Βιβλίον Α’ – Αίτια και αφορμαί του πολέμου


Προοίμιον (1-23)
1. Θουκυδίδης, ο Αθηναίος, έγραψε την ιστορίαν του πολέμου μεταξύ των Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Την συγγραφήν αυτού ήρχισεν ευθύς εξ αρχής της εκρήξεώς του, διότι προείδεν ότι θ’ απέβαινε μεγάλος και περισσότερον αξιομνημόνευτος από κάθε προηγούμενον πόλεμον, και εσυμπέραινε τούτο από το γεγονός ότι αμφότερα τα Κράτη κατήρχοντο εις αυτόν, ενώ ευρίσκοντο εις την ακμήν της παντός είδους στρατιωτικής δυνάμεώς των, και ότι έβλεπε τους λοιπούς Έλληνας είτε τασσόμενους αμέσως, είτε διανοουμένους τουλάχιστον να ταχθούν προς το εν ή το άλλο μέρος. Η κίνησις αυτή ετάραξε τωόντι βαθύτατα την Ελλάδα, και μέρος υπό τους βαρβάρους και σχεδόν τον κόσμον όλον. Τα προγενέστερα γεγονότα και τα έτι παλαιότερα δεν δύνανται να εξακριβωθούν σαφώς, ένεκα της παρόδου πολλού χρόνου. Αλλά από τεκμήρια, τα οποία, ωθών την έρευνάν μου μέχρι του απωτάτου παρελθόντος, κρίνω αξιόπιστα, άγομαι να πιστεύσω ότι δεν υπήρξαν μεγάλα, ούτε υπό πολεμικήν, ούτε υπό άλλην έποψιν.

2. Αι μεταναστεύσεις
Διότι είναι προφανές ότι η χώρα που καλείται σήμερον Ελλάς δεν ήτο μονίμως κατοικημένη εξ αρχής, αλλ’ εγίνοντο εις το παρελθόν συχναί μεταναστεύσεις και οι κάτοικοι χωρίς πολλάς δυσκολίας εγκατέλειπαν τας εστίας των, εξαναγκαζόμενοι εις τούτο από νέους πολυαριθμοτέρους εκάστοτε εποίκους. Καθόσον ούτε το εμπόριον, όπως σήμερον διεξάγεται, υπήρχε τότε, ούτε ασφαλής διά ξηράς ή διά θαλάσσης συγκοινωνία, και καθένας εξεμεταλλεύετο το έδαφος, το οποιον είχε υπό την κατοχήν του, τόσον μόνον όσον ήρκει διά την συντήρησίν του. Ούτε πλούτον έσώρευαν, ούτε την γην εφύτευαν, τόσον μάλλον καθόσον αι εγκαταστάσεις των δεν ήσαν ωχυρωμέναι και ως εκ τούτου εφοβούντο μήπως από στιγμής εις στιγμήν άλλοι επιδρομείς επέλθουν και τους αφαιρέσουν κάθε τι που έχουν. Επειδή, εξ άλλου, επίστευαν ότι οπουδήποτε ημπορούν να εξασφαλίσουν την αναγκαίαν καθημερινήν τροφήν, εμετανάστευαν όχι απροθύμως και δι’ αυτό δεν ήσαν ισχυροί ούτε κατά το μέγεθος των πόλεων, ούτε κατά την πολεμικήν γενικώς παρασκευήν. Αλλά τα ευφορώτερα προ πάντων διαμερίσματα υπέκειντο εις διηνεκείς μεταβολάς των κατοίκων – όπως, λόγου χάριν, αι επαρχίαι, αι οποίαι σήμερον ονομάζονται Θεσσαλία και Βοιωτία, και το μεγαλύτερον μέρος της Πελοποννήσου, εκτός της Αρκαδίας, και από την άλλην Ελλάδα τα καλύτερα μέρη. Διότι η ευφορία της γης έφερεν αύξησιν της δυνάμεως ωρισμένων προσώπων, η οποία επροκάλει εμφυλίους σπαραγμούς, από τους οποίους τα διαμερίσματα αυτά εφθείροντο τόσον μάλλον, καθόσον ήσαν περισσότερον εκτεθειμένα εις εξωτερικάς επιδρομάς. Η Αττική, εν πάση περιπτώσει,λόγω του ότι το έδαφός της είναι ισχνόν και πτωχόν, υπήρξεν ανέκαθεν απηλλαγμένη από στάσεις και διά τον λόγον αυτόν διετήρησε πάντοτε τους ιδίους κατοίκους. Και έχομεν εδώ απόδειξιν του ισχυρισμού μου ότι, λόγω της μεταναστεύσεως, τα άλλα μέρη της Ελλάδος δεν ηυξήθησαν εις πληθυσμόν όπως η Αττική. Διότι οι δυνατώτεροι από εκείνους, όσοι, ένεκα εξωτερικών πολέμων ή εσωτερικών στάσεων εξεδιώκοντο από την άλλην Ελλάδα, κατέφευγαν εις τας Αθήνας ως εις τόπον ασφαλή, και, πολιτογραφούμενοι, κατέστησαν την πόλιν, ευθύς από τους παλαιότατους χρόνους, ακόμη πλέον πολυάνθρωπον, εις τρόπον ώστε επειδή η Αττική απέβη ανεπαρκής διά τον πληθυσμόν της πόλεως οι Αθηναίοι απέστειλαν αποικίας εις την Ιωνίαν.
3. Το όνομα Ελλάς

thuk-01
Την αδυναμίαν, άλλωστε, των παλαιών καιρών μου φαίνεται ότι αποδεικνύει και το γεγονός προ πάντων ότι πριν από τα Τρωικά τίποτε δεν επεχείρησεν από κοινού η Ελλάς. Νομίζω μάλιστα ότι το όνομα αυτό ούτε είχε δοθή ακόμη εις όλην την χώραν, ούτε καν υπήρχε προ του Έλληνος, υιού του Δευκαλίωνος, αλλά τα διάφορα φύλα, και εις μεγαλυτέραν έκτασιν το Πελασγικόν, έδιδαν το όνομά των εις τα υπ’ αυτών κατοικούμενα διαμερίσματα. Αλλ’ από την εποχήν που ο Έλλην και οι υιοί του απέβησαν ισχυροί εις την Φθιώτιδα, και την βοήθειάν των επεκαλούντο οι κάτοικοι των άλλων πόλεων, τα διάφορα φύλα, συνεπεία της επικοινωνίας αυτής, ωνομάζοντο ήδη επί μάλλον και μάλλον Έλληνες, μολονότι πολύς επέρασε καιρός πριν το όνομα τούτο ημπορέση να επικράτηση γενικώς. Την καλυτέραν απόδειξιν παρέχει ο Όμηρος. Διότι, μολονότι έζησε πολύ ύστερον και από τα Τρωικά, πουθενά δεν ωνόμασε με το όνομα αυτό όλους, ούτε άλλους εκτός εκείνων που ηκολούθησαν τον Αχιλλέα από την Φθιώτιδα, οι οποίοι ήσαν και οι πρώτοι Έλληνες, αλλ’ αποκαλεί αυτούς εις τα ποιήματά του γενικώς Δαναούς και Αργείους και Αχαιούς. Ούτε βαρβάρους, άλλωστε, μνημονεύει διά τον λόγον, ως νομίζω, ότι ούτε οι Έλληνες είχαν ακόμη διακριθή διά κοινού αντιθέτου ονόματος. Οπωσδήποτε τα διάφορα ελληνικά φύλα, επί των οποίων το όνομα των Ελλήνων, λόγω κοινότητος της γλώσσης, εξηπλώνετο διαδοχικώς από μίαν περιφέρειαν εις άλλην, έως ότου επεξετάθη ακολούθως επί του συνόλου των, δεν έκαμαν καμμίαν κοινήν επιχείρησιν πριν από τα Τρωικά, ένεκα αδυναμίας και ελλείψεως αμοιβαίας επικοινωνίας. Άλλωστε, και την εκστρατείαν ακόμη κατά της Τροίας τότε μόνον επεχείρησαν από κοινού, όταν είχαν ήδη αποκτήσει αξιόλογον εμπειρίαν της θαλάσσης.
4. Ο Μίνως και η πειρατεία
Ο Μίνως, εξ όσων κατά παράδοσιν γνωρίζομεν, πρώτος απέκτησε πολεμικόν ναυτικόν, και εκυριάρχησεν επί του μεγαλυτέρου μέρους της θαλάσσης, η οποία ονομάζεται σήμερον Ελληνική. Κατακτήσας τας Κυκλάδας νήσους, ίδρυσεν αποικίας εις τας περισσοτέρας από αυτάς, αφού εξεδίωξε τους Κάρας και εγκατέστησε τους υιούς του ως κυβερνήτας. Ως εκ τούτου και την πειρατείαν φυσικά κατεδίωκεν όσον ημπορούσεν από την θάλασσαν αυτήν, διά να περιέρχωνται εις αυτόν ασφαλέστερον τα εισοδήματα των νήσων.
5. Διότι εις την παλαιάν εποχήν οι Έλληνες, και όσοι από τους βαρβάρους εκατοικούσαν είτε τα ηπειρωτικά παράλια, είτε νήσους, όταν ήρχισαν να επικοινωνούν μεταξύ των συχνότερον δια θαλάσσης, επεδόθησαν εις την πειρατείαν υπό την αρχηγίαν ανδρών εκ των δυνατωτάτων, οι οποίοι ωθούντο εις τούτο και από τον πόθον του προσωπικού κέρδους και από την ανάγκην όπως επαρκούν εις την συντήρησιν των απορωτέρων οπαδών των. Και επιτιθέμενοι κατά πόλεων ατειχίστων και αποτελουμένων από άθροισμα κωμών, τας διήρπαζαν και εντεύθεν επορίζοντο κυρίως τα προς το ζην, διότι το έργον τούτο δεν έφερεν εντροπήν, αλλ’ επέσυρε τουναντίον και κάποιαν δόξαν. Τον ισχυρισμόν μου τούτον αποδεικνύει όχι μόνον η μέχρι σήμερον συνεχιζομένη δράσις των κατοίκων της Στερεάς, οι οποίοι σεμνύνονται δια τα πειρατικά των κατορθώματα, αλλά και οι παλαιοί ποιηταί, εις τους στίχους των οποίων απευθύνεται πάντοτε στερεότυπος προς τους καταπλέοντας η ερώτησις εάν είναι πειραταί, καθόσον ούτε οι ερωτώμενοι εθεώρουν το έργον τούτο ανάξιον δια τους εαυτούς των, ούτε οι τυχόν απευθύνοντες την ερώτησιν αυτήν υβριστικήν. Και επί της Στερεάς, άλλωστε, ελήστευαν οι μεν τους δε. Και μέχρι
σήμερον διατηρείται η συνήθεια αυτή της κατά κώμας οικήσεως και της διαρπαγής εις πολλά μέρη της Ελλάδος, όπως εις την χώραν των Οζολών Λοκρών, την Αιτωλίαν, την Ακαρνανίαν και τας παρακειμένας λοιπάς ηπειρωτικάς περιφερείας. Και η συνήθεια προς τούτοις της οπλοφορίας έχει διατηρηθή μεταξύ των πληθυσμών αυτών από την εποχήν της παλαιάς ληστείας.
6. Διότι όλοι οι Έλληνες ωπλοφόρουν λόγω του ότι αι κατά κώμας διεσπαρμένοι εγκαταστάσεις των ήσαν ανοχύρωτοι και αι προς αλλήλους συγκοινωνίαι επισφαλείς και ούτως εσυνήθισαν να διαιτώνται, φέροντες όπλα όπως οι βάρβαροι. Το γεγονός άλλωστε, ότι εις τα διαμερίσματα αυτά της Ελλάδος διατηρείται ακόμη ο τρόπος αυτός της διαίτης, είναι τεκμήριον ότι η συνήθεια αυτή επεκράτει άλλοτε γενικώς. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, υπήρξαν μεταξύ των πρώτων, οι οποίοι, αφού παρήτησαν την οπλοφορίαν, ηκολούθησαν δίαιταν μάλλον αβίαστον και ετράπησαν εις την τρυφηλότητα. Και από τους πλέον ηλικιωμένους μεταξύ των, οι πλούσιοι, ένεκα του αβροδιαίτου αυτών, μόλις εσχάτως έπαυσαν να φορούν λινούς χιτώνας και να συμπλέκουν επί της κεφαλής την κόμην των εις κρώβυλον διά χρυσής πόρπης, εχούσης το σχήμα τέττιγος. Ως εκ τούτου, άλλωστε, και ο ιματισμός αυτός επεκράτησεν επί πολύ μεταξύ των πλέον ηλικιωμένων Ιώνων, λόγω της φυλετικής προς τους Αθηναίους συγγενείας. Εξ άλλου, οι Λακεδαιμόνιοι πρώτοι μετεχειρίσθησαν την απλουστέραν ενδυμασίαν, η οποία σήμερον συνηθίζεται, και συγχρόνως η δίαιτα των ευπορωτέρων αφωμοιώθη γενικώς, όσον ήτο δυνατόν, προς την του κοινού λαού. Πρώτοι ωσαύτως κατά τους αθλητικούς αγώνας, αποβάλλοντες τα ενδύματά των, παρουσιάζοντο γυμνοί και ηλείφοντο με έλαιον. Αλλά παλαιότερον, ακόμη και εις τους Ολυμπιακούς αγώνας, οι αθληταί, όταν ηγωνίζοντο, έφεραν διαζώματα περί τα αιδοία, και η συνήθεια αυτή διετηρείτο μέχρι προ ολίγων ετών και διατηρείται, ακόμη και σήμερον εις μερικούς βαρβάρους και ιδίως Ασιάτας, όπου οι αγωνιζόμενοι δια τα έπαθλα πυγμής και πάλης φέρουν διαζώματα. Αλλά θα ημπορούσε κανείς ν’ αποδείξη ότι και πολλάς άλλας συνήθειας είχαν οι παλαιοί Έλληνες, ομοίας με τας συνηθείας των σημερινών βαρβάρων.
7. Από τας πόλεις, εξ άλλου, όσαι συνωκίσθησαν εις μεταγενεστέρους χρόνους, όταν η ναυσιπλοΐα είχεν ήδη γίνει ασφαλεστέρα και συνεπώς είχαν αφθονίαν πλούτου, εκτίζοντο επάνω εις τα παράλια και οι ισθμοί κατελαμβάνοντο και απεχωρίζοντο με τείχος από το επίλοιπον έδαφος, χάριν του εμπορίου και της αμύνης εκάστης πόλεως εναντίον των γειτόνων της. Αλλ’ αι παλαιαί πόλεις, ένεκα της πειρατείας, η οποία επί πολύν χρόνον επεκράτησε, συνωκίσθησαν εις μεγαλυτέραν από την θάλασσαν απόστασιν, όπου και διατηρούνται μέχρι σήμερον. Διότι οι πειραταί δεν ελήστευαν μόνον οι μεν τους δε, αλλά και εκείνους, οι οποίοι, χωρίς να είναι ναυτικοί, κατώκουν τα παράλια.
8. Αλλ’ ακόμη περισσότερον επεδίδοντο εις την πειρατείαν οι νησιώται Κάρες και Φοίνικες, οι οποίοι είχαν κατοικήσει τας περισσοτέρας από τας νήσους, όπως τεκμαίρεται από το γεγονός ότι, όταν οι Αθηναίοι, διαρκούντος του πολέμου, προέβησαν εις τον καθαρμόν της Δήλου, εσήκωσαν όλους τους νεκρούς και τα φέρετρα όσων είχαν αποθάνει εις την νήσον, περισσότεροι από τους μισούς θαμμένους ευρέθησαν ότι ήσαν Κάρες και ανεγνωρίσθησαν ως τοιούτοι και από το είδος του οπλισμού, ο οποίος είχε συνταφή με αυτούς, και από τον τρόπον της ταφής, ο οποίος και σήμερον συνηθίζεται μεταξύ των. Αλλ’ αφότου συνεκροτήθη το πολεμικόν ναυτικόν του Μίνωος, αι δια θαλάσσης συγκοινωνίαι έγιναν ασφαλέστεροι, αφ’ ενός μεν διότι οι κακοποιοί των νήσων αυτών εξεδιώχθησαν υπ’ αυτού, κατά την εποχήν ακριβώς που προέβη εις εποικισμόν των περισσοτέρων, εξ αλλού δε διότι οι κάτοικοι των παραλίων ήρχισαν ήδη ν’ αποκτούν μεγαλυτέρας περιουσίας και να έχουν μονιμωτέραν κατοικίαν, και μερικοί μάλιστα, όπως ήτο φυσικόν δι’ ανθρώπους, των οποίων ηύξανε καθημερινώς ο πλούτος, και με τείχη περιέβαλλαν τας πόλεις των. Διότι, ένεκα του γενικού πόθου του κέρδους και οι ασθενέστεροι ηνείχοντο την εξάρτησιν από τους ισχυροτέρους και οι δυνατώτεροι, διαθέτοντες πλούτον, καθίστων υπηκόους των τας υποδεεστέρας πόλεις. Και μόνον βραδύτερον, όταν είχαν ήδη έτι μάλλον προαχθή εις την κατάστασιν αυτήν, εξεστράτευσαν κατά της Τροίας.
9. Ο Τρωϊκός πόλεμος
Και ο Αγαμέμνων, ως φρονώ, κατώρθωσε να συγκεντρώση την ναυτικήν εκστρατείαν εναντίον της Τροίας, διά τον λόγον ότι υπερείχε κατά την δύναμιν από τους άλλους ηγεμόνας, και όχι τόσον διότι οι μνηστήρες της Ελένης, των οποίων υπήρξεν αρχιστράτηγος, είχαν δεσμευθή με τους όρκους που τους επέβαλεν ο Τυνδάρεως. Και όσοι, άλλωστε, από τους Πελοποννησίους παρέλαβαν από τους προγενεστέρους τας ασφαλεστέρας παραδόσεις διηγούνται ότι ο Πέλοψ απέκτησεν αρχικώς δύναμιν λόγω του μεγάλου πλούτου, με τον οποίον ήλθεν από την Ασίαν εις χώραν, της οποίας ο πληθυσμός ήτο πτωχός, και διά τούτο κατώρθωσε, μολονότι ξένος, να δώση εις αυτήν το όνομά του, και ότι ακόμη καλυτέρα τύχη επερίμενε τους απογόνους του μετά τον θάνατον του εγγονού του Ευρυσθέως, βασιλέως των Μυκηνών, ο οποίος εφονεύθη από τους Ηρακλείδας εις την Αττικήν. Καθόσον, όταν ούτος εξεστράτευσεν εκεί, ενεπιστεύθη την αντιβασιλείαν των Μυκηνών, λόγω συγγενείας, εις τον αδελφόν της μητρός του Ατρέα (ο οποίος κατά την εποχήν εκείνην ήτο εξωρισμένος από τον πατέρα του Πέλοπα διά τον φόνον του Χρυσίππου). Και επειδή ο Ευρυσθεύς δεν επέστρεψε πλέον, ο Ατρεύς, ο οποίος άλλωστε εθεωρείτο ανήρ πλουσιώτατος και είχε κολακεύσει το πλήθος, ανέλαβε την βασιλείαν των Μυκηνών και γενικώς των μερών, επί των οποίων εξετείνετο η αρχή του Ευρυσθέως, συμφώνως άλλωστε με την επιθυμίαν αυτών των Μυκηναίων, οι οποίοι επί πλέον εφοβούντο τους Ηρακλείδας. Και έτσι ο οίκος του Πέλοπος έγινεν ισχυρότερος από τον οίκον του Περσέως. Τα δύο αυτά σκήπτρα αφού ήνωσεν εις χείρας του ο Αγαμέμνων, υιός του Ατρέως, και έγινε συγχρόνως ισχυρότερος από τους άλλους κατά την ναυτικήν δύναμιν, κατώρθωσεν, όπως εγώ νομίζω, να συγκέντρωση την εκστρατείαν, διότι οι ηγεμόνες τον ηκολούθησαν, όχι κατά χάριν, αλλ’ από φόβον. Διότι εις την εκστρατείαν προσήλθεν έχων ο ίδιος τα περισσότερα πλοία και συγχρόνως εφωδίασε με τοιαύτα τους Αρκάδας, εάν η περί τούτου μαρτυρία του Ομήρου πρέπη να ληφθή υπ’ όψιν. Και εις τους στίχους, άλλωστε, όπου ομιλεί περί της διαδοχής του σκήπτρου, αναφέρει περί αυτού ο Όμηρος ότι εβασίλευσεν εις πολλάς νήσους καί ολόκληρον το Άργος. Εν τούτοις, εάν δεν είχεν αξιόλογον ναυτικήν δύναμιν, δεν θα ημπορούσε με τον στρατόν της ξηράς να βασιλεύη εις νήσους, εκτός των εγγύς της παραλίας κειμένων, αι οποίαι όμως δεν ημπορούσαν να είναι πολλαί. Και από την εστρατείαν άλλωστε αυτήν πρέπει να εικάζωμεν περί της σημασίας των προγενεστέρων.
10. Το ότι αι Μυκήναι ήσαν μικραί, η κάθε άλλη πόλις του τότε καιρού φαίνεται σήμερον ασήμαντος, δεν είναι αποχρών λόγος όπως αρνηθή κανείς να πιστεύση ότι η κατά της Τροίας εκστρατεία υπήρξεν όσον μεγάλη λέγεται από τους ποιητάς και παριστάνεται από την παράδοσιν. Διότι, εάν η πόλις των Λακεδαιμονίων ήθελεν ερημωθή και δεν απέμεναν παρά οι ναοί και τα θεμέλια των άλλων οικοδομημάτων, οι μεταγενέστεροι, μετά πάροδον πολλού χρόνου, νομίζω, δεν θα επίστευαν ότι η δύναμίς της υπήρξεν ανάλογος προς την φήμην της. Και, εν τούτοις, οι Λακεδαιμόνιοι όχι μόνον εξουσιάζουν αμέσως τα δύο πέμπτα της Πελοποννήσου, αλλά και έχουν την αρχηγίαν του υπολοίπου αυτής και πολλών συμμάχων εκτός αυτής. Εφόσον, εν τούτοις, η πόλις της Σπάρτης ούτε ένα συνοικισμόν απετέλεσε ποτέ, ούτε πολυτελείς ναούς και οικοδομάς έκτισεν, αλλά κατοικείται κατά κώμας, σύμφωνα με την παλαιάν συνήθειαν της Ελλάδος, η δύναμίς της θα εφαίνετο υποδεεστέρα της πραγματικής. Ενώ, εάν η πόλις των Αθηνών επάθαινεν ομοίαν συμφοράν, η δύναμίς της, κρινομένη από την απλήν εξωτερικήν εμφάνισιν, θα εφαίνετο, νομίζω, διπλασία της πραγματικής. Δεν είναι λοιπόν ορθόν να είμεθα δύσπιστοι, ούτε ν’ αποβλέπωμεν εις την εξωτερικήν εμφάνισιν των πόλεων μάλλον παρά εις την δύναμίν των, αλλά πρέπει να θεωρούμεν ότι η κατά της Τροίας εκστρατεία υπήρξε μεν μεγαλύτερα από τας προηγουμένας, υπολείπεται όμως των σημερινών, εάν πρέπη να πιστεύσωμεν και εδώ τα ποιήματα του Ομήρου. Διότι, μολονότι είναι φυσικόν να υποθέσωμεν ότι ούτος ως ποιητής μεγαλοποιεί δια της φαντασίας του την εκστρατείαν όμως και πάλιν φαίνεται αυτή υποδεεστέρα. Καθόσον, από τα χίλια διακόσια πλοία, που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν, περιγράφει τα μεν των Βοιωτών ως έχοντα εκατόν είκοσι άνδρας έκαστον, τα δε του Φιλοκτήτου πενήντα, μνημονεύων ούτως, ως πιστεύω, τα μεγαλύτερα και τα μικρότερα πλοία. Εν πάση περιπτώσει, δεν μνημονεύει άλλου μεγέθους πλοία εις τον κατάλογόν του. Ότι, εξ άλλου, όλοι οι άνδρες του πληρώματος ήσαν κωπηλάται συγχρόνως και μάχιμοι, αναφέρει εν σχέσει προς τα πλοία του Φιλοκτήτου, όταν παριστάνη όλους τους κωπηλάτας ως τοξότας. Επιβάται, εξ άλλου, εκτός των βασιλέων και των κυριωτάτων εκ των εν τέλει, δεν είναι πιθανόν να επέβαιναν εις τα πλοία πολλοί, λόγω ιδίως ότι έμελλαν να διαπλεύσουν το πέλαγος μετά του πολεμικού υλικού εντός πλοίων τα οποία δεν είχαν καν κατάστρωμα, αλλά ήσαν κατεσκευασμένα κατά τον παλαιόν τρόπον, προσομοιάζοντα μάλλον προς τα πειρατικά. Εάν λοιπόν λάβωμεν τον μέσον όρον μεταξύ των μεγαλυτέρων και μικροτέρων πλοίων, οι εκστρατεύοντες δεν φαίνεται να ήσαν πολλοί, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ούτοι προήρχοντο από όλα συγχρόνως τα μέρη της Ελλάδος.
11. Αιτία τούτου ήτο όχι τόσον η ολιγανθρωπία όσον η αχρηματία. Διότι, ένεκα ελλείψεως επαρκών τροφίμων, εξεστράτευσαν με περιωρισμένην δύναμιν στρατού και τόσην μόνον, όσην ήλπιζαν ότι ημπορούσε να διατρέφεται από την χώραν, διαρκούντος του πολέμου. Αφού, άλλωστε, μετά την άφιξίν των ενίκησαν εις την πρώτην μάχην (ότι δε ενίκησαν αποδεικνύεται εκ του ότι εν εναντία περιπτώσει δεν θα ηδύναντο να περιχαρακώσουν το στρατόπεδόν των), ούτε τότε φαίνεται να μετεχειρίσθησαν ολόκληρον την δύναμίν των, αλλ’ ένεκα ανεπαρκείας τροφίμων επεδόθησαν εις καλλιέργειαν της Χερσονήσου και εις την διαρπαγήν. Και συνέπεια της διασποράς αυτής των δυνάμεων των ήτο, ότι οι Τρώες ημπόρεσαν ευκολώτερον να παρατείνουν την κατ’ αυτών αντίστασίν των επί του ανοικτού πεδίου, επί δέκα όλα έτη, ως γνωστόν, καθόσον ήσαν ισόπαλοι προς τους εκάστοτε υπολειπόμενους επί τόπου. Ενώ εάν ήρχοντο φέροντες άφθονα τρόφιμα και, αντί να επιδίδωνται εις την γεωργίαν και την διαρπαγήν, διεξήγαν τον πόλεμον άνευ διακοπής, θα κατώρθωναν διά της υπεροχής των εις τας εκ παρατάξεως μάχας να κυριεύσουν την Τροίαν, αφού και διεσπαρμένοι όπως ήσαν, και με μέρος μόνον του στρατού των εκάστοτε διαθέσιμον, αντείχαν. Εάν, εξ άλλου, επολιορκούσαν κανονικώς την Τροίαν, στρατοπεδεύοντες προ αυτής, θα την εκυρίευαν ταχύτερον και ακοπώτερον. Αλλ’ ένεκα αχρηματίας και τα προ των Τρωικών υπήρξαν ασήμαντα και αυτή, εξ άλλου, η κατά της Τροίας εκστρατεία, μολονότι υπήρξεν ονομαστοτέρα από τας προηγουμένας, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι ήτο υποδεεστέρα της φήμης της και της παραδόσεως, η οποία επικρατεί περί αυτής σήμερον χάρις εις τους ποιητάς.
12. Αι μετά τα Τρωικά μεταναστεύσεις
Καθόσον και μετά τα Τρωικά ακόμη αι μεταναστεύσεις και νέαι εγκαταστάσεις εξηκολούθησαν εις την Ελλάδα, εις τρόπον ώστε δι’ έλλειψιν ησυχίας, δεν ημπόρεσεν αύτη να αναπτυχθή. Τωόντι, η μεγάλη βραδύτης της επιστροφής των Ελλήνων από την Τροίαν είχε προκαλέσει πολλάς πολιτικάς μεταβολάς, καθ’ όσον συχναί στάσεις εγίνοντο εις τας πόλεις και όσοι συνεπεία αυτών εξωρίζοντο ίδρυαν νέας τοιαύτας. Και οι σημερινοί Βοιωτοί, εκδιωχθέντες το εξηκοστόν έτος μετά την άλωσιν της Τροίας υπό των Θεσσαλών από την Άρνην, εγκατεστάθησαν εις την χώραν, η οποία σήμερον καλείται Βοιωτία, ενώ πρότερον εκαλείτο Καδμηΐς (μέρος, άλλωστε, αυτών ήτο ήδη εγκατεστημένον από πριν εκεί, και από αυτούς προήρχοντο οι Βοιωτοί που έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν κατά της Τροίας). Και οι Δωριείς με τους Ηρακλείδας κατέλαβαν την Πελοπόννησον το ογδοηκοστόν έτος. Ως εκ τούτου, μόλις μετά παρέλευσιν πολλού καιρού ησύχασεν οριστικώς η Ελλάς και ο πληθυσμός της έπαυσεν υποκείμενος εις βιαίας μετακινήσεις, οπότε και ήρχισε ν’ αποστέλλη αποικίας. Και οι μεν Αθηναίοι απώκισαν τας Ιωνικάς πόλεις της Μικράς Ασίας και τας περισσοτέρας νήσους του Αιγαίου πελάγους, οι δε Πελοποννήσιοι το πλείστον της Ιταλίας και Σικελίας και μερικά άλλα μέρη της λοιπής Ελλάδος. Όλαι αυταί άλλωστε αι αποικίαι ιδρύθησαν μετά τα Τρωικά.
13. Αι ισχυρότεραι ναυτικαί δυνάμεις
Αλλ’ εφόσον η Ελλάς εγίνετο ισχυρότερα, και η αύξησις του πλούτου ταχύτερα παρά πριν, εις τας πόλεις, των οποίων αι πρόσοδοι ηύξαναν, εγκαθιδρύοντο ως επί το πλείστον τυραννίδες, ενώ πρότερον ήσαν κληρονομικαί βασιλείαι με περιωρισμένα προνόμια. Και ναυτικά εξήρτυαν οι Έλληνες και εις την θάλασσαν επεδίδοντο περισσότερον. Λέγεται, άλλωστε, ότι οι Κορίνθιοι πρώτοι απεδέχθησαν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον σημερινόν τρόπον της κατασκευής των πλοίων και της διοικήσεως του ναυτικού και ότι αι πρώται ελληνικαί τριήρεις εναυπηγήθησαν εις την Κόρινθον. Και φαίνεται ότι ο Αμεινοκλής, Κορίνθιος ναυπηγός, κατεσκεύασε τέσσαρα πολεμικά πλοία διά την Σάμον, όπου μετέβη τριακόσια περίπου έτη προ του τέλους του παρόντος πολέμου. Και η παλαιοτάτη γνωστή ναυμαχία έγινε μεταξύ Κορινθίων και Κερκυραίων διακόσια εξήντα έτη προ της ιδίας χρονολογίας. Διότι η Κόρινθος, κειμένη επί του Ισθμού, ήτο εκ παλαιότατων ήδη χρόνων κέντρον εμπορίου, και καθόσον οι Έλληνες το πάλαι, και οι εντός της Πελοποννήσου και οι εκτός αυτής, επικοινωνούντες προς αλλήλους διά ξηράς μάλλον ή διά θαλάσσης, διήρχοντο διά του εδάφους των Κορινθίων, ο πλούτος της ήτο ανέκαθεν πηγή δυνάμεως, ως αποδεικνύεται από τους παλαιούς ποιητάς, οι οποίοι την πόλιν επωνόμασαν «αφνειόν», ήτοι πλουσίαν. Και όταν η ναυσιπλοΐα έγινε συχνοτέρα μεταξύ των Ελλήνων, οι Κορίνθιοι απέκτησαν τον πολεμικόν στόλον των και κατεδίωκαν την πειρατείαν, παρέχοντες δε κέντρον εμπορίου κατά γην και κατά θάλασσαν, προήγαγαν την πόλιν διά των αυξηθέντων εισοδημάτων της εις μεγάλην δύναμιν. Και oι Ίωνες επίσης απέκτησαν βραδύτερον σημαντικόν στόλον επί Κύρου, του πρώτου βασιλέως των Περσών, και του υιού του Καμβύσου, και πολεμούντες κατά του Κύρου εκυριάρχησαν επί τίνα χρόνον της θαλάσσης, η οποία εκτείνεται πλησίον των ακτών των. Και ο Πολυκράτης, τύραννος της Σάμου επί της εποχής του Καμβύσου, έχων ισχυρόν στόλον, υπέταξε και άλλας από τας νήσους και κυριεύσας την Ρήνειαν την αφιέρωσεν εις τον Δήλιον Απόλλωνα. Ενώ, εξ άλλου, οι Φωκαείς, καθ’ ον χρόνον απώκιζαν την Μασσαλίαν, ναυμαχήσαντες προς τους Καρχηδονίους, τους ενίκησαν.
14. Αυτά τωόντι υπήρξαν τα ισχυρότατα ναυτικά της Ελλάδος. Αλλά μολονότι συνεκροτήθησαν κατόπιν από πολλάς γενεάς των Τρωικών, βέβαιον είναι ότι και αυτά ακόμη απετελούντο από πεντηκοντόρους και μακρά πλοία, όπως και τα της εποχής του Τρωικού πολέμου, ολίγας δε μόνον τριήρεις περιελάμβαναν. Ολίγον μόνον προ των Περσικών πολέμων και του θανάτου του Δαρείου, ο οποίος διεδέχθη τον Καμβύσην, οι τύραννοι της Σικελίας και οι Κερκυραίοι απέκτησαν τριήρεις εις σημαντικόν αριθμόν. Και αυτά είναι τα τελευταία προ της εκστρατείας του Ξέρξου αξιόλογα ναυτικά, τα οποία συνεκροτήθησαν εις την Ελλάδα. Διότι οι Αιγινήται και οι Αθηναίοι και κάθε τυχόν άλλη ναυτική δύναμις είχαν ασημάντους στόλους, και τούτους κατά το πλείστον αποτελούμενους από πεντηκοντόρους. Και μόνον βραδύτερον έπεισεν ο Θεμιστοκλής τους Αθηναίους, ενώ ευρίσκοντο ήδη εις πόλεμον προς τους Αιγινήτας και ανεμένετο ο βάρβαρος, να κατασκευάσουν τα πολεμικά πλοία, με τα οποία και εναυμάχησαν εις την Σαλαμίνα. Και τα πλοία άλλωστε αυτά δεν είχαν ακόμη κατάστρωμα καθ’ όλον το μήκος των.
15. Τοιαύτα λοιπόν υπήρξαν τα ναυτικά των Ελλήνων και τα παλαιά και τα νεώτερα. Οπωσδήποτε, όσοι έστρεψαν την προσοχήν και δραστηριότητα των εις αυτά, απέκτησαν σημαντικήν δύναμιν, όχι μόνον διά της αυξήσεως των εισοδημάτων των, αλλά και διά της επεκτάσεως της κυριαρχίας των επί άλλων. Διότι, πλέοντες κατά των νήσων, όσαι ιδίως δεν είχαν χώραν επαρκή, ήρχισαν να τας καθυποτάσσουν. Κατά ξηράν, όμως, κανείς πόλεμος δεν έγινε, τοιούτος, τουλάχιστον, από τον οποίον να προέλθη σημαντική αύξησις δυνάμεως, αλλ’ όλοι όσοι τυχόν έγιναν, ήσαν πόλεμοι μεταξύ ομόρων, ενώ εκστρατείαι εις ξένας και μακρυνάς χώρας χάριν κατακτήσεως άλλων δεν επεχείρουν οι Έλληνες. Διότι ούτε με τα ισχυρότερα κράτη ετάσσοντο ως υπήκοοι, ούτε, εξ άλλου, ηνώνοντο εθελουσίως ως ίσοι προς κοινήν εκστρατείαν, αλλ’ οι πόλεμοί των ήσαν μάλλον πόλεμοι μεμονωμένως διεξαγόμενοι από ένα γείτονα εναντίον του άλλου. Πόλεμος, εις τον οποίον οι λοιποί Έλληνες διαιρεθέντες ετάχθησαν ως σύμμαχοι του ενός η του άλλου, υπήρξε κυρίως ο πόλεμος που έγινε πάλαι ποτέ μεταξύ Χαλκιδέων και Ερετριέων.
16. Ανάδειξις των Αθηνών και της Σπάρτης
Διάφορα, εν τούτοις, κωλύματα επήλθαν που παρημπόδισαν την ανάπτυξιν των διαφόρων Ελληνικών πόλεων. Και οι Ίωνες είχαν φθάσει εις μεγάλην ακμήν, όταν ο Κύρος και το Περσικόν βασίλειον, αφού κατέλυσαν την αρχήν του Κροίσου και υπέταξαν όλην την εντεύθεν του Άλυος ποταμού μέχρι της θαλάσσης χώραν, εξεστράτευσαν κατ’ αυτών και υπεδούλωσαν τας επί της στερεάς Ιωνικάς πόλεις. Και ο Δαρείος βραδύτερον, όταν επεκράτει κατά θάλασσαν διά του φοινικικού στόλου, υπέταξε και τας νήσους.
17. Οι τύραννοι, εξ άλλου, όσοι εκυβέρνων Ελληνικάς πόλεις, αποβλέποντες μόνον εις την προαγωγήν του συμφέροντος των, την προσωπικήν των δηλαδή ασφάλειαν και την μεγέθυνσιν του οίκου των, ηκολούθουν κατά την διοίκησίν των πολιτικήν, αποσκοπούσαν εις την όσον το δυνατόν μεγαλυτέραν εξασφάλισιν των κτήσεων των, και διά τούτο τίποτε το αξιόλογον δεν έγινεν από αυτούς, εκτός ατομικών επιτυχιών εναντίον γειτόνων. Εξαιρώ βέβαια τους τυράννους της Σικελίας, οι όποιοι έφθασαν εις μεγίστην δύναμιν. Ούτως, ένεκα ποικίλων λόγων, η Ελλάς ημποδίζετο επί μακρόν χρόνον να επιχειρήση από κοινού κάτι το αξιόλογον και εκάστη των πόλεων αυτής κατ’ ιδίαν ηναγκάζετο να είναι ατολμοτέρα.
18. Επί τέλους, οι τύραννοι των Αθηνών και της άλλης Ελλάδος, το πλείστον της οποίας είχε διατελέσει υπό τυράννους και πριν ακόμη από την πόλιν των Αθηνών, οι περισσότεροι τουλάχιστον από αυτούς, πράγματι δε και οι τελευταίοι, εάν εξαιρέσωμεν τους της Σικελίας, κατελύθησαν υπό των Λακεδαιμονίων. Διότι η Λακεδαίμων, μολονότι, αφού εκτίσθη από τους ήδη κατοικούντας αυτήν Δωριείς, διετέλεσε σπαρασσόμενη από στάσεις περισσότερον καιρόν από κάθε άλλην πόλιν από όσας γνωρίζομεν, όμως επέτυχε να ευνομηθή από παλαιοτάτην εποχήν και διετέλεσεν αείποτε απηλλαγμένη από τυράννους. Διότι επί τετρακόσια ήδη έτη προ του τέλους του παρόντος πολέμου, ίσως και ολίγον περισσότερον χρόνον, οι Λακεδαιμόνιοι διατηρούν το ίδιον πολίτευμα, και αυτός είναι ο λόγος, ένεκα του οποίου έγιναν ισχυροί και ημπόρεσαν να ρυθμίζουν και τα των άλλων πόλεων. Ολίγον χρόνον από την κατάλυσιν των τυράννων εις την Ελλάδα, έγινε και η μάχη του Μαραθώνας μεταξύ Περσών και Αθηναίων. Δέκα άλλωστε έτη μετά την μάχην αυτήν ο βάρβαρος ήλθε πάλιν με τον μεγάλον στρατόν και στόλον του εναντίον της Ελλάδος, διά να την υποδούλωση. Και ενώπιον του επικρεμασθέντος μεγάλου κινδύνου, οι Λακεδαιμόνιοι, λόγω του ότι ήσαν το ισχυρότερον ελληνικόν κράτος, ανέλαβαν την αρχηγίαν των συμπολεμησάντων Ελλήνων, και οι Αθηναίοι, αποφασίσαντες καθ’ ον χρόνον επήρχοντο οι Πέρσαι να εγκαταλείψουν την πόλιν και παραλαβόντες τα κινητά των, επεβιβάσθησαν επί των πολεμικών πλοίων και έγιναν ναυτικοί. Και αφού, διά του κοινού αγώνος, απέκρουσαν τους Πέρσας, ολίγον χρόνον ύστερον οι Έλληνες, και όσοι είχαν αποσείσει τον ζυγόν του βασιλέως, και όσοι είχαν λάβει μέρος εις τον κοινόν κατ’ αυτού αγώνα, διηρέθησαν, και άλλοι μεν ετάχθησαν με τους Αθηναίους, άλλοι δε με τους Λακεδαιμονίους. Διότι τα δύο αυτά κράτη είχαν αναδειχθή ως τα ισχυρότερα, των μεν Αθηναίων επικρατούντων κατά θάλασσαν, των δε Λακεδαιμονίων κατά ξηράν. Ο εθνικός σύνδεσμος των Ελλήνων διετηρήθη ολίγον μόνον καιρόν, έπειτα όμως περιελθόντες εις διενέξεις οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι επολέμησαν με τους συμμάχους των εναντίον αλλήλων, και από τους άλλους Έλληνας, όσοι τυχόν περιήρχοντο μεταξύ των εις έριδας, ετάσσοντο του λοιπού με τον ένα ή τον άλλον εξ αυτών. Εις τρόπον ώστε, από την εποχήν των Μηδικών συνεχώς, μέχρι του παρόντος πολέμου, άλλοτε μεν συνομολογούντες ειρήνην, άλλοτε δε πολεμούντες, είτε προς αλλήλους είτε προς τους επαναστατούντας από τους συμμάχους των, παρεσκευάσθησαν καλώς διά τα πολεμικά πράγματα και έγιναν εμπειρότεροι εις αυτά, λόγω του ότι εμαθήτευσαν εις την σχολήν των κινδύνων.
19. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι ήσκουν την αρχηγίαν αυτών επί των συμμάχων των, όχι καθιστώντες αυτούς φόρου υποτελείς, αλλά μεριμνώντες μόνον όπως κυβερνώνται κατά πολίτευμα ολιγαρχικόν, προς το αποκλειστικόν της Σπάρτης συμφέρον. Οι Αθηναίοι όμως υπεχρέωσαν με τον καιρόν τας συμμάχους πόλεις, εκτός της Χίου και της Λέσβου, να τους παραδώσουν τα πολεμικά των πλοία, και επέβαλαν την πληρωμήν φόρου και εις όσας δεν επλήρωναν τούτον αρχικώς. Και έτσι τα ιδιαίτερα πολεμικά μέσα των Αθηνών έφθασαν να είναι ανώτερα από την δύναμιν, την οποίαν διέθετεν η ομοσπονδία των κατά την εποχήν της ακμής, όταν διετηρείτο ανόθευτος.
20. Η μέθοδος της ερεύνης
Εις τοιαύτα λοιπόν κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν ημπορεί κανείς να δώση πίστιν εις όλας τας υπαρχούσας παραδόσεις. Διότι οι ανθρώποι αποδέχονται εξ ίσου αβασανίστως όσα εξ ακοής μανθάνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρωνται εις την ιδικήν των χώραν. Ούτω, λόγου χάριν, οι περισσότεροι από τους Αθηναίους νομίζουν ότι ο Ίππαρχος ήτο πράγματι τύραννος, όταν εφονεύθη από τον Αρμόδιον και τον Αριστογείτονα, και αγνοούν ότι ο μεν Ιππίας, ως πρεσβύτερος των υιών του Πεσιστράτου, ήσκει την αρχήν, ενώ ο Ίππαρχος και ο Θεσσαλός ήσαν απλώς αδελφοί του, και ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, υποπτεύσαντες κατ’ εκείνην την ημέραν και ακριβώς κατά την στιγμήν που επέκειτο η εκτέλεσις του σχεδίου των, ότι κάποιος από τους συνωμότας είχεν ειδοποιήσει τον Ιππίαν, παρήτησαν μεν αυτόν διά τούτο, θέλοντες όμως πριν συλληφθούν να κατορθώσουν κάτι άξιον λόγου, το οποίον να τους αποζημιώση διά τον κίνδυνον που διέτρεχαν, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, τον οποίον συνήντησαν πλησίον του Λεωκορείου, ενώ διηυθέτει την Παναθηναϊκήν πομπήν. Υπάρχουν, άλλωστε, και άλλα πολλά γεγονότα, τα οποία δεν ελησμονήθησαν λόγω πολυκαιρίας, αλλ’ είναι σύγχρονα, ως προς τα οποία και οι άλλοι Έλληνες διατελούν εις πλάνην, ως λόγου χάριν, ότι οι βασιλείς της Σπάρτης δίδουν έκαστος όχι μίαν, αλλά δύο ψήφους, και ότι οι Λακεδαιμόνιοι έχουν εις τον στρατόν των τον Πιτανάτην λόχον, ο οποίος ουδέποτε πραγματικώς υπήρξε. Τόσον απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι ανθρώποι να υποβάλλονται εις κόπον προς αναζήτησιν της αληθείας και τρέπονται μάλλον προς ό,τι ευρίσκουν έτοιμον.
21. Εν τούτοις, δεν θα επλανάτο κανείς, εάν επί τη βάσει των ανωτέρω τεκμηρίων έκρινεν ότι τα του παλαιού καιρού ήσαν κατά μεγάλην προσέγγισιν τοιαύτα, όπως τα εξέθεσα. Ούτε πρέπει να δώση μεγαλυτέραν πίστιν εις τας υπερβολάς της φαντασίας των ποιητών, ούτε εις τας διηγήσεις των χρονογράφων, τας οποίας ούτοι εσύνθεσαν μάλλον διά να ευχαριστήσουν τους ακροατάς των παρά διά να ειπούν την αλήθειαν. Αι διηγήσεις αυταί είναι ανεξέλεγκτοι και κατά το πλείστον περιήλθαν ένεκα της πολυκαιρίας εις την χώραν των μύθων, ώστε να καταστούν απίστευτοι. Προκειμένου, εν τούτοις, περί πραγμάτων τόσον παλαιών, πρέπει να θεωρήση κανείς ότι ταύτα εξηκριβώθησαν αποχρώντως, επί τη βάσει των πλέον αναμφισβήτητων τεκμηρίων. Και μολονότι οι άνθρωποι, εφόσον μεν διεξάγουν ένα πόλεμον, τον θεωρούν ως τον μέγιστον, ενώ όταν τελειώση θαυμάζουν περισσότερον τους παλαιούς, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, διά τον κρίνοντα επί τη βάσει αυτών των γεγονότων, θέλει αποδειχθή ότι υπήρξε μεγαλύτερος από όλους τους προηγουμένους.
22. Και ως προς μεν τους λόγους, τους απαγγελθέντας από διαφόρους, είτε κατά τας παραμονάς του πολέμου, είτε κατά την διάρκειαν αυτού, η ακριβής απομνημόνευσις των λεχθέντων ήτο δύσκολος, ή μάλλον αδύνατος, και εις εμέ, δι’ όσους ο ίδιος ήκουσα, και εις τους άλλους, όσοι μου ανεκοίνωσαν αυτούς από τα διάφορα μέρη όπου τους ήκουσαν. Διά τούτο τους έγραψα όπως ενόμισα, ότι έκαστος των ρητόρων ηδύνατο να ομιλήση προσφορώτερον προς την εκάστοτε περίστασιν, προσηλούμενος συγχρόνως όσον το δυνατόν περισσότερον εις την γενικήν έννοιαν των πραγματικώς λεχθέντων. Τα γεγονότα, εξ άλλου, του πολέμου έκρινα καθήκον μου να γράψω, όχι λαμβάνων τας πληροφορίας μου από τον πρώτον τυχόντα, ούτε όπως τα εφανταζόμην, αλλ’ αφού υπέβαλα εις ακριβέστατον έλεγχον και εκείνα των οποίων υπήρξα αυτόπτης μάρτυς και όσα έμαθα από άλλους. Αλλ’ η εξακρίβωσίς των ήτο έργον δύσκολον, διότι οι αυτόπται μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιον τρόπον, αλλ’ έκαστος αναλόγως της μνήμης του ή της ευνοίας, την οποίαν είχε προς τον ένα η τον άλλον αντίπαλον. Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα, θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν’ αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, διά να λησμονηθή μετ’ ολίγον.
23. Σύγκρισις του Πελοποννησιακού πολέμου προς τους παλαιοτέρους
Η σπουδαιοτέρα πολεμική επιχείρησις των προηγουμένων χρόνων είναι ο Περσικός πόλεμος, και του πολέμου όμως αυτού η έκβασις απεφασίσθη ταχέως με δυο πεζομαχίας και δύο ναυμαχίας. Ενώ ο παρών πόλεμος παρετάθη εις μέγα μήκος και συνωδεύθη από τοιαύτας συμφοράς, ομοίας των οποίων δεν είχε γνωρίσει η Ελλάς εις ίσον διάστημα χρόνου. Ουδέποτε άλλοτε τωόντι τόσαι πόλεις εκυριεύθησαν και ηρημώθησαν, άλλαι μέν από βαρβάρους, άλλαι δε από τους ιδίους τους Έλληνας, που επολέμουν οι μεν κατά των δε. Μερικαί μάλιστα από τας πόλεις αυτάς μετά την άλωσίν των και κατοίκους μετέβαλαν. Ουδέποτε εξορίαι και φόνοι υπήρξαν συχνότεροι, από όσους συνέβησαν είτε ως άμεσος συνέπεια του πολέμου, είτε ως αποτέλεσμα των εμφυλίων σπαραγμών. Και έτσι αι διηγήσεις των παρελθόντων χρόνων, αι οποίαι μας περιήλθαν διά της παραδόσεως, αλλ’ εβεβαιούντο σπανίως από γεγονότα, έπαυσαν να είναι απίστευτοι. Διότι και σεισμοί έγιναν μεγάλης εκτάσεως και συγχρόνως εντάσεως ισχυρότατης, και εκλείψεις ηλίου συχνότεραι από τας μνημονευομένας εις το παρελθόν, και ξηρασίαι μεγάλαι εις μερικά μέρη, από τας οποίας προεκλήθησαν λιμοί, και τέλος και η λοιμώδης νόσος, η οποία επροξένησε μεγίστην βλάβην και κατέστρεψε σημαντικόν αριθμόν ανθρώπων. Διότι όλαι αυταί αι συμφοραί ενέσκηψαν συγχρόνως με τον παρόντα πόλεμον, ο οποίος ήρχισεν, αφού οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι διέρρηξαν την Τριακονταετή ειρήνην, την οποίαν είχαν συνομολογήσει μετά την άλωσιν της Ευβοίας. Και έγραψα πρώτον τας αίτιας και τας διαφοράς, ένεκα των οποίων διέρρηξαν την ειρήνην, ώστε να μη ευρέθη κανείς εις το μέλλον εις την ανάγκην να εξετάση διά ποίον λόγον οι Έλληνες περιεπλέχθησαν εις τόσον μεγάλον πόλεμον.
Αίτια του Πελοποννησιακού πολέμου
Η αληθεστάτη, πραγματικώς, αλλ’ ανομολόγητος αιτία υπήρξε, νομίζω, η αυξανομένη δύναμις των Αθηνών, η οποία επτόησε τους Λακεδαιμονίους και τους εξώθησεν εις πόλεμον. Οι λόγοι όμως, τους οποίους τα δύο μέρη επρόβαλαν δημοσία διά την διάρρηξιν της ειρήνης και την έκρηξιν του πολέμου, είναι οι εξής:

Τα Κερκυραϊκά (24-55)
24. Άρνησις των Κερκυραίων να συνδιαλλάξουν τους ερίζοντας μεταξύ των Επιδαμνίους
Εις τα δεξιά του εισπλέοντος την Αδριατικήν θάλασσαν, ευρίσκεται η πόλις Επίδαμνος, με την οποίαν γειτονεύουν οι Ταυλάντιοι βάρβαροι, έθνος Ιλλυρικόν. Την πόλιν απώκισαν μεν οι Κερκυραίοι, αλλ’ ιδρυτής υπήρξεν ο Κορίνθιος Φάλιος, υιός του Ερατοκλείδου, απόγονος του Ηρακλέους, μετακληθείς από την μητρόπολιν, κατά το γνωστόν παλαιόν έθιμον. Εις τον εποικισμόν έλαβαν μέρος και Κορίνθιοι και άλλοι Δωριείς. Με την πάροδον του χρόνου η Επίδαμνος έγινε σημαντική και πολυάνθρωπος. Αλλ’ επισυνέβησαν εμφύλιοι σπαραγμοί, διαρκέσαντες, ως λέγεται, πολλά έτη, και συνεπεία πολέμου με τους γείτονας βαρβάρους, οι Επιδάμνιοι εξέπεσαν και εστερήθησαν το μεγαλύτερον μέρος της δυνάμεώς των. Ολίγον τέλος προ του παρόντος πολέμου, ο λαός εξεδίωξε τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι, ενωθέντες με τους βαρβάρους, ελήστευαν τους κατοίκους της Επιδάμνου και κατά γην και κατά θάλασσαν. Οι τελευταίοι, εξ άλλου, ευρισκόμενοι εις στενόχωρον θέσιν, απέστειλαν πρέσβεις εις την Κέρκυραν, ως την μητρόπολίν των, παρακαλούντες να μη προσβλέπουν με αδιαφορίαν την καταστροφήν των, αλλά να τους συνδιαλλάξουν με τους εξορίστους και να θέσουν τέρμα εις τον πόλεμον των βαρβάρων. Την παράκλησιν αυτήν υπέβαλαν οι πρέσβεις των, αφού εκάθισαν ως ικέται εις τον ναόν της Ήρας. Οι Κερκυραίοι, εν τούτοις, δεν εισήκουσαν την ικεσίαν, και οι πρέσβεις ανεχώρησαν άπρακτοι.
25.Απόφασις των Κορινθίων περί επεμβάσεως εις Επίδαμνον
Oι Επιδάμνιοι, εννοήσαντες ότι ουδεμίαν βοήθειαν έπρεπε ν’ αναμένουν από την Κέρκυραν, δεν εγνώριζαν πώς ν’ αντιμετωπίσουν την περίστασιν, και αποστείλαντες εις τους Δελφούς, ηρώτησαν τον θεόν, εάν έπρεπε να παραδώσουν την πόλιν εις τους Κορινθίους ως οργανωτάς της αποικίας και προσπαθήσουν να επιτύχουν καμμίαν βοήθειαν από αυτούς. Ο θεός απήντησε παραγγέλλων να την παραδώσουν εις τους Κορινθίους και τεθούν υπό την ηγεσίαν των. Συνεπεία τούτου, οι Επιδάμνιοι ήλθαν εις την Κόρινθον, όπου, ανακοινώσαντες την απάντησιν του μαντείου και υπενθυμίσαντες συγχρόνως ότι ο αρχικός ιδρυτής της πόλεως των ήτο Κορίνθιος, παρέδωκαν εις αυτούς την αποικίαν και παρεκάλουν να έλθουν εις βοήθειάν των και να μη προσβλέπουν με αδιαφορίαν την καταστροφήν των. Οι Κορίνθιοι υπεσχέθησαν να βοηθήσουν, εν μέρει μεν χάριν προστασίας των δικαιωμάτων των, διότι εθεώρουν ότι η αποικία ήτο ιδική των εξ ίσου όσον και των Κερκυραίων, εν μέρει δε, διότι εμίσουν τους Κερκυραίους, καθόσον ούτοι, μολονότι άποικοι της Κορίνθου, εφέροντο ανευλαβώς προς την μητρόπολιν. Τωόντι, ούτε κατά τας κοινάς πανηγύρεις απέδιδαν εις αυτήν τας νενομισμένας τιμάς και πρωτοκαθεδρίας, ούτε κατά τας θυσίας ανεγνώριζαν εις τους Κορινθίους το δικαίωμα να λαμβάνουν πρώτοι τας καταρχάς, ως πράττουν αι λοιπαί αποικίαι. Συμπεριεφέροντο τουναντίον περιφρονητικώς προς αυτούς, διότι κατ’ εκείνον τον χρόνον, υπό έποψιν μεν της δυνάμεως, την οποίαν δίδει ο πλούτος, ήσαν ίσοι προς τους πλουσιοτέρους Έλληνας, υπό έποψιν δε πολεμικής παρασκευής δυνατώτεροι, ενώ κατά την ναυτικήν δύναμιν εκαυχώντο ενίοτε ότι υπερέχουν και κατά πολύ, λόγω του ότι οι Φαίακες, οι οποίοι ήσαν ονομαστοί διά την ναυτικήν των εμπειρίαν, είχαν κατοικήσει την Κέρκυραν πριν από αυτούς. Διά τον λόγον τούτον, πράγματι, εξηκολούθουν αναπτύσσοντες το ναυτικόν των και ήσαν πραγματικώς ισχυρότατοι, διότι κατά την έναρξιν του πολέμου είχαν εκατόν είκοσι τριήρεις.
26.Πολιορκία της Επιδάμνου υπό των Κερκυραίων
Έχοντες λοιπόν όλας αυτάς τας αφορμάς παραπόνων, οι Κορίνθιοι έδωσαν ευχαρίστως την ζητηθείσαν βοήθειαν εις την Επίδαμνον, προσκαλέσαντες καθένα που ήθελε να μεταβή εκεί ως άποικος και αποστείλαντες φρουράν, αποτελουμένην από Αμπρακιώτας, Λευκαδίους και Κορινθίους. Η μετάβασις αυτών έγινε διά ξηράς μέχρι της Απολλωνίας, η οποία ήτο αποικία των Κορινθίων, εκ φόβου μήπως οι Κερκυραίοι τους εμποδίσουν μεταβαίνοντας διά θαλάσσης. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, ως έμαθαν ότι οι άποικοι και η φρουρά είχαν φθάσει εις την Επίδαμνον και ότι η αποικία των είχε παραδοθή εις τους Κορινθίους, εξωργίσθησαν εις άκρον. Αποπλεύσαντες δε αμέσως με είκοσι πέντε πολεμικά πλοία και βραδύτερον με μεγαλυτέραν μοίραν στόλου, απήτησαν απειλητικώς από τους Επιδαμνίους ν’ αποπέμψουν την φρουράν και τους αποίκους που έστειλαν οι Κορίνθιοι και να δεχθούν οπίσω τους εξορίστους. Διότι οι τελευταίοι είχαν έλθει εις την Κέρκυραν, και υπενθυμίζοντες τους τάφους των κοινών προγόνων και την κοινήν καταγωγήν, την οποίαν επεκαλούντο, παρεκάλουν τους Κερκυραίους να τους αποκαταστήσουν εις τας εστίας των. Αλλ’ επειδή οι Επιδάμνιοι με καμμίαν από τας απαιτήσεις αυτάς δεν συνεμορφώθησαν, οι Κερκυραίοι, παραλαβόντες και τους Ιλλυριούς ως συμμάχους, και ακολουθούμενοι από τους εξορίστους, διά να τους αποκαταστήσουν εις τας εστίας των, εξεστράτευσαν εναντίον των με σαράντα πλοία. Στρατοπεδεύσαντες δε προ της πόλεως, εδημοσίευσαν προκήρυξιν, ότι οι ξένοι και όσοι από τους Επιδαμνίους θέλουν, ημπορούν να απέλθουν χωρίς να πάθουν τίποτε, ειδεμή θα τους μεταχειρισθούν ως εχθρούς. Αλλ’ επειδή η ταχθείσα προθεσμία παρήλθεν άπρακτος, οι Κερκυραίοι ήρχισαν την πολιορκίαν της πόλεως, η οποία είναι κτισμένη επάνω εις ισθμόν.
27.Προετοιμασία των Κορινθίων
Οι Κορίνθιοι, εξ άλλου, άμα ως έμαθαν την πολιορκίαν από αγγελιαφόρους, σταλέντας από την Επίδαμνον, ήρχισαν να ετοιμάζονται όπως εκστρατεύσουν, και συγχρόνως επροκήρυξαν αποικίαν διά την Επίδαμνον, λέγοντες ότι οι νέοι άποικοι θα είχαν τα ίδια εντελώς δικαιώματα με τους παλαιούς, όσοι όμως ήθελαν να λάβουν μέρος εις την αποικίαν, αλλά να μην αναχωρήσουν αμέσως, ημπορούσαν να μείνουν, καταβάλλοντες πενήντα κορινθιακάς δραχμάς έκαστος. Και οι αμέσως απερχόμενοι ήσαν πολλοί, καθώς και oι καταβάλλοντες το χρήμα. Παρεκάλεσαν, εξ άλλου, και τους Μεγαρείς να τους συνοδεύσουν δι’ ιδίου στόλου, μήπως τυχόν εμποδιστούν ατό τους Κερκυραίους κατά τον πλουν. Και oι Μεγαρείς ητοιμάζοντο να συμπλεύσουν με οκτώ πλοία και οι Παλείς της Κεφαλληνίας με τέσσερα. Εζήτησαν επίσης την συνδρομην άλλων, εκ των οποίων οι Επιδαύριοι διέθεσαν πέντε πλοία, οι Ερμιονείς εν, οι Τροιζήνιοι δύο, οι Λευκάδιοι δέκα και οι Αμπρακιώται οκτώ. Από τους Θηβαίους και τους Φλειασίους εζήτησαν χρηματικήν επικουρίαν, και από τους Ηλείους, εκτός χρηματικής επικουρίας, και κενά πλοία. Οι ίδιοι, εξ άλλου, οι Κορίνθιοι παρεσκεύαζαν τριάντα πλοία και τρισχιλίους οπλίτας.
28.Πρεσβεία Κερκυραίων εις Κόρινθον
Όταν οι Κερκυραίοι έμαθαν τας ετοιμασίας αυτάς, παρέλαβαν πρέσβεις των Λακεδαιμονίων και Σικυωνίων και ελθόντες με αυτούς εις την Κόρινθον, απήτουν από αυτούς, καθό ξένους προς την Επίδαμνον, ν’ ανακαλέσουν την φρουράν και τους αποίκους που ευρίσκοντο ήδη εντός της πόλεως. Εάν όμως διεκδικούν αυτοί, δικαιώματα επί της Επιδάμνου, εδήλωναν ότι δέχονται να υποβάλουν την διαφοράν των εις την διαιτησίαν οιωνδήποτε πόλεων της Πελοποννήσου, τας οποίας θα ώριζαν και οι δύο εκ συμφώνου, και να κρατήση οριστικώς την αποικίαν εκείνος, εις τον οποίον θα επεδικάζετο. Εδήλωναν ακόμη ότι δέχονται να υποβληθή η διαφορά των εις το μαντείον των Δελφών. Αλλ’ εξώρκιζαν αυτούς να μην ωθήσουν τα πράγματα μέχρι πολέμου, ειδεμή και αυτοί, έλεγαν, εξωθούμενοι από τους Κορινθίους, θ’ αναγκασθούν μάλλον να συνάψουν νέας φιλίας αντί των σημερινών, χάριν της ιδίας των αμύνης. Οι Κορίνθιοι απήντησαν ότι δέχονται να εξετάσουν την πρότασιν των, εάν οι Κερκυραίοι αποσύρουν από την Επίδαμνον και τον στόλον των και τους βαρβάρους. Πριν όμως γίνη τούτο, δεν είναι ορθόν να διεξάγουν αυτοί δικαστικόν αγώνα, ενώ oι Επιδάμνιοι πολιορκούνται. Οι Κερκυραίοι, εν τούτοις, ανταπήντησαν ότι δέχονται την αντιπρότασιν των Κορινθίοιν, εάν και αυτοί αποσύρουν την φρουράν και τους αποίκους των που ευρίσκοντο ήδη εντός της Επιδάμνου. Αλλ’ ότι δέχονται επίσης να συνομολογηθή ανακωχή, επί τη βάσει της τηρήσεως του καθεστώτος, μέχρις εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως.
29.Ήττα των Κορινθίων
Oι Κορίνθιοι, εν τούτοις, καμμίαν από τας προτάσεις αυτάς δεν ήθελαν να δεχθούν, αλλ’ ευθύς ως ητοιμάσθησαν τα πληρώματα του στόλου και προσήλθαν οι σύμμαχοι, προαπέστειλαν κήρυκα, διά να κηρύξη τον πόλεμον κατά των Κερκυραίων, μεθ’ ο απέπλευσαν διευρυνόμενοι προς την Επίδαμνον, με στόλον αποτελούμενον από εβδομήντα πέντε πλοία και δύο χιλιάδας οπλίτας, διά ν’ αρχίσουν τας εχθροπραξίας κατά των Κερκυραίων. Αρχηγοί του μεν στόλου ήσαν ο Αριστεύς, υιός του Πελλίχου, ο Καλλικράτης, υιός του Καλλίου, και ο Τιμάνωρ, υιός του Τιμάνθους, του δε πεζικού ο Αρχέτιμος, υιός του Ευρυτίμου, και ο Ισαρχίδας, υιός του Ισάρχου. Όταν έφθασαν εις το Άκτιον, κείμενον εις την περιφέρειαν του Ανακτορίου, κατά την είσοδον του Αμπρακικού κόλπου, όπου εγείρεται ο περιώνυμος ναός του Απόλλωνος, οι Κερκυραίοι απέστειλαν δι’ ελαφρού σκάφους κήρυκα, όπως απαγόρευση εις αυτούς να πλεύσουν εναντίον των, και συγχρόνως ήρχισαν επιβιβάζοντες τα πληρώματα, αφού προηγουμένως εδυνάμωσαν διά νέων ζυγών τα παλαιά πλοία, όπως τα καταστήσουν πλεύσιμα, και ενήργησαν τας αναγκαίας επί των λοιπών επισκευάς. Και επειδή και ο κήρυξ επιστρέψας δεν έφερε καμμιάν απάντησιν ειρηνικήν εκ μέρους των Κορινθίων, και τα πλοία του στόλου, ογδοήντα τον αριθμόν, είχαν συμπληρώσει τα πληρώματα των (διότι σαράντα άλλα επολιόρκουν την Επίδαμνον), εξέπλευσαν προς συνάντησιν του εχθρού και ταχθέντες εις τάξιν μάχης εναυμάχησαν, και νικήσαντες κατά κράτος, κατέστρεψαν δέκα πέντε πλοία των Κορινθίων. Την ιδίαν ημέραν συνέπεσε και οι πολιορκούντες την Επίδαμνον Κερκυραίοι ν’ αναγκάσουν αυτήν εις παράδοσιν, υπό τον όρον ότι οι μεν νέοι άποικοι θα πωληθούν ως δούλοι, oι δε Κορίνθιοι θα κρατηθούν εις τας φυλακάς μέχρις ότου αποφασισθή η περαιτέρω τύχη των.
30. Μετά την ναυμαχίαν, οι Κερκυραίοι έστησαν τρόπαιον εις την Λευκίμνην, ακρωτήριον της Κερκύρας, και τους μεν άλλους αιχμαλώτους εφόνευσαν, τους Κορινθίους όμως εκράτησαν φυλακισμένους. Όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοί των ανεχώρησαν μετά την ήτταν των, επιστρέφοντες με τα πλοία των εις τα ίδια, οι Κερκυραίοι έμειναν του λοιπού κύριοι όλου του Ιονίου πελάγους, και πλεύσαντες εις την Λευκάδα, αποικίαν των Κορινθίων, εδενδροτόμησαν μέρος της γης, εμπρήσαντες και την Κυλλήνην, επίνειον των Ηλείων, διότι είχε χορηγήσει πλοία και χρήματα εις τους Κορινθίους. Και το μεγαλύτερον άλλωστε διάστημα του θέρους αυτού μετά την ναυμαχίαν εκυριάρχουν της θαλάσσης εκείνης, και ενεργούντες επιδρομάς διά του στόλου, ελαφυραγώγουν τους συμμάχους των Κορινθίων, μέχρις ότου, ότε ήδη το θέρος είχε προχωρήσει πολύ, οι Κορίνθιοι, βλέποντες ότι οι σύμμαχοί των υπέφεραν, έστειλαν στόλον και στρατόν και εστρατοπέδευσαν εις το Άκτιον και περί το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος, προς προστασίαν και της Λευκάδος και των αλλων πόλεων όσαι ήσαν φιλικαί προς αυτούς. Ο στόλος αντιθέτως και ο στρατός των Κερκυραίων εστρατοπέδευσαν εις την Λευκίμνην. Κανείς όμως από τους δύο δεν προέβαινεν εις επίθεσιν κατά του άλλου, αλλ’ αφού έμειναν αντιμέτωποι, κατά την υπολειπομένην διάρκειαν του θέρους, επέστρεψαν εις τα ίδια και οι μεν και οι δε, όταν ήδη είχεν επέλθει ο χειμών.
31.Πρέσβεις της Κορίνθου και της Κερκύρας εις Αθήνας
Επί δύο ολόκληρα έτη μετά την ναυμαχίαν, οι Κορίνθιοι, εξηρεθισμένοι από την πορείαν του πολέμου προς τους Κερκυραίους, εναυπήγουν πλοία, παρασκευάζοντες ισχυρότατον στόλον, και εναυτολόγουν από την ιδίαν Πελοπόννησον και από την άλλην Ελλάδα ερέτας, τους οποίους προσείλκυαν διά του μισθού. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, μανθάνοντες τας προετοιμασίες αυτάς, εφοβήθησαν, και επειδή δεν ήσαν σύμμαχοι με κανέν από τα Ελληνικά κράτη, και δεν είχαν καταταχθή εις την ομοσπονδίαν ούτε των Αθηναίων, ούτε των Λακεδαιμονίων, απεφάσισαν να υπάγουν προς τους Αθηναίους, διά να επιδιώξουν να γίνουν σύμμαχοι των και επιτύχουν, αν ημπορέσουν, επικουρίαν από αυτούς. Αλλά και οι Κορίνθιοι, όταν έμαθαν το πράγμα, απέστειλαν και αυτοί πρέσβεις εις τας Αθήνας, εκ φόβου μήπως η προσθήκη του Αθηναϊκού ναυτικού εις το Κερκυραϊκόν εμποδίση αυτούς να τερματίσουν ικανοποιητικώς τον πόλεμον. Συγκληθείσης εκτάκτου συνελεύσεως του λαού, εξέθεσαν ενώπιον αυτής ο εις μετά τον άλλον τ’ αντίθετα επιχειρήματά των. Και οι μεν Κερκυραίοι ωμίλησαν ως εξής περίπου:
32.Λόγοι των Κερκυραίων Πρέσβεων
«Άνδρες Αθηναίοι, όσοι, όπως ημείς τώρα, προσέρχονται διά να ζητήσουν την βοήθειαν των αλλων, προς τους οποίους ούτε διά προηγουμένης συμμαχίας συνδέονται, ούτε σημαντικός υπηρεσίας ποτέ επρόσφεραν, ορθόν είναι κατά πρώτον λόγον να τους πείσουν, εάν ημπορούν, ότι η παροχή της ζητούμενης συνδρομής είναι συμφέρουσα δι’ αυτούς, η τουλάχιστον ότι δεν είναι επιζήμια, και δεύτερον ότι η ευγνωμοσύνη των θα είναι διαρκής. Εάν δε ούτε το εν, ούτε το άλλο αποδείξουν, πρέπει να μην οργίζωνται, εάν αποτύχουν. Οι Κερκυραίοι, ως εκ τούτου, μας απέστειλαν, διότι πιστεύουν ότι, ζητούντες την συμμαχίαν σας, είναι συγχρόνως εις θέσιν να σας δώσουν εγγυήσεις ως προς τα δυο αυτά σημεία. Συμβαίνει, εν τούτοις, η μέχρι τούδε πολιτική μας να είναι και ασυμβίβαστος με την αίτησιν που σας υποβάλλομεν σήμερον και ασύμφορος συγχρόνως δι’ ημάς υπό τας παρούσας περιστάσεις. Διότι, ενώ κανενός ποτέ δεν ηθελήσαμεν εις το παρελθόν να γίνωμεν σύμμαχοι, ερχόμεθα σήμερον να ζητήσωμεν την συμμαχίαν άλλων, και συγχρόνως, ένεκα της πολιτικής μας αυτής, ανελάβαμεν μεμονωμένοι τον παρόντα πόλεμον προς τους Κορινθίους. Και δι’ αυτό, ό,τι πριν εθεωρείτο σύνεσις εκ μέρους μας, το να μη περιπλεκώμεθα δηλαδή εις ξένας συμμαχίας και εκτιθέμενα ούτως εις κινδύνους, οι οποίοι είναι συνέπεια της πολιτικής άλλων, κατήντησεν ήδη φανερά ασυνεσία και πηγή αδυναμίας. Είναι αληθές ότι κατά την ναυμαχίαν, η οποία έλαβε χώραν, απεκρούσαμεν τους Κορινθίους μόνοι, χωρίς την βοήθειαν αλλων. Τώρα όμως που είναι έτοιμοι να μας επιτεθούν με ακόμη μεγαλυτέρας στρατιωτικάς δυνάμεις, τας οποίας έχουν συγκεντρώσει από την Πελοπόννησον και την άλλην Ελλάδα, βλέπομεν ότι είμεθα ανίσχυροι ν’ αντισταθώμεν επιτυχώς με μόνας τας ιδικάς μας δυνάμεις, και ότι, εξ άλλου, θα κινδυνεύσωμεν τον έσχατον κίνδυνον, εάν περιέλθωμεν υπό την εξουσίαν των. Ευρισκόμεθα επομένως εις την ανάγκην να ζητήσωμεν βοήθειαν και από σας και από κάθε άλλον, και πρέπει να θεωρηθώμεν άξιοι συγγνώμης, εάν, όχι από χαμέρπειαν, αλλά μάλλον διότι αναγνωρίζομεν την πλάνην μας, ενεργούμεν αδιστάκτως κατά τρόπον αντίθετον προς την προηγουμένην πολιτικήν της απομονώσεως.
33. «Η αποδοχή της αιτήσεώς μας κατά την στιγμήν αυτήν είναι δι’ εσάς ευκαιρία, όπως πολλαπλήν πορισθήτε ωφέλειαν. Πρώτον, διότι θα παράσχετε την συνδρομήν σας εις αδικούμενους και όχι εις αδικούντας, έπειτα δε, διότι παρέχοντες την συμμαχίαν σας προς ανθρώπους, των οποίων τα ζωτικά συμφέροντα ευρίσκονται εις κίνδυνον, θ’ αποταμιεύσετε εις τας καρδίας μας, με όλην τη δυνατήν ασφάλειαν, θησαυρόν αιωνίας ευγνωμοσύνης, και τέλος, διότι έχομεν στόλον μεγαλύτερον από κάθε άλλον, εκτός του ιδικού σας. Και σκεφθήτε πόσον σπανία είναι η ευτυχία αυτή, η οποία προς μεγάλην λύπην των εχθρών σας ασφαλίζει εις σας τούτο, ότι η δύναμις εκείνη, την συμμαχίαν της οποίας θα εκρίνατε αξίαν πολλών χρημάτων και μεγάλης ευγνωμοσύνης, προσέρχεται σήμερον απρόσκλητος, προσφερομένη χωρίς κινδύνους και δαπάνας ιδικάς σας, ασφαλίζουσα συγχρόνως την εκτίμησιν των πολλών διά την γενναιοφροσύνην σας, την ευγνωμοσύνην εκείνων, τους οποίους θα βοηθήσετε, και την αύξησιν της ιδικής σας δυνάμεως. Εις πολύ ολίγους, τωόντι, ανθρώπους έτυχε να προσφερθούν καθ’ όλον το παρελθόν τόσα πολλά πλεονεκτήματα συγχρόνως. Ολίγοι, εξ άλλου, έχοντες ανάγκην συμμαχίας, προσέρχονται προσφέροντες εις εκείνους, από τους οποίους την ζητούν, ασφάλειαν και τιμήν ίσην προς εκείνην, την οποίαν πρόκειται να λάβουν από αυτούς οι ίδιοι. Αλλ’ εάν κανείς από σας νομίζη ότι ο πόλεμος, που θα μας δώση την ευκαιρίαν να φανώμεν χρήσιμοι, δεν θα γίνη, πλανάται, και δεν αντιλαμβάνεται ότι οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν τον πόλεμον, διότι φοβούνται την αύξησιν της δυνάμεώς σας, και ότι οι Κορίνθιοι, οι οποίοι είναι εχθροί σας, όχι μόνον ασκούν μεγάλην επιρροήν επ’ αυτών, αλλά και προπαρασκευάζουν την εναντίον σας επίθεσιν, ζητούντες να καταβάλουν ημάς προηγουμένως. Διότι δεν θέλουν, ωθούμενοι από το κοινόν ημών μίσος εναντίον των, να τους αντιμετωπίσωμεν ηνωμένοι, μήτε να τρέξουν τον κίνδυνον, πριν ημείς ενωθώμεν, να αποτύχουν εις τον διπλούν αυτών σκοπόν, να βλάψουν δηλαδή ημάς, να ενισχυθούν δε οι ίδιοι. Καθήκον αντιθέτως έχομεν να λάβωμεν την πρωτοβουλίαν, ημείς μεν προσφέροντες, σεις δε δεχόμενοι την συμμαχίαν, και να τους προλάβωμεν μάλλον εις τα σχέδια των παρά να ματαιώσωμεν αυτά εκ των υστέρων.
34. «Αλλ’ εάν ισχυρίζωνται ότι δεν είναι δίκαιον να δέχεσθε σεις τους ιδικούς των αποίκους, οφείλουν να μάθουν ότι κάθε αποικία τιμά την μητρόπολιν, εάν αυτή την μεταχειρίζεται καλώς, αδικουμένη όμως, αποξενούται από αυτήν. Διότι οι άποικοι απομακρύνονται από το πάτριον έδαφος, όχι διά να είναι δούλοι εκείνων που μένουν οπίσω, αλλά διά να είναι ίσοι με αυτούς. Ότι, άλλωστε, είχαν άδικον είναι προφανές. Διότι, ενώ επροτείναμεν εις αυτούς διαιτησίαν διά το ζήτημα της Επιδάμνου, ηθέλησαν να επιδιώξουν την ικανοποίησιν των αιτιάσεών των διά πολέμου μάλλον παρά δι’ αμερόληπτου διαδικασίας. Και η συμπεριφορά των προς ημάς, οι οποίοι συνδεόμεθα με αυτούς διά της κοινής καταγωγής, ας χρησιμεύση διά σας ως κάποια προειδοποίησις, ώστε, εάν μεν επιδιώξουν να σας παραπλανήσουν, να μη παρασυρθήτε από αυτούς, εάν δε ζητήσουν φανερά την συνδρομήν σας, να τους την αρνηθήτε. Καθόσον εκείνος εξασφαλίσει αποτελεσματικώτερον την ησυχίαν του, ο οποίος σπανιώτατα λαμβάνει αφορμήν να μεταβληθή, διότι εχαρίσθη προς τους αντιπάλους του.
35. «Ούτε, άλλωστε, θα διαρρήξετε την συνθήκην της ειρήνης προς τους Λακεδαιμονίους, εάν δεχθήτε ημάς, οι οποίοι δεν είμεθα σύμμαχοι ούτε του ενός, ούτε του άλλου. Διότι η συνθήκη ορίζει ότι αι Ελληνικαί πόλεις, όσαι είναι έξω από την συμμαχίαν, ημπορούν να προσέλθουν κατ’ αρέσκειαν προς το εν ή το άλλο μέρος. Και θα ήτο τερατώδες, εάν αυτοί μεν ημπορούν να καταρτίζουν τα πληρώματα του στόλου των και από τους συμμάχους των και από την άλλην Ελλάδα και προ πάντων από τους ιδικούς σας υπηκόους, ημάς δε να εμποδίζουν όχι μόνον από την συμμαχίαν αυτήν, εις την οποίαν έκαστος δύναται να προσέλθη ελευθέρως, αλλά και από την βοήθειαν εξ οιουδήποτε άλλου μέρους, και έπειτα να χαρακτηρίζουν ως έγκλημα, εάν πεισθήτε ν’ αποδεχθήτε την αίτησίν μας. Πολύ ευλογωτέρας αιτίας παραπόνων θα έχωμεν ημείς, εάν δεν πεισθήτε να την αποδεχθήτε. Διότι ημάς μεν θ’ αποκρούσετε, ενώ κινδυνεύομεν και δεν είμεθα εχθροί σας, αυτούς όμως όχι μόνον δεν θα εμποδίσετε, ενώ και εχθροί σας είναι και πρώτοι επιτίθενται, αλλά και θα επιτρέψετε εις αυτούς να προσλάβουν από την επικράτειάν σας νέαν δύναμιν. Τούτο όμως δεν είναι δίκαιον, αλλά πρέπει ή και αυτούς να εμποδίσετε από του να στρατολογούν μισθοφόρους από την επικράτειάν σας ή και εις ημάς να στείλετε βοήθειαν καθ’ οιονδήποτε τρόπον εγκρίνετε. Το καλύτερον μάλιστα θα είναι να μας δεχθήτε και μας βοηθήσετε φανερά ως συμμάχους. Καθώς άλλωστε εξ αρχής εδηλώσαμεν, πολλά είναι τα πλεονεκτήματα, τα οποία σας εξασφαλίζει η προσφορά μας, και το σπουδαιότερον όλων ότι οι αντίπαλοί μας είναι αντίπαλοί σας- το οποίον είναι η καλύτερα εγγύησις της πίστεως ενός συμμάχου- και ότι οι αντίπαλοι αυτοί είναι όχι ασθενείς, αλλ’ ικανοί να βλάψουν εκείνους πού αποσπώνται απ’ αυτούς, διά να προσέλθουν εις άλλους. Και όταν σας προσφέρεται η συμμαχία ναυτικού και όχι ηπειρωτικού κράτους, ο προσεταιρισμός ή η αποξένωσίς του δεν είναι πράγμα αδιάφορον. Τουναντίον συμφέρον έχετε, προ πάντων μεν, εάν ημπορήτε, να μη επιτρέπετε εις άλλους να έχουν στόλον, ειδεμή να έχετε φίλον εκείνον, ο οποίος είναι ισχυρότατος κατά την ναυτικήν δύναμιν.
36. «Αλλ’ εάν κανείς αναγνωρίζη μεν ότι όσα υποστηρίζομεν είναι συμφέροντα, φοβείται όμως μήπως η αποδοχή της προτάσεώς μας γίνη αφορμή πολέμου, οφείλει να μάθη ότι εκείνο που προκαλεί τον φόβον του, ενισχυόμενον από δύναμιν, θα εμπνεύση μεγαλύτερον φόβον εις τους αντιπάλους του, ενώ το θάρρος του (Σ.Μ.: ήτοι η πίστις του εις το ασφαλές της ειρήνης), εάν τον εξωθεί εις απόκρουσιν της συμμαχίας μας, επειδη θα ήτο ανίσχυρον, θα επροκάλει ολιγώτερον φόβον εις τους εχθρούς σας, οι οποίοι είναι ισχυροί. Και συγχρόνως πρέπει να μη λησμονή ότι την στιγμήν αυτήν σκέπτεται περί του συμφέροντος των ιδίων των Αθηνών περισσότερον παρά της Κερκύρας, και ότι δεν προνοεί περί του συμφέροντός των κατά τον καλύτερον τρόπον, όταν, από υπερβολικήν προσήλωσιν προς το άμεσον παρόν, ενδοιάζη να ασφάλιση υπέρ αυτών, δια τον επικείμενον και σχεδόν παρόντα πόλεμον, χώραν, της οποίας η φιλία ή η έχθρα συνεπάγεται σπουδαιοτάτας συνεπείας. Διότι η Κέρκυρα κείται προσφορώτατα διά την ακτοπλοϊκήν μετάβασιν εις Ιταλίαν και Σικελίαν, διά να είναι εις θέσιν και να παρεμπόδιση την εκείθεν αποστολήν ναυτικής επικουρίας προς τους Πελοποννησίους και να συνοδεύση διά προπομπής την εντεύθεν αποστολήν στόλου προς τα εκεί, και πολλά άλλα παρέχει πλεονεκτήματα, Συγκεφαλαιώνοντες το σύνολον και τα καθέκαστα των επιχειρημάτων, ένεκα των οποίων δεν πρέπει να μας εγκαταλείψετε, λέγομεν ότι τρεις υπάρχουν στόλοι άξιοι λόγου εις την Ελλάδα, ο ιδικός σας, ο ιδικός μας και ο των Κορινθίων. Αλλ’ εάν επιτρέψετε να μας υποτάξουν προηγουμένως οι Κορίνθιοι και να ενωθούν τοιουτοτρόπως οι δυο εκ τούτων, θα έχετε ν’ αγωνισθήτε κατά θάλασσαν εναντίον των Κερκυραίων συγχρόνως και των Πελοποννησίων, ενώ, εάν μας δεχθήτε ως συμμάχους, θα δυνηθήτε ν’ αγωνισθήτε εναντίον των με τον στόλον σας ενισχυμένον διά του ιδικού μας». Και οι μεν Κερκυραίοι ωμίλησαν ούτω, οι δε Κορίνθιοι ως εξής:
37.
Λόγοι των Κορινθίων Πρέσβεων
«Εφόσον οι Κερκυραίοι εδώ ωμίλησαν όχι μόνον περί της παραδοχής των εις την συμμαχίαν σας, αλλά και περί του ότι η ενέργειά μας είναι άδικος και ο εναντίον των πόλεμος αδικαιολόγητος, αναγκαίον είναι, όπως και ημείς θίξωμεν προηγουμένως και τα δύο αυτά σημεία, και τότε μόνον προβώμεν εις την περαιτέρω ανάπτυξιν του λόγου μας, ώστε και την αξίωσίν μας να γνωρίσετε εκ των προτέρων ασφαλέστερον, και την αίτησιν, την οποίαν αυτοί εδώ σας υποβάλλουν, απορρίψετε, κατόπιν πλήρους γνώσεως του ζητήματος. Ισχυρίζονται, τωόντι, ότι από σύνεσιν δεν εδέχθησαν την συμμαχίαν κανενός μέχρι τούδε. Η πολιτική των, εν τούτοις, δεν ενεπνέετο από ελατήρια ευγενή, αλλά επεδίωκε σκοπούς κακοβούλους. Διότι δεν ήθελαν να έχουν κανένα ούτε σύμμαχον, ούτε μάρτυρα των εγκλημάτων των, ούτε να εντροπιάζωνται ζητούντες την βοήθειάν του δι’ αυτά. Η αυτάρκης, άλλωστε, θέσις της πόλεώς των επιτρέπει εις αυτούς να γίνωνται ευκολώτερον οι ίδιοι δικασταί των εναντίον άλλων αδικημάτων των, παρά αν ούτοι ωρίζοντο διά συνθηκών. Καθ’ όσον, σπανίως καταπλέοντες αυτοί εις ξένας ακτάς, δέχονται τους άλλους καταπλέοντας εξ ανάγκης συχνά εις τας ιδικάς των. Και υπό τας περιστάσεις αυτάς την ευπρόσωπον αποφυγήν συμμαχιών περιβάλλονται ως προσωπίδα, όχι πράγματι διά να μη παρασύρωνται από άλλους εις διάπραξιν αδικημάτων, αλλά διά να διαπράττουν αυτοί τοιαύτα άνευ της συμπράξεως αλλων, και επομένως να ασκούν μεν βίαν οσάκις είναι ισχυροί, να πλουτούν δε αθεμίτως οσάκις ημπορούν να μην ανακαλυφθούν, και να μένουν χαλκοπρόσωποι οσάκις κατορθώσουν να νοσφισθούν κάτι τι. Μολονότι, εάν ήσαν πραγματικώς έντιμοι ανθρώποι, όπως ισχυρίζονται, όσον ολιγώτερον ευπρόσβλητοι είναι εκ μέρους άλλων τόσον φανερώτερον θα ημπορούσαν να καταδείξουν τα ευγενή των ελατήρια, διά της προθύμου προσφυγής εις διαιτησίαν.
38. «Αλλ’ ούτε προς τους άλλους, ούτε προς ημάς δεικνύονται τοιούτοι, αλλ’ ενώ είναι άποικοί μας, απέκοψαν ανέκαθεν κάθε προς ημάς δεσμόν και ήδη διεξάγουν εναντίον μας πόλεμον, λέγοντες ότι δεν εστάλησαν ως άποικοι, διά να τους μεταχειριζώμεθα κακώς. Αλλά και ημείς ισχυριζόμενα ότι δεν τους εστείλαμεν, διά να περιφρονούμεθα από αυτούς, αλλά διά να είμεθα ηγέται των και απολαμβάνωμεν τον νενομισμένον σεβασμόν. Αι άλλαι τουλάχιστον αποικίαι μας τιμούν και μας δεικνύουν εξαιρετικήν στοργήν. Και είναι φανερόν ότι, εάν αρέσκωμεν εις τους περισσοτέρους, δεν υπάρχει εύλογος αιτία, διά την οποίαν ν’ απαρέσκωμεν εις αυτούς μόνους, ούτε θα διεξήγαμεν τον ασυνήθη τούτον πόλεμον μητροπόλεως εναντίον αποικίας, εάν και ο τρόπος, κατά τον οποίον ηδικήθημεν, δεν ήτο απαραδειγμάτιστος. Επεβάλλετο, άλλωστε, εις αυτούς, και εάν ακόμη ημείς είχαμεν άδικον, να δειχθούν ενδοτικοί απέναντι της οργής μας, οπότε θα ήτο αισχρόν δι’ ημάς να μεταχειρισθώμεν βίαν απέναντι της μετριοπαθείας των. Αντί τούτου, ωθούμενοι από την αλαζονείαν και την δύναμιν του πλούτου των, και κατά πολλούς άλλους τρόπους μας έχουν αδικήσει και την Επίδαμνον, η οποία είναι ιδική μας, εφόσον μεν υπέφερε, δεν επρόβαλλαν καμμιάν επ’ αυτής αξίωσιν, ευθύς όμως ως ημείς απήλθαμεν εις βοήθειάν της, την κατέλαβαν διά της βίας και εξακολουθούν να την κατέχουν.
39. «Ισχυρίζονται, αληθώς, ότι επρότειναν προηγουμένως να λυθή η διαφορά διά της δικαστικής οδού. Αλλά τοιαύτη πρότασις έχει αξίαν όταν γίνεται όχι εκ του ασφαλούς από εκείνον που κατέχει ήδη θέσιν πλεονεκτικήν, αλλ’ από εκείνον, ο όποιος πριν προσφύγη εις τα όπλα, θέτει τον εαυτόν του εις ίσην θέσιν με τον αντίπαλόν του, συνδυάζων τους λόγους προς τα έργα. Αυτοί όμως την εύσχημον πρότασιν της διαιτησίας διετύπωσαν, όχι πριν αρχίσουν την πολιορκίαν της Επιδάμνου, αλλ’ αφού ενόησαν ότι δεν θ’ ανεχθώμεν ημείς τούτο. Και μη αρκούμενοι εις το κακόν, το οποίον οι ίδιοι διέπραξαν εκεί, έρχονται εδώ αξιούντες από σας να γίνετε όχι κυρίως σύμμαχοι, αλλά συνεργοί των αδικημάτων των, και να τους δεχθήτε, ενώ είναι ήδη εχθροί μας. Καθήκον, εν τούτοις, είχαν να προσχωρήσουν εις την συμμαχίαν σας τότε που ήσαν εις πλήρη ασφάλειαν, και όχι τώρα πού ημείς μεν είμεθα θύματα της αδικίας των, αυτοί δε κινδυνεύουν, και που σεις, χωρίς να πορισθήτε πρωτύτερα καμμιάν ωφέλειαν από την δύναμιν των, θα παράσχετε εις αυτούς τώρα την βοήθειάν σας, και ενώ δεν ελάβατε μέρος εις τα εγκλήματα των, θα θεωρηθήτε από ημάς εξ ίσου υπεύθυνοι δι’ αυτά. Μόνο εάν εξ αρχής σας καθιστών κοινωνούς της δυνάμεώς των θα ημπορούσαν να σας έχουν κοινωνούς και των συνεπειών των πράξεων των.
40. «Σαφώς κατεδείχθη λοιπόν και ότι προσερχόμενοι ενώπιον σας έχοντες βασίμους αιτιάσεις και ότι οι Κερκυραίοι είναι βίαιοι και πλεονέκται. Υπολείπεται ήδη να μάθετε ότι δεν ημπορείτε να τους δεχθήτε δικαίως εις την συμμαχίαν σας. Τωόντι, αν και ορίζει η συνθήκη ότι κάθε πόλις μη εγγεγραμμένη εις αυτήν δικαιούται να προσέλθη κατά βούλησιν εις την συμμαχίαν του ενός ή του άλλου μέρους, η διάταξις αυτή δεν εφαρμόζεται εις εκείνους, οι οποίοι προσέρχονται με σκοπόν να βλάψουν άλλους, αλλ’ εις εκείνον μόνον, ο οποίος, χωρίς να παραβιάζη προηγουμένας προς άλλον υποχρεώσεις του, έχει ανάγκην να εξασφαλισθή κατά κινδύνου, και ο οποίος δεν πρόκειται να φέρη εις τους νέους φίλους του, υποτιθεμένου ότι ούτοι σωφρονούν, πόλεμον αντί ειρήνης. Πράγμα, το οποίον ακριβώς θα επαθαίνατε σεις τώρα, εάν δεν πεισθήτε εις τους λόγους μας. Διότι δεν θα εγίνεσθε μόνον σύμμαχοι αυτών, αλλά, διαρρηγνύοντες την μεταξύ μας συνθήκην ειρήνης, θα εγίνεσθε συγχρόνως εχθροί μας. Καθόσον, εάν ταχθήτε με το μέρος των, εξ ανάγκης και ημείς θ’ αντιμετωπίσωμεν και αυτούς και σας αδιακρίτως. Μολονότι ορθόν είναι προ πάντων μεν να μη λάβετε το μέρος ούτε του ενός, ούτε του άλλου, ειδεμή, τουναντίον να βαδίσετε από κοινού με ημάς εναντίον αυτών (αφού προς μεν τους Κορινθίους τουλάχιστον συνδέεσθε διά συνθήκης ειρήνης, ενώ με τους Κερκυραίους ούτε ανακωχήν ποτέ συνήψατε), και να μη καθιερώσετε το ποοηγούμενον της παραδοχής ως συμμάχων εκείνων που αποστατούν από άλλους. Διότι και ημείς κατά την επανάστασιν των Σαμίων όχι μόνον δεν εψηφίσαμεν εναντίον σας, όταν οι άλλοι Πελοποννήσιοι εδιχάσθησαν επί του ζητήματος, αν έπρεπε να δοθή βοήθεια εις τους επαναστάτας, αλλά και απροκαλύπτως υπεστηρίξαμεν αντιθέτως ότι έκαστος δικαιούται να τιμωρή ο ίδιος τους συμμάχους του. Αλλ’ εάν δεχθήτε και βοηθήσετε τους αδικούντας, θέλει ασφαλώς καταδειχθή ότι όχι ολιγώτεροι από τους συμμάχους σας θέλουν προσέλθει προς ημάς, και το προηγούμενον που θα καθιερώσετε θ’ αποβή εις ιδικήν σας μάλλον βλάβην, παρά εις ιδικήν μας.
41. «Αυτά είναι τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα, τα οποία έχομεν απέναντι σας, και είναι αρκετά, κατά τα κρατούντα μεταξύ Ελλήνων. Αλλ’ έχομεν να διατυπώσωμεν και μίαν παραίνεσιν και αξίωσιν στηριζομένην επί προηγουμένης χάριτος, την οποίαν ισχυριζόμεθα ότι πρέπει να μας αποδώσετε σήμερον, εφόσον ούτε εχθροί είμεθα, ώστε να βλάπτη ο εις τον άλλον, ούτε πάλιν φίλοι, ώστε ν’ αντιταχθή ότι μεταξύ φίλων χάριτες είναι φυσικαί και δεν συνεπάγονται υποχρέωσιν αποδόσεως. Διότι, όταν κάποτε, προ των Περσικών πολέμων, ελάβατε ανάγκην πλοίων πολεμικών, διά τον πόλεμον κατά των Αιγινητών, εδανείσθητε είκοσι τοιαύτα από τους Κορινθίους. Και η υπηρεσία αυτή σας έδωσε την νίκην κατά των Αιγινητών, όπως και η άλλη, όταν ημποδίσαμεν τους Πελοποννησίους να βοηθήσουν τους Σαμίους, σας επέτρεψε να τιμωρήσετε τους τελευταίους αυτούς. Και αι δύο αύται υπηρεσίαι παρεσχέθησαν εις περιστάσεις τοιαύτας, κατά τας οποίας οι ανθρώποι, επιτιθέμενοι κατά των εχθρών των, είναι αδιάφοροι διά κάθε άλλο εκτός της νίκης. Διότι φίλον μεν θεωρούν τον βοηθούντα αυτούς, και αν έτυχε πριν να είναι εχθρός, πολέμιον δε τον εναντιωθέντα, και αν έτυχε να είναι φίλος, αφού και τα ατομικά των συμφέροντα παραμελούν, ένεκα του επικρατούντος πυρετού της πάλης.
42. «Τας υπηρεσίας αυτάς ενθυμούμενοι (και οι νεώτεροι από σας ας μάθουν αυτά από τους πρεσβυτέρους), πρέπει ν’ αναγνωρίσετε ότι καθήκον έχετε ν’ ανταποδώσετε τα ίσα και μη νομίσετε ότι όσα μεν λέγομεν είναι δίκαια, άλλα δε εν περιπτώσει πολέμου είναι τα συμφέροντα. Διότι η ασφαλεστέρα οδός προς το συμφέρον είναι η οδός του δικαίου, και ο μέλλων πόλεμος, με τον οποίον σας φοβίζουν οι Κερκυραίοι, και ζητούν να σας εξωθήσουν εις αδικίαν, είναι άδηλον εάν ποτέ επέλθη. Ούτε αξίζει, παρασυρόμενοι από την προσδοκίαν μέλλοντος πολέμου, να επισύρετε την από τούδε φανεράν και όχι μέλλουσαν έχθραν των Κορινθίων. Η φρόνησις τουναντίον υπαγορεύει να μετριάσετε μάλλον την υφισταμένην ήδη ένεκα των Μεγαρέων δυσπιστίαν. Διότι η τελευταία χάρις, και αν είναι μικροτέρα, ημπορεί, παρεχομένη εις την κατάλληλον ώραν, να κάμη να λησμονηθούν προγενέστεροι μεγαλύτεραι αιτιάσεις. Ούτε πρέπει να παρασυρθήτε από το ότι σας προσφέρουν μεγάλην ναυτικήν συμμαχίαν. Διότι ασφαλεστέρα είναι η δύναμις εκείνου, ο οποίος δεν αδικεί τους ομοίους του, παρά εκείνου, ο οποίος, παρασυρόμενος από ό,τι λάμπει προς στιγμήν, αποκτά αθέμιτα κέρδη, συνεπαγόμενα κινδύνους.
43. «Ημείς, άλλωστε, περιελθόντες εις την περίπτωσιν, περί της οποίας ωμιλήσαμεν εις την Λακεδαίμονα, όταν δημοσία υπεστηρίξαμεν ότι έκαστος δικαιούται να τιμωρή ο ίδιος τους συμμάχους του, έχομεν την δικαίαν σήμερον απαίτησιν να επιτύχωμεν το ίδιον από σας, εις τρόπον ώστε σεις που ωφελήθητε από την ψήφον μας να μη μας βλάψετε διά της ιδικής σας. Οφείλετε τουναντίον να μας ανταποδώσετε τα ίσα, πειθόμενοι ότι η παρούσα περίστασις είναι από εκείνας, κατά τας οποίας ο βοηθών είναι κάλλιστος φίλος και ο αντιτιθέμενος χείριστος εχθρός. Ζητούμεν από σας, όπως ούτε ως συμμάχους δεχθήτε τους Κερκυραίους εδώ, εναντίον της γνώμης μας, ούτε τους βοηθήσετε αδικούντας. Και αν ακολουθήσετε την πολιτικήν αυτήν, όχι μόνον θα ενεργήσετε κατά τον προσήκοντα τρόπον, αλλά και θ’ αποφασίσετε σύμφωνα με τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά σας».
44.
Αμυντική συμμαχία μεταξύ Αθηναίων και Κερκυραίων
Κατ’ αυτόν τον τρόπον ομίλησαν οι Κορίνθιοι. Οι Αθηναίοι, αφού ήκουσαν και τα δύο μέρη και συνεκρότησαν δύο συνεδριάσεις της συνελεύσεως του λαού, κατά μεν την πρώτην έρρεπαν μάλλον εις αποδοχήν των λόγων των Κορινθίων, αλλά κατά την συνεδρίασιν της επιούσης μετέβαλαν γνώμην. Και δεν απεφάσισαν μεν την σύναψιν επιθετικής και αμυντικής συμμαχίας μετά των Κερκυραίων, καθόσον εις τοιαύτην περίστασιν, εάν ούτοι εζήτουν από αυτούς να λάβουν μέρος εις εκστρατείαν κατά της Κορίνθου, θα διερρηγνύετο η μετά των Πελοποννησίων Τριακονταετής συνθήκη, συνωμολόγησαν όμως αμυντικήν συμμαχίαν, όπως βοηθήσουν αμοιβαίως, προς υπεράσπισιν του εδάφους των, εις περίστασιν που άλλος ήθελεν επιτεθή κατά της Κερκύρας ή των Αθηνών, ή των συμμάχων του ενός ή του άλλου. Διότι εθεώρουν τον πόλεμον προς τους Πελοποννησίους ως εις κάθε περίπτωσιν αναπόφευκτον, και διά τούτο ήθελαν να μη εγκαταλείψουν εις χείρας των Κορινθίων την Κέρκυραν, η οποία είχεν ισχυρόν στόλον, αλλά να επιτείνουν όσον το δυνατόν την σύγκρουσιν των μεν προς τους δε, ώστε εάν αναγκασθούν να περιέλθουν εις πόλεμον προς τους Κορινθίους και τας άλλας ναυτικάς πόλεις να εύρουν αυτάς εξησθενημένας. Εφαίνετο, άλλωστε, συγχρόνως εις αυτούς ότι η Κέρκυρα κείται προσφορώτατα διά την ακτοπλοϊκήν μετάβασιν εις Σικελίαν και Ιταλίαν.
45.
Αποστολή Αθηναϊκής βοηθείας εις Κέρκυραν
Από τοιαύτας σκέψεις ωθούμενοι οι Αθηναίοι, εδέχθησαν τους Κερκυραίους ως συμμάχους και έστειλαν εις βοήθειάν των, ολίγον μετά την αναχώρησιν των Κορινθίων, δέκα πλοία, υπό την αρχηγίαν του Λακεδαιμονίου, υιού του Κίμωνος, του Διοτίμου, υιού του Στρομβίχου, και του Πρωτέως, υιού του Επικλέους. Εδόθησαν όμως εις αυτούς ρηταί διαταγαί να μη επιτεθούν κατά των Κορινθίων, εκτός αν αυτοί πλεύσουν εναντίον της Κερκύρας ή εναντίον κανενός μέρους ανήκοντος εις τους Κερκυραίους και επιχειρήσουν να κάμουν εκεί απόβασιν, οπότε έπρεπε να εμποδίσουν αυτούς με όλην των την δύναμιν. Σκοπός των διαταγών αυτών ήτο να αποφύγουν την διάρρηξιν της Τριακονταετούς συνθήκης.
46.
Κορινθιακός στόλος κατά της Κερκύρας
Τα πλοία αυτά τωόντι έφθασαν εις την Κέρκυραν. Αλλά και οι Κορίνθιοι, αφού συνεπλήρωσαν τας ετοιμασίας των, απέπλευσαν διευθυνόμενοι κατά της Κερκύρας με εκατόν πενήντα πλοία, από τα οποία δέκα ήσαν των Ηλείων, δώδεκα των Μεγαρέων, δέκα των Λευκαδίων, είκοσι επτά των Αμπρακιωτών, εν των Ανακτορίων και ενενήντα των ιδίων των Κορινθίων. Αρχηγοί του στόλου αυτού ήσαν μεν χωριστοί διά κάθε πόλιν, των Κορινθίων όμως αρχηγός ήτο ο Ξενοκλείδης, υιός του Ευθυκλέους, με τεσσάρας άλλους. Αφού δε πλέοντες εκ Λευκάδος επλησίασαν εις την απέναντι της Κερκύρας ηπειρωτικήν ακτήν, ηγκυροβόλησαν εις το Χειμέριον της Θεσπρωτίδος. Το Χειμέριον είναι λιμήν και προς το εσωτερικόν, εις κάποιαν απόστασιν από της θαλάσσης, και εις την περιφέρειαν της Ελαιάτιδος της Θεσπρωτίδος, κείται η πόλις Εφύρη, πλησίον της οποίας εκβάλλει εις την θάλασσαν η λίμνη Αχερουσία. Ο δε ποταμός Αχέρων, ρέων διά της Θεσπρωτίδος, χύνεται εις την λίμνην αυτήν, η όποια εκ τούτου έλαβε και το όνομα της. Ο ρους άλλου ποταμού, του Θυάμιδος, χωρίζει την Θεσπρωτίδα από την Κεστρίνην, και μεταξύ των δύο αυτών ποταμών υψώνεται το ακρωτήριον Χειμέριον. Εις το σημείον λοιπόν τούτο της ακτής προσωρμίσθησαν οι Κορίνθιοι και το κατέστησαν βάσιν των επιχειρήσεων των.
47.
Ναυμαχία παρά τα Σύβοτα
Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, ως αντελήφθησαν αυτούς να προσεγγίζουν, επιβιβάσαντες τα πληρώματα εκατόν δέκα πλοίων, υπό την αρχηγίαν των στρατηγών Μικιάδου και Αισιμίδου και Ευρυβάτου, εγκατεστάθησαν με τον στόλον των εις μίαν από τας νήσους τας καλουμένας Σύβοτα. Μαζί με τα Κερκυραϊκά, ήσαν και τα δέκα Αθηναϊκά πλοία. Ο πεζός, εξ άλλου, στρατός των, ήτο εις το ακρωτήριον Λευκίμνην μαζί με χιλίους Ζακινθίους οπλίτας, οι οποίοι ήλθαν εις βοήθειάν των. Αλλά και προς βοήθειαν των Κορινθίων είχαν έλθει, κατά μήκος της Ηπειρωτικής ακτής, πολλοί βάρβαροι. Διότι οι κάτοικοι του μέρους τούτου της Στερεάς ήσαν κατά παράδοσιν φίλοι των.
48. Οι Κορίνθιοι, αφού είχαν ετοιμασθή, παρέλαβαν τροφάς τριών ήμερων, και εξέπλευσαν εν καιρώ νυκτός από το Χειμέριον με τον σκοπόν να ναυμαχήσουν, και κατά τα εξημερώματα, ενώ έπλεαν, βλέπουν αιφνιδίως τον στόλον των Κερκυραίων, όχι μόνον εις την ανοικτήν θάλασσαν, αλλά και διευθυνόμενον εναντίον των. Ευθύς ως αντελήφθησαν οι μεν τους δε αντιπαρετάχθησαν, και εις μεν το δεξιόν των Κερκυραίων ετάχθησαν τα Αθηναϊκά πλοία, την δε λοιπήν παράταξιν κατέλαβαν οι ίδιοι, διαιρέσαντες τα πλοία των εις τρεις μοίρας, εκάστης των οποίων αρχηγός ήτο είς από τους τρεις στρατηγούς. Και η μεν παράταξις των Κερκυραίων ήτο τοιαύτη. Προς το μέρος των Κορινθον, εξ άλλου, το μεν δεξιόν κέρας κατέλαβαν τα πλοία των Μεγαρέων και των Αμπρακιωτών, εις το μέσον ετάχθησαν τα πλοία των αλλων συμμάχων, ενώ το αριστερόν κατέλαβον μόνοι οι Κορίνθιοι με τα ευκινητότερα από τα πλοία των, έχοντες αντιμετώπους τους Αθηναίους και το δεξιόν κέρας των Κερκυραίων.
49. Όταν υψώθη από τα δυο μέρη το σήμα της μάχης, συμπλακέντες ήρχισαν την ναυμαχίαν, έχοντες αμφότεροι επί των καταστρωμάτων, κατά τον πάλαιαν αδέξιον τρόπον της τακτικής, πολλούς οπλίτας και πολλούς τοξότας και ακοντιστάς. Η ναυμαχία υπήρξε πεισματώδης, όχι λόγω επιδειχθείσης ναυτικής τέχνης, όσον διότι προσέλαβε την μορφήν πεζομαχίας μάλλον. Καθ’ όσον, οσάκις δύο πλοία ήθελαν συμπλακή, δεν απεσπάτο πλέον το εν από το άλλο, εν μέρει μεν ένεκα του πλήθους και του συνωστισμού των πλοίων, εν μέρει δε διότι την νίκην εβάσιζαν πολύ περισσότερον εις τους επί των καταστρωμάτων οπλίτας, οι οπλίτας, οι οποίοι εμάχοντο σταθερώς, ενώ τα πλοία έμεναν εν τω μεταξύ ακίνητα. Καμμία απόπειρα διασπάσεως της εχθρικής παρατάξεως δεν εγίνετο, αλλά το θάρρος και η σωματική δύναμις αντικαθίστων την ελλείπουσαν πολεμικήν τέχνην. Ως εκ τούτου, παντού επεκράτει μεγάλος θόρυβος και σύγχυσις κατά την ναυμαχίαν. Τα Αθηναϊκά πλοία προσέτρεχαν όπου έβλεπαν τους Κερκυραίους πιεζομένους, και συνεκράτουν τους εναντίους, δεν ήρχιζαν όμως εχθροπραξίας, διότι οι στρατηγοί εφοβούντο να παραβούν τας διαταγάς των Αθηναίων. Προ πάντων, το δεξιόν κέρας των Κορινθίων υπέφερε. Διότι οι Κερκυραίοι με είκοσι πλοία τους έτρεψαν εις φυγήν, τους κατεδίωξαν μέχρι της ακτής και τους διεσκόρπισαν, και πλεύσαντες κατ’ ευθείαν προς το στρατόπεδόν των και αποβιβασθέντες διήρπασαν όσα πράγματα ευρήκαν εκεί και έκαυσαν τας ερήμους σκηνάς. Έτσι εις το μέρος τούτο της μάχης οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι των περιήρχοντο εις υποδεεστέρας θέσεις και οι Κερκυραίοι επεκράτουν. Εις το αριστερόν όμως, όπου ήσαν oι Κορίνθιοι μόνοι, η υπεροχή των ήτο κατάδηλος. Διότι οι Κερκυραίοι, οι οποίοι και εξ αρχής εμειονέκτουν κατά τον αριθμόν των πλοίων, εμειονέκτουν ήδη ακόμη περισσότερον λόγω της απομακρύνσεως των είκοσι πλοίων, τα οποία απεσπάσθησαν διά την καταδίωξιν. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, βλέποντες τους Κερκυραίους πιεζομένους, ήρχιζαν να βοηθούν πλέον αυτούς περισσότερον ανεπιφυλάκτως, και απέφευγαν μεν κατ’ αρχάς την διά του εμβόλου επίθεσιν, όταν όμως οι Κερκυραίοι ήρχισαν οριστικώς τρεπόμενοι εις φυγήν και οι Κορίνθιοι τους κατεδίωκαν εκ του πλησίον, τότε πλέον καθένας επελαμβάνετο του έργου και κάθε διάκρισις ετέθη του λοιπού κατά μέρος, και τα πράγματα περιήλθαν εις τοιούτο σημείον, ώστε οι Κορίνθιοι και οι Αθηναίοι ηναγκάσθησαν να επιτεθούν οι μεν κατά των δε.
50. Μετά την κατατρόπωσιν των Κερκυραίων, οι Κορίνθιοι δεν ερρυμούλκησαν τα σκάφη των εχθρικών πλοίων, όσα είχαν αχρηστεύσει, αλλά πλέοντες διά μέσου αυτών έστρεψαν την προσοχήν των προς τους ανθρώπους, φονεύοντες αυτούς κατά προτίμησιν, αντί να τους αιχμαλωτίζουν. Μη εννοήσαντες δε ότι το δεξιόν των κέρας είχεν ηττηθή, εφόνευαν κατά λάθος και τους ιδικούς των φίλους. Διότι τόσον πολλά ήσαν τα πλοία και των δύο μερών και τόσον μεγάλην έκτασιν θαλάσσης κατελάμβαναν, ώστε μετά την έναρξιν της συμπλοκής ήτο δύσκολον μεταξύ νικητών και ηττημένων να διακρίνη κανείς τον φίλον από τον εχθρόν. Διότι ουδέποτε δύο τόσον πολυάριθμοι Ελληνικοί στόλοι είχαν τωόντι ναυμαχήσει εναντίον αλλήλων. Αλλ’ αφού οι Κορίνθιοι κατεδίωξαν τους Κερκυραίους μέχρι της Κερκυραϊκής ακτής, εστράφησαν προς τα ναυάγια και τους νεκρούς των, εκ των οποίων ημπόρεσαν να περισώσουν και μεταφέρουν το πλείστον μέρος εις τα Σύβοτα, λιμένα ακατοίκητον της Θεσπρωτίας, όπου ο στρατός των βαρβάρων είχεν έλθει εις βοήθειαν των. Μετά τούτο, ανασυνταχθέντες έπλεαν και πάλιν εναντίον των Κερκυραίων, οι οποίοι με τα πλοία όσα είχαν απομείνει μάχιμα, όσα δεν είχαν λάβει μέρος εις την ναυμαχίαν, και τα Αττικά, εξέπλευσαν και αυτοί διευθυνόμενοι εναντίον των, διότι, εφοβήθησαν μήπως αποπειραθούν απόβασιν εις την Κέρκυραν. Ήτο ήδη αργά και είχε δοθή διά του παιάνος το σύνθημα της επιθέσεως, όταν οι Κορίνθιοι ήρχισαν αιφνιδίως ν’ ανακρούουν πρύμναν, διότι διέκριναν επερχόμενα είκοσι Αθηναϊκά πλοία, τα όποια οι Αθηναίοι είχαν στείλει προς βοήθειαν μετά τα προηγουμένως σταλέντα δέκα, καθόσον εφοβήθησαν μήπως νικηθούν οι Κερκυραίοι, όπως και έγινε, και τα ιδικά των δέκα πλοία είναι ανεπαρκή να τους βοηθήσουν αποτελεσματικώς.
51. Τα πλοία λοιπόν αυτά ιδόντες από μακράν οι Κορίνθιοι, και υποπτεύσαντες ότι είναι Αθηναϊκά και περισσότερα από όσα εφαίνοντο, ήρχισαν υποχωρούντες. Οι Κερκυραίοι δεν τα έβλεπαν (διότι ως εκ της θέσεως από την οποίαν ήρχοντο, ήσαν ολιγώτερον ορατά εις αυτούς) και εξεπλήττοντο, διότι οι Κορίνθιοι ανέκρουαν πρύμναν, μέχρις ότου τέλος μερικοί από αυτούς τα αντελήφθησαν και είπαν: «Να εκεί πέρα πλοία που έρχονται προς τα εδώ». Τότε, όμως, ήρχισαν και αυτοί αποχωρούντες, διότι ήρχισε να σκοτεινιάζη πλέον. Και οι Κορίνθιοι, εξ άλλου, στρέψαντες πρώραν απέπλευσαν. Τοιουτοτρόπως οι δύο στόλοι απεχωρίσθησαν και η ναυμαχία έληξεν όταν ενύκτωνεν ήδη. Αλλά καθ’ ην ώραν οι Κερκυραίοι προσωρμίζοντο εις την Λευκίμνην, τα είκοσι αυτά Αθηναϊκά πλοία, υπό την αρχηγίαν του Γλαύκωνος, υιού του Λεάγρου, και του Δρακοντίδου, υιού του Λεωγόρου, προχωρήσαντα διά μέσου των νεκρών και, των ναυαγίων, κατέπλευσαν εις το αυτό ορμητήριον πριν πέραση πολλή ώρα αφ’ ότου είχαν φανή. Οι Κερκυραίοι (επειδή είχεν ήδη νυκτώσει) εφοβήθησαν μήπως είναι εχθρικά, αλλ’ έπειτα τα ανεγνώρισαν και τα Αθηναϊκά πλοία ηγκυροβόλησαν ελευθέρως.
52.
Άφιξις του Αθηναϊκού στόλου
Την επιούσαν, τα τριάντα Αττικά πλοία και όσα από τα Κερκυραϊκά είχαν απομείνει μάχιμα, εκπλεύσαντα από το ορμητήριόν των, διηυθύνθησαν προς τον λιμένα των Συβότων, διά να εξακριβώσουν εάν οι Κορίνθιοι, που ήσαν ηγκυροβολημένοι εκεί, είχαν σκοπόν να ναυμαχήσουν. Αλλ’ οι Κορίνθιοι, αφού εξέπλευσαν και παρέταξαν τον στόλον των εις την ανοικτήν θάλασσαν, έμεναν ήσυχοι, διότι καμμιάν πρόθεσιν δεν είχαν να κάμουν έναρξιν της μάχης, εάν ημπορούσαν να την αποφύγουν, καθόσον έβλεπαν ότι όχι μόνον νέα ανέπαφα πλοία είχαν φθάσει εξ Αθηνών, αλλά και αυτοί είχαν περιέλθει εις πολλήν αμηχανίαν, αφ’ ενός ως εκ της ανάγκης να φρουρούν τους αιχμαλώτους, που είχαν εις τα πλοία των, και αφ’ ετέρου ένεκα της αδυναμίας της εκτελέσεως, λόγω του ακατοικήτου του μέρους. Αντιθέτως, διεσκέπτοντο μάλλον περί του τρόπου, κατά τον οποίον ηδύναντο να πραγματοποιήσουν τον πλουν της εις τα ίδια επιστροφής, καθόσον εφοβούντο μήπως οι Αθηναίοι, θεωρούντες, ότι είχε διαρρηχθή η Τριακονταετής συνθήκη (διότι ήλθαν εις χείρας), θελήσουν να εμποδίσουν τον απόπλουν των.
53. Απεφάσισαν, λοιπόν, να επιβιβάσουν μερικούς άνδρας επί μικρού σκάφους και τους αποστείλουν άνευ κηρυκείου προς τους Αθηναίους, διά να εξακριβώσουν τας προθέσεις των. Και διεμήνυσαν προς αυτούς τα εξής περίπου: «Διαπράττετε αδικίαν, άνδρες Αθηναίοι, κάμνοντες αρχήν πολέμου και παραβιάζοντες τας συνθήκας. Διότι ενόπλως επεμβαίνετε εναντίον μας, ενώ ημείς ζητούμεν απλώς να τιμωρήσωμεν τους εχθρούς μας. Εάν σκοπεύετε να μας εμποδίσετε να πλεύσωμεν εναντίον της Κερκύρας ή όπου αλλού θέλομεν και αθετείτε τοιουτοτρόπως την Τριακονταετή συνθήκην, συλλάβετε ημάς εδώ πρώτους και μεταχειρισθήτε μας ως εχθρούς». Έτσι ωμίλησαν οι απεσταλμένοι των Κορινθίων. Από το μέρος των Κερκυραίων, εξ άλλου, ο στρατός όσος ήκουσε τα λεχθέντα εκραύγαζε: «Πιάστε τους και σκοτώστε τους». Αλλ’ οι Αθηναίοι έδωσαν την επομένην απάντησιν: «Ούτε αρχήν πολέμου κάμνομεν, Πελοποννήσιοι, ούτε την Τριακονταετή συνθήκην αθετούμεν, αλλ’ ήλθαμεν προς βοήθειαν των Κερκυραίων εδώ, οι οποίοι είναι σύμμαχοί μας. Δεν σας εμποδίζομεν λοιπόν εάν θέλετε να πλεύσετε προς κανέν άλλο μέρος. Εάν όμως πλεύσετε εναντίον της Κερκύρας ή εναντίον άλλου μέρους της επικρατείας των, δεν θα το επιτρέψωμεν, εφόσον ημπορούμεν».
54.
Διεκδίκησις της νίκης υπό των δύο αντιπάλων
Μετά την τοιαύτην απάντησιν των Αθηναίων, οι μεν Κορίνθιοι και τον πλουν της επιστροφής ήρχισαν να ετοιμάζουν και τρόπαιον έστησαν εις τον επί της Ηπείρου λιμένα των Συβότων. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, συνέλεξαν τα πτώματα των πεσόντων, καθώς και τους ναυαγούς και τα ναυάγια, που είχαν διευθυνθή προς την ακτήν των υπό του ρεύματος και του ανέμου, ο οποίος εσηκώθη διαρκούσης της νυκτός και είχε διασκορπίσει αυτά προς όλας τας διευθύνσεις, και έστησαν αντίθετον τρόπαιον εις μίαν από τας νήσους Σύβοτα, ως να ήσαν νικηταί. Και τα δύο μέρη διεξεδίκουν την νίκην επί τη βάσει διαφόρων ο καθένας σκέψεων. Οι μεν Κορίνθιοι έστησαν τρόπαιον, διότι επεκράτησαν κατά την ναυμαχίαν μέχρι της νυκτός, ώστε και πλείστα ναυάγια και νεκρούς να μεταφέρουν εις το ορμητήριόν των και αιχμαλώτους όχι ολιγωτέρους από χιλίους συνέλαβαν, και εχθρικά πλοία περί τα εβδομήντα κατεβύθισαν. Οι Κερκυραίοι, εξ άλλου, διότι κατέστρεψαν τριάντα περίπου εχθρικά πλοία και μετά την άφιξιν των Αθηναίων συνέλεξαν τα πτώματα καθώς και τους ναυαγούς και τα ναυάγια, που είχαν διευθυνθή προς την ακτήν των, και διότι την προτεραίαν οι Κορίνθιοι, όταν είδαν τ’ Αθηναϊκά πλοία και αφού ήλθαν οι Αθηναίοι, υπεχώρησαν ανακρούοντες πρύμναν, και ηρνήθησαν, όταν εξέπλευσαν από τον λιμένα των Συβότων, να επιτεθούν. Δι’ όλους αυτούς τους λόγους έστησαν τρόπαιον. Τοιουτοτρόπως και τα δύο μέρη διεξεδίκουν την νίκην.
55. Κατά τον πλουν της επιστροφής, οι Κορίνθιοι κατέλαβαν δι’ απάτης το Ανακτόριον, το οποίον, κείμενον κατά την είσοδον του Αμπρακικού κόλπου, ήτο κοινή αποικία αυτών καιτων Κερκυραίων, και εγκαταστήσαντες εις αυτό Κορινθίους αποίκους, επέστρεψαν εις τα ίδια. Εκ των Κερκυραίων αιχμαλώτων, οκτακόσιους μεν, οι οποίοι ήσαν δούλοι, επώλησαν, τους δε λοιπούς διακόσιους πενήντα εκράτησαν εις τας φυλακάς και τους επεριποιούντο πολύ, ελπίζοντες ότι ούτοι, μετά την επιστροφήν των εις την Κέρκυραν, ημπορούσαν να επιτύχουν την μεταστροφήν της πολιτικής της υπέρ των Κορινθιακών συμφερόντων, καθόσον οι περισσότεροι απ’ αυτούς έτυχε να είναι εκ των τα πρώτα φερόντων της πόλεως. Τοιουτοτρόπως ο πόλεμος προς τους Κορινθίους έληξεν υπέρ της Κερκύρας και τ’ Αθηναϊκά πλοία ανεχώρησαν εξ αυτής. Και αυτή υπήρξεν η πρώτη αιτίασις, την οποίαν οι Κορίνθιοι είχαν διά τον πόλεμον κατά των Αθηναίων, ότι δηλαδή οι τελευταίοι, συμπράττοντες με τους Κερκυραίους, εναυμάχησαν εναντίον των, εις εποχήν που ευρίσκοντο εις ειρηνικάς σχέσεις, επί τη βάσει των συνθηκών.
56.
Μέτρα των Αθηναίων προς πρόληψιν επαναστάσεως της Ποτειδαίας
Αλλ’ ευθύς μετά ταύτα συνέβησαν και τα επόμενα γεγονότα, τα οποία επροκάλεσαν μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων νέας διαφοράς, οδηγούσας εις πόλεμον. Ενώ δηλαδή οι Κορίνθιοι εβυσσοδόμουν πως να τους εκδικηθούν, οι Αθηναίοι, υποπτευθέντες τους εχθρικούς των σκοπούς, απήτησαν από τους Ποτειδαιάτας, οι οποίοι κατοικούν παρά τον Ισθμόν της Παλλήνης και είναι άποικοι των Κορινθίων, αλλά σύμμαχοι φόρου υποτελείς των Αθηναίων, να κατεδαφίσουν το προς την Παλλήνην τείχος των και να δώσουν ομήρους, και συγχρόνως ν’ αποπέμψουν και μη δέχωνται του λοιπού τους ανωτάτους λειτουργούς, τους οποίους έστελλεν η Κόρινθος καθό μητρόπολις της Ποτειδαίας. Διότι εφοβήθησαν μήπως οι Ποτειδαιάται, παρασυρόμενοι υπό τον Περδίκκαν και τους Κορινθίους, επαναστατήσουν και ωθήσουν εις επανάστασιν και τους άλλους επί της Χαλκιδικής συμμάχους.
57. Τα προληπτικά αυτά μέτρα απέναντι των Ποτειδαιατών ήρχισαν να λαμβάνουν οι, Αθηναίοι ευθύς μετά την ναυμαχίαν της Κερκύρας. Διότι όχι μόνον οι Κορίνθιοι ήσαν πλέον εις φανεράν προς αυτούς διάστασιν, αλλά και ο υιός του Αλεξάνδρου Περδίκκας, βασιλεύς των Μακεδόνων, ο οποίος ήτο πριν φίλος και σύμμαχός των, είχε γίνει ήδη εχθρός. Και έγινεν εχθρός, διότι οι Αθηναίοι συνεμάχησαν με τον αδελφόν του Φίλιππον και τον Δέρδαν, οι οποίοι διεξήγαν κοινόν κατ’ αυτού αγώνα. Ανησυχών, ως εκ τούτου, και εις την Λακεδαίμονα έστειλεν επανειλημμένως απεσταλμένους, προσπαθών να προκαλέση πόλεμον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, και τους Κορινθίους εζήτει να προσεταιρισθή, διά να επιτυχή την αποστασίαν της Ποτειδαίας. Επρότεινεν, άλλωστε, και εις τους Βοττιαίους και εις τας άλλας πόλεις της Χαλκιδικής να συμμετάσχουν της επαναστάσεως, διότι ενόμιζεν ότι αν είχε συμμάχους τα διαμερίσματα αυτά, τα οποία συνορεύουν με την επικράτειάν του, η σύμπραξις αυτών θα διηυκόλυνε την διεξαγωγήν του πολέμου. Αλλ’ οι Αθηναίοι, εννοήσαντες τους σκοπούς του, ηθέλησαν να προλάβουν την επανάστασιν. Και επειδή συνέπεσε να επίκειται τότε η αναχώρησις τριάντα πλοίων και χιλίων οπλιτών, αποστελλομένων κατά του Περδίκκα, υπό την αρχηγίαν του Αρχεστράτου, υιού του Λυκομήδους, και τεσσάρων αλλων στρατηγών, παρήγγειλαν εις τούτους όχι μόνον να λάβουν ομήρους από τους Ποτειδαιάτας, αλλά και να κατεδαφίσουν το τείχος των, και να επιτηρούν συγχρόνως τας πλησίον πόλεις, διά να μην επαναστατήσουν.
58.
Επανάστασις των Ποτειδαιατών
Οι Ποτειδαιάται, εξ άλλου, έστειλαν πρέσβεις προς τους Αθηναίους, μήπως ημπορέσουν να τους πείσουν να μη λάβουν βίαια εναντίον των μέτρα. Συγχρόνως άλλοι πρέσβεις των, συν δευόμενοι από Κορινθίους, ήλθαν εις την Λακεδαίμονα, διά να εξασφαλίσουν ταχείαν επικουρίαν διά την περίπτωσιν ανάγκης. Αλλ’ επειδή από μεν τους Αθηναίους, μετά μακράς διαπραγματεύσεις, κανέν ικανοποιητικόν αποτέλεσμα δεν επέτυχαν, τουναντίον δε τα πλοία, τα όποια προωρίζοντο αρχικώς κατά της Μακεδονίας, είχαν αποπλεύσει διευθυνόμενα και κατ’ αυτών επίσης, ενώ αντιθέτως η κυβέρνησις των Λακεδαιμονίων τους υπέσχετο ότι εάν οι Αθηναίοι επιτεθούν κατά της Ποτειδαίας, αυτοί θα εισβάλουν εις την Αττικήν, εθεώρησαν ότι ήλθε πλέον η κατάλληλος στιγμή, και συνομολογήσαντες προς τους Χαλκιδείς και τους Βοττιαίους συμμαχίαν, επισφραγισθείσαν δι’ όρκου, επανεστάτησαν από κοινού. Συγχρόνως ο Περδίκκας έπεισε τους Χαλκιδείς να εγκαταλείψουν και κατεδαφίσουν τας παραλίους πόλεις των και εγκατασταθούν μεσογειότερον εις την Όλυνθον, εγκαθιστώντες εκεί μίαν, αλλ’ ισχυράν πόλιν. Εις εκείνους που εγκατέλειψαν τας πόλεις των έδωσε προς καλλιέργειαν, δι’ ολόκληρον την διάρκειαν του κατά των Αθηναίων ενδεχομένου πολέμου, μέρος του εις αυτόν ανήκοντος εδάφους της Μυγδονίας περί την λίμνην Βόλβην, και έτσι οι Χαλκιδείς, κατεδαφίσαντες τας πόλεις των, ήρχισαν συνοικιζόμενοι μεσογειότερον και παρασκευαζόμενοι διά τον πόλεμον.
59. Όταν τα τριάντα Αθηναϊκά πλοία έφθασαν εις την Χαλκιδικήν, ευρήκαν ότι η Ποτείδαια και αι άλλαι πόλεις είχαν ήδη επαναστατήσει. Και επειδή οι στρατηγοί έκριναν ότι δεν ημπορούσαν με τας παρούσας δυνάμεις των να διεξαγάγουν πόλεμον συγχρόνως εναντίον του Περδίκκα και των πόλεων όσαι από κοινού είχαν επαναστατήσει, εστράφησαν προς την Μακεδονίαν, κατά της οποίας και αρχικώς είχαν αποστολή, και αφού εξασφάλισαν βάσιν επιχειρήσεων, διεξήγαν τον πόλεμον από κοινού με τον Φίλιππον και τους αδελφούς του Δέρδου, των οποίων ο στρατός είχεν ήδη εισβάλει από το εσωτερικόν.
60.
Κορινθιακή βοήθεια εις Ποτείδαιαν
Τώρα, όμως, που η Ποτείδαια είχεν επαναστατήσι και ο Αθηναϊκός στόλος ευρίσκετο εις τας ακτάς της Μακεδονίας, οι Κορίνθιοι ανησύχουν σοβαρώς διά την Ποτείδαιαν, και θεωρούντες τον κίνδυνον αυτής κίνδυνον ιδικόν των, απέστειλαν εκεί Κορινθίους εθελοντάς και όσους από την άλλην Πελοπόννησον εστρατολόγησαν, προσελκύσαντες αυτούς διά του μισθού, χιλίους εξακόσιους εν συνόλω οπλίτας και τετρακοσίους ελαφρώς ωπλισμένους στρατιώτας. Την αρχηγίαν αυτών είχεν ο Αριστεύς, υιός του Αδειμάντου, λόγω του ότι ήτο ανέκαθεν εις φιλικός σχέσεις με τους Ποτειδαιάτας, και χάριν της φιλίας αυτού προ πάντων είχαν λάβει μέρος εις την εκστρατείαν οι περισσότεροι από τους Κορινθίους εθελοντάς. Η δύναμις αυτή έφθασεν εις την Χαλκιδικήν σαράντα ημέρας μετά την επανάστασιν της Ποτειδαίας.
61.
Αθηναίοι κατά της Ποτειδαίας
Αλλ’ επειδή η αγγελία της επαναστάσεως των πόλεων αυτών ήλθεν αμέσως και εις τους Αθηναίους, άμα ως έμαθαν ούτοι ότι και το υπό τον Αριστέα στράτευμα ευρίσκετο καθ’ οδόν, απέστειλαν δισχιλίους από τους ιδικούς των οπλίτας και σαράντα πλοία υπό την αρχηγίαν του Καλλίου, υιού του Καλλιάδου, και τεσσάρων άλλων στρατηγών. Η δύναμις αυτή, μόλις έφθασεν εις την Μακεδονίαν, ευρήκεν ότι οι προαποσταλέντες χίλιοι οπλίται είχαν προ ολίγου κυριεύσει την Θέρμην και επολιόρκουν ήδη την Πύδναν, στρατοπεδεύσαντες δε και αυτοί προ της Πύδνης μετέσχον της πολιορκίας. Αλλά μετ’ ολίγον ο Αθηναϊκός στρατός ηναγκάσθη να συνομολόγηση συνθήκην και συμμαχίαν προς τον Περδίκκαν. Διότι η κατάστασις της Ποτειδαίας, όπου εν τω μεταξύ είχε φθάσει ο Αριστεύς, απήτει την άμεσον εκεί παρουσίαν των. Ως εκ τούτου, ανεχώρησαν εκ Μακεδονίας και διά Βερροίας έφθασαν εις το έδαφος της Στρέψας. Κατόπιν ανεπιτυχούς αποπείρας προς κατάληψιν της τελευταίας αυτής πόλεως, επορεύοντο διά ξηράς εις την Ποτείδαιαν με δύναμιν τριών χιλιάδων Αθηναίων οπλιτών, πολλών επί πλέον από τους πιστούς. απομείναντας συμμάχους, και εξακοσίων Μακεδόνων ιππέων υπό την διοίκησιν του Φιλίππου και του Παυσανίου. Συγχρόνως ο στόλος των, αποτελούμενος από εβδομήντα πλοία, έπλεε παρά την ακτήν. Διά βραδείας πορείας έφθασαν την τρίτην ημέραν εις Γίγωνον, όπου και εστρατοπέδευσαν.
62.
Νίκη των Αθηναίων κατά Πελοποννησίων και Ποτειδαιατών
Οι Ποτειδαιάται, εξ άλλου, και η υπό τον Αριστέα Πελοποννησιακή δύναμις, αναμένοντες τους Αθηναίους, ήσαν στρατοπεδευμένοι εις τον ισθμόν προς το μέρος της Ολύνθου και είχαν εγκαταστήσει αγοράν έξω της πόλεως. Αρχηγόν ολοκλήρου μεν της πεζής δυνάμεως είχαν εκλέξει οι σύμμαχοι τον Αριστέα, του δε ιππικού τον Περδίκκαν, διότι ούτος είχε πάλιν εγκαταλείψει αμέσως τους Αθηναίους και εμάχετο παρά το πλευρόν των Ποτειδαιατών, αφήσας αντιβασιλέα προς διοίκησιν της Μακεδονίας τον Ιόλαον. Κατά το σχέδιον του Αριστέως, αυτός μεν, έχων υπό τας αμέσους διαταγάς του τον στρατόν εις τον ισθμόν, θα είχεν εστραμμένην την προσοχήν του κατά ενδεχομένης προελάσεως των Αθηναίων, ενώ οι Χαλκιδείς, και οι εκτός του ισθμού λοιποί σύμμαχοι, και οι διακόσιοι ιππείς του Περδίκκα, θα έμεναν εις Όλυνθον. Και όταν οι Αθηναίοι ήθελαν προχωρήσει, διά να προσβάλουν τον στρατόν του Αριστέως, θα ήρχοντο αυτοί από την Όλυνθον εις βοήθειάν του, προσβάλλοντες αυτούς εκ των νώτων, θέτοντες αυτούς εις το μέσον των δύο τμημάτων του συμμαχικού στρατού. Ο αρχηγός των Αθηναίων Καλλίας, εξ άλλου, και οι στρατηγοί του έστειλαν το Μακεδονικόν ιππικόν και ολίγους από τους συμμάχους προς την διεύθυνσιν της Ολύνθου, διά να εμποδίσουν τους εκεί στρατοπεδευμένους να έλθουν εις βοήθειαν, ενώ οι ίδιοι, εκκινήσαντες επί κεφαλής του στρατού των, εβάδιζαν κατά της Ποτειδαίας. Και όταν έφθασαν εις τον ισθμόν και είδαν τους εναντίους ετοιμαζομένους προς μάχην, ήρχισαν ν’ αντιπαρατάσσονται και αυτοί και μετ’ ολίγον οι δύο στρατοί ήλθαν εις χείρας. Και το μεν κέρας, το οποίον κατείχεν ο Αριστεύς με τους περί αυτόν επιλέκτους Κορινθίους και άλλους συμμάχους, έτρεψεν εις φυγήν το μέρος του εχθρικού στρατού που ήτο απέναντι των και επροχώρησαν καταδιώκοντες αυτούς εις ικανήν απόστασιν. Αλλ’ ο λοιπός στρατός και των Ποτειδαιατών και των Πελοποννησίων ενικήθη από τους Αθηναίους και κατέφυγεν εις το τείχος της Ποτειδαίας.
63. Όταν ο Αριστεύς, επιστρέφων από την καταδίωξιν, είδε την ήτταν του λοιπού στρατού, ευρέθη εις αμηχανίαν, εάν έπρεπε να ενεργήση την κινδυνώδη υποχώρησίν του, διευθυνόμενος προς την Όλυνθον ή επιστρέφων εις την Ποτείδαιαν. Απεφάσισε τέλος να συμπτύξη τον στρατόν εις φάλαγγα όσον το δυνατόν πυκνοτέραν και να εκβιάση τρέχων την είσοδόν του εις την Ποτείδαιαν. Και κατώρθωσε διά του κυματοθραύστου, του ευρισκομένου εμπρός από το προς την θάλασσαν τείχος, να φθάση πράγματι εντός αυτής, με δυσκολίαν, εν τούτοις, και υπό βροχήν βλημάτων. Μολονότι δε υπέστη μερικάς απωλείας, έσωσε τους περισσοτέρους άνδρας του. Οι σύμμαχοι των Ποτειδαιατών, οι στρατοπεδευμένοι εις την Όλυνθον (η οποία απέχει εξήντα περίπου σταδίους από το πεδίον της μάχης, χωρίς να υπάρχη τίποτε, εν τω μεταξύ, παρεμποδίζον την θέαν), όταν ήρχισεν η μάχη και υψώθη το σήμα της προελάσεως, επροχώρησαν εις μικράν απόστασιν, διά να έλθουν εις βοήθειαν, ενώ αντιθέτως το Μακεδονικόν ιππικόν παρετάχθη απέναντι των, διά να τους εμποδίση. Αλλ’ επειδή η νίκη των Αθηναίων συνεπληρώθη ταχέως και το σήμα κατεβιβάσθη, αυτοί μεν επέστρεψαν πάλιν εντός του τείχους της Ολύνθου, το δε Μακεδονικόν ιππικόν προς τους Αθηναίους. Τοιουτοτρόπως το ιππικόν δεν έλαβε μέρος εις την μάχην, ούτε από το εν μέρος, ούτε από το άλλο. Οι Αθηναίοι έστησαν κατόπιν της μάχης τρόπαιον και απέδωκαν κατόπιν ανακωχής εις τους Ποτειδαιάτας τους νεκρούς των. Εφονεύθησαν δε από μεν τους Ποτειδαιάτας και από τους συμμάχους των κάτι ολιγώτεροι από τριακόσιοι, από τους ιδίους δε τους Αθηναίους εκατόν πενήντα και ο στρατηγός των Καλλίας,
64.
Πολιορκία της Ποτειδαίας υπό των Αθηναίων
Οι Αθηναίοι απέκλεισαν αμέσως την πόλιν από το μέρος του ισθμού, κατασκευάσαντες πολιορκητικόν τείχος και εγκαταστήσαντες φρουράν. Όμοια όμως μέτρα δεν έλαβαν διά το προς την Παλλήνην μέρος της πόλεως. Διότι οι Αθηναίοι έκριναν ότι δεν είχαν αρκετάς δυνάμεις, όπως και εις τον ισθμόν διατηρούν φρουράν, και συγχρόνως αποβιβασθούν εις την Παλλήνην, διά να κατασκευάσουν και εκεί δεύτερον πολιορκητικόν τείχος, φοβούμενοι μήπως, αν διαιρέσουν τας δυνάμεις των οι Ποτειδαιάται και οι σύμμαχοι των επιτεθούν εναντίον των. Μανθάνοντες όμως εις τας Αθήνας, ότι προς το μέρος της Παλλήνης δεν είχε κατασκευασθή πολιορκητικόν τείχος, έστειλαν βραδύτερον υπό τον στρατηγόν Φορμίωνα, υιόν του Ασωπίου, χιλίους εξακόσιους από τους ιδικούς των οπλίτας. Ο Φορμίων, φθάσας εις Παλλήνην και χρησιμοποιών ως ορμητήριον την Άφυτιν, προώθησε τον στρατόν του προς την Ποτείδαιαν διά βραδειών πορειών, δενδροτομών συγχρόνως την χώραν. Επειδή όμως κανείς δεν εξήρχετο από την πόλιν προς μάχην, διέκοψε και την προς την Παλλήνην συγκοινωνίαν της Ποτειδαίας διά της κατασκευής πολιορκητικού τείχους. Και έτσι η Ποτείδαια επολιορκείτο ήδη στενώς και από τα δύο μέρη, ενώ συγχρόνως ο στόλος απέκλειεν αυτήν από το μέρος της θαλάσσης.
65. Αποκλεισθείσης τοιουτοτρόπως της πόλεως από όλα τα μέρη, ο Αριστεύς δεν είχε καμμίαν ελπίδα σωτηρίας, εφόσον δεν εστέλλετο βοήθεια από την Πελοπόννησον ή δεν συνέβαινε τι το απροσδόκητον. Επιθυμών να εξοικονομήση τας τροφάς επρότεινεν όπως η φρουρά επωφελουμένη ευνοϊκού ανέμου, εκπλεύση, αφίνουσα εις την πόλιν δύναμιν πεντακοσίων μόνον ανδρών, προσφερόμενος να είναι ένας από τους πεντακοσίους αυτούς. Επειδή όμως δεν τους έπεισε, θέλων να κάμη ό,τι από τας παρούσας περιστάσεις επεβάλλετο και συγχρόνως να μεριμνήση υπέρ της πόλεως έξωθεν κατά τον καλύτερον δυνατόν τρόπον, εξέπλευσε χωρίς να γίνη αντιληπτός από τους Αθηναίους φρουρούς. Και αποβιβασθείς εις την Χαλκιδικήν, παρέμεινεν εκεί, συμπράττων εις την διεξαγωγήν διαφόρων πολεμικών επιχειρήσεων, και κατώρθωσε να καταστρέψη ικανήν δύναμιν Σερμυλιών, στήσας ενέδραν πλησίον της πόλεως των. Δεν έπαυε συγχρόνως ενεργών με κάθε τρόπον εις την Πελοπόννησον, όπως σταλή απ’ εκεί κάποια βοήθεια. Μετά τον ολοσχερή αποκλεισμόν της Ποτειδαίας, ο Φορμίων, επί κεφαλής των χιλίων εξακοσίων οπλιτών του, ήρχισε να ερημώνη την Χαλκιδικήν και Βοττικήν και εκυρίευσε μερικάς πόλεις μικρότερος σπουδαιότητας.
66. Εις τας προϋπαρχούσας μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων αιτιάσεις είχαν ήδη προστεθή και αυταί. Οι μεν Κορίνθιοι, δηλαδή, κατηγορούν τους Αθηναίους, ότι επολιόρκουν την Ποτείδαιαν, ενώ ήτο αποικία των, και ενώ εντός αυτής ευρίσκετο στρατός των Κορινθίων και των αλλων Πελοποννησίων. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, κατηγορούν τους Πελοποννησίους ότι ώθησαν εις επανάστασιν πόλιν σύμμαχόν των και φόρου υποτελή, και ότι ενωθέντες ήδη με τους Ποτειδαιάτας, προέβαιναν φανερά εις εχθροπραξίας εναντίον των. Ο πόλεμος, εν τούτοις, δεν είχεν εισέτι εκραγή, αλλ’ εξηκολούθει ισχύουσα η Τριακονταετής ειρήνη. Διότι μέχρι τούδε οι Κορίνθιοι είχαν ενεργήσει εξ ιδίας μόνον πρωτοβουλίας, χωρίς να εκθέσουν τους συμμάχους των.
67. Αλλά μετά την έναρξιν της πολιορκίας της Ποτειδαίας δεν ημπορούσαν να ησυχάσουν, διότι Κορινθιακός στρατός είχεν αποκλεισθή εντός αυτής, και συγχρόνως εφοβούντο περί της τύχης της πόλεως. Ως εκ τούτου, εκάλεσαν άνευ αναβολής τα μέλη της Πελοποννησιακής ομοσπονδίας εις την Λακεδαίμονα, και ελθόντες εκεί κατεκραύγαζαν εναντίον των Αθηναίων, ότι είχαν παραβιάσει την Τριακονταετή ειρήνην και αδικούν τους Πελοποννήσους. Οι Αιγινήται, εξ άλλου, οι οποίοι έστειλαν κρυφά πρέσβεις, διότι εφοβούντο τους Αθηναίους, έλαβαν μαζί με τους Κορινθίους σπουδαιότατον μέρος εις την υποδαύλισιν του πολέμου, λέγοντες ότι εστερήθησαν την αυτονομίαν των κατά παράβασιν των συνθηκών. Οι Λακεδαιμόνιοι προσεκάλεσαν και αυτοί τότε και όσους άλλους από τους συμμάχους ισχυρίζοντο ότι είχαν αδικηθή από τους Αθηναίους, και συγκαλέσαντες την συνήθη συνέλευσιν του λαού, εζήτησαν από αυτούς να εκθέσουν ενώπιόν της τας αιτιάσεις των. Πολλοί ως εκ τούτου επροχώρησαν εις το βήμα και εξέθεσαν έκαστος τα παράπονα του. Οι Μεγαρείς παρεπονέθησαν και διά πολλά άλλα, ιδίως όμως ότι αποκλείονται, παρά την συνθήκην, και από τους λιμένας της Αθηναϊκής επικρατείας και από την Αττικήν αγοράν. Οι Κορίνθιοι επροχώρησαν τελευταίοι εις το βήμα, αφού άφησαν πρώτον τους άλλους να εξερεθίσουν τους Λακεδαιμονίους, και ωμίλησαν ως εξής περίπου:
68.
Κατηγορίαι των Κορινθίων κατά των Αθηναίων
«Η ευθύτης, η οποία διέπει όλας τας πράξεις του δημοσίου και του ιδιωτικού σας βίου, ω Λακεδαιμόνιοι, σας καθιστά δυσπιστοτέρους προς ημάς τους άλλους, οσάκις διατυπώνομεν αιτιάσεις εναντίον τρίτων. Η δυσπιστία αυτή, μολονότι σας καθιστά νηφαλίους, σας αφίνει όμως ως επί το πλείστον εις μεγάλην άγνοιαν των συμβαινόντων έξω της χώρας σας. Διότι, ενώ επανειλημμένως σας προείπαμεν τας αδικίας, τας οποίας οι Αθηναίοι εμελέτων εναντίον μας, δεν ηθέλατε να βεβαιωθήτε περί της αληθείας των καταγγελιών μας, αλλ’ εστρέφατε τας υπόνοιας σας εναντίον των καταγγελλόντων μάλλον, ως αγομένων τάχα από ιδιοτέλειαν. Και δι’ αυτό, όχι πριν αρχίσουν τα παθήματά μας, αλλ’ ενώ επάσχαμεν ήδη, συνεκαλέσατε τους συμμάχους αυτούς εδώ, εκ των οποίων εις ημάς προ πάντων αρμόζει να λάβωμεν τον λόγον, διότι και μεγίστας έχομεν αιτιάσεις, καθόσον υποφέρομεν προσβαλλόμενοι μεν από τους Αθηναίους, παραμελούμενοι δε από σας. Και αν μεν τα κατά της Ελλάδος αδικήματά των εγίνοντο εν κρύπτω και παραβύστω, θα είχατε ανάγκην περαιτέρω αποδείξεων, λόγω της αγνοίας, εις την οποίαν ευρίσκεσθε. Τώρα όμως ποία ανάγκη να μακρηγορώμεν, αφού βλέπετε ότι άλλοι μεν από τους Έλληνας έχουν ήδη υποδουλωθή, άλλων δε, και προ πάντων των συμμάχων σας, την ελευθερίαν επιβουλεύονται οι Αθηναίοι, και από πολλού έχουν παρασκευασθή, αποβλέποντες εις τον μέλλοντα πόλεμον; Διότι άλλως ούτε την Κέρκυραν ήθελαν καταλάβει αιφνιδιαστικώς και κρατεί παρά την θέλησίν μας, ούτε την Ποτείδαιαν θα επολιόρκουν εκ των οποίων η μεν τελευταία έχει εξαιρετικήν στρατηγικήν σημασίαν διά την Χαλκιδικήν, εκείνη δε ημπορούσε να παράσχη μεγάλην ναυτικήν δύναμιν εις τους Πελοποννησίους.
69. «Και την ευθύνην όλων αυτών φέρετε σεις οι οποίοι και τους επετρέψατε να οχυρώσουν πρώτον την πόλιν των μετά τους Περσικούς πολέμους και να εγείρουν ακολούθως τα Μακρά Τείχη, και επί πλέον αποστερείτε διαρκώς μέχρι σήμερον από την ελευθερίαν των, όχι μόνον τους συμμάχους των Αθηναίων, όσους αυτοί έχουν υποδουλώσει, αλλά και, τους ιδικούς σας ακόμη συμμάχους. Διότι ο καθαυτό ένοχος της υποδουλώσεως άλλου λαού δεν είναι εκείνος που τον υποβάλλει αμέσως υπό τον ζυγόν του, αλλ’ εκείνος, ο οποίος, ενώ ημπορεί να εμποδίση την υποδούλωσίν του, αδιαφορεί δι’ αυτήν, και αν ακόμη αυτός απολαμβάνη γενικής αναγνωρίσεως της γενναιοφροσύνης του ως ελευθερωτού της Ελλάδος. Και ήδη κατωρθώσαμεν, ύστερα από τόσας δυσκολίας, να συνέλθωμεν, αλλά χωρίς ακόμη σαφώς καθωρισμένον σκοπόν. Διότι δεν έπρεπε να διασκεπτώμεθα πλέον περί του αν αδικούμενα, αλλά περί του πως θα τιμωρήσωμεν τους αδικούντας. Οι γνωρίζοντες τωόντι να ενεργούν βαδίζουν αποφασιστικώς και άνευ ενδοιασμού εναντίον εχθρού αναποφασίστου ακόμη. Γνωρίζομεν άλλωστε πολύ καλά την οδόν που ακολουθούν οι Αθηναίοι, καταπατούντες ολίγον κατ’ ολίγον τα συμφέροντα των άλλων. Εφόσον πιστεύουν ότι τυφλώττετε και δεν τους αντιλαμβάνεστε, είναι ολιγώτερον θρασείς. Όταν όμως εννοήσουν ότι εν γνώσει τους ανέχεσθε, θα σας πιέζουν ισχυρότερον. Διότι, ακολουθούντες πολιτικήν αδρανείας, μόνοι σεις, ω Λακεδαιμόνιοι, εξ όλων των Ελλήνων αμύνεσθε εναντίον εκείνων που σας επιτίθενται, όχι διά της χρήσεως της δυνάμεώς σας, αλλά διά της αναβλητικότητάς σας, και μόνοι σεις κινείσθε διά να συντρίψετε την ισχύν των εχθρών σας, όχι εις την αρχήν της, αλλ’ όταν έχη ήδη διπλασιασθή. Είναι αληθές ότι επεκράτει η φήμη ότι ημπορεί κανείς να στηριχθή εις σας με απόλυτον πεποίθησιν. Αλλ’ η φήμη αυτή, όπως απέδειξαν τα πράγματα, είναι ανωτέρα της πραγματικότητος. Οι Πέρσαι, λόγου χάριν, όπως οι ίδιοι γνωρίζομεν, εκστρατεύσαντες από τα πέρατα της Γης, έφθασαν μέχρι των ορίων της Πελοποννήσου πριν η προλάβετε να τους αντιμετωπίσετε κατά τρόπον άξιον της δυνάμεώς σας. Και τώρα βλέπετε με αδιαφορίαν τους Αθηναίους, ενώ δεν είναι μακράν, όπως οι Πέρσαι, αλλά πολύ πλησίον. Και αντί να επιτεθήτε σεις πρώτοι εναντίον του εχθρού, προτιμάτε ν’ αφίσετε εις αυτόν την πρωτοβουλίαν της επιθέσεως και τότε ν’ αμυνθήτε, και εκτεθήτε εις τας παλιντροπίας του πολέμου προς αντιπάλους, οι οποίοι έγιναν, εν τω μεταξύ, πολύ δυνατότεροι. Και, εν τούτοις, καλώς γνωρίζετε ότι ο βάρβαρος απέτυχεν ένεκα των ιδικών του σφαλμάτων μάλλον, και ότι εις τας προς τους Αθηναίους αντιθέσεις μας τας μέχρι τούδε επιτυχίας μας οφείλομεν, ημείς οι σύμμαχοι σας, εις τα σφάλματά των μάλλον παρά εις την ιδικήν σας βοήθειαν. Διότι, ως γνωστόν, αι ελπίδες που εστήριξαν επάνω σας έγιναν ήδη αιτία της καταστροφής περισσοτέρων του ενός, οι οποίοι ευρέθησαν απαράσκευοι, ένεκα της προς σας εμπιστοσύνης. Και εάν μεταχειριζώμεθα τοιαύτην γλώσσαν, κανείς από σας ας μην υποθέση ότι απευθύνομεν εναντίον σας κατηγορίαν, ωθούμενοι από πνεύμα εχθρότητας, ενώ σκοπός μας είναι να διατυπώσωμεν απλώς παράπονα. Διότι παράπονα διατυπώνει κανείς κατά φίλων πλανωμένων, ενώ κατηγορίας απευθύνει κατ’ εχθρών, οι οποίοι τον ηδίκησαν.
70. «Αλλ’ άλλωστε και ανεξαρτήτως τούτου νομίζομεν ότι έχομεν περισσότερον από κάθε άλλον το δικαίωμα να ψέξωμεν τους φίλους μας, τόσον μάλλον καθόσον πρόκειται περί ζωτικών μας συμφερόντων. Την σπουδαιότητα των συμφερόντων αυτών νομίζομεν ότι δεν αντιλαμβάνεσθε. Ούτε εσκέφθητε ποτέ ποίου είδους ανθρώποι είναι οι Αθηναίοι, προς τους οποίους θ’ αναγκασθήτε να πολεμήσετε, και πόσον πολύ, η μάλλον πόσον εντελώς διαφορετικοί είναι από σας. Εκείνοι τωόντι είναι νεωτερισταί, ικανοί και εις ταχείαν σύλληψιν νέων σχεδίων και εις ταχείαν εκτέλεσιν των άπαξ αποφασισθέντων. Ενώ η ιδική σας ικανότης περιορίζεται εις την διατήρησιν των κεκτημένων, χωρίς τίποτε νέον να επινοήτε και χωρίς καν να φέρετε εις πέρας το απολύτως αναγκαίον. Επί πλέον, εκείνοι μεν και τολμούν υπέρ την δύναμιν των, και διακινδυνεύουν παρά τας υπαγορεύσεις της φρονήσεως, και διατηρούν την αισιοδοξίαν των εν μέσω των κινδύνων. Η ιδική σας αντιθέτως συνήθεια είναι να επιχειρήτε κατώτερα της δυνάμεως σας, και να δυσπιστήτε και προς εκείνα ακόμη, τα οποία η σκέψις παρουσιάζει ως βέβαια, και όταν περιπέσετε εις κινδύνους, να νομίζετε ότι ουδέποτε θ’ απαλλαγήτε απ’ αυτούς. Αλλά και περαιτέρω, εκείνοι είναι ακαταπονήτως δραστήριοι, σεις είσθε αναβλητικοί, εκείνοι φίλοι των ταξειδίων, σεις αποστρέφεσθε τας αποδημίας. Διότι εκείνοι μεν θεωρούν τα ταξείδια ως μέσον αυξήσεως του πλούτου των, ενώ σεις φοβείσθε ότι διά νέων επιχειρήσεων ημπορείτε να διακινδυνεύσετε και τα ήδη υπάρχοντα. Οσάκις νικήσουν τους εχθρούς των, ωθούν την εκμετάλλευσιν μέχρι του ακροτάτου δυνατού σημείου, και οσάκις νικηθούν, υποχωρούν όσον το δυνατόν ολιγώτερον. Μεταχειρίζονται τα σώματα των εις την υπηρεσίαν της πατρίδος, ως να ήσαν εντελώς ξένα και όχι ιδικά των, το πνεύμα των όμως θεωρούν ως το ασφαλέστερον εις την διάθεσίν των όργανον, όπως κατορθώσουν να επιτύχουν κάτι τι άξιον λόγου υπέρ αυτής. Και αν μεν δεν επιτύχουν όσα εσχεδίασαν, θεωρούν ότι έχασαν κάτι τι, το οποίον είχαν ήδη. Εάν όμως η επιχείρησίς των στεφθή υπό επιτυχίας, θεωρούν το επιτευχθέν μικρόν, εν συγκρίσει προς ό,τι υπολείπεται ακόμη να πραχθή. Αλλ’ εάν τυχόν αποτύχη καμμία των επιχείρησις, αναπληρώνουν το έλλειμμα διά της συλλήψεως νέων αμέσως ελπίδων. Διότι εις μόνους αυτούς συμβαίνει, ώστε πραγματοποίησις και επιθυμία, οσάκις συλλαμβάνουν εν σχέδιον, να συμπίπτουν εις εν και το αυτό, ως εκ της ταχύτητος, με την οποίαν επιχειρούν τ’ αποφασισθέντα. Αυτός είναι ο πλήρης μόχθων και κινδύνων σκοπός, υπέρ του οποίου αγωνίζονται καθ’ όλην των την ζωήν. Και απολαμβάνουν ελάχιστα τα υπάρχοντα, διότι διαρκώς επιζητούν ν’ αποκτήσουν περισσότερα. Η εκτέλεσις του καθήκοντος αποτελεί δι’ αυτούς την μόνην εορτήν, και θεωρούν την ησυχίαν της απραξίας ως μεγαλυτέραν συμφοράν παρά την επίπονον δράσιν. Ώστε την αλήθειαν θα έλεγε κανείς, εάν συγκεφαλαιώνων ήθελεν είπει περί αυτών ότι εγεννήθησαν, όπως ούτε οι ίδιοι μένουν ήσυχοι, ούτε τους άλλους αφίνουν ήσυχους.
71. «Ενώ, εν τούτοις, τοιαύτη πόλις ίσταται αντιμέτωπος σας, σεις, Λακεδαιμόνιοι, συνεχίζετε την πολιτικήν της αναβλητικότητας, και δεν αντιλαμβάνεστε ότι η ειρήνη είναι μακρότερον χρόνον εξησφαλισμένη δι’ εκείνους, οι οποίοι μεταχειρίζονται μεν την στρατιωτικήν των δύναμιν μόνον υπέρ δικαίας υποθέσεως, φαίνονται όμως συγχρόνως αποφασισμένοι να μη ανεχθούν ν’ αδικούνται από άλλους. Τουναντίον νομίζετε ότι δίκαια πράττετε, εάν ούτε τους άλλους ενοχλήτε, αποφεύγετε δε και την βλάβην, την οποίαν ημπορείτε να υποστήτε οι ίδιοι αμυνόμενοι κατά της αδικίας άλλων. Τοιαύτη πολιτική θα εστέφετο δυσκόλως με επιτυχίαν, και αν ακόμη εγειτονεύατε προς πόλιν έχουσαν τον ίδιον με σας τρόπον του σκέπτεσθαι. Πραγματικώς όμως αι ιδικαί σας μέθοδοι, ως προ μικρού απεδείξαμεν, παραβαλλόμεναι με τας ιδικάς των, είναι απηρχαιωμένοι. Και εις την πολιτικήν δε, καθώς και εις τας τέχνας, κατ’ ανάγκην το νέον επικρατεί πάντοτε του απηρχαιωμένου. Είναι αληθές ότι εις χρόνους ειρήνης αι κυβερνητικαί μέθοδοι καλύτερον είναι να μη μεταβάλλωνται. Αλλ’ η ανάγκη της αντιμετωπίσεως πολλών συγχρόνως δυσκολιών επιβάλλει και την βελτίωσιν των εν χρήσει μεθόδων. Και επειδή οι Αθηναίοι έχουν πολυμερεστέραν πείραν, δι’ αυτό και αι Αθηναϊκαί κυβερνητικαί μέθοδοι έχουν περισσότερον εκνεωτερισθή από τας ιδικάς σας. Ας τεθή λοιπόν πλέον τέρμα εις την αναβλητικότητά σας. Σπεύσατε τώρα πλέον να βοηθήσετε και ημάς τους συμμάχους σας και τους Ποτειδαιάτας, σύμφωνα με την υπόσχεσίν σας, εισβάλλοντες άνευ αναβολής εις την Αττικήν, διά να μη εγκαταλείψετε φίλους, συνδεόμενους προς σας διά κοινής καταγωγής, εις χείρας των χειρότερων εχθρών, μηδέ αναγκάσετε ημάς τους άλλους, απογοητευμένους από σας, να ζητήσωμεν άλλην συμμαχίαν. Εάν πράξωμεν τούτο, δεν θ’ αμαρτήσωμεν ούτε απέναντι των θεών, προς τους οποίους ωρκίσθημεν, ούτε απέναντι ανθρώπων εχεφρονούντων. Διότι τας συνθήκας αθετούν όχι εκείνοι, οι όποιοι εγκαταλειπόμενοι στρέφονται προς άλλους συμμάχους, αλλ’ οι εγκαταλείποντες συμμάχους, τους οποίους ωρκίσθησαν να βοηθούν. Αλλ’ εάν θέλετε να δείξετε ζήλον υπέρ των συμμάχων σας, θα παραμείνωμεν σταθεροί παρά το πλευρόν σας. Διότι ούτε όσια θα επράτταμεν μεταβάλλοντες εις τοιαύτην περίπτωσιν φίλους, ούτε θα ευρίσκαμεν άλλους οικειοτέρους προς ημάς, ως εκ της μακράς συνηθείας. Έχοντες υπ’ όψιν ταύτα φροντίσατε να λάβετε ορθάς αποφάσεις, και προσπαθήσατε όπως υπό την ηγεσίαν σας η Πελοπόννησος μη καταστή ασθενεστέρα από ό,τι οι πατέρες σας την παρέδωσαν».
72.
Αίτησις Αθηναίων πρέσβεων να ομιλήσουν ενώπιον των Λακεδαιμονίων
Τοιουτοτρόπως ωμίλησαν οι Κορίνθιοι. Αλλ’ επειδή έτυχε να ευρίσκεται τότε εις την Λακεδαίμονα πρεσβεία των Αθηναίων, η οποία είχεν έλθει προηγουμένως δι’ άλλας υποθέσεις, ως έμαθαν οι αποτελούντες αυτήν τους απαγγελθέντας λόγους, εθεώρησαν ότι έπρεπε να παρουσιασθούν ενώπιον των Λακεδαιμονίων, όχι διά να απολογηθούν κατά των αιτιάσεων, τας οποίας διετύπωσαν αι πόλεις, αλλά διά να καταστήσουν φανερόν γενικώς, εν σχέσει προς το υπό συζήτησιν θέμα, ότι οι Λακεδαιμόνιοι έπρεπε να μη προβούν εις εσπευσμένος αποφάσεις, αλλά να σκεφθούν ωρίμως. Ήθελαν, συγχρόνως, να δείξουν την δύναμιν της πόλεως των, υπενθυμίζοντες μεν εις τους πρεσβυτέρους ό,τι ήδη εγνώριζαν, διηγούμενοι δε εις τους νεωτέρους ό,τι αυτοί δεν ήξευραν, διότι ενόμιζον ότι υπό την επιρροήν των επιχειρημάτων των οι Λακεδαιμόνιοι ήθελαν τραπή περισσότερον προς την ειρήνην παρά προς τον πόλεμον. Προσελθόντες ως εκ τούτου προς τους εφόρους των Λακεδαιμονίων είπαν ότι επιθυμούν και αυτοί να ομιλήσουν προς τον λαόν, εάν δεν υπήρχε προς τούτο εμπόδιον. Οι έφοροι τους προσεκάλεσαν να παρουσιασθούν ενώπιον της συνελεύσεως του λάου, και προχωρήσαντες εις το βήμα οι Αθηναίοι είπαν περίπου τα εξής.
73.
Λόγος των Αθηναίων
«Η αποστολή μας εδώ δεν έγινε δια να έλθωμεν εις αντιλογίαν με τους συμμάχους σας, αλλά διά να διεξαγάγωμεν τας υποθέσεις, τας οποίας μας ανέθεσεν η πόλις μας. Επειδή όμως εμάθαμεν ότι υπάρχει όχι ολίγη κατακραυγή εναντίον μας, εζητήσαμεν τον λόγον, όχι διά ν’ αποκρούσωμεν τας κατηγορίας των πόλεων (καθόσον ούτε αυτοί, ούτε ημείς απευθυνόμενα προς σας ως προς δικαστάς), αλλά διά να μη παρασυρθήτε ευκόλως από τους λόγους των συμμάχων σας και καταλήξετε τοιουτοτρόπως, άνευ ωρίμου σκέψεως, εις αποφάσεις εσφαλμένας, προκειμένου περί τόσον σπουδαίων ζητημάτων. Επιθυμούμεν συγχρόνως, σχετικώς προς την γενικωτέραν κρίσιν, η οποία έχει σχηματισθή περί ημών, να δείξωμεν ότι και δικαιότατα κατέχομεν τας κτήσεις μας και η πόλις μας είναι αξία πολλής εκτιμήσεως. «Και τα μεν λίαν παλαιά, όσα εξ ακοής μόνον γνωρίζετε, αλλά τα όποια κανείς από σας που μας ακούετε δεν είδε με τα μάτια του, ποία η ανάγκη να τ’ αναφέρωμεν; Αλλά τους Περσικούς πολέμους και τα γεγονότα, όσων έχετε προσωπικήν αντίληψιν, οφείλομεν να μνημονεύσωμεν, μολονότι η διηνεκής υπόμνησίς των καταντά ενοχλητική. Διότι, όταν υπεβαλλόμεθα εις τους αγώνας εκείνους, επράττομεν τούτο χάριν της κοινής ωφελείας. Αλλ’ αφού από την ωφέλειαν των αγώνων αυτών ελάβατε το ανήκον εις σας μέρος, δεν είναι ορθόν να στερηθώμεν ημείς εξ ολοκλήρου την ωφέλειαν, την οποίαν τυχόν παρέχει η επαινετική μνεία αυτών. Τα γεγονότα άλλωστε αυτά θα μνημονεύσωμεν, όχι διά να σας εξευμενίσωμεν, αλλ’ όπως διά παραδειγμάτων σας αποδείξωμεν προς ποίου είδους πόλιν θέλετε περιέλθει εις πόλεμον, εάν αι αποφάσεις, εις τας οποίας θα καταλήξετε, δεν είναι ορθαί. Ισχυριζόμεθα, δηλαδή, ότι και εις τον Μαραθώνα μόνοι επροτάξαμεν τα στήθη μας κατά του βαρβάρου, και κατά την δευτέραν αυτού επιδρομήν, επειδή δεν είμεθα αρκετά ισχυροί ν’ αντιταχθώμεν εναντίον του και κατά ξηράν, εισήλθαμεν μέχρι του τελευταίου ανδρός εις τον στόλον μας και ελάβαμεν μέρος μαζί με τους άλλους Έλληνας εις την ναυμαχίαν της Σαλαμίνος, η οποία τον ημπόδισε να πλεύση κατά της Πελοποννήσου και να ερήμωση την μίαν μετά την άλλην τας πόλεις της, αι οποίαι θα ήσαν ανίκανοι ν’ αλληλοβοηθηθούν εναντίον στόλου τόσον Ισχυρού. Την καλυτέραν τούτου απόδειξιν έδωσεν ο ίδιος, διότι μετά την ήτταν του κατά θάλασσαν, θεωρήσας ότι δεν ήτο πλέον ισοδύναμος προς τους Έλληνας, ανεχώρησεν εσπευσμένως με το μεγαλύτερον μέρος του στρατού του.
74. «Τοιούτο λοιπόν υπήρξε το αποτέλεσμα της ναυμαχίας αυτής, η οποία απέδειξε κατά τρόπον αναμφισβήτητον ότι η σωτηρία των Ελλήνων εκρεμάσθη από τον στόλον των. Διά την επίτευξιν του αποτελέσματος αυτού, ημείς παρέσχομεν τα τρία χρησιμώτατα στοιχεία, δηλαδή τον μέγιστον αριθμόν των πλοίων, τον ικανώτατον στρατηγόν και τον πλέον ακατάβλητον ζήλον. Διότι από τα τετρακόσια πλοία του όλου Ελληνικού στόλου ημείς εχορηγήσαμεν σχεδόν τα δύο τρίτα. Εις τον στρατηγόν μας Θεμιστοκλή οφείλεται προ πάντων ότι η ναυμαχία διεξήχθη εις το στενόν, πράγμα το οποίον έσωσεν ομολογουμένως την κατάστασιν, και διά τούτο, μολονότι ξένον, τον ετιμήσατε σεις υπέρ πάντα άλλον από όσους επεσκέφθησαν την πόλιν σας. Ο ζήλος μας άλλωστε, συνεβάδισε με τόλμην ακροτάτην, διότι, όταν κανείς δεν ήρχετο εις βοήθειάν μας κατά ξηράν, καθόσον οι άλλοι μέχρι των συνόρων μας είχαν ήδη υποδουλωθή, εθεωρήσαμεν καθήκον μας να εκκενώσωμεν την πόλιν και να θυσιάσωμεν τα υπάρχοντα μας, αλλά να μη εγκαταλείψωμεν ούτε τότε ακόμη το κοινόν συμφέρον των υπολειπομένων συμμάχων, και να μη διασκορπισθώμεν εδώ και εκεί, καθιστάμενοι ούτως άχρηστοι προς αυτούς. Τουναντίον, επεβιβάσθημεν εις τον στόλον μας και ηγωνίσθημεν χωρίς να μνησικακήσωμεν, λόγω του ότι σεις παρελείψατε να μας βοηθήσετε εγκαίρως. Ισχυριζόμεθα, επομένως, ότι σας επροσφέραμεν υπηρεσίαν μεγαλύτερον από εκείνην που ελάβαμεν. Τωόντι, όταν σεις ήλθατε προς βοήθειάν μας, δεν αφίσατε ερήμους τας πόλεις σας και σκοπός σας ακριβώς ήτο να ασφαλίσετε τας εστίας σας διά το μέλλον. Το ελατήριον που σας ώθησε ήτο φόβος δια τους εαυτούς σας περισσότερον παρά δι ημάς. Εν πάση περιπτώσει, δεν ήλθατε εις βοήθειάν μας, εφ’ όσον είμεθα σώοι. Ημείς, εξ εναντίας, ορμώμενοι από πόλιν, η οποία δεν υφίστατο πλέον, και αγωνιζόμενοι υπέρ της μόλις ελπιζομένης ανακτήσεώς της, εσυντελέσαμεν το καθ’ εαυτούς εις την ιδικήν σας όσον και την ιδικήν μας σωτηρίαν. Ενώ, εάν, φοβούμενοι την καταστροφήν της χώρας μας, εμιμούμεθα και ημείς άλλους, και επροσχωρούσαμεν εις τους Πέρσας κατά την αρχήν του πολέμου, ή εάν ακολούθως, θεωρούντες τους εαυτούς μας οριστικώς κατεστραμμένους, δεν ετολμούσαμεν να επιβιβασθώμεν επί του στόλου μας, καμμία πλέον δεν υπήρχε διά σας ανάγκη όπως με τον ανεπαρκή στόλον σας πολεμήσετε κατά θάλασσαν και οι Πέρσαι θα κατώρθωναν ανενόχλητοι να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς των.
75. «Λαμβανομένης υπ’ όψιν, Λακεδαιμόνιοι, και της προθυμίας και της συνέσεως ως προς τας ληφθείσας αποφάσεις, που επεδείξαμεν τότε, είμεθα άρα γε άξιοι του τόσον μεγάλου φθόνου των Ελλήνων, τον οποίον επεσύραμεν ένεκα της ηγεμονίας που απεκτήσαμεν; Αλλά την ηγεμονίαν αυτήν δεν απεκτήσαμεν διά της βίας, αλλά μόνον αφού σεις δεν ηθελήσατε να μείνετε προς συνέχισιν του αγώνος κατά των υπολειφθεισών δυνάμεων του βαρβάρου, οι ίδιοι δε οι σύμμαχοι προσήλθαν και μας ικέτευσαν να αναλάβωμεν την αρχηγίαν των. Η προαγωγή της ηγεμονίας μας, εις το σημείον που έφθασε σήμερον, μας επεβλήθη κατ’ αρχάς από αυτήν την δύναμιν των πραγμάτων. Ο φόβος των βαρβάρων υπήρξε το κυριώτερον ελατήριόν μας, έπειτα η δόξα, και τελευταίον το συμφέρον. Και όταν άπαξ ευρέθημεν εκτεθειμένοι εις την απέχθειαν των πλείστων συμμάχων μας, μερικούς από τους όποιους και επαναστατήσαντας καθυπετάξαμεν, και όταν σεις είσθε όχι πλέον οι φίλοι, τους οποίους είχαμεν γνωρίσει, αλλά καχύποπτοι και κακώς διατεθειμένοι, δεν ενομίζαμεν ότι ημπορούσαμεν του λοιπού να χαλαρώσωμεν την αυστηρότητα, χωρίς να εκτεθώμεν εις μεγάλους κινδύνους. Διότι οι αποσπώμενοι από ημάς θα ήρχοντο προς το μέρος σας. Και κανείς δεν ημπορεί να κατηγορηθή, διότι ευρισκόμενος ενώπιον των μεγίστων κινδύνων ζητεί να εξασφαλίση τα συμφέροντα του.
76. «Σεις, εν πάση περιπτώσει, Λακεδαιμόνιοι, κατά την άσκησιν της ηγεσίας σας επί των Πελοποννησιακών πόλεων, εφροντίσατε να ρυθμίσετε τα πολιτεύματα των προς το συμφέρον σας. Και αν τότε ηθέλατε εμμείνει μέχρι τέλους εις την ηγεσίαν των συμμάχων και ηθέλατε γίνει απεχθείς λόγω της μακροτέρας ασκήσεως της, όπως εγίναμεν ημείς γνωρίζομεν καλώς, ότι δεν θα ήσθε ολιγώτερον δυσάρεστοι εις αυτούς, και ότι θα ηναγκάζεσθε να ασκήτε την επ’ αυτών εξουσίαν με ισχυράν πυγμήν, εάν δεν ηθέλατε να εκτεθήτε οι ίδιοι εις κινδύνους. Επομένως, δεν εκάμαμεν τίποτε το παράδοξον ή αντίθετον προς την ανθρωπίνην φύσιν, εάν εδέχθημεν την ηγεμονίαν προσφερομένην, και αφού άπαξ την απεκτήσαμεν, αρνούμεθα να την παραιτήσωμεν, υπείκοντες εις τα ισχυρότατα των ελατηρίων – την δόξαν, τον φόβον και το συμφέρον. Ούτε άλλωστε πρώτοι ημείς εγκαινιάσαμεν τοιαύτην πολιτικήν, αλλ’ ανέκαθεν έχει κρατήσει η αρχή ότι ο ασθενέστερος υποκύπτει εις την θέλησιν του ισχυρότερου. Και ημείς, εξ άλλου, νομίζομεν εαυτούς αξίους της ηγεσίας, και σεις μας εκρίνατε τοιούτους μέχρις ότου αιφνιδίως εσκέφθητε να προβάλετε τώρα τας αρχάς της δικαιοσύνης, ενώ πράγματι αποβλέπετε εις τα συμφέροντά σας. Ποτέ, τωόντι, άνθρωπος, εις τον οποίον παρουσιάσθη η ευκαιρία να απόκτηση κάτι διά της σκαιάς βίας, δεν παρέλειψε να το κάμη, προτιμήσας την δικαιοσύνην. Και είναι άξιοι επαίνου εκείνοι, οι οποίοι, παρασυρόμενοι από την φυσικήν εις τον άνθρωπον φιλοδοξίαν του ν’ άρχη επί άλλων, ήθελαν δειχθή δικαιότεροι παρ’ όσον επέτρεπεν εις αυτούς η δύναμις που διαθέτουν. Εάν άλλοι ήθελαν λάβει την θέσιν μας, θα απεδεικνύετο εξ αντιπαραβολής με πόσην μετριοπάθειαν ασκούμεν την ηγεμονίαν μας. Εν τούτοις, και αυτή ακόμη η επιείκεια μας επέσυρεν αδίκως εναντίον μας την κατάκρισιν μάλλον παρά τον έπαινον.
77. «Τωόντι, μολονότι εις τας επί τη βάσει των εμπορικών συμβάσεων διεξαγομένας ενώπιον των δικαστηρίων των συμμάχων δίκας, ευρισκόμεθα εις μειονεκτικήν απέναντί των θέσιν, ενώ εξ άλλου, εις τας δίκας τας δικαζομένας εις τας Αθήνας έχομεν καθιερώσει ισότητα δικαιωμάτων δι’ ημάς και αυτούς, θεωρούμεθα, εν τούτοις, φιλόδικοι. Και κανείς από τους κατηγόρους μας δεν εξετάζει, διατί η μομφή αυτή της φιλοδικίας δεν απευθύνεται και εναντίον εκείνων, οι οποίοι, ασκούντες κυριαρχίαν αλλαχού, δεικνύουν ολιγωτέραν επιείκειαν απέναντι των υπηκόων των παρ’ όσην ημείς. Εάν εξήταζαν, θα εύρισκαν τον λόγον της διαφοράς εις το γεγονός ότι ο δυνάμενος να μεταχειρισθή βίαν καμμίαν ανάγκην δεν έχει να προσφεύγη εις το δικαστήριον. Αλλά οι σύμμαχοί μας, συνηθισμένοι, όπως είναι, να επικοινωνούν προς ημάς ως ίσοι προς ίσους, εάν ποτέ θεωρήσουν ότι καμμία απόφασις ή άλλο εξαναγκαστικόν μέτρον που ελάβαμεν κατά την άσκησιν της κυριαρχικής μας εξουσίας, και το οποίον δεν ανταποκρίνεται προς τας προσδοκίας των, εζημίωσεν αυτούς οπωσδήποτε, αντί να ευγνωμονούν διότι τους επιτρέπομεν να έχουν τόσα πολλά, δυσανασχετούν διά το ολίγον που εστερήθησαν, περισσότερον παρά εάν εξ αρχής, θέτοντες κατά μέρος κάθε ιδέαν δικαιοσύνης, επλεονεκτούμεν άνευ προσχημάτων. Ενώ, εάν ενηργούμεν κατ’ αυτόν τον τρόπον, ούτε αυτοί θα ημφισβήτουν ότι ο ασθενέστερος οφείλει να υποχωρή απέναντι του ισχυροτέρου. Πράγματι, φαίνεται ότι oι άνθρωποι οργίζονται περισσότερον οσάκις αδικούνται, παρά οσάκις υποκύπτουν εις βίαν. Διότι εις μεν την πρώτην περίπτωσιν θεωρούν ότι γίνονται θύματα της πλεονεξίας των ίσων προς αυτούς, εις δε την δεύτερον ότι υποτάσσονται εις τον ανώτερόν των. Το βέβαιον είναι ότι τα δεινότερα κακά, που τους επέβαλαν οι Πέρσαι, ηνείχοντο, την ιδικήν μας όμως ηγεμονίαν θεωρούν δυσβάστακτον. Και ευλόγως, διότι ο άρχων της ημέρας είναι πάντοτε απεχθής εις τους υπηκόους. Τουλάχιστον, διά σας δεν αμφιβάλλομεν ότι, εάν καθαιρούντες ημάς, ηθέλατε αναλάβει την ηγεμονίαν, θα εχάνατε ταχέως την εύνοιαν, την οποίαν οφείλετε εις τον προς ημάς φόβον, εφόσον ηθέλατε ακολουθήσει και τώρα ομοίαν πολιτικήν προς εκείνην, την οποίαν αφίσατε να διαφανή και εις την εποχήν που επ’ ολίγον χρόνον αρχηγεύσατε εναντίον των Περσών. Διότι και τα ήθη και έθιμα που επικρατούν εις την Λακεδαίμονα είναι ασυμβίβαστα προς τα των άλλων λαών, και προς τούτοις καθείς από σας, όταν εξέρχεται από τα όρια της Λακεδαίμονος, ούτε προς αυτά συμμορφώνεται, ούτε προς εκείνα που επικρατούν εις την άλλην Ελλάδα.
78. «Μη προβήτε λοιπόν εις εσπευσμένας αποφάσεις, προκειμένου περί ζητήματος τόσον σπουδαίου, μήτε, επηρεαζόμενοι από γνώμας και κατηγορίας άλλων, αναλάβετε αγώνα, του οποίου αι ταλαιπωρίαι θα είναι εντελώς ιδικαί σας. Οφείλετε να σταθμίσετε προηγουμένως πόσον μεγάλαι είναι αι πιθανότητες του να πλανηθή κανείς εις τους περί πολέμου υπολογισμούς του, πριν περιπλεχθήτε εις αυτόν. Διότι ο πόλεμος, παρατεινόμενος, καταντά να περιέρχεται συνήθως υπό την επιρροήν τυχαίων περιστατικών, επί των περιστατικών δε τούτων καμμίαν δεν ασκούμεν επίδρασιν ούτε σεις, ούτε ημείς, και ο κίνδυνος, τον οποίον αναλαμβάνει τις, άδηλον έχει την έκβασιν. Μη λησμονήτε ακόμη ότι οι ανθρώποι εισέρχονται εις τον πόλεμον αρχίζοντες από τα αμοιβαία κτυπήματα, εις τα οποία έπρεπε να προστρέχουν τελευταίον, και μόνον όταν έχουν ήδη αρχίσει αι ατυχίαι, προσφεύγουν εις τους λόγους. Αλλ’ αφού ούτε σεις, ούτε ημείς διεπράξαμεν ακόμη τοιούτο σφάλμα, συνιστώμεν επιμόνως,εφόσον εις την ελευθέραν εκλογήν αμφοτέρων απόκειται ακόμη να λάβωμεν ορθάς αποφάσεις, να μη διαρρήξετε την συνθήκην της ειρήνης, μήτε να παραβήτε τους όρκους σας, αλλά να λύσωμεν τας διαφοράς μας διά της δικαστικής οδού, σύμφωνα με την συνθήκην. Ειδεμή, επικαλούμενοι μάρτυρας τους θεούς, εις το όνομα των οποίων ωρκίσθημεν, θα προσπαθήσωμεν να τιμωρήσωμεν τους αιτίους του πολέμου με τα ίδια μέσα, των οποίων το παράδειγμα δίδετε σεις».
79.
Ιδιαιτέρα διάσκεψις των Λακεδαιμονίων
Τοιαύτα περίπου είπαν οι Αθηναίοι. Οι Λακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν και τας κατηγορίας των συμμάχων εναντίον των Αθηναίων και την απάντησιν των τελευταίων, απομακρύναντες όλους τους άλλους, ήρχισαν διασκεπτόμενοι κατ’ ιδίαν περί της καταστάσεως. Και η γνώμη των περισσοτέρων συνέπιπτεν ότι οι Αθηναίοι ήσαν ένοχοι αδικίας, χωρίς να υπάρχη ανάγκη περαιτέρω αποδείξεων, και ότι έπρεπε ν’ αρχίση ο πόλεμος όσον το δυνατόν ταχύτερον. Αλλ’ ο βασιλεύς των Αρχίδαμος, ο οποίος εθεωρείτο ανήρ ικανός και σώφρων, προχωρήσας εις το βήμα, ωμίλησε ως εξής.
80.
Λόγος του βασιλέως Αρχιδάμου
«Και ο ίδιος, Λακεδαιμόνιοι, έχω ήδη πείραν πολλών πολέμων, και βλέπω παρόντας εδώ άνδρας της αυτής με εμέ ηλικίας και της αυτής επομένως πείρας, ώστε κανείς να μη επείγεται προς πόλεμον ούτε από απειρίαν, όπως θα συνέβαινεν εις πολλούς, ούτε διότι θεωρεί αυτόν πράγμα καλόν και απηλλαγμένον κινδύνων. Ότι, άλλωστε, ο πόλεμος, περί του οποίου διασκέπτεσθε την στιγμήν ταύτην, μέλλει ν’ αποβή σπουδαιότατος, θέλετε πεισθή εάν σκεφθήτε νηφαλίως. Διότι απέναντι μεν των Πελοποννησίων συμμάχων μας και των γειτόνων μας, η στρατιωτική μας δύναμις είναι ισόπαλος, και δυνάμεθα ταχέως να φθάσωμεν οπουδήποτε παρουσιασθή ανάγκη. Αλλ’ εναντίον ανθρώπων, των οποίων η χώρα κείται μακράν, και οι οποίοι εκτός τούτων είναι εμπειρότατοι εις τα ναυτικά, και άριστα παρεσκευασμένοι καθ’ όλα τα λοιπά, έχοντες και πλούτον ιδιωτικόν και δημόσιον, και πλοία, και ίππους, και όπλα, και πληθυσμόν μεγαλύτερον παρ’ όσος δύναται να ευρεθή εις οιανδήποτε άλλην Ελληνικήν χώραν, ακόμη δε και συμμάχους πολλούς φόρου υποτελείς, εναντίον τοιούτων ανθρώπων, λέγω, πώς ημπορούμεν ν’ αναλάβωμεν πόλεμον απερισκέπτως, και πού στηριζόμενοι να ορμήσωμεν απαράσκευοι; Εις τον στόλον μας; Αλλ’ είμεθα κατώτεροι από αυτούς, και διά ν’ ασκηθώμεν και καταστώμεν ικανοί ν’ αντιπαραταχθώμεν εναντίον των θ’ απαιτηθή πολύς χρόνος. Εις τα χρήματα μας; Αλλ’ αυτά μας λείπουν ακόμη περισσότερον, και ούτε δημόσιον θησαυρόν έχομεν, ούτε χρήματα διαθέσιμα εις τα ιδιωτικά μας ταμεία, όπως συνεισφέρωμεν.
81. «Ίσως μερικοί ενθαρρύνονται από την υπεροχήν μας εις οπλισμόν και αριθμόν ανδρών, η οποία θα επιτρέπη να ερημώνωμεν την γην των δι’ επανειλημμένων επιδρομών. Αλλ’ η κυριαρχία των Αθηναίων εκτείνεται και επί άλλης πολλής γης και θα είναι εις θέσιν να εισάγουν διά θαλάσσης κάθε τι που τους χρειάζεται. Εάν, εξ άλλου, αποπειραθώμεν να παρασύρωμεν εις επανάστασιν τους συμμάχους των, θα γίνη ανάγκη να βοηθήσωμεν και αυτούς διά στόλου, αφού είναι νησιώται κατά το πλείστον. Ποίου είδους πόλεμον θα διεξαγάγωμεν λοιπόν ενάντιοι των; Διότι, εάν ούτε κατά θάλασσαν επικρατήσωμεν, ούτε αφαιρέσωμεν από αυτούς τας προσόδους, με τας οποίας συντηρούν τον στόλον των, ημείς θα βλαφθώμεν περισσότερον. Και εις τοιαύτην περίστασιν, ούτε έντιμον ειρήνην θα ημπορούμεν του λοιπού να συνομολογήσωμεν, εάν ιδίως θεωρηθώμεν ημείς μάλλον παρά εκείνοι ως αίτιοι του πολέμου. Διότι δεν πρέπει να παρασυρώμεθα από την κοινώς διαδεδομένην ελπίδα ότι εάν δενδροτομήσωμεν την γην των, ο πόλεμος θα τερματισθή ταχέως. Φοβούμαι δε μάλλον μήπως κληροδοτήσωμεν αυτόν και εις τα τέκνα μας. Διότι το αίσθημα της αυτοπεποιθήσεως, το οποίον εμπνέει τους Αθηναίους, δεν είναι πιθανόν ν’ αφίση αυτούς ούτε την ελευθερίαν των να θυσιάσουν χάριν της γης των, ούτε ως πρωτόπειροι να καταληφθούν από πανικόν ένεκα του πολέμου.
82. «Δεν συνιστώ, εν τούτοις, ν’ αφίσωμεν ασυγκίνητοι τους Αθηναίους να βλάπτουν τους συμμάχους μας, και να μη τους αφαιρέσωμεν την προσωπίδα, ενώ μηχανορραφούν εναντίον των. Υποστηρίζω, όμως, ότι πρέπει να μη προσφύγωμεν ακόμη εις τα όπλα, αλλά να στείλωμεν πρέσβεις, οι οποίοι να κάμουν παραστάσεις, χωρίς να εξηγήσουν σαφώς, εάν προτιθέμενα να ανεχθώμεν τας αδικίας των ή να φθάσωμεν μέχρι πολέμου. Εν τω μεταξύ, ας αρχίσωμεν να ετοιμαζώμεθα, όχι μόνον εξασφαλίζοντες συμμάχους, οπουδήποτε εύρωμεν αυτούς, είτε μεταξύ των Ελλήνων, είτε μεταξύ των βαρβάρων, οι οποίοι θα συμπληρώσουν την εις πλοία και χρήματα ανεπαρκή δύναμιν μας (διότι, όσοι, όπως ημείς τώρα, γινόμενα θύματα της επιβουλής των Αθηναίων, δεν ημπορούμεν να κατηγορηθώμεν ότι χάριν της σωτηρίας μας προσλαμβάνομεν την βοήθειαν όχι Ελλήνων μόνον, αλλά και βαρβάρων), αλλά και εκμεταλλευόμενοι όσον ημπορούμεν τους εγχώριους πόρους. Και αν μεν φαίνωνται διατεθειμένοι να λάβουν υπ’ όψιν τας παραστάσεις μας, τίποτε το καλύτερον. Ειδεμή, μετά παρέλευσιν δύο η τριών ετών, θα είμεθα ήδη καλύτερον παρεσκευασμένοι να επιτεθώμεν εναντίον των, εάν το αποφασίσωμεν. Ίσως, άλλωστε, οι Αθηναίοι, βλέποντες ότι ηρχίσαμεν ήδη τας παρασκευάς μας και ότι οι λόγοι μας ανταποκρίνονται προς αυτάς, έστω και συγκεκαλυμμένους, ευκολώτερον θα υποχωρήσουν, εφόσον και η γη των θα είναι ακόμη ανέπαφος και έχουν ν’ αποφασίσουν περί αγαθών υπαρχόντων και όχι κατεστραμμένων ήδη. Διότι την γην των δεν πρέπει να θεωρήσετε ως άλλο τι παρά ως ενέχυρον, το όποιον κρατείτε, και το οποίον αξίζει τόσον περισσότερον όσον καλύτερον είναι καλλιεργημένον. Το ενέχυρον αυτό πρέπει να φείδεστε όσον ημπορείτε περισσότερον καιρόν, και να μη περιάγετε τους κυρίους αυτού εις απόγνωσιν, καθιστώντες έτσι την αντίστασίν των πλέον πείσμονα. Διότι εάν, εξωθούμενοι από τας αιτιάσεις των συμμάχων μας, δενδροτομήσωμεν την Αττικήν, πριν παρασκευασθώμεν επαρκώς, προσέξατε μήπως ενεργήσωμεν κατά τρόπον, ο οποίος θα επισύρη μεγαλύτερας δυσκολίας και ταπεινώσεις διά την Πελοπόννησον. Καθόσον αιτιάσεις είτε πόλεων, είτε ιδιωτών δύνανται να εξομαλυνθούν. Αλλ’ όταν ολόκληρος η ομοσπονδία μας, χάριν συμφερόντων μερικών εκ των μελών της, αναλάβη άπαξ πόλεμον, του οποίου την έκβασιν κανείς δεν ημπορεί να προΐδη, δεν είναι εύκολον να τον τερματίση εντίμως.
83. «Και κανείς μη θεωρήση ανανδρίαν το ότι τόσαι πολλαί πόλεις διστάζουν να επιτεθούν εναντίον μιας. Διότι και εκείνοι έχουν συμμάχους όχι ολιγωτέρους, οι οποίοι μάλιστα καταβάλλουν φόρον εις αυτούς, και ο πόλεμος διεξάγεται ολιγώτερον διά των όπλων και περισσότερον διά των χρημάτων, τα οποία καθιστούν τα όπλα τελεσφόρα, προ πάντων όταν γίνεται εκ μέρους χερσαίας δυνάμεως εναντίον ναυτικής. Ας εξεύρωμεν λοιπόν τ’ αναγκαία χρηματικά μέσα, και ας μη παρασυρώμεθα ποοώρως από τους λόγους των συμμάχων. Ημείς, οι οποίοι θα φέρωμεν το μεγαλύτερον μέρος της ευθύνης διά την καλήν ή κακήν έκβασιν του πολέμου, ημείς οφείλομεν και να υπολογίσωμεν με την ησυχίαν μας τας καλάς ή κακάς συνεπείας του.
84. «Ούτε πρέπει να εντρέπεσθε διά την βραδύτητα και αναβλητικότητα, διά την οποίαν κυρίως μας μέμφονται. Διότι η σπουδή περί την έναρξιν του πολέμου θα συνετέλει εις τον βραδύτερον τερματισμόν του, λόγω του ότι θ’ ανελαμβάναμεν αυτόν απαράσκευοι. Μη λησμονήτε, άλλωστε, ότι κατοικούμεν πόλιν ελευθέραν πάντοτε και χαίρουσαν εξόχως αγαθής φήμης, και η βραδύτης και αναβλητικότης, διά την οποίαν μας κατηγορούν, ημπορεί πραγματικώς να είναι λελογισμένη νηφαλιότης. Εις την πολιτικήν αυτήν οφείλομεν το ότι ούτε αι ευτυχίαι μας καθιστούν αυθάδεις, ούτε αι ατυχίαι μας ταπεινώνουν όσον άλλους. Εάν κανείς προσπαθή δι’ επαίνων να μας εξωθήση εναντίον της γνώμης μας εις κινδυνώδεις επιχειρήσεις, δεν παρασυρόμεθα από την γοητείαν των λόγων του. Εάν τυχόν όμως ζητή κανείς να μας εξωθήση διά μομφών, ούτε οργιζόμεθα, ούτε μεταβάλλομεν διά τούτο ευκολώτερα γνώμην. Η νηφαλιότης, εξ άλλου, μας καθιστά γενναίους εις τον πόλεμον και συνετούς εις τα συμβούλια. Γενναίους μεν, διότι εκ της νηφαλιότητος απορρέει η σύνεσις και εκ ταύτης πάλιν η ευψυχία, Συνετούς δε, καθόσον ανατρεφόμεθα αφ’ ενός μεν όχι τόσον τελείως, ώστε να περιφρονούμεν τους νόμους, αφ’ ετέρου δε με τόσον αυστηράν πειθαρχίαν, ώστε να μη παρακούωμεν αυτούς. Η ανατροφή μας δεν μας μεταδίδει αφθονίαν ανωφελών γνώσεων, ώστε να επικρίνωμεν μεν δι’ ωραίων λόγων τας παρασκευάς των εχθρών, να είμεθα όμως ανίκανοι να συμμορφώνωμεν τα έργα προς τους λόγους μας. Τουναντίον πιστεύομεν ότι οι άλλοι είναι εξ ίσου με ημάς προνοητικοί και ότι το στοιχείον της τύχης δεν ημπορεί να καθορισθή διά λόγων. Διά τούτο οφείλομεν ν’ αρχίσωμεν ετοιμαζόμενοι πραγματικώς, ως να είχαμεν να κάμωμεν με ανθρώπους ορθοφρονούντας, και να μη εξαρτώμεν τας ελπίδας μας από ενδεχόμενα σφάλματα εκείνων, αλλ’ από τ’ ασφαλή μέτρα, τα οποία ημείς θα λάβωμεν εγκαίρως. Ούτε πρέπει να νομίζετε ότι διαφέρει πολύ άνθρωπος από άνθρωπον, αλλά να θεωρήτε άριστον εκείνον που έχει ανατροφή εις την μεγαλυτέραν πειθαρχίαν.
85. «Τας μεθόδους λοιπόν αυτάς, τας οποίας οι πατέρες μας μας εκληροδότησαν, και τας οποίας ημείς συνεχίζομεν με διαρκή μας ωφέλειαν, δεν πρέπει να εγκαταλείψωμεν. Δεν είναι ορθόν εις διάστημα ολίγων ωρών να λάβωμεν εσπευσμένας αποφάσεις, όταν από αυτάς διακινδυνεύωνται πολλαί υπάρξεις, πολλά χρήματα, πολλαί πόλεις, και πολλή δόξα, αλλ’ οφείλομεν να σκεφθώμεν ησύχως. Εις ημάς δε περισσότερον, παρά εις άλλους, είναι επιτετραμμένον να μη σπεύσωμεν, ακριβώς διότι είμεθα ισχυροί. Και τώρα ας στείλωμεν πρέσβεις εις τας Αθήνας, διά να κάμουν παραστάσεις περί της Ποτειδαίας, και παραστάσεις περί όσων άλλων οι σύμμαχοι ισχυρίζονται ότι αδικούνται, τόσον μάλλον καθόσον οι Αθηναίοι είναι έτοιμοι να υποβληθούν εις διαιτησίαν, και δεν είναι ορθόν να επιτίθεται κανείς κατά του δεχομένου διαιτητικήν κρίσιν, ως τάχα ενόχου αδικίας. Εν τω μεταξύ, προβήτε εις τας αναγκαίας διά τον πόλεμον παρασκευάς. Τοιαύτη πολιτική θα είναι αρίστη διά σας και φοβερωτάτη διά τους εχθρούς σας». Έτσι ωμίλησεν ο Αρχίδαμος. Ο Σθενελάδας, εξ άλλου, ένας από τους τότε εφόρους, προχωρήσας εις το βήμα, ωμίλησε προς την συνέλευσιν των Λακεδαιμονίων ως εξής:
86.
Λόγος του εφόρου Σθενελάδα
«Τους μακρούς λόγους των Αθηναίων δεν εννοώ. Διότι, ενώ επήνεσαν πολύ τους εαυτούς των, καθόλου δεν ημφισβήτησαν ότι αδικούν τους συμμάχους μας και την Πελοπόννησον. Και όμως εάν, όπως ισχυρίζονται, συμπεριεφέρθησαν καλώς εναντίον των Περσών, και τώρα κακώς προς ημάς, είναι άξιοι διπλής τιμωρίας, διότι από καλοί μετεβλήθησαν εις κακούς. Ημείς, τουναντίον, είμεθα οι ίδιοι, και τότε και τώρα, και εάν σωφρονούμεν, δεν θα επιτρέψωμεν ν’ αδικούνται οι σύμμαχοί μας, ούτε θ’ αναβάλωμεν να βοηθήσωμεν αυτούς, αφού ούτε αυτοί ημπορούν ν’ αναβάλουν τας ταλαιπωρίας των. Διότι, εάν άλλοι έχουν άφθονα χρήματα και πλοία και ίππους, έχομεν και ημείς γενναίους συμμάχους, τους οποίους οφείλομεν να μη παραδώσωμεν εις χείρας των Αθηναίων. Ούτε πρέπει να ζητούμεν την λύσιν της προς αυτούς διαφοράς διά δικαστικής προσφυγής και διά λόγων, αφού και οι σύμμαχοί μας δεν βλάπτονται απλώς με λόγους, αλλά πρέπει να τους βοηθήσωμεν χωρίς καμμιάν αναβολήν και με όλην μας την δύναμιν. Ούτε πρέπει να μας συμβουλεύουν να χάνωμεν τον καιρόν μας διασκεπτόμενοι, ενώ αδικούμεθα. Τουναντίον εκείνοι, οι οποίοι μελετούν αδικίαν, οφείλουν, προ πάντων, να διασκέπτωνται επί πολύ. Ψηφίσατε λοιπόν, Λακεδαιμόνιοι, υπέρ του πολέμου, αξίως της Σπάρτης, και μήτε εις τους Αθηναίους επιτρέψετε να γίνουν ακόμη μεγαλύτεροι, μήτε τους συμμάχους καταπροδώσετε, αλλά με την βοήθειαν των θεών ας αναλάβωμεν τον αγώνα κατά των αδικούντων».
87.
Γνώμη των Σπαρτιατών περί παραβιάσεως της τριακονταετούς συνθήκης υπό των Αθηναίων
Αφού ωμίλησεν ο Σθενελάδας, έθεσε το ζήτημα εις την ψήφον της συνελεύσεως των Λακεδαιμονίων υπό την ιδιότητά του ως εφόρου. Αλλ’ επειδή η απόφασις λαμβάνεται διά βοής και όχι διά ψήφου, ο Σθενελάδας εδήλωσεν ότι δεν διακρίνει ποία βοή είναι μεγαλυτέρα, και επιθυμών να εξωθήση αυτούς περισσότερον προς πόλεμον διά φανεράς εκδηλώσεως της γνώμης των, είπε: «Όσοι από σας, Λακεδαιμόνιοι, φρονείτε ότι έχει παραβιασθή η Τριακονταετής συνθήκη και ότι οι Αθηναίοι αδικούν, σηκωθήτε και σταθήτε εις το μέρος εκείνο» (και έδειξεν ωρισμένον μέρος), «όσοι δε πάλιν φρονείτε το εναντίον εις το άλλο μέρος». Εσηκώθησαν τότε και εχωρίσθησαν εις δύο, και εκείνοι, οι οποίοι έκριναν ότι είχε παραβιασθή η συνθήκη, ήσαν πολύ περισσότεροι. Προσκαλέσαντες, ως εκ τούτου, τους συμμάχους, ανεκοίνωσαν ότι αυτοί μεν θεωρούν ότι οι Αθηναίοι αδικούν, αλλ’ ότι επιθυμούν να συγκαλέσουν όλους τους συμμάχους και να θέσουν το ζήτημα εις την ψήφον των, ώστε ο πόλεμος, εάν ψηφισθή, να είναι αποτέλεσμα κοινής αποφάσεως. Και οι μεν παρόντες σύμμαχοι, αφού κατέληξαν εις τας αποφάσεις αυτάς, ανεχώρησαν εις τα ίδια, ακολούθως δε και οι Αθηναίοι, αφού εξετέλεσαν την αποστολήν, διά την οποίαν είχαν έλθει. Η απόφασις αυτή της συνελεύσεως περί της διαρρήξεως της Τριακονταετούς συνθήκης έγινε το δέκατον τέταρτον έτος μετά την κατόπιν του Ευβοϊκού πολέμου συνομολόγησίν της.
88. Οι Λακεδαιμόνιοι εψήφισαν ότι η συνθήκη είχε παραβιασθή και ότι επεβάλλετο ο πόλεμος, όχι τόσον παρασυρθέντες από τους λόγους των συμμάχων, όσον εκ φόβου μήπως η δύναμις των Αθηναίων αυξηθή έτι μάλλον, διότι έβλεπαν ότι το μεγαλύτερον μέρος της Ελλάδος ήτον ήδη υποχείριον εις αυτούς.

Ανάδειξις των Αθηνών εις μεγάλην δύναμην (479-432πΧ) (89-118)
89.
Οχύρωσις των Αθηνών παρά την αντίδρασιν της Σπάρτης
Έρχομαι τώρα να εκθέσω τον τρόπον, κατά τον οποίον οι Αθηναίοι ανήλθαν εις την περιωπήν μεγάλης Δυνάμεως. Αφού οι Πέρσαι, νικηθέντες κατά θάλασσαν και κατά ξηράν από τους Έλληνας, απεσύρθησαν από την Ευρώπην, και όσοι απ’ αυτούς κατέφυγαν με τον στόλον των εις την Μυκάλην κατεστράφησαν εκεί, ο Λεωτυχίδης, βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, ο οποίος ήτο αρχηγός των Ελλήνων εις την Μυκάλην, επέστρεψεν εις τα ίδια με τους Πελοποννησίους συμμάχους. Οι Αθηναίοι, όμως, και όσοι από την Ιωνίαν και τον Ελλήσποντον είχαν ήδη αποσκιρτήσει από τον βασιλέα και είχαν συμμαχήσει με αυτούς, επιμείναντες ήρχισαν να πολιορκούν την Σηστόν, την οποίαν κατείχαν οι Πέρσαι, και διαχειμάσαντες την εκυρίευσαν, εγκαταλειφθείσαν από τους βαρβάρους. Και μετά τούτο απέπλευσαν από τον Ελλήσποντον, έκαστος εις τα ίδια. Οι δε Αθηναίοι, ευθύς μετά την εκκένωσιν της χώρας των από τους βαρβάρους. ήρχισαν να επαναφέρουν οπίσω τα τέκνα και τας γυναίκας και τα περισωθέντα κινητά των πράγματα, από εκεί όπου τα είχαν τοποθετήσει χάριν ασφαλείας, και ητοιμάζοντο διά την ανοικοδόμησιν της πόλεως και των τειχών της. Διότι και από τον περίβολον του τείχους μικρά μόνον τμήματα έμειναν όρθια και αι περισσότεροι οικίαι είχαν ερειπωθή, ολίγαι δε μόνον περιεσώθησαν, εις τας οποίας είχαν καταλύσει οι επιφανέστεροι των Περσών.
90. Αλλ’ οι Λακεδαιμόνιοι, προβλέποντες το μέλλον, απέστειλαν εσπευσμένως πρεσβείαν, εν μέρει μεν διότι και οι ίδιοι θα επροτιμούσαν ούτε οι Αθηναίοι, ούτε καμμία άλλη πόλις να έχη τείχη, προ πάντων, όμως, διότι οι σύμμαχοι τους παρώτρυναν προς τούτο, διότι εφοβούντο και το μέγεθος του στόλου των Αθηναίων, ο οποίος πριν ήτο μικρός, και την τόλμην, την οποίαν επέδειξαν κατά τον Περσικόν πόλεμον. Ηξίωσαν, ως εκ τούτου, οι πρέσβεις των να μη ανεγείρουν το τείχος, αλλά τουναντίον να συνεργασθούν μαζί των διά να κατεδαφίσουν τα τείχη και των άλλων εκτός της Πελοποννήσου πόλεων, όσαι είχαν ήδη τοιαύτα,χωρίς να φανερώσουν καθόλου προς τους Αθηναίους τους αληθείς σκοπούς των αλλ’ υποστηρίζοντες ότι κατ’ αυτόν τον τρόπον, εάν ο βάρβαρος ήθελε προβή εις νέαν επιδρομήν, δεν θα είχεν ωχυρωμένον μέρος, το οποίον να χρησιμοποιήση ως ορμητήριον, όπως κατά τον τελευταίον πόλεμον τας Θήβας. Η Πελοπόννησος, υπεστήριζαν, επήρκει δι’ όλους και ως καταφύγιον και ως ορμητήριον. Οι Αθηναίοι, κατά πρότασιν του Θεμιστοκλέους, αφού ήκουσαν τους Λακεδαιμονίους, απήντησαν ότι θα στείλουν εις αυτούς πρέσβεις, όπως συζητήσουν το ζήτημα, και έτσι απηλλάγησαν από την παρουσίαν των. Ο Θεμιστοκλής μετά τούτο συνέστησε να τον αποστείλουν άνευ αναβολής εις την Λακεδαίμονα και να εκλέξουν εκτός απ’ αυτόν και άλλους πρέσβεις, τους οποίους όμως να μη στείλουν αμέσως, αλλά να επιβραδύνουν την αποστολήν των, έως ότου ανεγείρουν το τείχος μέχρι του ύψους που είναι απολύτως αναγκαίον διά να μάχεται κανείς απ’ αυτό εκ του ασφαλούς. Συγχρόνως συνέστησε να επιδοτούν όλοι ανεξαιρέτως οι ευρισκόμενοι εις την πόλιν, και άνδρες και γυναίκες και παιδία, χωρίς να φείδονται χάριν της κατασκευής του τείχους ούτε ιδιωτικά, ούτε δημόσια κτίρια, αλλά κατεδαφίζοντες όλα όσα ημπορούν να χρησιμεύσουν διά το έργον των. Ο Θεμιστοκλής, αφού έδωσε τας οδηγίας αυτάς και εδήλωσεν ότι δι’ όλα τα άλλα αυτός ο ίδιος θα φροντίση, ανεχώρησεν. Όταν έφθασεν, εν τούτοις, εις την Λακεδαίμονα, δεν παρουσιάζετο προς τους άρχοντας, αλλ’ εχρονοτρίβει υπό διαφόρους προφάσεις, και όταν κανείς από τους εν τέλει ήθελε τον ερωτήσει, διά ποίον λόγον δεν παρουσιάζεται εις την κυβέρνησιν, έλεγεν ότι περιμένει τους συμπρέσβεις, οι οποίοι καθυστέρησαν ένεκα μερικών ασχολιών, αλλ’ ότι επερίμενεν ότι θα φθάσουν όσον ούπω, και ηπόρει μάλιστα πως δεν έφθασαν ακόμη.
91. Ένεκα της προς τον Θεμιστοκλή φιλίας, οι Λακεδαιμόνιοι άρχοντες ήσαν διατεθειμένοι να πιστεύουν τους λόγους του αυτούς. Επειδή όμως όλοι οι άλλοι ταξειδιώται που έφταναν εβεβαίωναν ωρισμένως όχι μόνον ότι το τείχος εκτίζετο, αλλ’ ότι είχεν ήδη φτάσει και εις αρκετόν ύψος, δεν είχαν κανένα λόγον ν’ αμφιβάλλουν περί τούτου. Και επειδή ο Θεμιστοκλής εννόησε τούτο, τους συνέστησε να μη παρασύρονται από πληροφορίας του ενός και του άλλου, αλλά να στείλουν μάλλον επιτροπήν από τίμιους συμπολίτας των, οι οποίοι ν’ αναφέρουν πιστώς το αποτέλεσμα της αυτοπρόσωπου εξετάσεως των. Έστειλαν τωόντι τοιαυτήν επιτροπήν, αλλα και ο Θεμιστοκλής εστειλε κρυφίως αγγελιαφόρον εις Αθήνας και εσύστησε να τους κρατήσουν εκεί με τον πλέον εύσχημον τρόπον και να μη τους αφήσουν να φύγουν πριν αυτός με τους συμπρέσβεις του επιστρέψουν. Διότι, εν τω μεταξύ, είχαν έλθει προς συνάντησίν του και οι συμπρέσβεις του, ο Αβρώνιχος, υιός του Λυσικλέους και ο Αριστείδης, υιός του Λυσιμάχου, φέροντες την είδησιν, ότι το τείχος είχεν υψωθή αρκετά, και εφοβείτο μήπως οι Λακεδαιμόνιοι, μανθάνοντες την αλήθειαν, εμποδίσουν την αναχώρησίν των. Ως εκ τούτου, και οι Αθηναίοι εκράτησαν τους πρέσβεις, σύμφωνα με τας οδηγίας που είχαν λάβει, και ο Θεμιστοκλής παρουσιάσθη εις τους Λακεδαιμονίους και τους είπεν επί τέλους φανερά ότι η πόλις των Αθηνών είχε τειχισθή ήδη, εις τρόπον ώστε να είναι εις θέσιν να παρέχη ασφάλειαν εις τους κατοίκους της, και ότι εάν οι Λακεδαιμόνιοι ή οι σύμμαχοί των ήθελαν να πέμψουν πρέσβεις προς αυτούς διά κανέν ζήτημα, ώφειλαν του λοιπού να έρχωνται προς αυτούς ως προς άνδρας ικανούς να εννοούν όχι μόνον το ιδικόν των, αλλά και το κοινόν συμφέρον. Διότι και όταν εθεώρησαν ότι επεβάλλετο να εγκαταλείψουν την πόλιν και να επιβούν εις τα πλοία -είπαν οι πρέσβεις- απεφάσισαν το τόλμημα τούτο χωρίς να ζητήσουν την γνώμην των, και οσάκις, εξ άλλου, αι, δύο πόλεις συνήρχοντο εις κοινήν σύσκεψιν, κανείς άλλος δεν έδειξε περισσοτέραν απ’ αυτούς ορθοφροσύνην. Συνεπώς έκριναν και τώρα ότι επεβάλλετο να έχη η πόλις των τείχος και ότι τούτο θ’ αποβή ωφελιμώτατον και διά τους πολίτας της ιδιαιτέρως και διά τους συμμάχους γενικώς. Διότι, χωρίς ισοδύναμον στρατιωτικήν παρασκευήν, η γνώμη των εις τα συμβούλια της ομοσπονδίας δεν ημπορεί να έχη την ιδίαν ακριβώς βαρύτητα. Διά τούτο, είπεν, ή όλοι οι σύμμαχοι πρέπει να μένουν ατείχιστοι ή να κρίνουν και την ανέγερσιν του Αθηναϊκού τείχους ως δικαιολογημένην.
92. Οι Λακεδαιμόνιοι, ακούσαντες τους λόγους αυτούς, δεν εφανέρωσαν αγανάκτησιν εναντίον των Αθηναίων, αφού άλλωστε τους ποέσβεις των έστειλαν δήθεν, όχι διά να εμποδίσουν το έργον, αλλά διά να τους ειπούν συμβουλευτικώς την γνώμην των, συγχρόνως όμως διότι οι Αθηναίοι, ένεκα του ζήλου που είχαν επιδείξει κατά τους Περσικούς πολέμους, ήσαν κατά την εποχήν εκείνην παρά πολύ προσφιλείς πρός αυτούς. Εδυσανασχέτουν όμως διά την αποτυχίαν του σκοπού των χωρίς να το δείχνουν. Ως εκ τούτου οι πρέσβεις των δύο μερών επέστρεψαν εις τα ίδια, χωρίς αμοιβαίας αντεγκλήσεις.
93. Κατ’ αυτόν τον τρόπον ετείχισαν οι Αθηναίοι την πόλιν εις ολίγον διάστημα χρόνου, και σήμερον ακόμη είναι φανερόν ότι η ανοικοδόμησις εγινε βιαστικά. Διότι εις την βάσιν έχουν τοποθετηθή παντός είδους λίθοι, χωρίς εις μερικά σημεία να έχουν υποστή την απαιτουμένην επεξεργασίαν διά να προσαρμόζωνται, αλλά εις την κατάστασιν που επροσκομίζοντο εκάστοτε διά τους εργάτας, και πολλαί επιτάφιοι στήλαι και πολλοί λίθοι, επεξειργασμένοι ήδη δι’ άλλας χρήσεις, εχρησιμοποιήθησαν εις την οικοδομήν. Διότι ο περίβολος του τείχους έλαβε μεγαλυτέραν έκτασιν παρά πριν προς όλας τας διευθύνσεις της πόλεως, και διά τούτο επειγόμενοι έβαζαν χέρι εις κάθε τι αδιακρίτως. Ο Θεμιστοκλής, άλλωστε, έπεισεν αυτούς να συμπληρώσουν επειγόντως τα εργα του Πειραιώς, των οποίων έναρξις είχε γίνει κατά την διάρκειαν του έτους που ήτο Άρχων εις τας Αθήνας, καθόσον εθεώρει ότι όχι μόνον η θέσις του Πειραιώς, με τους τρεις φυσικούς του λιμένας, ήτο εξαιρετική, αλλά και ότι οι Αθηναίοι, αφού έγιναν ήδη ναυτικοί, ευρίσκοντο εις θέσιν πλεονεκτικήν, όπως αυξήσουν την δύναμίν των. Αυτός, τωόντι, πρώτος εξέφρασε την τολμηράν γνώμην, ότι πρέπει να επιδοτούν εις την θάλασσαν, και έτσι μαζί με την κατασκευήν των τειχών, έθετεν άνευ αναβολής και τα θεμέλια της ηγεμονίας των. Το πάχος του τείχους, που περιέβαλλε τον Πειραιά, το οποίον και σήμερον ακόμη φαίνεται, εκτίσθη σύμφωνα με την γνώμην του. Δύο, πράγματι, άμαξαι διεσταυρώνοντο επ’ αυτού κατά την μεταφοράν των λίθων. Εντός δε του τείχους δεν υπήρχαν ούτε χάλικες, ούτε πηλός, αλλά το όλον πάχος απετελείτο από μεγάλους πελεκητούς τετραγώνους λίθους, συνηρμοσμένους και συνδεδεμένους προς αλλήλους εις την εξωτερικήν πλευράν του τείχους διά σιδήρου και μολύβδου. Αλλά το ύψος δεν επέρασε το ήμισυ περίπου του αρχικού του σχεδίου. Σκοπός του, τωόντι, ήτο όπως διά του ύψους και του πάχους του τείχους αποτρέπη τας επιθέσεις των εχθρών. Εξ άλλου, ενόμιζεν ότι ολίγοι ανδρες, και από τους ολιγώτερον χρησίμους διά μάχιμον υπηρεσίαν, θα ήσαν αρκετοί προς φύλαξίν του, ενώ οι λοιποί θα επέβαιναν επί του στόλου. Διότι ο Θεμιστοκλής την προσοχήν είχε προ πάντων εστραμμένην εις τον στόλον, καθόσον, ως φρονώ, είχε παρατηρήσει ότι η επιδρομή του Περσικού στρατού ήτο ευκολωτέρα διά θαλάσσης παρά διά ξηράς. Και διά τούτο εθώρει τον Πειραιά χρησιμώτερον παρά την άνω πόλιν, και επανειλημμένως συνεβούλευσε τους Αθηναίους, εάν τυχόν ποτέ υποστούν μεγάλην πίεσιν κατά ξηράν, να κατέλθουν εις αυτόν και αντιταχθούν με τον στόλον εναντίον όλων των αντιπάλων των.
94.
Εκστρατεία των Ελλήνων υπό τον Σπαρτιάτην Παυσανίαν κατά των Περσών
Ενώ τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι, ευθύς μετά την αναχώρησιν των Περσών, ανήγειραν τα τείχη της πόλεως των και ησχολούντο με την κατασκευήν των λοιπών έργων, ο Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, εστάλη από την Λακεδαίμονα με είκοσι Πελοποννησιακά πλοία, ως αρχηγός Ελληνικών δυνάμεων. Εις την εκστρατείαν μετείχαν και οι Αθηναίοι με τριάντα πλοία, και ικανός αριθμός από τους άλλους συμμάχους. Και πρώτον διηυθύνθησαν εναντίον της Κύπρου, της οποίας υπέταξαν το μεγαλύτερον μέρος. Έπειτα εναντίον του Βυζαντίου, το οποίον κατείχετο από τους Πέρσας, και το εκυρίευσαν κατόπιν πολιορκίας.
95.
Ανάκλησις του Παυσανίου και ανάληψις της αρχηγίας υπό των Αθηναίων
Αλλ’ επειδή ο Παυσανίας, κατά την διάρκειαν της αρχηγίας του αυτής, ήρχισε να συμπεριφέρεται με βιαιότητα, οι Έλληνες εδυσανασχέτουν και προ πάντων οι Ίωνες και όσοι άλλοι είχαν προσφάτως απελευθερωθή από την κυριαρχίαν του Βασιλέως. Οι δυσηρεστημένοι, ερχόμενοι προς τους Αθηναίους, απήτουν απ’ αυτούς ν’ αναλάβουν την αρχηγίαν των, λόγω της κοινής καταγωγής, και να μην επιτρέπουν ενδεχομένας εναντίον αυτών πιέσεις του Παυσανίου. Οι Αθηναίοι εδέχθησαν τας προτάσεις αυτάς και ελάμβαναν τα μέτρα των, αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν τοιαύτας πιέσεις, και να ρυθμίσουν γενικώς τα πράγματα κατά τον καλύτερον διά τα συμφέροντά των τρόπον. Αλλ’ εν τω μεταξύ, οι Λακεδαιμόνιοι ανεκάλεσαν τον Παυσανίαν, διά να τον ανακρίνουν δι’ όσα έφθαναν εις τας ακοάς των. Διότι οι Έλληνες που επέστρεφαν από τον Ελλήσποντον τον κατηγόρουν διά πολλά εγκλήματα, και εφαίνετο ότι η αρχηγία του προσελάμβανε την μορφήν τυραννίδος μάλλον παρά στρατηγίας. Και έτσι η ανάκλησίς του συνέπεσεν εις τον ίδιον ακριβώς καιρόν που οι σύμμαχοι, πλην των Πελοποννησιακών στρατευμάτων, από μίσος προς αυτόν, ετάχθησαν υπό την αρχηγίαν των Αθηναίων. Μετά τον εργομόν του εις την Λακεδαίμονα, ο Παυσανίας ετιμωρήθη διά τα αδικήματα που είγε διαπράξει εναντίον ιδιωτών, ηθωώθη όμως από την σοβαρωτέραν και κυριωτέραν κατηγορίαν, διά προδοτικάς του σχέσεις με τους Πέρσας, η οποία γενικώς εθεωρείτο αναμφισβήτητος. Εν τούτοις, δεν εστάλη πλέον προς ανάληψιν της αργηγίας, αλλ’ αντ’ αυτού εστάλη ο Δόρκις, με μερικούς άλλους, επί κεφαλής μικράς στρατιωτικής δυνάμεως. Αλλ’ οι σύμμαχοι δεν τους επέτρεψαν πλέον ν’ αναλάβουν την αρχηγίαν. Αυτoi, εξ άλλου, αντιληφθέντες την κατάστασιν, ανεχώρησαν. Ούτε τους αντικατέστησαν πλέον οι Λακεδαιμόνιοι με άλλους, διότι εφοβούντο μήπως οι εξερχόμενοι εκ των ορίων της Λακεδαίμονος διαφθείρονται, προς ζημίαν της Σπάρτης, όπως είδαν ότι συνέβη με τον Παυσανίαν. Ήθελαν, εξ άλλου, ν’ απαλλαγούν από τον Περσικόν πόλεμον, και εθεώρουν τους Αθηναίους ικανούς διά την αρχηγίαν και φίλους των κατά την εποχήν εκείνην.
96.
Εισφοραί των πόλεων δια τον πόλεμον κατά των Περσών
Αφού οι Αθηναίοι ανέλαβαν κατ’ αυτόν τον τρόπον την αρχηγίαν με την συγκατάθεσιν των συμμάχων, ένεκα του μίσους των τελευταίων εναντίον του Παυσανίου, προσδιώρισαν την εις χρήματα ή πολεμικά πλοία εισφοράν εκάστης πόλεως διά τον πόλεμον εναντίον των Περσών, του οποίου σκοπός διεκηρύττετο ότι είναι η ερήμωσις της χώρας του Βασιλέως εις αντεκδίκησιν των όσων έπαθαν από αυτόν. Και τότε διά πρώτην φοράν εγκατεστάθη εις τας Αθήνας η αρχή των Ελληνοταμιών, οι οποίοι εισέπρατταν τον φόρον, όπως ωνομάσθη η εις χρήματα εισφορά. Ο φόρος, όπως προσδιωρίσθη κατ’ αρχάς, ανήρχετο εις τετρακόσια εξήντα τάλαντα, και ταμείον ήτο η Δήλος, εις τον ναόν της οποίας συνήρχοντο αι σύνοδοι των αντιπροσώπων των συμμάχων.
97.
Εξιστόρησις των γεγονότων σχετικώς με την ίδρυσιν της Αθηναϊκής ηγεμονίας
Υπό την αρχηγίαν των Αθηναίων, οι σύμμαχοι κατ’ αρχάς ήσαν εντελώς αυτόνομοι και μετείχαν διά των κοινών συνόδων των αντιπροσώπων των εις τας λαμβανομένας αποφάσεις. Αλλά κατά το μεταξύ του Περσικού και του παρόντος πολέμου διάστημα, οι Αθηναίοι προέβησαν, είτε διά πολέμου, είτε διά κυβερνητικών μέτρων, εις τας κατωτέρω μνημονευομένας ενεργείας, αι οποίαι εστρέφοντο είτε κατά των Περσών, είτε κατά των αποστατούντων συμμάχων των, είτε κατά των εις τας στάσεις αυτάς παρεμβαινόντων εκάστοτε Πελοποννησίων. Έγραψα δε και τα γεγονότα αυτά κατά παρέκβασιν από το κύριον θέμα μου, διότι όλοι οι προ εμού παρέλειψαν την περίοδον αυτήν, και ή συνέγραψαν την προ των Περσικών πολέμων Ελληνικήν ιστορίαν ή τους ιδίους τους Περσικούς πολέμους. Και ο Ελλάνικος ακόμη, ο οποίος έθιξε τουλάχιστον τα γεγονότα αυτά εις την Αττικήν συγγραφήν του, τα επραγματεύθη δι’ ολίγων και ανακριβώς ως προς τας χρονολογίας. Η εξιστόρησις, άλλωστε, των γεγονότων αυτών εξηγεί συγχρόνως και τον τρόπον που ιδρύθη η Αθηναΐκή ηγεμονία.

98.
Επιτυχίαι των Αθηναίων κατά των Περσών και κατάπνιξις επαναστάσεων συμμάχων πολιτειών
Υπό την αρχηγίαν του Κίμωνος, υιού του Μιλτιάδου, οι Αθηναίοι εκυρίευσαν πρώτον διά πολιορκίας την επί του Στρυμόνος Ηιόνα, την οποίαν κατείχαν οι Πέρσαι, και εξηνδραπόδισαν τους κατοίκους της. Την ιδίαν τύχην ηκολούθησεν έπειτα και η Σκύρος, νήσος του Αιγαίου πελάγους, την οποίαν εκατοίκουν Δόλοπες, και την οποίαν μετά τούτο απώκισαν οι ίδιοι οι Αθηναίοι. Ακολούθως περιήλθαν εις πόλεμον προς τους Καρυστίους, ενώ οι λοιποί Ευβοείς παρέμειναν ουδέτεροι, και με τον καιρόν οι Καρύστιοι παρεδόθησαν διά συνθήκης. Μετά ταύτα επολέμησαν προς τους Ναξίους, οι οποίοι επανεστάτησαν εναντίον των, και τους ηνάγκασαν διά πολιορκίας να παραδοθούν. Υπήρξεν, άλλωστε, η Νάξος η πρώτη σύμμαχος πόλις, η οποία, εναντίον του ομοσπονδιακού καθεστώτος, εστερήθη της αυτονομίας της. Βραδύτερον όμως και άλλαι έπαθαν το ίδιον με τον ένα ή τον άλλον τρόπον.
99. Αιτίαι των επαναστάσεων ήσαν και άλλαι, κυριωτάτη όμως η ανεπαρκής καταβολή των φόρων και των εις τα πλοία εισφορών, ή και ολοσχερής τυχόν ενίοτε άρνησις εκπληρώσεως της στρατιωτικής κατά θάλασσαν υπηρεσίας. Διότι οι Αθηναίοι εξεβίαζαν την καταβολήν των φόρων με αυστηρότητα, και εγίνοντο οχληροί, εφαρμόζοντες διά την εκτέλεσιν των λοιπών υποχρεώσεων πιεστικά μέτρα εναντίον ανθρώπων, οι οποίοι ούτε συνηθισμένοι ήσαν εις ταλαιπωρίας, ούτε προθύμως υπεβάλλοντο εις αυτάς. Άλλωστε και διά διαφόρους λόγους, η ηγεμονία των Αθηναίων έπαυσε πλέον να είναι αρεστή, όπως εις την αρχήν, και ούτε μετείχαν εις τας εκστρατείας υπό όρους ισότητος προς τους συμμάχους των, ενώ, εξ άλλου, τους ήτο εύκολον να εξαναγκάζουν εις υποταγήν όσους από αυτούς επανεστάτουν. Την ευθύνην, άλλωστε, δι’ αυτό έφεραν οι ίδιοι οι σύμμαχοι. Διότι, ένεκα της αποστροφής των αυτής προς την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, οι περισσότεροι από αυτούς, διά να μην απομακρύνωνται από τας εστίας των, ανέλαβαν την υποχρέωσιν αντί πλοίων να καταβάλλουν την αντίστοιχον δαπάνην εις χρήματα. Και αποτέλεσμα τούτου υπήρξεν ότι το μεν Αθηναϊκόν ναυτικόν ηυξάνετο με τα χρήματα, τα όποια οι σύμμαχοι κατέβαλλαν εκάστοτε, ενώ οι τελευταίοι αυτοί, οσάκις ήθελαν αποστατήσει, ήρχιζαν τας εχθροπραξίας απαράσκευοι και άπειροι.
100. Μετά ταύτα έγινε και η παρά τον Ευρυμέδοντα ποταμόν, εις την Παμφυλίαν, πεζομαχία και ναυμαχία των Αθηναίων και των συμμάχων των προς τους Πέρσας, κατά την οποίαν οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Κίμωνος, υιού του Μιλτιάδου, ανεδείχθησαν νικηταί εις μίαν και την αυτήν ημέραν κατά γην και κατά θάλασσαν, και εκυρίευσαν και κατέστρεψαν διακοσίας το όλον Φοινικικάς τριήρεις. Βραδύτερον ακόμη συνέβη να επαναστατήσουν εναντίον των οι Θάσιοι, ένεκα διαφοράς εγερθείσης διά τους επί της απέναντι Θρακικής ακτής εμπορικούς λιμένας και τα μεταλλεία, τα οποία ενέμοντο οι Θάσιοι. Πλεύσαντες με τον στόλον των εναντίον της Θάσου, ενίκησαν οι Αθηναίοι κατά την συγκροτηθείσαν ναυμαχίαν, και ενήργησαν απόβασιν. Κατά τον ίδιον, άλλωστε, καιρόν απέστειλαν εις τον Στρυμόνα δέκα χιλιάδας Αθηναίους και συμμάχους αποίκους, διά να εποικίσουν την σημερινήν Αμφίπολιν, η οποία τότε ωνομάζετο Εννέα Οδοί. Οι άποικοι αυτοί κατώρθωσαν να καταλάβουν τας Εννέα Οδούς, τας οποίας κατείχαν έως τότε οι Ηδωνοί, αλλ’ όταν επροχώρησαν εις το εσωτερικόν της Θράκης, κατεστράφησαν εις Δραβησκόν της Ηδωνικής από τας ηνωμένος δυνάμεις των Θρακών εκείνων, διά τους οποίους η εγκατάστασις της αποικίας αυτής απετέλει απειλήν.
101. Οι Θάσιοι, εξ άλλου, ηττηθέντες και πολιορκούμενοι, επεκαλέσθησαν τους Λακεδαιμονίους και τους παρεκάλουν επιμόνως να τους βοηθήσουν εισβάλλοντες εις την Αττικήν. Οι Λακεδαιμόνιοι υπεσχέθησαν την βοήθειαν αυτήν κρυφά από τους Αθηναίους, και ητοιμάζοντο να την δώσουν, ημποδίσθησαν όμως από τον συμβάντα σεισμόν, κατά τον οποίον οι Είλωτες, μαζί με τους περιοίκους της Θουρίας και Αιθαίης, επανεστάτησαν εναντίον των και κατέλαβαν την Ιθώμην. Πλείστοι από τους Είλωτας ήσαν απόγονοι των παλαιών Μεσσηνίων, οι οποίοι είχαν υποδουλωθή κατά τον πρώτον Μεσσηνιακόν πόλεμον, και ως εκ τούτου ωνομάσθησαν όλοι Μεσσήνιοι. Αλλ’ ενώ οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν τοιουτοτρόπως απησχολημένοι εις τον πόλεμον προς τους εις την Ιθώμην, οι Θάσιοι, κατόπιν πολιορκίας δύο και πλέον ετών, υπετάχθησαν εις τους Αθηναίους διά συνθηκολογίας, κατά τους όρους της οποίας κατηδάφισαν τα τείχη των, παρέδωσαν τον στόλον των, ανέλαβαν να πληρώσουν αμέσως την ζητηθείσαν πολεμικήν αποζημίωσιν και να καταβάλουν του λοιπού φόρον, και παρήχθησαν από τα δικαιώματα των επί της απέναντι ηπείρου και του μεταλλείου.

102.
Διάρρηξις συμμαχίας Αθηναίων και Λακεδαιμονίων
Οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή παρετείνετο, ατυχώς δι’ αυτούς, ο πόλεμος προς τους καταλαβόντας την Ιθώμην, επεκαλέσθησαν την βοήθειαν και άλλων συμμάχων και των Αθηναίων, οι οποίοι απέστειλαν ικανήν τοιαύτην με αρχηγόν τον Κίμωνα. Την βοήθειαν των Αθηναίων επεκαλέσθησαν κυρίως, διότι οι τελευταίοι εθεωρούντο ικανοί εις την τειχομαχίαν, ενώ η μακρά διάρκεια της πολιορκίας είχε δείξει εις τους Λακεδαιμονίους τηνιδικήν των ως προς τούτο ανεπάρκειαν. Διότι άλλως θα είχαν καταλάβει εξ εφόδου την Ιθώμην. Εξ αφορμής, άλλωστε, της εκστρατείας αυτής, έγινε διά πρώτην φοράν καταφανής η έλλειψις αρμονίας εις τας μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αθηναίων σχέσεις. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι, επειδή η δι’ εφόδου κατάληψις δεν επετύγχανε, εφοβήθησαν μήπως, εάν παραταθή η παρουσία των Αθηναίων, τους οποίους άλλωστε εθεώρουν αλλοφύλους, οι τελευταίοι, λόγω του τολμηρού και αστάτου χαρακτήρας των, παρασυρθούν από τους πολιορκουμένους και ταχθούν με το μέρος των, και διά τούτο τους απεμάκρυναν, μόνους εκ των συμμάχων, χωρίς να εκδηλώσουν τας υποψίας των, αλλ’ ειπόντες ότι δεν τους έχουν πλέον ανάγκην. Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, εννόησαν ότι η πομάκρυνσίς των ωφείλετο εις κάποιαν υποψίαν και όχι εις την ευσχημοτέραν δικαιολογίαν, η οποία εδόθη. Και επειδή εθεώρησαν αφόρητον το πράγμα και ενόμισαν ότι δεν ήσαν άξιοι τοιαύτης ύβρεως εκ μέρους των Λακεδαιμονίων, ευθύς αφού επέστρεψαν, παρήτησαν την συμμαχίαν, την οποίαν είχαν συνομολογήσει με αυτούς εναντίον των Περσών, και συνωμολόγησαν νέαν τοιαύτην με τους Αργείους, οι οποίοι, ήσαν εχθροί εκείνων. Ομοία συμμαχία, επιβεβαιωθείσα με τους ιδίους όρκους, συνωμολογήθη συγχρόνως από τους δύο, τους Αθηναίους δηλαδή και τους Αργείους, με τους Θεσσαλούς.
103.
Προσχώρησις των Μεγάρων εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν
Κατά το δέκατον έτος της πολιορκίας της Ιθώμης, οι παναστάται, μη δυνάμενοι ν’ ανθέξουν περισσότερον, εσυνθηκολόγησαν με τους Λακεδαιμονίους, Κατά τους όρους της συνθήκης, ώφειλαν ν’ απέλθουν από την Πελοπόννησον, εξασφαλιζομένης εις αυτούς της ελευθέρας πορείας των, και ποτέ πλέον να μην επιστρέψουν εις αυτήν· εν περιπτώσει παραβάσεως συλλαμβανόμενοι θα εγίνοντο δούλοι εκείνου που τους συνέλαβε. Μεταξύ των Λακεδαιμονίων, άλλωστε, ανεφέρετο κάποιος αρχαίος Πυθικός χρησμός, κατά τον οποίον ώφειλαν ν’ αφίνουν ελευθέρους εκείνους που κατέφευγαν ως ικέται εις τον Ιθωμήτην Δία. Οι Μεσσήνιοι, συνεπώς, μαζί με τα τέκνα και τας γυναίκας των, εξεκένωσαν την Ιθώμην, και οι Αθηναίοι, ένεκα των εχθρικών ήδη σχέσεων των προς τους Λακεδαιμονίους, τους εδέχθησαν και τους εγκατέστησαν εις την Ναύπακτον, την οποίαν είχαν κυριεύσει προσφάτως από τους Οζόλας Λοκρούς. Και οι Μεγαρείς, άλλωστε, εγκαταλείψαντες τους Λακεδαιμονίους, προσεχώρησαν εις την Συμμαχίαν των Αθηναίων, διότι επιέζοντο από τον πόλεμον που τους έκαμναν οι Κορίνθιοι ένεκα συνοριακών ερίδων. Συνέπεια τούτου υπήρξεν ότι οι Αθηναίοι κατέλαβαν τα Μέγαρα και τας Πηγάς (επίνειον των Μεγάρων) και οικοδόμησαν διά τους Μεγαρείς τα Μακρά Τείχη, τα οποία εξετείνοντο από την πόλιν μέχρι του λιμένος της Νισαίας, και των οποίων την φρούρησιν ανέλαβαν οι ίδιοι. Και ένεκα της αιτίας αυτής κυρίως ήρχισε διά πρώτην φοράν να εξάπτεται το σφοδρόν μίσος των Κορινθίων εναντίον των Αθηναίων.
104.
Εκστρατεία των Αθηναίων κατά των Περσών εις την Αίγυπτον
Εν τω μεταξύ, ο υιός του Ψαμμητίχου Ινάρως, βασιλεύς των Λιβύων, που κατοικούν πλησίον της Αιγύπτου, ορμώμενος από την Μάρειαν, πόλιν κειμένην προς νότον της νήσου Φάρου, παρέσυρε το μεγαλύτερον μέρος της Αιγύπτου εις επανάστασιν εναντίον του βασιλέως Αρταξέρξου, και αφού ανέλαβεν ο ίδιος την αρχήν, επροσκάλεσε τους Αθηναίους εις βοήθειαν. Και επειδή οι τελευταίοι έτυχε να ευρίσκωνται εις Κύπρον, όπου είχαν εκστρατεύσει, με διακόσια πλοία ιδικά των και των συμμάχων των, απέπλευσαν απ’ εκεί και ήλθαν εις την Αίγυπτον. Αφού ανέπλευσαν τον Νείλον, και έγιναν κύριοι του ποταμού και των δύο τρίτων της Μέμφιδος, ήρχισαν την επίθεσιν εναντίον του τρίτον μέρους, το οποίον καλείται Λευκόν Τείχος, εντός του οποίου ευρίσκοντο όσοι από τους Πέρσας και Μήδους είχαν καταφύγει εκεί και όσοι από τους Αιγυπτίους δεν είχαν λάβει μέρος εις την επανάστασιν.
105.
Ήττα των Κορινθίων εις την Μεγαρίδα
Οι Αθηναίοι, προς τούτοις, ενεργήσαντες διά του στόλου των απόβασιν εις την Αλιάδα, συνήψαν μάχην προς τους Κορινθίους και Επιδαυρίους, κατά την οποίαν νικηταί ανεδείχθησαν οι Κορίνθιοι. Ακολούθως οι Αθηναίοι εναυμάχησαν προς τον Πελοποννησιακόν στόλον πλησίον της Κεκρυφαλείας, και την φοράν αυτήν νικηταί ανεδείχθησαν οι Αθηναίοι. Μετά ταύτα περιήλθαν εις πόλεμον οι Αθηναίοι προς τους Αιγινήτας, και συγκροτηθείσης πλησίον της Αιγίνης ναυμαχίας, εις την οποίαν έλαβαν μέρος και οι σύμμαχοι των δύο μερών, ενίκησαν οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Λεωκράτους, υιού του Στροίβου, και κυριεύσαντες εβδομήντα πλοία ενήργησαν απόβασιν εις το έδαφος των Αιγινητών και επολιόρκησαν την πόλιν. Οι Πελοποννήσιοι, θέλοντες να βοηθήσουν τους Αιγινήτας, απεβίβασαν εις την νήσον τριακοσίους οπλίτας, οι οποίοι προηγουμένως είχαν σταλή εις επικουρίαν των Κορινθίων και Επιδαυρίων, ενώ οι Κορίνθιοι με τους συμμάχους των κατέλαβαν τα υψώματα της Γερανείας και επέδραμαν εις την Μεγαρίδα, διότι ενόμιζαν ότι οι Αθηναίοι δεν θα είναι εις θέσιν να βοηθήσουν τους Μεγαρείς, εφόσον σημαντική στρατιωτική των δύναμις απουσίαζεν εις Αίγιναν και Αίγυπτον, αλλ’ ότι, και αν τυχόν έλθουν εις βοήθειαν, θ’ αναγκασθούν να λύσουν την πολιορκίαν της Αιγίνης. Οι Αθηναίοι, εν τούτοις, δεν μετεκίνησαν τον πολιορκούντα την Αίγιναν στρατόν των, αλλ’ από την υπολειπομένην εις την πόλιν δύναμιν οι νεώτεροι και οι γεροντότεροι άνδρες ήλθαν εις Μέγαρα υπό την αρχηγίαν του στρατηγού Μυρωνίδου. Και συγκροτηθείσης προς τους Κορινθίους μάχης αμφιρρόπου, αφού οι δύο στρατοί απεχωρίσθησαν, έκαστος από αυτούς εθεώρησεν ότι ο αντίπαλος του μάλλον είχεν ηττηθή. Και οι μεν Αθηναίοι, οι οποίοι πράγματι ήσαν κυρίως νικηταί, έστησαν τρόπαιον μετά την αναχώρησιν των Κορινθίων. Οι Κορίνθιοι, εξ άλλου, κακιζόμενοι από τους πρεσβυτέρους της πόλεως, αφού παρεσκευάσθησαν επί δώδεκα περίπου ημέρας, επανήλθαν και ήρχισαν να στήνουν και αυτοί αντίζηλον τρόπαιον ως νικηταί. Αλλ’ εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι, εξορμήσαντες από τα Μέγαρα, και τους στήνοντας το τρόπαιον εφόνευσαν, και συμπλακέντες προς τους λοιπούς, τους ενίκησαν.
106. Oι Κορίνθιοι υπεχώρουν καταδιωκόμενοι, όταν αρκεκοί από αυτούς, πιεζόμενοι ισχυρώς από τους καταδιώκοντας, έχασαν τον δρόμον και ενέπεσαν εντός κτήματος κάποιου ιδιώτου, το οποίον έτυχε να περιβάλλεται από βαθείαν τάφρον και από το οποίον δεν υπήρχεν έξοδος. Οι Αθηναίοι, ως αντελήφθησαν το πράγμα, τους απέκλεισαν κατά μέτωπον με τους οπλίτας των, και τοποθετήσαντες πέριξ τους ελαφρώς ωπλισμένους στρατιώτας των, εφόνευσαν διά λιθοβολισμού όλους τους εισελθόντας. Η συμφορά αύτη υπήρξε μέγα πλήγμα διά τους Κορινθίους. Το κύριον, εν τούτοις, σώμα του στρατού των κατώρθωσε να επιστρέψη εις τα ίδια.
107.
Νίκη των Λακεδαιμονίων παρά την Τανάγραν
Κατά την εποχήν αυτήν, ήρχισαν οι Αθηναίοι να οικοδομούν και τα μακρά προς την θάλασσαν τείχη, το προς το Φάληρον και το προς τον Πειραιά. Και επειδή οι Φωκείς, εκστρατεύσαντες κατά του Βοιού, του Κυτινίου και του Ερινεού, της χώρας των Δωριέων, μητροπόλεως των Λακεδαιμονίων, εκυρίευσαν μίαν από τας πόλεις αυτάς, οι Λακεδαιμόνιοι, υπό την αρχηγίαν του Νικομήδους, υιού του Κλεομβρότου, ο οποίος ήτο επίτροπος του ανηλίκου βασιλέως Πλειστοάνακτος, υιού του Παυσανίου, ήλθαν εις βοήθειαν των Δωριέων με χιλίους πεντακοσίους ιδικούς των οπλίτας και δέκα χιλιάδας συμμάχους, και αφού ηνάγκασαν τους Φωκείς διά συνθήκης ν’ αποδώσουν την πόλιν, ητοιμάζοντο να επιστρέψουν εις τα ίδια. Αλλ’ η επιστροφή των παρουσίαζε πολλάς δυσκολίας, διότι, αν μεν ήθελαν να διαπεραιωθούν κατά θάλασσαν διά του Κορινθιακού κόλπου, έπρεπε να περιμένουν ότι οι Αθηναίοι, των οποίων ο στόλος είχε περιπλεύσει την Πελοπόννησον και ευρίσκοντο ήδη εκεί, θα τους εμποδίσουν. Η κατά ξηράν, εξ άλλου, πορεία διά της Γερανείας δεν τους εφαίνετο ασφαλής, εφόσον οι Αθηναίοι κατείχαν τα Μέγαρα και τας Πηγάς. Διότι η Γεράνεια είναι δύσβατος και εφρουρείτο διαρκώς από τους Αθηναίους, οι οποίοι, καθώς έμαθαν τότε οι Λακεδαιμόνιοι, σκοπόν είχαν να εμποδίσουν και απ’ εκεί την διάβασίν των. Απεφάσισαν λοιπόν ν’ αναβάλουν την αναχώρησιν των από την Βοιωτίαν, διά να σκεφθούν πως ημπορούν να περάσουν ασφαλέστερον εις την Πελοπόννησον. Εις την απόφασιν αυτήν έφθασαν εν μέρει και διότι μερικοί Αθηναίοι τους προσεκάλουν κρυφίως, με την ελπίδα να θέσουν τέρμα εις το δημοκρατικόν πολίτευμα και εις την ανοικοδόμησιν των Μακρών Τειχών. Αλλ’ οι Αθηναίοι, νομίσαντες ότι οι Λακεδαιμόνιοι ευρίσκονται εις μεγάλην αμηχανίαν ως προς τον τρόπον της επιστροφής των, και υποπτευθέντες επί πλέον αυτούς ότι θέλουν να καταλύσουν το δημοκρατικόν των πολίτευμα, εξεστράτευσαν εναντίον των με όλας των τας δυνάμεις, και μαζί με αυτούς χίλιοι Αργείοι και διάφορα στρατιωτικά αποσπάσματα των άλλων συμμάχων, της όλης δυνάμεως συμποσωθείσης εις δέκα τέσσαρας χιλιάδας άνδρας. Εις βοήθειαν των Αθηναίων ήλθε και ιππικόν Θεσσαλικόν, σύμφωνα με τους όρους της προς τους Θεσσαλούς συμμαχίας. Τούτο όμως, διαρκούσης της μάχης, ελιποτάκτησε προς τους Λακεδαιμονίους.
108. Κατά την μάχην, η οποία συνεκροτήθη εις την Τανάγραν της Βοιωτίας, και της οποίας αι απώλειαι υπήρξαν μεγάλαι και από τα δύο μέρη, ενίκησαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί των, και αφού επέδραμαν εις την Μεγαρίδα και την εδενδροτόμησαν, επέστρεψαν πάλιν εις τα ίδια διά της Γερανείας και του Ισθμού. Οι Αθηναίοι, εξ άλλου, εξεστράτευσαν την εξηκοστήν δευτέραν ημέραν μετά την μάχην, υπό την αρχηγίαν του στρατηγού Μυρωνίδου, εναντίον των Βοιωτών. Και νικήσαντες αυτούς εις μάχην παρά τα Οινόφυτα, έγιναν κύριοι της Βοιωτίας και της Φωκίδος, κατηδάφισαν τα τείχη της Τανάγρας και έλαβαν ομήρους από τους Οπουντίους Λοκρούς εκατόν ανδρας. τους πλουσιωτάτους. Συνεπλήρωσαν επίσης την οικοδομήν των Μακρών Τειχών. Και οι Αιγινήται, εξ άλλου, υπετάχθησαν εις τους Αθηναίους διά συνθήκης, κατά τους όρους της οποίας κατηδάφισαν τα τείχη των, παρέδωσαν τον στόλον των, και ανέλαβαν την καταβολήν φόρου εις το μέλλον. Επί πλέον, οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Τολμίδου, υιού του Τολμαίου, περιπλεύσαντες την Πελοπόννησον, έκαυσαν τον ναύσταθμον των Λακεδαιμονίων (Γύθειον), κατέλαβαν την Χαλκίδα, πόλιν των Κορινθίων, και ενεργήσαντες απόβασιν εις το εδαφος των Σικυωνίων, ενίκησαν αυτούς κατά την συγκροτηθείσαν μάχην.

109.
Ήττα και αποχώρησις των Αθηναίων από την Αίγυπτον
Εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί των εξηκολούθουν να παραμένουν εις την Αίγυπτον, όπου ο πόλεμος ελάμβανε διαφόρους φάσεις. Διότι, επειδή κατ’ αρχάς οι Αθηναίοι έγιναν κύριοι της Αιγύπτου, ο Βασιλεύς απέστειλεν εις Λακεδαίμονα τον Μεγάβαζον, κομιστήν χρημάτων, διά να πείση τους Πελοποννησίους να εισβάλουν εις την Αττικήν και επιτύχη τοιουτοτρόπως την εκκένωσιν της Αιγύπτου εκ μέρους των Αθηναίων. Αλλ’ επειδή η αποστολή του δεν ευωδώνετο και τα χρήματα εξωδεύοντο ματαίως, ο Μεγάβαζος με τα υπολειφθέντα χρήματα επέστρεψε εις Ασίαν, και εστάλη άλλος Πέρσης, ο Μεγάβυζος, υιός του Ζωπύρου, με πολύν στρατόν. Ο Μεγάβυζος ελθών διά ξηράς ενίκησε τους Αιγυπτίους και τους συμμάχους των κατά την συγκροτηθείσαν μάχην, εξεδίωξε τους Έλληνας από την Μέμφιδα, και τέλος τους ενέκλεισεν εις την νήσον Προσωπίτιδα, όπου τους επολιόρκησεν επί εν έτος και έξη μήνας μέχρις ότου, διά της παροχετεύσεως του ύδατος προς άλλην διεύθυνσιν, απεξήρανε την διώρυγα, και ετσι όχι μόνον τα πλοία ευρέθησαν επί της ξηράς, αλλά και το πλείστον της νήσου ηνώθη με την ξηράν, και ο Μεγάβαζος, διαβάς πεζή, την εκυρίευσε.
110. Τοιουτοτρόπως, κατόπιν εξαετούς πολέμου, η κατά της Αιγύπτου επιχείρησις των Ελλήνων κατέληξεν εις καταστροφήν, και ολίγοι μόνον από τους πολλούς εσώθησαν, πορευόμενοι διά Λιβύης εις Κυρήνην ενώ oι πλείστοι εχάθησαν. Η Αίγυπτος περιήλθε πάλιν υπό την κυριαρχίαν του Βασιλέως, πλην του Αμυρταίου, βασιλέως των ελών, τον οποίον δεν ημπορούσαν να υποτάξουν ένεκα της μεγάλης εκτάσεως του έλους, και συγχρόνως διότι οι κάτοικοι του είναι oι μαχιμώτεροι Αιγύπτιοι. Ο βασιλεύς, εξ άλλου, των Λιβύων Ινάρως, ο οποίος υπήρξεν η αιτία όλης αυτής της κινήσεως εις την Αίγυπτον, συλληφθείς διά προδοσίας, ανεσκολοπίσθη. Εν τω μεταξύ, πενήντα πολεμικά πλοία εξέπλευσαν από τας Αθήνας και τας άλλας ομοσπόνδους πόλεις, διευθυνόμενα εις Αίγυπτον προς συμπλήρωσιν των κενών του εκεί στόλου, και προσήγγισαν εις το Μενδήσιον στόμιον του ποταμού, εν πλήρει αγνοία των συμβάντων. Πεζός στρατός από την ξηράν και Φοινικικός στόλος από την θάλασσαν επέπεσαν εναντίον των και κατέστρεψαν τα περισσότερα, ενώ τα ολιγώτερα μόνον διέφυγαν. Τοιούτον υπήρξε το τέλος της μεγάλης εις Αίγυπτον εκστρατείας των Αθηναίων και των συμμάχων.
111.
Εκστρατεία Αθηναίων εις Θεσσαλίαν, Σικυώνα και Ακαρνανίαν
Μετά ταύτα, ο Ορέστης, υιός του βασιλέως των Θεσσαλών Εχεκρατίδου, ενώ ήτο εξόριστος, έπεισε τους Αθηναίους να τον αποκαταστήσουν εις την αρχήν. Παραλαβόντες δε μερικούς Βοιωτούς και Φωκείς, οι οποίοι ήσαν ήδη σύμμαχοί των, oι Αθηναίοι εξεστράτευσαν κατά της Φαρσάλου, πόλεως της Θεσσαλίας. Και εις μεν την ύπαιθρον χώραν επεκράτουν, εφόσον ήτο τούτο δυνατόν, χωρίς ν’ απομακρύνωνται από το στρατόπεδόν των -διότι το Θεσσαλικόν ιππικόν τους ανεχαίτιζε- την πόλιν όμως δεν ημπόρεσαν να κυριεύσουν, ούτε κανείς άλλος από τους σκοπούς, διά τους οποίους εξεστράτευσαν, ευωδώνετο, και ως εκ τούτου επέστρεψαν άπρακτοι, ακολουθούμενοι από τον Ορέστην. Ολίγον χρόνον ύστερον, χίλιοι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Περικλέους, υιού του Ξανθίππου, επιβάντες εις τον στόλον που εστάθμευεν εις τας Πηγάς, αι οποίαι ευρίσκοντο εις την κατοχήν των, έπλευσαν κατά μήκος της ακτής εις Σικυώνα, και ενεργήσαντες απόβασιν, ενίκησαν κατά την συγκροτηθείσαν μάχην τους αντεπεξελθόντας εναντίον των Σικυωνίους. Αμέσως δε μετά τούτο, παραλαβόντες μερικούς Αχαιούς και πλεύσαντες εις την απέναντι ακτήν, επετέθησαν κατά των Οινιάδων, πόλεως της Ακαρνανίας, και την επολιόρκησαν. Δεν ημπόρεσαν όμως να την κυριεύσουν, αλλ’ επέστρεψαν εις τα ίδια άπρακτοι.
112.
Εκστρατείαι Αθηναίων εις Κύπρον και Δελφούς
Μετά παρέλευσιν τριών ετών, συνωμολογήθη συνθήκη πενταετούς ειρήνης μεταξύ των Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Ως εκ τούτου, οι τελευταίοι απέσχον επί του παρόντος από πολέμου εναντίον Ελλήνων, εξεστράτευσαν όμως εναντίον της Κύπρου, με στόλον διακοσίων Αθηναϊκών και συμμαχικών πλοίων υπό την αρχηγίαν του στρατηγού Κίμωνος. Τμήμα του στόλου αυτού, αποτελούμενον από εξήντα πλοία, έπλευσεν εις την Αίγυπτον, συνεπεία προσκλήσεως του βασιλέως των ελών Αμυρταίου, ενώ ο λοιπός στόλος ήρχισε την πολιορκίαν του Κιτίου. Αλλ’ επειδή απέθανεν ο Κίμων, ενέσκηψε δε κατόπιν λιμός, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν το Κίτιον, και κατά τον πλουν της επιστροφής, όταν ευρίσκοντο προ της Σαλαμίνος της Κύπρου, συνήψαν ναυμαχίαν και ευθύς αμέσως πεζομαχίαν εναντίον Φοινίκων και Κυπρίων και Κιλίκων, και νικήσαντες κατά γην και κατά θάλασσαν, επέστρεψαν εις τα ίδια, συνοδευόμενοι και από το τμήμα του στόλου, το οποίον επέστρεφεν από την Αίγυπτον. Μετά ταύτα, οι Λακεδαιμόνιοι επεχείρησαν την εκστρατείαν του Ιερού καλουμένου πολέμου, και καταλαβόντες τον ναόν των Δελφών, τον παρέδωσαν εις τους κατοίκους των Δελφών. Αλλ’ ύστερον πάλιν, όταν οι Λακεδαιμόνιοι απεσύρθησαν, οι Αθηναίοι εξεστράτευσαν, και αφού κατέλαβαν τον ναόν, τον παρέδωσαν εις τους Φωκείς.
113.
Ήττα Αθηναίων εις Βοιωτίαν
Μετά παρέλευσιν μερικού καιρού, οι Αθηναίοι, υπό την αρχηγίαν του Τολμίδου, υιού του Τολμαίου, εξεστράτευσαν με χιλίους ιδικούς των οπλίτας και ανάλογα στρατιωτικά αποσπάσματα των άλλων συμμάχων, εναντίον του Ορχομενού και της Χαιρωνείας και μερικών άλλων πόλεων της Βοιωτίας, αι οποίαι κατείχοντο από τους εξορίστους Βοιωτούς και ήσαν ένεκα τούτου εχθρικαί. Μετά την άλωσιν της Χαιρωνείας και τον εξανδραποδισμόν των κατοίκων της, εγκατέστησαν φρουράν και ήρχισαν την πορείαν της εις τα ίδια επιστροφής. Αλλ’ ενώ επορεύοντο διά της Κορώνειας, επετέθησαν εναντίον των οι κατέχοντες τον Ορχομενόν εξόριστοι Βοιωτοί και μαζί με αυτούς Λοκροί και εξόριστοι Ευβοείς, καθώς και άλλοι έχοντες τα ίδια πολιτικά φρονήματα. Και ενίκησαν κατά την μάχην, και μέρος μεν από τους Αθηναίους εφόνευσαν, τους δε λοιπούς συνέλαβαν ζώντας. Συνεπεία τούτου, οι Αθηναίοι εξεκένωσαν ολόκληρον την Βοιωτίαν κατόπιν συνθήκης, διά της οποίας συνωμολογείτο η απόδοσις των αιχμαλώτων. Τοιουτοτρόπως όχι μόνον οι εξόριστοι Βοιωτοί επανήλθον εις τας εστίας τον, αλλά και όλοι ανεξαιρέτως ανέκτησαν την ανεξαρτησίαν των.
114.
Κατάπνιξις επαναστάσεως της Ευβοίας
Ολίγον χρόνον μετά ταύτα, επανεστάτησεν η Εύβοια εναντίον των Αθηναίων. Και ενώ ο Περικλής, επί κεφαλής Αθηναϊκού στρατού, είχε διαβή τον πορθμόν και ευρίσκετο ήδη εις την Εύβοιαν, ανηγγέλθη προς αυτόν ότι τα Μέγαρα επανεστάτησαν, ότι επίκειται εισβολή των Πελοποννησίων εις την Αττικήν και ότι εξωλωθρεύθη από τους Μεγαρείς η Αθηναϊκή φρουρά, εκτός όσων κατέφυγαν εις την Νίσαιαν. Οι Μεγαρείς επανεστάτησαν, αφού προηγουμένως κατά πρόσκλησίν των είχεν έλθει εις βοήθειάν των δύναμις Κορινθίων και Σικυωνίων και Επιδαυρίων. Ο Περικλής επανέφερεν εσπευσμένως τον στρατόν από την Εύβοιαν. Και οι Πελοποννήσιοι μετά τούτο, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Πλειστοάνακτος, υιού του Παυσανίου, εισέβαλαν εις την Αττικήν, και προχωρήσαντες μέχρι της Ελευσίνος και του Θριασίου πεδίου, ηρήμωσαν την χώραν, αλλά χωρίς να προελάσουν περαιτέρω, επέστρεψαν εις τα ίδια. Και τότε πάλιν οι Αθηναίοι, διαβάντες εις την Εύβοιαν υπό την αρχηγίαν του Περικλέους, την υπέταξαν ολόκληρον. Και των μεν άλλων πόλεων ερρύθμισαν διά συνθηκών τα πολιτεύματα, όπως τους εσύμφερε, τους Εστιαίους όμως εξεδίωξαν από τας εστίας των και κατέλαβαν το έδαφός των.
115.
Τριακονταετής συνθήκη μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων
Ολίγον χρόνον μετά την εξ Ευβοίας επιστροφήν των, συνωμολόγησαν προς τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους αυτών την Τριακονταετή συνθήκην, κατά τους όρους της οποίας απέδιδαν την Νίσαιαν, τας Πηγάς, την Τροιζήνα και την Αχαΐαν, αι οποίαι, ενώ ανήκαν εις την Πελοποννησιακήν ομοσπονδίαν, κατείχοντο υπό των Αθηναίων.
Κατάπνιξις επαναστάσεως της Σάμου υπό των Αθηναίων
Κατά το έκτον μετά την συνθήκην αυτήν έτος, οι Σάμιοι και οι Μιλήσιοι περιήλθαν διά την κατοχήν της Πριήνης εις πόλεμον, κατά την διάρκειαν του οποίου οι Μιλήσιοι, μειονεκτούντες στρατιωτικώς, ήλθαν προς τους Αθηναίους καταφερόμενοι εναντίον των Σαμίων. Τους Μιλησίους υπεστήριζαν και μερικοί ιδιώται από την Σάμον, οι οποίοι επεδίωκαν να ανατρέψουν το πολίτευμα της νήσου των. Συνεπεία τούτου, οι Αθηναίοι, πλεύσαντες εις Σάμον με στόλον σαράντα πλοίων, εγκαθίδρυσαν την δημοκρατίαν, και αφού παρέλαβαν ομήρους πενήντα παιδία και πενήντα άνδρας -τους οποίους ετοποθέτησαν προς φύλαξιν εις την Λήμνον- ανεχώρησαν αφίσαντες φρουράν. Μερικοί, εν τούτοις, από τους Σαμίους δεν ήθελαν να παραμείνουν, αλλ’ έφυγαν εις την απέναντι Μικρασιατικήν ακτήν, και αφού συνεννοήθησαν με τους επιφανεστέρους από τους ολιγαργικούς της πόλεως, και συνωμολόγησαν συμμαχίαν με τον Πισσούθνην, υιόν του Υστάσπου, σατράπου τότε των Σάρδεων, και εστρατολόγησαν μισθοφορικήν δύναμιν επτακοσίων ανδρών, επέρασαν εν καιρώ νυκτός εις την Σάμον. Και πρώτον επετέθησαν εναντίον των δημοκρατικών και συνέλαβαν τους περισσοτέρους από τους αργηγούς των, έπειτα απήγαγαν κρυφίως τους ομήρους των από την Λήμνον και απεκήρυξαν κάθε δεσμόν της Σάμου προς την Αθηναϊκήν ομοσπονδίαν, και τέλος παρέδωκαν εις τον Πισσούθνην την Αθηναϊκήν φρουράν και τους ανωτάτους Αθηναίους υπαλλήλους, όσοι ευρίσκοντο εις την νήσον, και ήρχισαν ευθύς να ετοιμάζουν εκστρατείαν κατά της Μιλήτου. Συνεπανεστάτησαν δε μετά των Σαμίων και οι Βυζάντιοι.
116. Αλλ’ οι Αθηναίοι, ευθύς ως το έμαθαν, έπλευσαν εναντίον της Σάμου με στόλον εξήντα πλοίων. Δέκα εξ από τα πλοία αυτά, εν τούτοις, δεν εχρησιμοποιήθησαν εις την εναντίον της νήσου επίθεσιν, διότι είχαν αποπλεύσει άλλα μεν εις Καρίαν, προς επιτήρησιν του Φοινικικού στόλου, αλλά δε εις Χίον και Λέσβον, διά να ζητήσουν την αποστολήν επικουριών. Αλλά τα λοιπά σαράντα τέσσερα πλοία, υπό την αρχηγίαν του Περικλέους και εννέα αλλων στρατηγών, εναυμάχησαν παρά την Τραγίαν νήσον πρός εβδομήντα Σαμιακά, ερχόμενα από την Μίλητον, εκ των οποίων είκοσι ήσαν οπλιταγωγά, και ενίκησαν οι Αθηναίοι, οι οποίοι, ενισχυθέντες βραδύτερον από τας Αθήνας με σαράντα νέα πλοία και από την Χίον και Λέσβον με είκοσι πέντε, ενήργησαν απόβασιν, και επειδή υπερείχαν κατά το πεζικόν, ήρχισαν να πολιορκούν την πόλιν από τας τρεις πλευράς διά της ανεγέρσεως ισαρίθμων πολιορκητικών τειχών, και από το μέρος της θαλάσσης διά του στόλου. Αλλ’ ο Περικλής, λαβών εξήντα πλοία από τον πολιορκητικόν στόλον, απήλθεν εσπευσμένως προς την Καύνον της Καρίας, καθόσον είχεν αναγγελθή ότι Φοινικικός στόλος πλέει εναντίον των Αθηναίων, και ο Στησαγόρας μαζί με άλλους είχεν ήδη εκπλεύσει από την Σάμον με πέντε πλοία, διά να ζητήση την βοήθειαν του Φοινικικού στόλου.
117. Εν τω μεταξύ, εκπλεύσαντες οι Σάμιοι, επέπεσαν αιφνιδιαστικώς κατά του ναυτικού σταθμού των Αθηναίων, ο οποίος δεν επροστατεύετο με σταυρώματα, και καταστρέψαντες τα περίπολα πλοία και ναυμαχήσαντες κατ’ εκείνων όσα εξέπλευσαν προς αντιμετώπισίν των, ενίκησαν και εκυριάρχησαν της πλησίον των ακτών θαλάσσης επί δύο εβδομάδας, κατά την διάρκειαν των οποίων εισήγαν και εξήγαν ό,τι ήθελαν. Αλλά μετά την επιστροφήν του Περικλέους, απεκλείσθησαν εκ νέου από το μέρος της θαλάσσης. Βραδύτερον ήλθαν προς επικουρίαν, από τας Αθήνας, σαράντα πλοία υπό τον Θουκυδίδην, τον Άγνωνα και τον Φορμίωνα, και έτερα πάλιν είκοσι υπό τον Τληπόλεμον και Αντικλέα, και από την Χίον και Λέσβον τριάντα. Οι Σάμιοι προέβησαν εις κάποιαν ναυμαχίαν μικράς σημασίας, αλλ’ επειδή δεν ημπορούσαν ν’ ανθέξουν περισσότερον, ηναγκάσθησαν, κατά τον ένατον μετά την έναρξιν της πολιορκίας μήνα, να υποταγθούν διά συνθηκολογίας, κατά τους όρους της οποίας κατηδάφισαν τα τείχη των, έδωσαν ομήρους, παρέδωσαν τον στόλον των και ανέλαβαν την υποχρέωσιν να καταβάλουν τα έξοδα του πολέμου κατά τακτάς δόσεις. Και οι Βυζάντιοι, εξ άλλου, υπετάχθησαν, παραδεχθέντες να είναι υπήκοοι όπως πριν.
118.
Η Αθηναϊκή ηγεμονία και η αντίδρασις των Λακεδαιμονίων
Μετά παρέλευσιν ολίγων ετών, συνέβησαν τα προηγουμένως ήδη ιστορηθέντα, ήτοι τα Κερκυραϊκά, τα Ποτειδαιατικά, και όσα άλλα υπήρξαν αίτια του παρόντος πολέμου. Όλαι αυταί αι επιχειρήσεις των Ελλήνων, είτε των μεν κατά των δε, είτε εναντίον του βαρβάρου, έγιναν εις διάστημα πενήντα περίπου ετών, μεταξύ της αποχωρήσεως του Ξέρξου και της αρχής του παρόντος πολέμου. Διαρκούσης της περιόδου αυτής, οι Αθηναίοι επέβαλαν την ηγεμονίαν των με ισχυροτέραν πυγμήν, και η πόλις των Αθηνών ανήλθεν εις περιωπήν μεγάλης δυνάμεως. Οι Λακεδαιμόνιοι, εξ άλλου, μολονότι αντιλαμβανόμενοι τούτο, όχι μόνον δεν επεχείρουν να τους εμποδίσουν, ειμή κατά συντόμους περιόδους, αλλά και ησύχαζαν τον περισσότερον καιρόν, διότι και προτού δυσκόλως απεφάσιζαν την ανάληψιν πολέμων, εκτός οσάκις εξηναγκάζοντο εις τούτο, εξ άλλου, όμως, και διότι ημποδίζοντο από εμφυλίους πολέμους. Αλλ’ επί τέλους η δύναμις των Αθηνών ήρχισε να ογκώνεται κατά τρόπον καταφανή, και ήρχισαν να βάζουν χέρι επάνω εις τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων. Και τότε οι τελευταίοι δεν ημπόρεσαν πλέον ν’ ανεχθούν τούτο, αλλ’ έκριναν ότι επρεπε να ριφθούν με ζήλον εις τον αγώνα και να καταρρίψουν, εάν ημπορέσουν, την Αθηναϊκήν δύναμιν. Διά τούτο δε και ανέλαβαν τον παρόντα πόλεμον. Οι ίδιοι λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι είχαν αποφασίσει ότι η τριακονταετής συνθήκη είχε παραβιασθή και ότι οι Αθηναίοι ήσαν οι αδικούντες. Πέμψαντες δε εις τους Δελφούς, ηρώτησαν τον θεόν, εάν θα ήτο συμφέρον δι’ αυτούς να πολεμήσουν, και ο θεός, απήντησεν, ως λέγεται, ότι αν διεξαγάγουν τον πόλεμον με όλας των τας δυνάμεις, θα νικήσουν, και ο ίδιος, προσέθετε, θα τους βοηθήση, είτε τον επικαλεσθούν, είτε όχι.
Συνέλευσις των μελών της Πελοποννησιακής Συμμαχίας (119-125)
119. Εξ άλλου, συνεκάλεσαν πάλιν τους Συμμάχους, διά να υποβάλουν εις την ψήφον των το ζήτημα, αν πρέπει ν’ αναλάβουν τον πόλεμον η όχι. Και όταν ήλθαν οι πρέσβεις των ομοσπόνδων πόλεων, έγινε συνεδρίασις, κατά την οποίαν και οι άλλοι είπαν ό,τι ήθελαν-οι περισσότεροι κατηγορούντες τους Αθηναίους και αξιούντες να γίνη ο πόλεμος-και ιδίως οι Κορίνθιοι. Οι τελευταίοι και προηγουμένως ήδη είχαν παρακαλέσει τας διαφόρους πόλεις ιδιαιτέρως να ψηφίσουν υπέρ του πολέμου, διότι εφοβούντο μήπως η Ποτίδαια καταστραφή πρωτύτερα, παριστάμενοι δε κατά την συνεδρίασιν, και τελευταίοι προσελθόντες εις το βήμα, ωμίλησαν ως εξής περίπου:
120.
Λόγος των Κορινθίων αντιπροσώπων
«Κατά των Λακεδαιμονίων, άνδρες σύμμαχοι, δεν ημπορούμεν πλέον να παραπονεθώμεν, ούτε ότι, δεν έχουν ήδη ψηφίσει οι ίδιοι τον πόλεμον, ούτε ότι δεν μας συνεκάλεσαν τώρα διά να τον ψηφίσωμεν και ημείς. Και έπραξαν τωόντι ορθώς, διότι οι αρχηγοί μιας ομοσπονδίας, διαχειριζόμενοι τα της ιδικής των πολιτείας, καθ’ ον τρόπον και οι λοιποί ομόσπονδοι, καθήκον έχουν να δεικνύουν εξαιρετικήν μέριμναν υπέρ των κοινών της ομοσπονδίας υποθέσεων, όπως, εξ άλλου, και εξαιρετικάς απολαμβάνουν από μέρος όλων τιμάς. Από ημάς, όμως, όσοι μεν ήλθαν ήδη εις επικοινωνίαν με τους Αθηναίους, δεν έχουν καμμίαν ανάγκην διδασκαλίας διά να προφυλαχθούν απ’ αυτούς. Αλλ’ όσοι κατοικούν εις τα μεσόγεια μάλλον και όχι εις τα παράλια, πρέπει να γνωρίζουν ότι αν δεν βοηθούν τους κατοίκους των παραλίων, θα έχουν δυσκολωτέραν την μεταφοράν των αγαθών της γης των προς την θάλασσαν και την ανταλλαγήν αυτών προς όσα από την θάλασσαν εισάγονται εις την ξηράν. Και πρέπει να μη κρίνουν απρόσεκτα τους λόγους μας, ως να μη τους ενδιαφέρουν, αλλά να περιμένουν ότι αν εγκαταλείψουν τους κατοίκους των παραλίων εις την τύχην των, ο κίνδυνος είναι ενδεχόμενον να φθάση μίαν ημέραν μέχρις αυτών των ιδίων. Και πρέπει ακόμη να γνωρίζουν ότι διασκέπτονται την στιγμήν αυτήν όχι ολιγώτερον περί των ιδικών των ή περί ξένων συμφερόντων. Διά τούτο και δεν πρέπει να διστάσουν ν’ ανταλλάξουν την ειρήνην με τον πόλεμον. Διότι, εάν είναι αληθές ότι εις τους φρονίμους ανθρώπους αρμόζει να μένουν ήσυχοι, εφόσον δεν αδικούνται, είναι εξ ίσου αληθές ότι εις τους γενναίους επιβάλλεται, όταν αδικούνται, να εγκαταλείπουν την ειρήνην διά ν’ αναλάβουν τον πόλεμον, και πάλιν να επανέρχωνται από τον πόλεμον εις την ειρήνην, ευθύς ως κρίνουν εύθετον την περίστασιν προς τούτο. Και ούτε να παρασύρωνται από τας κατά τον πόλεμον επιτυχίας, ούτε, επιδιδόμενοι εις την τέρψιν, την οποίαν παρέχει η ησυχία της ειρήνης, ν’ ανέχωνται ν’ αδικούνται από άλλους. Διότι και εκείνος που ενδοιάζει δι’ αυτόν τον λόγον ν’ αναλάβη τον πόλεμον, ημπορεί να στερηθή πολύ γρήγορα την τέρψιν της αναπαύσεως, την οποίαν διστάζει να διακινδυνεύση, και εκείνος που επαίρεται κατά την διάρκειαν του πολέμου διά τας επιτυχίας του, δεν αντιλαμβάνεται πόσον επισφαλής είναι η αυτοπεποίθησις, από την οποίαν παρασύρεται. Καθόσον πολλαί επιχειρήσεις που κακώς εσχεδιάσθησαν επέτυχαν, διότι ευρήκαν αντιμετώπους εχθρούς ακόμη ανοητοτέρους, και ακόμη περισσότεραι, αι οποίαι εφαίνοντο καλώς μελετημέναι, απέληξαν τουναντίον εις οικτράν αποτυχίαν. Διότι κανείς ποτέ δεν δεικνύει κατά την εκτέλεσιν ενός σχεδου την ιδίαν εμπιστοσύνην, την οποίαν και κατά την σύλληψίν του. Αλλά συλλαμβάνομεν μεν σχέδια με το αίσθημα της ασφαλείας, υπολειπόμεθα όμως κατά την εκτέλεσιν ένεκα φόβου.
121. «Ημείς, εν τούτοις, τώρα αναλαμβάνομεν τον πόλεμον, διότι αδικούμενα, και διότι έχομεν ικανάς αφορμάς αιτιάσεων, και όταν εκδικηθώμεν τους Αθηναίους, θα τον τερματίσωμεν ευθύς ως παρουσιασθή κατάλληλος ευκαιρία. Διά πολλούς δε λόγους είναι φυσικόν να επικρατήσωμεν. Πρώτον μεν, διότι υπερέχομεν κατά τον αριθμόν και την πολεμικήν εμπειρίαν, έπειτα δε, διότι ημείς εκτελούμεν όλοι ως ένας άνθρωπος τας στρατιωτικάς επιταγάς, και τέλος, διότι κατά θάλασσαν, όπου αυτοί υπερέχουν, θα ημπορέσωμεν να εξοπλίσωμεν στόλον, όχι μόνον με τα ιδικά μας χρήματα, αλλά και με εκείνα που είναι αποθησαυρισμένα εις τους Δελφούς και την Ολυμπίαν. Διότι δανειζόμενοι, είμεθα εις θέσιν να προσελκύσωμεν προς το μέρος μας τους ξένους ναύτας των με την προσφοράν μεγαλυτέρου μισθού. Καθόσον η δύναμις των Αθηναίων συνίσταται από μισθοφόρους μάλλον παρά από ιδικούς των πολίτας, ενώ η ιδική μας κινδυνεύει ολιγώτερον να πάθη τοιούτον τι, καθόσον στηρίζεται εις την αλκήν των ανδρών μάλλον ή εις την δύναμιν του χρήματος. Και ως εκ τούτου, εάν μίαν φοράν τους νικήσωμεν κατά θάλασσαν, είναι πιθανώς χαμένοι. Αλλ’ αν ήθελαν τυχόν ανθέξει, θα έχωμεν και ημείς περισσότερον καιρόν διά να ασκηθώμεν εις τα ναυτικά, και όταν εξισωθώμεν κατά την εμπειρίαν με αυτούς, η γενναιότης μας θα μας δώση ασφαλώς την νίκην. Διότι το φυσικόν αυτό πλεονέκτημα μας δεν ημπορούν εκείνοι ν’ αποκτήσουν διά διδασκαλίας. Ενώ την ναυτικήν εμπειρίαν, κατά την οποίαν εκείνοι υπερέχουν, ημπορούμεν ημείς ν’ αποκτήσωμεν διά της ασκήσεως. Χρήματα, εξ άλλου, όσα αναγκαιούν προς τούτο, θα εισφέρωμεν. Ειδεμή, θα ήτον δεινόν αληθώς, οι μεν σύμμαχοι των να μη αποκάμουν καταβάλλοντες φόρον, διά να είναι οι ίδιοι δούλοι, ημείς δε να δειχθώμεν τυχόν απρόθυμοι όπως δαπανήσωμεν τ’ αναγκαία χρήματα, αφ’ ενός διά να εκδικηθώμεν τους εχθρούς μας και σώσωμεν συγχρόνως τους εαυτούς μας, και αφ’ ετέρου διά να μη μας τ’ αφαιρέσουν oι εχθροί μας και τα χρησιμοποιήσουν διά την καταστροφήν μας.
122. «Αλλ’ έχομεν και άλλα μέσα προς διεξαγωγήν του πολέμου εναντίον των Αθηναίων, όπως την απόσπασιν των συμμάχων των, η οποία ουσιαστικώς θα εσήμαινεν αφαίρεσιν των προσόδων, αι οποίαι τους καθιστούν ισχυρούς, και την κατασκευήν οχυρωμάτων επί του εδάφους των, και τόσα άλλα όσα δεν ημπορεί κανείς από τούδε να προΐδη. Διότι ο πόλεμος δεν προβαίνει καθόλου επί τη βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου, αλλ’ αυτός υφ’ εαυτού ως επί το πλείστον επινοεί τα σχέδιά του, αναλόγως προς τας εκάστοτε περιστάσεις. Και διά τούτο εκείνος που διατηρεί κατά τον πόλεμον την νηφαλιότητά του είναι ασφαλέστερος, ενώ ο παρασυρόμενος από το πάθος περιπίπτει εις μεγαλύτερα σφάλματα. «Πρέπει όμως να σκεφθώμεν και τούτο, ότι αν έκαστος από ημάς χωριστά είχε περιπλεχθή εις συνοριακάς έριδας προς εχθρόν ισόπαλον, τα πράγμα θα ήτο ανεκτόν. Αλλ’ οι Αθηναίοι, εις την παρούσαν περίστασιν, και προς όλους μας μαζί είναι ισόπαλοι, και ακόμη δυνατώτεροι απέναντι μιας εκάστης πόλεως. Ώστε εάν δεν αποκρούσωμεν αυτούς ηνωμένοι, έκαστος λαός και εκάστη πόλις και ομοφώνως, ευρίσκοντές μας διηρημένους, θα μας υποτάξουν ευκόλως. Και μολονότι είναι τρομερόν να το ακούη κανείς, πρέπει να γνωρίζετε ότι η ήττα μας τίποτε άλλο δεν σημαίνει παρά καθαράν υποδούλωσιν. Είναι όμως αισχρόν διά την Πελοπόννησον και να διατυπώση κανείς απλώς την υπόθεσιν ότι ημπορεί τοιούτον τι να συμβή, και τόσαι πόλεις να κακοπάθουν από μέρος μιάς. Εάν ήθελε συμβή τούτο, ο κόσμος θα έλεγεν ή ότι είμεθα άξιοι της τύχης μας, η ότι ένεκα δειλίας φαινόμεθα ανεκτικοί και αποδεικνυόμεθα κατώτεροι από τους πατέρας μας. Διότι, ενώ εκείνοι ηλευθέρωσαν την Ελλάδα, ημείς αντιθέτως είμεθα ανίκανοι να εξασφαλίσωμεν την ιδικήν μας ελευθερίαν. Και ενώ θεωρούμεν καθήκον μας να καταλύωμεν τους τυράννους της μιας ή της άλλης πόλεως, επιτρέπομεν εις μίαν πόλιν να εγκατασταθή ως κυρίαρχος εις το μέσον μας. Ημείς τουλάχιστον δεν γνωρίζομεν πώς τοιαύτη πολιτική ημπορεί να θεωρηθή απηλλαγμένη από τα τρία ουσιωδέστερα σφάλματα: την ασυνεσίαν, την δειλίαν και την αμέλειαν. Διότι δεν ημπορούμεν να υποθέσωμεν ότι αποφεύγοντες τα σφάλματα αυτά, περιεπέσατε εις την ολεθριωτέραν διά τους πολλούς καταφρόνησιν του εχθρού, η οποία, λόγω του ότι κατέστρεψε τόσους ανθρώπους, μετωνομάσθη διά του αντιθέτου ονόματος της αφροσύνης.
123. «Και τα μεν ήδη παρελθόντα, ποία η ανάγκη να μεμφώμεθα μακρότερον, ή όσον συμφέρει τούτο τα παρόντα; Χάριν των μελλόντων όμως, χρέος έχομεν να μη φειδώμεθα κανενός κόπου, εις προάσπισιν των παρόντων. Διότι μας είναι πατροπαράδοτον ν’ αποκτώμεν τας αρετάς με κόπους. Ούτε πρέπει να μεταβάλλετε την συνήθειαν αυτήν, εάν τυχόν είσθε ολίγον ανώτεροι τώρα κατά τον πλούτον και την δύναμιν. Καθόσον δεν είναι ορθόv να χάνη κανείς με τον πλούτον ό,τι απέκτησε με την πενίαν. Τουναντίον, οφείλετε με θάρρος ν’ αναλάβετε τον πόλεμον διά πολλούς λόγους, αφού όχι μόνον ο θεός εχρησμοδότησεν υποσχόμενος και ο ίδιος να βοηθήση, αλλά και ολόκληρος η άλλη Ελλάς θα συναγωνισθή μαζί μας, εν μέρει από φόβον, και εν μέρει χάριν του συμφέροντός της. Ούτε θα διαρρήξετε άλλωστε πρώτοι την συνθήκην της ειρήνης, την οποίαν και ο θεός, με το να συνιστά τον πόλεμον, κρίνει ήδη διαρρηχθείσαν, αλλά θα προασπίσετε αυτήν, αφού έχει ήδη καταπατηθή. Διότι τας συνθήκας διαρρηγνύουν όχι οι αμυνόμενοι, αλλ’ οι απροκλήτως επιτιθέμενοι.
124. «Ώστε αφού διά πλείστους λόγους σας παρουσιάζεται ευνοϊκή ευκαιρία προς ανάληψιν πολέμου, και ημείς τον συνιστώμεν προς το κοινόν συμφέρον -εφόσον η κοινότης συμφερόντων είναι η ασφαλεστέρα βάσις δυνάμεως και διά τας πόλεις όπως και διά τους ιδιώτας- σπεύσατε να βοηθήσετε τους Ποτειδαιάτας, οι οποίοι είναι Δωριείς και πολιορκούνται από Ίωνας, το αντίθετον του οποίου συνέβαινε άλλοτε, και επιδιώξατε πάση δυνάμει την ελευθερίαν των άλλων. Διότι δεν ημπορούμεν πλέον να περιμένωμεν, εις καιρόν όπου άλλοι από ημάς αδικούμεθα ήδη, άλλοι δε συντόμως θα πάθουν το ίδιον, εάν γίνη γνωστόν ότι ενώ συνήλθαμεν, δεν ετολμήσαμεν να υπερασπίσωμεν τους εαυτούς μας. Τουναντίον, αναγνωρίζοντες ότι δεν σας επιτρέπεται πλέον εκλογή και συγχρόνως ότι σας συμβουλεύομεν τα άριστα, ψηφίσατε τον πόλεμον, άνδρες σύμμαχοι, και μη φοβηθήτε τον άμεσον κίνδυνον, αλλά προτιμήσατε την μακροτέραν ειρήνην, η οποία θα ποοέλθη απ’ αυτόν. Διότι με τον πόλεμον ημπορεί να εξασφαλισθή μονιμωτέρα ειρήνη, ενώ το να μη εγκαταλείπη κανείς την ειρήνην, διά να αναλάβη τον πόλεμον, όταν απέβη αναπόφευκτος, είναι επικίνδυνον ως επί το πλείστον. Και με την πεποίθησιν ότι η πόλις, η οποία έχει εγκατασταθή κυρίαρχος εις το μέσον της Ελλάδος, είναι απειλή δι’ όλους ανεξαιρέτως, διότι άλλων μεν είναι ήδη κυρίαρχος, άλλων δε διανοείται να γίνη, ας επιτεθώμεν εναντίον της, διά να την υποτάξωμεν, εις τρόπον ώστε και ημείς να ζώμεν του λοιπού ασφαλείς και τους ήδη υποδουλωμένους Έλληνας να ελευθερώσωμεν». Έτσι ωμίλησαν οι Κορίνθιοι.
125.
Απόφασις των μελών της Πελοποννησιακής συμμαχίας υπέρ του πολέμου
Οι Λακεδαιμόνιοι, αφού ήκουσαν τας γνώμας όλων, έθεσαν το ζήτημα εις την ψήφον όλων κατά σειράν των συμμάχων πόλεων, μικρών και μεγάλων, όσαι είχαν στείλει αντιπροσώπους, και η πλειοψηφία εψήφισεν υπέρ του πολέμου. Μετά την απόφασιν αυτήν, δεν ήτο δυνατή άμεσος έναρξις των εχθροπραξιών διά το απαράσκευον, απεφασίσθη όμως να γίνουν από εκάστην πόλιν αι αναγκαίαι προετοιμασίαι, χωρίς να εμφιλοχωρήση καμμία καθυστέρησις. Εν τούτοις, διά την ενέργειαν των αναγκαίων παρασκευών κατηναλώθη όχι μεν έτος ολόκληρον, χρόνος όμως ολίγον μικρότερος του έτους, πριν εισβάλουν εις την Αττικήν και αναλάβουν φανερά τον πόλεμον.
Αλληλοκατηγορίαι Αθηναίων και Λακεδαιμονίων δια παλαιότερα γεγονότα (126-138)
126.
Κυλώνειον άγος και Περικλής
Εν τω μεταξύ, έστειλαν επανειλημμένας πρεσβείας εις τας Αθήνας, διατυπώνοντες αιτιάσεις, ώστε εις περίστασιν κατά την οποίαν οι Αθηναίοι αρνηθούν να τας εισακούσουν να έχουν όσον το δυνατόν σοβαρωτέρας προφάσεις διά την κήρυξιν του πολέμου. Η πρώτη πρεσβεία των Λακεδαιμονίων απήτησεν από τους Αθηναίους να εξαγνίσουν το ανοσιούργημα εναντίον της θεάς Αθηνάς, του οποίου το ιστορικόν έχει ως εξής: Υπήρχε κατά τον παλαιόν καιρόν Αθηναίος ονομαζόμενος Κύλων, ευγενούς καταγωγής και μεγάλης επιρροής, ο οποίος είχεν αναδειχθή Ολυμπιονίκης, και είχε νυμφευθή θυγατέρα του Μεγαρέως Θεαγένους, τυράννου τότε των Μεγάρων. Εις τον Κύλωνα αυτόν, όταν ηρώτησε το μαντείον των Δελφών, απήντησεν ο θεός ότι πρέπει να καταλάβη την Ακρόπολιν των Αθηνών, κατά την μεγαλυτέραν εορτήν του Διός. Ο Κύλων, αφού έλαβε στρατιωτικήν επικουρίαν από τον Θεαγένη και έπεισε τους φίλους του να τον συνδράμουν, κατέλαβε την Ακρόπολιν κατά την εορτήν των Πελοποννησιακών Ολυμπίων, διά να εγκαταστήση τυραννίδα, διότι ενόμισεν ότι η εορτή αυτή ήτο η μεγαλυτέρα εορτή του Διός, και ότι ο ίδιος συνεδέετο με αυτήν καθό Ολυμπιονίκης. Αλλ’ εάν η απάντησις του θεού, η οποία ώριζε την μεγαλυτέραν εορτήν του Διός, εννοούσεν εορτήν της Αττικής ή κανενός άλου μέρους, ούτε το μαντείον είχε σαφηνίσει, ούτε ο Κύλων εσκέφθη περαιτέρω, ενώ υπάρχει και εις τας Αθήνας εορτή, τα Διάσια, η οποία ονομάζεται μεγίστη εορτή του Μειλιχίου Διός, και πανηγυρίζεται έξω από την πόλιν, και εις την εορτήν αυτήν όλος ο λαός προσφέρει θυσίας πολλάς, αι οποίαι συνίστανται όχι από σφάγια, αλλ’ από αναίμακτα θύματα, σύμφωνα με την επιχωρίαν συνήθειαν. Αλλ’ ο Κύλων, νομίζων ότι ερμηνεύει ορθώς τον χρησμόν, κατέλαβε την Ακρόπολιν κατά την εορτήν των Πελοποννησιακών Ολυμπίων. Οι Αθηναίοι όμως, άμα ως επληροφορήθησαν τούτο, έσπευσαν αθρόοι από τους αγρούς εναντίον των επιδρομέων, και στρατοπεδεύσαντες ενώπιον της Ακροπόλεως, ήρχισαν να την πολιορκούν. Επειδή όμως παρήρχετο πολύς καιρός, οι Αθηναίοι κατεπονούντο από την πολιορκίαν και οι πολλοί απήλθαν, αναθέσαντες την φρούρησιν εις τους εννέα άρχοντας, και δώσαντες εις αυτούς απόλυτον εξουσίαν, διά ν’αποφασίσουν περί της καταστάσεως όπως κρίνουν συμφερώτερον. Κατά την εποχήν άλλωστε εκείνην, οι εννέα άρχοντες διεξήγαν τας περισσοτέρας δημοσίας υποθέσεις. Αλλ’ ο Κύλων, και όσοι επολιορκούντο μαζί του, ευρίσκοντο εις μεγίστην στενοχωρίαν δι’ έλλειψιν τροφής και ύδατος. Και ο μεν Κύλων και ο αδελφός του κατώρθωσαν ν’ αποδράσουν, οι λοιποί όμως, επειδή εβασανίζοντο και μερικοί μάλιστα απέθαναν από την πείναν, εκάθησαν ικέται εις τον βωμόν της Αθηνάς, που είναι εις την Ακρόπολιν. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήσαν επιφορτισμένοι με την φρούρησίν των, βλέποντες ότι μετ’ ολίγον θ’ απέθνησκαν εντός του ιερού χώρου, τους απήγαγαν υποσχόμενοι να μη τους κακοποιήσουν, και αφού τους απεμάκρυναν, τους εφόνευσαν. Μερικούς μάλιστα, οι οποίοι καθ’ ην ώραν διήρχοντο προ του ναού των Ευμενίδων κατέφυγαν εις αυτόν, τους εφόνευσαν επί τόπου. Ένεκα τούτου, όχι μόνον οι ίδιοι δράσται, αλλά και οι απόγονοι των εκαλούντο εναγείς και αλιτήριοι προς την θεάν. Και είναι μεν αληθές ότι τους εναγείς αυτούς και οι Αθηναίοι εξεδίωξαν και ο Λακεδαιμόνιος Κλεομένης βραδύτερον, κατά την διάρκειαν μιάς εμφυλίου στάσεως, συνεργαζόμενος με την αντίθετον μερίδα, τους εξεδίωξε πάλιν, όχι μόνον εξορίσας τους ζώντας, αλλά και εκθάψας και ρίψας έξω από την χώραν τα οστά των νεκρών. Ακολούθως όμως επανήλθαν εις τας εστίας των και οι απόγονοί των ευρίσκονται ακόμη και σήμερον εις τας Αθήνας.
127. Του ανοσιουργήματος λοιπόν αυτού τον εξαγνισμόν απαιτούσαν Λακεδαιμόνιοι, κυρίως μεν, ως ισχηρίζοντο, διά να υπερασπίσουν την προς τους θεούς οφειλομένην ευσέβειαν, πράγματι όμως διότι εγνώριζαν ότι ο Περικλής, υιός του Ξανθίππου, ενείχετο εις το άγος αυτό, ένεκα της καταγωγής της μητρός του, και ενόμιζον ότι αν αυτός εξορισθή, θα επετύγχαναν ευκολώτερον ό,τι εζητούσαν από τους Αθηναίους. Δεν ήλπιζαν όμως τόσον ότι ημπορούσε να εξορισθή ο Περικλής, όσον ότι η απαίτησίς των θα τον εξέθετεν απέναντι των συμπολιτών του, οι οποίοι επίστευαν ότι η ατυχής συγγένεια του ήτο εν μέρει αιτία του πολέμου. Διότι ο Περικλής, ο οποίος ήσκει την μεγαλυτέραν από όλους τους συγχρόνους του επιρροήν και διηύθυνε, τα δημόσια πράγματα, είχε πολιτικήν άκρως αντίθετον προ τους Λακεδαιμονίους και εξώθει τους Αθηναίους εις τον πόλεμον, αποτρέπων αυτούς επιμόνως από του να δείχνουν ενδοτικοί.
128.
Το άγος του Ταινάρου. Το άγος της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Ο Παυσανίας και το τέλος του
Οι Αθηναίοι ανταπέδωσαν τα ίσα, απαιτούντες από τους Λακεδαιμονίους να εξαγνίσουν το άγος του Ταινάρου. Διότι οι Λακεδαιμόνιοι έπεισαν μίαν φοράν Είλωτας ικέτας του ιερού του Ποσειδώνος εις το Ταίναρον να σηκωθούν από τον βωμόν, και αφού τους απεμάκρυναν, τους εφόνευσαν, συνεπεία του οποίου νομίζουν ότι επέσυραν εναντίον των και τον μεγάλον σεισμόν της Σπάρτης. Απήτουν συγχρόνως απ’ αυτούς να εξαγνίσουν το ανοσιούργημα εναντίον της Χαλκιοίκου Αθηνάς, του οποίου το ιστορικόν έχει ως εξής: Αφού ο Παυσανίας ο Λακεδαιμόνιος ανεκλήθη διά πρώτην φοράν από την αρχηγίαν εις τον Ελλήσποντον, και δικαστείς ηθωώθη, δεν εστάλη πλέον υπό δημοσίαν ιδιότητα, αλλα ναυλώσας δι’ ιδικόν του λογαριασμόν, άνευ αδείας των Λακεδαιμονίων, μίαν Ερμιονικήν τριήρη, κατέπλευσεν εις τον Ελλήσποντον, λόγω μεν όπως μετάσχη του πολέμου κατά των Περσών, πράγματι όμως όπως συνεχίση κρυφίως τας συνεννοήσεις του με τον Βασιλέα, τας οποίας, εποφθαλμιών την ηγεμονίαν της Ελλάδος, είχεν αρχίσει από την πρώτην εις τον Ελλήσποντον παρουσίαν του. Η αρχή, τωόντι, των υπηρεσιών, τας οποίας επρόσφερε εις τον Βασιλέα, και της όλης σκευωρίας, έγινεν υπό τας εξής περιστάσεις: Κατά την πρώτην δηλαδή εις τον Ελλήσποντον παρουσίαν του, μετά την επιστροφήν του Ελληνικού στόλου από την Κύπρον, είχε κυριεύσει το Βυζάντιον, ευρισκόμενον υπό την κατοχήν των Περσών, μεταξύ των οποίων ήσαν και οικείοι και συγγενείς του Βασιλέως, οι οποίοι συνελήφθησαν εκεί τότε αιχμάλωτοι. Τους αιχμαλώτους αυτούς απέστειλεν οπίσω προς τον Βασιλέα εν αγνοία των λοιπών συμμάχων, προς τους οποίους παρέστησεν ότι απέδρασαν. Συνεργόν εις την σκευωρίαν αυτήν είχε τον Γογγύλον από την Ερέτριαν, εις τον οποίον ενεπιστεύθη και το Βυζάντιον και τους αιχμαλώτους, και τον οποίον έστειλε προς τον Βασιλέα κομιστήν επιστολής, της οποίας το περιεχόμενον, όπως απεκαλύφθη βραδύτερον, είχεν ως εξής : «Παυσανίας, ο αρχηγός της Σπάρτης, επιθυμών να σου προσφέρη υπηρεσίας, σου αποστέλλει τους αιχμαλώτους αυτούς του πολέμου, τους οποίους ηχμαλώτισε με το ξίφος του, και συγχρόνως προτείνω, εάν και συ συμφωνής, να λάβω εις γάμον την θυγατέρα σου και σου καταστήσω υποχείριον όχι μόνον την Σπάρτην, αλλά και την λοιπήν Ελλάδα. Νομίζω δε ότι είμαι ικανός να κατορθώσω τούτο, συνεννοούμενος μαζί σου. Εάν εγκρίνης κατ’ αρχήν ό,τι σου γράφω, στείλε εις την παραλίαν άνθρωπον εμπιστοσύνης, με τον οποίον να διαπραγματευθώμεν τα περαιτέρω». Τας ολίγας αυτάς γραμμάς περιείχεν η επιστολή.
129. Ο Ξέρξης ηυχαριστήθη από την επιστολήν και απέστειλεν εις την παραλίαν τον υιόν του Φαρνάκου Αρτάβαζον, με την εντολήν να παραλάβη την σατραπείαν του Δασκυλείου, αντικαθιστών τον τέως σατράπην Μεγαβάτην. Συγχρόνως τον επεφόρτισε με απαντητικήν επιστολήν, διά να την διαβιβάση το ταχύτερον προς τον Παυσανίαν εις το Βυζάντιον και φροντίση να του επιδειχθή η βασιλική επ’ αυτής σφραγίς, και παρήγγειλεν, εάν ο Παυσανίας δώση εις αυτόν οδηγίας περί των υποθέσεων του Βασιλέως, να τας εκτελέση όσον το δυνατόν καλύτερα και πιστότερα. Φθάσας εις την παραλίαν ο Αρτάβαζος, και τας άλλας παραγγελίας εξετέλεσε και την επιστολήν έστειλεν, η οποία περιείχε την εξής απάντησιν: «Ιδού η απάντησις του Βασιλέως Ξέρξου προς τον Παυσανίαν. Και η υπηρεσία, την οποίαν μου επρόσφερες σώσας τους αιχμαλώτους, οι οποίοι είχαν συλληφθή εις το Βυζάντιον πέραν της θαλάσσης, θα μείνη διά παντός γραμμένη εις τα βιβλία του οίκου μου και τας προτάσεις σου εγκρίνω. Και μήτε νύκτα, μήτε ημέρα ας μη σε εμποδίση από την δραστηρίαν εκτέλεσιν των προς εμέ υποσχέσεων σου. Ούτε χρυσού, ούτε αργύρου δαπάνη ας μη γίνη εμπόδιον εις την εκτέλεσιν, ούτε πλήθος στρατού, εάν η παρουσία του είναι αναγκαία εις κανέν μέρος. Αλλά με τον Αρτάβαζον, άνδρα καθώς πρέπει, τον οποίον σου στέλλω, εργάσου με εμπιστοσύνην περί των κοινών μας υποθέσεων, αποβλέπων εις την δόξαν και το συμφέρον και των δύο μας».
130. Μετά την λήψιν της επιστολής αυτής, ο Παυσανίας, ο οποίος και πριν απελάμβανεν εξαιρετικήν όλως διόλου εκτίμησιν μεταξύ των Ελλήνων διά την αρχηγίαν του κατά την μάχην των Πλαταιών, είχεν επαρθή τότε πολύ περισσότερον και δεν ημπορούσε πλέον να περιορισθή εις τον συνήθη μεταξύ των συμπολιτών του τρόπον της ζωής, αλλ’ οσάκις εξήρχετο από το Βυζάντιον εφορούσε στολάς περσικάς, οσάκις διήρχετο διά της Θράκης ηκολουθείτο από Πέρσας και Αιγυπτίους δορυφόρους, και τα γεύματα του παρετίθεντο κατά το περσικόν σύστημα. Ούτε ημπορούσε να συγκαλύπτη τους αληθινούς σκοπούς του, αλλ’ από ασήμαντα πράγματα άφινε να διαφανούν από τούδε, ποία μεγαλύτερα σχέδια εννοούσε να πραγματοποιήση βραδύτερον. Εξ άλλου, έγινε δυσπρόσιτος και η συμπεριφορά του προς όλους ανεξαιρέτως απέβη τόσον δεσποτική, ώστε κανείς δεν ημπορούσε να τον πλησίαση. Τούτο, άλλωστε, υπήρξεν η κυριωτέρα αιτία, διά την οποίαν οι σύμμαχοι επήγαν με το μέρος των Αθηναίων.
131. Η διαγωγή ακριβώς αυτή υπήρξεν η αιτία, διά την οποίαν οι Λακεδαιμόνιοι, όταν την έμαθαν, τον είχαν ανακαλέσει διά πρώτην φοράν. Και όταν διά δευτέραν φοράν αποπλεύσας άνευ εντολής των επί του Ερμιονικού πλοίου, εξηκολούθησε να ενεργή φανερά καθ’ όμοιον τρόπον, όταν εκδιωχθείς διά της βίας από το Βυζάντιον υπό των Αθηναίων αντί να επιστρέψη εις Σπάρτην εγκατεστάθη εις τας Κολώνας της Τρωάδος, και ανηγγέλλετο προς τους Λακεδαιμονίους ότι ευρίσκετο εις συνεννοήσεις με τους βαρβάρους και ότι η εκεί παραμονή του δεν είχε καλούς σκοπούς, τότε πλέον έπαυσαν αι αναβολαί, και οι έφοροι έστειλαν κήρυκα, κομίζοντα κρυπτογραφικήν διαταγήν, διά της οποίας τον ειδοποίουν ότι έπρεπε να επιστρέψη με τον κήρυκα, ειδεμή θα τον θεωρήσουν εχθρόν της Σπάρτης. Ο Παυσανίας, επιθυμών να γίνη όσον το δυνατόν ολιγώτερον ύποπτος, και πιστεύσας ότι ημπορούσε να διασκέδαση την κατηγορίαν διά δωροδοκίας, επέστρεψε διά δευτέραν φοράν εις την Σπάρτην. Και κατ’ αρχάς μεν εκλείσθη εις την φυλακήν από τους εφόρους, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να φυλακίζουν και τον ίδιον τον βασιλέα. Έπειτα κατώρθωσε με παντοειδείς ενεργείας ν’ απολυθή και εδήλωσεν ότι είναι έτοιμος να υποβληθή εις δίκην απέναντι οιουδήποτε που ήθελε του προσαγάγει αποδείξεις διά τας εναντίον του κατηγορίας.
132. Καμμία τωόντι απόδειξις δεν υπήρχεν εις χείρας των Σπαρτιατών, ούτε των προσωπικών του εχθρών, ούτε της πόλεως γενικώς, επί τη βάσει της οποίας θα ηδύναντο, με πλήρη πεποίθησιν περί της ενοχής, να προβούν εις την τιμωρίαν ανδρός, ο οποίος ανήκεν εις τον βασιλεύοντα οίκον, και ο οποίος κατά τον χρόνον αυτόν ήσκει την βασιλικήν εξουσίαν, καθόσον του βασιλέως Πλειστάρχου, υιού του Λεωνίδα, όντος εισέτι ανηλίκου, αυτός, ως εξάδελφος, ήτο επίτροπός του. Αλλ’ η περιφρόνησίς του προς τας παλαιάς παραδόσεις και η απομίμησις των βαρβαρικών εθίμων παρείχαν πολλάς υπονοίας ότι δεν ήθελε να συμμορφώνεται προς την υφισταμένην τάξιν των πραγμάτων της Σπάρτης. Και όχι μόνον ανέτρεχαν εις το παρελθόν, εξετάζοντες τας άλλας του πράξεις, διά ν’ ανεύρουν εάν ο τρόπος της ζωής του απεμακρύνετο από τας καθιερωμένας συνηθείας, αλλά και ενθυμούντο ιδιαιτέρως ότι απετόλμησε μίαν φοράν να διατάξη, ες ιδίας του πρωτοβουλίας, όπως γραφή επάνω εις τον τρίποδα των Δελφών, τον οποίον οι Έλληνες ανέθεσαν ως το κάλλιστον εκ των Περσικών λαφύρων μέρος, το εξής δίστιχον: «Αφού κατέστρεψε τον στρατόν των Περσών, ως αρχηγός των Ελλήνων, ο Παυσανίας αφιέρωσε το μνημείον τούτο εις τον Φοίβον». Το δίστιχον τούτο οι Λακεδαιμόνιοι απέξυσαν ευθύς τότε από τον τρίποδα και ανέγραψαν τα ονόματα των πόλεων, όσαι αφού ενίκησαν από κοινού τον βάρβαρον, ανέθεσαν το αφιέρωμα. Μολαταύτα η πράξις τον Παυσανίου και τότε είχε θεωρηθή εγκληματική, και τώρα που είχε καταντήσει να τον υποπτεύονται ως συνεννοούμενον με τους Πέρσας, εφαίνετο πολύ περισσότερον ότι ωφείλετο εις ελατήρια παρόμοια με εκείνα, πού εμαρτύρουν τα σημερινά του σχέδια. Επί πλέον εμάνθαναν ότι ευρίσκετο εις μυστικάς συνεννοήσεις προς τους Είλωτας, και το πράγμα ήτο τωόντι αληθές. Διότι υπέσχετο εις αυτούς ελευθερίαν και ισοπολιτείαν, εάν ήθελαν επαναστατήσει μαζί του και τον βοηθήσουν να πραγματοποιήση ολόκληρον το σχέδιόν του. Αλλά μολονότι μερικοί Είλωτες κατήγγειλαν το πράγμα, ούτε τότε ακόμη εθεώρησαν ορθόν να τους πιστεύσουν και λάβουν βίαια εναντίον του μέτρα, διότι ηκολούθουν την μεταξύ των καθιερωμένην συνήθειαν, όπως, προκειμένου περί Σπαρτιάτου, μη λαμβάνουν εσπευσμένως και άνευ αναμφισβήτητων αποδείξεων ανεπανόρθωτους αποφάσεις. Αλλ’ επί τέλους, ως λέγεται, ο άνθρωπος, ο οποίος επρόκειτο να φέρη εις τον Αρτάβαζον την τελευταίαν προς τον Βασιλέα επιστολήν, κάποιος καταγόμενος από την πόλιν Άργιλον, ο οποίος υπήρξε μίαν φοράν ευνοούμενός του κατά την παιδικήν ηλικίαν και του ήτο αφοσιωμένος, παρουσιάζεται και τον καταγγέλλει. Επειδή ο άνθρωπος αυτός παρετήρησεν ότι κανείς από τους προηγουμένους ταχυδρόμους δεν είχεν επιστρέψει μέχρι τούδε, εφοβήθη, και αφού παρεποίησε την σφραγίδα, ίνα, εις περίπτωσιν που είτε η υπόνοιά του διεψεύδετο, είτε ο Παυσανίας εζητούσε να τροποποίηση την επιστολήν, μη αντιληφθή το πράγμα, την ανοίγει και μεταξύ άλλων οδηγιών, τας οποίας περιείχεν, ευρήκεν ότι επεριλαμβάνετο, όπως είχεν υποπτευθή, διαταγή να τον φονεύσουν.
133. Τότε πλέον οι έφοροι, όταν ο άνθρωπος επέδειξε προς αυτούς την επιστολήν, έκλιναν μάλλον να πιστεύσουν την καταγγελίαν των Ειλώτων, ηθέλησαν όμως ακόμη ν’ ακούσουν με τα ίδια των αυτιά κάποιαν ομολογίαν του Παυσανίου. Ως εκ τούτου, επί τη βάσει προδιαγραφέντος σχεδίου, ο άνθρωπος μετέβη ως ικέτης εις το Ταίναρον, όπου εγκατέστησε προς διαμονήν του εντός του ιερού περιβόλου του Ποσειδώνος καλύβην χωριζομένην δια μεσοτοίχου εις δύο. Εις το ενδότερον διαμέρισμα της καλύβης αυτής έκρυψε μερικούς από τους εφόρους, και όταν ο Παυσανίας ήλθε προς αυτόν και τον ερωτούσε διά ποίαν αιτίαν εκάθισεν ικέτης, έμαθαν οι έφοροι καθαρά τα πάντα. Ήκουσαν τον άνθρωπον να κατηγορή τον Παυσανίαν δι’ όσα έγραψε περί αυτού, και όχι μόνον ν’ αποκαλύπτη τας λεπτομέρειας της όλης σκευωρίας, αλλά και να διαμαρτύρεται, διότι ενώ αυτός ουδέποτε τον εξέθεσε κατά τας διαφόρους προς τον Βασιλέα υπηρεσίας του, ως ιδιαιτέρα του αμοιβή ωρίσθη η κοινή τύχη των πολλών ταχυδρόμων, δηλαδή ο θάνατος. Ήκουσαν επίσης τον Παυσανίαν, όχι μόνον να ομολογή όλα αυτά, αλλά και να τον εξορκίζη να μην οργίζεται περί του παρόντος, εγγυώμενος την ασφάλειάν του, εάν ήθελεν απέλθει από τον ιερόν χώρον, και να τον παροτρύνη να εκκινήση άνευ αναβολής προς εκτέλεσιν της παραγγελίας του, χωρίς να γίνεται εμπόδιον των διαπραγματεύσεων.
134. Οι έφοροι, αφού ήκουσαν ακριβώς τα λεχθέντα, ανεχώρησαν, χωρίς να προβούν αμέσως εις καμμίαν ενέργειαν. Έχοντες όμως ήδη βεβαίας αποδείξεις, έλαβαν τα μέτρα των διά να τον συλλάβουν εντός της πόλεως. Λέγεται άλλως τε ότι κατά την στιγμήν που έμελλε να συλληφθή καθ’ οδόν, ευθύς ως είδε το πρόσωπον ενός από τους εφόρους, ο οποίος επλησίαζεν, εννόησε τον σκοπόν της προσεγγίσεώς του, και επειδή άλλος έφορος, λόγω ευνοίας προς αυτόν, τον ειδοποίησε διά μυστικού νεύματος, έσπευσε δρομαίως προς τον ναόν της Χαλκιοίκου Αθηνάς, και επρόφθασε να καταφύγη εκεί, καθ’ όσον ο ιερός περίβολος ήτο πλησίον. Και αφού εισήλθεν εις μικρόν οίκημα ανήκον εις τον περίβολον αυτόν, διά να μη υποφέρη εκτεθειμένος εις το ύπαιθρον, έμενεν εκεί ήσυχος. Οι έφοροι, εν τούτοις, οι οποίοι τον κατεδίωκαν, αφού δεν τον επρόλαβαν αμέσως τότε, πριν εισέλθη εις τον ιερόν χώρον, αφήρεσαν ακολούθως την στέγην του οικήματος, και επωφεληθέντες την στιγμήν που ευρίσκετο εντός αυτού, τον απέκλεισαν, αποφράξαντες τας θύρας με τοίχον, και στήσαντες εμπρός εις το οίκημα φρουράν, επεδίωξαν να τον αναγκάσουν διά της πείνης να παραδοθή. Αλλ’ ενώ έμελλεν από στιγμής εις στιγμήν να εκπνεύση, αντελήφθησαν την κατάστασιν του και τον έβγαλαν από τον ιερόν περίβολον, ενώ εισέτι ανέπνεεν. Αλλά μόλις τον έβγαλαν, απέθανεν αμέσως. Και κατ’ αρχάς μεν εσχεδίασαν να τον ρίψουν εις τον Καιάδαν, όπου ρίπτουν τους κακούργους. Έπειτα όμως μετέβαλαν γνώμην και τον έθαψαν εκεί πλησίον. Αλλ’ ο χρησμός του μαντείου των Δελφών παρήγγειλεν ακολούθως εις τους Λακεδαιμονίους να μεταφέρουν τον τάφον εις το μέρος όπου απέθανε -και σήμερον κείται πράγματι έμπροσθεν του ιερού χώρου, όπως μαρτυρεί επιστήλιος επιγραφή- και επειδή τα γενόμενα αποτελούν δι’ αυτούς ανοσιούργημα, ν’ αποδώσουν εις την Χαλκίοικον δύο σώματα αντί ενός, οι δε Λακεδαιμόνιοι εφρόντισαν να κατασκευάσουν δύο χαλκούς ανδριάντας του Παυσανίου, τους οποίους αφιέρωσαν εις την θεάν, ως εξαγνισμόν του θανάτου του.

135.
Ο Θεμιστοκλής και το τέλος του
Οι Αθηναίοι, ως εκ τούτου, απαντώντες εις την αξίωσιν των Λακεδαιμονίων, απήτησαν από αυτούς να εξαγνίσουν το ανοσιούργημα τούτο, αφού και ο θεός το είχε κρίνει τοιούτον. Οι Λακεδαιμόνιοι, πέμψαντες πρέσβεις εις τας Αθήνας, κατηγόρησαν τον Θεμιστοκλή ως συνένοχον του μηδισμού του Παυσανίου, επί τη βάσει των αποδείξεων που είχαν συλλέξει κατά την διάρκειαν της εναντίον του ανακρίσεως, και εζήτησαν να επιβληθή εις αυτόν η ιδία ποινή του θανάτου. Οι Αθηναίοι εσυμφώνησαν. Αλλ’ επειδή εκείνος έτυχε να είναι εξωστρακισμένος και μολονότι διέμενεν εις το Άργος, επεσκέπτετο συχνά και άλλα μέρη της Πελοποννήσου, έστειλαν από κοινού με τους Λακεδαιμονίους, οι οποίοι προθύμως συμμετείχαν εις την καταδίωξιν αυτήν, απόσπασμα με διαταγήν να τον συλλάβουν όπου τον συναντήσουν και τον φέρουν εις τας Αθήνας.
136. Αλλ’ ο Θεμιστοκλής, προειδοποιηθείς έφυγεν από την Πελοπόννησον εις την Κέρκυραν της οποίας ήτο ευργέτης. Επειδή όμως οι Κερκυραίοι ισχυρίζοντο ότι εφοβούντο να τον δεχθούν και εκτεθούν έτσι εις την έχθραν των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων, τον διεπεραίωσαν εις την απέναντι ήπειρον. Και ενώ κατεδιώκετο από τους προς τούτο εντεταλμένους παντού όπου εμάνθαναν ότι είχε μεταβή, ηναγκάσθη, ένεκα απροόπτου περιστατικού, να ζητήση κατάλυμα εις το μέγαρον του Αδμήτου, βασιλέως των Μολοσσών, ο οποίος δεν ήτο φιλικώς προς αυτόν διατεθειμένος. Ο Άδμητος έτυχε ν’ απουσιάζει κατά την ώραν εκείνην, αλλ’ ο Θεμιστοκλής παρουσιάσθη ως ικέτης εις την γυναίκα του, η οποία του εσύστησε να πάρη το παιδί των εις τα χέρια του και καθίση εις την εστίαν. Και όταν μετ’ ολίγον επέστρεφεν ο Άδμητος, του εφανέρωσε ποιος ήτο και επρόσθεσεν ότι αν ο ίδιος αντετάχθη τυχόν εναντίον αιτήσεως του Αδμήτου προς τους Αθηναίους, δεν είναι αξιοπρεπές δι’ αυτόν να τον εκδικηθή τώρα που καταδιώκεται εξόριστος. Τόσον μάλλον καθόσον θα εκακοποιείτο από αυτόν τώρα που είναι πολύ ασθενέστερος του, ενώ όστις έχει ψυχήν γενναίαν δεν εκδικείται τους ομοίους του, όταν ευρίσκωνται εις θέσιν μειονεκτικήν. Άλλως τε, επρόσθεσεν, αυτός μεν εναντιώθη προς τον Άδμητον, προκειμένου περί υλικών συμφερόντων και όχι περί σωτηρίας της ζωής του, ενώ ο Άδμητος, εάν τον εκδώση -είπε δε ποίοι τον καταδιώκουν και δια ποίαν αιτίαν- θα εγίνετο αίτιος του θανάτου του.
137. Αφού τον ήκουσεν, ο Άδμητος όχι μόνον τον εσήκωσε μαζί με τον υιόν του, τον οποίον ο Θεμιστοκλής εκρατούσεν αφότου είχε καθίσει, πράγμα που αποτελεί τον επιβλητικώτερον τύπον ικεσίας, αλλά και όταν μετ’ ολίγον έφθασαν οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι και τον εζητούσαν επιμόνως, ηρνήθη να τον εκδώση. Επειδή όμως ο Θεμιστοκλής επεθύμει να μεταβή προς τον Βασιλέα, τον απέστειλε διά ξηράς εις την άλλην θάλασσαν, εις την Πύδναν, την πόλιν του Αλεξάνδρου. Εκεί επέτυχεν εμπορικόν πλοίον, το οποίον ητοιμάζετο ν’ αποπλεύση διά την Ιωνίαν, και επιβιβασθείς επ’ αυτού, παρεσύρθη από την κακοκαιρίαν εις το ορμητήριον του Αθηναϊκού στόλου, ο οποίος επολιορκούσε την Νάξον. Φοβηθείς, ως εκ τούτου, φανερώνει προς τον κυβερνήτην (καθόσον ήτο άγνωστος εις τους εντός του πλοίου) ποίος είναι και διά ποίαν αιτίαν καταδιώκεται, και ότι αν δεν τον σώση, θα είπη ότι τον εδέχθη επί του πλοίου δωροδοκηθείς. Η μόνη ελπίς σωτηρίας κατ’ αυτόν ήτο να μην επιτραπή εις κανένα να εξέλθη από το πλοίον, έως ότου διορθωθή ο καιρός και συνεχισθή ο πλους. Και τέλος υπεσχέθη ότι αν συμμορφωθή με την αίτησίν του, η χάρις δεν θα λησμονηθή ποτέ, αλλά θ’ ανταποδοθή επαξίως. Ο κυβερνήτης όχι μόνον εσυμμορφώθη προς την απαίτησιν αυτήν, αλλά και απομακρύνας το πλοίον του, το εκράτησεν επ’ αγκύρας επί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εις την ανοικτήν θάλασσαν, απέναντι του ορμητηρίου και ακολούθως κατέπλευσεν εις την Έφεσον. Εκεί ο Θεμιστοκλής αντήμειψε τον κυβερνήτην διά γενναίου χρηματικού δώρου, καθόσον έλαβεν, εν τω μεταξύ, από τους φίλους του των Αθηνών και του Άργους τα χρήματα που τους είχε δώσει προς φύλαξιν. Προχωρήσας ύστερον εις το εσωτερικόν, με κάποιον Πέρσην, κάτοικον της παραλίας, απέστειλεν επιστολήν προς τον βασιλέα Αρταξέρξην, υιόν του Ξέρξου, ο οποίος είχεν ανέλθει προσφάτως εις τον θρόνον. Το περιεχόμενον της επιστολής είχεν ως εξής: «Ήλθα προς εσέ, εγώ ο Θεμιστοκλής, ο οποίος περισσότερα από κάθε άλλον Έλληνα κακά έχω προξενήσει εις τον οίκον σου, εφόσον χρόνον ο πατήρ σου με ηνάγκαζε να αμύνωμαι εναντίον των επιθέσεών του, αλλά και πολύ περισσότερα καλά, όταν η υποχώρησίς του εγίνετο υπό περιστάσεις δι’ εμέ ασφαλείς, δι’ εκείνον όμως επικινδύνους. Και μου οφείλεται χάρις διά παρασχεθείσας υπηρεσίας (ενταύθα εμνημόνευε και την ειδοποίησιν που του έστειλεν από την Σαλαμίνα περί της επικείμενης αναχωρήσεως των Ελλήνων και την ματαίωσιν τότε της καταστροφής των γεφυρών, την οποίαν ψευδώς οικειοποιήθη ως οφειλομένην εις ενεργείας του) και τώρα, επειδή ημπορώ να σου προσφέρω και άλλας μεγάλας υπηρεσίας, ήλθα καταδιωκόμενος από τους Έλληνας διά την προς σε φιλίαν μου. Επιθυμώ δε να περιμείνω ένα έτος και τότε να σου εξηγήσω προσωπικώς τον σκοπόν του ερχομού μου».
138. Ο Βασιλεύς, ως λέγεται, εθαύμασε το τολμηρόν του σχέδιον, και του παρήγγειλε να ενεργήση όπως έγραφεν. Ο Θεμιστοκλής, εξ άλλου, κατά το διάστημα της αναμονής του, και με την Περσικήν γλώσσαν εξοικειώθη, όσον ημπορούσε, και με τα ήθη και έθιμα της χώρας. Και μετά την λήξιν του έτους, ήλθεν εις τον Βασιλέα, και απέκτησε πλησίον του επιρροήν μεγαλυτέραν από κάθε άλλον ποτέ Έλληνα, και ένεκα της προηγουμένης του φήμης, και διά την ελπίδα, που ενέπνευσεν εις τον Βασιλέα να του υποδουλώση την Ελλάδα, προ πάντων όμως διότι είχε δώσει επανειλημμένος αποδείξεις της οξείας αντιλήψεώς του. Διότι ο Θεμιστοκλής, λόγω της φυσικής του οξυδερκείας η οποία είχε πραγματικώς καταδειχθή κατά τρόπον απαραγνώριστον, ήτο περισσότερον από κάθε άλλον άξιος εξαιρετικού όλως διόλου κατά τούτο θαυμασμού. Διά της εμφύτου εις αυτόν οξείας αντιλήψεως, και χωρίς ανάγκην ενισχύσεως αυτής, ούτε διά προηγουμένης διδασκαλίας, ούτε διά των μαθημάτων της πείρας, και τα παρόντα κατόπιν βραχυτάτης σκέψεως έκρινεν οξύτατα και τα μέλλοντα να γίνουν επί μακρόν διάστημα χρόνου προείκαζεν άριστα. Kαι εκείνα μεν, περί των οποίων εκάστοτε ησχολείτο, είχε και την ικανότητα να εξηγή προς τους άλλους, εκείνα δε, περί των οποίων δεν είχε προσωπικήν πείραν, ηδυνήθη να κρίνη επαρκώς, και κανείς δεν ημπορούσε να προΐδη με την ιδίαν ευκρίνειαν το καλόν ή το κακόν που επεφύλαττε το άδηλον μέλλον. Και συγκεφαλαιώνων λέγω ότι διά της φυσικής του οξυνοίας και ως εκ της ελαχίστης προπαρασκευής, η οποία του ήτο αναγκαία προς τούτο, ανεδείχθη ικανώτερος από κάθε άλλον να διαγινώσκη αμέσως τι έπρεπε να πραχθή ή να λεχθή. Αλλ’ ασθενήσας απέθανε. Μερικοί μάλιστα λέγουν, ότι ηυτοκτόνησε λαβών δηλητήριον, καθόσον εννόησεν ότι ήτο αδύνατον να εκτέλεση τας προς τον Βασιλέα υποσχέσεις του. Το μνήμα του ευρίσκεται εις την αγοράν της Μικρασιατικής Μαγνησίας, της περιφερείας της οποίας ήτο σατράπης, καθόσον ο Βασιλεύς είχε παραχωρήσει εις αυτόν δι’ άρτον μεν την Μαγνησίαν, η οποία απέφερε πρόσοδον πενήντα ταλάντων κατ’ έτος, δι’ οίνον την Λάμψακον, η οποία εθεωρείτο η πλέον οινοφόρος χώρα του τότε καιρού, και διά κρέας την Μυούντα. Αλλά τα οστά του, ως λέγουν οι συγγενείς του, μετεφέρθησαν, κατά παραγγελίαν του, εις την Αττικήν, όπου ετάφησαν, εν αγνοία των Αθηναίων. Διότι η ταφή των οστών του απηγορεύετο κατά νόμον, λόγω του ότι, κατηγορηθείς διά προδοσίαν, είχε γίνει φυγάς. Τοιούτον υπήρξε το τέλος Παυσανίου του Λακεδαιμονίου και Θεμιστοκλέους του Αθηναίου, οι οποίοι υπήρξαν οι επιφανέστεροι από τους συγχρόνους των Έλληνας.
139.
Συνεχείς πρεσβείαι Λακεδαιμονίων εις Αθήνας
Εξέθεσα ήδη ποίας απαιτήσεις διετύπωσαν και ενώπιον ποίων ανταπαιτήσεων ευρέθησαν οι Λακεδαιμόνιοι, σχετικώς με την εκδίωξιν των ανοσιουργών, κατά την πρώτην των πρεσβείαν εις τας Αθήνας. Αλλά διά μεταγενεστέρων πρεσβειών απήτησαν από τους Αθηναίους και την πολιορκίαν της Ποτειδαίας να λύσουν, και της Αιγίνης την ελευθερίαν ν’ αποκαταστήσουν, περισσότερον όμως από κάθε άλλο, και με γλώσσαν απολύτως εμφαντικήν, εδήλωσαν ότι ο πόλεμος θ’ αποσοβηθή μόνον, εάν ανακληθή το περί Μεγαρέων Ψήφισμα, διά του οποίου απηγορεύετο εις αυτούς η χρήσις της Αττικής αγοράς και των λιμένων της Αθηναϊκής ηγεμονίας. Αλλ’ οι Αθηναίοι ούτε τας άλλας των απαιτήσεις ήθελαν να εισακούσουν, ούτε το ψήφισμα ν’ ανακαλέσουν, κατηγορούντες τους Μεγαρείς ότι επεξέτειναν την καλλιέργειάν των καταχρηστικώς επί της ιεράς γης, καθώς και επί της λόγω αμφισβητήσεως μη οροθετημένης, και ότι εδέχοντο τους δραπετεύοντας δούλους των. Τέλος ήλθεν η τελευταία από την Λακεδαίμονα πρεσβεία, αποτελούμενη από τον Ραμφίαν, τον Μελήσιππον και τον Αγήσανδρον, οι οποίοι, χωρίς ν’ αναφέρουν τίποτε από όσα προηγουμένως είχαν μνημονεύσει κατ’ επανάληψιν, είπαν τας ολίγας μόνον αυτάς λέξεις: «Οι Λακεδαιμόνιοι θέλουν την διατήρησιν της ειρήνης, η οποία ημπορεί να εξασφαλισθή, εάν αποδώσετε εις τους Έλληνας την ανεξαρτησίαν των».

Σύγκλησις της εκκλησίας του δήμου Αθηναίων
Συγκαλέσαντες οι Αθηναίοι συνέλευσιν του λαού, επροσκάλεσαν τους θέλοντας να εκθέσουν τας γνώμας των, και απεφασίσθη να συζητηθή και κριθή το όλον ζήτημα και δοθή τελειωτική απάντησις. Και άλλοι πολλοί επροχώρησαν εις το βήμα και ωμίλησαν, τασσόμενοι υπέρ της μιας ή της άλλης γνώμης, άλλοι υπέρ του πολέμου και άλλοι υποστηρίζοντες ότι το Ψήφισμα πρέπει να μην αποβή εμπόδιον εις την διατήρησιν της ειρήνης, αλλά ν’ ανακληθή. Και ο Περικλής, ο υιός του Ξανθίππου, πρώτος μεταξύ των Αθηναίων της εποχής του, μεγάλος συγχρόνως ρήτωρ και πολιτικός, προχωρήσας εις το βήμα, εσυμβούλευσε τα εξής:
140.
Λόγος του Περικλέους
«Συμπολίται, εξακολουθώ πάντοτε να έχω την ιδίαν γνώμην ότι δεν πρέπει να υποχωρήσωμεν απέναντι των Πελοποννησίων, μολονότι γνωρίζω ότι οι άνθρωποι δεν εμπνέονται κατά την διεξαγωγήν του πολέμου από την ιδίαν ζέσιν, με την οποίαν πείθονται τελικώς να τον αναλάβουν, αλλά μεταβάλλουν γνώμας αναλόγως των εκάστοτε περιστάσεων. Βλέπω, άλλωστε, ότι και σήμερον πρέπει να συμβουλεύσω όμοια εντελώς, όπως και εις το παρελθόν, και έχω την δικαίαν αξίωσιν όπως όσοι από σας πεισθήτε εις τους λόγους μου υποστηρίξετε τας κοινάς αποφάσεις, και αν τυχόν ακόμη πρόκειται να εκτεθώμεν εις μερικάς αποτυχίας, ειδεμή, εν περιπτώσει επιτυχίας, να μην αντιποιήσθε μέρος της τιμής διά την επιδειχθείσαν προνοητικότητα. Διότι είναι ενδεχόμενον η εξέλιξις των γεγονότων να προχωρήση κατά τρόπον εξ ίσου ανυπολόγιστον, όσον και τα ανθρώπινα σχέδια. Διά τούτο, άλλωστε, συνηθίζομεν να μεμφώμεθα την τύχην δι’ όσα συμβούν αντιθέτως προς τους υπολογισμούς μας. «Οι Λακεδαιμόνιοι, λοιπόν, και πριν ήτο φανερόν ότι μας επεβουλεύοντο, και τώρα περισσότερον παρά πριν. Διότι, ενώ η Τριακονταετής συνθήκη ορίζει ότι αι αμοιβαίαι διαφοραί πρέπει να υποβάλλωνται εις διαιτησίαν, διατηρουμένου, εν τω μεταξύ, του εδαφικού καθεστώτος, ούτε αυτοί εζήτησαν ποτε διαιτησίαν, ούτε προτεινομένην από σας την δέχονται, αλλά θέλουν να επιδιώξουν την επανόρθωσιν των αιτιάσεών των διά πολέμου μάλλον παρά διά συζητήσεως, παρίστανται δε ήδη επιτάσσοντες, και όχι πλέον διατυπώνοντες αιτιάσεις. Διότι απαιτούν και την πολιορκείαν της Ποτειδαίας να λύσωμεν και την ελευθερίαν της Αιγίνης ν’ αποκαταστήσωμεν και το περί Μεγαρέων Ψήφισμα ν’ ανακαλέσωμεν. Αυτοί μάλιστα, που ήλθαν τελευταίοι, διακηρύττουν φανερά ότι πρέπει ν’ αποδώσωμεν εις τους Έλληνας την ανεξαρτησίαν των. Κανείς όμως από σας ας μη νομίση ότι ο πόλεμος θα γίνη δι’ ασήμαντον αφορμήν, εάν ηθέλαμεν αρνηθή ν’ ανακαλέσωμεν το περί Μεγαρέων Ψήφισμα, εις το οποίον φαίνονται ότι αποδίδουν τόσην σπουδαιότητα, ώστε ισχυρίζονται ότι αν αυτό ανακληθή, ο πόλεμος θ’ αποσοβηθή. Ούτε πρέπει ν’ αφίσετε υφισταμένην εις την συνείδησίν σας την μομφήν ότι επολεμήσατε δι’ ασήμαντον αιτίαν, διότι το ασήμαντον αυτό αποτελεί την λυδίαν λίθον, προς εξακρίβωσιν και δοκιμασίαν των προθέσεών σας. Καθόσον, εάν υποχωρήσετε απέναντι των, θα ευρεθήτε ενώπιον νέας και επαχθεστέρας απαιτήσεως, διότι θα νομίσουν ότι και εις τούτο θα υποκύψετε ένεκα φόβου. Ενώ, εάν αρνηθήτε αποφασιστικώς, θα τους δώσετε να εννοήσουν καθαρά ότι οφείλουν να συμπεριφέρονται απέναντι σας ως ίσοι προς ίσους μάλλον.
141. «Αποφασίσατε λοιπόν αμέσως, ή να υποκύψετε πριν υποστώμεν καμμίαν ζημίαν εκ του πολέμου, ή, εάν πρόκειται να πολεμήσωμεν, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω προτιμότερον να μη υποχωρήσωμεν, αδιάφορον αν πρόκειται περί μεγάλης ή μικράς αιτίας, ούτε να διατηρήσωμεν ό,τι μας ανήκει, υπό το κράτος του φόβου. Διότι και η μεγαλυτέρα και η μικροτέρα απαίτησις, η οποία στηρίζεται εις αξιούμενα δικαιώματα, όταν, αντί να επιδιωχθή διά της δικαστικής οδού, επιβάλλεται εις άλλους αναγκαστικώς εκ μέρους ομοίων των, σημαίνει υποδούλωσιν του ιδίου βαθμού. «Ό,τι, άλλωστε, αφορά τους πολεμικούς πόρους αμφοτέρων, οφείλετε να μάθετε, ακούοντες τας επομένας λεπτομερείας, ότι οι ιδικοί μας δεν είναι ασθενέστεροι. Οι Πελοποννήσιοι, τωόντι, καλλιεργούν την γην με τα χέρια των, και ούτε δημόσιον πλούτον έχουν, ούτε ιδιωτικόν. Εκτός τούτου, είναι άπειροι μακρών και υπερθαλασσίων πολέμων, λόγω του ότι ένεκα πενίας διεξάγουν τοιούτους βραχείς μόνον διαρκείας, οι μεν εναντίον των δε. Αλλ’ άνθρωποι τόσον πτωχοί ούτε στόλον δύνανται να εξοπλίζουν ούτε πεζόν στρατόν να στέλλουν συχνά εκτός των ορίων της χώρας των, διότι και από τα κτήματά των θ’ απουσίαζαν, και εκ των ιδίων θα εξώδευαν, και προς τούτοις θ’ απεκλείοντο από την χρήσιν της θαλάσσης. Οι πόλεμοι, άλλωστε, συντηρούνται από τους συσσωρευμένους πολεμικούς θησαυρούς μάλλον, παρά από εκτάκτους αναγκαστικάς εισφοράς. Ενώ, εξ άλλου, οι εργαζόμενοι την γην με τα χέρια των προθυμότερον εκθέτουν εις τον πόλεμον το σώμα των, παρά την περιουσίαν των, καθόσον εκείνο μεν πιστεύουν ότι ημπορεί να περισωθή εκ των κινδύνων, δι’ αυτήν όμως καμμίαν βεβαιότητα δεν έχουν, ότι δεν θα καταναλωθή προ του τέλους του πολέμου, ιδίως αν ούτος παραταθή παρά τους υπολογισμούς των, όπως ημπορεί κάλλιστα να συμβή. Διότι εις μίαν μόνην μάχην οι Πελοποννήσιοι και οι σύμμαχοί των είναι ικανοί ν’ αντισταθούν εναντίον όλων των Ελλήνων, αλλ’ είναι ανίκανοι να διεξαγάγουν πόλεμον εναντίον αντιπάλου, ο οποίος έχει, όπως ημείς, διάφορον οργάνωσιν, εφόσον ούτε κοινήν βουλήν έχουν, ούτε προβαίνουν ταχέως εις τα μέτρα που επιβάλλονται από απροόπτους περιστάσεις, και επειδή όλοι έχουν ίσην ψήφον, χωρίς καν να είναι ομόφυλοι, ο καθείς επιδιώκει την προαγωγήν του ιδικού του συμφέροντος. Ως εκ τούτου, τίποτε συνήθως δεν ημπορεί να αχθή εις αίσιον πέρας. Διότι άλλοι μεν ενδιαφέρονται να εκδικηθούν όσον ημπορούν περισσότερον ιδιαίτερον εχθρόν, άλλοι δε να υποστούν όσον το δυνατόν μικροτέρας ζημίας. Επειδή άλλωστε συνέρχονται κατά μακρά διαλείμματα, ολίγον μόνον χρόνον διαθέτουν διά την εξέτασιν των κοινών, αλλά τον πλείστον καταναλίσκουν εις εξυπηρέτησιν των ιδιαιτέρων των συμφερόντων. Και νομίζει κανείς ότι καμμία βλάβη δεν θα επέλθη εις το κοινόν συμφέρον από την ιδικήν του αμέλειαν, αλλ’ ότι την αμέλειάν του μέλλει ν’ αναπληρώση η πρόνοια κανενός άλλου, και έτσι η ιδέα αυτή, την οποίαν πρεσβεύουν όλοι ιδιαιτέρως, γίνεται η αφανής αιτία της καταστροφής όλων.
142. «Αλλά κυριώτατον εμπόδιον δι’ αυτούς θα είναι η σπάνις των χρημάτων, εφόσον βραδέως ποριζόμενοι αυτά κατ’ ανάγκην θα χρονοτριβούν, ενώ αι ευκαιρίαι του πολέμου κανένα, δεν περιμένουν. Ούτε άλλωστε η κατασκευή οχυρώσεων υπ’ αυτών επί του εδάφους μας, ούτε το ναυτικόν των, αξίζουν να μας εμπνεύσουν φόβον. Διότι, ως προς μεν το πρώτον, δύσκολον θα ήτο δι’ αυτούς, και εν καιρώ ειρήνης, να κατασκευάσουν ωχυρωμένην πόλιν ισόπαλον προς τας Αθήνας, και ακόμη ολιγώτερον επί χώρας εχθρικής, προ πάντων εάν και ημείς, προς αντεκδίκησιν, εχωμιν τότε ανεγείρει επί του εδάφους μας ομοίας οχυρώσεις. Αλλ’ εάν κατασκευάσουν φρούριον απλώς επί του εδάφους μας, θα ημπορούν μεν να φθείρουν μέρος της γης μας δι’ επιδρομών και αυτομολιών των δούλων μας. Το τοιούτον, εν τούτοις, δεν θα ημπορέση να μας εμποδίση από του να πλεύσωμεν εις την χώραν των και ανεγείρωμεν εκεί οχυρώσεις, ούτε να προβαίνωμεν εις αντίποινα διά του στόλου μας, εις τον οποίον έγκειται η δύναμίς μας. Διότι μεγαλυτέραν εμπειρίαν έχομεν ημείς του κατά ξηράν πολέμου εκ της εμπειρίας μας περί τα ναυτικά, παρά εκείνοι των ναυτικών εκ της εμπειρίας των κατά ξηράν. Ούτε θα κατορθώσουν αυτοί ευκόλως ν’ αποκτήσουν την ναυτικήν εμπειρίαν, αφού ούτε σεις ετελειοποιήθητε ακόμη, μολονότι ηρχίσατε ασκούμενοι εις τα ναυτικά ευθύς μετά τους Περσικούς πολέμους. Πώς λοιπόν ανδρες γεωργοί και όχι ναυτικοί θα ημπορέσουν να κατορθώσουν τίποτε άξιον λόγου, αφού μάλιστα, πλεονεκτούντες εις πλοία, και διηνεκώς επιτιθέμενοι δι’ αυτών, ούτε θα τους επιτρέψωμεν ν’ ασκηθούν; Διότι, εάν τα ενεργούντα τον αποκλεισμόν πλοία ήσαν ολίγα, ίσως θ’ απεφάσιζαν να διακινδυνεύσουν, θρασύνοντες την αμάθειάν των με το πλήθος των ιδίων των πλοίων. Αλλ’ εφόσον θα αποκλείωνται από ισχυρόν στόλον, θα μένουν αδρανείς, και η έλλειψις ασκήσεως θα τους καταστήση ανεπιτηδειοτέρους, και δι’ αυτό και ατολμότερους. Διότι η ναυτική εμπειρία είναι κατ’ εξοχήν ζήτημα τέχνης και η εις αυτήν άσκησις δεν επιτρέπεται να γίνεται συγχρόνως και όπως τύχη. Τουναντίον, ο ασκούμενος εις τα ναυτικά δεν πρέπει ν’ απασχολήται από καμμιάν αλλην πάρεργον ενασχόλησιν.
143. «Άλλωστε, και αν ακόμη υποθέσωμεν ότι θέτοντες χείρα εις μέρος των χρημάτων, των αποθησαυρισμένων εις την Ολυμπίαν ή τους Δελφούς, προσπαθήσουν να προσελκύσουν προς το μέρος των τους ξένους ναύτας μας, το πράγμα θα ήτο δεινόν μόνον, εάν ημείς οι ίδιοι με τους μετοίκους, επιβιβαζόμενοι επί των πλοίων, δεν είμεθα ισόπαλοι με αυτούς. Ευτυχώς όμως και ισόπαλοι είμεθα και, το σπουδαιότερον, έχομεν πολίτας Αθηναίους ως πηδαλιούχους, και διά τας λοιπάς τεχνικάς υπηρεσίας έχομεν προσωπικόν περισσότερον και ικανώτερον παρά όλη η άλλη Ελλάς. Και κανείς από τους ξένους δεν θ’ απεφάσιζε, χάριν μεγαλυτέρου μισθού ολίγων ημερών, ν’ αντιμετώπιση τον κίνδυνον, όχι μόνον από την πατρίδα του να εξορισθή, αλλά και να διεξαγάγη με μικροτέρας ελπίδας νίκης κοινόν με εκείνους αγώνα. Και τα μεν των Πελοποννησίων πράγματα τοιαύτα περίπου φαίνονται εις εμέ τουλάχιστον ότι είναι. Νομίζω αντιθέτως ότι τα ιδικά μας και από τα μειονεκτήματα, διά τα οποία εμέμφθην εκείνους, είναι απηλλαγμένα, και άλλα πλεονεκτήματα, ανώτερα των ιδικών των, παρουσιάζουν. Εάν επομένως εκείνοι εισβάλουν εις το έδαφός μας διά ξηράς, ημείς θα πλεύσωμεν εναντίον του ιδικού των, και η δενδροτομία μέρους μόνον της Πελοποννήσου θα είναι κάτι εντελώς διάφορον από την δενδροτομίαν της όλης Αττικής. Διότι εκείνοι μεν δεν θα ημπορούν να αναπληρώσουν την έλλειψιν διά της καταλήψεως άλλου εδάφους, ειμή κατόπιν μάχης, ενώ ημείς έχομεν άφθονον γην και επί των νήσων και επί της στερεάς. Διότι η κυριαρχία της θαλάσσης αποτελεί πραγματικώς μέγα κεφάλαιον. Σκεφθήτε, τωόντι, εάν είμεθα νησιώται, ποίοι θα ήσαν πλέον απρόσβλητοι από ημάς; Και τώρα, εν τούτοις, συμμορφώνοντες τας αποφάσεις μας όσον το δυνατόν περισσότερον προς το ιδεώδες αυτό, οφείλομεν να εγκαταλείψωμεν την ύπαιθρον χώραν και τας επ’ αυτής κατοικίας και να στρέψωμεν όλην την προσοχήν μας εις την υπεράσπισιν της πόλεως και την επί της θαλάσσης επικράτησιν. Ούτε πρέπει, παρασυρόμενοι από την αγανάκτησιν κατά των Πελοποννησίων διά την καταστροφήν των ιδιοκτησιών μας, να συνάψωμεν αποφασιστικήν προς αυτούς μάχην, ενώ είναι πολύ περισσότεροι. Διότι, αν μεν νικήσωμεν, θα έχωμεν πάλιν να αγωνισθώμεν με όχι ολιγωτέρους απ’ αυτούς, εάν όμως νικηθώμεν, θα χάσωμεν επί πλέον και τους συμμαχικούς πόρους, οι οποίοι αποτελούν την πηγήν της δυνάμεώς μας, καθόσον οι σύμμαχοι δεν θα μείνουν βέβαια ήσυχοι, εάν δεν είμεθα πλέον εις θέσιν να τους επιβληθώμεν στρατιωτικώς. Ούτε πρέπει να ολοφυρώμεθα διά την απώλειαν οικιών και γης, αλλά διά την απώλειαν ανδρών, διότι ούτοι δύνανται ν’ ανακτήσουν εκείνα, εκείνα όμως δεν ημπορούν ν’ αναπληρώσουν τους απολεσθέντας ανδρας. Και αν επίστευα ότι θα με ηκούατε, θα συνίστων, όπως οι ίδιοι μεταβήτε και καταστρέψητε αυτά, και δείξετε προς τους Λακεδαιμονίους, ότι δεν θα υποκύψετε χάριν τοιούτων πραγμάτων.
144. «Έχω, άλλωστε, και πολλούς άλλους λόγους να πιστεύω ότι θα νικήσωμεν, εάν θελήσετε να μην επιδιώξετε συγχρόνως με την διεξαγωγήν του πολέμου και επέκτασιν της κυριαρχίας σας καί να μην αναλάβετε κινδύνους περιττούς. Διότι περισσότερον φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας. Αλλά περί του ζητήματος τούτου θα ομιλήσω και πάλιν βραδύτερον, όταν ο πόλεμος θα έχη αρχίσει ήδη. Επί τoυ παρόντος, ας στείλωμεν τους πρέσβεις οπίσω, αφού δώσωμεν ως απάντησιν, ότι εις μεν τους Μεγαρείς θα επιτρέψωμεν την χρήσιν της αγοράς και των λιμένων, εάν και οι Λακεδαιμόνιοι παύσουν τας εναντίον μας και εναντίον των συμμάχων μας ξενηλασίας- καθόσον ούτε το εν απαγορεύεται από την Τριακονταετή συνθήκην, ούτε το άλλο-ότι των πόλεων την ανεξαρτησίαν θ’ αποκαταστήσωμεν, εφόσον ήσαν ανεξάρτητοι κατά την σύναψιν της συνθήκης, και όταν και εκείνοι επιτρέψουν εις τας πόλεις της ομοσπονδίας ν’ ασκούν την ανεξαρτησίαν των κατά τρόπον σύμφωνον όχι προς το συμφέρον των Λακεδαιμονίων, αλλά προς τους πόθους εκάστης από αυτάς, και τέλος ότι δεχόμεθα να υποβληθώμεν εις διαιτησίαν, σύμφωνα με τας συνθήκας, και δεν θα κάμωμεν έναρξιν του πολέμου, αλλά θα υπερασπίσωμεν εαυτούς, εάν πρώτοι μας επιτεθούν. Διότι τοιαύτη απάντησις και δικαία είναι και αρμόζουσα συγχρόνως εις την αξιοπρέπειαν της πόλεως. Πρέπει άλλωστε να γνωρίζωμεν ότι ο πόλεμος κατέστη αναπόφευκτος και ότι όσον περισσότερον πρόθυμοι δειχθώμεν προς ανάληψίν του, με τόσον ολιγωτέραν αποφασιστικότητα θα επιτεθούν εναντίον μας οι αντίπαλοι, και ακόμη ότι τους μεγίστους κινδύνους μέγιστοι ακολουθούν τιμαί και διά πόλιν και δι’ ιδιώτην. Οι πατέρες μας, τουλάχιστον, αντιμετώπισαν επιτυχώς τους Πέρσας, χωρίς καν να έχουν τους μεγάλους πόρους, τους οποίους ημείς διαθέτομεν, αλλ’ αφού, και τα ολίγα υπάρχοντα των εγκατέλειψαν, και με περισσοτέραν σύνεσιν παρά τύχην, και με μεγαλυτέραν τόλμην παρά δύναμιν, όχι μόνον τον βάρβαρον απέκρουσαν, αλλά και εις τοιαύτην προήγαγαν ακμήν την δύναμίν μας. Των πατέρων μας αυτών οφείλομεν να μη δειχθώμεν κατώτεροι, αλλά και τους εχθρούς ν’ αποκρούσωμεν πάση δυνάμει, και την κληρονομίαν εκείνων να προσπαθήσωμεν να παραδώσωμε εις τους απογόνους μας όχι ηλαττωμένην».
145. Απόρριψις των προτάσεων της Σπάρτης
Μετά τους λόγους τούτους του Περικλέους, οι Αθηναίοι, θεωρήσαντες ότι εσυμβούλευε τα άριστα, εψήφισαν όσα συνέστησε, και σύμφωνα με την γνώμην του, απεκρίθησαν εις τους Λακεδαιμονίους και εις τα καθέκαστα, όπως εκείνος διεσαφήνισε, και γενικώς ότι τίποτε δεν θα κάμουν διατασσόμενοι, αλλ’ ότι είναι πρόθυμοι να επιδιώξουν την άρσιν των αιτιάσεων, σύμφωνα με την συνθήκην, επί τη βάσει της ισοτιμίας και των δύο μερών. Ως εκ τούτου, οι πρέσβεις επέστρεψαν οίκαδε, και οι Λακεδαιμόνιοι δεν έστειλαν πλέον άλλην πρεσβείαν. 146. Αυταί υπήρξαν αι προ του πολέμου αιτιάσεις και διαφοραί αμφοτέρων, αι οποίαι ήρχισαν ευθύς μετά τα γεγονότα της Επιδάμνου και της Κερκύρας. Μολαταύτα, εξηκολούθουν, εν τω μεταξύ, να επικοινωνούν και να μεταβαίνουν οι μεν εις την χώραν των δε, χωρίς κήρυκα αληθώς, αλλ’ όχι και χωρίς υποψίαν. Διότι η κατάστασις απετέλει διάρρηξιν των συνθηκών και ημπορούσε να δώση αφορμήν εις πόλεμον.