν καλυτέραν εξασφάλισιν εκτός από τους όρκους μας δεν ημπορείτε να έχετε, παρά εκείνην που σας παρέχουν άνθρωποι, των οποίων αι πράξεις, εξεταζόμεναι εν σχέσει προς τους λόγους, παρέχουν την αναμφισβήτητον πεποίθησιν ότι ανταποκρίνονται πραγματικώς προς το συμφέρον των, όπως υποστηρίζουν. Αλλ’ εάν ισχυρισθήτε ότι δεν είσθε εις θέσιν να δεχθήτε τας προτάσεις μου, και διατυπώσετε την αξίωσιν ότι επειδή είσθε φίλοι μας ημπορείτε να τας αποκρούσετε αζημίως, εάν υποστηρίξετε ότι την ελευθερίαν θεωρείτε επικίνδυνον, και ότι δίκαιον είναι να προσφέρεται εις εκείνους μόνον που είναι εις θέσιν να την δεχθούν, αλλά να μην επιβάλλεται εις κανένα παρά την θέλησίν του, θα επικαλεσθώ τους θεούς και ήρωας της χώρας σας ως μάρτυρας, ότι ενώ ήλθα δια το καλόν σας, αρνείσθε να με εισακούσετε, και θα προσπαθήσω να σας εξαναγκάσω δια της ερημώσεως της χώρας σας. Και νομίζω ότι η ενέργειά μου αυτή δεν θα είναι του λοιπού άδικος, αφού μάλιστα και δύο σπουδαιότατοι λόγοι συνηγορούν οπωσδήποτε δι’ αυτήν. Πρώτον, ότι δεν πρέπει να υποφέρουν οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα της φιλίας σας, καθώς θα υποφέρουν, εάν, αρνούμενοι να ενωθήτε με ημάς, εξακολουθήσετε να καταβάλλετε φόρους εις τους Αθηναίους, και δεύτερον, ότι δεν πρέπει να γίνεσθε εμπόδιον εις την απελευθέρωσιν των Ελλήνων. Χωρίς τους λόγους αυτούς, τοιαύτη ενέργειά μας θα ήτο βεβαίως αδικαιολόγητος, και μόνον η εξυπηρέτησις του κοινού καλού γεννά δι’ ημάς του Λακεδαιμονίους την υποχρέωσιν να επιβάλλωμεν την ελευθερίαν εις τους αποστέργοντας αυτήν. Ούτε, εξ άλλου, επιδιώκομεν να επιβάλωμεν την ηγεμονίαν μας, αλλ’ αγωνιζόμεθα αντιθέτως δια να καταλύσωμεν την ηγεμονίαν άλλων, και θα διεπράτταμεν αδικίαν προς τους πολλούς, εάν, ενώ φέρομεν εις όλους την ανεξαρτησίαν, επιτρέπαμεν εις σας να παρεμβάλετε εμπόδια. Έχοντες υπ’ όψιν αυτά που σας είπα, φροντίσατε να λάβετε ορθάς αποφάσεις. Αγωνισθήτε, όχι μόνον δια να δώσετε πρώτοι το σύνθημα της απελευθερώσεως των Ελλήνων και αποταμιεύσετε θησαυρόν αιωνίας δόξης, αλλά και δια να προφυλάξετε τας ιδιωτικάς σας περιουσίας από καταστροφάς και δια να κοσμήσετε την πόλιν σας με το ωραιότερον όνομα».
88.
Η Άκανθος και τα Στάγειρα αποστατούν από τους Αθηναίους
Μετά τους λόγους αυτούς του Βρασίδα, οι Ακάνθιοι, αφού προηγουμένως συνεζήτησαν δια μακρών τα υπέρ και τα κατά, προέβησαν εις μυστικήν ψηφοφορίαν. Η πλειοψηφία, επηρεασθείσα εν μέρει από τους επαγωγούς λόγους του Βρασίδα και εν μέρει από τον φόβον του τρυγητού, απεφάσισε ν’ αποστατήσουν από τους Αθηναίους. Και τότε μόνον εδέχθησαν τον στρατόν του Βρασίδα, αφού εδέσμευσαν τον τελευταίον με τους ίδιους όρκους τους οποίους είχεν ορκισθή η κυβέρνησις των Λακεδαιμονίων, όταν τον απέστειλεν, ότι δηλαδή θα σεβασθή πραγματικώς την ανεξαρτησίαν κάθε πόλεως, την οποίαν θα κατώρθωνε να προσεταιρισθή ως σύμμαχον. Και ολίγον βραδύτερον απεστάτησαν επίσης και τα Στάγειρα, αποικία των Ανδρίων. Αυτά υπήρξαν τα γεγονότα του θέρους τούτου.
89. Ευθύς εις την αρχήν του επομένου χειμώνος επρόκειτο να γίνη παράδοσις των Βοιωτικών πόλεων εις τους στρατηγούς των Αθηναίων Ιπποκράτη και Δημοσθένη. Καθώς είχε συμφωνηθή, ο δεύτερος έπρεπε να ευρεθή εμπρός από τας Σίφας με τον στόλον του, και ο πρώτος να βαδίση εναντίον του Δηλίου. Έγινεν όμως λάθος ως προς την ημέραν που έπρεπε καθείς από τους δύο να εκκινήση. Πρώτος ο Δημοσθένης με τον στόλον του, εις τον οποίον επέβαιναν Ακαρνάνες και πολλοί από τους άλλους συμμάχους των μερών εκείνων, έπλευσεν εις τας Σίφας. Αλλ’ η απόπειρα απέτυχε, διότι το σχέδιον επροδόθη από τον Νικόμαχον, Φωκέα από την Φανοτέα, ο οποίος ανήγγειλε το πράγμα εις τους Λακεδαιμονίους, και εκείνοι εις τους Βοιωτούς. Και επειδή ο Ιπποκράτης δεν είχεν εισβάλει ακόμη εις το έδαφός των, και επομένως δεν ημπορούσε να φέρη αντιπερισπασμόν, οι Βοιωτοί έσπευσαν εις βοήθειαν από όλα τα μέρη και επρόλαβαν να καταλάβουν τας Σίφας και την Χερώνειαν. Όταν δε οι συνωμόται είδαν την αποτυχίαν, δεν απεπειράθησαν να κάμουν τίποτε εντός των πόλεων.

90.
Οι Αθηναίοι οχυρώνουν το Δήλιον
Ο Ιπποκράτης, εξ άλλου, αφού επιστράτευσε τους Αθηναίους, πολίτας εξ ίσου και μετοίκους, καθώς και τους παρεπιδήμους ξένους, έφθασεν αργά εις το Δήλιον, όταν οι Βοιωτοί είχαν ήδη επιστρέψει από τας Σίφας. Και αφού εστρατοπέδευσε, προέβη εις την οχύρωσιν του Δηλίου κατά τον εξής τρόπον: Οι στρατιώται έσκαψαν τάφρον γύρω από τον ναόν και ολόκληρον τον ιερόν περίβολον. Με τα χώματα δε που έβγαλαν από την τάφρον κατεσκεύασαν προτείχισμα προς υποστήριξιν του οποίου ενέπηξαν πασσάλους καθ’ όλον το μήκος. Συγχρόνως εχρησιμοποίησαν εις το πρόχωμα αυτό τα κλήματα των πέριξ του ιερού περιβόλου αμπέλων καθώς και τας πέτρας και τας πλίνθους των πέριξ οικοδομών, τας οποίας κατεδάφιζαν, και μετεχειρίσθησαν εν γένει κάθε μέσον δια να υψώσουν όσον το δυνατόν περισσότερον το οχύρωμα. Κατεσκεύασαν επίσης ξυλίνους πύργους εις τα επίκαιρα σημεία του ιερού περιβόλου, όπου δεν υπήρχαν οικοδομαί (διότι η προϋπάρχουσα στοά είχε καταπέσει). Η εργασία είχεν αρχίσει την τρίτην ημέραν μετά την αναχώρησιν από τας Αθήνας, και, εξηκολούθησεν όλην την τετάρτην και μέχρι του προγεύματος της πέμπτης, οπότε, επειδή το πλείστον του έργου είχεν ήδη συντελεσθή, το κύριον μέρος του στρατού εξεκίνησε δια να επιστρέψη εις τας Αθήνας. Εις απόστασιν δέκα περίπου σταδίων από το Δήλιον, οι οπλίται εστάθμευσαν εις τάξιν μάχης προς ανάπαυσιν, ενώ οι περισσότεροι από τους ψιλούς στρατιώτας συνέχισαν κατ’ ευθείαν την πορείαν των. Ο Ιπποκράτης όμως είχε παραμείνει εις το Δήλιον, ασχολούμενος να εγκαταστήση τους φρουρούς εις τας διαφόρους θέσεις των και συμπληρώση προσηκόντως ό,τι υπελείπετο ακόμη δια την οχύρωσιν.
91.
Οι Βοιωτοί συγκεντρώνονται εις Τανάγραν
Κατά την διάρκειαν της οχυρώσεως του Δηλίου, οι Βοιωτοί συνεκεντρώνοντο εις την Τανάγραν. Αφού δ’ έφθασαν τα αποσπάσματα όλων των πόλεων, έμαθαν ότι οι Αθηναίοι εξεκίνησαν ήδη, επιστρέφοντες εις τα ίδια. Οι άλλοι Βοιωτάρχαι, των οποίων ο ολικός αριθμός ανέρχεται εις ένδεκα, ήσαν της γνώμης ότι δεν έπρεπε να δώσουν μάχην, διότι ο εχθρός είχεν εξέλθει ήδη από το έδαφος της Βοιωτίας. Και πράγματι οι Αθηναίοι, όταν εστάθμευσαν, ήσαν περίπου εις τα όρια της Ωρωπίας. Αλλ’ ο Παγώνδας, υιός του Αιολάδου, ο οποίος αντιπροσώπευε τας Θήβας ως Βοιωτάρχης, μαζί με τον Αριανθίδην, υιόν του Λυσιμαχίδου, και ήσκει τότε την αρχιστρατηγίαν, ήθελε να δοθή η μάχη, διότι έκρινεν ότι συνέφερε ν’ αντιμετωπισθή ο κίνδυνός της. Προσεκάλει δια τούτο τους στρατιώτας κατά τμήματα, δια να μην αφίσουν όλοι συγχρόνως τα όπλα των, και με τους επομένους λόγους προσεπάθει να πείση τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων και τους επιτεθούν.
92.
Ο Βοιωτάρχης Παγώνδας συνιστά να πολεμήσουν κατά των Αθηναίων
«Αγαπητοί Βοιωτοί, έπρεπε μήτε να περάση από τον νουν κανενός από ημάς τους αρχηγούς του στρατού η ιδέα ότι δεν είναι ορθόν να επιτεθώμεν εναντίον των Αθηναίων, παρά εάν τους προφθάσωμεν ευρισκομένους ακόμη εις το έδαφος της Βοιωτίας. Διότι εκείνοι, ελθόντες από όμορον χώραν και οικοδομήσαντες οχύρωμα επάνω εις την Βοιωτίαν, σκοπόν έχουν να ερημώσουν το έδαφός μας, και είναι προφανώς εχθροί μας, οπουδήποτε και αν τους φθάσωμεν, και ιδίως εις το έδαφος, από το οποίον προήλασαν, δια να συμπεριφερθούν ως τοιούτοι επί του ιδικού μας. Αλλ’ εάν μόλα ταύτα ενόμισε κανείς ασφαλέστερον να μην επιτεθώμεν, πρέπει ν’ αλλάξη γνώμην. Διότι οι υπολογίσμοι της συνετής προνοητικότητος δεν αρμόζουν εξ ίσου εις εκείνους που είναι θύματα επιθέσεως άλλων και ζητούν να προστατεύσουν το έδαφός των, όπως αρμόζουν εις όσους, ενώ κατέχουν ανενοχλήτως ό,τι τους ανήκει, επιτίθενται εκουσίως και από πλεονεξίαν εναντίον άλλων. Άλλωστε, πατροπαράδοτος δια σας πολιτική είναι να καταπολεμήτε τον ξένον επιδρομέα, αδιάφορον αν εις το ιδικόν σας ή το ξένον έδαφος, και πολύ περισσότερον επιβάλλεται τούτο απέναντι των Αθηναίων, οι οποίοι επί πλέον συνορεύουν με σας. Διότι τότε μόνον εξασφαλίζει κανείς την ελευθερίαν του απέναντι των γειτόνων, όταν είναι ικανός και έτοιμος ν’ αντιμετωπίζη αυτούς. Και εναντίον προ πάντων των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι όχι πλέον τους γείτονας, αλλά και εκείνους ακόμη που κατοικούν μακράν, επιζητούν να υποδουλώσουν, είναι ή δεν είναι ανάγκη ν’ αγωνισθώμεν μέχρις εσχάτων; Η κατάστασις της απέναντί μας Ευβοίας και των περισσοτέρων άλλων Ελλήνων ας μας χρησιμεύση ως παράδειγμα. Και πρέπει να γνωρίζετε ότι ενώ οι άλλοι πολεμούν εναντίον των γειτόνων των δι’ αμφισβητούμενα σύνορα, δι’ ημάς, εάν νικηθώμεν, εν και μόνον και αναμφισβήτητον του λοιπού σύνορον θα χαραχθή, περιλαμβάνον ολόκληρον το έδαφός μας, διότι, άμα εισέλθουν εις αυτό οι Αθηναίοι, θα γίνουν δια της βίας κύριοι των κτήσεών μας. Τόσον επικινδυνωτέρα από κάθε άλλην είναι δι’ ημάς η γειτνίασίς των. Συνήθως, άλλωστε, όσοι, θρασυνόμενοι από την δύναμίν των, όπως οι Αθηναίοι τώρα, επιτίθενται εναντίον άλλων, βαδίζουν με μεγαλυτέραν εμπιστοσύνην εναντίον εκείνων, οι οποίοι αδρανούν και υπερασπίζουν εαυτούς μόνον εντός του ιδικού των εδάφους, ενώ αντιτάσσονται με ολιγωτέραν προθυμίαν εναντίον εκείνων, οι οποίοι εξέρχονται από τα όρια της χώρας των, δια να τους αντιμετωπίσουν, και οι οποίοι, παρουσιαζομένης ευκαιρίας, αρχίζουν αυτοί πρώτοι τας εχθροπραξίας. Του πράγματος αυτού ελάβαμεν πείραν από τους ιδίους τους Αθηναίους, διότι, όταν, συνεπεία των εμφυλίων μας σπαραγμών, κατέλαβαν την χώραν μας, και τους ενικήσαμεν εις την μάχην της Κορωνείας, εξησφαλίσαμεν εις την Βοιωτίαν πλήρη ασφάλειαν μέχρι της σήμερον. Αυτά ενθυμούμενοι, καθήκον έχομεν, οι πρεσβύτεροι να μη φανούν κατώτεροι των τότε ανδραγαθημάτων των, και οι νεώτεροι, ως υιοί πατέρων, οι οποίοι έδειξαν τότε διαγωγήν άψογον, να προσπαθήσουν να μην αμαυρώσουν τας πατροπαραδότους αρετάς. Εμπιστευόμενοι δε εις την βοήθειαν του θεού, του οποίου τον ναόν, παρά τα κρατούντα μεταξύ Ελλήνων, ωχύρωσαν και κατέχουν, και εις τας θυσίας που προσεφέραμεν εις τους θεούς και αι οποίαι υπήρξαν ευοίωνοι, καθήκον έχομεν να προελάσωμεν δια να επιτεθώμεν εναντίον των και τους δείξωμεν ότι αν θέλουν να επιτύχουν ό,τι εποφθαλμιούν, οφείλουν να επιτίθενται εναντίον εκείνων, που δεν έχουν διάθεσιν ν’ αμυνθούν, αλλ’ ότι άνδρες, οι οποίοι, εμπνεόμενοι από ευγενές πνεύμα, εθεώρησαν πάντοτε καθήκον των ν’ αγωνίζωνται υπέρ της ελευθερίας της ιδικής των χώρας και να μην υποδουλώνουν την χώραν των άλλων αδίκως, δεν θα τους επιτρέψουν να φύγουν χωρίς να πολεμήσουν».
93.
Οι αντίπαλοι στρατοί Αθηνών και Βοιωτίας παρατάσσονται
προς μάχην
Με τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους έπεισεν ο Παγώνδας τους Βοιωτούς να βαδίσουν εναντίον των Αθηναίων. Και αφού έδωκεν εσπευσμένως την διαταγήν της προελάσεως, καθόσον και η ημέρα ήτο ήδη προχωρημένη, εξεκίνησε επί κεφαλής του στρατού. Και όταν επλησίασε τον στρατόν των Αθηναίων, κατέλαβε θέσιν, από την οποίαν τα δύο στρατεύματα ένεκα παρεμπίπτοντος λόφου, δεν ημπορούσαν να βλέπουν το εν τω άλλο, και εκεί παρέταξε τον στρατόν και ητοιμάζετο δια να δώση μάχην. Ο Ιπποκράτης, ο οποίος ευρίσκετο ακόμη εις το Δήλιον, ευθύς ως έμαθε την προέλασιν των Βοιωτών, έστειλεν εις τον στρατόν διαταγάς να λάβη τάξιν μάχης, και ο ίδιος έφθασε μετ’ ολίγον, αφού αφήκεν εις το Δήλιον τριακοσίους περίπου ιππείς, δια να το φρουρούν εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως, και συγχρόνως καραδοκούν κατάλληλον ευκαιρίαν δια να πέσουν, διαρκούσης της μάχης, επάνω εις τα νώτα του εχθρού. Αλλ’ οι Βοιωτοί αντέταξαν χωριστόν απόσπασμα προς άμυναν εναντίον των ιππέων του Δηλίου, και όταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, ανέβησαν εις την κορυφογραμμήν του λόφου, από την οποίαν ήσαν ορατοί, και εκεί ανέμεναν εις τάξιν μάχης. Η όλη δύναμίς των ανήρχετο εις επτά χιλιάδας περίπου οπλίτας, δέκα και πλέον χιλιάδας ψιλούς, χιλίους ιππείς και πεντακοσίους πελταστάς. Το δεξιόν κέρας κατείχαν οι Θηβαίοι με εκείνους από τους Βοιωτούς, όσοι ήσαν υποτελείς των. Εις το κέντρον ήσαν οι Αλιάρτιοι, οι Κορωναίοι, οι Κωπαιείς και οι άλλοι, όσοι κατοικούν γύρω από την Κωπαΐδα λίμνην. Το αριστερόν κατείχαν οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι και οι Ορχομένιοι. Πλησίον εις τα δύο κέρατα ετοποθετήθησαν οι ψιλοί και οι ιππείς. Οι Θηβαίοι ετάχθησαν εις φάλαγγα βάθους είκοσι πέντε οπλιτών. Ο σχηματισμός των άλλων εποίκιλλε. Τοιαύτη ήτο η στρατιωτική δύναμις των Βοιωτών, και τοιαύτη η προς μάχην παράταξίς της.
94. Οι Αθηναίοι οπλίται, ισάριθμοι προς τους εχθρούς των, ετάχθησαν όλοι εις φάλαγγα βάθους οκτώ ανδρών, και οι ιππείς εις τα δύο κέρατα. Τακτικοί ψιλοί στρατιώται δεν παρίσταντο, ούτε είχε ποτέ οργανώσει η πόλις τοιούτους. Όσοι εν τούτοις, ψιλοί έλαβαν μέρος εις την εισβολήν, ήσαν πολλαπλάσιοι από τους του εχθρού. Αλλ’ ένεκα της γενικής επιιστρατεύσεως αστών και ξένων, οι περισσότεροι ήσαν άοπλοι, και επειδή είχαν ήδη ξεκινήσει, επιστρέφοντες εις τας Αθήνας, ολίγοι μόνον έλαβαν μέρος εις την μάχην. Αφού δε οι δύο στρατοί ήσαν παρατεταγμένοι και επέκειτο η σύγκρουσις, ο στρατηγός Ιπποκράτης, διερχόμενος το μέτωπον της παρατάξεως των Αθηναίων εξήπτε το θάρρος των στρατιωτών με τους επομένους λόγους:
95.
Ο Αθηναίος στρατηγός Ιπποκράτης ομιλεί προς τους στρατιώτας
«Συμπολίται, η παραίνεισίς μου θα είναι σύντομος, διότι, προκειμένου περί ανδρών γενναίων, ολίγοι λόγοι αρκούν και τους ολίγους αυτούς απευθύνω ως υπόμνησιν μάλλον παρά ως προτροπήν. Κανείς ας μη φαντασθή ότι αναλαμβάνομεν τόσον σοβαρόν κίνδυνον επάνω εις ξένον έδαφος άνευ λόγου. Διότι εις το εχθρικόν αυτό έδαφος θ’ αγωνισθώμεν υπέρ της ιδικής μας χώρας. Και αν νικήσωμεν, κανείς πλέον δεν υπάρχει φόβος ότι οι Πελοποννήσιοι, χωρίς το Βοιωτικόν ιππικόν, θα εισβάλουν του λοιπού εις την χώραν μας, αλλά με μίαν μάχην και την Βοιωτίαν κατακτάτε και την ελευθερίαν της Αττικής εξασφαλίζετε. Βαδίσατε λοιπόν εναντίον των, όπως αρμόζει εις ανθρώπους, οι οποίοι είμεθα όλοι υπερήφανοι, διότι έχομεν πατρίδα, η οποία είναι η πρώτη πόλις της Ελλάδος, και εις τους υιούς πατέρων, οι οποίοι υπό την αρχηγίαν του Μυρωνίδου ενίκησαν αυτούς εδώ εις την μάχην των Οινοφύτων, και έγιναν εις το παρελθόν κύριοι της Βοιωτίας».
96.
Μάχη μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών. Ήττα των Αθηναίων
Την ώραν που ο Ιπποκράτης απηύθυνε τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους, και δεν είχεν ακόμη προφθάσει να διέλθη περισσότερον από το ήμισυ μέτωπον του στρατού, οι Βοιωτοί, εις τους οποίους ο Παγωνιάς είχεν απευθύνει και πάλιν βιαστικά μερικούς παραινετικούς λόγους, ψάλλοντες τον παιάνα, προήλασαν κατερχόμενοι από τον λόφον. Και οι Αθηναίοι, εξ άλλου, αντεπεξήλθαν, εις τρόπον ώστε οι δύο στρατοί συνεκρούσθησαν τρέχοντες. Είναι αληθές ότι τα άκρα των στρατών δεν ημπόρεσαν να έλθουν εις χείρας, διότι ημποδίσθησαν από το ίδιον κώλυμα, ογκωθέντας δηλαδή χειμάρρους. Ο λοιπός όμως στρατός είχεν εμπλακή εις τραχύν αγώνα, και οι άνδρες αλληλοεσπρώχνοντο με τας ασπίδας των. Το αριστερόν και το κέντρον της Βοιωτικής παρατάξεως ευρίσκοντο εις υποδεή θέσιν απέναντι των Αθηναίων, οι οποίοι και τους άλλους, που ευρίσκοντο εις το μέρος αυτό, και προ πάντων τους Θεσπιείς, επίεζαν. Διότι οι παρατεταγμένοι εις το πλευρόν των τους εγκατέλειψαν, υποχωρήσαντες, οι δε τελευταίοι εκυκλώθησαν στενώτατα, εις τρόπον ώστε οι φονευθέντες από αυτούς εξωλοθρεύθησαν, αμυνόμενοι λυσσωδώς. Και μερικοί μάλιστα από τους Αθηναίους, ένεκα της συγχύσεως, την οποίαν έφερεν η κύκλωσις, εφονεύθησαν κατά λάθος μεταξύ των. Εις το μέρος λοιπόν τούτο οι Βοιωτοί ενικήθησαν, και κατέφυγαν προς το τμήμα της παρατάξεως, το οποίον εμάχετο ακόμη. Αλλά το δεξιόν, όπου ήσαν οι Θηβαίοι, υπερίσχυσε των Αθηναίων, τους απώθησε και τους κατεδίωκε κατ’ αρχάς βήμα προς βήμα. Αλλά την στιγμήν ακριβώς αυτήν, παρουσιάσθησαν αιφνιδίως δύο αποσπάσματα του ιππικού, τα οποία ο Παγώνδας, δια να βοηθήση το αριστερόν του, όταν υπέφερε δεινώς, είχε στείλει από μέρος που δεν τα έβλεπεν ο εχθρός, γύρω από τον λόφον, και το δεξιόν κέρας των Αθηναίων, το οποίον ενίκα, εκλαβόν τα αποσπάσματα αυτά ως νέον στρατόν ερχόμενον εναντίον των, κατελήφθη από πανικόν. Και ούτως, ένεκα δύο αιτιών, αφ’ ενός της αιφνιδίας εμφανίσιεως του ιππικού, και εξ άλλου, διότι οι Θηβαίοι κατεδίωκαν βήμα προς βήμα το αριστερόν των Αθηναίων, το οποίον υπεχώρει, και διέσπασαν την παράταξίν του, η φυγή ολοκλήρου του στρατού των Αθηναίων εγενικεύθη. Και άλλοι μεν ώρμησαν εις την θάλασσαν προς την διεύθυνσιν του Δηλίου, άλλοι προς τον Ωρωπόν, άλλοι προς το όρος Πάρνηθα και άλλοι, όπου καθείς ήλπιζε να σωθή. Οι Βοιωτοί, και μάλιστα το ιππικόν των, καθώς και το ιππικόν των Λοκρών, το οποίον έφθασε μόλις ήρχισεν η φυγή, τους κατεδίωκαν και τους εφόνευαν. Το γεγονός, άλλωστε, ότι κατά την διάρκειαν της καταδιώξεως ενύκτωσε, διηυκόλυνε την σωτηρίαν του μεγαλυτέρου μέρους των φευγόντων. Και την επομένην, όσοι κατέφυγαν εις τον Ωρωπόν και το Δήλιον, αφού άφισαν εις το τελευταίον, το οποίον παρά την ήτταν των ευρίσκετο ακόμη υπό την κατοχήν των, φρουράν, μετεφέρθησαν δια θαλάσσης εις τα ίδια.
97. Οι Βοιωτοί, αφού έστησαν τρόπαιον, συνέλεξαν τους νεκρούς των, εσκύλευσαν τους νεκρούς του εχθρού, άφηκαν φρουράν να τους φυλάττη, και απεσύρθησαν εις την Τανάγραν, όπου εσχεδίαζαν επίθεσιν εναντίον του Δηλίου. Κήρυξ των Αθηναίων, μεταβαίνων δια να ζητήση τους νεκρούς, συνήντησε κήρυκα Βοιωτόν, ο οποίος τον εγύρισεν οπίσω, λέγων ότι τίποτε δεν ημπορεί να επιτύχη, πριν ο ίδιος επιστρέψη (από το Αθηναϊκόν στρατόπεδον, όπου εστέλλετο). Ο Βοιωτός κήρυξ παρουσιάσθη εις τους Αθηναίους και τους ανεκοίνωσεν εκ μέρους των Βοιωτών ότι διέπραξαν έγκλημα, παραβιάσαντες τα κοινώς κρατούντα μεταξύ των Ελλήνων. Διότι, ενώ είναι γενικώς καθιερωμένον, οσάκις εν κράτος εισβάλλει εις το έδαφος άλλου, να σέβεται τους ιερούς χώρους, οι Αθηναίοι, οχυρώσαντες το Δήλιον, το χρησιμοποιούν ως κατοικίαν, και προβαίνουν εντος αυτού εις κάθε τι που εκτελούν οι άνθρωποι εις τόπον μη καθιερωμένον. Και το νερό ακόμη, το οποίον δεν επετρέπετο εις τους Βοιωτούς να εγγίζουν, παρά μόνον δια να το χρησιμοποιούν ως ιερόν ύδωρ δια τας θρησκευτικάς τελετάς, αυτοί, αντλούντες, χρησιμοποιούν δια τας συνήθεις ανάγκας των. Δια τους λόγους αυτούς, οι Βοιωτοί, εξ ονόματός των και εξ ονόματος του θεού, επικαλούμενοι τον Απόλλωνα και τους άλλους εις τον αυτόν ναόν λατρευομένους θεούς, προκαλούν τους Αθηναίους ν’ απέλθουν από τον ναόν, παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει.

98. Μετά την σύντομον αυτήν ανακοίνωσιν του κήρυκος, οι Αθηναίοι έστειλαν εις τους Βοιωτούς ιδικόν των κήρυκα, ο οποίος απήντησεν εξ ονόματός των, ότι όσον αφορά τον ναόν, καμμίαν βλάβην ούτε επροξένησαν, ούτε θα προξενήσουν του λοιπού θεληματικώς. Ούτε κατ’ αρχήν, άλλωστε, τον κατέλαβαν με τοιούτον σκοπόν, αλλά δια να τον χρησιμοποιήσουν, εις ανταπόδοσιν των ίσων, εναντίον εκείνων, οι, οποίοι πραγματικώς τους ηδίκουν. Ότι κατά το έθιμον που επικρατεί μεταξύ των Ελλήνων, εις εκείνον, που εξουσιάζει το έδαφος, μεγάλον ή μικρόν περιέρχονται εκάστοτε και οι ναοί, με την υποχρέωσιν να επιμελήται αυτούς, σύμφωνα με τας μέχρι τούδε θρησκευτικάς συνηθείας, και εφόσον τούτο είναι δυνατόν. Οι Βοιωτοί, τωόντι και πολλοί άλλοι, όσοι εξεδίωξαν τους προηγουμένους κατοίκους μιας χώρας και έγιναν δια της βίας κύριοι αυτής, κατέλαβαν κατ’ αρχάς ξένους ναούς, τους οποίους όμως εξουσιάζουν σήμερον ως ιδικούς των. Και οι ίδιοι επομένως οι Αθηναίοι, εάν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν μεγαλύτερον μέρος Βοιωτικού εδάφους, θα το εκράτουν. Αλλά και τώρα το μέρος που κατέλαβαν θεωρούν ιδικόν των, και θα κάμουν ό,τι ημπορούν δια να μη το αφίσουν. Όσον αφορά την καταχρηστικήν χρησιμοποίησιν του νερού, δεν ημπορούσαν να πράξουν άλλως. Η χρησιμοποίησίς του είναι ανάγκη, εις την οποίαν όμως δεν περιήλθαν εκουσίως και από αλαζονείαν, αλλά δια ν’ αμυνθούν εναντίον εκείνων που πρώτοι επέδραμαν το έδαφος της Αττικής. Ότι, άλλωστε, κάθε τι που γίνεται υπό την πίεσιν του πολέμου η άλλης ανάγκης, είναι φυσικόν να κρίνεται επιεικώς και από τον ίδιον τον θεόν, αφού οι βωμοί είναι καταφύγιον δια τα ακούσια εγκλήματα. Ότι και τον όρον «παρανομία» μεταχειριζόμεθα δι’ εκείνους, που διαπράττουν κακόν άνευ ανάγκης, όχι δι’ εκείνους, οι οποίοι υπό την πίεσιν των περιστάσεων αποτολμούν να κάμουν κάτι. Ότι οι Βοιωτοί, με το να έχουν την αξίωσιν να μην αποδώσουν τους νεκρούς, παρά μόνον ως αντάλλαγμα ιερών τόπων, ασεβούν πολύ περισσότερον από αυτούς, οι οποίοι αρνούνται ν’ ανακτήσουν ό,τι δικαιωματικώς τους ανήκει, δίδοντες εις αντάλλαγμα τοιούτους τόπους. Και ότι τέλος εζήτουν από τους Βοιωτούς να τους δηλώσουν απεριφράστως ότι ημπορούν να πάρουν τους νεκρούς των, και όχι υπό τον όρον της εκκενώσεως του Βοιωτικού εδάφους (αφού, άλλωστε, δεν ευρίσκοντο πλέον εις Βοιωτικόν έδαφος, αλλ’ εις το έδαφος, το οποίον κατέκτησαν με το ξίφος των), αλλά υπό τον όρον να ζητήσουν προς τούτο την ανέκαθεν ειθισμένην βραχείαν ανακωχήν.
99. Οι Βοιωτοί απήντησαν ότι αν οι Αθηναίοι ευρίσκωνται εις Βοιωτικόν έδαφος, οφείλουν να το εκκενώσουν πριν παραλάβουν ό,τι τους ανήκει, εάν όμως εις ιδικόν των, όπως ισχυρίζονται, αυτοί γνωρίζουν τί έχουν να κάμουν. Η απάντησις των Βοιωτών ωφείλετο εις την γνώμην των, ότι η Ωρωπία, επί της οποίας έτυχε να κείνται οι νεκροί (καθόσον η μάχη είχε γίνει εις τα σύνορα), ανήκεν εις την κυριαρχίαν των Αθηναίων, ότι όμως οι Αθηναίοι δεν ημπορούσαν να παραλάβουν τους νεκρούς εναντίον της ιδικής των θελήσεως, ούτε πάλιν ήσαν διατεθειμένοι να συνάψουν ανακωχήν, προκειμένου περί εδάφους, το οποίον ανήκεν εις τους Αθηναίους, όπως έλεγαν οι τελευταίοι. Εθεώρουν, εξ άλλου, ως ευπρόσωπον την απάντησίν των, ότι οι Αθηναίοι, μόνον εάν εκκενώσουν το Βοιωτικόν έδαφος, ημπορούν να παραλάβουν και ό,τι τους ανήκει. Μετά την απάντησιν των Βοιωτών, ο κήρυξ των Αθηναίων απήλθεν άπρακτος.
100. Ευθύς κατόπιν, οι Βοιωτοί προσεκάλεσαν από τον Μαλιακόν κόλπον ακοντιστάς και σφενδονιστάς. Ήλθαν επίσης μετά την μάχην εις βοήθειάν των δύο χιλιάδες Κορινθίων οπλιτών, και η Πελοποννησιακή φρουρά, η οποία είχεν εκκενώσει την Νίσαιαν, και συγχρόνως μερικοί Μεγαρείς. Με τον στρατόν των, ενισχυμένον κατ’ αυτόν τον τρόπον, εβάδισαν εναντίον του Δηλίου, του οποίου προσέβαλαν το οχύρωμα, και κατόπιν άλλων μέσων επιθέσεως, τα οποία εδοκίμασαν, έφεραν πλησίον του τείχους και κάποιαν μηχανήν, με την οποίαν κατώρθωσαν πράγματι και να το κυριεύσουν. Δια να κατασκευάσουν την μηχανήν αυτήν, έσχισαν με το πριόνι μεγάλην δοκόν κατά μήκος, και, αφού εκοίλαναν απ’ άκρου εις άκρον τα δύο μέρη της, συνήρμοσαν αυτά πάλιν με μεγάλην ακρίβειαν ως αυλόν. Εις την μίαν άκραν εκρέμασαν με αλυσίδας λέβητα, εντός του οποίου διηυθύνετο το σιδηρούν κωνοειδές άκρον ενός μεγάλου φυσερού που κατέβαινεν επίσης από το ίδιον άκρον της δοκού, της οποίας το ξύλον ητο ωσαύτως επενδυμένον με σίδηρον εις μεγάλην έκτασιν. Την μηχανήν αυτήν, τοποθετημένην επάνω εις άμαξας, έφεραν από μακρυνήν απόστασιν εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, όπου δια την κατασκευήν του είχαν χρησιμοποιήση προ πάντων ξύλα και κλήματα αμπέλου, και οσάκις έφθανε πλησίον, ετοποθέτουν μεγάλα φυσερά εις το προς το μέρος των άλλο άκρον της δοκού και εφυσούσαν. Το φύσημα, διερχόμενον από τον καλώς κλεισμένον αυλόν, έφθανεν εις τον λέβητα, γεμάτον από αναμμένα κάρβουνα και θείον και πίσσαν και ανέδιδε φλόγα μεγάλην, η οποία μετέδιδε το πυρ εις διάφορα σημεία του οχυρώματος, εις τρόπον ώστε κανείς δεν ημπορούσε πλέον να μείνη επάνω εις αυτό, αλλά το εγκατέλειψαν όλοι και ετράπησαν εις φυγήν, και τοιουτοτρόπως το οχύρωμα εκιριεύθη. Από τους άνδρας της φρουράς μερικοί εφονεύθησαν και διακόσιοι ηχμαλωτίσθησαν. Οι λοιποί, οι και περισσότεροι, εισήλθαν εις τα πλοία και μετεφέρθησαν εις τα ίδια.
101. Το Δήλιον ανακατελήφθη την δεκάτην εβδόμην ημέραν μετά την μάχην. Όταν ο κήρυξ, τον οποίον είχαν στείλει οι Αθηναίοι, ήλθε μετ’ ολίγον πάλιν δια να ζητήση τους νεκρούς, χωρίς να γνωρίζη την ανακατάληψιν, οι Βοιωτοί, αντί να επαναλάβουν την προηγουμένην απάντησιν, επέτρεψαν την παραλαβήν των. Αι απώλειαι των Βοιωτών κατά την μάχην ήσαν νεκροί σχεδόν πεντακόσιοι και των Αθηναίων όχι ακριβώς χίλιοι, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Ιπποκράτης, ως και μεγάλος αριθμός ψιλών στρατιωτών και σκευοφόρων.
Ολίγον μετά την μάχην αυτήν, ο Δημοσθένης, ο οποίος είχε πλεύσει, ως ελέχθη ήδη, δια να καταλάβη τας Σίφας, αλλ’ απέτυχεν, ενήργησε δια του στόλου απόβασιν εις την Σικυωνίαν, επί κεφαλής τετρακοσίων Αθηναίων οπλιτών και στρατού αποτελουμένου από Ακαρνάνας και Αγραίους. Αλλά πριν καταπλεύσουν όλα τα πλοία, οι Σικυώνιοι έσπευσαν προς άμυναν, νίκησαν όσους είχαν ήδη αποβιβασθή και τους κατεδίωξαν μέχρι των πλοίων, φονεύσαντες εν μέρος και αιχμαλωτίσαντες τους άλλους. Ακολούθως έστησαν τρόπαιον και παρεχώρησαν βραχείαν ανακωχήν, προς παραλαβήν των νεκρών του εχθρού. Συγχρόνως περίπου με τα γεγονότα του Δηλίου, ο Σιτάλκης,ο βασιλεύς των Οδρυσών, εκστρατεύσας κατά των Τριβαλλών, ενικήθη κατά την γενομένην μάχην και απέθανε. Ο Σεύθης, υιός του Σπαραδόκου, τον διαδέχθη, ως ανεψιός του εις την βασιλείαν και των Οδρυσών και της λοιπής Θράκης επί της οποίας εξετείνετο η αρχή του Σιτάλκους.
102.
Ο Βρασίδας καταλαμβάνει την Αμφίπολιν
Κατά την διάρκειαν του ιδίου χειμώνος, ο Βρασίδας, επί κεφαλής του συμμαχικού στρατού της Χαλκιδικής, εξεστράτευσεν εναντίον της Αμφιπόλεως, αποικίας των Αθηναίων κειμένης εις τας όχθας του ποταμού Στρυμόνος. Την θέσιν εις την οποίαν κείται σήμερον η πόλις, επεχείρησε ν’ αποικίση προηγουμένως ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, όταν, καταδιωκόμενος από τον βασιλέα Δαρείον, ηναγκάσθη να φύγη, αλλ’ εξετοπίσθη από τους Ηδώνας. Την ιδίαν απόπειραν έκαμαν ακολούθως και οι Αθηναίοι, οι οποίοι, τριάντα δυο έτη βραδύτερον, έστειλαν δέκα χιλιάδας αποίκους, αποτελουμένους εν μέρει από ιδικούς των πολίτας και εν μέρει από ξένους, όσοι ηθέλησαν να λάβουν μέρος εις την αποικίαν, αλλά και αυτοί εξωλοθρεύθησαν εις τον Δραβησκόν από τους Θράκας. Ύστερον από είκοσι εννέα έτη οι Αθηναίοι ήλθαν πάλιν, υπό την αρχηγίαν του Άγνωνος, υιού του Νικίου ως οργανωτού της αποικίας, και αφού εξεδίωξαν τους Ηδώνας, έκτισαν την Αμφίπολιν εις την θέσιν, η οποία ωνομάζετο από τότε Εννέα Οδοί. Βάσις της επιχειρήσεώς των εχρησίμευσεν η Ηιών, εμπορικός λιμήν ο οποίος τους ανήκεν ήδη, και ο οποίος κείται εις το στόμιον του ποταμού, εις απόστασιν είκοσι πέντε σταδίων από την σημερινήν πόλιν, την οποίαν ο Άγνων ωνόμασεν Αμφίπολιν, διότι, καθώς ο ποταμός Στρυμών σχηματίζει αγκώνα, περιρρέοντα αυτήν από βορρά μέχρι νότου, κατεσκεύασεν από εν σημείον του ποταμού εις άλλο μακρόν τείχος, χωρίσας τον αγκώνα αυτόν, εντός του οποίου ίδρυσε την πόλιν, περίβλεπτον και από ξηράς και από θαλάσσης.
103. Εναντίον λοιπόν της πόλεως αυτής εβάδιζεν ο Βρασίδας, ο οποίος εξεκίνησε με τον στρατόν του από τας Άρνας της Χαλκιδικής και περί το δειλινόν έφθασεν εις τον Αυλώνα και τον Βορμίσκον, όπου η λίμνη Βόλβη εκχύνεται εις την θάλασσαν, και αφού εδείπνησεν, εξηκολούθησε κατά την νύκτα την πορείαν του. Ένεκα άλλωστε της κοκοκαιρίας και της πιπτούσης ελαφράς χιόνος, επέσπευσε το βήμα διότι επεδίωκε να μη γίνη αντιληπτή η προσέγγισίς του από τους κατοίκους της Αμφιπόλεως, εκτός εκείνων, με τους οποίους ευρίσκετο εις μυστικάς συνεννοήσεις. Εις την Αμφίπολιν, τωόντι, ήσαν εγκατεστημένοι μερικοί Αργίλιοι, άποικοι της Άνδρου, οι οποίοι με μερικούς άλλους ήσαν μεμυημένοι, άλλοι παρασυρόμενοι από τον Περδίκκαν και άλλοι από τους Χαλκιδείς. Οι κάτοικοι προ πάντων της πλησίον κειμένης Αργίλου, οι οποίοι ήσαν ανέκαθεν ύποπτοι εις τους Αθηναίους και είχαν πάντοτε βλέψεις επί της Αμφιπόλεως από αρκετόν καιρόν, αφού η άφιξις του Βρασίδα εις την Χαλκιδικήν τους παρέσχε την ευκαιρίαν, είχαν συνεννοηθή με τους εντός της Αμφιπόλεως εγκατεστημένους συμπολίτας των δια την παράδοσιν της πόλεως. Και τότε, δεχθέντες τον Βρασίδαν εντός της Αργίλου, απεστάτησαν από τους Αθηναίους την ιδίαν εκείνην νύκτα και ωδήγησαν τον στρατόν του εις την γέφυραν του ποταμού, όπου έφθασε πριν να εξημερώση. Η γέφυρα ευρίσκεται εις ικανήν απόστασιν από την πόλιν, και δεν συνεδέετο προς αυτήν με τείχος όπως τώρα, αλλ’ εφρουρείτο από ασήμαντον απόσπασμα. Την φρουράν αυτήν κατέβαλεν ευκόλως ο Βρασίδας, και ένεκα της προδοσίας και διότι η επίθεσίς του έγινε απροσδοκήτως και εις ώραν κακοκαιρίας, διέβη την γέφυραν και έγινεν ευθύς κύριος των εκτός των τειχών ιδιοκτησιών, διότι οι Αμφιπολίται κατώκουν διεσπαρμένοι εις ολόκληρον το εκτός της πόλεως διαμέρισμα.
104. Η διάβασις του ποταμού εκ μέρους του Βρασίδα υπήρξεν εντελώς απροσδόκητος δια τους εντός της πόλεως. Και επειδή από τους εκτός του τείχους διαμένοντας πολλοί συνελαμβάνοντο, ενώ άλλοι κατέφευγαν εντός αυτού, οι Αμφιπολίται περιήλθαν εις μεγάλην σύγχυσιν, τόσον μάλλον, καθόσον αληλοϋπωπτεύοντο. Λέγεται, τωόντι, ότι επεκράτει τότε η γνώμη ότι εαν ο Βρασίδας, αντί να επιτρέψη εις τον στρατόν του να τραπή εις λεηλασίαν, απεφάσιζε να βαδίση κατ’ ευθείαν εναντίον της πόλεως, θα την εκυρίευεν. Ενώ ήδη, αφού επέδραμε τα έξω της πόλεως και αι προσδοκίαι του ως προς την βοήθειαν των εντός αυτής διεψεύσθησαν, εστρατοπέδευσε και ανέμενεν ησυχάζων. Εν τω μεταξύ, οι αντίθετοι προς τους συνωμότας οι οποίοι ως πολυαριθμότεροι δεν επέτρεψαν να ανοίξουν εις αυτόν τας πύλας αμέσως, εκ συνεννοήσεως με τον στρατηγόν Ευκλή, ο οποίος είχεν έλθει από τας Αθήνας ως φρούραρχος, έστειλαν να ζητήσουν βοήθειαν από τον έτερον των δια την Χαλκιδικήν διωρισμένων στρατηγών, τον Θουκυδίδην, υιόν του Ολόρου, τον συγγραφέα της παρούσης ιστορίας, ο οποίος ευρίσκετο εις την Θάσον, αποικίαν των Παρίων, απέχουσαν της Αμφιπόλεως, ημισείας περίπου ημέρας πλουν. Ο Θουκυδίδης, άμα έλαβε την πρόσκλησιν, απέπλευσεν εσπευσμένως επί κεφαλής μοίρας επτά πλοίων, τα οποία έτυχαν παρόντα, επιδιώκων προ πάντων να προλάβη την συνθηκολογίαν της Αμφιπόλεως, ειδεμή να σώση τουλάχιστον την Ηιόνα.
105. Εν τω μεταξύ, επειδή ο Βρασίδας εφοβείτο αφ’ ενός ότι, η Αθηναϊκή μοίρα θα ήρχετο από την Θάσον εις βοήθειαν της πόλεως, και αφ’ ετέρου εμάνθανεν ότι ο Θουκυδίδης είχε δικαίωμα εκμεταλλεύσεως επί των μεταλλείων χρυσού, των κειμένων εις το μέρος τούτο της Θράκης, και ως εκ τούτου είχε μεγάλην επιρροήν εις τους προκρίτους των μερών εκείνων, έσπευδε να καταλάβη προηγουμένως την πόλιν, εάν θα ημπορούσε. Διότι εφοβείτο ότι μετά την άφιξιν του Θουκυδίδου, το πλήθος των Αμφιπολιτών θ’ απέκρουεν δραστικώς κάθε πρότασιν συνθηκολογίας, με την ελπίδα ότι ούτος ήθελε συγκεντρώσει τας συμμαχικάς δυνάμεις των παρακειμένων νήσων και της απέναντι Θράκης, και τους σώσει. Ως εκ τούτου, επροκήρυξε δια του κήρυκος τας επομένας επιεικείς προτάσεις συνθηκολογίας: Όσοι από τους Αμφιπολίτας και τους παρεπιδημούντας Αθηναίους θέλουν ημπορούν να μείνουν εις την πόλιν, διατηρούντες τας ιδιοκτησίας των και πλήρη ισότητα δικαιωμάτων, όσοι δε δεν θέλουν ημπορούν ν’ απέλθουν εντός πέντε ημερών παραλαμβάνοντες ό,τι τους ανήκει.
106. Όταν ήκουσαν την πρότασιν αυτήν, οι περισσότεροι εκλονίσθησαν, τόσον μάλλον, καθόσον ολίγοι μόνον από τους πολίτας ήσαν Αθηναίοι, ενώ οι περισσότεροι ήσαν ανάμικτος πληθυσμός. Πολλοί συγχρόνως από τους κατοίκους της πόλεως ήσαν συγγενείς εκείνων, που είχαν συλληφθή έξω. Και τέλος εύρισκαν τας προτάσεις επιεικείς, συγκρίνοντες αυτάς προς ό,τι είχαν φοβηθή, οι μεν Αθηναίοι, διότι ευχαρίστως θ’ ανεχώρουν αφού ενόμιζαν ότι ο κίνδυνος δι’ αυτούς ήτο μεγαλύτερος παρά δια τους άλλους και δεν επερίμεναν, εξ άλλου, ταχείαν βοήθειαν, οι δε λοιποί κάτοικοι, διότι διετήρουν τα πολιτικά των δικαιώματα και συγχρόνως διέφευγαν ανελπίστως τον κίνδυνον. Ως εκ τούτου, επειδή οι ευρισκόμενοι εις μυστικήν συνεννόησιν με τον Βρασίδαν, βλέποντες ότι και το πλήθος είχε μεταβάλει γνώμην και δεν ήκουε πλέον τον παρόντα Αθήναιον στρατηγόν, ήρχισαν να συνηγορούν και φανερά πλέον υπέρ των προτάσεων, έγινε συνθηκολογία και ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τον Βρασίδαν, υπό τους όρους που είχε προκηρύξει. Οι Αμφιπολίται, επομένως, παρέδωσαν κατ’ αυτόν τον τρόπον την πόλιν, ενώ ο Θουκυδίδης με την μοίραν των πλοίων του κατέπλευσεν εις την Ηιόνα περί το εσπέρας της ιδίας ημέρας, όταν ο Βρασίδας είχεν ήδη καταλάβει προ μικρού την Αμφίπολιν, και παρά μίαν νύκτα, έλειψε να καταλάβη ,και την Ηιόνα. Διότι, εαν τα πλοία δεν έσπευδαν εις βοήθειαν ολοταχώς, η τελευταία θα κατελαμβανετο κατά τα εξημερώματα της επιούσης.
107. Μετά τούτο, ο Θουκυδίδης κατέγινε με την διευθέτησιν των πραγμάτων της Ηιόνος, εις τρόπον ώστε να εξασφαλίση αυτήν και δια το παρόν, εναντίον ενδεχομένης επιθέσεως του Βρασίδα, και δια το μέλλον, και εδέχθη όσους επροτίμησαν, κατά τους όρους της συνθηκολογίας, να εγκαταλείψουν την Αμφίπολιν και εγκατασταθούν εκεί. Ο Βρασίδας, εξ άλλου, κατέπλευσεν αιφνιδίως με αρκετά πλοία δια του ποταμού προς την Ηιόνα, με την ελπίδα ότι θα ημπορούσε να καταλάβη το ακρωτήριον που προεξέχει από το τείχος και γίνη τοιουτοτρόπως κύριος του στομίου του ποταμού. Συγχρόνως επετέθη και δια ξηράς, αλλά και αι δύο απόπειραί του απεκρούσθησαν. Κατεγίνετο επίσης με την ρύθμισιν των πραγμάτων της Αμφιπόλεως και της περιφερείας της. Η Μύρκινος, εξ άλλου, πόλις Ηδωνική προσεχώρησε προς αυτόν, αφού ο βασιλεύς των Ηδώνων Πιττακός εδολοφονήθη υπό των υιών του Γοάξιος και της συζύγου του Βραυρούς. Το παράδειγμα της Μυρκίνου ηκολούθησαν μετ’ ολίγον η Γαληψός και η Οισύμη, αποικία των Θασίων. Και ο Περδίκκας, ο οποίος ήλθεν ευθύς μετά την άλωσιν, συνεργάσθη με τον Βρασίδαν εις την τακτοποίησιν των μερών αυτών.
108. Η πτώσις της Αμφιπόλεως κατετρόμαξε τους Αθηναίους, τόσον μάλλον, και όσον η κατοχή της τους ήτο πολύ χρήσιμος και δια την ναυπηγήσιμον ξυλείαν και δια τα εισοδήματα που τους παρείχε. Αλλά και δι’ άλλον ακόμη λόγον, διότι προηγουμένως οι Λακεδαιμόνιοι ημπορούσαν να εκστρατεύσουν εναντίον των συμμάχων των Αθηναίων έως εις τον Στρυμόνα, εφόσον οι Θεσσαλοί τους συνώδευαν, δια να διέλθουν ελευθέρως από το έδαφός των. Αλλ’ εφόσον δεν ήσαν κύριοι της γέφυρας δεν ημπορούσαν να προελάσουν παραπέρα, διότι ο ποταμός, προς βορράν της Αμφιπόλεως και εις αρκετόν διάστημα, σχηματίζει μεγάλην λίμνην, και προς το μέρος της Ηιόνος εφυλάττετο από τον στόλον. Ενώ τώρα ενόμιζαν ότι τοιαύτη προέλασις έγινεν εύκολος. Εφοβούντο συγχρόνως μήπως οι σύμμαχοί των αποστατήσουν. Διότι ο Βρασίδας όχι μόνον εις όλας του τας πράξεις εδεικνύετο μετριοπαθής, αλλά και οπουδήποτε ελάμβανε τον λόγον, δεν παρέλειπε να διακηρύττη ότι είχε σταλή δια να ελευθερώση την Ελλάδα. Αι πόλεις, εξ άλλου, όσαι ήσαν υπήκοοι των Αθηναίων, όταν έμαθαν την άλωσιν της Αμφιπόλεως και τους επιεικείς όρους της συνθηκολογίας, ως και την πραότητα τον Βρασίδα, κατελήφθησαν από ζωηροτάτην επιθυμίαν ν’ αποστατήσουν, και έστελλαν μυστικούς προς αυτόν απεσταλμένους, δια να τον προσκαλέσουν να έλθη, διότι κάθε μία από αυτάς ήθελε ν’ αποστατήση πρώτη. Επίστευαν, τωόντι, ότι τίποτε δεν είχαν να φοβηθούν, καθόσον έκαμαν το λάθος να νομίζουν την Αθηναϊκήν δύναμιν πολύ μικροτέραν παρ’ ό,τι απεδείχθη βραδύτερον ότι ήτο, και έκριναν σύμφωνα με τας τυφλάς των επιθυμίας, μάλλον, παρά σύμφωνα με τας υπαγορεύσεις ασφαλούς προβλεπτικότητος. Οι άνθρωποι, άλλωστε, συνηθίζουν να εμπιστεύωνται εις την απερίσκεπτον ελπίδα εκείνο που επιθυμούν και να αποκρούουν δι’ αυθαιρέτου συλλογισμού εκείνο που αποστέργουν. Εκτός τούτου, η πρόσφατος σοβαρά ήττα των Αθηναίων εις την Βοιωτίαν, και οι ελκυστικοί, αν και όχι αληθινοί, λόγοι του Βρασίδα, ότι τάχα, όταν έσπευσεν εις βοήθειαν της Νισαίας με μόνον τον στρατόν που είχεν, οι Αθηναίοι ηρνήθησαν να δεχθούν μάχην, τους ενεθάρρυναν και τους έκαμαν να πιστεύουν ότι κανείς δεν θα ήρχετο να τους επιτεθή. Προ πάντων όμως εδοκίμαζαν το άμεσον θέλγητρον της ελευθερίας, και ήσαν έτοιμοι να εκτεθούν εις κάθε κίνδυνον, αφού επρόκειτο να δοκιμάσουν δια πρώτην φοράν τί ήσαν ικανοί να κάμουν οι Λακεδαιμόνιοι, όταν επεχείρουν κάτι με όλην των την καρδίαν. Οι Αθηναίοι εννόησαν τας διαθέσεις αυτάς των συμμάχων των, και έστειλαν εις τας διαφόρους πόλεις φρουράς, όσον επέτρεπαν εις αυτούς τούτο το απρόοπτον του πράγματος και η χειμερινή εποχή του έτους. Ο Βρασίδας, εξ άλλου, δι’ αναφορών του προς την Λακεδαίμονα, εζήτει την αποστολήν ενισχύσεων, και ο ίδιος ήρχισε να κατασκευάζη τριήρεις εις τον Στρυμόνα. Αλλ’ οι Λακεδαιμόνιοι ηρνήθησαν, εν μέρει διότι οι επιφανέστεροι πολίται τον εφθόνουν, εν μέρει διότι επροτίμων ν’ ανακτήσουν τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας και τερματίσουν τον πόλεμον.
109.
Επιτυχία του Βρασίδα εις Χαλκιδικήν
Κατά τον ίδιον χειμώνα, οι Μεγαρείς ανέκτησαν και εκρήμνισαν μέχρις εδάφους τα μακρά τείχη, τα οποία είχαν καταλάβει οι Αθηναίοι. Ο Βρασίδας, εξ άλλου, μετά την άλωσιν της Αμφιπόλεως, εξεστράτευσεν, επί κεφαλής του συμμαχικού στρατού, εναντίον της λεγομένης Ακτής, η οποία αρχίζει από την διώρυγα που κατεσκεύασεν ο βασιλεύς των Περσών και προεκτείνεται προς το Αιγαίον Πέλαγος εις χερσόνησον, καταλήγουσαν εις το υψηλον ορός Άθω. Εκτός της Σάνης, αποικίας των Ανδρίων, η οποία κείται δίπλα εις την διώρυγα και βλέπει προς την Ευβοϊκήν θάλασσαν, υπάρχουν ακόμη εις την χερσόνησον αυτήν αι επόμεναι πολιτείαι, η Θυσσός, αι Κλεωναί, αι Ακρόθωοι, η Ολόφυξος και το Δίον. Αι πολιτείαι αυταί κατοικούνται από αναμίκτους φυλάς βαρβάρων, οι οποίοι ομιλούν τας δυο γλώσσας. Ο πληθυσμός των, ο οποίος είναι διανεμημένος εις μικράς πόλεις, περιλαμβάνει και ολίγους Χαλκιδείς. Οι περισσότεροι, εν τούτοις, κάτοικοι είναι Πελασγοί (από τους Τυρρηνούς που κατώκησαν εις παλαιοτέραν εποχήν την Λήμνον και τας Αθήνας), Βισάλται, Κρηστωναίοι και Ηδώνες. Οι περισσότεροι προσεχώρησαν προς τον Βρασίδαν. Μόνη η Σάνη και το Δίον αντεστάθησαν. Και ο Βρασίδας παρέμεινε με τον στρατόν του και ηρήμωνε το έδαφός των.
110. Αλλ’ επειδή επέμεναν εις την αντίστασίν των, εξεστράτευσε, χωρίς να χάση καιρόν, εναντίον της Τορώνης, της Χαλκιδικής, την οποίαν κατείχεν Αθηναϊκή φρουρά, και όπου τον προσεκάλουν μερικοί από τους κατοίκους, έτοιμοι να παραδώσουν εις αυτόν την πόλιν. Αφού δ’ έφθασεν εν καιρώ ακόμη νυκτός και ολίγον προ της αυγής, εστρατοπέδευσε πλησίον του ναού των Διοσκούρων, ο οποίος απέχει από την πόλιν τρία περίπου στάδια. Οι λοιποί κάτοικοι και η Αθηναϊκή φρουρά της πόλεως δεν τον αντελήφθησαν, αλλ’ εκείνοι που ήσαν συνεννοημένοι με αυτόν εγνώριζαν ότι θα ήρχετο, και μερικοί εξ αυτών, προχωρήσαντες κρυφίως εις μικράν απόστασιν από την πόλιν, επρόσεχαν πότε θα φθάση. Και άμα είδαν ότι έφθασεν, εισήγαγαν εντός της πόλεως, υπό την αρχηγίαν του Ολυνθίου Λυσιστράτου, επτά ψιλούς στρατιώτας, ωπλισμένους με εγχειρίδια (διότι από τους είκοσι που είχαν ορισθή αρχικώς δια την υπηρεσίαν αυτήν οι λοιποί εφοβήθησαν να εισέλθουν). Οι στρατιώται αυτοί εισέδυσαν από το προς το πέλαγος τείχος, αφού ανέβησαν απαρατήρητοι εις το ύψωμα, προς την ανωφέρειαν του οποίου είναι κτισμένη η πόλις, εφόνευσαν τους φρουρούς της υψηλοτέρας σκοπιάς και ήρχισαν συγχρόνως να διαρρηγνύουν την μικράν πύλην του τείχους, η οποία βλέπει προς το ακρωτήριον Καναστραίον.
111. Ο Βρασίδας, αφού επροχώρησεν ολίγον, έμεινεν αναμένων με τον λοιπόν στρατόν, προαπέστειλεν όμως εκατόν πελταστάς, δια να εισορμήσουν πρώτοι, ευθύς ως ανοιχθή καμμία από τας πύλας και υψωθή το συμφωνημένον σήμα. Επειδή όμως παρενέπεσε κάποια αργοπορία, οι πελτασταί, απορούντες δια την βραδύτητα, έφθασαν ολίγον κατ’ ολίγον πλησίον της πόλεως. Εν τω μεταξύ, οι εντός της Τορώνης συνωμόται, μαζί με τους εισελθόντας επτά στρατιώτας, είχαν διαρρήξει, την μικράν πύλην, και κόψαντες τον μοχλόν, ήνοιξαν και την πύλην της αγοράς, και χρησιμοποιήσαντες κάποιον πλάγιον δρόμον, εισήγαγαν ευθύς από την μικράν πύλην μερικούς πελταστάς, δια να επιτεθούν αιφνιδίως εκ των νώτων εναντίον των κατοίκων, οι οποίοι, αγνοούντες τα τεκταινόμενα και προσβαλλόμενοι συγχρόνως υπό δύο μέρη, να περιέλθουν εις πανικόν. Ενώ συγχρόνως ύψωσαν το συμφωνημένον φωτεινόν σήμα και εισήγαγαν από την πύλην της αγοράς τους λοιπούς πελταστάς.
112. Άμα είδεν ο Βρασίδας το σύνθημα, έδωκε την διαταγήν της προελάσεως και έτρεξεν έπι κεφαλής του στρατού ο οποίος, αλαλάξας αθρόος, κατετρόμαξε τους εντός της πόλεως. Από τους στρατιώτας, άλλοι εισώρμησαν κατ’ ευθείαν από την πύλην της αγοράς, και άλλοι, από τετραγώνους δοκούς, αι οποίαι ήσαν στηριγμένοι δια το ανέβασμα των πετρών, εις μέρος του τείχους, το οποίον είχε πέσει και επεσκευάζετο. Ο Βρασίδας, με το κύριον σώμα του στρατού, διηυθύνθη αμέσως εις τα υψηλότερα σημεία της πόλεως, δια να εξασφαλίση εντελώς την κοτοχήν της. Οι δε άλλοι στρατιώται διηυθύνθησαν κατά τμήματα εις όλα ανεξαιρέτως τα μέρη της πόλεως.
113. Κατά την διάρκειαν της καταλήψεως της πόλεως, οι περισσότεροι Τορωναίοι, οι οποίοι ήσαν εν αγνοία των γινομένων, ευρίσκοντο εις μεγάλην σύγχυσιν και ταραχήν, ενώ οι συνωμόται και όσοι άνηκαν εις την ιδίαν με αυτούς μερίδα ηνώθησαν ευθύς με τους επιδρομείς. Από τους Αθηναίους οπλίτας, πενήντα περίπου, έτυχε να κοιμώνται εις την αγοράν. Όταν αντελήφθησαν τα γινόμενα, ολίγοι εφονεύθησαν μαχόμενοι ενώ από τους επιλοίπους, άλλοι δια ξηράς και άλλοι καταφυγόντες εις δύο Αθηναϊκάς φυλακίδας, αι οποίοι ευρίσκοντο εκεί, έφθασαν ασφαλώς εις το φρούριον Λήκυθον. Το φρούριον τούτο, το οποίον είναι ακρόπολις της Τορώνης, προέχουσα εις την θάλασσαν και χωρισμένη από την ξηράν δια στενού ισθμού, είχαν καταλάβει οι Αθηναίοι και το κατείχαν μόνοι. Προς τους Αθηναίους κατέφυγαν και όσοι από τους Τορωναίους ήσαν φίλοι των.
114. Όταν είχεν εξημερώσει πλέον, και η πόλις ήτο ήδη ασφαλώς εις χείρας του, ο Βρασίδας εγνωστοποίησε προς τους Τορωναίους, που είχαν καταφύγει μαζί με τους Αθηναίους εις την Λήκυθον, ότι ημπορούσαν να επιστρέψουν εις τας ιδιοκτησίας των και να εξακολουθήσουν κατοικούντες αφόβως εις την πόλιν, ενώ δια κήρυκος διέτασσε τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν το φρούριον, υποσχόμενος εις αυτούς διαβατήριον ασφαλείας και άδειαν παραλαβής των πραγμάτων των, διότι η Λήκυθος ανήκεν εις τους Χαλκιδείς. Οι Αθηναίοι ηρνήθησαν ν’ απέλθουν, εζήτησαν όμως να τους δοθή μιας ημέρας ανακωχή, δια να παραλάβουν τους νεκρούς των.Ο Βρασίδας τους έδωκε δύο ημερών ανακωχήν. Κατά το διάστημα τούτο, και εκείνος ωχύρωσε τας πλησίον της Ληκύθου οικοδομάς και οι Αθηναίοι ενίσχυσαν την άμυνάν των. Ακολούθως συνεκάλεσε συνέλευσιν του λαού των Τορωναίων και τους ωμίλησεν, όπως περίπου είχεν ομιλήσει προς τους Ακανθίους. Τους είπεν ότι δεν ήτο δίκαιον να μην εκτιμώνται ή να θεωρούνται προδόται όσοι είχαν συνεννοηθή μαζί του, δια την κατάληψιν της πόλεως, αφού άλλωστε έπραξαν τούτο, όχι διότι εδωροδοκήθησαν, ή δια να υποδουλώσουν την πόλιν, αλλά δια την ελευθερίαν και ευημερίαν της. Ότι, εξ άλλου, όσοι δεν έλαβαν μέρος εις την σινεννόησιν, δεν έπρεπε να νομίζουν ότι θα τεθούν εις θέσιν υποδεεστέραν, καθόσον δεν είχεν έλθει δια να καταστρέψη ούτε καμμίαν πόλιν, ούτε κανένα πολίτην. Ότι, άλλωστε, δι’ αυτό έκαμε την προκήρυξιν προς τους Τορωναίους, οι οποίοι είχαν καταφύγει εις την Λήκυθον με τους Αθηναίους, διότι δεν τους εθεώρει χειροτέρους πολίτας, ένεκα της προς αυτούς φιλίας των. Και ότι όταν και αυτοί γνωρίσουν εκ πείρας τους Λακεδαιμονίους, πιστεύει ότι δεν θα τους αγαπήσουν ολιγώτερον από τους Αθηναίους, αλλά πολύ περισσότερον, διότι θα ιδούν ότι η συμπεριφορά των είναι δικαιοτέρα, ενώ τώρα τους εφοβούντο, απλώς διότι δεν τους εγνώριζαν. Ώφειλαν, επομένως, όλοι, είπε, να έχουν υπ’ όψιν των, ότι θα είναι πιστοί σύμμαχοι, και ότι θα θεωρηθούν υπεύθυνοι δια τα σφάλματα, τα οποία θα διαπράξουν από τούδε και εις το εξής. Και ότι όσον αφορά το παρελθόν οι Λακεδαιμόνιοι δεν ηδικήθησαν από αυτούς, αλλά μάλλον αυτοί ηδικήθησαν από άλλους ισχυροτέρους, και ήσαν άξιοι συγγνώμης, εάν επεχείρησαν οπωσδήποτε ν’ αντισταθούν εναντίον του.
115. Με τους λόγους αυτούς τους καθησύχασεν ο Βρασίδας, και όταν παρήλθεν η προθεσμία της ανακωχής, ήρχισε τας επιθέσεις εναντίον της Ληκύθου. Οι Αθηναίοι ημύνοντο και από το φρούριον, αν και ανίσχυρον, και από οικοδομάς, αι οποίαι είχαν επάλξες, και κατώρθωσαν την πρώτην ημέραν να αποκρούσουν τας επιθέσεις. Την επομένην όμως, ενώ ο εχθρός ητοιμάζετο να φέρη πλησίον μηχανήν, με την οποίαν εσκόπευε να βάλη φωτιά εις ξύλινα ερείσματα του οχυρώματος, και ο στρατός προσήγγιζεν ήδη, οι Αθηναίοι έστησαν ξύλινον πύργον επάνω εις οικοδόμημα, απέναντι του μέρους του οχυρώματος, όπου τούτο ήτο παρά πολύ ευπρόσβλητον και όπου ενόμιζαν ότι ο εχθρός θα επλησίαζε πιθανώς την μηχανήν. Εις τον πύργον αυτόν ανέβασαν πολλάς στάμνας και πιθάρια γεμάτα νερό και μεγάλας πέτρας, και συγχρόνως ανέβησαν εις αυτόν πολλοί άνδρες. Αλλά το οικοδόμημα ένεκα του υπερβολικού βάρους εσωριάσθη αιφνιδίως με μεγάλον κρότον. Τούτο επροκάλεσε δυσφρορίαν μάλλον παρά τρόμον εις τους πλησίον ευρισκομένους Αθηναίους, όσοι έβλεπαν τα συμβαίνοντα, αλλ’ επειδή οι μακράν ευρισκομένοι, και μάλιστα όσοι ευρίσκοντο εις πλέον μακρυνήν απόστασιν, ενόμισαν ότι από το μέρος εκείνο είχεν ήδη καταληφθή το οχύρωμα, ώρμησαν, τρέχοντες προς την θάλασσαν και τα πλοία των.
116. Ευθύς ως ο Βρασίδας παρετήρησεν ότι εγκαταλείπουν τας επάλξεις, και εννόησε τί συμβαίνει, ώρμησε με τον στρατόν, κατέλαβεν αμέσως το οχύρωμα και εφόνευσεν όσους εβρήκεν εντός αυτού. Οι Αθηναίοι, αφού εγκατέλειψαν κατ’ αυτόν τον τρόπον την Λήκυθον, μετεφέρθησαν με τα πολεμικά ή και εμπορικά των πλοία εις την Παλλήνην. Ο Βρασίδας όταν επέκειτο η επίθεσις, είχε προκηρύξει ότι θα δώση τριάκοντα αργυράς μνας εις εκείνον που θα ανέβαιινε πρώτος εις το οχυρωμα. Επειδή όμως ενόμισεν ότι η άλωσις ωφείλετο εις υπεράνθρωπον δύναμιν, έδωσε το ποσόν αυτό εις το ταμείον του ναού της Αθηνάς, που ευρίσκετο εις την Λήκυθον, την οποίαν, αφού εκρήμνισε και μετέφερε τα εντός αυτής κινητά, αφιέρωσεν εξ ολοκλήρου εις τον ναόν ως Ιερόν έδαφος. Τον επίλοιπον χείμωνα κατηνάλωσεν εις την τακτοποίησιν των υποθέσεων των πόλεων, που είχεν ήδη καταλάβει, και την μελέτην της επιθέσεως εναντίον των λοιπών. Και με το τέλος του χειμώνος έληξε και το όγδοον έτος του πολέμου.
Έτος 9ον : 423 – 422 π.Χ.
117.
Ετησία ανακωχή Λακεδαιμονίων και Αθηναίων
Εις την αρχήν αμέσως του επομένου έαρος, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι συνωμολόγησαν ανακωχήν ενός έτους. Οι Αθηναίοι, διότι εσκέφθησαν ότι ο Βρασίδας θα ημποδίζετο ν’ αποσπάση και άλλας πόλεις από την συμμαχίαν των, πριν τους δοθή καιρός να παρασκευασθούν και συγχρόνως, αν τούτο ήτο προς το συμφέρον των, ημπορούσαν να φθάσουν εν τω μεταξύ εις γενικωτέραν συνεννόησιν. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, οι οποίοι εννόουν τα αληθή ελατήρια των Αθηναίων, διότι εσκέφθησαν ότι, αφού οι τελευταίοι εδοκίμασαν άπαξ τα καλά της διακοπής των δεινών και ταλαιπωριών του πολέμου θα επόθουν συγχρόνως να συμφιλιωθούν και να συνάψουν οριστικήν ειρήνην, αποδίδοντες τους αιχμαλώτους της Σφακτηρίας. Διότι προ πάντων ενδιέφερεν αυτούς η απόδοσις των αιχμαλώτων τούτων, εφόσον ο Βρασίδας ήτο νικητής. Εάν δε πάλιν ενδεχομένη επέκτασις των επιτυχιών του και αποκατάστασις πλήρους ισορροπίας δυνάμεων προς τους Αθηναίους επρόκειτο να έχη ως αποτέλεσμα να χάσουν τους αιχμαλώτους, έστω καί αγωνιζόμενοι προς τους Αθηναίους υπό όρους ισότητος, θα ήτο αβέβαιον αν θα επεκράτουν τελικώς. Συνωμολογήθη, ως εκ τούτου, μεταξύ αυτών και των συμμάχων των η επομένη ανακωχή.
118. (1) «Όσον αφορά τον ναόν και το Μαντείον του Πυθίου Απόλλωνος συμφωνούμεν ότι καθείς ημπορεί να προσέρχεται αδόλως και αφόβως δια να συμβουλεύεται τον θεόν, σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα έθιμα. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι λοιποί ομόσπονδοι, όσοι είναι παρόντες, συμφωνούν εις τούτο, και αναλαμβάνουν να στείλουν απεσταλμένους εις τους Βοιωτούς και Φωκείς και κάμουν ό,τι ημπορούν δια να τους πείσουν να συμφωνήσουν και εκείνοι.
(2) «Όσον αφορά τον θησαυρόν του θεού, συμφωνούμεν και οι δυο και όσοι άλλοι ήθελαν προσχωρήσει εις την συμφωνίαν να φροντίσωμεν δια την ανακάλυψιν των σφετεριστών, σύμφωνα με το ορθόν, το δίκαιον και τα πατροπαράδοτα έθιμα. Ως προς τα δύο λοιπόν αυτά σημεία, οι Λακεδαιμόνιοι και οι λοιποί ομόσπονδοι είναι σύμφωνοι κατά τα ανωτέρω.
(3) «Οι Λακεδαιμόνιοι και οι λοιποί ομόσπονδοι συμφωνούν ακόμη και εις τα εξής: Εάν οι Αθηναίοι δέχωνται την συνομολόγησιν ανακωχής, καθέν από τα δύο μέρη θα μείνη εντός του εδάφους του, διατηρουμένου του σημερινού εδαφικού καθεστώτος. Οι Αθηναίοι εις την Πύλον δεν θα υπερβαίνουν την Βουφράδα και τον Τομέα. Μεταξύ των Αθηναιίων που είναι εις τα Κύθηρα και του εδάφους της Πελοποννησιακής ομοσπονδίας δεν θα υπάρχη επικοινωνία ούτε από το εν μέρος ούτε από το άλλο. Εις την Νίσαιαν και την Μινώαν, οι Αθηναίοι δεν θα υπερβαίνουν την οδόν η οποία οδηγεί από την πύλην, που είναι πλησίον του ηρώου του Νίσου, προς τον ναόν του Ποσειδώνος και από τον ναόν του Ποσειδώνος κατ’ ευθείαν προς την γέφυραν, την άγουσαν εις Μινώαν. Ούτε, εξ άλλου οι Μεγαρείς και οι σύμμαχοί των θα υπερβαίνουν την οδόν αυτήν. Θα κρατήσουν ωσαύτως οι Αθηναίοι την νήσον, την οποίαν κατέλαβαν, υπό τον όρον να μην υπάρχει επικοινωνία ούτε από το εν μέρος ούτε από το άλλο, καθώς και ό,τι σήμερον κατέχουν εις την Τροιζήνα, σύμφωνα με την συνεννόησίν των προς τους Τροιζηνίους.
(4) «Όσον αφορά την θαλασσοπλοΐαν, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των θα δικαιούνται να πλέουν εις τα παράλια της Λακεδαίμονος και των λοιπών ομοσπόνδων, όχι όμως με πολεμικά πλοία, αλλά μόνον με κωπήλατα εμπορικά σκάφη, χωρητικότητος πεντακοσίων ταλάντων κατ’ ανώτατον όριον (12 μισό περίπου τόννων).
(5) «Εις τους κήρυκας, τους πρέσβεις και τους ακολούθους των, όσοι δήποτε κρίνονται αναγκαίοι, παρέχεται πλήρης ασφάλεια, δια να μεταβαίνουν δια ξηράς ή δια θαλάσσης εις την Πελοπόννησον και τας Αθήνας, χάριν του τερματισμού του πολέμου ή της διαιτητικής λύσεως των διαφορών, ή δια να επιστρέφουν οπίσω.
(6) «Κατά την διάρκειαν της ανακωχής δεν θα γίνωνται δεκτοί ούτε από το εν μέρος ούτε από το άλλο οι αυτόμολοι, είτε ελεύθεροι, είτε δούλοι.
(7) «Και τα δύο μέρη αναλαμβάνουν να δίδουν αμοιβαίως λόγον των πράξεών των, κατά την πατραπαράδοτον συνήθειαν λύοντες τας διαφοράς των δια της δικαστικής οδού, και όχι δια της προσφυγής εις τα όπλα.
(8) «Υπό τους όρους αυτούς, οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των είναι έτοιμοι να υπογράψουν την ανακωχήν. Αλλ’ εάν έχετε να προτείνετε τίποτε καλύτερον ή δικαιότερον, έλθετε εις την Λακεδαίμονα δια να εκθέσετε τας ιδέας σας. Διότι καμμίαν δικαίαν πρότασίν σας δεν θ’ αποκρούσουν ούτε οι Λακεδαιμόνιοι ούτε οι σύμμαχοί των. Οι πρέσβεις, εν τούτοις, που θα στείλετε, πρέπει να έχουν πληρεξουσιότητα να υπογράψουν όπως εζητήσατε και σεις από ημάς. Και η ανακωχή συνομολογείται δι’ εν έτος».
ΟΥΤΩΣ ΕΨΗΦΙΣΕΝ Ο ΔΗΜΟΣ
«Η φυλή Ακαμαντίς επρυτάνευεν, ο Φαί-νιππος ήτο γραμματεύς, ο Νικιάδης προήδρευε. Ο Λάχης αφού επεκαλέσθη την καλήν τύχην του Αθηναϊκού λαού, επρότεινε την συνομολόγησιν ανακωχής, επί τη βάσει των όρων, τους οποίους δέχονται οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των. Η συνέλευσις του λαού απεφάσισε να δεχθή την ανακωχήν δι’ εν έτος, αρχόμενον σήμερον, δεκάτην τετάρτην ημέραν του μηνός Ελαφηβολιώνος. Κατά το χρονικόν τούτο διάστημα, πρέσβεις και κήρυκες να σταλούν αμοιβαίως, δια να διαπραγματευθούν περί των όρων του τερματισμού του πολέμου. Οι στρατηγοί και οι πρυτάνεις θα συνεκάλουν συνέλευσιν του λαού, εις την οποίαν να συζητηθή κατά πρώτον λόγον το ζήτημα της ειρήνης, επί τη βάσει των προτάσεων, τας οποίας θα έφερεν η πρεσβεία των Λακεδαιμονίων προς τερματισμόν του πολέμου. Και οι παρόντες πρέσβεις ν’ αναλάβουν ευθύς αμέσως ενώπιον της συνελεύσεως την υποχρέωσιν να διατηρήσουν πιστώς καθ’ όλον το έτος την ανακωχήν».
119. Η ανωτέρω συμφωνία συνωμολογήθη και εβεβαιώθη με όρκον την δωδεκάτην του Σπαρτιατικού μηνός Γεραστίου από τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των, αφ’ ενός, και από τους Αθηναίους και τους συμμάχους των, εξ άλλου. Αντιπρόσωποι δια την συνομολόγησιν και επικύρωσιν ήσαν εκ μέρους των Λακεδαιμονίων οι εξής: ο Ταύρος, υιός του Εχετιμίλα, ο Αθηναίος, υιός του Περικλείδα, και ο Φιλοχαρίδας, υιός του Ερυξιλαΐδα. Εκ μέρους των Κορινθίων, ο Αινέας, υιός του Ωκύτου, και ο Ευφαμίδας, υιός του Αριστωνύμου εκ μέρους των Σικυωνίων, ο Δομότιμος, υιός του Ναυκράτους, και ο Ονάσιμος, υιός του Μεγακλέους εκ μέρους των Μεγαρέων, ο Νίκασος, υιός του Κεκάλου, και ο Μενεκράτης, υιός του Αμφιδώρου εκ μέρους των Επιδαυρίων, ο Αμφίας, υιός του Ευπαλίδου. Εκ μέρους των Αθηναίων δε, οι στρατηγοί Νικόστρατος, υιός του Διειτρέφους, Νικίας, υιός του Νικηράτου, και Αυτοκλής, υιός του Τολμαίου.
Αυτοί λοιπόν υπήρξαν οι όροι της ανακωχής, κατά την διάρκειαν της οποίας δεν έπαυαν διαπραγματευόμενοι την συνομολόγησιν διαρκεστέρας ειρήνης.
120.
Η Σκιώνη και η Μένδη προσχωρούν εις τον Βρασίδαν
Την εποχήν περίπου που εγίνετο η συνομολόγησις και επικύρωσις της ανακωχής, η Σκιώνη, πόλις κειμένη εις την χερσόνησον της Παλλήνης, απεστάτησεν από τους Αθηναίους και ηνώθη με τον Βρασίδαν. Οι Σκιωναίοι ισχυρίζονται ότι κατάγονται από την Πελλήνην της Πελοποννήσου, και ότι οι πρόγονοί των, όταν επέστρεφαν από την Τροίαν, παρεσύρθησαν εις την Σκιώνην από την τρικυμίαν, η οποία κατέλαβε τους Αχαιούς, και εγκατεστάθησαν εκεί. Ο Βρασίδας, ευθύς ως έμαθε την αποστασίαν των, έπλευσεν εκεί, διαρκούσης της νυκτός. Προηγείτο φιλική τριήρης, ενώ ο ίδιος ηκολούθει από μακράν, επιβαίνων εις ελαφρόν σκάφος, ώστε, εάν απαντήση άλλο πλοίον μεγαλύτερον του ιδικού του, η τριήρης να τον προστατεύση, ενώ αν ήθελε παρουσιασθή άλλη τριήρης εχθρική ίσης ολκής, η τελευταία, ως επίστευε, δεν θα εστρέφετο εναντίον του μικροτέρου σκάφους, αλλ’ εναντίον της φιλικής του τριήρους και εν τω μεταξύ αυτός θα έφθανεν ασφαλώς εις την Σκιώνην. Αφού δε κατέπλευσεν εκεί, συνεκάλεσε συνέλευσιν των κατοίκων, ενώπιον των οποίων έλαβε τον λόγον και επανέλαβεν όσα και εις την Άκανθον και την Τορώνην, προσθέσας ότι η διαγωγή των είναι άξια των μεγαλυτέρων επαίνων, διότι, ενώ η Παλλήνη, εφόσον οι Αθηναίοι κατέχουν την Ποτείδαιαν, είναι αποκλεισμένη από την στερεάν δια του ισθμού, και ενώ είναι ουσιαστικώς νησιώται, αυτοί εξ ιδίας πρωτοβουλίας ετάχθησαν προς το μερος της ελευθερίας, και δεν ανέμειναν ανάνδρως να προστεθή η πίεσις της ανάγκης, δια να κάμουν ό,τι τους υπηγόρευε προφανώς το συμφέρον των. Τούτο, είπεν, ήτο απόδειξις ότι θα αντιμετωπίσουν ως άνδρες και κάθε άλλον κίνδυνον, οσονδήποτε μεγάλον, και εάν κατορθώση να ρυθμίση τα πράγματα, όπως επιθυμεί, θα τους θεωρήση ως τους πιστοτάτους πράγματι φίλους των Λακεδαιμονίων, και θα δείξη με καθε τρόπον την προς αυτούς εκτίμησίν του.
121. Οι Σκιωναίοι παρεσύρθησαν από τους λόγους αυτούς και ενθαρρυνθέντες όλοι εξ ίσου, και όσοι ακόμη δεν ήσαν προηγουμένως σύμφωνοι με τα γενόμενα, απεφάσισαν να φέρουν προθύμως τα βάρη του πολέμου, και όχι μόνον υπεδέχθησαν τον Βρασίδαν και με άλλας τιμάς, αλλά και τον εστεφάνωσαν δημοτελώς με χρυσούν στέφανον ως ελευθερωτήν, της Ελλάδος, και πολλοί ως να ήτο νικηφόρος αθλητής, εκόσμουν την κεφαλήν του με εορτασίμους ταινίας και του προσέφεραν άνθη και καρπούς, εις εκδήλωσιν προσωπικού θαυμασμού. Ο Βρασίδας άφισε φρουράν εις την Σκιώνην και επέστρεψε προσωρινώς εις Τορώνιν, από όπου μετ’ ολίγον μετέφερε δια θαλάσσης περισσότερον στρατόν, διότι εσκόπευε, με την βοήθειαν των Σκιωναίων να επιχειρήση την κατάληψιν της Μένδης και της Ποτειδαίας. Διότι επίστευεν ότι και οι Αθηναίοι θα έστελλαν επικουρίαν εις την Γαλλήνην, την οποίαν εθεώρουν ως νήσον, και ήθελε να τους προκαταλάβη. Εκτός τούτου, άλλωστε, ευρίσκετο και εις μυστικάς ακόμη συνεννοήσεις με κατοίκους των πόλεων αυτών δια να του διευκολύνουν την κατάληψίν των δια προδοσίας.
122. Αλλ’ ενώ ήτο έτοιμος να προβή εις την εκτέλεσιν του σχεδίου του, έφθασε τριήρης, με την οποίαν ήλθαν εις το στρατόπεδόν του οι απεσταλμένοι δια την κοινοποίησιν της ανακωχής, εκ μέρους μεν των Αθηναίων, ο Αρυστώνυμος, εκ μέρους δε των Λακεδαιμονίων, ο Αθήναιος. Ο στρατός μετεφέρθη πάλιν εις Τορώνην και ανεκοινώθη δημοσία η ανακωχή, τους όρους της οποίας ενέκριναν όλοι οι εκ της Χαλκιδικής σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Ο Αριστώνυμος, ως προς τους άλλους συμμάχους, δεν έφερεν αντιρρήσεις, αλλ’ επειδή από την σύγκρισιν των χρονολογιών εξηκρίβωσεν ότι οι Σκιωναίοι είχαν αποστατήσει μεταγενεστέρως ηρνήθη ν’ αναγνωρίση ότι οι τελευταίοι προστατεύονται από την ανακωχήν. Ο Βρασίδας όμως επέμενεν ότι είχαν αποστατήτει προηγουμένως, και δεν ήθελε να εγκαταλείψη την πόλιν. Ευθύς ως ο Αριστώνυμος ανεκοίνωσε το πράγμα: εις τας Αθήνας, οι Αθηναίοι ήθελαν αμέσως να εκστρατεύσουν εναντίον της Σκιώνης. Αλλ’ οι Λακεδαιμόνιοι πιστεύοντες τον Βρασίδαν διεξεδίκουν την πόλιν ως σύμμαχόν των, και έστειλαν πρέσβεις δια να παραστήσουν εις τους Αθηναίους ότι παραβιάζουν την ανακωχήν, και δηλώσουν ότι ήσαν έτοιμοι να υποβάλουν το ζήτημα εις διαιτησίαν. Οι Αθηναίοι όμως, αντί να εκτεθούν εις τους κίνδυνους δίκης επέμεναν να εκστρατεύσουν άνευ αναβολής διότι ηγανάκτουν ότι και οι νησιώται ακόμη ετόλμων ήδη να αποσπώνται από αυτούς, εμπιστευόμενοι εις την χερσαίαν δύναμιν των Λακεδαιμονίων, η οποία εν τούτοις ήτο ανωφελής δια νησιώτας. Η αλήθεια, άλλωστε, περί της αποστασίας συνεφώνει πραγματικώς με την απαίτηοιν των Αθηναίων, διότι οι Σκιωναίοι είχαν αποστατήσει δύο ημέρας ύστερον από την ανακωχήν. Οι Αθηναίοι τότε, κατά πρότασιν του Κλέωνος, εξέδωσαν αμέσως ψήφισμα, δια του οποίου απεφάσιισαν να κυριεύσουν εξ εφόδου την Σκιώνην και θανατώσουν τους κατοίκους της. Και ενώ κατά τα λοιπά έπαυσαν τας εχθροπραξίας, παρεσκευάζοντο δια την εκστρατείαν αυτήν.
123.Εν τω μεταξύ, απεστάτησεν από αυτούς η Μένδη, πόλις κειμένη εις την Παλλήνην, αποικία δε της Ερετρίας. Ο Βρασίδας ενόμισεν ότι δικαιούται να δεχθή τους Μενδαίους ως συμμάχους, μολονότι η προσχώρησίς των έγινε προφανώς μετά την την ανακωχήν, διότι υπήρξαν μερικά σημεία, ως προς τα οποία κατηγόρει και αυτός τους Αθηναίους, ότι παραβιάζουν την ανακωχήν, και το γεγονός αυτό ενεθάρρυνεν ακόμη περισσότερον τους Μενδαίους εις το τολμηρόν των διάβημα, καθόσον διέκριναν εις αυτό την αποφασιστικότητα του Βρασίδα, την οποίαν απεδείκνυε και η άρνησίς του να εγκαταλείψη την Σκιώνην. Άλλωστε, οι Μενδαίοι, που ευρίσκοντο εις μυστικάς με αυτόν συνεννοήσεις ήσαν ολίγοι, και δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν το σχέδιον που είχαν άπαξ αποφασίσει, διότι εφοβούντο τας συνεπείας ενδεχομένης ανακαλύψεως της συνωμοσίας των, και ως εκ τούτου εξηνάγκασαν τους πολλούς και να τους ακολουθήσουν παρά την θέλησίν των. Αλλ’ οι Αθηναίοι, μόλις έμαθαν την αποστασίαν, εξωργίσθησαν πολύ περισσότερον ακόμη, και ήρχισαν αμέσως παρασκευαζόμενοι εναντίον και των δυο πόλεων. Ο Βρασίδας, εξ άλλου, επειδή επερίμενε την επίθεσίν των, μετέφερε, χάριν ασφαλείας, τα γυναικόπαιδα των Σκιωναίων και Μενδαίων εις την Όλυνθον της Χαλκιδικής, και τους έστειλε πεντακοσίους Πελοποννησίους οπλίτας και τριακοσίους Χολκιδείς πελταστάς, υπό την αρχηγίαν του Πολυδαμίδου. Και αι δύο πόλεις παρεσκευάζοντο από κοινού δια την άμυναν, θεωρούσαι επικειμένην την άφιξιν των Αθηναίων.
124.
Ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εκστρατεύουν εις Λυγκηστίδα
Εν τω μεταξύ, ο Βρασίδας και ο Περδίκκας εξεστράτευσαν από κοινού δια δευτέραν φοράν εις Λυγκηστίδα κατά του Αρραβαίου. Ο Περδίκκας είχεν υπό τας διαταγάς του την στρατιωτικήν δύναμιν των Μακεδόνων, όσοι ήσαν υπήκοοί του, καθώς και σώμα οπλιτών από τους εκεί κατοικούντας Έλληνας. Ενώ ο Βρασίδας ηγείτο, εκτός των Πελοποννησίων, που του έμεναν διαθέσιμοι, και αποσπασμάτων από την Χαλκιδικήν, την Άκανθον και τας άλλας πόλεις, αναλόγως της δυνάμεως καθεμιάς. Ο ολικός αριθμός των Ελλήνων οπλιτών ανήρχετο εις τρεις χιλιάδας περίπου, των Μακεδόνων δε και Χαλκιδέων ιππέων σχεδόν εις χιλίους. Ο επίλοιπος στρατός απετελείτο από μέγα πλήθος βαρβάρων. Όταν εισήλθαν εις το έδαφος του Αρραβαίου, ευρήκαν ότι οι Λυγκησταί ήσαν στρατοπεδευμένοι και τους επερίμεναν. Εστρατοπέδευσαν επομένως και αυτοί απέναντί των. Το πεζικόν των δύο στρατών κατείχε δύο λόφους, τον ένα απέναντι του άλλου, εις το μέσον δ’ υπήρχε πεδιάς, εις την οποίαν κατέβη πρώτον το Ιππικόν και των δύο και συνεκρούσθησαν. Έπειτα οι Λυγκησταί οπλίται μαζί με το ιππικόν κατέβησαν πρώτοι από τον λόφον, έτοιμοι προς μάχην. Ο Βρασίδας και ο Περδίκκας προήλασαν και αυτοί αντιθέτως και επετέθησαν εναντίον των Λυγκηστών, τους οποίους έτρεψαν εις φυγήν και από τους οποίους εφόνευσαν πολλούς, ενώ οι λοιποί διέφυγαν προς τα υψώματα, όπου έμειναν αδρανούντες. Μετά τούτο, αφού έστησαν τρόπαιον, έμειναν εκεί δύο ή τρεις ημέρας, περιμένοντες τους Ιλλυριούς, οι οποίοι επρόκειτο να έλθουν ακριβώς τότε ως μισθοφόροι του Περδίκκα. Ο τελευταίος, μετά την πάροδον των ημερών αυτών, ήθελε να προελάση εναντίον των χορίων του Αρραβαίου και να μη μένη αδρανής. Ο Βρασίδας, εν τούτοις, ήτο ανήσυχος δια την Μένδην και εφοβήτο μήπως πέση εάν οι Αθηναίοι, καταπλεύσουν εκεί προ της επιστροφής του. Δια τον λόγον αυτόν, και διότι άλλωστε οι Ιλλυριοί δεν είχαν φθάσει ακόμη, δεν είχε καμμίαν όρεξιν να προελάση, αλλ’ ήθελε τουναντίον να επιστρέψη.
125. Αλλ’ ενώ συνεζήτουν τας αντιθέτους γνώμας των, ήλθε και η είδησης ότι οι Ιλλυριοί εγκατέλειψαν προδοτικώς τον Περδίκκαν και ηνώθησαν με τον Αρράβαιον, εις τρόπον ώστε και οι δύο πλέον ήσαν της γνώμης να αποσυρθούν, διότι εφοβούντο τους Ιλλυριούς, οι οποίοι είναι έθνος πολεμικόν. Αλλ’ ένεκα της διαφωνίας των δύο δεν είχε ληφθή ωρισμένη απόφασις δια την ώραν της αναχωρήσεως. Και όταν ενύκτωσε, εις από τους ανεξηγήτους εκείνους πανικούς, εις τους οποίους υπόκεινται μεγάλοι στρατοί, κατέλαβεν αμέσως τους Μακεδόνας και το πλήθος των βαρβάρων, και επειδή ενόμισαν ότι οι επερχόμενοι εχθροι ήσαν πολλαπλάσιοι, από ό,τι πραγματικώς ήσαν και ότι φθάνουν από στιγμής εις στιγμήν, ετράπησαν αιφνιδίως εις φυγήν, κατευθυνόμενοι εις τα ίδια. Και επειδή τα δύο συμμαχικά στρατόπεδα ήσαν εις μεγάλην απόστασιν το εν από το άλλο, ηνάγκασαν τον Περδίκκαν, όταν εννόησε τι τρέχει (διότι κατ’ αρχάς δεν είχεν αντιληφθή τίποτε), ν’ απέλθη χωρίς να ίδη τον Βρασίδαν. Όταν κατά τα εξημερώματα έμαθεν ο Βρασίδας την εσπευσμένην αναχώρησιν των Μακεδόνων και την επικειμένην άφιξιν των προελαυνόντων Ιλλυριών και του Αρραβαίου, απεφάσισε και αυτός ν’ απέλθη αμέσως, και εσχημάτισε τους οπλίτας του εις τετράγωνον, τοποθετήσας τους ψιλούς στρατιώτας εις το μέσον. Τους νεωτέρους στρατιώτας έταξεν εις τρόπον ώστε να εξέρχονται από το τετράγωνον προς απόκρουσιν του εχθρού, οπουδήποτε ήθελεν επιτεθή, και ο ίδιος ετάχθη κατά την υποχώρησιν εις την οπισθοφυλακήν επί κεφαλής τριακοσίων επιλέκτων ανδρών, με τον σκοπόν ν’ αμύνεται, αποκρούων την εχθρικήν εμπροσθοφυλακήν. Και πριν οι εχθροί πλησιάσουν, απηύθυνε βιαστικά εις τους στρατιώτας του τους επομένους προτρεπτικούς λόγους:
126. «Αγαπητοί Πελοποννήσιοι, εάν δεν υπώπτευα ότι είσθε τρομαγμένοι, και διότι εμείνατε μόνοι, και διότι οι επερχόμενοι εναντίον μας είναι βάρβαροι και πολλοί, θα περιωριζόμην εις τους συνήθεις προτρεπτικούς λόγους, χωρίς να θελήσω, όπως τώρα, να κάμω και τον διδάσκαλον. Τώρα όμως που εγκατελείφθημεν από τους συναγωνιστάς μας και ευρισκόμεθα ενώπιον πολυαρίθμων εχθρών, θα προσπαθήσω με ολίγας υπομνήσεις και παραινέσεις να σας διαφωτίσω μερικά σπουδαιότατα σημεία. Ισχυρίζομαι, τωόντι, ότι πρέπει να δεικνύεσθε ανδρείοι εις τον πόλεμον όχι απλώς όταν τύχη να έχετε συμμάχους εις το πλευρόν σας, αλλά δια την έμφυτον γενναιότητά σας, και να μη σας ανησυχή οσονδήποτε μεγάλος αριθμός εχθρών, αφού άλλωστε δεν ανήκετε εις πολιτείας, όπου οι πολλοί κυβερνούν τους ολίγους αλλ’ αντιθέτως εις πολιτείας, όπου οι περισσότεροι κυβερνώνται από τους ολιγωτέρους, οι οποίοι την επικράτησίν των οφείλουν εις την πολεμικήν των υπεροχήν. Ως προς τους βαρβάρους, εξ άλλου, τους οποίους φοβείσθε τώρα, διότι δεν τους γνωρίζετε, η ιδική σας πείρα από τας τελευταίας συγκρούσεις προς τους βαρβάρους της Μακεδονίας, όσα εγώ συμπεραίνω και όσα εξ ακοής γνωρίζω, πρέπει να σας πείσουν ότι δεν είναι τρομεροί. Διότι, οσάκις εχθρική δύναμις, που φαίνεται ισχυρά, είναι πράγματι ασθενής, ασφαλής περί αυτής πληροφορία, την οποίαν εγκαίρως αποκτούν οι αντίπαλοί της, καθιστά τους τελευταίους περισσότερον θαρραλέους, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι απέναντι πραγματικώς ισχυρού εχθρού επιτίθεται κανείς με μεγαλυτέραν τόλμην, εάν δεν γνωρίζη εκ των προτέρων την δύναμίν του. Οι Ιλλυριοί, δι’ εκείνους που δεν τους γνωρίζουν, είναι αληθώς φοβεροί, όταν τους βλέπη κανείς επερχομένους. Διότι η θέα του όγκου των είναι τρομερά, οι αλαλαγμοί των αφόρητοι, και ο κραδασμός των όπλων των εις τον αέρα δημιουργεί εντύπωσιν απειλητικήν. Αλλ’ εάν ο αντίπαλός των δεν ταραχθή από όλα αυτά, όταν έλθουν εις χείρας, αποδεικνύονται κατώτεροι από ό,τι εφαίνοντο. Διότι, μη έχοντες κανονικήν παράταξιν, δεν αισθάνονται ούτε εντροπήν να εγκαταλείψουν την θέσιν των, οσάκις πιεσθούν και επειδή όχι μόνον η επίθεσις, αλλά και η φυγή θεωρούνται απ’ αυτούς εξ ίσου έντιμοι, η ανδρεία των είναι ανεξέλεγκτος, καθόσον, όταν καθείς διευθύνη εαυτόν όπως θέλει, κατά την διάρκειαν της μάχης, ευρίσκει ευσχήμους προφάσεις δια να σωθή φεύγων. Θεωρούν, εξ άλλου, ασφαλέστερον να σας εκφοβίζουν από αρκετήν απόστασιν, παρά να έρχονται εις χείρας, διότι άλλως θα κατέφευγαν εις το δεύτερον, αντί να περιορίζωνται εις το πρώτον. Βλέπετε, επομένως, καθαρά ότι κάθε τι που εφαίνετο κατ’ αρχάς τρομερόν εκ μέρους των, είναι πραγματικώς ανάξιον προσοχής και μόνον την όρασιν και την ακοήν καταπλήσσει. Αλλ’ εάν αντισταθήτε εναντίον της επιθέσεώς των, και όταν έλθη η κατάλληλος στιγμή επαναλάβετε πάλιν με τάξιν και πειθαρχίαν την υποχώρησίν σας, όχι μόνον θα φθάσετε ταχύτερον εις τόπον ασφαλή, αλλά και θα μάθετε ότι τοιαύτα ασύντακτα πλήθη, όταν αντισταθή κανείς εις την πρώτην των επίθεσιν, αρκούνται να επιδεικνύουν το θάρρος των με κομπαστικάς από μακράν απειλάς, αποφεύγοντες να έλθουν του λοιπού εις χείρας, ενώ απέναντι εκείνων, οι οποίοι υποχωρούν απέναντί των, επιδεικνύουν με μεγάλον ζήλον την ευψυχίαν των, καταδιώκοντες αυτούς κατά πόδας εκ του ασφαλούς».
127. Ύστερον από τους προτρεπτικούς αυτούς λόγους ήρχισεν ο Βρασίδας την υποχώρησιν. Μόλις είδαν τούτο οι βάρβαροι, ήρχισαν την καταδίωξιν με μεγάλας κραυγάς και θόρυβον, διότι ενόμισαν ότι ετρέποντο εις φυγήν και ότι θα τους κατέφθαναν και θα τους εξολοθρεύσουν. Αλλ’ επειδή, οπουδήποτε επετίθεντο οι νεώτεροι στρατιώται, εις τους οποίους είχεν ανατεθή η εντολή αυτή, εξήρχοντο από το τετράγωνον και αντεπετίθεντο εναντίον των, και ο Βρασίδας, εξ άλλου, επικεφαλής του εκλεκτού αποσπάσματός του, απέκρουε τας επιθέσεις των, όχι μόνον η πρώτη έφοδος των βαρβάρων προσέκρουσεν εις αντίστασιν, την οποίαν δεν επερίμεναν, αλλά και του λοιπού, οσάκις οι βάρβαροι, επανελάμβαναν την επίθεσίν των, οι Έλληνες ανθίσταντο και τους απέκρουαν ενώ οσάκις εκείνοι έπαυαν, αυτοί συνέχιζαν την υποχώρησίν των. Επί τέλους, εφ’ όσον ο αγών διεξήγετο εις την πεδιάδα, το μεγαλύτερον μέρος των βαρβάρων έπαυσε τας επιθέσεις εναντίον του στρατού του Βρασίδα, άφισαν όμως εν μέρος δια να τον παρακολουθή και του επιτίθεται, παρουσιαζομένης ευκαιρίας, και οι λοιποί επροχώρησαν τρέχοντες, άλλοι εναντίον των φευγόντων Μακεδόνων, από τους οποίους εσκότωναν όσους συνήντων, και άλλοι προς το μεταξύ δύο λόφων στενόν, από το οποίον εισέρχεται κανείς εις την χώραν του Αρραβαίου, και το οποίον επρόλαβαν να καταλάβουν, διότι εγνώριζαν ότι δεν υπήρχεν άλλος δρόμος υποχωρήσεως δια τον Βρασίδαν. Και όταν επλησίαζεν εις το δυσκολώτερον μέρος του στενού, επεδίωξαν να τον κυκλώσουν, δια να του αποκόψουν κάθε υποχώρησιν.
128. Όταν ο Βρασίδας εννόησε τους σκοπούς των, διέταξε τους υπ’ αυτόν τριακοσίους επιλέκτους να προελάσουν τρέχοντες, όχι συντεταγμένοι, αλλ’ όπως ταχύτερον ημπορούσε καθείς, δια να καταλάβουν εκείνον από τους δυο λόφους που ενόμιζεν ευκολώτερον και εκτοπίσουν τους ήδη κατέχοντας αυτόν βαρβάρους, πριν η μεγαλυτέρα πτέρυξ των, η οποία επεχείρει την κύκλωσιν φθάση εκεί. Οι τριακόσιοι, επιτεθέντες, ενίκησαν τους εγκατεστημένους εις τον λόφον, και το κύριον σώμα του Ελληνικού στρατού ημπόρεσε ευκολώτερα να προχωρήση προς αυτόν. Διότι οι βάρβαροι που επεχείρουν την κύκλωσιν, όταν είδαν ότι οι ιδικοί των είχαν ηττηθή και εκτοπισθή από τον λόφον κατελήφθησαν από φόβον και δεν τους κατεδίωξαν μακρύτερα, καθόσον εθεώρησαν ότι ο εχθρός είχεν ήδη φθάσει εις τα όρια της επικρατείας του Περδίκκα, και είχε διαφύγει. Όταν ο Βρασίδας έφθασεν άπαξ εις τα υψώματα, συνέχισε την πορείαν του με περισσοτέραν ασφάλειαν και έφθασεν αυθημερόν εις την Άρνισαν, που ήτο η πρώτη πόλις της επικρατείας του Περδίκκα. Οι στρατιώται, εξοργισμένοι δια την πρόωρον υποχώρησιν των Μακεδόνων, οσάκις συνήντων καθ’ οδόν αμάξας των συρομένας από βώδια, ή οιαδήποτε σκεύη που είχαν πέσει κατά την φυγήν, όπως συμβαίνει φυσικά, οσάκις η υποχώρησις γίνεται εν καιρώ νυκτός και ως αποτέλεσμα πανικού, έλυαν εξ ιδίας πρωτοβουλίας τα υποζύγια, τα εφόνευαν και οικειοποιούντο τα σκεύη. Τούτο υπήρξεν η πρώτη αιτία, ένεκα της οποίας ο Περδίκκας εθεώρησε τον Βρασίδαν εχθρόν, και του λοιπού έτρεφεν εναντίον των Πελοποννησίων αίσθημα μίσους, το οποίον όμως δεν συνεβιβάζετο με τα κατά των Αθηναίων αισθήματά του. Παραγνωρίσας εν τούτοις, τα ζωτικώτερά του συμφέροντα, ενήργει, δια να εύρη τρόπον να συμβιβασθή το ταχύτερον με τους τελευταίους και απαλλαγή από τους πρώτους.
129.
Οι Αθηναίοι ανακτούν την Μένδην
Όταν ο Βρασίδας επέστρεψεν από την Μακεδονίαν εις την Τορώνην ευρήκεν ότι η Μένδη είχεν ήδη, καταληφθή από τους Αθηναίους, και επειδή εθεώρησεν αδύνατον επί του παρόντος να διαβή εις την Παλλήνην, προς βοήθειαν των Μενδαίων και των Σκιωναίων, έμενεν εκεί ήσυχος φυλάττων την Τορώνην. Τωόντι, την εποχήν περίπου που ελάμβαναν χώραν τα γεγονότα της Λυγκηστίδος, οι Αθηναίοι, προς εκτέλεσιν του σχεδίου, επί τη βάσει τον οποίου είχαν ετοιμασθή, εξεστράτευσαν δια θαλάσσης εναντίον της Μένδης και της Σκιώνης, με μοίραν στόλου πενήντα πλοίων από τα οποία δέκα ήταν Χιακά, με χιλίους Αθηναίους οπλίτας και εξακοσίους τοξότας, χίλιους μισθοφόρους Θράκας και επί πλέον με πελταστάς, τους οποίους εχορήγησαν οι εκεί σύμμαχοι. Αρχηγοί της εκστρατείας ήσαν ο Νικίας, υιός του Νικηράτου, και ο Νικόστρατος, υιός του Διειτρέφους. Εκκινήσαντες δ’ από την Ποτείδαιαν με τον στόλον, προσήγγισαν πλησίον εις το Ποσειδώνιον, από όπου εβάδισαν εναντίον των Μενδαίων. Οι τελευταίοι, μαζί με τριακοσίους Σκιωναίους που είχαν έλθει εις βοήθειάν των και, τους Πελοποννησίους επικούρους, επτακόσιοι εν συνόλω οπλίται, υπό την αρχηγίαν του Πολυδαμίδου, είχαν προ μικρού στρατοπεδεύσει εκτός της πόλεως, επάνω εις οχυρόν λόφον. Ο Νικίας, επί κεφαλής εκατόν είκοσι ψιλών Μεθωναίων, εξήντα Αθηναίων επιλέκτων οπλιτών και όλων των τοξοτών, επεχείρησε να τους επιτεθή επί του λόφου, ανερχόμενος από μίαν ατραπόν, αλλ’ ένεκα των απωλειών που υφίσταντο οι άνδρες του δεν ημπόρεσε να εκβιάση την άνοδον. Όλος ο άλλος στρατός, υπό την αρχηγίαν του Νικοστράτου, ενώ προσεπάθει από άλλον μακρύτερον πλάγιον δρόμον ν’ αναβή εις τον λόφον, ο οποίος ήτο απόκρημνος, περιέπεσεν εις πλήρη αταξίαν, και ολίγον έλειψε να νικηθή ολόκληρος ο στρατός των Αθηναίων. Την ημέραν επομένως αυτήν, ένεκα της ισχυράς αντιστάσεως των Μενδαίων και των συμμάχων των, οι Αθηναίοι υπεχώρησαν και εσχημάτισαν στρατόπεδον ενώ οι Μενδαίοι, όταν ενύκτωσε, επέστρεψαν εις την πόλιν.
130. Οι Αθηναίοι περιέπλεαν την επομένην με τον στόλον των την ακτήν και ήλθαν και κατέλαβαν το προάστειον της Μένδης που βλέπει προς την Σκιώνην, και συγχρόνως κατέγιναν όλην την ημέραν να ερημώνουν το έδαφος, χωρίς ν’ αντεπεξέλθη κανείς εναντίον των (καθόσον, άλλωστε, εις την πόλιν επεκράτει κάποια στασιαστική κίνησις). Εξ άλλου, οι τριακόσιοι Σκιωναίοι, την νύκτα της ιδίας ημέρας, επέστρεψαν εις τα ίδια. Την επομένην, ο Νικίας με το ήμισυ του στρατού επροχώρησεν έως τα σύνορα της Σκιώνης και ηρήμωνε συγχρόνως την χώραν, ενώ ο Νικοστρατος με το υπόλοιπον αυτού επολιόρκει την πόλιν, στρατοπεδευμένος έξω από την βορείαν πύλην, από την οποίαν αρχίζει η προς την Ποτείδαιαν οδός. Εις το μέρος ακριβώς αυτό, οπίσω από τα τείχη, ήτο ο σταθμός των Μενδαίων οπλιτών και των Πελοποννησίων επικούρων. Ο Πολυδαμίδας τους παρέταξεν εις μάχην και προέτρεπε τους Μενδαίους να εξέλθουν και επιτεθούν εναντίον του εχθρού. Κάποιος από τους δημοκρατικούς απήντησεν, από πνεύμα στασιαστικόν, ότι δεν εννοεί να εξέλθη και ότι δεν έχει ανάγκην να πολεμήση. Και επειδή, μόλις επρόφερε τας λέξεις αυτάς, ο Πολυδαμίδας τον ήρπασεν από το χέρι και τον έσεισε βιαίως, όσοι ανήκαν εις την δημοκρατικήν φατρίαν αρπάζουν αμέσως τα όπλα και ορμούν εξαγριωμένοι εναντίον των Πελοποννησίων και των συνεργαζομένων με αυτούς από την αντίθετον μερίδα, τους επιτίθενται και τους τρέπουν εις φυγήν, αφ’ ενός, διότι οι τελευταίοι δεν επερίμεναν την επίθεσιν αυτήν, και εξ άλλου, διότι συγχρόνως ηνοίχθησαν αι πύλαι της πόλεως εις τους Αθηναίους και τούτο τους κατεπτόησεν, επειδή ενόμισαν ότι η επίθεσις έγινε κατόπιν προηγουμένης συνεννοήσεως. Όσοι από τους Πελοποννησίους δεν εφονεύθησαν αμέσως κατέφυγαν εις την ακρόπολιν, την οποίαν και προηγουμένως κατείχαν, αυτοί μόνοι. Εν τω μεταξύ, άλλωστε, είχεν επιστρέψει και ο Νικίας και, ευρίσκετο αμέσως απ’ έξω από την πόλιν, ώστε ολόκληρος ο Αθηναϊκός στρατός εισώρμησεν εντός αυτής. Και επειδή η πύλη δεν ηνοίσθη κατόπιν συνθηκολογίας, οι στρατιώται διήρπασαν την πόλιν συστηματικώς, ως να είχε κυριευθή εξ εφόδου, και οι στρατηγοί μόλις ημπόρεσαν να τους συγκρατήσουν από του να εξολοθρεύσουν και τους κατοίκους. Οι Αθηναίοι, ακολούθως, παρήγγειλαν εις τους Μενδαίους να κυβερνώνται κατά τα έθιμά των, δικάζοντες οι ίδιοι μεταξύ των όσους ενόμιζαν ενόχους της στάσεως. Εκείνους, εξ άλλου, που ευρίσκοντο εις την ακρόπολιν απέκλεισαν, (κατασκευάσαντες από τα δύο μέρη τείχος μέχρι της θαλάσσης και εγκαταστήσαντες φρουράν, προς διατήρησιν του αποκλεισμού. Αφού δ’ εξησφάλισαν κατ’ αυτόν τον τρόπον την Μένδην, εβάδισαν εναντίον της Σκιώνης.
131. Οι Σκιωναίοι και οι Πελοποννήσιοι εξήλθαν από την πόλιν, δια να τους αντιμετωπίσουν, και εγκατεστάθησαν επάνω εις οχυρόν λόφον, τον οποίον έπρεπε να καταλάβη προηγουμένως ο εχθρός, δια να ημπορέση ν’ αποκλεισθή η πόλις δια περιτειχίσεως. Οι Αθηναίοι επετέθησαν εναντίον του λόφου με ακάθεκτον ορμήν και εξετόπισαν τους κατέχοντας αυτόν. Ακολούθως εσχημάτισαν στρατόπεδον, και αφού έστησαν τρόπαιον, ητοιμάζοντο να περιτειχίσουν την πόλιν. Ολίγον βραδύτερον, ενώ ησχολούντο εις την εργασίαν αυτήν, οι Πελοποννήσιοι μισθοφόροι, που επολιορκούντο εις την ακρόπολιν της Μένδης, διέσχισαν κατά μήκος της παραλίας την εκεί φρουράν, και έφθασαν εν καιρώ νυκτός προ της Σκιώνης, όπου κατώρθωσαν οι περισσότεροι να εισέλθουν εντός της πόλεως, αφού διέφυγαν τους πολιουρκούντας αυτήν Αθηναίους.
132.
Ο Περδίκκας συνθηκολογεί με τους Αθηναίους
Τον καιρόν που περιετειχίζετο η Σκιώνη, ο Περιδίκκας έστειλε κήρυκα και συνωμολόγησε συνθήκην με τους Αθηναίους στρατηγούς. Το ελατήριον που τον ώθησεν εις τούτο ήτο το μίσος εναντίον του Βρασίδα, εξ αφορμής της υποχωρήσεως από την Λυγκηστίδα, αφότου και ήρχισεν αμέσως τας σχετικάς διαπραγματεύσεις. Και επειδή τας ημέρας ακριβώς αυτάς επρόκειτο να έλθουν δια ξηράς προς τον Βρασίδαν επικουρίαι, υπό την αρχηγίαν του Λακεδαιμονίου Ισχαγόρα, ο Περδίκκας, αφ’ ενός, διότι ο Νικίας, επικαλούμενος την συνθήκην, εζήτει απ’ αυτόν να δώση εις τους Αθηναίους κάποιαν βεβαίαν απόδειξιν της ειλικρινείας του, εξ άλλου διότι και ο ίδιος δεν ήθελε να έρχωνται του λοιπού εις την χώραν του Πελοποννήσιοι, κατώρθωσε, χρησιμοποιών τους φίλους που είχεν εις την Θεσσαλίαν, με τους προκρίτους της οποίας διετήρει πάντοτε σχέσεις, να εμποδίση με την μεσολάβησίν των την εκστρατείαν και τας ετοιμασίας ακόμη των Λαικεδαιμονίων, εις τρόπον ώστε οι τελευταίοι ουδ’ εδοκίμασαν καν να περάσουν από την Θεσσαλίαν. Ο Ισχαγόρας όμως καθώς και ο Αμεινίας και ο Αριστεύς, οι οποίοι είχαν σταλή από τους Λακεδαιμονίους, δια να ενεργήσουν επιθεώρησιν της καταστάσεως, ήλθαν προς τον Βρασίδαν και έφεραν συγχρόνως μερικούς Σπαρτιάτας νεανίας, παρά την κρατούσαν συνήθειαν, δια να τους διορίσουν αρμοστάς των πόλεων, και μην ανατίθεται η διοίκησις εις τους τυχόντας. Απ’ αυτούς διώρισεν ο Βρασίδας τον Κλεαρίδαν, υιόν του Κλεωνύμου, Αρμοστήν της Αμφιπόλεως, της Τορώνης δε, τον Πασιτελίδαν, υιόν του Ηγησάνδρου.
133.
Γεγονότα εις Βοιωττίαν και Πελοπόννησον
Το ίδιον θέρος οι Θηβαίοι κατηδάφισαν το τείχος των Θεσπιέων, τους οποίους κατηγόρησαν ως αττικίζοντας. Είναι αληθές ότι είχαν ανέκαθεν κατά νουν το σχέδιον τούτο, αλλά την εκτέλεσίν του είχαν θεωρήσει ευκολωτέραν, αφότου εις την μάχην εναντίον των Αθηναίων οι Θεσπιείς είχαν χάσει το άνθος του στρατού των. Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους κατεστράφη και ο ναός της Ήρας εις την Αργολίδα, εξ αιτίας της ιερείας Χρυσίδος, η οποία, αφού έβαλεν αναμμένον λύχνον πλησίον εις τους στεφάνους, απεκοιμήθη ακολούθως, και ως εκ τούτου ολόκληρος ο ναός επήρε φωτιά και απετεφρώθη πριν η πυρκαϊά γίνη αντιληπτή. Η Χρυσίς, φοβηθείσα τους Αργείους, έφυγε την ιδίαν νύκτα είς την Φλιούντα. Αλλ’ ούτοι προέβησαν, σύμφωνα με τας καθιερωμένας διατυπώσεις, εις εγκατάστασιν νέας ιερείας, καλουμένης Φαεινίδος. Η Χρυσίς, πριν φύγη είχε διατελέσει ιέρεια οκτώ και ήμισυ έτη, αφότου ήρχισεν ο πόλεμος. Όταν το θέρος ήτο πλέον εις το τέλος του, η περιτείχισις της Σκιώνης είχε συμπληρωθή εντελώς και οι Αθηναίοι, αφού άφισαν εκεί φρουράν, προς διατήρησιν του αποκλεισμού, απέσυραν τον επίλοιπον στρατόν των.
134.
Μάχη μεταξύ Μαντινέων και Τεγεατών
Κατά τον επακολουθήσαντα χειμώνα οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι, λόγω της ανακωχής, έμεναν ήσυχοι. Οι Μαντινείς όμως και οι Τεγεάται και οι σύμμαχοι του ενός και του άλλου μέρους συνεκρότησαν μάχην εις το Λαοδόκειον της Ορεσθίδος, αλλ’ η νίκη υπήρξεν αμφίβολος, διότι τα στρατεύματα και των δύο πόλεων ενίκησαν τους απέναντί των παρατεταγμένους συμμάχους της άλλης, και αφού και οι δύο στρατοί έστησαν τρόπαια, έστειλαν λάφυρα εις τους Δελφούς. Η αλήθεια είναι ότι μολονότι αι απώλειαι και των δύο μερών ήσαν μεγάλαι και η μάχη ήτο ακόμη αναποφάσιστος, όταν επελθούσης της νυκτός ετερματίσθη, οι Τεγεάται κατηυλίσθησαν εις το πεδίον της μάχης και έστησαν αμέσως τρόπαιον, ενώ οι Μαντινείς απεσύρθησαν εις τον Βουκολιώνα και έστησαν και αυτοί βραδύτερον αντίζηλον τρόπαιον.
135.
Ο Βρασίδας επιχειρεί να καταλάβη την Ποτείδαιαν
Εις το τέλος του ιδίου χειμώνος και τας παραμονάς πλέον του έαρος ο Βρασίδας επεχείρησε να καταλάβη την Ποτείδαιαν. Επλησίασε, τωόντι, εν καιρώ νυκτός, και εστήριξε κλίμακα εις το τείχος, και μέχρι του σημείου τούτου δεν έγινεν αντιληπτός, διότι εις φρουρός είχεν αφίσει προς στιγμήν την θέσιν του, δια να μεταβή και παραδώση τον κώδωνα εις τον επόμενον φρουρόν, και την στιγμήν ακριβώς αυτήν και πριν επιστρέψη ετοποθετήθη η κλίμαξ εις το διάκενον. Αλλ’ οι φρουροί αντελήφθησαν το πράγμα ευθύς αμέσως, πριν ακόμη αναβή κανείς εις το τείχος, και ο Βρασίδας απέσυρεν εσπευσμένως τον στρατόν του, χωρίς να περιμένη να εξημερώση. Και ο χειμών ετελείωσε, και με το τέλος αυτού έληξε και το ένατον έτος του παρόντος πολέμου, του οποίου την ιστορίαν συνέγραψεν ο Θουκυδίδης.