Η εποχή που ανδρώθηκε ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζεται από μια εκπληκτική διανοητική ανάπτυξη, από ένα πνευματικό κλίμα.

Στα χρόνια αυτά στην Αθήνα σημειώνονται οι πιο σημαντικές αλλαγές στο αντίκρισμα του κόσμου. Αιτία δεν είναι μόνο η Σοφιστική που παρουσιάζεται την εποχή αυτή, αλλά και οι Ίωνες φυσικοί του 6ου π. Χ. αιώνα με τη διδασκαλία τους για αμετάβλητους νόμους στη φύση, έχουν προετoιμάσει το έδαφος. Οι Σοφιστές μεταφέρουν και στις ανθρώπινες σχέσεις τις αρχές της μηχανικής αιτιοκρατίας, που οι Ίωνες φυσικοί έχουν εφαρμόσει στην ερμηνεία του φυσικού κόσμου.

Κοινή διδασκαλία των Σοφιστών είναι ότι για κάθε ζήτημα μπορεί κανείς να παρουσιάσει επιχειρήματα υπέρ και κατά, ζευγάρια λόγων κι εξαρτάται από την ικανότητα εκείνου που τα εκθέτει, τι θα δεχθούν ως ορθό οι αναγνώστες. Ο καινούργιος αυτός τρόπος συζήτησης και επιχειρηματολογίας κάνει την εμφανισή του σε πολλά έργα των χρόνων αυτών και όχι μόνο στα έργα των Σοφιστών, αλλά και στις τραγωδίες του Ευρυπίδη, στην Ψευδοξενοφώντεια «Αθηναίων Πολιτεία» καθώς και σε αποσπάσματα από τα έργα του ρήτορα Αντιφώντα, ακόμη και στον Ηρόδοτο, τον Αριστοφάνη, το Σοφοκλή, και στα Ιπποκρατικά έργα. Στο Θουκυδίδη αυτός ο συλλογιστικός κι εκφραστικός τρόπος δε φαίνεται μόνο στις ζευγαρωτές δημηγορίες, αλλά σε κάθε κεφάλαιο του έργου του.

Οι πρώτοι Σοφιστές θεωρούν πολύ σπουδαίο επιχείρημα ότι από την πιθανότητα η οποία στηρίζεται στη μηχανιστική αντίληψη δηλαδή η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα της επίδρασης φυσικών μονάχα δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές επιδρούν όχι σε άτομα αλλά σε ομάδες, σε λαούς όπου ο άνθρωπος έχει στα χέρια του ένα νέο μέσο ανάλυσης των γεγονότων.

Ο Θουκυδίδης πιστεύει ότι κρατάει αυτό το μέσο ανίχνευσης και αξιολόγησης των δυνάμεων που δρούν στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα και κατά την εποχή του αλλά και στο παρελθόν. Βέβαιος πλέον ότι οι δυνάμεις αυτές θα ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο και στο μέλλον, μιλάει για παντοτινή χρησιμότητα του βιβλίου του. Με την αποδοχή μιας τέτοιας νομοτέλειας είναι δυνατόν να προβλεφθεί ως ένα βαθμό το μέλλον, το σπουδαιότερο προσόν για έναν πολιτικό σύμφωνα με το Θουκυδίδη. Έτσι το έργο του αποτελεί ένα εγχειρίδιο για τους μεταγενέστερους πολιτικούς τους οποίους βοηθάει να προβλέψουν το μέλλον με μεγάλη πιθανότητα.

Δεύτερο επιχείρημα που προέρχεται από τους Σοφιστές και το συναντάμε στα έργα τους μαζί με το προηγούμενο είναι αυτό του συμφέροντος. Τα άτομα καθώς και οι λαοί επιδιώκουν εκείνο που τους συμφέρει. Η αντίληψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα ιδεώδη για δικαιοσύνη και τιμή που στάθηκαν κύρια πηγή έμπνευσης για την παλιότερη ελληνική Λογοτεχνία από τα Ομηρικά χρόνια. Το επιχείρημα αυτό το βρίσκουμε και στο Θουκυδίδη όπως στις δημηγορίες Κερκυραίων και Κορινθίων ( Β.1, κεφ.32 – 43 ), του Ερμοκράτη και Εύφημου στην Καμάρινα ( Β. 6ο, κεφ.76 – 88 ) στο διάλογο των Μηλίων ( Β. 5ο, κεφ.84 – 116 ).

Τέλος την εποχή αυτή σημαντικό είναι το επιχείρημα από την ανθρώπινη φύση. Από ποιητές, ρήτορες, φιλοσόφους και γιατρούς λέγεται ότι ο άνθρωπος, όπως και τα άλλα όντα εξουσιάζεται από φυσικές δυνάμεις. Ο Θουκυδίδης όπως φαίνεται από το έργο του είναι επηρεασμένος από την νέα αυτή αντίληψη.

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι μόνο ο Θουκυδίδης από όλους τους σύγχρονούς του (Ευρυπίδη, Σωκράτη, Αντιφώντα) μπορεί μέσα από τα συγκεκριμένα γεγονότα, να αναλύσει τις γενικότερες σχέσεις τους και επιπτώσεις.

Ο Θουκυδίδης πέτυχε με το έργο του υψηλούς στόχους διότι ήταν μεγάλη διάνοια, είχε πολιτική και στρατιωτική πείρα, επίσης είχε την ευκαιρία την περίοδο της αυτοεξορίας του να ζυγίσει όσα είχε ζήσει ή είχε μάθει. Αλλά και σαν Αθηναίος του 5ου π. Χ. αιώνα μεγάλωσε σε μια παράδοση δυναμωμένη από μια καινούργια αντίληψη για την αξία του συγκεκριμένου, του λεπτομερειακού. Αυτή η ιδιαίτερη ιδιότητα του νού του ιστορικού μας, μας φανερώνει την ιδιαίτερη ποιότητα του πνευματικού κλίματος της Αθήνας την περίοδο αυτή. Συνδέεται όχι μόνο με το πνευματικό κλίμα της Αθήνας, αλλά και με τα προβλήματα της Αθηναϊκής Ηγεμονίας, τα οποία δεν επιλύθηκαν με αποτέλεσμα η πόλη να νικηθεί και η ήττα αυτή γίνεται με τόση δύναμη που αποτελεί το πιο λαμπρό και αγέραστο μνημείο.

Ο Θουκυδίδης δεν έγραψε ιστορία της Ελλάδας ή της Αθήνας, δε γράφει ιστορία πολιτισμού ούτε πολιτική των χρόνων αυτών αλλά μας δίνει μονάχα την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 – 404 π. Χ. ). Ότι δεν έχει σχέση με τον πόλεμο το αγνοεί ακόμη κι αν είναι κάποιο σπουδαίο γεγονός. Αγνοεί τις κακογλωσσιές και το καθετί που έχει σχέση με την ιδιωτική ζωή του Περικλή, του Κλέωνα ή οποιουδήποτε άλλου δημόσιου άνδρα. Εξαίρεση κάνει μόνο για τον Αλκιβιάδη του οποίου η προκλητική ιδιωτική ζωή έχει σοβαρές πολιτικές συνέπειες.

Αγνοεί την γεωγραφία, εκτός αν είναι αναγκαία για την εξήγηση των γεγονότων. Για το λόγο αυτό θ’ ασχοληθώ με την κατάσταση των δύο μεγάλων αντιπάλων Αθήνας – Σπάρτης.

Advertisements