Φωτιά και Τσεκούρι, Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας: ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η ΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΜΕΤΑΞΥ 1946 – 1949.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’: ΜΕΡΙΚΑ ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ Κ.Κ.Ε

  • Γέννηση και πρώτα βήματα του Κ.Κ.Ε.
  • Η δύσκολη παιδική ηλικία..
  • Για μια ανεξάρτητη Μακεδονία.
  • Μικρές νίκες και μεγάλη ήττα, 1935-1940.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’: Ο ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

  • Τα προεόρτια..
  • Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.
  • Η γερμανική εισβολή.
  • Η Κρήτη, τάφος των μικρών λεόντων.
  • Το Κ.Κ.Ε. και ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’: Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (19431944).

  • Το άνοιγμα της αυλαίας.
  • Η ένοπλη αντίσταση.
  • Η οργανωμένη και αδελφοκτόνος Αντίσταση.
  • Η ισορροπία ανατρέπεται, ο εμφύλιος πόλεμος αρχίζει
  • Συνεννοήσεις και ανταρσίες.
  • Από τη μαγική ράβδο στην τραγική αναμέτρηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ.

  • Η αναγγελία της θύελλας.
  • Η επανάσταση του Δεκεμβρίου του 1944.
  • Μερικές παρατηρήσεις εκ των υστέρων.
  • Υστερόγραφο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’: ΤΑ ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ..

  • Ο κώδων του κινδύνου κτυπάει μακριά..
  • Βάρκιζα. Το νέο καθεστώς.
  • Η δύσκολη ανόρθωση, η ανέφικτη συνεννόηση.
  • Το Κ.Κ.Ε. ορμητικό και επιθετικό.
  • Η πρώτη επίσημη διεθνής προέκταση.
  • Εκλογές μετά από δέκα χρόνια δικτατορίας και πολέμων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’: «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ!”.

  • Ο ανταρτοπόλεμος αρχίζει
  • Επί της άλλης όχθης.
  • Από το τοπικό στο παγκόσμιο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’: Η ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΑΜΠΩΤΙΣ Μετά το πρώτο κύμα..

  • Προσπάθεια αντιπλημμυρικού φράγματος.
  • Η πλημμύρα παραβιάζει τα φράγματα..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’: «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ”.

  • Η επιχείρηση «Τέρμινους».
  • Μερικές αστραπές πριν από δύο αστροπελέκια.
  • Η γενική κατάσταση πριν από τη θύελλα..
  • Η πρώτη μάχη.
  • Η δεύτερη μάχη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’: 1948: ΕΤΟΣ ΔΕΙΝΩΝ..

  • Τα στρατιωτικά δεδομένα..
  • Απειλητικό ιντερμέτζο..
  • Η ρήξη Βελιγραδιού-Μόσχας και οι άμεσες συνέπειές της.
  • Η μεγάλη ανθρωποθυσία: Επιχείρηση » Κορωνίς».
  • Φόβος καταστροφής, παρά τη νίκη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’: ΠΡΟΣ ΤΗ ΛΥΣΗ..

  • Επί του διπλωματικού πεδίου.
  • Αιματηρό ιντερμέτζο.
  • Στο πολιτικό πεδίο.
  • Το τέλος του Μάρκου.
  • Επί του στρατιωτικού τομέως.
  • Η Ελληνοβουλγαρική Κυβέρνηση.
  • Τελευταίες καταδιώξεις και τελευταίες μάχες.
  • Η μάχη των συνόρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IB’: ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ.

  • Τα τελευταία σκιρτήματα.
  • Απώλειες, ζημίες και φύση του αγώνος.
  • Τα αίτια της ήττας του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας»..
  • Αναδρομές και προοπτικές.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ..

Συνοπτική έκθεση αντιστρατήγου ε.α. Γ. Περίδη Περίληψη από έκθεση του υποπτεράρχου ε.α. Ι. Αναγνωστοπούλου.

Η ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ..

Περίπτωση Ιωαννίνων.

Μάχη των Γρεβενών.

Σημειώσεις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ..

  • Ελληνική.
  • Αγγλική, γαλλική καί. Ιταλική.

 


ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το βιβλίο αυτό, παραγγελία του Γαλλικού Εκδοτικού Οίκου Breteuil, θα είχε περιλάβει και άλλο υλικό, ενδιαφέρον για τους Έλληνες, αν δεν είχε γραφή σε ξένη γλώσσα, για ξένο αναγνωστικό κοινό. Θυσιάστηκε προπάντων η λεπτομερέστερη ανάλυση των εσωτερικών πολιτικών γεγονότων που φαίνονται δαιδαλώδη στον ξένον αναγνώστη και δεν προκαλούν το ενδιαφέρον του, ενώ είναι προσιτά και ενδιαφέρουν τον Έλληνα αναγνώστη. Παρά ταύτα, εκρίθη ότι στην ελληνική του έκδοση, εκτός από μερικές υποσημειώσεις, το κείμενο που διαβάστηκε στο εξωτερικό έπρεπε να παραμείνη αναλλοίωτο.

Το βιβλίο «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ» είναι μια συνοπτική πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική ιστορία της μεγάλης, ένδοξης, αλλά και τρομακτικής δεκαετίας που έζησε η Ελλάς μετά το 1939. Αρκετές σελίδες είναι αφιερωμένες στις ρίζες που είχαν τα γεγονότα της δεκαετίας στο παρελθόν, όσο και στις προεκτάσεις που είχαν στο μέλλον. Εδώ κι εκεί, μία ή δύο σελίδες αναφέρονται σε επεισόδια άγνωστα και περιορισμένης σημασίας, που είναι όμως χαρακτηριστικά των φοβερών εκείνων χρόνων.

Παρά τη συνοπική του μορφή, κατεβλήθη προστάθεια το βιβλίο να έχει κάποια πληρότητα. Πραγματική πληρότητα θα είχε μόνο πολύτομο έργο, που μάλιστα θα είχε γραφή έπειτα από την έρευνα των αρχείων των τότε εχθρικών Κυβερνήσεων. Η έρευνα αυτή επεχειρήθη για τη συγγραφή του ανά χείρας βιβλίου, αλλά δεν κατέστη δυνατή.

Κατεβλήθη επίσης προσπάθεια ώστε η πολύπλευρη, συνοπτική αυτή ιστορία να γραφή με αντικειμενικότητα. Τούτο ήταν απαραίτητο -ιδίως για τους νέους- γιατί και από τις δύο πλευρές του λόφου η αλήθεια κακοποιήθηκε συχνά και πολύ. Αν το «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡΙ» επέτυχε να είναι αντικειμενικό, θα το κρίνει ο καλόπιστος αναγνώστης.


Η μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο στην καθαρεύουσα έγινε από τον δικηγόρο Μιλτιάδη Σινιόσογλου-Τοσίτσα.

Η απλούστευση του κειμένου στην καθομιλουμένη έγινε από τον Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλη.


Επιθυμώ να ευχαριστήσω το Ελληνικόν Αρχηγείον Στρατού (Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού) για τα επίσημα, ιδιαιτέρως χρήσιμα και συχνά ανέκδοτα στοιχεία που έθεσε στη διάθεσή μου.

Ευχαριστώ επίσης τον πρώην αντιπρόσωπο της Ελλάδος στην «Ουνέσκο” κ. Γεώργιο Αβέρωφ, για τη συμμετοχή τον στη διόρθωση των γαλλικών δοκιμίων της εργασίας αυτής.

Τέλος, επιθυμώ να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς τον τέως βουλευτή Θεσπρωτίας κ. Στράτη Αθανασάκο, για τις μακρές, δύσκολες και γόνιμες έρευνες που διεξήγαγε για να με βοηθήση στη συγγραφή αυτού του βιβλίου.

ΕΓΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ- ΤΟΣΙΤΣΑΣ

 Πρώην Υπουργός των Εξωτερικών (1956-1963)

(Σημείωμα από τη γαλλική έκδοση)

 

Advertisements

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’: Η ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΑΜΠΩΤΙΣ


Μετά το πρώτο κύμα
Ο Μάρκος δεν είχε μόνον κατορθώσει να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του πριν από τον χειμώνα. Είχε κατορθώσει να είναι έτοιμος για να εφαρμόσει, χωρίς διακοπή, την τακτική του και κατά τη διάρκεια του χειμώνος. Παρά τις διάφορες αντιξοότητες, είχε πράγματι επιτύχει κάτι πολύ μεγάλο.

Είναι γνωστό σήμερα ότι προς το τέλος του έτους ο «Στρατηγός», για να επιτύχει τον τελικό σκοπό του, ήθελε να έχη στη διάθεσή του ένα στρατό 50.000 ανδρών. Αυτός είναι ο αριθμός των μαχητών που θεωρούσε απαραίτητους για να εξουδετερώσει τις παντός είδους κυβερνητικές δυνάμεις.

Οι δύο κύριες δυσκολίες που συναντούσε ήταν ο ανεφοδιασμός και προπάντων η εξεύρεση ενός τόσο μεγάλου αριθμού μαχητών. Continue reading «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’: Η ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΑΜΠΩΤΙΣ»

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’: ΜΕΡΙΚΑ ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ


Η πεμπτουσία
Η πάλη ήταν τοπική, το παιχνίδι ήταν παγκόσμιο. Η Ελληνική Χερσόνησος υπήρξε πάντοτε ένα από τα μεγάλα σταυροδρόμια της Ευρώπης, και, ως εκ τούτου, ολοκλήρου του κόσμου.

Χθες σταυροδρόμι θρησκειών, σήμερα ιδεολογιών, υπήρξε και είναι πάντοτε ένα σταυροδρόμι φυλών, ηπείρων και μεγάλων ναυτικών οδών.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η Ιστορία, δια μέσου των αιώνων, χάραξε τη Χερσόνησο με τη σφραγίδα της, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο όλες οι σημαντικές κρίσεις της ανθρωπότητος ξέσπασαν επάνω της.

Παρ’ όλο τον σχετικώς μικρό γεωγραφικό χώρο της Ελληνικής Χερσονήσου, η μοίρα της κατ’ επανάληψιν επηρέασε, κάποτε μάλιστα με τρόπο αποτελεσματικό, την πορεία της ανθρωπότητος. Continue reading «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’: ΜΕΡΙΚΑ ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ»

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ Κ.Κ.Ε.


Γέννηση και πρώτα βήματα του Κ.Κ.Ε

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (Κ.Κ.Ε.) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1918, με άλλη μορφή και με το όνομα «Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα».

Επρόκειτο για ένα ασήμαντο κόμμα, που περιοριζόταν στους ιδρυτάς του και σε λίγους ακόμη οπαδούς, εμπνεόμενους κυρίως από τον Σοσιαλισμό της Δευτέρας Διεθνούς. Μέσα όμως σε διάστημα δύο ετών, το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα ακολούθησε ριζοσπαστικότερο προσανατολισμό.

Η πλήρης επικράτηση της Ρωσικής Επαναστάσεως και η ορμή της Τρίτης Διεθνούς ενίσχυσαν τη θέση εκείνων που επεδίωκαν τολμηρότερη πορεία, οι οποίοι, ύστερα από έντονες συζητήσεις, επεβλήθησαν στους άλλους συντρόφους των. Κατά τους πρώτους μήνες του 1920, στον τίτλο του Κόμματος προσετέθη, σε παρένθεση, η ονομασία «Κομμουνιστικό», απεφασίσθη η συμμετοχή του στην Κομιντέρν, και ένας νέος και δυναμικός φοιτητής εξελέγη εκπρόσωπος του μικρού Κόμματος στο μεγάλο Διεθνές Συνέδριο της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», που επρόκειτο να συγκληθή στη Μόσχα. Continue reading «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’: ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΟΥ Κ.Κ.Ε.»

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’: Ο ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Τα προεόρτια
Την 28η Οκτωβρίου 1940, πριν από την αυγή, ο Πρέσβυς της Ιταλίας στην Αθήνα, ο Γκράτσι, ξύπνησε τον Μεταξά και, στενοχωρημένος, του επέδωσε ένα τελεσίγραφο.

Η Ελλάς κατηγορείτο αδίκως ότι φιλοξενούσε στα χωρικά της ύδατα βρετανικά πολεμικά πλοία και ότι προκαλούσε επεισόδια εις βάρος της Αλβανίας, που αποτελούσε πλέον τμήμα της Αυτοκρατορίας, του περίφημου «Ιμπέρο». Για τους λόγους αυτούς η Ιταλική Κυβέρνηση ζητούσε την έγκριση να καταλάβη τα νησιά της Κρήτης και της Κερκύρας, το λιμάνι του Πειραιώς και την περιοχή που συνορεύει με τα αλβανικά σύνορα, στην Ήπειρο. Η έκταση των δύο τελευταίων περιοχών δεν καθοριζόταν σαφώς. Το εγχείρημα έπρεπε να αρχίση εντός τριών ωρών: το τελεσίγραφο, δηλαδή, δεν άφηνε καν αρκετό χρόνο ώστε να μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους οι αρμόδιες αρχές και να είναι δυνατό να σταλούν εν συνεχεία οδηγίες σε τοπικές αρχές και συνοριακές φρουρές…

Η συνομιλία των δύο ανδρών υπήρξε θλιβερή.

Τα Απομνημονεύματα του Γκράτσι, τα οποία τιμούν την ιταλική διπλωματία, αποδεικνύουν, βάσει επισήμων κειμένων, ότι επί αρκετούς μήνες ο Γκράτσι είχε προσπαθήσει να οδηγήση τη Ρώμη στο δρόμο της αλήθειας και της λογικής. Είχε εξηγήσει ότι οι κατηγορίες ήταν απολύτως ανακριβείς. Είχε επιμείνει επί της εντιμότητος των προθέσεων του Πρωθυπουργού Μεταξά, ο οποίος του ενέπνεε μεγάλο σεβασμό, και ο οποίος -έλεγε ο Γκράτσι-απέφευγε επιμελώς κάθε πρόκληση, και προσεποιείτο ότι δεν καταλάβαινε ορισμένες απειλές, για να αποφύγη τον πόλεμο. Και τώρα, ο Ιταλός πρεσβευτής βρισκόταν στο σπίτι του Έλληνος πρωθυπουργού, υποχρεωμένος να υποστηρίξη τα αντίθετα, με το τελεσίγραφο ανά χείρας…

Ο Μεταξάς προσεπάθησε να αντικρούση τα επιχειρήματα του τελεσιγράφου. Αλλά ο συνομιλητής του δεν είχε κανένα περιθώριο συζητήσεως.

  • Τότε έχομε πόλεμο, του είπε λυπημένος αλλά σταθερός εκείνος που είχε κάμει το παν για να αποφύγη τον πόλεμο.

Δεν γνώριζε τη στιγμή εκείνη ότι στην πραγματικότητα ο πόλεμος είχε ήδη αρχίσει: δύο ώρες νωρίτερα, οκτώ ιταλικές μεραρχίες, η μία των οποίων ήταν εφοδιασμένη με ελαφρά και μέσα άρματα μάχης, είχαν παραβιάσει τα σύνορα και προχωρούσαν επί ελληνικού εδάφους.

Από τη δική του σκοπιά, ο Μουσολίνι είχε λόγους να επιτεθή κατά της Ελλάδος.

Ακολουθούσε από αρκετών ετών μια βαλκανική πολιτική. Τον Απρίλιο του 1939 είχε καταλάβει και προσαρτήσει στο «Ιμπέρο» την Αλβανία. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ήδη διαρκέσει πέραν του έτους, ο συνεταίρος του του «Χαλύβδινου Άξονος» είχε πραγματοποιήσει θεαματικές επιτυχίες, και εκείνος είχε παίξει τον ρόλο ενός κομπάρσου, κομπάρσου άλλοτε μη ερωτώμενου και άλλοτε ούτε καν ενημερουμένου. Τον Σεπτέμβριο του 1940, γερμανικά στρατεύματα είχαν στρατοπεδεύσει στη Ρουμανία, ο Βασιλεύς Κάρολος είχε παραιτηθή, και γινόταν λόγος περί μελλοντικής γερμανοβουλγαρικής στρατιωτικής συνεργασίας. Ο ευτυχής συνεταίρος κυριαρχούσε επί όλης της Δυτικής Ευρώπης, της γεμάτης γοητεία και πλούτο, και φαινόταν να αμφισβητή στον ατυχή συνεταίρο και αυτήν ακόμη την πτωχή γειτονιά του: τα Βαλκάνια. Αυτό ήταν απαράδεκτο για τον Ιταλό δικτάτορα, που ήταν λάτρης του μεγαλείου και πιστός του δόγματος του ζωτικού χώρου.

Έπρεπε να έχη μια δική του επιτυχία, και αυτή έπρεπε να είναι κεραυνοβόλος.

Η Ελλάς φαινόταν εύκολη λεία. Προφανώς στο Παλάτσο Βενέτσια υπελόγιζαν πολύ επί του ηθικού παράγοντος. Όσοι Έλληνες αξιωματικοί είχαν αναμειχθή στο Κίνημα του 1935 δεν είχαν επανέλθει στην ενέργεια και ήταν πολυάριθμοι και άξιοι. Άλλοι αξιωματικοί είχαν εν τω μεταξύ αποταχθή ως μη εμπνέοντες εμπιστοσύνη στο καθεστώς. Τον Ιούλιο του 1938 είχε, εξάλλου, εκδηλωθή στην Κρήτη μια ανταρσία κατά του μεταξικού καθεστώτος.

Από το άλλο μέρος, η Γαλλία και η Πολωνία, η Ολλανδία και το Βέλγιο, ασυγκρίτως καλύτερα εξοπλισμένες από την Ελλάδα, είχαν συντριβή μέσα σε λίγες εβδομάδες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ακόμη ουδέτερες και ήταν γνωστό ότι η κοινή γνώμη εκεί ήταν εναντίον κάθε συμμετοχής στον πόλεμο. Τέλος, η Σοβιετική Ένωση, με την υπογραφή του Συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ, είχε δηλώσει ότι θα ήταν θεατής. Μόνο η Αγγλία πολεμούσε. Είχε όμως γνωρίσει μεγάλες αποτυχίες, και το φθινόπωρο του 1940 φαινόταν εξαντλημένη.

Πέρα από όλα αυτά, ο Ελληνικός Στρατός ήταν πολύ αδύνατος. Η Χώρα ήταν ακόμη υπανάπτυκτη, τα εφόδιά της πολύ περιορισμένα, και οι προσπάθειες της δικτατορίας για την προικοδότηση του Στρατού με σύγχρονο πολεμικό υλικό είχαν αποδώσει μικρά πράγματα.

Δεν υπήρχαν ούτε άρματα μάχης, ούτε αντιαρματικό πυροβολικό, ούτε αξιόλογο αντιαεροπορικό πυροβολικό: για να προστατευθή όλη η Χώρα, συμπεριλαμβανομένων λιμένων και στρατιωτικών εγκαταστάσεων, από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, υπήρχαν λιγότερα από 150 αντιαεροπορικά πυροβόλα.

Ο τακτικός Στρατός απετελείτο από 70.000 άνδρες, εκ των οποίων 5.000 ήταν μόνιμοι αξιωματικοί. Αυτοί αποτελούσαν τα στελέχη δεκαέξι μεραρχιών, που ήταν έτοιμες να υποδεχθούν τους άνδρες που θα επιστρατεύονταν. Το Ναυτικό περιελάμβανε ένα παλαιό θωρακισμένο καταδρομικό, ένα μικρό καταδρομικό, είκοσι τορπιλλοβόλα και αντιτορπιλλικά, έξι υποβρύχια και μερικά ναρκαλιευτικά. Η Αεροπορία διέθετε εκατόν πενήντα περίπου αεροπλάνα, τα περισσότερα των οποίων δεν μπορούσαν να παραβληθούν με τα ιταλικά ούτε ως προς την ταχύτητα ούτε ως προς τη δύναμη πυρός.

Τα χερσαία μεταφορικά μέσα ήταν πολύ φτωχά. Ο Στρατός είχε ελάχιστα φορτηγά αυτοκίνητα και σε περίπτωση πολέμου υπελόγιζε επί των ιδιωτικών αυτοκινήτων που θα επέτασσε. Το πεδινό πυροβολικό ήταν ιπποκίνητο. Οι μεταφορές, πέρα από τα σημεία όπου έφθανε ο σιδηρόδρομος, γίνονταν ως επί το πλείστον με υποζύγια, ημιόνους και άλογα, που και αυτά, σε περίπτωση πολέμου, θα ήταν προπάντων επιτεταγμένα ζώα ιδιωτών. Με αυτές τις συνθήκες, η αντιμετώπιση πολέμου εναντίον των «οκτώ εκατομμυρίων λογχών», της «καλυτέρας αεροπορίας του κόσμου» και ενός στόλου που στη Μεσόγειο ισχυριζόταν ότι μπορούσε να μετρηθή με τον βρετανικό στόλο, ήταν αντίθετη προς κάθε λογική.

Ο Μουσολίνι το γνώριζε καλά. Γι’ αυτό, πριν αρχίση τον πόλεμο, επεδόθη στον εκφοβισμό. Τους τελευταίους μήνες έκαμε ό,τι μπορούσε για να τρομάξη τον μικρό αντίπαλό του. Το βιαιότερο όμως κτύπημά του υπήρξε μοιραίο γι’ αυτόν.

Το νησί της Τήνου, στις Κυκλάδες, έχει μια εικόνα της Παναγίας που θεωρείται θαυματουργή. Τη 15η Αυγούστου, εορτή της Παναγίας, προσκυνηταί από όλες τις γωνιές της Ελλάδος συρρέουν εκεί και συμμετέχουν σ’ ένα προσκύνημα εντυπωσιακό, τόσο από της πλευράς του πλήθους που συγκεντρώνεται όσο και από της πλευράς του θρησκευτικού αισθήματος των προσκυνητών. Ένα πολεμικό πλοίο, αραγμένο στο λιμάνι, αποδίδει τις τιμές.

Το 1940, ίσως λόγω της διεθνούς εντάσεως, είχε σταλή εκεί ένα καταδρομικό, το δεύτερο σε μέγεθος πλοίο του ελληνικού στόλου. Κατά τη διάρκεια λοιπόν της μεγάλης θρησκευτικής εορτής, το καταδρομικό αυτό βυθίσθηκε, τορπιλλισμένο από «υποβρύχιο αγνώστου εθνικότητος». Υπήρχαν νεκροί και τραυματίες.

Περιττό να σημειωθή ότι κανείς δεν επλανήθη ως προς την εθνικότητα του «άνανδρου και βέβηλου» υποβρυχίου. Αργότερα, άλλωστε, την ημέρα της κηρύξεως του πολέμου, η εθνικότης του απεκαλύφθη με πειστήρια που δεν επέτρεπαν καμιά αμφιβολία.

Αποφασίζοντας όμως αυτές τις πράξεις εκφοβισμού, ο Μουσολίνι είχε κάμει ένα χονδροειδές λάθος εκτιμήσεως. Είχε κρίνει βάσει της δικής του ψευδοκαισαρικής προσωπικότητος· αντί να τρομάξη, είχε προκαλέσει την αγανάκτηση ενός ολοκλήρου λαού, είχε χαλυβδώσει τη θέλησή του, και τον είχε συσπειρώσει γύρω από τους ηγέτες του, οι οποίοι, ως εκείνη την εποχή, δεν ήταν δημοφιλείς.

Ο Ναπολέων έλεγε -και ίσως ήταν κατώτερο από την πραγματικότητα- ότι η αναλογία της αποτελεσματικότητος μεταξύ ηθικού και υλικού ενός στρατού ήταν ένα προς τρία. Ο Μουσολίνι θέλησε να υπονομεύση το ηθικό των Ελλήνων, αντί όμως αυτού το δυνάμωσε. Και έκαμε και κάτι άλλο: προειδοποίησε τον αντίπαλό του, και εκείνος προετοιμάσθηκε νωρίτερα.

Ο Μεταξάς και ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο Στρατηγός Παπάγος, είχαν αρχίσει, μετά την κατάληψη της Αλβανίας, μια αξιόλογη αλλά κρυφή επιστράτευση. Χωρίς θόρυβο, «δια προσωπικών προσκλήσεων», είχαν καλέσει υπό τα όπλα έναν αριθμό εφέδρων, οι οποίοι είχαν επανδρώσει πληρέστερα τα τμήματα κοντά στα αλβανικά σύνορα.

Όταν οι προκλήσεις πολλαπλασιάσθηκαν, αυτή η τακτική εφαρμόσθηκε τόσο, ώστε την ημέρα της κηρύξεως του πολέμου οι τρεις ελληνικές μεραρχίες που εκάλυπταν τα αλβανικά σύνορα δεν ήταν πλέον εφεδρικές μεραρχίες, αλλά ήταν πλήρεις, είχαν μελετήσει καλά το έδαφος, ήταν έτοιμες για πόλεμο. Αυτές οι τρεις μεραρχίες κατόρθωσαν να σταματήσουν την προέλαση των οκτώ ιταλικών μεραρχιών και να επιτρέψουν την επιστράτευση και την ανάπτυξη των εν εφεδρεία μονάδων.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις

Το ιταλικό σχέδιο επιθέσεως ήταν άριστο στη σύλληψή του. Ο Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα ήταν ένας από τους μελετητάς του και ο κύριος εκτελεστής του.

Το σχέδιο προέβλεπε δύο παραπλανητικές επιθέσεις, μια παράλληλα προς την Αδριατική ακτή, μια στο άλλο άκρο του μετώπου, προς τη Θεσσαλονίκη. Και οι δύο θα ήταν αρκετά ισχυρές (μια μεραρχία, η Σιένα, και δύο συντάγματα ιππικού προς την ακτή, τρεις μεραρχίες -η Βενέτσια, η Πάρμα, η Πιεμόντε- προς τη Θεσσαλονίκη), ώστε αφ’ ενός να δώσουν την εντύπωση κυρίων επιθέσεων, αφ’ ετέρου να μπορούν να αναπτυχθούν μόλις θα κατέρρεε το κέντρο, ο κύριος στόχος της πρώτης φάσεως.

Στο κέντρο προεβλέποντο δύο επιθέσεις, κάθε μια διαφορετικής μορφής.

Η μια, βαριά, συμπαγής, πυκνή, είχε ανατεθή σε δύο ισχυρές μεραρχίες, τη Φερράρα και τη μεραρχία των Κενταύρων, οι οποίες είχαν ενισχυθή με άφθονο πυροβολικό, με πολλά μεταφορικά μέσα και με αρκετά άρματα μάχης. Οι μονάδες αυτές έπρεπε, σε απόσταση 35 περίπου χιλιομέτρων από τα σύνορα, να κτυπήσουν μετωπικά την ισχυρή θέση Καλπάκι (Καλιμπάκι, κατά τους Ιταλούς) και, αφού το πραγματοποιήσουν, να καταλάβουν την πρωτεύουσα της Ηπείρου, τα Ιωάννινα, που βρίσκονται 30 χιλιόμετρα νοτιότερα.

Η δεύτερη επίθεση, στο κέντρο και αυτή, ελαφριά, τολμηρή, απρόβλεπτη, θα γινόταν μέσω της ευρείας οροσειράς της Πίνδου, η οποία εστερείτο οδικών αρτηριών και επί της οποίας δεν υπήρχαν παρά ελεεινά μονοπάτια, και θα οδηγούσε στην ταχύτερη δυνατή κατάληψη της κωμοπόλεως του Μετσόβου, ώστε να κόψη τον μοναδικό αμαξιτό δρόμο που τους τελευταίους μήνες είχε συνδέσει την Ήπειρο με τις αξιόλογες στρατιωτικές βάσεις της Ανατολικής Ελλάδος. Για την επίθεση αυτή είχε διατεθή η πιο φημισμένη ιταλική μεραρχία αλπινιστών, η «Τζούλια», ενισχυμένη και με άλλα τμήματα αλπίνων. Επρόκειτο περί 12.000 ανδρών, που τις μεταφορές τους τις εξησφάλιζαν 2.500 ημίονοι. Ο οπλισμός τους ήταν εξαίρετος και ισχυρός, γιατί διέθετε πολλές μονάδες όλμων και επτά πυροβολαρχίες ορειβατικού πυροβολικού.

Αυτή η τολμηρότατη προώθηση φαινόταν η πιο εύκολη και η πιο καρποφόρος: εύκολη, γιατί μόνο δύο τάγματα, και ένα τρίτο που υπήρχε στα μετόπισθεν, φρουρούσαν τη μακριά οροσειρά που εθεωρείτο σχεδόν απόρθητη λόγω της διαμορφώσεως του εδάφους της. Καρποφόρος, γιατί η κατάληψη των αυχένων του Μετσόβου, αφ’ ενός μεν απομόνωνε το στρατό της Ηπείρου από τις κυριότερες στρατιωτικές βάσεις της Ανατολικής Ελλάδος, αφ’ έτερου δημιουργούσε τη δυνατότητα καθόδου προς τη Θεσσαλία, πίσω από τον Όλυμπο, δηλαδή πολύ νοτιότερα της Θεσσαλονίκης.

Οι μονάδες αυτές του ιταλικού στρατού, συμπεριλαμβανομένης της «Τζούλια», είχαν μεταξύ των ταγμάτων τους και μερικά αλβανικά τάγματα, προσφιλή μεν στον Αντιβασιλέα της Αλβανίας Τζιακομόνι, αλλά πολύ λίγο εκτιμώμενα από τον τακτικό Ιταλικό Στρατό.

Μια ισχυρή αεροπορία, που ξεκινούσε τόσο από το Μπρίντιζι όσο και από την Αλβανία, θα υπεστήριζε αυτές τις τέσσερεις επιθέσεις, προπάντων την κεντρική, και θα βομβάρδιζε πόλεις των μετόπισθεν.

Θα ήταν δύσκολο να συλλάβη κανείς στρατηγικό σχέδιο περισσότερο προσηρμοσμένο στις συνθήκες του εδάφους: συνεδύαζε τον αιφνιδιασμό, την πονηρή παραπλάνηση, και το πολύ ισχυρό κτύπημα.

Το βάθος όπου βρίσκονταν οι αντικειμενικοί σκοποί ήταν μικρό, και αν αυτοί κατελαμβάνοντο γρήγορα, η άμυνα γινόταν εξαιρετικά δυσχερής. Ο Αρχηγός του Ιταλικού Στρατού στην Αλβανία, ο Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα, προέβλεπε ότι θα χρειάζονταν 5-10 ήμερες για να φθάσουν τα στρατεύματά του στα Ιωάννινα και το Μέτσοβο.

Αλλά τόσες ακριβώς μέρες χρειάσθηκαν για να διαψευσθούν τα λαμπρά σχέδια και να οδηγήσουν στην ήττα. Οι πρώτες εκείνες λίγες ήμερες υπήρξαν πράγματι αποφασιστικές για την έκβαση του πολέμου.

Από τις δύο περισπαστικές επιθέσεις, η πιο σημαντική, εκείνη προς τη Θεσσαλονίκη, αναπτυσσόμενη επί εδάφους διακεκομμένου, που φυλαγόταν καλά, προωθήθη ελάχιστα και, κατ’ ουσίαν, υπήρξε απλώς μια βαρειά απειλή. Η άλλη, επί της ακτής, ανεπτύχθη πολύ περισσότερο από ό,τι το ήλπισε το Ιταλικό Στρατηγείο. Ανεπτύχθη πρακτικώς χωρίς δυσκολίες. Ανέτρεψε μικρές μονάδες προκαλύψεως και έπειτα δεν συνήντησε παρά μια σύντομη βολή πυροβολικού δύο ελληνικών αντιτορπιλλικών και τους πυροβολισμούς υποχωρούντων στρατιωτών, χωροφυλάκων και αγροφυλάκων, με τους οποίους από ελληνικής πλευράς κατεβάλλετο προσπάθεια να δημιουργηθή η εντύπωση κάποιας αντιστάσεως. Είναι αλήθεια ότι μια ελληνική ταξιαρχία απεστάλη δια θαλάσσης επί τόπου, αλλ’ αυτό έγινε όταν πλέον το ιταλικό ιππικό βρισκόταν επί του Αχέροντος, δηλαδή, από απόψεως γεωγραφικού πλάτους, νοτίως των Ιωαννίνων (βλέπε χάρτη υπ’ αριθμόν 1).

Αλλά η προέλαση αυτή, αν και ταχύτατη, γινόταν πολύ αργά για τους Ιταλούς, γιατί η μάχη κρινόταν αλλού.

Στο αντίθετο στρατόπεδο, το ελληνικό, τα πράγματα φαίνονταν ιδιαιτέρως δυσμενή τις εντελώς πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων.

Ελάχιστοι το γνώριζαν την εποχή εκείνη, και σήμερα ακόμη σπανίως το μνημονεύουν, αλλά ο Μεταξάς και ο Παπάγος, εμπρός στη συντριπτική στρατιωτική υπεροχή της Ιταλίας και στις δυσχέρειες των μεταφορών του Στρατού, είχαν επιλέξει για την οριστική άμυνα άλλη γραμμή από εκείνη όπου διεξήγετο ο αγών. Η γραμμή αυτή εκάλυπτε τις πιο σημαντικές περιοχές της Χώρας, ήταν ισχυρή εκ της φύσεώς της, αλλά βρισκόταν δυτικά και πολύ νοτιότερα των Ιωαννίνων. Τη δυνατότητα διαρκεστέρας αμύνης στο Καλπάκι, πολύ βορειότερα, μεταξύ Ιωαννίνων και συνόρων, οι δύο ηγέτες την είχαν απλώς λάβει υπ’ όψιν, χωρίς όμως να είναι αποφασισμένοι να υπερασπίσουν το Καλπάκι «μέχρις εσχάτων». Πάντως, είχαν τοποθετήσει εκεί το μεγαλύτερο μέρος μιας μεραρχίας που πρακτικώς περιελάμβανε μόνο Ηπειρώτες, οι οποίοι έτσι κυριολεκτικώς θα πολεμούσαν «υπέρ βωμών και εστιών». Το έδαφος είχε προετοιμασθή κατά τρόπο μάλλον πρωτόγονο, αλλά είχε μελετηθή πάρα πολύ προσεκτικά. Σε τέτοιο σημείο είχε μελετηθή, ώστε κάθε πιθανή βολή πυροβολικού ήταν ρυθμισμένη εκ των προτέρων και με απόλυτη ακρίβεια.

Η Μεραρχία Ηπείρου, με ένα έξοχο ηγέτη επί του πεδίου της μάχης, τον Στρατηγό Κατσιμήτρο, παρεχώρησε στον εχθρό, χωρίς πολλή αντίσταση, περί τα 30 χιλιόμετρα.

Δέχθηκε τη μάχη στο Καλπάκι, και την κρισιμότερη ώρα της, εξουσιοδοτημένη από την Αθήνα να κρίνη η ίδια και να αποφασίση, η Μεραρχία απεφάσισε να τη συνεχίση «μέχρις εσχάτων». Από την αρχή διεφάνη ότι δεν επρόκειτο περί μάχης προκαλύψεως: οι συγκρούσεις υπήρξαν φοβερά σκληρές. Η αντίσταση ήταν εξαιρετικά επίμονη, αλλά και οι επιθέσεις ήταν θυελλώδεις και επίμονες. Το ελληνικό πυροβολικό έβαλλε με καταπληκτική ακρίβεια, αλλά το ιταλικό ήταν πολλαπλάσιο και βαρύ. Οι επιθέσεις και οι αντεπιθέσεις διεδέχοντο η μια την άλλη συνεχώς, νύκτα και ημέρα. Το «κλειδί» της τοποθεσίας, ένας μεγάλος πετρώδης λόφος, ονομαζόμενος Κραμπάλα, κατελήφθη και ανεκατελήφθη τρεις φορές. Η άμυνα διευκολύνθηκε από τις καταρρακτώδεις βροχές που δυσχέραιναν την παρέμβαση της ιταλικής αεροπορίας, αλλά η επίθεση είχε μεγάλη υπεροχή σε δύναμη πυρός, διέθετε άρματα μάχης, που έκαναν μεγάλη εντύπωση, και ήταν πολύ ορμητική. Τις αιματηρές αυτές ημέρες η θέληση και η ανδρεία των μεν παρεβάλλοντο με τη θέληση και την ανδρεία των άλλων. Την δεκάτη ημέρα του πολέμου δεν ήταν εύκολο να πει κανείς ποια θα ήταν η έκβαση της μάχης αυτής, που αποτελούσε την κυρία προσπάθεια των Ιταλών. Θα μπορούσε να το πει, αν γνώριζε τι συνέβαινε αλλού: στα βαθιά φαράγγια και τις απόκρημνες πλαγιές της Πίνδου.

Οι αλπίνοι της «Τζούλια», συντρίβοντας τα ελαφρά τμήματα προκαλύψεως τα οποία συνήντησαν, έκαμαν μια θεαματική προέλαση. Ούτε τα απόκρημνα μέρη ούτε οι βροχές εμπόδισαν τον ταχύ βηματισμό τους. Το πρωί της 3ης Νοεμβρίου, οι εμπροσθοφυλακές τους έφθασαν σ’ ένα υψίπεδο, στο άλλο άκρο του οποίου, μετά από εύκολη πορεία τριών ωρών, θα συναντούσαν τον αντικειμενικό σκοπό τους: τον μοναδικό αμαξιτό δρόμο της Πίνδου. Η προέλασή τους ήταν τόσο γρήγορη, ώστε, κατά το μεσημέρι, ιταλικά αεροπλάνα, βλέποντας στο υψίπεδο πεζικό, έριξαν δέματα που περιείχαν γλυκίσματα και μεταξωτά μαντίλια για να προσφερθούν στους κατοίκους της γειτονικής κωμοπόλεως του Μετσόβου.

Δυστυχώς για την «Τζούλια», τα δώρα αυτά τα συνέλεξαν οι Έλληνες στρατιώται. Μια ισχυρή μονάς ιππικού είχε μόλις φθάσει εκεί, και οι άνδρες, αφού άφησαν τα άλογά τους στο δάσος, έσπευσαν πεζοί να καλύψουν την πολύτιμη οδική αρτηρία. Δεν επρόκειτο, εξάλλου, για τη μοναδική κάλυψή της. Ο Παπάγος και οι επιτελείς του αντελήφθησαν τον κίνδυνο, και ήδη από τη δεύτερη ημέρα του πολέμου είχαν προωθήσει προς τις ανατολικές υπώρειες της οροσειράς όλες τις μικρές εφεδρείες τους. Επρόκειτο περί ελαφρών τμημάτων που διέθεταν λίγο ορειβατικό πυροβολικό, άφθονα όπλα και οπλοπολυβόλα, πολλή ορμή και άριστες μεταφορές: με τα φορτία τους στους ώμους, οι γυναίκες και οι μη επιστρατευθέντες άνδρες των χωριών ολόκληρης της περιοχής ανεφοδίαζαν τις στρατιωτικές μονάδες ως τις θέσεις τις πιο προωθημένες και τις πιο απρόσιτες.

Η ωραία ιταλική μεραρχία, η «Τζούλια», βρέθηκε σύντομα κομμένη σε τμήματα χωρισμένα το ένα από το άλλο από άγρια όρη, όπου έβρεχε σχεδόν συνεχώς. Τα απομονωμένα αυτά τμήματα προσεβάλλοντο νύκτα και ημέρα από ένα εχθρό πανταχού παρόντα.

Οι αλπίνοι διεξήγαγαν μερικές τολμηρές αντεπιθέσεις, που τους στοίχισαν πολύ ακριβά, αλλά δεν κατόρθωσαν να αλλάξουν την κατάσταση. Το έδαφος ήταν πολύ δύσκολο. Τα εφόδια άρχισαν να λείπουν, γιατί οι βάσεις ανεφοδιασμού ήταν πολύ μακριά, η γραμμή είχε πολύ επιμηκυνθή, τα υποζύγια ήταν ο αγαπητός στόχος των Ελλήνων σκοπευτών. Η άμυνα εναντίον των συνεχών επιθέσεων ή παρενοχλήσεων των Ελλήνων ήταν αδύνατη. Μέσα σε λίγες μέρες, περίπου έξι χιλιάδες άνδρες της «Τζούλια», κυκλωμένοι και κατάκοποι, παρεδόθησαν για να μην πεθάνουν!

Αυτό υπήρξε, πιθανόν, το κρισιμότερο σημείο του Ελληνοϊταλικού πολέμου: η «Τζούλια» έλαβε τη διαταγή να υποχωρήση το ταχύτερο· έπρεπε να σωθή ό,τι ήταν δυνατό να σωθή.

Και έπρεπε να διασωθή και κάτι άλλο: δεν ήταν γνωστό πόσα ήταν τα ελληνικά στρατεύματα που βρίσκονταν επί της οροσειράς, και είχε διαπιστωθή ότι αυτά είχαν μια εξαιρετική ευελιξία. Αν τυχόν λοιπόν τα ελληνικά τμήματα ήταν πολυάριθμα, αν προχωρούσαν με σύντονες πορείες προς δυσμάς και κατευθύνονταν πίσω από το Καλπάκι, τότε οι ισχυρότερες μονάδες της ιταλικής στρατιάς της Αλβανίας θα βρίσκονταν κυκλωμένες.

Η Ρώμη, ανήσυχη, σχεδόν πανικόβλητη, προτίμησε μια πολύ προσεκτική τακτική: διέταξε τη γενική υποχώρηση. Ο Βισκόντι Πράσκα δεν θέλησε να αναγνωρίση την ήττα του. Τις κρίσιμες εκείνες ώρες συνέλαβε μάλιστα ένα σχέδιο πράγματι εξαίρετο. Τη 10η Νοεμβρίου τηλεγράφησε στη Ρώμη και πρότεινε τα τμήματά του, που βρίσκονταν στην ακτή, να κάμουν στροφή προς ανατολάς, να οδεύσουν προς τα Ιωάννινα, για να «ανοίξουν έτσι τις πύλες της πόλεως και να προκαλέσουν την κατάρρευση ολοκλήρου του αμυντικού συστήματος του εχθρού». Ο ελιγμός αυτός θα δημιουργούσε για το ελληνικό Γενικό Επιτελείο μια κατάσταση απρόβλεπτη και σοβαρή. Αλλά ο ευφυής και τολμηρός αυτός ελιγμός δεν έγινε. Ο Στρατηγός Σοντού, Υφυπουργός των Στρατιωτικών και Ανώτατος Διοικητής των εν Αλβανία Δυνάμεων, απήντησε στον Πράσκα με τρόπο παγερό: ο Πράσκα έπρεπε να προσαρμοσθή στην πραγματικότητα και να εκτελέση τη διαταγή.

Δεν πρόλαβε να το κάμη. Απελύθη την επομένη και η υποχώρηση γενικεύθηκε.

Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε κριθή. Η κινητήρια δύναμη κάθε ανθρωπινής προσπάθειας, το ηθικό, εξηφανίζετο από το ένα στρατόπεδο και δυνάμωνε τεραστίως στο άλλο.

Για τους Ιταλούς, που νόμιζαν ότι είχαν έναν από τους ισχυρότερους στρατούς της Ευρώπης, και οι οποίοι ανέμεναν ένα εύκολο θρίαμβο, η φυγή εμπρός σ’ έναν από τους μικρότερους στρατούς της Ευρώπης γεννούσε κάτι παραπάνω από ντροπή: γεννούσε την αμφιβολία ως προς την ικανότητα των ηγετών τους, γεννούσε ένα αόριστο αίσθημα απελπισίας και προδοσίας.

Για τους Έλληνες συνέβαινε κάτι εντελώς διαφορετικό. Είχαν αντιμετωπίσει τον πόλεμο ήρεμοι, αλλά αποφασισμένοι, γιατί επεβάλλετο να προστατεύσουν τις εστίες τους. Έπρεπε να κάμουν το καθήκον τους. Έβλεπαν τώρα ότι ήταν οι πρώτοι που νικούσαν τον «Χαλύβδινο Άξονα». Έγραφαν μια από τις πολύ ωραίες σελίδες της τρισχιλιετούς ιστορίας τους, και είχαν αυτή τη συναίσθηση. Επρόκειτο περί μέθης. Το ηθικό ήταν τόσο αναπτερωμένο ώστε, αν ο Ελληνικός Στρατός είχε επαρκή μηχανικά μεταφορικά μέσα, η ιταλική υποχώρηση θα είχε μετατραπή σε άτακτη φυγή και η Αλβανία θα είχε καταληφθή σε μεγάλο βάθος μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Αν όμως τα αποτελέσματα δεν ήταν τέτοια, δεν υπήρξαν και ασήμαντα. Στις 20 Νοεμβρίου, στην Ήπειρο, τα ελληνικά στρατεύματα έφθαναν στα σύνορα μετά από σχετικώς μικρές μάχες. Η μάχη υπήρξε πολύ σκληρή στο άλλο άκρο του μετώπου, το ανατολικό, εκεί όπου το σύμπλεγμα των βουνών του Ιβάν και του Μοράβα δημιουργεί ένα τεράστιο και περίπλοκο φυσικό φρούριο και όπου είχε αρχικά εκδηλωθή η πολύ ισχυρή παραπλανητική επίθεση προς τη Θεσσαλονίκη. Εκεί οι Ιταλοί αμύνθηκαν με πείσμα. Αλλά την 14η Νοεμβρίου, οι τρεις ιταλικές μεραρχίες υπέστησαν μια σφοδρά αντεπίθεση, οι σκοποί της οποίας φάνηκε αμέσως ότι ήταν πολύ φιλόδοξοι. Τρεις ελληνικές μεραρχίες, κυρίως δυνάμεις πεζικού, επετέθησαν με πρόθεση να ανατρέψουν πλήρως τον εχθρό και να απειλήσουν ολόκληρη την ανατολική ζώνη της Αλβανίας.

Οι Ιταλοί, έπειτα από λυσσώδη άμυνα, ανεδιπλώθησαν στις αρχικές τους τοποθεσίες, που ήταν πολύ ισχυρότερες, και ενισχύθησαν επειγόντως από πολλά τμήματα, που η συνολική δύναμή τους ήταν ανώτερη από τη δύναμη μιας μεραρχίας.

Αλλά η ιταλική γραμμή υπέστη γρήγορα σοβαρά ρήγματα, και οι επιθέσεις των Ελλήνων τα εξεμεταλλεύοντο. Πολλές φάσεις της μάχης έπαιρναν τη μορφή αγώνος δια της λόγχης, και οι επί τόπου διοικηταί ανέφεραν στον Στρατηγό Σοντού, που είχε στο μεταξύ διαδεχθή τον Πράσκα, ότι δεν ήταν δυνατόν να συγκρατηθή η κατάσταση.

Έπειτα από μερικούς δισταγμούς και από πολλή αιματοχυσία και από τα δύο μέρη (ιδίως τη 19η και την 20ή Νοεμβρίου), δόθηκε την 21η διαταγή γενικής υποχωρήσεως στο μέτωπο αυτό, σε βάθος 50 χιλιομέτρων: θα εγκατέλειπαν τη συνοριακή ορεινή γραμμή, θα εγκατέλειπαν την πεδιάδα πίσω από αυτήν και θα κατελάμβαναν, πέραν αυτής, άλλη πολύ ισχυρή οροσειρά. Την επομένη, οι Έλληνες κατελάμβαναν την πόλη της Κορυτσάς, σημαντική βάση του ιταλικού μετώπου. Τεραστία για την εποχή εκείνη ποσότης λαφύρων, εν μέρει αχρηστευμένων, έπεφτε στα χέρια των Ελλήνων.

Αλλά η υπόθεση δεν σταματούσε εκεί. Τέσσερα επίλεκτα τμήματα, υποστηριζόμενα από άριστο ορειβατικό πυροβολικό, έπαιρναν την εντολή να καταδιώξουν ακατάπαυστα τον εχθρό στα βουνά που βρίσκονται κατά μήκος των γιουγκοσλαβικών συνόρων. Το εγχείρημα ήταν πολύ τολμηρό, γιατί οι Ιταλοί ήταν εκεί πολυάριθμοι, αλλά οι Έλληνες, έκτος από το αναπτερωμένο ηθικό, είχαν και άλλο πλεονέκτημα: ο πληθυσμός της περιοχής ήταν κατά πλειοψηφίαν ελληνικός, και ορεσίβιοι του τόπου οδήγησαν μερικούς λόχους από μονοπάτια κατάλληλα μόνο για αίγες. Επιπλέον, είχε χιονίσει, ο ανεφοδιασμός των αμυνομένων ήταν δύσκολος, και συχνά ήταν δυνατός μόνον με αεροπλάνα. Οι υπερασπισταί απεθαρρύνοντο. Είχαν πολεμήσει, είχαν κάμει μακρές και κοπιαστικές πορείες για να καταλάβουν στα μετόπισθεν ασφαλείς θέσεις, και τώρα έβλεπαν τον εχθρό να διεισδύη και σ’ αυτές.

Παρ’ όλα αυτά, μερικά ιταλικά τμήματα, προπάντων της μεραρχίας Βενέτσια, πολέμησαν με μεγάλο πείσμα. Αναγκάσθηκαν όμως να σταματήσουν τον αγώνα και πολλά να παραδοθούν, έπειτα από φοβερά αιματηρούς αγώνες, οι οποίοι διεξήχθησαν μεταξύ της 23ης και της 26ης Νοεμβρίου. Το απόρθητο Πόγραδετς, κοντά στη λίμνη Οχρίδα, κατελήφθη την 28η από τους επιτιθεμένους. Επρόκειτο περί σπουδαίας προωθήσεως προς βορράν, γιατί το Πόγραδετς -στο άλλο άκρο του αλβανικού μετώπου, είναι αλήθεια-βρίσκεται πολύ ψηλότερα, από απόψεως γεωγραφικού πλάτους, από το μοναδικό καλό λιμάνι της χώρας, την Αυλώνα.

Στο υπόλοιπο μέτωπο, μετά από μια σύντομη ανάπαυλα, ο Ελληνικός Στρατός ανελάμβανε και πάλι την επίθεση. Μερικές τοπικές μάχες αργοπόρησαν απλώς την προέλασή του. Η κατάσταση γινόταν συνεχώς κρισιμότερη για την ιταλική στρατιά της Αλβανίας, και στις 5 Δεκεμβρίου ο Σοντού τηλεφωνούσε στη Ρώμη ότι έπρεπε να αναζητηθή πολιτική λύση. Η Ρώμη δεν ακολούθησε τη συμβουλή του, και ο Σοντού σύντομα γνώρισε ο ίδιος τι σήμαινε να πέση κανείς σε δυσμένεια.

Αλλά ούτε στους άλλους τομείς του μετώπου τα πράγματα παρουσίαζαν βελτίωση για τους Ιταλούς.

Έτσι, την τελευταία εβδομάδα του 1940 ο Ελληνικός Στρατός είχε καταλάβει σε αλβανικό έδαφος περιοχή βάθους 30-50 χιλιομέτρων, περιοχή που συμπεριελάμβανε την πόλη του

Αργυροκάστρου και το μικρό λιμάνι των Αγίων Σαράντα. Το λιμάνι όπου ο φασισμός, σε πείσμα του θρησκευτικού αισθήματος και προς δόξαν του Ντούτσε, είχε δώσει το όνομα της κόρης του, κομίσσης Έντα Τσιάνο. Πράγματι, στη Ρώμη αναγκάσθηκαν να αναγγείλουν την πτώση του «Πόρτο Έντα» και όχι του «Πόρτο Σάντι Κουαράντα»… Μεγάλο πείραγμα της λεγομένης μικρής ιστορίας.

Εν τω μεταξύ, στη Ρώμη ο Μουσολίνι ήταν έξω φρενών.

Για λόγους πολιτικούς, ή καθαρά προσωπικούς, δεν είχε ενημερώσει για τα σχέδιά του τον σύντροφό του του «Χαλύβδινου Άξονος». Το έκαμε μόνο την 28η Οκτωβρίου, δηλαδή την ημέρα που έθετε τα σχέδιά του σε εφαρμογή. Έγινε προς τούτο μια ειδική συνάντηση στη Φλωρεντία, και ο Ντούτσε βεβαίωσε τον Φύρερ ότι η επιχείρηση, άριστα προετοιμασμένη, θα κατέληγε στην κατάληψη ολόκληρης της Ελλάδος εντός ολίγων εβδομάδων.

Και τώρα έβλεπε τον εαυτό του να διαψεύδεται, να ταπεινώνεται, να γελοιοποιήται, και ίσως μάλιστα να κινδυνεύη στο εσωτερικό μέτωπο. Από εικοσαετίας, ήταν η πρώτη ήττα του. Και επρόκειτο για ήττα συνταρακτική. Απέδωσε την ευθύνη στους συνεργάτες του και τους στρατηγούς του, αντικατέστησε μερικούς, και ησχολήθη προσωπικώς με την αποστολή ενισχύσεων και με ορισμένα από τα σχέδια επιχειρήσεων.

Κατόπιν διαταγής του, η μεραρχία Μπάρι, που είχε επιβιβασθή επί των πλοίων με σκοπό να καταλάβη την Κέρκυρα, απεστάλη κατ’ ευθείαν στην Αλβανία τις πρώτες ημέρες του πολέμου. Χρησιμοποιώντας δικά του αεροπλάνα, όπως και γερμανικά Γιούγκερς, τα οποία του έστειλαν μόλις τα ζήτησε, δημιούργησε μια πραγματική αερογέφυρα πάνω από την Αδριατική. Ήδη κατά τη διάρκεια του Νοεμβρίου είχε κατορθώσει να αναπτύξη σημαντικά τη στρατιά της Αλβανίας, αλλά πολύ συχνά ηύξανε και τη σύγχυση που επικρατούσε στους κόλπους της.

Τα ιταλικά συγγράμματα που μιλούν για τις προσωπικές αντιδράσεις του τις πρώτες εβδομάδες, περιγράφουν έναν άνθρωπο ο οποίος έχανε συχνά τον έλεγχο του εαυτού του.

Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο των διαθέσεων του -αλλά και του χαρακτήρος του- βρίσκεται σε μια ευφυά παραβολή που έκαμε ο Ιταλός δημοσιολόγος κ. Μάριο Τσέρβι στο βιβλίο του περί του Ιταλοελληνικού πολέμου- το καλύτερο βιβλίο που γράφτηκε ιταλικά επί του θέματος. Παρατηρεί ο Τσέρβι ότι ο Μεταξάς στα Απομνημονεύματά του, τα οποία τηρούσε πολύ τακτικά, μιλώντας για το κρύο που είχε ενσκήψει και για τα χιόνια που υπήρξαν εκείνο το έτος πρώιμα, γράφει: «Ποιος ξέρει τι τραβούν οι καημένοι οι στρατιώται μας εις το μέτωπον». Αντιθέτως, ο Μουσολίνι, όταν επληροφορήθη ότι χιόνιζε πολύ στην Αλβανία, είπε στους συνομιλητάς του: «Εξαίρετο αυτό το χιόνι και αυτό το κρύο. Διευκολύνουν τη χρησιμοποίηση των όπλων μικρού βεληνεκούς και βελτιώνουν αυτή τη μέτρια ιταλική φυλή».

Μιλώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Μουσολίνι φαινόταν βέβαια φτηνός ως άνθρωπος. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται όμως, ήταν καλός στρατηγός. Γιατί το πρώιμο και παχύ στρώμα του χιονιού και ο βαρύς χειμώνας του 1940 τον έσωσαν, ή τουλάχιστον του προσέφεραν τη σανίδα σωτηρίας μιας ανάπαυλας. Πράγματι, η υποχρεωτική ανάπαυλα λόγω του χιονιού, αν προστεθή σε άλλους παράγοντες, προεκάλεσε την ανάσχεση της ελληνικής προελάσεως. Ας σημειωθή ότι ένα από τα θλιβερώτερα αποτελέσματα του βαρυτάτου εκείνου χειμώνα ήταν ότι συνολικώς, από τις δύο πλευρές, μερικές χιλιάδες ανδρών υπέστησαν κρυοπαγήματα και ότι πολλοί ακρωτηριάσθηκαν.

Έτσι, ο νέος Αρχιστράτηγος, ο Στρατηγός Καμπαλλέρο, άνθρωπος αμφιβόλου φήμης αλλά ευφυής και ικανός, μπόρεσε να συγκρατήση το ιταλικό μέτωπο της Αλβανίας, να το βάλη σε κάποια τάξη και να προετοιμασθή για τους προσεχείς μήνες.

Οι δύο πρώτοι μήνες του πολέμου υπήρξαν αποφασιστικοί και δημιούργησαν μιαν ατμόσφαιρα που επέζησε αρκετά χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, και μολονότι εδώ γίνεται μια περιληπτική σκιαγράφηση του Ελληνοϊταλικού πολέμου, τα κύρια χαρακτηριστικά της πρώτης φάσεώς του απεδόθησαν με μερικές λεπτομέρειες. Δεν είναι όμως δυνατό να αποδοθούν κατά τον ίδιο τρόπο όσα επηκολούθησαν. Στις επόμενες σελίδες, η έκθεση θα περιορισθή στις πιο ουσιαστικές γραμμές των διαδραματισθέντων.

Η ελληνική αντεπίθεση επανελήφθη περί τα μέσα Ιανουαρίου του 1941. Η αντίσταση του αντιπάλου υπήρξε μεγαλύτερη, αλλά δεν εμπόδισε αξιόλογη προέλαση. Μέσα σε είκοσι ημέρες ο εχθρός είχε απωθηθή τόσο, ώστε το αλβανικό έδαφος το οποίο είχε καταληφθή από τους Έλληνες να έχη διπλασιασθή (βλ. το χάρτη).

Αυτό ήταν σημαντικό, όχι όμως και αποφασιστικό. Αφ’ ενός δεν είχε σταθή δυνατό να αναπτυχθή η τολμηρή επίθεση και προέλαση στην περιοχή του Πόγραδετς, και αφ’ ετέρου, στον κεντρικό τομέα, ο Ελληνικός Στρατός είχε σταματήσει εμπρός σ’ ένα απότομο βραχώδες φράγμα. Είχε καταλάβει μερικά προπύργιά του, αλλά το κύριο από αυτά, το Τεπελένι, η γενέτειρα του θλιβερώς γνωστού Αλή Πασά, δεν είχε πέσει.

Ο Ελληνικός Στρατός της Ηπείρου είχε τώρα δύναμη 14 μεραρχιών, και για πρώτη φορά είχε κάποια αεροπορική κάλυψη, πέραν εκείνης που του προσέφερε η μικρή Ελληνική Αεροπορία. Σε ενίσχυση της τελευταίας, είχαν σπεύσει πέντε ομάδες αεροπλάνων Μπλενχάιμ και Γκλαντιέτορ της Βρετανικής Αεροπορίας. Εξάλλου, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό εξησφάλιζε στο Στρατό τις ναυτικές μεταφορές του και είχε καταβυθίσει και ορισμένα μεγάλα ιταλικά μεταγωγικά.

Έτσι, ο Παπάγος, αισθανόμενος ισχυρότερος παρά ποτέ, ήθελε τώρα να παραβίαση τις βραχώδεις πύλες που του έκλειναν το δρόμο, και να δοκιμάση να καταλάβη την Αυλώνα, ώστε να καταστήση πράγματι δυσχερή τον ανεφοδιασμό του αντιπάλου.

Δεν παρασυρόταν ούτε από τη δόξα ούτε από μεγαλειώδη σχέδια. Επρόκειτο περί μιας ανάγκης. Διάφορες ενδείξεις έπειθαν ότι οι Γερμανοί θα ανεμειγνύοντο στην υπόθεση. Εξάλλου, ήταν γνωστό ότι ο Μουσολίνι ήθελε πάση θυσία να επιτύχη ένα αποτέλεσμα προ της γερμανικής παρεμβάσεως και ότι ετοίμαζε σε μεγάλη κλίμακα την «εαρινή επίθεση». Χρήσιμο λοιπόν ήταν να ματαιωθούν οι προετοιμασίες του.

Μετά από μια μικρή ανάπαυλα, η ελληνική επίθεση επανήρχισε στα μέσα Φεβρουαρίου. Πέτυχε «βελτίωση θέσεων», αλλά όχι το άνοιγμα των πυλών.

Οι απώλειες από τα δύο μέρη υπήρξαν πολύ σοβαρές. Για να δοθή μια εικόνα αυτών, ας αναφερθή το ακόλουθο παράδειγμα, που αντλούμε από την ιταλική πλευρά: η μεραρχία «Τζούλια», που είχε εν τω μεταξύ πλήρως ανανεωθή, μόνο κατά τη διάρκεια του Φεβρουαρίου του 1941 είχε εκτός μάχης 3.700 υπαξιωματικούς και στρατιώτες και 120 αξιωματικούς, επί συνόλου 10.000 ανδρών και 350 αξιωματικών. Το παράδειγμα δίνει το μέτρο της αντιστάσεως που συνήντησε η επίθεση.

Έπρεπε συνεπώς από ελληνικής πλευράς να αναβληθή η επίθεση για ευθετώτερο χρόνο, και εν τω μεταξύ να γίνη η δέουσα προετοιμασία για την απόκρουση της επερχόμενης ιταλικής επιθέσεως.

Αυτή είχε προαναγγελθή φοβερή. Ο Μουσολίνι ήθελε να τηρήση την υπόσχεση που είχε δώσει. Τη 17η Νοεμβρίου, μετά τις πρώτες αποτυχίες, είχε πράγματι βεβαιώσει επισήμως ότι «θα σπάσουμε τα πλευρά των Ελλήνων».

Τις πρώτες ημέρες του Μαρτίου 1941 διέθετε στην Αλβανία 28 μεραρχίες, όλες πλήρως ετοιμοπόλεμες. Επρόκειτο να τις υποστηρίξουν τριακόσια αεροπλάνα διώξεως και βομβαρδισμού -αριθμός τεράστιος για την εποχή εκείνη. Για να τονώση το ηθικό των ανδρών του, ο Ντούτσε πήγε ο ίδιος στην Αλβανία αρκετές ημέρες προ της επιθέσεως και επιθεώρησε μέγαλο μέρος των εκεί τμημάτων του. Γεγονός μάλλον περίεργο, ο ενθουσιασμός με τον οποίο έγινε δεκτός υπήρξε μεγάλος και εξέπληξε και τους πιο επιφυλακτικούς ανθρώπους του περιβάλλοντός του.

Την 9η Μαρτίου, η ιταλική επίθεση εξεδηλώθη επί όλου του μετώπου. Ο κύριος όμως αντικειμενικός σκοπός της ήταν να ανοίξη ευρύ ρήγμα στο κέντρο, και χάρη σ’ αυτό να προχωρήσουν σε αρκετά μεγάλο βάθος αξιόλογα τμήματα στρατού:

διάσπαση, υπερφαλάγγιση, μερική κύκλωση των ελληνικών θέσεων.

Στις έξι το πρωί της 9ης Μαρτίου, ο Μουσολίνι έφθασε σ’ ένα παρατηρητήριο, που βρισκόταν σε υψόμετρο 800 μέτρων και είχε μπροστά του όλο το κρίσιμο τμήμα του μετώπου. Άρχισε αμέσως μια προετοιμασία πυροβολικού, «κατά την οποία επί μιάμιση ώρα ερρίφθησαν 100.000 οβίδες». Με την επιμήκυνση της βολής του πυροβολικού, άρχισε η επίθεση του πεζικού, «ενώ συνεχή κύματα γερμανικών στούκας επεδίδοντο σε σφοδρούς βομβαρδισμούς». Όλη την ημέρα, ιταλικά καταδιωκτικά εκάλυπταν τα στούκας. Το ιταλικό πεζικό, και προ παντός εκείνο που δρούσε υπό τα όμματα του Ντούτσε, επετέθη με σπάνια επιμονή και τόλμη.

Παρ’ όλα αυτά, η μεγάλη αυτή επίθεση απέτυχε.

Διήρκεσε δέκα ημέρες. Ορισμένες ημέρες, π.χ. τη 13η Μαρτίου, υπήρξε ακόμη σφοδρότερη από την επίθεση της 9ης Μαρτίου. Κατά τους Ιταλούς συγγραφείς, «τριακόσια κανόνια έβαλλαν επί μετώπου ενός χιλιομέτρου» και συνεχή κύματα αεροπλάνων «σε υποδειγματικούς σχηματισμούς» βομβάρδιζαν τους αμυνόμενους. Επρόκειτο περί της επιθέσεως εναντίον της αποφασιστικής θέσεως του κέντρου, του περίφημου βραχώδους υψώματος 731. Το πείσμα στην επίθεση ήταν όσο και το πείσμα στην άμυνα. Ανάλογο υπήρξε και το αίμα που χύθηκε από τη μια και από την άλλη πλευρά. «Στους πρόποδες του λόφου, σε ορισμένα σημεία, έβλεπε κανείς περισσότερα πτώματα Ιταλών παρά βράχους!» Από το άλλο μέρος, στα Ιωάννινα έφθαναν κάθε βράδυ 1.500 Έλληνες στρατιώτες τραυματίες. Τα νοσοκομεία της πόλεως ήταν τόσο γεμάτα, ώστε οι τραυματίες, έως ότου μεταφερθούν σε άλλες πόλεις, ξάπλωναν στις αυλές ή και στους γειτονικούς δρόμους, παρουσιάζοντας έτσι μια φρικώδη εικόνα του διεξαγόμενου πολέμου.

Η μάχη, μαινόμενη, διήρκεσε 13 ημέρες. Αυτές τις ημέρες σημειώθηκαν μικρές διακυμάνσεις υπέρ του ενός ή του άλλου, αλλά οι ελληνικές γραμμές δεν διεσπάσθησαν πουθενά.

Ο Μουσολίνι, συνεχώς κοντά στην πρώτη γραμμή, υπήρξε ο πρώτος που προέβλεψε ότι δεν θα διασπασθή. Νωρίς το απόγευμα της 9ης Μαρτίου, εν τω μέσω γενικής αισιοδοξίας, βρέθηκε μόνος με τον εξαίρετο Αρχηγό της Ιταλικής Αεροπορίας, τον Φραντζέσκο Πρίκολο, και του είπε: «Η επίθεση απέτυχε ήδη. Έχω πολεμήσει στα προχώματα και γνωρίζω αυτά τα πράγματα. Όταν μια επίθεση δεν επιτυγχάνη τις δύο ή τρεις πρώτες ώρες, δεν επιτυγχάνει πλέον ποτέ».

Αποθαρρημένος. ανεχώρησε από την Αλβανία την 21η Μαρτίου και μίλησε για πρώτη φορά περί της ανάγκης να κάμη «μια λεπτομερή έκθεση επί της καταστάσεως για την A.M. τον Βασιλέα». Η βοήθεια του Βασιλέως Βίκτωρος Εμμανουήλ, από τον οποίο είχε αφαιρέσει κάθε εξουσία αλλ’ ο οποίος είχε πολλές παλαιές ρίζες, φαινόταν τώρα απαραίτητη.

Εφεξής όμως, μια άλλη βοήθεια, την οποία ακόμη λιγότερο επιθυμούσε, του ήταν επίσης απαραίτητη: η βοήθεια του Χίτλερ. Προετοιμαζόταν ήδη.

Η γερμανική εισβολή

Την πρώτη Μαρτίου, μεταξύ Γερμανίας και Βουλγαρίας υπεγράφη ένα Σύμφωνο που επέτρεπε στα γερμανικά στρατεύματα να χρησιμοποιήσουν το βουλγαρικό έδαφος. Η εφαρμογή της συμφωνίας άρχισε αμέσως. Δεν ήταν γνωστό τότε πόσα ακριβώς ήταν τα στρατεύματα τα οποία εισήλθαν στη Βουλγαρία, αλλά είναι γνωστό σήμερα ότι στις αρχές Απριλίου υπήρχαν επί των ελληνοβουλγαρικών και των σερβοβουλγαρικών συνόρων τέσσερεις γερμανικές μεραρχίες αρμάτων μάχης και ένδεκα μηχανοκίνητες. Άλλες μεραρχίες απειλούσαν τη Γιουγκοσλαβία βορειότερα. Υπήρχαν, τέλος, μερικές μεγάλες μονάδες, που είτε κατέβαιναν προς νότον είτε έμεναν σε εφεδρεία.

Τους τρεις πρώτους μήνες του πολέμου, η Ελλάς είχε αρνηθή να δεχθή επί του εδάφους της βρετανικά στρατεύματα σ’ ενίσχυση των δικών της, για να μην προσφερθή στον Χίτλερ η αφορμή την οποία πιθανόν να ζητούσε. Άλλωστε, ήταν γνωστό ότι η Μεγάλη Βρετανία, σοβαρά απησχολημένη στη Βόρειο Αφρική, δεν μπορούσε να στείλη στην Ελλάδα αξιόλογη βοήθεια. Ο Τσώρτσιλ ήθελε να το κάμη, ήταν γι’ αυτόν θέμα τιμής: να μην αφεθή μόνος και αβοήθητος ο μικρός σύμμαχος που πολεμούσε ηρωικά με τόσο δυσμενείς συνθήκες. Για τον Μεταξά όμως και τον Παπάγο δεν ετίθετο ζήτημα τιμής, αλλά ζήτημα τακτικού λάθους, γιατί θα εξασθένιζε ένα μέτωπο σημαντικό και ήδη αναιμικό, το μέτωπο της Αφρικής, χωρίς να επανδρώνεται αρκετά το άλλο μέτωπο, της Ελλάδος.

Αλλά ο Μεταξάς πέθανε την 29η Ιανουαρίου. Ένας υπουργός του, ο Κορυζής, άνθρωπος έντιμος και τραπεζίτης με καλή φήμη, τον διεδέχθη. Εν τω μεταξύ, οι γερμανικές προετοιμασίες έδειχναν σαφώς ότι ο Χίτλερ δεν αναζητούσε καν αφορμή για να παρέμβη και ότι είχε καταλήξει σε οριστικές αποφάσεις. Η αποστολή βρετανικών στρατευμάτων έγινε αποδεκτή από την Ελληνική Κυβέρνηση.

Ο Τσώρτσιλ έκαμε μια προσπάθεια ανώτερη μεν των δυνατοτήτων του, αλλά παρ’ όλα αυτά ανεπαρκή. Στις αρχές Απριλίου υπήρχαν στην Ελλάδα λίγο περισσότεροι των 60.000 συμμάχων. Επρόκειτο για μια μεραρχία Βρετανών, δύο μεραρχίες Αυστραλών, μια μεραρχία Νεοζηλανδών, και μια ταξιαρχία ελευθέρων Πολωνών.

Τα στρατεύματα αυτά, καλά εξοπλισμένα και βοηθούμενα από τρεις ασθενείς ελληνικές μεραρχίες, έπρεπε να καλύψουν, προς ανατολάς της οροσειράς της Πίνδου, το μέτωπο προς τη Βουλγαρία και τη Γιουγκοσλαβία. Για την άμυνα της περιοχής εναντίον της Βουλγαρίας, υπήρχε επίσης η «Γραμμή Μεταξά», η οποία απετελείτο από μικρά φρουριακά συγκροτήματα που ήλεγχαν τις κυριότερες διαβάσεις.

Μόλις όμως απεφασίσθη η αποστολή συμμαχικών στρατευμάτων στην Ελλάδα, σημειώθηκαν σοβαρές διαφωνίες μεταξύ Ελλήνων και Βρετανών ως προς τα σχέδια αμύνης. Οι Βρετανοί ζητούσαν, ήδη από τα τέλη Φεβρουαρίου, την άμεση αποχώρηση μεγάλων ελληνικών τμημάτων από το αλβανικό μέτωπο. Επί μια εβδομάδα φαίνεται ότι οι Βρετανοί επίστευσαν ότι παρουσία του Βασιλέως Γεωργίου του Β’ και του κ. Άντονυ Ήντεν, τότε Υπουργού των Εξωτερικών, ο Παπάγος είχε συμφωνήσει να αποσυρθή μέγα μέρος των στρατευμάτων του απ’ εκεί. Το αγγλικό Γενικό Επιτελείο της Μέσης Ανατολής ήθελε να οργανώση την άμυνα σε μια γραμμή που θ’ άρχιζε στο Αιγαίο και, δια του Ολύμπου, θα συνεχιζόταν επί των ορέων της ΒΔ Μακεδονίας. Επρόκειτο ασφαλώς περί οργανώσεως μιας ισχυράς γραμμής αμύνης. (Τα πράγματα απέδειξαν εκ των υστέρων -τον Μάρτιο- ότι η ενδεχομένη αυτή αναδίπλωση των ελληνικών δυνάμεων θα ήταν καταστρεπτική, γιατί θα γινόταν κατά τη διάρκεια της μεγάλης «εαρινής επιθέσεως» του Μουσολίνι.)

Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, με επικεφαλής τον Παπάγο, σκεπτόταν με διαφορετικό τρόπο: θα ήταν οπωσδήποτε πολύ δύσκολο να αντισταθή κανείς εναντίον μιας βαρείας γερμανικής επιθέσεως, τόσο μάλλον που οι Γερμανοί, κύριοι στον αέρα, θα συνέτριβαν τα μετόπισθεν. Δεύτερον, εάν εγκατελείπετο μέγα τμήμα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα και της Θεσσαλονίκης, θα κατεφέρετο βαρύ πλήγμα κατά του ηθικού των Ελλήνων. Τρίτον, το αλβανικό μέτωπο, απογυμνωμένο, θα δημιουργούσε κρίσιμα προβλήματα επί της νέας γραμμής αμύνης, και προ παντός θα απεθάρρυνε τους Γιουγκοσλάβους, που τότε δεν είχαν ακόμη αποφασίσει να αντισταθούν. Τέλος, η Γιουγκοσλαβία, που διέθετε ένα σχετικώς καλά εξοπλισμένο στρατό, αποτελούμενο από καλούς μαχητάς, εάν απεφάσιζε να αντισταθή, θα κρατούσε ορισμένες θέσεις για ένα διάστημα.

Στην πραγματικότητα, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο φαίνεται ότι επιθυμούσε να εξαπολύση περί την 10η Απριλίου, με το μέγιστο της μαχητικότητάς του, μια γενική επίθεση επί όλου του αλβανικού μετώπου, ώστε να καταλάβη βορειότερα μια ισχυρή γραμμή κάπου πέραν του λιμένος της Αυλώνος. Αυτό θα απελευθέρωνε ικανό αριθμό μονάδων και θα επέτρεπε μιαν άμυνα κατά των Γερμανών πολύ περισσότερο αποτελεσματική.

Η συνεννόηση δεν ήταν εύκολη και, έκτος από τις διαφωνίες, δημιουργήθηκαν και παρεξηγήσεις μεταξύ Ελλήνων και Βρετανών. Θα χρειαζόταν πολύς χώρος για να εκτεθούν λεπτομερώς τα διαδραματισθέντα. Το γεγονός είναι ότι, μετά την αιματηρή εαρινή επίθεση των Ιταλών, δεν υπήρξε χρόνος ούτε για να εκδηλωθή η γενική επίθεση των Ελλήνων ούτε για να γίνη η αναδίπλωση επί της γραμμής την οποία είχαν επισημάνει οι Βρετανοί.

Πράγματι, την 6η Απριλίου οι Γερμανοί παρέλυαν το Βελιγράδι με ένα τρομακτικό αεροπορικό βομβαρδισμό, και με ορμητήριο τη Βουλγαρία, εξορμούσαν με τις θωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες τους κατά της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαβίας. Οι Γιουγκοσλάβοι, διεσπαρμένοι επί των πολύ εκτεταμένων συνόρων τους και συντριβόμενοι από τη Luftwaffe, δεν προέβαλαν πρακτικώς καμιά αντίσταση, τουλάχιστον στα νότια διαμερίσματα της χώρας τους, που ενδιέφεραν την άμυνα της Ελλάδος.

Οι Γιουγκοσλάβοι υφίσταντο εκεί δύο κύριες επιθέσεις. Η μια είχε ως αντικειμενικό σκοπό τα Σκόπια, και απέβλεπε στο να διακόψη κάθε επικοινωνία των νοτίων περιοχών με τις βόρειες, που ήταν πλουσιότερες και καλύτερα οργανωμένες.

Η άλλη επίθεση, νοτιότερα, είχε ως αντικειμενικό σκοπό την Ελλάδα. Ισχυρά θωρακισμένα και μηχανοκίνητα τμήματα έπρεπε να διασχίσουν ταχύτατα το μεγαλύτερο μέρος της νοτίου Γιουγκοσλαβίας και να εισβάλουν στην Ελλάδα από ένα σημείο, το οποίο οι Σύμμαχοι θεωρούσαν ασφαλές: τη βορειοανατολική γωνία της ελληνικής Μακεδονίας.

Τέσσερα άλλα συγκροτήματα γερμανικών μονάδων εξορμούσαν από τη Βουλγαρία κατ’ ευθείαν εναντίον της Ελλάδος. Δύο, σε σχήμα τανάλιας, προς τη Θεσσαλονίκη, δύο άλλα προς τα λιμάνια της Θράκης, επί του Αιγαίου Πελάγους.

Ασθενή ελληνικά τμήματα προσεπάθησαν να αμυνθούν, αλλά συνετρίβησαν από τα εχθρικά άρματα μάχης και σχεδόν διελύθησαν. Μόνο τα μικρά φρούρια της «Γραμμής Μεταξά» αντεστάθησαν, απομονωμένα, βαρύτατα βομβαρδιζόμενα, και υπό την πίεση πολλών εμπρηστικών βομβών και φλογοβόλων. Δεν παρεδόθησαν παρά όταν ολόκληρη η Θράκη είχε καταληφθή. Οι πολιορκηταί της Wehrmacht παρουσίασαν όπλα καθώς εξήρχοντο από τα σφυροκοπημένα μικρά φρούρια οι λίγοι επιζήσαντες.

Είχε σωθή η τιμή. Κατά τα άλλα, επρόκειτο περί του Blitzkrieg, του κεραυνοβόλου πολέμου, με όλη την αδηφαγία του.

Την 9η Απριλίου, δηλαδή την τετάρτη ημέρα της επιθέσεως, κατελήφθη η Θεσσαλονίκη, τη 10η τα λιμάνια της Θράκης.

Εν τω μεταξύ, τα μηχανοκίνητα τμήματα που διεξήγαγαν: τη δεύτερη επίθεση που προανεφέρθη, κατά της Γιουγκοσλαβίας, διέσχιζαν ανενόχλητα ολόκληρη τη νότιο Σερβία, και, δια των αυχένων της Φλωρίνης, εισέβαλαν στην Ελλάδα. Άφηναν αριστερά και την ελληνοβρετανική γραμμή αμύνης του Ολύμπου, και διέβαιναν την οροσειρά της Πίνδου από ανατολών προς δυσμάς. Χρησιμοποιούσαν τη μόνη αμαξιτή οδό που τη διέσχιζε, το δρόμο του Μετσόβου, ο οποίος, επειδή βρισκόταν βαθιά στα μετόπισθεν, δεν επροστατεύετο (βλέπε χάρτη υπ’ αριθμόν 2).

Με τα πλευρά της ακάλυπτα, και ισχυρά βομβαρδιζόμενη από τη Luftwaffe, η πόλη των Ιωαννίνων κατελήφθη το πρωί της 21ης Απριλίου. Επρόκειτο περί της κυρίας βάσεως ανεφοδιασμού του μαχόμενου στην Αλβανία Ελληνικού Στρατού, βάσεως η οποία βρισκόταν πλέον των εκατό χιλιομέτρων στα μετόπισθεν. Η νικηφόρος στρατιά, η ισχυρότερη που είχε ποτέ παρατάξει η Ελλάς, βρισκόταν έτσι κυκλωμένη και αποκομμένη από τις βάσεις της. Έπειτα από μερικές τοπικές μάχες, απειθαρχώντας στις διαταγές του Βασιλέως Γεωργίου Β’ και του Παπάγου, μερικοί στρατηγοί της παρεδόθησαν την 22α Απριλίου.

Βορείως του Ολύμπου, οι μάχες συνεχίσθηκαν, αλλά ήταν πλέον φανερό ότι κάθε σοβαρή αντίσταση ήταν αδύνατη.

Ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός, επί του οποίου είχαν στηριχθή ορισμένες ελπίδες, παρεδόθη τη 17η Απριλίου.

Η Luftwaffe, αφού αχρήστευσε κατά τις πρώτες ημέρες όλα τα ελληνικά αεροδρόμια, ήταν κυρία του εναερίου χώρου. Στα μετόπισθεν, πόλεις και συγκοινωνιακοί κόμβοι εβομβαρδίζοντο συνεχώς. Το λιμάνι του Πειραιώς, λόγω τυχαίου βομβαρδισμού πλοίου που μετέφερε εκρηκτικές ύλες, είχε αχρηστευθή.

Το ελληνοσυμμαχικό μέτωπο είχε αποκοπή από τις βάσεις του. Δεν απέμενε άλλη λύση από την ταχεία αναδίπλωση. Έτσι, μπορεί να λεχθή ότι, έκτος από μια σοβαρή σύγκρουση κατά την οποία συμμαχικές μεραρχίες προέβαλαν πεισματική αντίσταση σε στενό μέτωπο, δεν έγιναν πλέον παρά αψιμαχίες που εκάλυπταν την υποχώρηση.

Την 21η Απριλίου, οι Γερμανοί υπερφαλάγγιζαν τον Όλυμπο, και την ίδια ημέρα το βρετανικό Γενικό Επιτελείο έπαιρνε την απόφαση της εκκενώσεως της Ελλάδος. Χάρη στην παραδειγματική ψυχραιμία των τμημάτων, που κατόρθωσαν να αποφύγουν την κύκλωση, και χάρη στην τολμηρή δεξιοτεχνία του βρετανικού ναυτικού, 50.000 άνδρες επεβιβάσθησαν στα πλοία. Οι άλλοι, σχεδόν όλοι, απέφυγαν τη σύλληψη, χάρη στη βοήθεια του πληθυσμού, και σιγά-σιγά διέφυγαν στην Αίγυπτο.

Την 27η, τα ναζιστικά στρατεύματα κατελάμβαναν την πρωτεύουσα της Χώρας. Στην Αθήνα, την ημέρα εκείνη, οι δρόμοι ήταν έρημοι, τα παραθυρόφυλλα κλειστά.

Την επομένη, με αργοπορία έξι μηνών αλλά πολύ ειρηνικότερα από ό,τι είχε προβλέψει η Ρώμη, η ιταλική μεραρχία Μπάρι κατελάμβανε την Κέρκυρα. Ήλθε εν συνεχεία η σειρά των άλλων νησιών και της Πελοποννήσου, που ήταν πλέον εύκολη λεία.

Δεν έμενε παρά η Κρήτη. Ο Βασιλεύς Γεώργιος κατέφυγε εκεί.

Ο Παπάγος έκρινε ότι όφειλε να μείνη επί του ηπειρωτικού εδάφους της Χώρας, μεταξύ των ανδρών που είχε διοικήσει. Είχε την παρηγοριά να ακούση ότι ο Χίτλερ είχε δηλώσει στο Ράιχσταγκ ότι, για να τιμηθή η ανδρεία, οι Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες δεν θα συνελαμβάνοντο αιχμάλωτοι.

Ωραία φράση, που δεν εμπόδισε αργότερα να συλληφθούν και να μεταφερθούν στην Ιταλία και τη Γερμανία πολλοί Έλληνες αξιωματικοί. Για τον ίδιο τον Παπάγο επεφυλάχθη η σκληρή τιμή του γερμανικού στρατοπέδου συγκεντρώσεως του Ουράνιεμπουργκ.

Στην Κρήτη, ο Βασιλεύς συνοδευόταν από μια νέα Κυβέρνηση. Ο Κορυζής, πατριώτης ευαίσθητος και υπερήφανος, είχε αυτοκτονήσει τη 18η Απριλίου. Ο Ανώτατος Άρχων επέλεξε για να τον διαδεχθή τον Τσουδερό, τραπεζίτη και αυτόν, γνωστό για τους δεσμούς του με πολιτικούς αντιθέτους προς το καθεστώς του Μεταξά. Χωρίς αμφιβολία, επρόκειτο περί ενδείξεως: ο Γεώργιος ο Β’ αντιλαμβανόταν ότι ούτε μια από τις ωραιότερες σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας, που κατά πολύ οφειλόταν σ’ αυτόν και τον Μεταξά, δεν εξουδετέρωνε το γεγονός ότι είχε στηρίξει μια δικτατορία.

Και είχε να αντιμετωπίση ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Γιατί ήταν αποφασισμένος να συνεχίση τον αγώνα. Για να το κάμη, του έμενε η Κρήτη.

Η Κρήτη, τάφος των μικρών λεόντων

Δυστυχώς, η μεγαλόνησος, μήκους περίπου 250 χιλιομέτρων και πλάτους 30 ως 60, καθώς βρίσκεται στο κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου, ήταν ένα εξαίρετο ορμητήριο για τον Χαλύβδινο Άξονα. Από το άλλο μέρος, η άμυνά της ήταν πολύ ασθενής. Οι άνδρες της, επιστρατευμένοι, βρίσκονταν στην ηπειρωτική Ελλάδα, και τα παλαιά όπλα που, κατά τις τοπικές παραδόσεις, κάθε οικογένεια διατηρούσε κρυμμένα, είχαν κατά το πλείστον κατασχεθή από το καθεστώς. Δεν υπήρχαν στο νησί παρά μερικά μικρά βρετανικά τμήματα, που είχαν αποβιβασθή εκεί από τον Δεκέμβριο του 1940.

Είναι αλήθεια ότι, κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, περισσότεροι των 40.000 ανδρών, προπάντων Νεοζηλανδοί και Αυστραλοί, μετεφέρθησαν στην Κρήτη. Οι περισσότεροι, όμως, από αυτούς δεν μετεφέρθησαν ως οργανωμένες μονάδες. Δεν είχαν παρά ελαφρά όπλα, συχνά δεν είχαν καθόλου όπλα ή είχαν ελάχιστα πολεμοφόδια. Και, προπάντων, ήταν κατάκοποι, ηττημένοι, ταλαιπωρημένοι από συνεχείς βομβαρδισμούς, που τους απεκάλυπταν τη συντριπτική υπεροχή της γερμανικής αεροπορίας, Έφθαναν στη μεγαλόνησο με τη ζύμη της ήττας στην ψυχή.

Οι Γερμανοί τα γνώριζαν όλα αυτά. Αν πίστευαν ότι η νήσος ήταν εξοπλισμένη, είναι αμφίβολο αν θα είχαν αναλάβει μια τόσο δύσκολη επιχείρηση. Πάντως, για να την αναλάβουν διέθεσαν μια δύναμη εξαιρετική, τόσο από απόψεως ποιότητος όσο και από απόψεως όγκου.

Τα αεροπλάνα τους, δεδομένου ότι απεγειούντο από τα αεροδρόμια της Ελλάδος και της Δωδεκανήσου, τότε ιταλικής, και δεδομένου του αριθμού τους, ήταν, κατά τους υπολογισμούς που μπορούν να γίνουν σήμερα, ως 40 προς 1 έναντι των βρετανικών αεροπλάνων, τα οποία απεγειούντο από την Αίγυπτο και όφειλαν να καλύψουν ένα μέτωπο που άρχιζε στη Συρία και τελείωνε στην Κρήτη και τη Λιβύη. Πεντακόσια αεροπλάνα Γιούγκερς και πολλές δεκάδες συρομένων ανεμοπτέρων εξησφάλιζαν τις μεταφορές. Περισσότερα των 200 Μέσσερσμιτ, στούκας και άλλα αεροπλάνα διώξεως και βομβαρδισμού, κάλυπταν τα μεταφορικά αεροπλάνα και θα υπεστήριζαν τις επιχειρήσεις. Ο αεροπορικός αυτός στόλος, τεράστιος για την εποχή εκείνη, είχε διοικητή αυτόν τον ίδιο τον περίφημο Ριχτχόφεν.

Τα τμήματα τα οποία επρόκειτο να καταλάβουν την Κρήτη και τα οποία περιελάμβαναν συνολικά 22.000 άνδρες περίπου, ήταν όλα επίλεκτα· περιελάμβαναν, όπως είναι γνωστό σήμερα, το άνθος του Γερμανικού Στρατού, τη μοναδική μεραρχία αλεξιπτωτιστών· περιελάμβαναν, ακόμη, και την πιο φημισμένη μονάδα της Βέρμαχτ, το «Πρώτο Σύνταγμα Επιθέσεως» (τέσσερα τάγματα), τα οποία απετελούντο από άνδρες πολύ νέους· οι νέοι αυτοί ήταν διαλεγμένοι με πολλή επιμέλεια, είχαν υποστή έντονη εκπαίδευση πάσης φύσεως και μορφής· ακόμη και η ιδιωτική ζωή τους ήταν οργανωμένη κατά τρόπο ώστε το μαχητικό πνεύμα να βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του. Οι άνδρες αυτοί θεωρούσαν τους εαυτούς των «αήττητους»! Μέχρι τότε ήταν αήττητοι. Και τώρα πήγαιναν, κατά διαταγή του Φύρερ τους, να καταλάβουν την Κρήτη, για να χρησιμοποιηθή ως αεροπορική βάση για όλη την Ανατολική Μεσόγειο! Έφθαναν εκεί με τη ζύμη της νίκης στην ψυχή.

Παρ’ όλα αυτά, την πρώτη ημέρα της επιχειρήσεως η νίκη τους φάνηκε αμφίβολη. Είναι, μάλιστα, δυνατό να λεχθή ότι, αν εκείνη την ημέρα και σ’ αυτόν τον τόπο, όπου κυρίως κρίθηκε η τύχη της Κρήτης, δεν είχαν σημειωθή ατυχήματα στη διοίκηση των Συμμάχων, η νήσος πιθανόν να μην είχε καταληφθή.

Την αυγή της 20ής Μαΐου, μετά από έντονο βομβαρδισμό πόλεων και καίριων σημείων, οι Γερμανοί προσεγειώθησαν με αλεξίπτωτα και με ανεμόπτερα σε τέσσερα σημεία της βορείου ακτής της νήσου (βλέπε χάρτη υπ’ αριθμόν 3). Τα σημεία αυτά είχαν επιλεγή έτσι ώστε να παραλύσουν την άμυνα. Η προσγείωση όμως, εκτός από μερικές επιτυχίες, πήγε άσχημα. Είναι δύσκολο να εκτεθή με λίγες λέξεις η ιστορία αυτής της πρώτης ημέρας. Εκείνο όμως που μπορεί να λεχθή είναι ότι οι απώλειες υπήρξαν τεράστιες. Οι διοικηταί των τμημάτων, οι οποίοι έπεφταν πρώτοι από τα αεροπλάνα, εφονεύθησαν σχεδόν όλοι. Οι περισσότεροι από τους άνδρες τους, είτε εφονεύθησαν είτε συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Οι άνδρες των συμμαχικών τμημάτων που είχαν έλθει από την Ελλάδα, πολεμούσαν με το θάρρος της απελπισίας… Από το άλλο μέρος, όταν τα «ναζιστικά λιονταράκια» προσεγειούντο κοντά σε κατοικημένες περιοχές, αντιμετώπιζαν ολόκληρο τον πληθυσμό, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των εφήβων, που πολεμούσαν με παλαιά όπλα, με τσεκούρια και με αξίνες.

Η προσγείωση δεν ήταν καθόλου εύκολη. Στους δύο ανατολικούς τομείς (κοντά στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο), όπου βρισκόταν το καλύτερο αεροδρόμιο της νήσου, οι πρώτες ώρες υπήρξαν καταστρεπτικές για τους ναζί. Στο Ρέθυμνο, που το υπερασπίζονταν ελληνικά και αυστραλιανά τμήματα, οι αλεξιπτωτισταί δεν κατόρθωναν να κρατήσουν παρά μερικά απομονωμένα σημεία, όπου και ημύνθησαν μέχρι τέλους. Οι περισσότεροι από όσους προσεγειώθησαν, εφονεύθησαν ή ηναγκάσθησαν να παραδοθούν. Ο συνταγματάρχης που διοικούσε αυτόν τον τομέα αιχμαλωτίσθηκε.

Σ το Ηράκλειο, την τρίτη ημέρα, είχαν ενταφιασθή 1.300 αλεξιπτωτισταί και είχαν συλληφθή μερικές εκατοντάδες.

Εν τούτοις, γύρω από το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο, έπειτα από ζωηρές συγκρούσεις τριών ημερών, επιτιθέμενοι και αμυνόμενοι τήρησαν μια περίεργη στάση αναμονής. Έτσι, μέχρι των μοιραίων ημερομηνιών της 26ης και 27ης Μαΐου, στη ΒΑ ακτή της νήσου, οι αμυνόμενοι Σύμμαχοι, Έλληνες και Βρετανοί, ήταν νικηταί, αλλά δεν εξεμεταλλεύοντο τη νίκη τους προς δυσμάς. Το πράγμα ήταν ακόμη περισσότερο δυσάρεστο, γιατί προς δυσμάς κρινόταν η όλη μάχη.

Ο Αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων Κρήτης, των λεγομένων Κρέτοφορς, ο Νεοζηλανδός Στρατηγός Φρέυμπεργκ, ένας από τους ήρωες των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, είχε σωστά αντιληφθή ότι ο τομεύς που θα ενδιέφερε περισσότερο τους Γερμανούς ήταν ο τομεύς της πόλεως των Χανίων, επί της ΒΔ ακτής της μεγαλονήσου. Αριστερά της πόλεως υπήρχε ο καλύτερος κόλπος της Μεσογείου, ο κόλπος της Σούδας, και δεξιά ένα σημαντικό αεροδρόμιο, του Μάλεμε. Διέθεσε γι’ αυτό εκεί τα καλύτερα τμήματά του (Νεοζηλανδούς, κατά πρώτον λόγο, και Έλληνες, κατά δεύτερον), αλλά, όπως σήμερα κρίνονται τα πράγματα, κατέτμησε τα τμήματα περισσότερο από ό,τι έπρεπε.

Οι Γερμανοί επετέθησαν κατά της περιοχής των Χανίων με τις καλύτερες δυνάμεις τους. Και εδώ, κατά τη διάρκεια των προσγειώσεων, οι απώλειες υπήρξαν βαρειές. Μερικές διμοιρίες έχασαν τα 50% ή και μέχρι του συνόλου των ανδρών τους, και βρέθηκαν απομονωμένες υπό συνθήκες πολύ δυσχερείς.

Αυτό ίσως εξηγεί, χωρίς βέβαια να τη δικαιολογή, μια πράξη απίστευτης βαρβαρότητος που έγινε την πρώτη ημέρα και κατά την οποία τα «λιονταράκια» μετετράπησαν σε «ύαινες»: δολοφόνησαν -δεν μπορεί να γίνη λόγος περί εκτελέσεως- είκοσι ασθενείς και τον ιατρό ενός βρετανικού στρατιωτικού νοσοκομείου της υπαίθρου και υπεχρέωσαν τους άλλους ασθενείς να σηκωθούν από τα κρεβάτια τους και να τους χρησιμεύσουν ως ασπίδες. Προστατευόμενοι απ’ αυτή τη ζωντανή αλλά ασθενή ασπίδα, προχώρησαν…

Όσοι ναζί κατόρθωσαν να προσγειωθούν, πολέμησαν όχι μόνο με θάρρος αλλά και με πολλή τέχνη τους διεσπαρμένους αντιπάλους τους: τους κτύπησαν πυκνώνοντας τις φάλαγγές τους. Οι περισσότεροι δεν απέβλεψαν παρά μόνο σ’ ένα κοινό αντικειμενικό σκοπό: τις βραχώδεις θέσεις που δέσποζαν στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και ήταν το κλειδί της αμύνης του. Συγκεντρωμένοι κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι επιτιθέμενοι, παρ’ όλες τις απώλειές τους, ήταν τέσσερεις ή πέντε φορές πολυαριθμότεροι από τους άνδρες του νεοζηλανδικού τάγματος που υπερασπιζόταν το σημείο εκείνο. Πολύ καλύτερα οπλισμένοι, και επιτιθέμενοι συνεχώς, κατέστησαν ήδη από το απόγευμα εξαιρετικά δύσκολη τη θέση των αμυνομένων.

Οι απώλειες των τελευταίων ήταν τρομακτικές και οι περισσότεροι από τους αξιωματικούς τους είχαν φονευθή. Δύο τάγματα (νεοζηλανδικά και αυτά, όπως και το υφιστάμενο την κυρία επίθεση) δεν παρενέβησαν για να ανακουφίσουν τους αμυνόμενους στο κύριο κεντρικό σημείο, αν και επανειλημμένως τους ζήτησαν βοήθεια. Το βράδυ, ο διοικητής του νεοζηλανδικού τάγματος που δεχόταν τη μεγαλύτερη πίεση θεώρησε ότι η θέση του γινόταν εξαιρετικά επικίνδυνη και ανέλαβε μια σφοδρή αντεπίθεση, την οποία κατηύθυνε ο ίδιος προσωπικά. Η αντεπίθεση όμως απέτυχε, και το νεοζηλανδικό τάγμα εξησθένησε ακόμη περισσότερο. Τότε, μέσα στο σκοτάδι, το αίμα και την αβεβαιότητα, συνέβη το μικρό γεγονός με τις μεγάλες συνέπειες: Ο γενναίος Νεοζηλανδός αξιωματικός νόμισε ότι τα δύο γειτονικά τάγματα δεν του έδωσαν τη βοήθεια που τους είχε ζητήσει γιατί είχαν εξολοθρευθή. Οι απώλειες και η σιωπή των άλλων ταγμάτων καθιστούσαν λογική αυτή την ερμηνεία… Ανέλαβε λοιπόν την ευθύνη να ενεργήση αντίθετα προς τις διαταγές που είχε λάβει, και να αποσυρθή τη νύχτα. Μια σειρά άλλων ατυχών γεγονότων δευτερευούσης σημασίας έκαμε ακόμη σοβαρότερες τις συνέπειες του λάθους.

Το πρωί της 21ης Μαΐου βρήκε τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστάς αποδεκατισμένους και κατάκοπους, αλλά κυρίους ενός καλού αεροδρομίου. Το κέρδος ήταν αποφασιστικό, γιατί αν οι αντεπιθέσεις της επομένης ημέρας εναντίον των λόφων που δέσποζαν του αεροδρομίου υπήρξαν άγριες και επίμονες, έμειναν και χωρίς αποτέλεσμα. Η πολύτιμη κοιλάδα του Μάλεμε παρέμεινε στα χέρια των ναζί, και πολλά μεγάλα Γιούγκερς προσγειώνονταν συνεχώς στο αεροδρόμιο. Μερικά από τα αεροπλάνα αυτά καταστρέφονταν από τις βολές των Συμμάχων, άλλα όμως, πολύ περισσότερα, έφθαναν και ξανάφευγαν, αφήνοντας επί τόπου νέες μικρές μονάδες και πολεμοφόδια, και παίρνοντας μαζί τους τους τραυματίες.

Αυτό ήταν ακόμη πολυτιμότερο για τους ναζί, γιατί, αν ήταν κύριοι του αέρος, η Αλβιών βασίλευε πάντοτε στη θάλασσα. Βομβαρδιζόμενο αγρίως από τα αεροπλάνα του Ριχτχόφεν, με θυσίες μεγάλες (σε τρεις ημέρες δύο καταδρομικά και τέσσερα αντιτορπιλλικά βυθίσθηκαν, ένα ντραίντνωτ, δύο καταδρομικά, τέσσερα αντιτορπιλλικά επλήγησαν σοβαρά), με τους άνδρες του νύκτα και ημέρα επί ποδός πολέμου, με τα πολεμοφόδιά του σχεδόν εξηντλημένα, το Βρετανικό Ναυτικό είχε κατορθώσει να εμποδίση τις θαλάσσιες μεταφορές. Οι μονάδες του επετίθεντο εναντίον νηοπομπών ισχυρότατα προστατευομένων, βύθιζαν μεγάλα μεταγωγικά ή καΐκια υπερφορτωμένα με Γερμανούς αλπινιστάς, και έφευγαν για να συνεχίσουν αλλού τον αγώνα ή για να καταποντισθούν.

Την αυγή της 23ης, ο στολίσκος αντιτορπιλλικών του Λόρδου Μάουντμπάτεν υπέστη επίθεση από μερικές δεκάδες βομβαρδιστικών και στούκας. Από τα πέντε νεωτάτου τύπου πλοία του, που ανέπτυσσαν ταχύτητα 30 μιλίων, βυθίσθηκαν τα τρία· μεταξύ αυτών ήταν και το πλοίο του διοικητού Μάουντμπάτεν, ο οποίος διεσώθη κολυμπώντας.

Τις ημέρες αυτές του Μαΐου του 1941 το Βρετανικό Ναυτικό κρατήθηκε στο ύψος των ωραιότερων παραδόσεών του. Υπέστη τρομακτικά κτυπήματα, αλλά τα ανταπέδωσε με γενναιότητα και ψυχραιμία. Χάρη στο Βρετανικό Ναυτικό, η ωραία ορεινή μεραρχία της Βέρμαχτ, η οποία επρόκειτο να μεταφερθή δια θαλάσσης και να παίξη σημαντικό ρόλο από τις πρώτες ημέρες, δε στάθηκε δυνατό να περάση. Αν και ισχυρότατα προστατευόμενη, ιδίως από την αεροπορία, έχασε στα κύματα του Αιγαίου περισσοτέρους από 5.000 άνδρες.

Αυτό ήταν πολύτιμο για την άμυνα, αλλά δυστυχώς ανεπαρκές. Η θάλασσα δεν ήταν πλέον, όπως κατά το παρελθόν, το μόνο μέρος όπου οι συγκοινωνίες διεξάγονται χωρίς να ανοίγωνται και να επισκευάζωνται οι δρόμοι. Υπήρχε τώρα ένα άλλο ανάλογο μέρος, και μάλιστα πολύ ευρύτερο από κάθε άποψη: η ατμόσφαιρα. Και σ’ αυτήν κυριαρχούσαν οι ναζί.

Εν τω μεταξύ, στη μεγαλόνησο, η μάχη δεν είχε κριθή. Για μερικές ημέρες εμαίνετο και φαινόταν αναποφάσιστη. Στη ΒΔ ακτή, διεξήγοντο οξύτατοι αγώνες και από τα δύο μέρη.

Σημειώθηκαν μάλιστα και μερικά πολεμικά γεγονότα εντελώς εξαιρετικά, π.χ. η ανακατάληψη του Γαλατά στις 25 Μαΐου, μετά από μια θυελλώδη αντεπίθεση Νεοζηλανδών, που είχαν φθάσει στα ανώτατα όρια της ανθρωπινής εξαντλήσεως.

Ένα άλλο από τα γεγονότα αυτά πρέπει επίσης να μνημονευθή. Πρόκειται για την άμυνα πρώτον, και έπειτα για την ανακατάληψη του χωριού Καστέλλι από ένα ελληνικό τάγμα. Το είχε συγκροτήσει επί τόπου Νεοζηλανδός ταγματάρχης, ο οποίος επεστράτευσε τους μαχητάς του και τους όπλισε με παλαιά όπλα των Βαλκανικών Πολέμων και, ελλείψει αυτών, με μαχαίρια. Αντιμετωπίζοντας φοβερούς μαχητάς, εφοδιασμένους με ασυγκρίτως ανώτερα όπλα, το μικρό αυτό τάγμα έκαμε, στον περιορισμένο τομέα του, αληθινούς άθλους.

Στο σημείο αυτό επιβάλλεται να αναφερθή μια απαισία πράξη, ώστε οι μεταπολεμικές γενεές να γνωρίζουν ως ποιο σημείο κτηνωδίας μπορεί να φθάση ένα πολεμοχαρές ολιγαρχικό καθεστώς.

Όταν κατελήφθη το Καστέλλι -αυτό συνέβη όταν έπεσε όλη η νήσος- ο Γερμανός διοικητής κήρυξε τους εκεί Έλληνες «ελευθέρους σκοπευτάς»: ούτως έδοξεν αυτώ! Έκρινε ότι δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αιχμάλωτοι. Συλλαμβανόμενοι, δεν είχαν κανένα δικαίωμα, μόνο να πεθάνουν! Και όλοι οι άνδρες που υπερήσπισαν το Καστέλλι εξετελέσθησαν !… Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να κατασιγάση τη λύσσα που είχε προκαλέσει η νικηφόρος αντίσταση επιστρατευμένων στρατιωτών οι οποίοι δεν διέθεταν τα κατάλληλα όπλα. Οι τελευταίοι είχαν διαπράξει το φοβερό αδίκημα να έχουν πολεμήσει χρησιμοποιώντας μαχαίρια. Είχαν σημειωθή και περιπτώσεις ακρωτηριασμού Γερμανών στρατιωτών (μια έρευνα που έγινε αργότερα από Γερμανούς διεπίστωσε πέντε ακρωτηριασμούς), και οι πράξεις αυτές επέβαλλαν μια ειδική τιμωρία: 200 κάτοικοι του Καστελλιού -κάτοικοι, όχι στρατιώται, «ελεύθεροι σκοπευταί»- τουφεκίσθηκαν στην πλατεία του χωριού την πρώτη ημέρα της καταλήψεώς του! Το όνομα αυτής της ύαινας, η οποία εν τούτοις θεωρούσε τον εαυτό της «πολιτισμένο άνθρωπο», σκόπιμο είναι να αναφερθή εδώ: επρόκειτο περί του Ταγματάρχου Schaette.

Οι δύο αυτές πράξεις ηρωικής αμύνης και αντεπιθέσεως δεν υπήρξαν οι μόνες. Γι’ αυτό ως τη νύκτα της 25ης προς την 26η κανείς δεν γνώριζε αν ήταν νικητής ή ηττημένος.

Οι διοικηταί των μικρών επί τόπου τμημάτων επέμεναν ότι μια ορμητική αντεπίθεση με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις θα απηλευθέρωνε τον τομέα Γαλατά-Μάλεμε, τουλάχιστον κατά μέγα μέρος. Εάν η τοπική αυτή επιτυχία είχε πραγματοποιηθή, φαίνεται σήμερα πιθανό -τονίζουμε, «πιθανό»- ότι η γερμανική εισβολή στην Κρήτη θα είχε αποτύχει στο σύνολό της.

Όχι ότι οι Γερμανοί δεν μπορούσαν, επιμένοντας, να τη φέρουν εις πέρας, εφόσον είχαν πλέον αποκτήσει ένα σοβαρό προπύργιο. Αλλά το εγχείρημα είχε ήδη στοιχίσει πολύ ακριβά. Είχαν χάσει πολλά αεροπλάνα και πολλά από τα εκλεκτότερα στρατεύματά τους. Και αυτά επροορίζοντο να παίξουν σημαντικό ρόλο στην επικείμενη επιχείρηση εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας. Την 25η Μαΐου, λοιπόν, είχε αρχίσει να γεννάται στους Γερμανούς αμφιβολία, όχι ως προς την έκβαση της κρητικής περιπέτειας, αλλ’ ως προς τη διάρκειά της.

Δυστυχώς, φαίνεται ότι στην ανωτάτη ηγεσία της Κρέτοφορς υπήρξε από την αρχή αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα αμύνης της νήσου. Έτσι, ενώ στον ανατολικό τομέα -Ρέθυμνο και Ηράκλειο- οι Σύμμαχοι ήταν πάντοτε νικηταί και οι εκεί διοικηταί των τμημάτων ρωτούσαν την Ανωτάτη Διοίκηση αν έπρεπε να προχωρήσουν προς Χανιά και Μάλεμε, αντί να διαταχθή η ορθοτάτη αυτή κίνηση, απεφασίσθη η αναδίπλωση στον βορειοδυτικό τομέα, δηλαδή τον τομέα των Χανίων.

Εγκατελείφθη το κλειδί της αντιστάσεως. Και αυτό δεν υπήρξε μόνο η αρχή του τέλους. Υπήρξε κάτι περισσότερο, γιατί δυστυχώς η αναδίπλωση έγινε σε μια γραμμή που δεν είχε προετοιμασθή και δεν είχε καν μελετηθή. Προς μεγάλην απελπισία του Τσώρτσιλ, που από την αρχή είχε συμβουλεύσει μια πολύ καλύτερη τακτική αμύνης, το βράδυ της 27ης Μαΐου απεφασίσθη η γενική εκκένωση της Κρήτης.

Η εκκένωση δεν ήταν εύκολη, ούτε ως προς τις κινήσεις στην ξηρά ούτε ως προς τις επιβιβάσεις στα πλοία και την αναχώρηση δια θαλάσσης. Το ηθικό, που ως τότε ήταν υψηλό και στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, κατέρρεε τώρα απότομα στο συμμαχικό στρατόπεδο. Στον ανατολικό τομέα, όπου η κούραση άγγιζε τα όρια της εξουθενώσεως, η υποχώρηση πήρε σχεδόν τη μορφή της φυγής. Σε αυτόν τον τομέα, η υποχώρηση υπήρξε δυνατή, προπάντων χάρις στη σωτηρία αντίσταση ενός ελληνικού συντάγματος. Ήταν φτωχικά εξοπλισμένο και αυτό το σύνταγμα, αλλά απετελείτο από τους μαθητάς της Σχολής των Ευελπίδων, από χωροφύλακες και από Κρήτες εθελοντές. Ήταν απομονωμένο το σύνταγμα, και γι’ αυτό, από την τρίτη ή τετάρτη ημέρα της γερμανικής εισβολής, νομίσθηκε ότι οι Γερμανοί το είχαν εξουδετερώσει. Συνέβαινε όμως να μάχεται πάντοτε το σύνταγμα και να καλύπτη τον μόνο δρόμο που μπορούσαν να ακολουθήσουν οι υποχωρούντες Νεοζηλανδοί για να φθάσουν στη νότια ακτή. Και τον εκάλυψε τον δρόμο αυτόν ως την παραμονή της πλήρους εκκενώσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε την 1η Ιουνίου.

Ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Β’ και η Κυβέρνησή του, μόλις κατόρθωσαν να διασχίσουν τα βουνά που τους χώριζαν από το νότο. Ο Κωνσταντίνος ο Β’, ηλικίας τότε ενός έτους, έκαμε το επικίνδυνο ταξίδι στην αγκαλιά ενός αξιωματικού.

Το Βρετανικό Ναυτικό, θυσιαζόμενο και πάλι, και ενώ αντιμετώπιζε συνεχώς πολλούς κινδύνους, κατόρθωσε να μεταφέρη στην Αίγυπτο 18.000 άνδρες (βλέπε χάρτη, υπ’ αριθμόν 3, σελ. 85).

Επρόκειτο περί επιτυχίας. Ήταν τότε, δυστυχώς, η περίοδος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που το συμμαχικό στρατόπεδο εχαιρέτιζε τις επιτυχημένες υποχωρήσεις…

Η μάχη της Κρήτης είχε χαθή. Δεν γνώριζαν τότε ότι για την Ιστορία, και μέσα σε γενικότερα πλαίσια, είχε κερδηθή κατά θαυμάσιο τρόπο.

Στη μάχη εκείνη, ο αριθμός των φονευθέντων Γερμανών ήταν ανώτερος των φονευθέντων σε όλα τα άλλα μέτωπα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από την αρχή των εχθροπραξιών. Ακόμη σοβαρότερο, οι απώλειες αυτές αφορούσαν πολύ εκλεκτά στρατεύματα, στρατεύματα κρούσεως. Η αεροπορία είχε επίσης υποστή πολλές απώλειες.

Αλλά εκείνο που οι Γερμανοί είχαν προ παντός χάσει στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Κρήτη, ήταν ο χρόνος: η επίθεση κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, που είχε προβλεφθή για τη 15η Μαΐου, δεν μπόρεσε να αρχίση παρά την 22α Ιουνίου.

Αν η εισβολή στη Σοβιετική Ένωση είχε αρχίσει σαράντα ημέρες νωρίτερα, ο ρόλος του «Στρατηγού Χειμώνος» θα ήταν εντελώς άλλος κατά την πολιορκία της Μόσχας και κατά τη θεαματική κάθοδο προς τον Καύκασο, κάθοδο που απειλούσε τα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής.

Το Κ.Κ.Ε. και ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος.

Η πρώτη αντίδραση του Κόμματος υπήρξε απρόβλεπτη. Στις 30 Οκτωβρίου του 1940, ο Ζαχαριάδης, από τη φυλακή όπου βρισκόταν τρισήμισι περίπου χρόνια, απηύθυνε μια επιστολή προς τον Μανιαδάκη. Δημοσιεύθηκε αμέσως σε όλες τις εφημερίδες.

Επρόκειτο για μια ωραία έκκληση υπέρ της αμύνης και κατέληγε ως εξής: «Όλοι στον αγώνα, καθένας στη θέση του, η νίκη θα ανήκη στην Ελλάδα και στο λαό της. Οι εργάτες όλου του κόσμου βρίσκονται στο πλευρό μας». Ήταν κείμενο επιδέξιο από την πλευρά του (η νίκη στο λαό, όχι στη δικτατορία, οι εργάτες όλου του κόσμου), αλλά ήταν συγχρόνως κείμενο χρήσιμο για τον αγώνα. Ήταν επίσης ευθυγραμμισμένο με τις δηλώσεις όλων των πολιτικών ηγετών, οι οποίοι αντετίθεντο όλοι στο δικτατορικό καθεστώς. Πράγματι, όλοι οι πολιτικοί ηγέτες είχαν κηρυχθή υπέρ της ενόπλου αντιστάσεως κατά του εισβολέως.

Η γνησιότης της επιστολής του Ζαχαριάδη αμφισβητήθηκε από τον παράνομο μηχανισμό του Κόμματος. Απεδόθη στην Ασφάλεια και διεκηρύχθη ότι ήταν πλαστή. Δεν είναι ακριβές. Με αλλαγή λίγων λέξεων, ανεγνωρίσθη αργότερα ως γνησία από τον ίδιο τον Ζαχαριάδη, και μετά την απελευθέρωση της Χώρας περιελήφθη στα επίσημα δημοσιεύματα του Κόμματος.

Είναι δύσκολο, και στα πλαίσια του παρόντος βιβλίου είναι, να εξετάση κανείς τα αίτια που προεκάλεσαν το γράψιμο της επιστολής και την αμφισβήτηση της γνησιότητός της.

Εκείνο που πρέπει να λεχθή είναι ότι το Κόμμα, αφού ενέκρινε τον αγώνα κατά του Μουσολίνι, έπειτα τον απεδοκίμασε. Με μια επιστολή του Ζαχαριάδη προς τον Μανιαδάκη την 26η Νοεμβρίου, -η οποία όμως δεν εδημοσιεύθη- ο Ζαχαριάδης άλλαξε γραμμή. Η Κεντρική Επιτροπή του παρανόμου Κόμματος τον ακολούθησε στη νέα γραμμή του έπειτα από λίγες ημέρες, με ένα μανιφέστο που κυκλοφορούσε στις 7 Δεκεμβρίου.

Ο πόλεμος, έλεγαν, προεκλήθη από την κλίκα του Βασιλέως και του Μεταξά, οι οποίοι ενεργούσαν σύμφωνα με τις οδηγίες του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Δεν είχε καμιά σχέση με την άμυνα της Χώρας. Αδιάψευστη απόδειξη ήταν το γεγονός ότι ο πόλεμος συνεχιζόταν, ενώ ο εχθρός είχε υποχρεωθή να υποχωρήση πέραν των ελληνικών συνόρων. Τώρα πλέον σκότωναν τα παιδιά του λαού και επέμεναν στην εισβολή σε ξένα εδάφη για να υπηρετήσουν τη βρετανική πλουτοκρατία. Η εισβολή στην Αλβανία ήταν ακόμη περισσότερο αδικαιολόγητη, καθ’ όσον η ασφάλεια της Χώρας μπορούσε να εξασφαλισθή με τη μεσολάβηση της Σοβιετικής Ενώσεως. Η Σοβιετική Ένωση διατηρούσε καλές σχέσεις με τη Γερμανία, η οποία κυριαρχούσε επί του Άξονος και ήταν ουδέτερα έναντι της ελληνοϊταλικής συγκρούσεως.

Ο Στρατός εκαλείτο να αρνηθή να πολεμήση πέραν των συνόρων. Η επιχειρηματολογία αυτή ανεπτύχθη σε λίγο και με φυλλάδια που κυκλοφόρησαν στο μέτωπο μεταξύ των μαχητών. Η τελική πρόσκληση προς αυτούς επαναλαμβανόταν περισσότερο πιεστική.

Μια από τις σχετικές περικοπές του μανιφέστου της 7ης Δεκεμβρίου 1940, κείμενο επισημότερο από τα προπαγανδιστικά φυλλάδια, έχει επί λέξει ως εξής: «Καλούμε τους πολεμιστές μας να αρνηθούν να πολεμήσουν πέρ’ από τα σύνορα της πατρίδας μας. Τι ζητάμε στην Αλβανία; Ο Λαός δε θέλει δεύτερο Σαγγάριο! Παίρνοντας αυτή την απόφαση, οι πολεμιστές μας να υποβάλουν στους αντιπάλους απέναντί τους προτάσεις ειρήνης, δίχως προσαρτήσεις και αποζημιώσεις».

Φυσικά, η Ασφάλεια έκαμνε ό,τι χρειαζόταν ώστε τα φυλλάδια αυτά να κυκλοφορήσουν όσο το δυνατό λιγότερο.

Είναι δύσκολο να μάθη κανείς γιατί ο Ζαχαριάδης άλλαξε γραμμή και γιατί αυτή η θέση υιοθετήθηκε από το Κ.Κ.Ε. Είναι δύσκολο ακόμη και να την εξηγήση κανείς.

Κατά την παγία λενινιστική τακτική, κάθε πόλεμος ήταν χρήσιμος για την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Όσο αιματηρός και όσο διαρκέστερος, τόσο αποδοτικότερος θα ήταν. Εξάλλου, αυτός ο πόλεμος γινόταν μεταξύ δύο δικτατοριών, και το να ηττηθή η μια, η αυτόχθων, εσήμαινε να δυναμώση η άλλη, η ξένη, η και διεθνώς περισσότερο σημαντική.

Ποιος λοιπόν ήταν ο λόγος που το Κ.Κ.Ε. απεδοκίμαζε τώρα την άμυνα που αρχικώς είχε επιδοκιμάσει; Ίσως να είχαν δοθή οδηγίες από το εξωτερικό, ώστε η Σοβιετική Ένωση να εμφανισθή σε δύο λαούς που πολεμούσαν ως προστάτις της ησυχίας των και της ειρήνης.

Όπως και αν έχη το πράγμα, όταν πολύ αργότερα άρχισε η γερμανική επίθεση κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, αυτή η τακτική και η προτροπή προς τη λιποταξία λησμονήθηκε, και κατεβλήθη μάλιστα προσπάθεια να αμφισβητηθή η γνησιότης των φυλλαδίων που είχαν κυκλοφορήσει στο μέτωπο. Μετά τον πόλεμο, όμως, τα κείμενά τους περιελήφθησαν στα επίσημα δημοσιεύματα του Κόμματος.

Από το άλλο μέρος, ο γράφων τις σελίδες αυτές, απαντώντας σε επερώτηση της ΕΔΑ (Ενώσεως Δημοκρατικής Αριστεράς) επί της εξωτερικής πολιτικής, ανέφερε τα προαναφερθέντα φυλλάδια και ανέγνωσε περικοπές τους (Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων της 24ης Φεβρ. 1960). Μεταξύ των βουλευτών της ΕΔΑ υπήρχαν πολλά ηγετικά στελέχη του παλαιού Κ.Κ.Ε., και δημοσία προεκλήθησαν την ημέρα εκείνη να δηλώσουν αν αποδοκιμάζουν το περιεχόμενο των φυλλαδίων. Απήντησαν με παγερή σιωπή.

Μπορεί λοιπόν να είναι κανείς βέβαιος ότι η πρόσκληση για λιποταξία εν ώρα μάχης ήταν γνησία και απέδιδε τη γραμμή του Κόμματος.

Βεβαίως, την εποχή κατά την οποία η πρόσκληση αυτή διετυπώθη δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, τόσο λόγω της πολύ περιορισμένης δημοσιότητος που έλαβε, όσο και λόγω του υψηλού πατριωτικού φρονήματος των ημερών εκείνων. Αντιθέτως, στο μέτρο που έγινε γνωστή, ηύξησε την καχυποψία, για να μη λεχθή το μίσος, που προκαλούσε τότε το Κ.Κ.Ε.

Το Κόμμα, όμως, δεν άλλαξε πάλι γραμμή για το λόγο αυτό. Μόνο που, αποδιοργανωμένο, διστακτικό, καταδιωκόμενο, δεν μπόρεσε να αναπτύξη σε όλη τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου παρά μια πολύ μικρή προπαγανδιστική δραστηριότητα.

Η κατάσταση άλλαξε ριζικά κατά τα τέλη Απριλίου, όταν η Ελλάς κατελήφθη από τους Γερμανούς.

Όσα μέλη του Κόμματος είχαν κατά οιονδήποτε τρόπο συνεργασθή με την Ασφάλεια, εξηφανίσθησαν από την κυκλοφορία. Οι «δηλωσίες» έμειναν στη σκιά, μη γνωρίζοντας τι να κάμουν. Οι πιστοί, που είχαν κατορθώσει να δρουν ζώντας στην παρανομία, προσπάθησαν να αναδιοργανωθούν και ενέτειναν τις προσπάθειές

των.

Πολλοί όμως, και από αυτούς ακόμη τους υψηλά ισταμένους, διέπραξαν ένα σφάλμα, που θα ήταν απίστευτο αν δεν ήταν βεβαιωμένο από τα επίσημα δημοσιεύματα του Κόμματος: άρχισαν να υιοθετούν γραμμή ευνοϊκή για τον Άξονα, επειδή πίστευαν ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν φίλη της Γερμανίας.

Η 22α Ιουνίου 1941, με την επίθεση της Γερμανίας κατά της Ρωσίας, έδειξε πόσο είχαν άδικο και ζημίωσε προσωπικά όσους είχαν εκτεθή κατ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλά το Κόμμα ως σύνολο δεν ζημιώθηκε, γιατί όλα αυτά διήρκεσαν πολύ λίγο και δεν πρόφθασαν να εξελιχθούν. Εξάλλου, ένα νέο και δυναμικό πνεύμα ανανέωνε το Κόμμα. Πολλοί από εκείνους που κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν στις φυλακές, ήταν τώρα οι φορείς της ανανεώσεως του Κόμματος.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, αρκετοί από τους κρατουμένους κομμουνιστάς συνελήφθησαν από τους ναζί και απεστάλησαν σε γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ο Ζαχαριάδης ήταν μεταξύ αυτών.

Οι περισσότεροι όμως από τους κρατουμένους -μερικές εκατοντάδες- είτε δραπέτευσαν κατά την κατάρρευση των ελληνοβρετανικών δυνάμεων, είτε -χωρίς να μάθη ποτέ κανείς τον λόγο- αφέθησαν ελεύθεροι κατόπιν ειδικής εντολής της γερμανικής στρατιωτικής αστυνομίας. Φαίνεται ότι είχαν εκληφθή ως σοσιαλισταί, εχθροί των κομμουνιστών.

Έσπευσαν όλοι, στην παρανομία, να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Ήταν όλοι πιστοί, σκληροτράχηλοι, και σ’ αυτούς ο κομμουνιστικός κόσμος δεν είχε τίποτε να προσάψη: δεν ήταν εκτεθειμένοι σε κανενός είδους κατηγορίες, και είχαν όλοι επί χρόνια υποφέρει χωρίς να καμφθούν.

Το έργο τους διευκολύνθηκε από την εξέλιξη των γεγονότων: ενώ άρχιζαν τις επαφές τους με τους συντρόφους τους τους διεσπαρμένους σε όλη τη Χώρα, η Βέρμαχτ παρεβίαζε τα σοβιετικά σύνορα.

Δεν χωρούσε πλέον κανείς δισταγμός ως προς την ακολουθητέα γραμμή, δεν χρειάζονταν πλέον επαφές με το εξωτερικό, επαφές που ήταν πολύ δύσκολες, δεν χρειάζονταν καν οδηγίες.

Τα πιο γνωστά στελέχη συγκεντρώθηκαν τότε και διεκήρυξαν ότι αποτελούν την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος. Και, συνεδριάζοντας εν ολομελεία, χάραξαν τις νέες κατευθύνσεις του Κ.Κ.Ε. και όρισαν, μεταξύ άλλων, ότι το καθήκον κάθε Έλληνος κομμουνιστού ήταν να οργανώση την πάλη για την άμυνα της Σοβιετικής Ενώσεως και την ανατροπή του ξένου φασιστικού ζυγού. Προσέθεσαν ότι οι κομμουνισταί έπρεπε να εξηγήσουν στο λαό ότι μόνον μια λαϊκή Κυβέρνηση, αποτελουμένη από εργάτες και αγρότες, μπορούσε να ελευθερώση τη Χώρα από την εκμετάλλευση των ξένων.

Το κείμενο ήταν σαφές, καθαρό και επίσημο. Το πρόγραμμα όλων όσων επηκολούθησαν αργότερα είχε διατυπωθή από τις πρώτες εβδομάδες της Κατοχής. Του λοιπού, με την κάλυψη ενός κάποιου εθνικισμού («ξένος ζυγός», «απελευθέρωση της Χώρας» κτλ.), έπρεπε να γίνη αγώνας για την άμυνα της Σοβιετικής Ενώσεως και για την κατάληψη της εξουσίας.

Κανείς δεν το πρόσεξε. Ούτε οι πολιτικοί άνδρες της Ελλάδος, ούτε οι πολιτικοί των συμμάχων χωρών. Έπρεπε η εφαρμογή αυτού του προγράμματος να λάβη τεράστιες διαστάσεις για να γίνη αντιληπτό περί τίνος επρόκειτο.

Αλλά τότε η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου είχε αρχίσει.

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’: Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1943­-1944)


Το άνοιγμα της αυλαίας.
Όταν κατελήφθη η Ελλάς, η Χώρα διηρέθη σε τρεις ζώνες κατοχής. Οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα, την περιοχή της Θεσσαλονίκης, τη συνοριακή ζώνη προς την Τουρκία, την Κρήτη και τρία μεγάλα νησιά του Αιγαίου. Επρόκειτο περί των πλέον νευραλγικών και κατοικημένων σημείων.

Μια πλουσία περιοχή μεταξύ Βουλγαρίας και Αιγαίου Πελάγους επρόκειτο να χρησιμοποιηθή ως δόλωμα: την κατέλαβε ο βουλγαρικός στρατός, και μετά από δύο έτη η έκταση αυτής της περιοχής εδιπλασιάσθη.

Την υπόλοιπη Ελλάδα, ηπειρωτική ή νησιωτική, την κατέλαβαν τα ιταλικά στρατεύματα. Continue reading «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’: Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ (1943­-1944)»

ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


Η αναγγελία της θύελλας
Στις 17 Οκτωβρίου 1944, μέσα σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού και συγχύσεως, η Κυβέρνηση ανελάμβανε την εξουσία στην Αθήνα.

Οι αδιάλλακτες κατευθύνσεις, των οποίων ο Άρης Βελουχιώτης ήταν ο μέγας σημαιοφόρος, φαίνονταν να έχουν εγκαταλειφθή. Έγινε όμως συντομώτατα αντιληπτό ότι είχαν προσωρινά μόνο τοποθετηθή σε δεύτερη μοίρα, και ότι επρόκειτο περί του τέλους του «πρώτου γύρου». Ο δεύτερος θα άρχιζε έπειτα από λίγες εβδομάδες και θα ήταν πολύ αιματηρότερος.

Με την επιστροφή της Κυβερνήσεως, το μόνο ζήτημα που είχε πράγματι αντιμετωπισθή ήταν εκείνο που είχε εξάψει αρκετά πάθη, αλλά που ήταν εντελώς δευτερεύον: το ζήτημα της θέσεως του Γεωργίου του Β’. Αντί να επιστρέψη με την Κυβέρνηση, και το καθεστωτικό ζήτημα να λυθή δια δημοψηφίσματος -αυτή τη λύση προτιμούσε και αυτή την υποχρέωση είχε αναλάβει- ο Βασιλεύς είχε τελικά δεχθή να παραμείνη στο Λονδίνο μέχρι της διεξαγωγής δημοψηφίσματος επί του καθεστωτικού ζητήματος της Χώρας. Continue reading «ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΤΣΕΚΟΥΡι, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΑΒΕΡΩΦ-ΤΟΣΙΤΣΑΣ:ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’: Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ»