Ping Fa (The Art of War) by Sun Tzu

Ping Fa (The Art of War) by Sun Tzu

B.H. Liddell Hart’s Forward

…Sun Tzu’s essays on `The Art of War’ form the earliest of known treatises on the subject, but have never been surpassed in comprehensiveness and depth of understanding. They might well be termed the concentrated essence of wisdom on the conduct of war. Among all the military thinkers of the past, only Clausewitz is comparable, and even he is more `dated’ than Sun Tzu, and in part antiquated, although he was writing more than two thousand years later. Sun Tzu has clearer vision, more profound insight, and eternal freshness. Continue reading «Ping Fa (The Art of War) by Sun Tzu»

Μακκιαβέλλι: Η αναγέννηση της τέχνης του πολέμου


Φηλιξ Γκιλμπερτ

ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΘΕ ΛΟΓΗΣ ΠΟΛΕΜΟΙ και εξεγέρσεις που σημειώθηκαν στην    Ιταλία έχουν δώσει την εντύπωση πως έχει εκλείψει πια η στρατιωτική ικανότητα, στην πραγματικότητα εκείνο που φταίει είναι η αποτελεσματικότητα των παλιών μεθόδων πολέμου και η αδυναμία μας να εφεύρουμε και­νούργιες. Ένας νέος ηγέτης που μόλις έχει ανέλθει στην εξουσία θα καταστήσει τη μέγιστη δυνατή φήμη μόνο εάν ανακαλύψει καινούργιες μεθόδους και κανόνες». Με τα λόγια αυτά από το φημισμένο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Ο Ηγε­μόνας το επιγραφόμενο «Επίκληση για την Απελευθέρωση της Ιταλίας από τους Βαρβάρους», ο Μακκιαβέλλι εκφράσει μια άποψη η οποία επανέρχεται συχνά στα κείμενα του. ότι δηλαδή ένα από τα πιο επείγοντα και θεμελιώδη αιτήματα του καιρού του είναι η δημιουργία νέων στρατιωτικών θεσμών και νέων πολεμικών διαδικασιών. Κατά κανόνα, ο Μακκιαβέλλι θεωρείται πως εγκαινίασε μια καινούργια εποχή —τη σύγχρονη- στην ανάπτυξη της πολιτικής σκέψης. Η πεποίθηση του πως η στρατιω­τική οργάνωση των ιταλικών κρατών της εποχής του χρειαζόταν αλλαγή στάθηκε το κύριο μέλημα του, η κινητήρια δύναμη όλων των απόψεων του για τον κόσμο της πολιτικής. Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολικό αν έλεγε κανείς πως ο Μακκιαβέλλι έγινε πολιτικός μελετητής επειδή υπήρξε στρατιωτικός μελετητής. Η άποψη του για τα στρατιωτικά προβλήματα του καιρού του διαμόρφωσε ολόκληρη την πολι­τική θεωρία του. Continue reading «Μακκιαβέλλι: Η αναγέννηση της τέχνης του πολέμου»

Friedrich Ratzel (1844-1904)

Friedrich Ratzel (1844-1904)

Ο Ράτσελ θεωρείται ο πατέρας της γεωπολιτικής ( geopolitik). Επηρεάστηκε απο τις εργασίες του Alfred Thayer Mahan, και των Γερμανών γεωγράφων Karl Ritter και Alexander von Humboldt. Ο Ratzel έγραψε για τη φυσική διάκριση μεταξύ των ηπειρωτικών και των ναυτικών δυνάμεων συμφωνόντας με τον Mahan ότι οι ναυτικές δυνάμεις είναι αυτοσυντηρούμενες καθώς απολαμβάνουν τα κέρδη απο το εμπόριο

Η βασική του συμμετοχή είναι στην ανάπτυξη των θεωριών του raum και της οργανικής θεωρίας των κρατών. Το  Raum είναι η γή η οποία συνδέεται πνευματικά με ένα έθνος απο το οποίο οι άνθρωποι απολαμβάνουν υποστήριξη και βρίσκουν γειτονικά κατώτερα έθνη τα οποία  χρειάζονται για να τα υποστηρίζουν και τελικά τα γονιμοποιούν με την κουλτούρα τους (kultur). Continue reading «Friedrich Ratzel (1844-1904)»

Κλαούζεβιτς


Πητερ Παρετ

Τα ερωτηματα στα οποία επιδίωξε τελικά ν’ απαντήσει ο Κλαούζεβιτς μέσα στα κείμενα του -Πώς μπορούμε ν’ αναλύσουμε τον πόλεμο; Τι είναι πόλεμος- έχουν αποκτήσει στη σημερινή πυρηνική εποχή μας πολύ μεγα­λύτερη σημασία από εκείνη που είχαν στην εποχή του. Από το 1792 ως το 1815 την Ευρώπη τη σάρωσαν κύματα βίας, τα οποία έφεραν το θάνατο και την κατα­στροφή σε χιλιάδες ανθρώπους, άλλαξαν τα σύνορα, αλλά επίσης άλλαξαν και άνοιξαν τις κοινωνίες. Όμως, όταν η πλημμυρίδα υποχώρησε, δεν παρατηρήθηκε ιδιαίτερη προθυμία για τη μελέτη και την εξήγηση του κατακλυσμού που είχε πια περάσει. Continue reading «Κλαούζεβιτς»

Ζομινί


ΤΖΩΝ ΣΑΪ

ΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ για τη σύγχρονη στρατιωτική σκέψη περίοδο, τρία είναι τα ονόματα που ξεχωρίζουν: του Ναπολέοντα, του Κλαούζεβιτς και του Ζομινί. Ενώ, όμως, τα ονόματα του Ναπολέοντα και του Κλαούζεβιτς είναι γνωστά ακόμα και σ’ εκείνους που δεν ξέρουν ιστορία, του Ζομινί το ξέρουν μόνον οι στρατιωτικοί ειδήμονες, μόλο που αυτός επηρέασε σε απίστευτο βαθμό τόσο τη στρατιωτική ιστορία όσο και τις κοινές αντιλήψεις περί πολέμου. Από τη λήθη μάλιστα όπου βυθίστηκε βαθμιαία το όνομα του1 δεν κατάφεραν να τον ανασύρουν ούτε οι πολυσέλιδες μελέτες που γράφτηκαν για τις ιδέες του ούτε κάποια εκτενής βιογραφία που γράφτηκε με βάση αδημοσίευτα κείμενα του. Η φοβερή δυσαναλογία ανάμεσα στην επίδραση που άσκησε και τη γενική άγνοια που επικρατεί γι’ αυτόν είναι ένα από τα κλειδιά που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη σημαντική Θέση που κατέχει από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης και μετά, στην ιστορία του δυτικού κόσμου2.

0 Αντουάν-Ανρί Ζομινί ήταν, όπως και οι σύγχρονοι του Ναπολέοντα και Κλαούζεβιτς, γέννημα της μεγάλης επανάστασης που συγκλόνισε από το 1789 και μετά τη Γαλλία και ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Ήταν Ελβετός και γεννήθηκε το 1779. Στα δεκαεννιά του χρόνια προοριζόταν -έστω και απρόθυμα- για μια τραπεζική σταδιοδρομία ή μια σταδιοδρομία στο χώρο του εμπορίου. Όμως, από τα δέκα κιόλας χρόνια του τον είχαν ξεσηκώσει τα νέα για τη Γαλλική Επανάσταση και στα δεκαπέντε, ως υπάλληλος τραπέζης στη Βασιλεία, η οποία βρίσκεται κο­ντά στα γαλλικά σύνορα, είχε δει από κοντά τα γαλλικά στρατεύματα. Τα επόμενα δύο χρόνιο: βρέθηκε στο Παρίσι, όπου υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του πραξι­κοπήματος του Φρουκτιντόρ (Αυγούστου), ενώ ταυτόχρονα του δόθηκε η ευκαι­ρία να μελετήσει τις ανταποκρίσεις που έφταναν από την Ιταλία για τις θεαματι­κές νίκες του στρατηγού Βοναπάρτη. Το 1798 όμως, όταν η Ελβετία έκανε τη δική της επανάσταση υποβοηθούμενη από τη γαλλική στρατιωτική επέμβαση, ο νεαρός Ζομινί εγκατέλειψε μια πολλά υποσχόμενη τραπεζική σταδιοδρομία και αφιέρωσε τα επόμενα εβδομήντα χρόνια της ζωής του στον πόλεμο και στη μελέτη του πο­λέμου.

Κατά την περίοδο της μεγάλης αναταραχής (1789-1815), ο πόλεμος και η επανάσταση ήταν δυο πράγματα άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους καθώς ο χαρακτήρας της Γαλλικής Επανάστασης διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τη ναπολεό­ντεια συνέχεια της. 0 Ζομινί όμως, από τα εφηβικά του ήδη χρόνια, προσπάθησε με το έργο του να διαχωρίσει τις έντονα επηρεασμένες από τις ναπολεόντειες εμπειρίες δυτικές θεωρίες περί πολέμου και να τις εξετάσει υπό τις συγκεκριμένες πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες οι θεωρίες αυτές λειτουργούσαν. Στην προσπάθεια του να «επιστημονικοποιήσει» τον πόλεμο, επικέντρωσε τη μελέτη του στη «στρατηγική» – ένα σύνολο επιβεβλημένων τεχνικών για τη στρατιωτική ανάλυση και μελέτη το οποίο επακολουθούσε να δεσπόζει στην ως τότε θεώρηση του θέματος αυτού και το πέτυχε συντρίβοντας αποτελεσματικά τον προφανή δε­σμό που υπήρχε ανάμεσα, στον Ναπολέοντα και στη Γαλλική Επανάσταση. Πολλές από τις συγκεκριμένες ιδέες του Ζομινί, αυτές που επί παραδείγματι αφορούν τις «εσωτερικές γραμμές» επιχειρήσεων, έχουν σήμερα ιστορικό απλώς ενδιαφέρον. Ο τρόπος, όμως, που προσεγγίζει γενικά το θέμα του πολέμου αποσπώντας τον από το πολιτικό και κοινωνικό του πλαίσιο και τονίζοντας τη σημασία των κανόνων οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τα επιχειρησιακά απο­τελέσματα, μετατρέποντας τον έτσι σ’ ένα πελώριο παιχνίδι σκακιού, παραμένει εκπληκτικά ανθεκτικός. Στον Ζομινί ταιριάζει πολύ περισσότερο από ό,τι στον Κλαούζεβιτς ο τίτλος του ιδρυτή της σύγχρονης στρατηγικής.

Οι ιστορικοί συμφωνούν γενικά πως οι αξιοθαύμαστες επιτυχίες που σημεί­ωσαν οι στρατιές της επανάστασης ενάντια στα συμμαχικά στρατεύματα του με­γαλύτερου μέρους της υπόλοιπης Ευρώπης, προς το τέλος της δεκαετίας του 1790, οφείλονται στην εξίσου αξιοθαύμαστη κινητοποίηση της γαλλικής κοινωνί­ας, Η αυξανόμενη μετά το 1789 αντίδραση κατά. της επανάστασης, τόσο από μέ­ρους της βασιλικής αυλής όσο και από μέρους της πλειονότητας των αριστοκρα­τών και των κληρικών, καθώς και η εξέγερση του λαού σε μεγάλες περιοχές της Νότιας και Δυτικής Γαλλίας, πέτυχαν τελικά να εξασφαλίσουν την εξωτερική υπο­στήριξη στην αντεπανάσταση. Το 1792, εξερράγη ανοικτός πόλεμος. Για την ηγε­σία λοιπόν της επανάστασης ο πόλεμος κατέληξε πολύ σύντομα να είναι ένας απεγνωσμένος ιδεολογικός αγώνας για επιβίωση και οι προσπάθειες της να αντε­πεξέλθει σ’ αυτόν είχαν ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την ανατροπή της μοναρχίας, την εκτέλεση της βασιλικής οικογένειας και την επιβολή της Τρομοκρατίας κατά των «εσωτερικών εχθρών». 0 πόλεμος είχε επιφέρει επίσης χάος. Ολόκληρα συντάγματα αυτομολούσαν στον εχθρό, πολλοί βασιλόφρονες αξιωματικοί αρι­στοκρατικής καταγωγής και συνεπώς ύποπτοι για προδοσία λιποτακτούσαν. Οι επανειλημμένες εκκλήσεις από το Παρίσι για εθελοντές που θα υπεράσπιζαν την επανάσταση έβρισκαν μερική μόνον ανταπόκριση και καθώς η προέλαση των δυ­νάμεων των Συμμάχων συνεχιζόταν, η επανάσταση αναγκάστηκε να καταφύγει στην καθολική στρατιωτική θητεία3. Η περίφημη levee en masee (γενική επιστράτευ­ση), τον Αύγουστο του 1793, εξέφραζε απλώς δραματοποιημένα αυτό που είχε ήδη τεθεί σ’ εφαρμογή.

«Από τώρα και μέχρι να εκδιωχθούν από το έδαφος της Δημοκρατίας οι εχθροί μας, όλοι οι Γάλλοι θα είναι μόνιμα επιστρατευμένοι. Οι ανύπαντροι, νέοι θα πάνε να πολεμήσουν, οι παντρεμένοι θα κατασκευάζουν όπλα και θα μεταφέρουν πυρομαχικά, οι γυναίκες θα ράβουν ρούχα και σκηνές, τα παιδιά θα ετοιμάζουν επιδέσμους από παλιά εσώρουχα και οι ηλικιωμένοι θα βγουν στις πλατείες για να ενθαρρύνουν τους στρατιώτες, ενώ ταυτόχρονα θα κηρύττουν την ενότητα της Δημοκρατίας και το μίσος κατά των βασιλέων»4.

Βέβαια δεν έσπευσαν όλοι οι Γάλλοι να πάρουν τα όπλα, αλλά μέσα σ’ ένα χρόνο γαλλικές στρατιές 1.000.000 και πλέον ανδρών (σ’ έναν πληθυσμό 25.000.000), ένοπλες δηλαδή δυνάμεις πρωτοφανείς σε όγκο, είχαν αναχαιτίσει τον αντεπαναστατικό συνασπισμό και είχαν περάσει στην επίθεση. Μέσα σ’ αυτήν τη γιγαντιαία μάζα μιας προχείρως συγκροτημένης στρατιωτικής δύναμης υπήρχε όμως κι ένας σκληρός πυρήνας επαγγελματιών στρατιωτικών όπως ο Λάζαρος Καρνό, ο Αλεξά­ντερ Μπερτιέ και. ο Ναπολέων Βοναπάρτης – η στρατιωτική παρακαταθήκη του παλαιού καθεστώτος. Οι ιστορικοί εξακολουθούν να διαφωνούν μεταξύ τους για το ακριβές μέγεθος του ρόλου που έπαιξαν στην επιβίωση και στην εν συνεχεία νίκη της Γαλλίας τόσο αυτοί οι επαγγελματίες στρατιωτικοί, αφ’ ενός, όσο και ο όγκος και ο ενθουσιασμός του νέου επαναστατικού στρατού, αφ’ ετέρου. Οι πε­ρισσότεροι από τους χαμηλόβαθμους αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του πα­λαιού στρατού είχαν προσχωρήσει στην επανάσταση. Το ίδιο και οι απλοί οπλίτες. Επίσης, ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η υποστήριξη εκ μέρους των «τεχνικών» κλά­δων – του μηχανικού και του πυροβολικού. Αλλά μόνο η μεγάλη αύξηση του όγκου του στρατού και τα νέα επίπεδα κινητοποίησης -επιτεύγματα και τα δυο της επα­νάστασης- μπορούν να εξηγήσουν πλήρως τα εκπληκτικά στρατιωτικά αποτελέσματα5. Εκείνο που δεν αμφισβητείται είναι ότι οι Γάλλοι πέτυχαν να πραγματο­ποιήσουν ένα τεράστιο βήμα στη διεξαγωγή του πολέμου- χρησιμοποιώντας τις νέες τους δυνάμεις με τόλμη και αυξανόμενη ικανότητα, οι Γάλλοι στρατηγοί πέ­τυχαν επανειλημμένα να κατανικήσουν και να αποθαρρύνουν τους εχθρούς τους. Από το 1794 και μετά, την περίοδο δηλαδή που ο νεαρός Ζομινί αναζητούσε το δρόμο του, οι γαλλικές στρατιές συνέτριψαν τον αντιγαλλικό συνασπισμό, άρχισαν να αλλάζουν την πολιτική δομή της Ευρώπης και ανέβασαν στο ύπατο αξίωμα της Γαλλίας έναν από τους ηγέτες τους, τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Πώς το πέτυχαν; Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ζομινί είναι ότι μπόρεσε και απάντησε σ’ αυτό το ερώτημα με τρόπο που έπεισε και επηρέασε τη σκέψη. Οι πόλεμοι της Γαλλικής Επανάστασης και ο Ναπολέων είχαν δημιουργήσει ένα τε­ράστιο ακροατήριο έτοιμο να. δεχθεί το είδος της σαφούς και καθησυχαστικής εξή­γησης που ο Ζομινί είχε να του προσφέρει. Όντως, η απάντηση του σ’ αυτό το τόσο ανησυχητικό ερώτημα, στηριγμένη αναφανδόν στο κύρος της «επιστήμης», αλλά και προσηλωμένη ταυτόχρονα με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια στις άχρονες αλήθειες, έμοιαζε να διαλύει τη σύγχυση και να κατευνάζει πολλούς από του; φό­βους που είχαν δημιουργήσει οι γαλλικές στρατιωτικές νίκες. Μετά το Βατερλώ. με τον Ναπολέοντα ηττημένο και τη στρατιωτική ισχύ της επανάστασης ταπεινω­μένη, η απάντηση του Ζομινί ηχούσε εντελώς πειστική, επιβεβαιωμένη καθώς ήταν από το αυταπόδεικτο ιστορικό αποτέλεσμα.

Η βασική όμως συλλογιστική της απάντησης του άλλαξε ελάχιστα με το πέ­ρασμα των δεκαετιών. Ισχυριζόταν πως την είχε συλλάβει όταν ήταν δεκαοκτώ μόνον ετών και ως τα ενενήντα του που πέθανε επέμενε στην εγκυρότητα των ίδιων εκείνων ιδεών που είχε διατυπώσει το 1803:

Κλειδί του κάθε πολέμου είναι η στρατηγική.

Κάθε στρατηγική ορίζεται από αμετάβλητες επιστημονικές αρχές και οι αρχές αυ­τές προδιαγράφουν την επιθετική δράση μαζικών δυνάμεων κατά. των ασθενέστερων δυνάμεων του εχθρού σε κάποιο αποφασιστικό σημείο, έτσι ώστε η στρατηγική να οδηγήσει στη νίκη6

Συνεπώς η απάντηση του Ζομινί ήταν πως για δύο περίπου δεκαετίες ο Να­πολέων και οι Γάλλοι είχαν συλλάβει και εφαρμόσει αυτές τις αρχές πολύ καλύτερα από τους αντιπάλους τους. Αυτός ήταν και ο πυρήνα; της θεωρίας του για τον -πόλεμο. Για να κατανοήσει, όμως, κανείς όλες τις διακλαδώσεις και την επίδραση αυτών των απατηλά απλών αρχών, πρέπει να εξετάσει πώς αυτές διαμορφώθηκαν και έγιναν γνωστές στο ευρύτερο κοινό.

Ι

Οι Ζομινί ήταν μια παλιά ελβετική οικογένεια στενά συνδεδεμένη μέσω-γάμων με άλλες εξίσου παλιές οικογένειες και ήταν σημαίνοντα πρόσωπα σ’ έναν μικρό τόπο Στην πολίχνη Παγιέρν, στην περιοχή του Βω η οποία βρίσκεται ανάμεσα στη Γενεύη και τη Βέρνη7. Η περιοχή του Βω είναι γαλλόφωνη, αλλά πριν από το 1798 υπαγόταν συνταγματικά στο γερμανόφωνο καντόνι της Βέρνης, το οποίο τον δέκατο τέταρτο αιώνα είχε πρωτοστατήσει στην «απελευθέρωση» του Βω, από την κυριαρχία της Βουργουνδίας. Τη δεκαετία του 1790, το Βω ήταν φυσικά φιλογγαλικό, αλλά και υπέρ της Επανάστασης, καθώς επιθυμούσε τον τερματισμό της «φεουδαρχικής» σχέσης του με τη Βέρνη. Ο Μπενζαμέν, πατέρας του Ζομινί, είχε χρηματίσει -όπως και ο πατέρας του πριν απ’ αυτόν- δήμαρχος της Παγιέρν. Κατά την ελβετική επανάσταση του 1798, ο Μπενζαμέν εξελέγη αντιπρόσωπος στην επαρχιακή συνέλευση του Βω και αργότερα υπηρέτησε στο Μέγα Συμβούλιο της νεότευκτης Ελβετικής Δημοκρατίας. Όμως, ο πατέρας της μητέρας του Ζομινί, ο οποίος είχε ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με τη Βέρνη, ήταν κατηγορηματικά αντίθετος προς το ελβετικό «πατριωτικό κίνημα». Μόλο που αυτή η πολιτική αντί­θεση μέσα στην οικογένεια επισκίασε κατά πολλούς τρόπους τη ζωή του Ζομινί, ο ίδιος ήταν ένθερμος επαναστάτης. Στο Παρίσι, γνωρίστηκε με Ελβετούς ριζοσπά­στες φυγάδες και κυρίως τον ΛαΑρπ και όταν ήρθε η είδηση για την ελβετική επα­νάσταση έσπευσε να γυρίσει στην πατρίδα του για να εργαστεί για το καινούργιο καθεστώς. Επί τρία χρόνια χρημάτισε γραμματέας στο ελβετικό υπουργείο Στρατιωτικών, έφθασε στο βαθμό του λοχαγού και στη συνέχεια στο βαθμό του chef de bataillon (ταγματάρχη), επέζησε πολλών πολιτικών πραξικοπημάτων και το 1802 ξαναγύρισε στο Παρίσι αναζητώντας προφανώς ευρύτερους ορίζοντες για τις ικα­νότητες και τις φιλοδοξίες του.

Οι ενδείξεις που έχουν διασωθεί από εκείνα τα πρώτα του χρόνια μας φέρ­νουν στο νου μια υπερπυρακτωμένη πολιτική ατμόσφαιρα και μια νεανική μέθη όλο επαναστατικό ενθουσιασμό σαν αυτόν που περιγράφει ο Σταντάλ στην αυτοβιογραφία του. Υπάρχει πάντα ο ίδιος παιδικός φόβος που ένιωσε ο Ανρί «Μπρυλάρ» στην Γκρενόμπλ, ότι δηλαδή «μια χρυσή στιγμή του μεγάλου κόσμου» θα περνούσε από μπρος του προτού αυτός προλάβει να ξεφύγει απ’ την επαρχιακή φυλακή του8. Αργότερα ο Ζομινί μνημόνευε την ιστορία αυτή με τον δικό του τρό­πο. Ισχυριζόταν πως παρά το γεγονός πως ήταν πολύ νέος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρώτους που είχαν υπογράψει το 1798 την αίτηση του ΛαΑρπ προς το γαλλικό Διευθυντήριο με την οποία ζητούσε από τους Γάλλους να εγγυηθούν τα δικαιώματα του Βω και να το προστατέψουν από την καταπίεση της Βέρνης. Στην αίτηση, όμως. αυτή δεν υπάρχει η υπογραφή του. Φαίνεται λοιπόν πως για μια ακόμα φορά ο Ζομινί ξέχασε πως είχε παραιτηθεί από τη θέση του στο ελβετικό υπουργείο Στρατιωτικών και είχε ξαναγυρίσει στο Παρίσι μετά το σκάνδαλο που είχε δημιουργηθεί εις βάρος του όταν, για να πληρώσει χαρτοπαιχτικά χρέη που είνε δημιουργήσει στη Βέρνη, είχε προσπαθήσει να αποσπάσει χρήματα από κά­ποιον προμηθευτή στρατιωτικού υλικού. Όμως. δεν μπόρεσε να αποκρύψει την αί­τηση του προς τον Ναπολέοντα το 1804, με την οποία ζητούσε την άμεση προσάρ­τηση της Ελβετίας στη Γαλλία. Η ελβετική κυβέρνηση εξοργισμένη ζήτησε την απέλαση του χαρακτήρίζοντάς τον «απατεώνα» και διαβόητο Ιακωβίνο. Ο τότε Γάλλος υπουργός των Εξωτερικών Σαλεϋράνδος δεν προέβη σε καμιά απολύτως ενέργεια αφού ο Ζομινί, που στα είκοσι περίπου ήταν ήδη γνωστός ως άνθρωπος πανούργος και αλαζονικός, βρισκόταν υπό την προστασία του στρατηγού Νεΰ, δι­οικητή του έκτου σώματος στρατού9.

Το 1803. ο Νεΰ χρηματοδότησε την έκδοση του πρώτου βιβλίο του Ζομινί. Ο Νεΰ, που πολύ σύντομα έμελλε να γίνει θρύλος ως «ο γενναίος των γενναίων», δεν ήταν ένας ιδιαίτερα φίλος των βιβλίων στρατιωτικός. Είχε όμως χρηματίσει ως Γάλλος αντιβασιλέας στην Ελβετία, στο διάστημα της αντιγαλλικής εξέγερσης το 1802, όταν η περιοχή του Βω είχε ταχθεί σταθερά στο πλευρό της Γαλλίας, και αυτή του η σχέση με την Ελβετία ήταν που τον έκανε και πρόσεξε τον επιμελή και φιλόδοξο νεαρό. 0 Ζομινί θυμόταν πως αυτό που τον είχε σπρώξει να γίνει στρα­τιωτικός θεωρητικός ήταν τα επιτεύγματα του γαλλικού στρατού υπό τον Βονα­πάρτη στην Ιταλία το 1796-1797. Πράγματι, μέσα σ’ ένα χρόνο ο Βοναπάρτης είχε αναγκάσει το Πεδεμόντιο να κλείσει ειρήνη, είχε διώξει τους Αυστριακούς από την κοιλάδα του Βω, είχε λυτρώσει όλη την υπόλοιπη Ιταλία, είχε αντικρούσει τέσσερις μαζικές αυστριακές αντεπιθέσεις και είχε καταλήξει, περνώντας μέσα από ορεινές διαβάσεις, να απειλήσει την ίδια τη Βιέννη. Στην περίπτωση αυτή. δεν υπάρχει λό-γος ν’ αμφισβητήσει κανείς τη μνήμη του Ζομινί, διότι μέσα σε πέντε ή έξι χρόνια πριν από το 1803 είχε βρει τον καιρό να μελετήσει και να γράψει ένα σωρό πράγ­ματα για τον πόλεμο. Όχι μόνο διακατεχόταν σε βαθμό εμμονής από οράματα στρατιωτικής δόξας στα οποίο, ο ίδιος είχε την ίδια απίστευτη άνοδο του Βονα­πάρτη που ήταν δέκα μόνο χρόνια μεγαλύτερος του, αλλά σε μια μόνο φράση που λέει πολλά μνημονεύει πως σε κάποια φάση είχε φθάσει να. διακατέχεται απ’ το «Sentiment des principes» (την αίσθηση των αρχών) – την πλατωνική δηλαδή πεποί­θηση πως κάτω από το επιφανειακό χάος της ιστορικής στιγμής υπάρχει η αλήθεια με τη μορφή αμετάβλητων αρχών, όπως εκείνων της βαρύτητας και της πιθανότη­τας10. Αυτό λοιπόν που τον ώθησε να μελετήσει τον πόλεμο ήταν η επιθυμία του να συλλάβει τις αρχές αυτές, καθώς και η λαχτάρα του να ικανοποιήσει τις πολύ πιο πρωτόγονες ανάγκες της φιλοδοξίας και της νεανικής ανυπομονησίας. Η άπλη­στη ανάγνωση της στρατιωτικής ιστορίας και η θεωρία που πήγαζε απ’ αυτήν θα του αποκάλυπταν τα μυστικά της γαλλικής νίκης.

0 Ζομινί αναγνώριζε το μεγάλο πνευματικό χρέος του προς το στρατηγό Χένρυ Λόυντ11. 0 ουαλικής καταγωγής Λόυντ είχε αναμειχθεί στην εξέγερση του 1745, είχε διαφύγει από την Αγγλία, είχε υπηρετήσει σ’ ένα σωρό στρατούς στην ηπει­ρωτική Ευρώπη, αλλά κάποια στιγμή λίγο πριν από το θάνατο του, το 1783, είχε συμφιλιωθεί με την αγγλική κυβέρνηση. Δεν αποκλείεται να υπήρξε Αγγλος κατά­σκοπος ή διπλός πράκτορας. Στη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου κατείχε σημα­ντική θέση στον αυστριακό στρατό και ανάμεσα στ’ άλλα που έγραψε είναι και μια ιστορία των γερμανικών εκστρατειών κατά τον πόλεμο αυτό. Η κριτική που άσκη­σε στον Φρειδερίκο τον Β’, όσον αφορά τις στρατηγικές του ικανότητες, προκάλε­σε ζωηρό ενδιαφέρον και το ίδιο συνέβη και με τα Στρατιωτικά Απομνημονεύματα του, όπως τα ονόμαζε ο ίδιος, τα οποία δημοσίευσε το 1781 και στα οποία εξετάζει διεξοδικώς τον πόλεμο και τις βασικές αρχές του12. Τα απομνημονεύματα αυτά με­ταφράστηκαν στα γαλλικά και επανεκδόθηκαν στη Βασιλεία το 1798. Είναι σχεδόν βέβαιο πως σ’ αυτή τη μεταφρασμένη μορφή τους εντυπωσίασαν βαθιά τον νεαρό Ζομινί. 0 Λόυντ προσέφερε στο νεαρό ένα πρότυπο και μια πρόκληση που τον ώθησε να συνεχίσει τις προσπάθειες του να επιβάλει κάποια πνευματική τάξη στον φανταστικό κόσμο του πολέμου του τέλους του δέκατου όγδοου αιώνα.

Η τέχνη του πολέμου βασίζεται «σε βέβαιες και σταθερές αρχές οι οποίες μένουν από τη φύση τους αναλλοίωτες»13. Τα λόγια αυτό: ανήκουν στον Λόυντ. αλλά τέτοιου είδους αποφθέγματα επαναλαμβάνονται αδιάκοπα και από τον Ζομινί και από τους μαθητές του. Αν καταφύγουμε στο: βιβλία του Λόυντ για να εξακριβώσουμε ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο αυτών των «αμετάβλητων αρχών», 6α ανακαλύψουμε κατάπληκτοι πόσο γλίσχρο είναι. Τα πάντα μοιάζουν να καταλή­γουν σ’ ένα μοναδικό θέμα: Ότι δηλαδή μόνο ένας αδιαίρετος στρατός, κινούμενος σε μια και μόνη γραμμή επιχειρήσεων, η οποία πρέπει να είναι όσο πιο βραχεία και ασφαλής γίνεται, μπορεί να έχει ελπίδες πως 6α αποφύγει την ήττα. Μπορεί βέ­βαια να νικήσει, αλλά. μόνο αν ο εχθρός είναι αρκετά απερίσκεπτος ώστε να διαι­ρέσει τις δυνάμεις του και να τι; επεκτείνει σε μια μακρά και ευπρόσβλητη γραμ­μή, 0 Λόυντ, αναζητώντας τις αρχές αυτές, προέβη σε μια εκλογίκευση —σχεδόν παρωδιακή- της προσεκτικής, αμυντικής μορφής, στρατηγικής των ελιγμών που χαρακτήρισε ως επί το πλείστον τους ευρωπαϊκούς πολέμους πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. 0 Ζομινί βρήκε στον Λόυντ την ακριβή έκφραση του δικού του ατε­λούς ακόμη «ιδεώδους», του πολέμου δηλαδή ως επιστήμης, αλλά δεν μπόρεσε να ανακαλύψει παρά ελάχιστα, ή σχεδόν καθόλου στοιχεία ικανά να εξηγήσουν πώς η στρατιά της Ιταλίας, μετά από μια μακρά και τρωτή γραμμή επιχειρήσεων, όχι μόνο είχε σημειώσει νίκες, αλλά είχε επιπλέον ανατρέψει τη -στρατιωτική ισορρο­πία στην Ευρώπη. Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς την έλξη που ασκεί στον Λόυντ ο Διαφωτισμός. Η επιστήμη του πολέμου την οποία αυτός επαγγέλλεται, αν γίνει κατανοητή και τηρηθεί απ’ όλους, θα κάνει τις μάχες ουσιαστικά απραγματοποί­ητες, συνεπώς υπόσχεται και τον τερματισμό των πολέμων. Είναι, όμως, πολύ δύ­σκολο να αντιληφθεί κανείς τι θα μπορούσε να συνεισφέρει ο Λόυντ σε μια εποχή επαναστάσεων και δραματικών στρατιωτικών καινοτομιών. Τον Λόυντ τον είχε διαβάσει κι ο ίδιος ο Ναπολέων και αξίζει να αναφερθούν τα σχόλια που έγραψε στα περιθώρια των σελίδων των βιβλίων του. «Άγνοια… άγνοια… παράλογο… πα­ράλογο… παράλογο… αδύνατον… λάθος… κακό… πολύ κακό… τι παράλογο… τι παραλογισμός…»14. Εντούτοις, απ’ αυτό το διανοητικό καλούπι του Λόυντ, ο Ζο­μινί θα διαμόρφωνε, λίγο πολύ οριστικά, το μύθο του Ναπολέοντα.

Εδώ υπάρχει μια προφανής αντινομία. 0 Ζομινί θαύμαζε τον Λόυντ ως στρα­τιωτικό, κριτικό και θεωρητικό εξαιτίας του έργου του το οποίο και χρησιμοποίησε ως πρότυπο για το δικό του έργο το αναφερόμενο στους Πολέμους της Επανάστα­σης και του Ναπολέοντα, ενώ ο ίδιος ο Ναπολέων αντιμετώπιζε τη θεωρία του Λό­υντ ως αξιολύπητο αστεϊσμό. Όντως, σε κανένα σημείο της κριτικής μελέτης του για τον Επταετή Πόλεμο ο Λόυντ δεν αφήνει να υπονοηθεί πως θα ήταν ποτέ δυ­νατόν κάτι σαν το στρατιωτικό ξέσπασμα της δεκαετίας του 1790. Είναι πολύ εύ­κολο να πούμε πως ο Ζομινί ερμήνευσε τον Ναπολέοντα χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική μεθοδολογία του παλαιού καθεστώτος. Πολλοί ευφυείς και πεπειρα­μένοι στρατιωτικοί, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Ναπολέων, θαύμαζαν τα έργα του Ζομινί στα οποία, στην πραγματικότητα, επαναλαμβάνεται εμφαντικά η βαθιά διαφορά που υπήρχε στη διεξαγωγή των ευρωπαϊκών πολέμων πριν και μετά το 178915. Εδώ όμως υπάρχει κάτι παραπάνω από έναν πνευματικό γρίφο. Λύνοντας την προφανή αντίφαση, μπορούμε να κάνουμε ένα σημαντικό βήμα για να κατα­νοήσουμε τι ακριβώς υποστήριζε ο Ζομινί και γιατί το μήνυμα του είχε τέτοια επί­δραση τόσο στην εποχή του όσο και αργότερα.

Η προσπάθεια του Λόυντ να ανακαλύψει αρχές που διέπουν τον πόλεμο ήταν άρρηκτα δεμένη με την ιστορία που αυτός έγραψε για τον Επταετή Πόλεμο και με την κριτική του για τον Φρειδερίκο ως στρατιωτικό ηγέτη. Η κριτική αυτή είναι σκόπιμα βασισμένη στην εφαρμογή των επιστημονικών αρχών επί των ιστορικών γεγονότων. Πριν από τον Λόυντ. όλα σχεδόν τα σοβαρά περί πολέμου έργα, κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, ήταν ή στα γαλλικά ή στα γερμανικά – οι Άγγλοι δεν είχαν συνεισφέρει τίποτα το αξιόλογο στον τομέα αυτόν. Το έργο λοιπόν του Λόυντ δεν ήταν απλώς πρωτότυπο απ’ αυτήν την άποψη, αλλά και με την κριτική που αυτό ασκούσε κατά του Φρειδερίκου προκάλεσε μια εμπεριστατωμένη αντί­κρουση της από το συνταγματάρχη του πρωσικού στρατού Γκέοργκ Φρήντριχ Τέ­μπελχοφ16. Η αντιδικία αυτή δημιούργησε μεγάλο ενδιαφέρον στη Γαλλία, όπου τα πικρά μαθήματα από τον Επταετή Πόλεμο είχαν προκαλέσει σφοδρές διαμάχες κι έτσι το έργο του Λόυντ κατέληξε να γίνει γνωστό σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Όταν ο νεαρός Ζομινί ξεκίνησε τις στρατιωτικές του μελέτες προσπαθώντας να ανακαλύψει με ποιο τρόπο η Επανάσταση είχε διεκπεραιώσει τόσο επιτυχώς τους πολέ­μους της, του ήταν εύκολο να βρει τα έργα του Λόυντ και του Τέμπελχοφ. Ήταν πρόσφατες, λεπτομερείς και αντιπαρατιθέμενες ερμηνείες των πιο πρόσφατων στρατιωτικών εμπειριών και ήταν γραμμένα και τα δυο από παλαίμαχους αξιω­ματικούς. Τόσο στον Λόυντ όσο και στον κύριο επικριτή του βρήκε εκείνη την πί­στη προς τις «γενικές αρχές» οι οποίες και τον είλκυαν τόσο πολύ. Επιπλέον, παρά την αντιδικία τους ως προς τις στρατιωτικές πιθανότητες στον πόλεμο του 1756-1762, ούτε ο Λόυντ ούτε ο Τέμπελχοφ είχαν φαντασθεί καν κάτι που να έμοιαζε με τα εκπληκτικά στρατιωτικά γεγονότα του 1793-1801. Βασισμένος λοι­πόν σ’ αυτούς, ο Ζομινί κατόρθωσε να επεκτείνει την περιορισμένη θεώρηση τους ως προς την αληθινή φύση του πολέμου. Μια και μόνη περίπτωση αρκεί για να δείξει τη μέθοδο που ακολούθησε. Στο πρώτο του βιβλίο, Πραγματεία για τις Κύριες Στρατιωταίές Επιχειρήσεις κατά τον Επταετή Πόλεμο, οι δυο πρώτοι τόμοι του οποίου εκδόθηκαν το 1805. εξετάζει ενδελεχώς την εκστρατεία του 1756. Συνοψίζει τα όσα έλεγε ο Λόυντ για κάθε επιχείρηση καθώς και την αντίκρουση τους από τον Τέμπελχοφ και τα χρησιμοποιεί για να βασίσει τη δική του άποψη για τον Επτα­ετή Πόλεμο, καθώς και την άποψη του για τις μόνιμες αρχές του πολέμου και τη σωστή εφαρμογή τους. Βέβαια οι εκστρατείες του 1756-1762 φανέρωναν -όπως και όλοι οι άλλοι πόλεμοι- την ύπαρξη των αργών αυτών, αλλά ο Ζομινί άντλησε επίσης απ΄τις εκστρατείες των γαλλικών Επαναστατικών Πολέμων προκειμένου να διορθώσει τις ατελείς προσπάθειες του Λόυντ και του Τέμπελχοφ στο να δια­κρίνουν και να εφαρμόσουν σωστά, τις αρχές αυτές. 0 Λόυντ ενέκρινε την εισβολή του Φρειδερίκου στη Σαξονία το 1756 θεωρώντας πως ήταν μια πολύ συνετή κί­νηση προκειμένου να προστατέψει τα πλευρά του κατά την έναρξη του πολέμου με την Αυστρία. Όμως, υποστήριζε ταυτόχρονα πως μια εισβολή στη Βοημία και τη Μοράβια, η οποία θα απειλούσε άμεσα τη Βιέννη, θα ήταν μια ακόμα πιο καλή κίνηση, αφού ο Φρειδερίκος, για να καλύψει το μέτωπο του με τη Σαξονία, είχε αποσπάσει ένα τμήμα από τον κύριο όγκο των δυνάμεων του.

0 Τέμπελχοφ είχε επικρίνει την άποψη αυτή του Λόυντ υποστηρίζοντας πως λόγω επιμελητειακών αναγκών μια τέτοια κίνηση θα ήταν απραγματοποίητη. Επιπλέον -πρόσθετε ο Τέ­μπελχοφ- μια τέτοια παράτολμη άμεση επίθεση θα παραβίαζε τη βασική εκείνη αρχή σύμφωνα με την οποία η γραμμή των επιχειρήσεων έπρεπε να είναι πάντα βραχεία και ασφαλής.

0 νεαρός Ζομινί επέκρινε και τους δυο τους για την ατολμία τους. Η άποψη του Λόυντ για άμεση ενέργεια κατά της Βιέννης ήταν καλή. αλλά την αποδυνάμω­νε η ανησυχία για τυχόν απειλή εκ μέρους της Σαξονίας. Αντί να αποξενώσει τους Σάξονες εισβάλλοντας στη χώρα τους., όπως είχε κάνει στην πραγματικότητα ο Φρειδερίκος, ή να αποδυναμώσει τις βασικές στρατιωτικές δυνάμεις του αποσπώ­ντας ένα τμήμα τους για να καλύψει τη Σαξονία. όπως πρότεινε ο Λόυντ, έπρεπε, κατά τον Ζομινί, ο ενωμένος πρωσικός στρατός να προχωρήσει με τη μέγιστη τα­χύτητα προς το Όλμουτς, στο δρόμο για τη Βιέννη. Οι Σάξονες, που θα αισθάνο­νταν ανακούφιση διότι θα είχαν γλιτώσει τις καταστροφές μιας πρωσικής εισβολής, θα ήταν πολύ τρομοκρατημένοι για να κινηθούν. Ισχυριζόταν ακόμα πως αυτό ακριβώς θα είχε κάνει ο Ναπολέων το 1756, όπως και το είχε κάνει πράγματι επα­νειλημμένα στην Ιταλία σαράντα χρόνια αργότερα. Όσο για την κριτική του Τέ­μπελχοφ, η οποία βασιζόταν στα προβλήματα επιμελητείας και στις αρχές του πο­λέμου, ο Ζομινί ήταν δηκτικότατος. Η συνήθεια να συνδέουν όλα τα στρατιωτικά σχέδια με τις εφοδιοπομπές και τις οχυρωμένες βάσεις ανεφοδιασμού αποδείκνυε απλώς πως κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα «η τέχνη του πολέμου είχε οπισθοδρομήσει». Ο Καίσαρας είχε πει πως ο πόλεμος μπορούσε να τροφοδοτεί τον πόλεμο και είχε δίκιο. Τα 8-10.000.000 κάτοικοι της Βοημίας και της Μοραβίας θα μπορούσαν να συντηρήσουν άνετα έναν πρωσικό στρατό 90.000 ανδρών. Στην έκδοση του 1811 της Πραγματείας του, ο Ζομινί μνημονεύει την «αθάνατη εκστρατεία του αυτοκράτορα Ναπολέοντα το 1811», θεωρώντας την ως μια χειροπιαστή απόδειξη πως κάτι παρόμοιο Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε γίνει και το 1756 και πως ο Ναπολέων ήταν πολύ καλύτερος στην εκπόνηση της στρατηγικής από τον Φρειδερί­κο. Απαντώντας δε στην επίπληξη του Τέμπελχοφ σχετικά με την αρχή που προ­έβλεπε τη διατήρηση βραχείας και ασφαλούς γραμμής επικοινωνίας, ο Ζομινί απα­ντούσε πως χρειαζόταν απλώς καλύτερη κρίση και περισσότερη τόλμη. Η κατά γράμμα εφαρμογή των απόψεων του Τέμπελχοφ περί των αρχών του πολέμου θα σήμαινε πως κανένας στρατός δεν θα περνούσε ποτέ τα σύνορα της χώρας του. «Όλες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις», γράφει ο Ζομινί, «πάσχουν από κάποια ατέ­λεια ή έχουν κάποιο αδύνατο σημείο. Αλλά όταν τις κρίνουμε, οφείλουμε να εφαρ­μόζουμε τις τυχόν αρχές έχοντας πάντα υπ’ όψιν μας τον αντικειμενικό σκοπό και να εξετάζουμε το κατά πόσον μια δεδομένη επιχείρηση προσφέρει τις καλύτερες πιθανότητες για νίκη»18.

Στο πρώτο βιβλίο του Ζομινί, το οποίο μεταφράστηκε πολύ σύντομα και συ­ζητήθηκε ευρέως, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη πως αυτός δεν είχε κατορθώ­σει να αναγνωρίσει την καινούργια μορφή του πολέμου κατά τη «δεκαετία του 1790 ή ότι με μια κάποια ταχυδακτυλουργία συγχωνεύει τις εκστρατείες του Φρειδερί­κου και του Ναπολέοντα υπάγοντας τις και τις δύο σε μια μη διαφοροποιημένη τέχνη του πολέμου. Αντιθέτως, εξέταζε και θαύμαζε απεριόριστα τον καινούργιο τρόπο πολέμου βάσει του οποίου δεν υπήρχε καμιά μέριμνα για το ανθρώπινο δυ­ναμικό και για τους περιορισμούς του ανεφοδιασμού και όλες οι ενέργειες εστιά­ζονταν στον μοναδικό στόχο της νίκης. Ο Ζομινί χρησιμοποίησε τους δισταγμούς και τις αναστολές του Φρειδερίκου κατά τη διεξαγωγή των πολέμων του ως φόντο για να προβάλει τη λαμπρότητα του πνεύματος του Βοναπάρτη κατά τον ίδιο τρό­πο που χρησιμοποίησε την επιτηδευμένη μεροληψία του Λόυντ και του Τέμπελχοφ, προκειμένου να προβάλει τον δικό του σαφέστατο ουνιβερσαλισμό.

Στα Κεφάλαια 7, 14, 34, 75 της Πραγματείας τον (τα δύο τελευταία περιελή­φθησαν για πρώτη φορά το 1809 στον τόμο IV), ο Ζομινί κινείται από τις λεπτο­μέρειες της στρατιωτικής ιστορίας προς τη γενική αλήθεια του πολέμου. Το προοιμιακό ύφος του μοιάζει πολύ με του Λόυντ. «Η άποψη να αναχθεί το σύστημα του πολέμου σε ένα θεμελιώδη απλώς συνδυασμό, από τον οποίο εξαρτώνται όλα τα άλλα και ο οποίος θα μας δώσει τη βάση για μια απλή και επακριβή θεωρία, προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα: Θα κάνει ευκολότερη την εκπαίδευση, σωστό­τερη την κρίση ως προς τις επιχειρήσεις και τη συχνότητα των σφαλμάτων μικρό­τερη. Πιστεύω πως οι στρατιωτικοί διοικητές δεν μπορούν να πράξουν τα δέοντα για να απορροφήσουν αυτή την ιδέα και ότι (αυτή) θα έπρεπε να κατευθύνει όλους τους σχεδιασμούς και τις ενέργειες τους». Όταν στρέφεται προς πιο εξει­δικευμένα συμπεράσματα από την ιστορική εμπειρία, ο Ζομινί δίνει την εντύπωση πως συνεχίζει να ακολουθεί τον Λόυντ: Μια και μόνη ενοποιημένη γραμμή επιχει­ρήσεων είναι η καλύτερη. Όμως. πέρα απ’ αυτό το συγκεκριμένο σημείο ο Ζομι­νί προβάλλει ως άνθρωπος της Γαλλικής Επανάστασης, προσφέροντας μια νέα ριζοσπαστική θεωρία για τον πόλεμο. Όλοι οι στρατηγικοί «συνδυασμοί» είναι φαύ­λοι (vidieuses) εάν δεν συνάδουν με τη βασική αρχή «του να επιχειρείς με τη μεγί­στη δυνατή δύναμη σε μια συνδυασμένη προσπάθεια κατά του καίριου σημείου». Η απόφαση για το πώς θα γίνει η επίθεση -μετωπικά ή πλευρικά- εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Σημασία έχει η ίδια η επίθεση. Δεν πρέπει ν’ αφήνει κανείς την πρωτοβουλία στον αντίπαλο. 0 στρατιωτικός διοικητής, από τη στιγμή που εμπλέκεται σε δράση, δεν πρέπει να διστάσει. Αυτός και οι αξιωματικοί του οφείλουν με τη γενναιότητα και το θάρρος τους να εμψυχώσουν τα στρατεύματα τους και να τα παροτρύνουν στο να καταβάλουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσπά­θεια.. Αν ο εχθρός νικηθεί πρέπει να υποστεί ανηλεή καταδίωξη. Αν για κάποιο λόγο ο διοικητής δεν καταφέρει να νικήσει, δεν πρέπει να αναμένει να του δώσει τη νίκη κάποιο άλλο σύστημα, αλλά να ξαναπροσπαθήσει ο ίδιος εφαρμόζοντας τις σωστές αρχές – συγκέντρωση, επίθεση, επιμονή. Η εικόνα που έχει ο Ζομινί για τον πόλεμο δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο από την προσεκτική στρα­τηγική των περιορισμένων πολέμων του παλαιού καθεστώτος. Η φράση με την οποία κλείνει το έργο του δεν χρειάζεται ερμηνεία: «Voila le science de la guere en peu de most» (ιδού η επιστήμη του πολέμου με λίγες λέξεις). Η παραγνώριση αυτών των αρχών είχε οδηγήσει την Αυστρία στις ήττες του 1793-1800 και του 1805, την απώλεια του Βελγίου για τους Γάλλους το 1793 και είχε σταθεί αιτία για τη γαλλική αποτυχία στη Γερμανία το 1796 καθώς και στην Ιταλία και τη Σουαβίκ το 1799. Αντιθέτως, «Le systeme d lempereur Napoleon presente une application constante de ces principes invariadles» (το σύστημα του αυτοκράτορα Ναπολέοντα αποτελεί μια μόνιμη εφαρμογή αυτών των αμετάβλητων αρχών.).

Ο Ζομινί συνέχισε να γράφει και να δημοσιεύει, ενώ από το 1805 ήταν σε ενεργό υπηρεσία στο επιτελείο του Νεΰ όπου και έμεινε ως το 1813, οπότε και εγκατέλειψε τον γαλλικό στρατό για να προσχωρήσει στους Ρώσους. Το 1811 η Πραγματεία του είχε φθάσει στους έξι τόμους και κάλυπτε όλη την περίοδο από τον Επταετή Πόλεμο μέχρι τα δύο πρώτα χρόνια των Πολέμων της Επανάστασης. – Είχε επίσης συμπληρώσει τους δυο επόμενους τόμους που αναφέρονταν στις εκ­στρατείες του 1794-1796, τους οποίους δημοσίευσε το 1816.

Είχε ακόμα δημοσι­εύσει έναν αριθμό άρθρων και φυλλαδίων σε τρία από τα οποία ξεκαθάριζε τις ιδέ­ες του για τις αρχές του πολέμου23. Ως αξιωματικός στα επιτελεία του Νεΰ και του Ναπολέοντα, είχε φθάσει στο βαθμό του general de brigade(ταξιάρχου) και είχε » λάβει μέρος στις μάχες του Ουλμ, της Ιένας και του Εϋλώ, καθώς και στις εκστρα­τείες στην Ισπανία και στη Ρωσία και είχε διακριθεί στη μάχη του Μπάουτσεν το 1813. Όταν εγκατέλειψε, σε ηλικία τριάντα τριών χρονών, τον γαλλικό στρατό μετά τη μάχη του Μπάουτσεν, έχαιρε διεθνούς φήμης και εθεωρείτο ο κατ’ εξοχήν ιστορικός του σύγχρονου πολέμου, μολονότι δεν είχε γράψει ακόμα το βιβλίο εκεί­νο εξαιτίας του οποίου είναι γνωστός μέχρι σήμερα. Δεν Θα ήταν υπερβολή αν λέ­γαμε πως η γρήγορη ανάδειξη του, λόγω της δραστηριότητας του, της αποφασι­στικότητας του και της καλής τύχης του συνεπικουρούσας, υπήρξε όντως ναπολε­όντεια μέσα στον κάπως περιορισμένο χώρο των στρατιωτικών σπουδών.

Από το 1813 μέχρι το Θάνατο του με το βαθμό στρατηγού του ρωσικού στρα­τού το 1869, ο Ζομινί συνέχισε να γράφει και να δημοσιεύει υπερασπίζοντας και επεξεργαζόμενος τη στρατιωτική θεωρία του ενισχύοντας έτσι σημαντικά τη φήμη του24. Χρημάτισε σύμβουλος του τσάρου στο συνέδριο της Βιέννης και στα συνέ­δρια του Αιξ-λα-Σαπέλ και της Βερόνας, καθώς και κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1828-1829 και του Κριμαϊκού Πολέμου. Έλαβε ενεργό μέ­ρος στην ίδρυση της νέας ρωσικής στρατιωτικής ακαδημίας και χρημάτισε εκπαι­δευτής του μελλοντικού τσάρου Αλεξάνδρου του Β’. Όμως, στα τελευταία πενήντα έξι χρόνια της ζωής του παρουσιάζει εκπληκτικά μικρή πνευματική εξέλιξη. Ζώντας κυρίως στο Παρίσι, συμπλήρωσε την ιστορία του για τους γαλλικούς επαναστατι­κούς πολέμους και τη δημοσίευσε χωριστά από την Πραγματεία του σε δέκα τόμους. Έγραψε επίσης μια τετράτομη στρατιωτική βιογραφία του Ναπολέοντα και :το 1830 μετά από υπόδειξη του τσάρου Νικολάου του Α’ συγκέντρωσε εσπευσμένα τα διάφορα κείμενα και τις πραγματείες του που αναφέρονταν στις αρχές του πο­λέμου σ’ έναν ενιαίο τόμο με τον τίτλο Συνοπτική Ανάλυση της Τέχνης τον Πολέμου. Το πιο φημισμένο έργο του είναι η επαυξημένη σε δύο τόμους έκδοση του βιβλίουαυτού που κυκλοφόρησε το 1837-1838, με τον τίτλο Σύνοψη της Τέχνης τον Πολέμου. Η Σύνοψη φανερώνει πως διάβασε το μεταθανάτια δημοσιευμένο έργο του Κλαούζεβιτς Περί Πολέμου και πω; στα γεράματα του παρακινήθηκε απ’ αυτό να αναθεω­ρήσει τις ιδέες του. Το νέο όμως υλικό που Ενσωματώθηκε στη Σύνοψη η οποία έκτοτε δημοσιεύθηκε σε πολλές γλώσσες, ήταν θνησιγενές ως προς την επίδραση του. Οι αναγνώστεε του Ζομινί είχαν αποδεχθεί εδώ και πολύ καιρό το βασικό μή­νυμα του και κανένα νέο κεφάλαιο δεν Θα μπορούσε ν’ αλλάξει την επίδραση του στους στρατιωτικούς ή στους ειδήμονες του πολέμου, εκτός πια κι αν συνοδευόταν με ριζική αλλαγή ως προς την έμφαση ή ίσως ακόμα και μια πλήρη εγκατάλειψη της ιδιαίτερης σημασίας που έδινε στις επιβληθείσες αρχές. Στη Σύνοψη, η οποία είναι η πιο ώριμη και η με τη μεγαλύτερη επίδραση έκφραση των ιδεών του, επε­ξεργάζεται χωρίς όμως και να μεταβάλει τα βασικά σημεία των ήδη δημοσιευμένων έργων του. Ο τίτλος του βιβλίου προειδοποιεί τον αναγνώστη πως θέμα του βιβλί­ου δεν είναι ο «Πόλεμος» αλλά η «Τέχνη του Πολέμου». Για την τέχνη αυτή υπάρ­χουν κάποιες αμετακίνητες αρχές που ισχύουν τόσο για τον Καίσαρα όσο και για τον Ναπολέοντα. Ο Ζομινί αναζητώντας το μυστικό των αρχών αυτών δεν κατάφε­ρε να το βρει στα θεωρητικά «συστήματα» των προγενεστέρων του συγγραφέων, αλλά το ανακάλυψε στη στρατιωτική ιστορία του Φρειδερίκου του Β’. Ο Φρειδερί­κος είχε νικήσει με το να επιτίθεται με το σύνολο του στρατού του κατά ενός μόνο τμήματος του αντιπάλου στρατού. Η τεχνική αυτή. ανεπτυγμένη στο υψηλότερο επίπεδο κατά τη διεξαγωγή του πολέμου, ήταν στην πραγματικότητα το μυστικό της στρατηγικής από την οποία όλες οι άλλες αρχές εκπηγάζουν. Επικριτές όπως ο Κλαούζεβιτς, ο οποίος αμφισβητούσε την αξία οποιασδήποτε θεωρίας περί πολέ­μου, δεν κατάφεραν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μια θεωρία «συστημά­των» και μια θεωρία «αρχών». Οι αρχές, και όχι κάποιοι αλάθητοι μαθηματικοί υπολογισμοί, ήταν αυτές που καθοδηγούσαν τη δράση. Η εξειδικευμένη εφαρμογή των αρχών αυτών ποίκιλλε ανάλογα με τους εκατοντάδες μεταβαλλόμενους φυσι­κούς και ψυχολογικούς «παράγοντες», οι οποίοι μετέτρεπαν τον πόλεμο σε ένα «μεγάλο δράμα». Η μεγαλοφυία μπορούσε να υπερνικήσει τον στρατιωτικό σχο­λαστικισμό κατά τον ίδιο τρόπο που το ταλέντο και η πείρα μπορούν και υπερι­σχύουν των φλογερών νεοσσών. Όμως οι ίδιες αυτές αρχές που όλη η στρατιωτική εμπειρία αποδεικνύει την αλήθεια τους δεν μπορούν να αγνοηθούν χωρίς κίνδυνο, ενώ αν εφαρμοστούν οδηγούν «σχεδόν πάντα» (prsque en tout temps) στη νίκη.

Η αρχή του να χρησιμοποιεί κανείς το σύνολο του στρατού του για να απειλή­σει κάποιο «αποφασιστικό σημείο» στο θέατρο του πολέμου και στη συνέχεια να επιτίθεται με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του εναντίον ενός τμήματος του στρα­τού του αντιπάλου το οποίο υπερασπίζεται το σημείο αυτό είναι πάρα πολύ απλή, παραδεχόταν ο Ζομινί. Όμως, τι σημαίνει «αποφασιστικό σημείο» ρωτούσαν οι επικριτές του. Ο Ζομινί απαντούσε πως είναι το σημείο εκείνο που η προσβολή ή η κατάληψη του μπορεί να βάλει σε κίνδυνο ή να εξασθενήσει σοβαρά τον αντίπαλο. Τέτοια σημεία μπορούν να είναι ένα σταυροδρόμι, το πέρασμα ενός ποταμού, μια ορεινή διάβαση, μια βάση ανεφοδιασμού ή μια απροστάτευτη πλευρά του εχθρικού στρατού. Η μεγάλη αξία. του Ναπολέοντα ως στρατηγιστή είναι ότι δεν ελίσσεται για να κερδίσει απλώς κάποιο περιορισμένο πλεονέκτημα, αλλά επισημαίνει τα ση­μεία εκείνα που αν καταληφθούν θα «εκτοπίσουν και θα καταστρέψουν» τον αντί­παλο. 0 νεαρός Βοναπάρτης εδραίωσε τη φήμη του με το να έχει άριστη πληροφό­ρηση, να μετακινεί τις δυνάμεις του ταχύτατα ώστε να συγκλίνουν κατά του απο­φασιστικού σημείου και με το να καταδιώκει τον νικημένο εχθρό του a outrance (μέ­χρι τελικής εξόντωσης). Σ’ ένα ευρύτερο θέατρο πολέμου ή σ’ έναν πόλεμο με δι­αφορετικούς στόχους, η αρχή αυτή μπορεί να. εφαρμοστεί διαφορετικά και ίσως πιο προσεκτικά. Η βασική όμως αρχή δεν αλλάζει. Οι πλευρές και οι γραμμές ανε­φοδιασμού του αντιπάλου παραμένουν πάντα χωρίς εξαίρεση τα καίρια σημεία στα οποία πρέπει κανείς να επιτίθεται. Ένας στρατός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εφόδια και η απειλή κατά των βάσεων ανεφοδιασμού του τον εξαναγκάζει να πο­λεμήσει έστω και κάτω από αντίξοες γι’ αυτόν συνθήκες. 0 Ζομινί, παρόλο που αναγνώριζε την ιδιαίτερη μορφή των Ναπολεόντειων Πολέμων, παρουσιάζοντας εν­δεικτικές ιστορικές περιπτώσεις στην όλη θεωρητική πραγμάτευση της Σύνοψης τό­νιζε πως κάτω από τις χαοτικές αλλαγές που έχουν επέλθει στους πολέμους της νεότερης εποχής βρισκόταν πάντα μια στρατηγική που είχε καθολική ισχύ.

II

Πώς κατάφερε ο άνθρωπος αυτός που ήταν γέννημα της Γαλλικής Επανάστασης να αποσυνδέσει την ανατροπή που έφερε η Γαλλία στη μορφή του πολέμου από τις επαναστατικές της ρίζες; Όπως έχουμε ήδη πει. είχε κατανοήσει πλήρως τις δραματικές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στον παλιό και στον καινούργιο τρό­πο διεξαγωγής του πο7ιέμου και πως οι αντιλήψεις του είχαν διαμορφωθεί ενώ υπηρετούσε στα γαλλικά επιτελεία στη διάρκεια των εκστρατειών του Ναπολέο­ντα. 0 Ζομινί δεν ήταν κάποιος καρεκλοκένταυρος στρατηγιστής της Παλινόρθω­σης ο οποίος κατασκεύαζε μέσα στο γραφείο του κάποιες αδοκίμαστες θεωρίες, αλλά παλαίμαχος πολλών εκστρατειών τις οποίες είχε παρακολουθήσει από εξαι­ρετικά πλεονεκτική θέση και συμμετέχοντας επί μία δεκαετία. στους πολέμους που διεξάγονταν στο χώρο της Ευρώπης. Για να καταλάβουμε πώς κατάφερε, με το έργο του και με την επιρροή του, να αποσπάσει την άποψη που είχε για τον πόλε­μο από το περιβάλλον όπου οι διάφοροι πόλεμοι διεξήχθησαν απαιτείται μια πολυεπίπεδη μελέτη.

Η προσωπικότητα και η σταδιοδρομία του ίδιου του Ζομινί μας προσφέρουν το πιο προσιτό επίπεδο για να μελετήσουμε τις ιδιόμορφες κατευθύνσεις που πήρε ο νους και το έργο του. Ως παιδί ήταν άτακτος, έξυπνος αλλά και αντιπαθητικός και έτσι και παρέμεινε. Ήταν μόνιμα μπλεγμένος σε διαμάχη με άλλους για κάποιο θέμα και ήταν ιδιαίτερα ευερέθιστος και έτοιμς πάντα για καβγά. Ως αξιωματικός στην Grande Armee (Μεγάλη Στρατιά), ήταν όλο αλαζονεία και σε μια φω­τογραφία που τον έχει αποτυπώσει στη γεροντική του ηλικία μοιάζει με θυμωμένο γεράκι. Το ότι παρέμεινε σε όλη του τη ζωή εριστικός και αγενής το επιβεβαιώ­νουν όλοι όσοι τον γνώρισαν, ακόμα και οι θαυμαστές του26. Τίποτα δεν εκφράζει καλύτερα το χαρακτήρα του από τα ίδια του τα λόγια τα οποία όμως βάζει στο στόμα του Ναπολέοντα. Στο έργο του Η ζωή τον Ναπολέοντα, Ιστορημένη από τον Ίδιο, το οποίο εκδόθηκε χωρίς όνομα συγγραφέα το 1827, ο Ζομινί περιέγραψε το ρόλο του ως αρχηγού του επιτελείου του Νεΰ στην εκστρατεία του 1813. Βάζε; έτσι τον Ναπολέοντα να λέει πως στη μάχη του Μπάουτσεν ο Ζομινί ήταν εκείνος που σχεδίασε ελιγμούς «τέλειους» και «ανυπολόγιστα» ωφέλιμους και πως η εν συνεχεία αναχώρηση του για ν’ αναλάβει υπηρεσία στον ρωσικό στρατό (την οποία στην πραγματικότητα την εποχή εκείνη ο Ναπολέων την είχε αποκαλέσει «λιπο­ταξία».) ήταν μια σοβαρή απώλεια, «επειδή ήταν ένας από τους αξιωματικούς που καταλάβαιναν άριστα το σύστημα μου για τον πόλεμο». Η ματαιοδοξία του Ζομι­νί, η οποία προκύπτει απ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς, κόβει κυριολεκτικά την ανάσα. Ταιριάζει όμως απόλυτα με το χαρακτήρα του. Ακόμα πιο αποκαλυπτικά είναι τα λόγια που υποτίθεται πως είπε ο Ναπολέων μετά την προσχώρηση του Ζομινί στον εχθρό. «0 Ζομινί ήταν ένας άνθρωπος ευερέθιστος, βίαιος, εκρηκτικός [mouvaice tete] αλλά υπερβολικά τίμιος (franc) για να συμμετάσχει σε μια προμελε­τημένη δολοπλοκία». Έτσι. σύμφωνα με τον ίδιο του τον απολογισμό τον οποίο έγραψε και δημοσίευσε στα σαράντα του χρόνια, ο Ζομινί ήταν οξύθυμος, μαται­όδοξος και ευερέθιστος σε βαθμό υπερβολικό.

Πίσω απ’ την εκρηκτικότητα και ευερεθιστότητα του, όμως, βρίσκονται οι βα­θύτερες πηγές της προσωπικότητας του – φιλοδοξία, απογοήτευση, ανασφάλεια και πιθανώς κατάθλιψη. Τον Ζομινί, όταν ήταν έφηβος, τον είχε καταπλήξει και γο­ητεύσει η άνοδος του Βοναπάρτη και στα δεκαεννιά του είχε ξεκινήσει για ν’ απο­κτήσει κι αυτός δόξα, φήμη και δύναμη. Με το να προσκολληθεί στον Νεΰ και με το να κερδίσει έστω και για σύντομο διάστημα την προσοχή του Ναπολέοντα, είχε ανέλθει γρήγορα, αλλά όχι τόσο ψηλά όσο ήθελε. Δεν του είχε ανατεθεί ποτέ η ηγεσία στρατευμάτων και η αλαζονική ευφυΐα του είχε ενοχλήσει ορισμένους σκλη­ροτράχηλους στρατηγούς υπό τις διαταγές των οποίων υπηρέτησε. Αν ο Νεΰ και ο Ναπολέων στάθηκαν οι πολικοί αστέρες του, ο Μπερτιέ, αρχηγός του επιτελείου του Ναπολέοντα, στάθηκε ο bete noire του (εφιάλτης). Ο Μπερτιέ είχε εμποδίσει επανειλημμένα την προαγωγή του και ενώ ο Νεΰ είχε προτείνει, μετά τη μάχη του Μτεάουτσεν. την προκγωγή του, ο Μπερτιέ είχε διατάξει τη σύλληψη του, επειδή είχε παραλείψει να του υποβάλει την περιοδική αναφορά που όφειλε ως αρχηγός του επιτελείου του Νεΰ28. Αυτό ήταν που τον έχανε να προσχωρήσει στον ρωσικό στρατό και μάλιστα στην πιο κατάλληλη, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, στιγμή, λίγο δηλαδή πριν από τον επιθανάτιο ρόγχο του ναπολεόντειου καθεστώτος.

Στον ρωσικό στρατό υπηρέτησε ως ιστορικός σύμβουλος του Αλεξάνδρου του Α’ και μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, το 1825, ως σύμβουλος του Νικολάου του Α’. Όμως, η ρωσική αυλή ήταν υπερβολικά περίπλοκη για τον Ζομινί κι έτσι δεν μπόρεσε να εισχωρήσει σ’ αυτήν αρκετά βαθιά ή με αρκετή ασφάλεια. Είχε μόνι­μα την ανάγκη κάποιου προστάτη – πρώτα του ίδιου του Αλεξάνδρου, μετά του Νικολάου και στο τέλος του μεταρρυθμιστή υπουργού Μιλιούτιν. Όμως, βρισκόταν πάντα κάποιος Μπερτιέ, κάποιος κακός άνθρωπος που έβαζε φραγμούς στις προ­τάσεις του29.

Όλα δείχνουν πως ο Ζομινί παρά τη φήμη του ήταν ένας άνθρωπος γαντζωμέ­νος απελπισμένα σε κάτι – στη μη κανονική θέση του στο επιτελείο του Νεΰ, στην προσωπική σχέση με τον αυτοκράτορα ή τον τσάρο και στο βαθμό και το μισθό του στρατηγού στη Ρωσία. Είχε μαλώσει με τον αδελφό του και την αδελφή του για κληρονομικά ζητήματα και οι ολοφάνεροι οικονομικοί φόβοι του, παρά τη συνεχή πώληση των βιβλίων του. φαίνεται πως ήταν δικαιολογημένοι30. Τα στοιχεία δείχνουν ακόμα πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο που βαθιά μέσα του πίστευε πως είχε αποτύχει. Δεν είχε ασκήσει ποτέ του στρατιωτική διοίκηση και η συγγρα­φή βιβλίων για τον πόλεμο δεν του προσέφερε αρκετή ικανοποίηση. Μπορεί οι στρατιωτικοί να τον επαινούσαν ή ακόμα και να τον κολάκευαν. Όμως. γνώριζε αρκετά τη νοοτροπία τους και ήξερε τι γνώμη έχουν οι άνθρωποι του επαγγέλμα­τος τους γι’ αυτούς που μόνο γράφουν για τον πόλεμο. Υπερβολικά ματαιόδοξος για να το παραδεχθεί, αλλά και αρκετά έξυπνος για να μην το καταλαβαίνει, ο Ζομινί θεωρούσε τον εαυτό του αποτυχημένο. Και αυτή η ενασχόληση με τον εαυτό του. η βαθιά συναίσθηση του για το πόσο εύθραυστη και τελικά ελάχιστα ικανο­ποιητική ήταν η θέση που κατείχε σ’ έναν τραχύ κόσμο, μια αίσθηση που απέρρεε απ’ τις ενθουσιώδεις αλλά και ενοχλητικές εμπειρίες της πρώτης του νιότης, ενι­σχυμένες από τα όσα του συνέβησαν στην υπόλοιπη ζωή του, διαμόρφωσαν τη σκέψη του για τον ίδιο τον πόλεμο.

0 πόλεμος, ή τουλάχιστον ο τομέας εκείνος του πολέμου που όντως τον ενδιέ­φερε, ήταν γι’ αυτόν συγκεκριμενοποιημένος στο πρόσωπο του ανώτατου ηγέτη, του Φρειδερίκου ή του Ναπολέοντα, οι οποίοι διεξήγαγαν το μεγάλο αιματηρό παιχνίδι και οι οποίοι με την εξυπνάδα και τη θέληση τους κυριαρχούσαν επί των ανθρώπων που τους υπηρετούσαν και τους οποίους είχαν χρησιμοποιήσει για να κατανικήσουν τους αντιπάλους τους. Αυτός ήταν ο πόλεμος -και η ζωή- για τον Ζομινί, όπως τον είχε γνωρίσει από τη θέση του αξιωματικού επιτελείων. Στα με­γάλα επιτελεία, ο ρόλος που παίζει η προσωπικότητα έχει καμιά φορά υπερβολική βαρύτητα. Έτσι δίνεται η εντύπωση πως η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτώνται από τις ικανότητες και τους χειρισμούς που κάνουν μερικοί άνθρωποι – ο διοικητής και οι επιτελείς του- οι οποίοι ενεργούν υπό ισχυρή πίεση. Η προοπτική των ευρύτε­ρων απρόσωπων δυνάμεων που διαμορφώνουν τα γεγονότα μπορεί εύκολα να χα­θεί κάτω στις συνθήκες υπό τις οποίες ο Ζομινί είχε βιώσει τον πόλεμο.

Δεν υπάρχει λόγος να τονίσουμε υπερβολικά το ψυχολογικό στοιχείο στο έργο του Ζομινί, για να διαπιστώσουμε πόσο η σκέψη του αντικατοπτρίζει, όπως είναι φυσικό, τις προσωπικές εμπειρίες του. Ολόκληρη η ζωή του, απ’ τα νεανικά του κιόλας χρόνια, στάθηκε μια φρενιτιώδης προσπάθεια για να πετύχει εντυπωσιάζο­ντας κάποιον ισχυρό άνδρα -τον νεόκοπο Ελβετό υπουργό Στρατιωτικών, τον Νεΰ, τον Ναπολέοντα, τον τσάρο και στο τέλος της ζωής του τον Μιλιούτιν- και ταυτόχρονα να επικρατήσει έναντι των εχθρών και των αντιπάλων του – του Μπερτιέ, του Τσερνίτσεβ, του Κλαούζεβιτς ή όποιων του έκλειναν το δρόμο31. 0 Ζομίνί έδρασε όπως ένας νεόπλουτος σε μια ανταγωνιστική κοινωνία, αλλά είχε πάντα κάτι το περιθωριακό. 0 κόσμος του δεν ήταν τόσο ο κόσμος των μεγάλων συγκρουόμενων μεταξύ τους δυνάμεων, αλλά ο κόσμος της μόνιμης σύγκρουσης των ανθρώπινων φιλοδοξιών.

Είναι διδακτικό να συγκρίνουμε απ’ αυτή την άποψη τον Ζομινί με τον Κλα­ούζεβιτς. 0 Κλαούζεβιτς, νεότερος του κατά ένα χρόνο, διακρίθηκε στον πρωσικό στρατό και μόλο που ήταν ταπεινής καταγωγής έφθασε ψηλά χάρη στις ικανότητες του αλλά και χάρη στην υποστήριξη του Σάρνχορστ. Πέρα όμως απ’ αυτή την ομοι­ότητα, υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές -μεταξύ Πρωσίας και Γαλλίας, μεταξύ των προστατών Σάρνχορστ και Νεΰ και μεταξύ βέβαια του Κλαούζεβιτς και του Ζομινί- οι οποίες και σημάδεψαν τις αντιλήψεις του καθενός τους για τον πόλεμο. Ο Κλαούζεβιτς και η Πρωσία γνώρισαν ήττες και ταπεινώσεις. Μόνο μετά τις κε­φαλαιώδεις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν ύστερα από τη στρατιωτική κατα­στροφή στην Ιένα το 1806, κατόρθωσε το πρωσικό στρατιωτικό σύστημα να βρει τρόπους για να αντιπαραταχθεί στην ισχύ της ναπολεόντειας Γαλλίας. 0 Κλαούζε­βιτς, ο οποίος συνελήφθη αιχμάλωτος στην εκστρατεία η οποία κατέληξε στη μάχη της Ιένας, ήταν ένα από τα νεότερα μέλη της ομάδας των μεταρρυθμιστών. Μετά το Βατερλό) και την εξορία του Ναπολέοντα σε ασφαλές μέρος, ο Κλαούζεβιτς και οι υπόλοιποι Πρώσοι μεταρρυθμιστές θεωρήθηκαν ύποπτοι. Η συντηρητική μοναρ­χία και αριστοκρατία δεν είχαν ξεχάσει ούτε είχαν συγχωρήσει τις μετά το 1806 απαιτήσεις τους για φιλελεύθερες αλλαγές και κατά τη δεκαετία του 1820 ο Κλα­ούζεβιτς δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως σκόπευαν να τον θέσουν σε επαγ­γελματική αποστρατεία διορίζοντας τον διευθυντή της Σχολής Πολέμου στο Βερο­λίνο. 0 Κλαούζεβιτς γνώρισε την αποτυχία, αλλά ο Ζομινί, παρόλο που υποπτευό­ταν πως ήταν αποτυχημένος, πέρασε ολόκληρη τη μακρά ζωή του διακηρύσσοντας την επιτυχία των απόψεων του. Ο Κλαούζεβιτς, προσωπικότητα πολύ πιο δυνατή και σταθερή, έγραψε για τον πόλεμο για να ικανοποιήσει τον εαυτό του και ίσως και το φάντασμα του Σάρνχορστ που είχε σκοτωθεί το 1813 και που είχε προσφέρει στον νεαρό προστατευόμενο του ένα υψηλό πρότυπο προσωπικής και διανοη­τικής ακεραιότητας. Αντίθετα, ο Νεΰ είχε δώσει στον Ζομινί δουλειά, χρήματα και πολύτιμη, αλλά σποραδική υποστήριξη και είχε εγκαταλείψει στην τύχη του τον νε­αρό άνδρα μόλις τον κούρασε η ταραχώδης προσωπικότητα του. Ο Ζομινί έγραφε για να δημοσιεύει και δημοσίευε για να εντυπωσιάζει. Διότι μόνο μεσώ του εντυ­πωσιασμού είχε κάποιες ελπίδες να ανέλθει και να διακριθεί. Αν τους δούμε υπό το πρίσμα των εντελώς αντίθετων ψυχολογιών τους, δεν είναι περίεργοι που ο Κλαούζεβιτς αντιμετωπίζει τον πόλεμο ως μια σύνθετη ολότητα, διακρίνοντας σ’ αυτήν τα στοιχεία που μπορούμε να ονομάσουμε τραγικούς όρους, η οποία: απειλεί πάντα να ξεφύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο, ενώ ο Ζομινί τον είδε κυρίως προσωπικά με ηρωικούς όρους τους οποίους ελέγχει πάντα ο αριστοτέχνης διοικητής.

Οι εκστρατείες του 1793-1794 είναι ένα χτυπητό παράδειγμα για το πόσο πολύ παρέσυρε τον Ζομινί η επίμονη ερευνά του ως προς την επιστήμη της άσκη­σης της αρχιστρατηγίας. Ήταν η χρονιά της Τρομοκρατίας όταν τα γαλλικά στρα­τεύματα στα βόρεια και στ’ ανατολικά μετέτρεψαν εύκολα την ήττα σε νίκη. 0 γαλλικός στρατός, ενώ ανασυγκροτούνταν, διεξήγε ταυτόχρονο: έναν ολοκληρωτι­κό πόλεμο σε πολυάριθμα μέτωπα. Οι ανταρσίες ήταν συχνές και τα κεφάλια των ηττημένων Γάλλων στρατηγών έπεφταν το ένα μετά το άλλο. Ήταν μια εποχή φρενιτιώδους προσπάθειας και απεγνωσμένων καινοτομιών. Από την περίοδο αυτή ο Ζομινί επέλεξε την εκστρατεία του 1794 προκειμένου να προβάλει, στο 14ο κε­φάλαιο της Πραγματείας του, τη θεωρία του περί «γραμμών επιχειρήσεων». Ανα­φέρεται ελάχιστα στις πολιτικές, συναισθηματικές και οργανωτικές συνθήκες και ασχολείται με τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στο 1757 και το 1794. Στις δύο αυτές εκστρατείες, δύο ξεχωριστοί στρατοί είχαν κινηθεί «συγκεντρωτικά» προς ένα συγκεκριμένο αντικειμενικό σκοπό – ο Φρειδερίκος, το 1757: είχε εισβά­λει στη Βοημία από τη Σαξονία και τη Σιλεσία, ενώ ο γαλλικός στρατός, το 1794, είχε προελάσει κατά του Βελγίου από τη Φλάνδρα και την κοιλάδα του ποταμού Μεύση. Ο Ζομινί γνώριζε πολύ καλά πως υπήρχαν και άλλοι που είχαν δει την εκ­στρατεία του 1794 κάτω από ένα εντελώς διαφορετικό πρίσμα. «Όμως, η παρου­σίαση της εκστρατείας του 1794 ως ενός καινούργιου στρατιωτικού συστήματος, ενός είδους θαύματος στα χρονικά του πολέμου, είναι οπωσδήποτε υπερβολική. Οι γαλλικές στρατιές δεν χρειάζονται υπερβολικούς επαίνους οι οποίοι αμαυρώνουν απλώς τη φύση της νίκης τους». Σύμφωνα με τον Ζομινί, η αληθινή αξία της γαλ­λικής νίκης βρισκόταν στους στρατιωτικούς ελιγμούς. Αυτό που είχαν κάνει οι Γάλ­λοι θα μπορούσε να ήταν πολύ καλύτερο, οπότε και θα τους διασφάλιζε μια ακόμα πιο αποφασιστική νίκη, ενώ αυτό που είχαν κάνει οι Αυστριακοί αποτελούσε μια κλασσική περίπτωση αποτυχίας ως προς την εκμετάλλευση των «εσωτερικών γραμμών», μιας κι αυτοί δεν είχαν συγκεντρώσει όλες τους τις δυνάμεις, πρώτα εναντίον της μιας γαλλικής στρατιάς και στη συνέχεια εναντίον της άλλης – έκαναν δηλαδή το ίδιο λάθος που είχαν κάνει και πάλι οι Αυστριακοί στον πόλεμο τους με τον Φρειδερίκο το 1757. Η αποτυχία αυτή των Αυστριακών να ελιχθούν σύμφωνα με τις αρχές του πολέμου ήταν η άμεση αιτία για τη γαλλική νίκη το 1794.Όμως, οι επιχειρήσεις που οδήγησαν στην κατάληψη του Βελγίου από τους Γάλλους, το 1794, ήταν πολύ πιο περίπλοκες από τις κινήσεις ενός παιχνιδιού το οποίο οι Αυστριακοί απλούς έχασαν. Όντως, όλες οι εκθέσεις και εκείνης της επο­χής και οι σημερινές τονίζουν τον τολμηρό χαρακτήρα της γαλλικής επίθεσης τον οποίο τροφοδοτούσε μια ασταμάτητη ροή ενισχύσεων που αντικαθιστούσαν τις βαριές απώλειες και τον οποίον ενδυνάμωνε η προσωπική παρουσία του Καρνό και του Σαιντ Ζυστ33. Τα ιστορικά στοιχεία δείχνουν καθαρά τον αποφασιστικό ρόλο που έπαιξαν στη συγκεκριμένη εκστρατεία τόσο ο όγκος όσο και η ποιότητα των γαλλικών στρατευμάτων που είχαν εμπλακεί σ’ αυτήν. Το ότι ο Ζομινί επέλε­ξε να υπογραμμίσει την αποτυχία των Αυστριακών να εκμεταλλευτούν το υποτι­θέμενο πλεονέκτημα μιας «εσωτερικής γραμμής επιχειρήσεων» έναντι των «ομό­κεντρων γραμμών επιχειρήσεων» των Γάλλων αποτελεί, στην καλύτερη περίπτω­ση, απλούστευση. Το ότι, όμως, θα προχωρούσε κι άλλο αρνούμενος κατηγορημα­τικά την ερμηνευτική αξία των θεσμικών, πολιτικών και ψυχολογικών παραγόντων σ’ αυτή την εκστρατεία φαίνεται παράξενο και ελάχιστα αξιόπιστο. Ωστόσο, όσο κι αν η χρήση αυτού του ειδικού παραδείγματος για να προβάλει τη γενική άποψη του είναι αμφισβητήσιμη, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς την επίδραση της θε­ωρητικής μεθόδου του, όπως και τη γενική αποδοχή που γνώρισε η εκδοχή του για τη στρατιωτική ιστορία.

Εκείνο που κάνει το έργο του σημαντικό είναι η μεγάλη ανταπόκριση των αναγνωστών του σ’ αυτό. Χωρίς αυτή την ανταπόκριση ο Ζομινί θα ήταν μόλις κάτι παραπάνω από μια ιστορική παραδοξότητα, όπως ακριβώς και ο σύγχρονος του Μπύλοβ. Όμως, οι μελετητές του πολέμου, και κατά τη ναπολεόντεια εποχή και μετά απ’ αυτή, βρήκαν στην Πραγματεία του Ζομινί, στην ιστορία του για τους Επαναστατικούς Πολέμους, στη βιογραφία του για τον Ναπολέοντα και κυρίως στη Σύνοψη της Τέχνης τον Πολέμου αυτό που ζητούσαν. Ο Ζομινί έδωσε στο ανα­γνωστικό κοινό του αυτό που προφανώς το αναγνωστικό κοινό αποζητούσε.

Τα βιβλία του από αφηγηματική όσο και από θεωρητική άποψη ακολουθούν την παλιά παράδοση της στρατιωτικής ιστοριογραφίας -Ιησούς του Ναυή, Καίσα­ρας, Φρειδερίκος, Αλέξανδρος- το μύθο δηλαδή του βασιλιά-πολέμαρχου ο οποίος προικισμένος με υπεράνθρωπες ικανότητες οδηγεί το λαό του στη νίκη. Η ιστορία είναι τόσο παλιά όσο και η λογοτεχνία. 0 Ζομινί βολεύεται άνετα στην παράδοση όπου οι στρατοί είναι άμορφες μάζες, εξοπλίζονται και συντηρούνται με μυστηρι­ώδεις τρόπους και η συμπεριφορά τους στη μάχη μοιάζει να αντανακλά τον απο­διδόμενο στη φυλή τους χαρακτήρα, το έθνος τους και τον ηγέτη τους. Στο τέλος, η κρίση που παραδοσιακά επικρατεί αφορά τη δράση του Μεγάλου Αρχηγού και των εχθρών του34. Μολονότι τα καλύτερα από τα αναλυτικα κείμενα του Ζομινί είναι πολύ ανώτερα από αυτού του είδους τη στρατιωτική ιστοριογραφία, τα πε­ρισσότερα από τα δημοσιευμένα έργα του είναι, αφηγήσεις εκστρατειών που εστι­άζουν στις αποφάσεις των στρατιωτικών διοικητών. Ακόμα και σήμερα, οι αφηγή­σεις αυτές προσφέρουν -μέσα στα διδακτικά όρια τους- αρκούντως διαυγείς, λεπτομερείς και αξιόπιστες εκθέσεις των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη από το 1756 ως το 1815. Επίσης, ενισχύουν σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό τρόπο θέασης του πολέμου με τις επικριτικές και ανιστορικές τάσεις του.

Όμως, στη σύμπτωση του αναγνωστικού κοινού με τον Ζομινί βοήθησαν και άλλες δραστήριες και ιστορικά συγκεκριμένες δυνάμεις. Στη διάρκεια της ζωή; του εμφανίστηκε στις δυτικές κοινωνίες το σύγχρονο στρατιωτικό επάγγελμα που με τα ορθολογικά συστήματα στρατολόγησης, εκπαίδευσης, προαγωγών, συντα­ξιοδοτήσεων, οργάνωσης των επιτελείων απέκτησε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά μιας ξεχωριστής ειδικευμένης ιεραρχίας τεχνικών που διαχωρίζεται όλο και περισ­σότερο από τον πολιτικό χώρο τον οποίο υποτίθεται πως υπηρετούσε, καθώς και από την παραδοσιακή ταύτιση του στρατιωτικού ρόλου με την αριστοκρατία και τους ευγενείς. Στο αναδυόμενο αυτό επάγγελμα, που η ανάπτυξη του και η αυτο­πεποίθηση του τονώθηκε από τους μακροχρόνιους πολέμους του 1792-1815- ο Ζο­μινί προσέδωσε το κύρος της επιστήμης και ταυτοχρόνως έναν αποχρώντα λόγο όσον αφορά την επαγγελματική του απαίτηση για αυτονομία. Η επιθυμία των και­νούργιων στρατιωτικών επαγγελματιών να καταστήσουν την «ειδικότητα: τους» επιστήμη είναι απλώς ένα κεφάλαιο μιας ευρύτερης ιστορίας του επαγγελματι­σμού κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, όπου κάθε επάγγελμα επιζητούσε να προσ­διορίσει και να υπερασπίσει τη δική του ειδική επιστήμη. Όμως, οι στρατιωτικοί είχαν να αντιμετωπίσουν και ένα άλλο πρόβλημα. Τη σχέση τους με την εξουσία και τις αρχές. Όσο οι αξιωματικοί ήταν αριστοκράτες ή ευγενείς, η σχέση αυτή ήταν σιωπηρά καθορισμένη από την κοινωνική προέλευση τους. Όταν η δημοκρα­τία, η γραφειοκρατία και η αξιοκρατία άρχισαν να μεταμορφώνουν το στράτευμα -πράγμα που συνέβη παντού, σ’ όλες τις χώρες το 1800- η σχέση του με την πο­λιτική έγινε προβληματική35. Μη όντας πια ένα τμήμα του συμβολαίου μεταξύ μο­νάρχη και αριστοκρατίας για τον επιμερισμό της εξουσίας, έγινε το στράτευμα απλά ένα εξάρτημα του κρατικού μηχανισμού;

Το στρατιωτικό πραξικόπημα που έφερε το 1799 στην εξουσία τον Ναπολέοντα και οι λόγω πολιτικών κινήτρων λιποταξίες των Πρώσων αξιωματικών στην κρίση του 1812. καθώς και το κίνημα των Δεκεμβριστών το 1825 στο οποίο ηγούντο Ρώσοι αξιωματικοί ήταν καίρια γεγονότα που καθιστούσαν το παραπάνω ερώ­τημα κάτι παραπάνω από ακαδημαϊκό. Τόσο οι συντηρητικοί όσο και οι φιλελεύθεροι φοβούνταν πως ένα στράτευμα τόσο επαγγελματοποιημένο θα κατέληγε να  αποξενωθεί από το κράτος και την κοινωνία., ενώ οι στρατιωτικοί από τη μεριά  τους έψαχναν να βρουν τρόπους για να αποφύγουν τον εξωτερικό έλεγχο που οι  φόβοι αυτοί θα μπορούσαν να τους επιβάλουν. Στον Ζομινί οι στρατιωτικοί βρήκαν αυτό ακριβώς που ζητούσαν. Μια καλή επιχειρηματολογία κατά της αυστηρής  υποταγές στην πολιτική εξουσία. 0 Ζομινί επικέντρωσε τις μελέτες του στον Φρειδερίκο και τον Ναπολέοντα οι οποίοι συνδύαζαν στο πρόσωπο τους και την πολι­τική και την στρατιωτική εξουσία. Αυτοί ήταν μοναδικές περιπτώσεις μη συναφείς  ακόμα και με τα πιο αυταρχικά κράτη, όπου ο βασιλεύων μονάρχης δεν αναλάμ­βανε ποτέ πια ουσιαστικά καθήκοντα αρχιστρατήγου. 0 Ζομινί, όμως, αποφεύγει επιμελώς ν’ αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Αντίθετα, επιλέγει να μελετήσει διεξοδικά την αντίθετη περίπτωση της Αυστρίας, η οποία από το 1756 ως το 1815 είχε χάσει ένα σωρό μεγάλους πολέμους και να στείλει έτσι ένα ισχυρό μήνυμα για  το θέμα των σχέσεων πολιτικής εξουσίας-στρατιωτικών. Οι Αυστριακοί στρατηγοί,  γράφει ο Ζομινί, ακρωτηριάζονταν συχνά από την «ανάμειξη» του ανακτορικού συμβουλίου που η άγνοια του σε στρατιωτικά ζητήματα καθώς και η υπέρτατη πο­λιτική εξουσία που διέθετε είχαν οδηγήσει συχνά τον οίκο των Αψβούργων σε στρατιωτικές καταστροφές.

Το μάθημα ήταν σαφές: Μια κυβέρνηση πρέπει να επιλέγει τον ικανότερο στρατιωτικό που διαθέτει και στη συνέχεια να τον αφήνει ελεύθερο να διεξάγει τον πόλεμο, σύμφωνα με τις επιστημονικές αρχές. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να παραμελούν τις ένοπλες δυνάμεις τους, αλλά και δεν πρέπει να αναμειγνύονται σε  θέματα που μόνο μορφωμένοι και πεπειραμένοι αξιωματικοί μπορούν να καταλά­βουν. Οι επαγγελματίες στρατιωτικοί βέβαια εγκολπώθηκαν το μάθημα αυτό, το δίδαξαν στους κληρωτούς τους και το επικαλούνταν κάθε φορά που απειλούνταν από την πολιτική ανάμειξη και -ακολουθώντας το παράδειγμα του μέντορα τους Ζομινί- δεν ένιωσαν ποτέ την ανάγκη να διερευνήσουν τις δυσκολίες που δημιουρ­γούσε μια τέτοια απλουστευτική διατύπωση. Οι δυσκολίες αυτές αποτέλεσαν κύριο θέμα στο Περί Πολέμου, αλλά οι στρατιωτικοί κατάφεραν να διαβάσουν ακόμα και τον Κλαουζεβιτς με τρόπο που διέστρεφε το νόημα του και το ενσωμάτωνε στη βολική διατύπωση του Ζομινί.

Όμως, στη δημιουργία ενός κοινού έτοιμου να αποδεχθεί το έργο του Ζομινί συντέλεσαν και άλλα πολύ ευρύτερα ρεύματα κοινής γνώμης και κοινού αισθήματα. Ο Ζομινί απευθυνόταν σε μια Ευρώπη που η επανάσταση και ο Ναπολέων την είχαν τραντάζει συθέμελα. Ταυτοχρόνως, η εμπειρία αυτή την είχε σαγηνεύσει. Δεν ήταν ποτέ δυνατόν να αγνοηθεί μια γενιά αναστατώσεων και αξιοσημείωτης επίδρασης της γαλλικής αυτοκρατορίας στον δυτικό κόσμο. Συγχρόνως όμως, ήταν διάχυτη η επιθυμία να μπει. αυτή η ταραγμένη εποχή σε κάποια πνευματική τάξη. να επέλθει η ομαλοποίηση ξαναβάζοντας το γαλλικό τζίνι στο μπουκάλι του. Ο Ζομινί. δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στη στρατηγική, τη βιογραφία και την επιστήμη ανταποκρίθηκε πλήρως σ’ αυτή τη διάθεση.

Η μεγαλοσύνη του Ναπολέοντα -έλεγε- δεν έγκειται στο ότι αυτός εκμεταλ­λεύτηκε για στρατιωτικούς σκοπούς την ορμή της επανάστασης, αλλά στο ότι δι­έγνωσε και εφήρμοσε τις επιστημονικές αρχές του πολέμου. Μ’ αυτή την έννοια ο Ναπολέων δεν ήταν μια άνευ προηγουμένου επαναστατική δύναμη αλλά η σύγ­χρονη εκδοχή, στον ανώτατο βαθμό, ενός επαναλαμβανόμενου φαινομένου – αυτό του μεγαλοφυούς ηγέτη. Η γρήγορη άνοδος του οφειλόταν στη Γαλλική Επανά­σταση. Αλλά η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν και η πηγή της δύναμης του. Αυτή προερχόταν από το ισχυρό πνεύμα του και την ισχυρή θέληση του που πριν αξιο­ποιηθούν για να οικοδομήσει την αυτοκρατορία του είχαν χρησιμοποιηθεί για να σταματήσει τα καταστροφικά και διαλυτικά αποτελέσματα της επανάστασης. Ο Ζομινί δεν έχασε ποτέ τον νεανικό θαυμασμό του για τον Ναπολέοντα κι αυτό έδωσε στα ιστορικά και θεωρητικά έργα του μια διφορούμενη έννοια η οποία έπαιξε σοβαρό ρόλο στην απήχηση που αυτά είχαν στη μετά το Βατερλώ Ευρώπη. Οι συντηρητικοί βρήκαν στον Ζομινί έναν επιδέξιο διαχωρισμό της πολιτικής και κοινωνικής αναστάτωσης που είχε προκαλέσει η επανάσταση από τις αίτιες και τις συνέπειες των ναπολεόντειων στρατιωτικών θριάμβων. Μπορούσαν έτσι να σκέ­πτονται για τον πόλεμο, χωρίς να ανησυχούν για πιθανή σχέση του με την επανά­σταση. Η πολιτική άλλωστε του ίδιου του Ζομινί βοηθούσε σε μια τέτοια ανάγνω­ση του βιβλίου του. Μετά την αμηχανία του που του είχαν προκαλέσει οι επικρί­σεις για την ευνοϊκή μεταχείριση που είχε επιφυλάξει στον Ναπολέοντα με την τετράτομη βιογραφία που είχε δημοσιεύσει το 1814, ο Ζομινί χρησιμοποίησε την ευκαιρία που του έδωσε ένα πολυσέλιδο «συμπλήρωμα και διόρθωση» της σύντο­μης παράθεσης της εκστρατείας του 1815 που συμπεριέλαβε στη βιογραφία του Ναπολέοντα, προκειμένου να προβάλει τις αρετές της ελέω Θεού μοναρχίας38. Είχε διανύσει μεγάλη απόσταση από τον ιακωβινισμό της νιότης του, αλλά το είχε πετύχει χωρίς κάποια ορατή μετακίνηση του στον τρόπο που προσήγγιζε τη μελέ­τη του πολέμου.

Στον Ζομινί μπορούμε ν’ ανιχνεύσουμε -πράγμα καθόλου παράδοξο­-ένα ισχυρό στοιχείο καλού πωλητού. Ήξερε τι ακριβώς ζητούσαν οι αναγνώστες του και τους το προσέφερε. Σ’ ορισμένα από τα δημοσιευμένα έργα του υπάρχουν με­ρικές αποκαλυπτικές παρεκβάσεις ως προς την τεχνική που εφήρμοζε για να πεί­θει τους αναγνώστες του να δεχθούν τα επιχειρήματα του. Ενώ στα προγενέστερα βιβλία του είχε βασιστεί στον Λόυντ και στον Τέμπελχοφ, βάλλει εν συνεχεία κατά του άτυχου Χάινριχ Ντήντριχ φον Μπύλοβ, τα έργα του οποίου έχουν εξεταστεί σ’ ένα προηγούμενο δοκίμιο του παρόντος βιβλίου. Ο Ζομινί ήταν, σίγουρος πως ο Μπύλοβ είχε καταφέρει να είναι ακατανόητος σε όλους εκτός από τους μαθηματικούς, πράγμα βέβαια που ήταν λάθος του, άσχετα με το πόσο άξιζε η θεωρία του. Στην αρχή, ο Ζυμινί προσπάθησε να χρησιμοποιήσει μια τρέχουσα κριτική των με­λετών του Λόυντ και του Τέμπελχοφ, για να φωτίσει τις αρχές του πολέμου, αλλά την εγκατέλειψε όταν αντιλήφθηκε πως κάτι τέτοιο θα είχε σαν αποτέλεσμα ένα μακρύ και πληκτικό έργο. Ανιαρός, σκωπτικός και απαισιόδοξος – αυτά ήταν κατά τον Ζομινί τα μεγάλα ελαττώματα του Κλαούζεβιτς, μόλο που παραδεχόταν πως στο Περί Πολέμου υπήρχαν θαμμένες και ορισμένες καλές ιδέες. Το πρόβλη­μα λοιπόν δεν ήταν στο να έχει δίκιο, αλλά στο να βρει τη μορφή που θα είλκυε και θα έπειθε.

0 Ζομινί μοιάζει ολότελα σύγχρονος ως προς την πεποίθηση του πως εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τόσο η αποκάλυψη της αλήθειας όσο η συσκευασία της και η διάθεση της στην αγορά. Πιστεύοντας ακλόνητα πως είχε αδράξει γερά τη μόνη αλήθεια που ενδιέφερε τους στρατιωτικούς και τους στρατηγιστές, εργάστη­κε σκληρά για να κάνει όσο πιο ελκυστική γινόταν την εκδοχή του για τη στρατιω­τική ιστορία και τη μορφοποίηση της στρατιωτικής θεωρίας του. Το μήνυμα του ήταν σαφές, απλό και επαναλαμβανόμενο. Έμεινε μέσα στα πλαίσια των καθιερω­μένων κανόνων της στρατιωτικής ιστοριογραφίας και μόλο που είπε στους στρα­τιωτικούς και στους συντηρητικούς αυτά που ήθελαν ν’ ακούσουν, απέφυγε τις κατηγορίες περί προκαταλήψεων, συμβάλλοντας κι αυτός στον διογκούμενο ναπο­λεόντειο θρύλο. Για λόγους ποικιλίας και για να δώσει μια χροιά επιστημονισμού, εισήγαγε τα σχηματικά διαγράμματα και λίγα μαθηματικά αλλά όχι ιδιαίτερα πε­ρίπλοκα, αποφεύγοντας έτσι το σφάλμα που είχε κάνει ο Μπύλοβ40.

0 Ζομινί, στην πραγματικότητα, συνενώνει τα δυο μεγάλα πολιτισμικά ρεύ­ματα των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα: Μια απέραντη ρομαντική ευαισθησία και μια εμμονή για τη δύναμη της επιστήμης, που έχει αναχθεί σε φορμαλιστικές δηλώσεις και γενικής παραδοχής προσταγές. 0 Ναπολέων του Ζομινί, προεικονισμένος από τον Φρειδερίκο, ήταν μια στρατηγική μεγαλοφυΐα και το έξοχο μυαλό και η θέληση του είχαν αντιληφθεί, εν είδει θρησκευτικής αποκάλυψης, την ομορ­φιά και τη δύναμη της επιστήμης – το ρομάντζο της επιστήμης. Η επίδραση του Ζυμινί πρέπει να ιδωθεί μέσα στο πλαίσιο των συγχρόνων του οι. οποίοι ασκούσαν επιρροή και έβλεπαν την πραγματικότητα κατά τον ίδιο περίπου τρόπο, μόλο που τα ιδιαίτερα συμπεράσματα τους και τα προγράμματα τους μπορεί και να διέφε­ραν. 0 Μπενθαμ, ο Κοντ, ο Μαρξ και ο ξεχασμένος πια σήμερα λαϊκιστής Βικτόρ Κουσεν. είναι μερικοί μόνο απ’ αυτούς. Τον Ζομινί δεν τον απασχολούσε, όπως απασχολούσε τον Κουσεν, όχι όμως και τον Μπέθαμ η τον Μαρξ. αυτή καθ’ αυτή η λύση του πνευματικού προβλήματος που είχε επιλέξει. Αυτό το είχε λύσει ικα­νοποιητικά όταν ήταν ακόμα πολύ νέος. Εκείνο που επιδίωκε ήταν να ακουστεί, να πείσει, να καθιερώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θα έβλεπαν τον πό­λεμο. Στο σκοπό αυτό αφιέρωσε την πολύχρονη ζωή του και την ακατάπαυστη ενεργητικότητα του. Και α αυτό πέτυχε κατά τρόπο μοναδικό, παρ’ όλα τα μυ­στικά αισθήματα αποτυχίας και ματαιότητας τα οποία, μπορεί να είχε.

ΙΙΙ

Οι πραγματικές ιδέες του Ζομινί προσφέρονται εύκολα για παρωδία ή για γελοι­οποίηση, ιδίως αν ιδωθούν κάτω από το τερατώδες πρίσμα, των πολέμων του εικο­στού αιώνα. Αρκετοί αντιπολεμικοί συγγραφείς καθώς και κάποιοι ιστορικοί έχουν βάλει τις κοινοτοπίες του Ζομινί στο στόμα σύγχρονων στρατιωτικών ηγετών, οι _οποίοι περιγράφονται κατά ποικίλους τρόπους ως σαδιστές ή ηλίθιοι ή και τα δύο. Η επιμονή του πως ακόμα και οι πιο ριζικές αλλαγές στη στρατιωτική τεχνολογία δεν μπορούν ν’ αλλάξουν τις μορφές του πολέμου φανερώνει τη νοοτροπία ενός αντιπάλου που δεν θα δίσταζε να διατάξει το ιππικό να επιτεθεί σε πολυβόλα ή να περιγράψει την πυρηνική ενέργεια ως «απλώς άλλο ένα όπλο». Εξίσου απογοη­τευτική είναι η συμβολή του στη γεφύρωση του αξιοθρήνητου χάσματος που υπάρ­χει ανάμεσα στους στρατιωτικούς και την πολιτική εξουσία και η οποία μοιάζει να είναι η μόνιμη ασθένεια του σύγχρονου κόσμου. Απομονώνοντας τη στρατηγική από το πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο της. ο Ζομινί συνέβαλε στην ενθάρρυνση μιας μεθόδου σκέψεως όσον αφορά τον πόλεμο η οποία εξακολουθεί να μας κατα­τρύχει. Όμως. θα ήταν άδικο να τον κατηγορήσουμε και για όλα τα συνεπακόλου­θα στρατιωτικά προβλήματα. Οι ιδέες του —όπως κάθε σύνολο ισχυρών ιδεών που ασκούν επίδραση- εξέφραζαν ολοκάθαρα τις σκέψεις, τη συμπεριφορά και τα αι­σθήματα που κυριαρχούσαν κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων και μετά απ’ αυτούς. Θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε πολύ περισσότερα αν επι­στρατεύοντας κάθε δυνατή συμπάθεια πάρουμε τις ιδέες αυτές στα σοβαρά. Σήμερα, ο Ζομινί είναι γνωστός κυρίως από τη Σύνοψη για την Τέχνη του Πολέμου η οποία έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες κι έχει συχνά εκδοθεί συντομευμένη ή σε αποσπάσματα ή και κλεψίτυπα. Αυτό ακριβώς ήλπιζε και ο ίδιος. Περιγράφο­ντας τον εαυτό του ως τον Κοπέρνικο ή τον Κολόμβο της στρατιωτικής ιστορίας, του άρεσε να λέει πως όλα του τα βιβλία, συμπεριλαμβανομένων των τριάντα πε­ρίπου τόμων της στρατιωτικής ιστορίας, δεν άξιζαν όσο αυτό το σύντομο δοκίμιο για τις αρχές του πολέμου που γράφτηκε το 1804 και δημοσιεύθηκε το 1807. Το δοκίμιο αυτό, επηυξημένο και διορθωμένο, ήταν ο πυρήνας της Σύνοψης. Οι επικρι­τές του Ζομινί, από τον σύγχρονο του Κλαούζεβιτς ως τον σύγχρονο μας Μπέρναρντ Μπρόντι, παραπονούνται πως με το βιβλίο αυτό ο Ζομινί υποβιβάζει τον πό­λεμο και τον μετατρέπει σ’ ένα απλό σύνολο κανόνων43. Ως προς αυτό, ο Ζομινί δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί πως υπάρχει έλλειψη κατανόησης. Όμως, ο εμφα­τικός διδακτισμός του, που αγανάκτησε τόσο πολύ τους επικριτές του, δεν απο­κλείεται να έχει επισκιάσει κάποιους άλλους σημαντικούς τομείς του έργου του.

Αξίζει να προσέξει κανείς κάπως παραπάνω τη στρατιωτική ιστοριογραφία του. Το πρώιμο έργο του το οποίο αναφερόταν στον Επταετή Πόλεμο αποτελούσε μια σοβαρή προσπάθεια να ξεπεραστεί η ολοφάνερη μεροληψία που ταλαιπωρού­σε τα βιβλία αυτού του είδους. Τη στρατιωτική ιστορία τη χρησιμοποιούσαν συνή­θως είτε για να εξάγουν έναν ηγέτη ή ένα λαό ως προσάρτημα της μοναρχικής εξουσίας είτε να τονώσουν την εθνική περηφάνια, πράγμα που κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακή την προσπάθεια του Ζομινί για λιγότερο μεροληπτική και περισσό­τερο κριτική παρουσίαση του πολέμου. Ακόμα και οι μέντορες του Αόυντ και Τέμπελχοφ ήταν ολοφάνερα μεροληπτικοί. 0 Λόυντ είχε υπηρετήσει με το βαθμό του στρατηγού στην αυστριακή πλευρά, ενώ ο Τέμπελχοφ είχε ενθαρρυνθεί από τον Φρειδερίκο να αντικρούσει την κριτική του Λόυντ. Η προκατάληψη φυσικά του Ζο­μινί βρίσκεται στο ότι πίστευε πως στον πόλεμο υπήρχαν όντως αρχές τη λειτουρ­γία των οποίων μπορούσε να τη διακρίνει κανείς κατά τη διεξαγωγή του. Έδωσε, όμως, τουλάχιστον ένα καινούργιο πρότυπο όπου δεν είχε τόση σημασία ο έπαινος και ο ψόγος όσο η έκθεση πάνω σε μια ρεαλιστική βάση του εύρους των ιστορικών δυνατοτήτων. Τα μετέπειτα έργα του τα αναφερόμενα στους Επαναστατικούς και τους Ναπολεόντειους Πολέμους έχουν σίγουρα υποτιμηθεί. 0 Ζομινί είχε κάποια πρόσβαση στα γαλλικά, ρωσικά και αυστριακά αρχεία, πήρε μέρος ο ίδιος σε πολλές εκστρατείες και μετά το 1815 συνομίλησε με πολλούς υψηλόβαθμους στρατι­ωτικούς διοικητές, όπως για παράδειγμα τον δούκα του Ουέλινγκτον, στο συνέ­δριο της Βιέννης. Οποιοσδήποτε ιστορικός ενδιαφέρεται για τη στρατιωτική ιστο­ρία αυτής της περιόδου θα βρει ακόμα και σήμερα τους τρεις τόμους της ιστορίας του πολύτιμους, λόγω των λεπτομερειών που περιέχουν, της διαύγειας τους και της, σε γενικές γραμμές, ακρίβειας τους. Προσπαθώντας να διερευνήσει τις ενέρ­γειες των αντιμαχομένων, έκανε ό,τι μπορούσε για ν’ αποφύγει τη μονόπλευρη έρευνα η οποία εξακολουθεί να κατατρύχει ακόμα και σήμερα τα κείμενα της

μενικό σκοπό και με ποιες δυνάμεις σε σχέση με τη συνολική στρατιωτική δύναμη που διαθέτει το κράτος, τότε πρέπει να γίνει μια θεμελιώδης διάκριση. Υπάρχουν, υποστήριζε, δυο ειδών lignes doperations: Το πρώτο είδος είναι «φυσικής» μορφής _ ποταμοί, βουνά, παραλίες, ωκεανοί, έρημοι και αποστάσεις που μέσω. πάνω από και γύρω από τις οποίες πρέπει να διεξαχθούν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Όμως, υπάρχει και κάτι ακόμα. Αυτό είναι το κατασκευασμένο από τον άνθρωπο περιβάλλον που περιορίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και το οποίο αποτελεί επίσης τμήμα των «φυσικών» ή διαθέσιμων lignes doperations – οχυρωματικά έργα, πολι­τικά σύνορα, ναυτικές βάσεις και οδικά δίκτυα. Η άποψη του αυτή μπορεί να φαί­νεται κοινότοπη, αλλά aκόμα και σήμερα, είναι αξιοπρόσεκτη στο βαθμό που οι στρατιωτικοί και θεωρητικοί μπορούσαν να κάνουν τη σαφή διάκριση ανάμεσα στο τι επέτρεπε το περιβάλλον να γίνει κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων και στο τι γινόταν στην πραγματικότητα, Το δεύτερο είδος των lignes doperations -απ’ τη στιγμή που οι περιβαλλοντικοί, περιοριστικοί παράγοντες αναγνωριστούν και αφεθούν κατά μέρος- αφορά αποκλειστικά τη στρατιωτική επιλογή. Πού πρέ­πει ακριβώς να δοθεί η μάχη; Μέσα στα περιθώρια της επιλογής που αφήνει το πριν από τον πόλεμο περιβάλλον; Με ποιον αντικειμενικό σκοπό; Με τι δυνάμεις; Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ακόμα και σήμερα ούτε τετριμμένα ούτε και εύκο­λα να απαντηθούν, όπως δεν ήταν και στους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Ο Ζομινί, δυστυχώς, άρχισε να κάνει αυτή τη διάκριση χρησιμοποιώντας δια­φορετικές λέγεις. Τους φυσικούς ή περιβαλλοντικούς περιορισμούς που δεσμεύουν τη στρατηγική επιλογή τους κατηγοροποίησε ως «εδαφικές» γραμμές επιχειρήσε­ων και οι καθαυτό στρατηγικές επιλογές έγιναν γραμμές επιχειρήσεων «δι’ ελιγ­μού». Όταν μια πιο λεπτομερής ιστορική πραγμάτευση ανέμειξε αναπόφευκτα αυτές τις δυο κατηγορίες με αναφορές σε «βάσεις» και «ζώνες» ή «θέατρα» επι­χειρήσεων, η σύγχυση αντί να εξαλειφθεί επιτάθηκε. Γενεές ολόκληρες ανυπόμο­νων στρατιωτικών και επικριτών προβληματίστηκαν και αγανάκτησαν από κάτι που έμοιαζε με ρευστή, αφηρημένη χρήση αυτών των νεολογισμών που το ουσιώ­δες -και σημαντικό- νόημα τους είναι πολύ λιγότερο κατανοητό απ’ όσο θα έπρε­πε από έναν συγγραφέα, ο οποίος υποστήριζε πως πάνω απ’ όλα ήταν ρεαλιστής, άμεσος, απλός και διαυγής.

Ο Ζομινί, πολλαπλασίασε τις ευκαιρίες για παρεξήγηση όταν κατέταξε τις γραμμές επιχειρήσεων δι’ ελιγμών σε δέκα το λιγότερο υποκατηγορίες που η τελευ­ταία τους ήταν η αβάσιμη κατηγορία του «τυχαίου». Όμως, ακόμα και ο όρος «τυ­χαία γραμμή επιχειρήσεων» περιλαμβάνει ένα σημαντικό στοιχείο. Στον πόλεμο πρέπει να αναμένει κανείς το απρόσμενο – η ταχεία αλλαγή συνθηκών μπορεί να απαιτήσει μια νέα γραμμή επιχειρήσεων. Σε ορισμένες από αυτές τις υποκατηγο­ρίες 6α χρειαστεί να επιστρέψουμε αργότερα. Προς το παρόν, αρκεί ν’ αναγνωρί­σουμε πως ο πολύ νεαρός τότε Ζομινί, φιλόδοξος, ευερέθιστος και ζωηρός καθώς ήταν, βιάστηκε να δημοσιεύσει στην πρώτη κιόλας μελέτη του τις «principes generaux de lart de guerre» (γενικές αρχές της τέχνης του πολέμου), που την εξέδωσε στο Γκλογκάου στη διάρκεια κάποιας ανάπαυλας, όταν το Έκτο Σώμα του Νεΰ ήταν στρατοπεδευμένο στη Σιλεσία και τα περισσότερα από τα πεντακόσια αντίτυπα της τα έστειλε στα βιβλιοπωλεία του Βερολίνου και του Μπρεσλάου, ενώ τα υπό­λοιπα στον Ναπολέοντα και σε όλους τους άλλους που προσδοκούσε νκ εντυπω­σιάσει. Το κύριο αποτέλεσμα ήταν να παγιώσει πρώιμα με γλώσσα παραπλανητι­κή και σκοτεινή την αξιόλογη σκέψη του για μια ζωτική πλευρά του πολέμου46.

Η στρατηγική επιλογή, από την άποψη του χρόνου και του χώρου, παραμένει ένα βασικό πρόβλημα ακόμα και σήμερα στην εποχή της μικροηλεκτρονικής, της πυρηνικής ενέργειας και της χρησιμοποίησης του ίδιου του διαστήματος για στρα­τιωτικούς σκοπούς. Αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα που διέγνωσε ο Ζομινί στην εποχή του Ναπολέοντα και στις λιγότερο θεαματικές νίκες του Φρειδερίκου του Β’, καθώς και στα αποτελέσματα όλων πολέμων περασμένων και μελλοντικών. Προσπάθησε να διακρίνει τις «εδαφικές» γραμμές επιχειρήσεων ή πολέμου, οι οποίες να μπορούν να σχεδιαστούν σ’ ένα χάρτη προκειμένου να τις θέσει κατά μέρος και να δώσει στον εαυτό του τη δυνατότητα να επικεντρωθεί απερίσπαστος στην ίδια τη στρατηγική. Κατά παρόμοιο τρόπο, καθώς επεξεργαζόταν τις ιδέες του, διέγνωσε πως τόσο τα ανώτερα όσο και τα χαμηλότερα επίπεδα της στρατιω­τικής δράσης όπου μπαίνουν στο παιχνίδι οι αξίες και τα συναισθήματα, τα όπλα και οι τεχνικές, τα επίπεδα δηλαδή εκείνα τα οποία αυτός ο ίδιος ονόμασε αντί­στοιχα «πολιτικά και ηθικά» και «τακτικά» έπαιζαν σημαντικό ρόλο στα στρατιω­τικά αποτελέσματα. Υποστήριζε πως αυτά τα πολιτικά και τακτικά επίπεδα διέ­φεραν ποιοτικά από το στρατηγικό επίπεδο. Τα πολιτικά συστήματα και οι συναι­σθηματικές φορτίσεις ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό, ενώ η τακτική καθοριζόταν αυστηρά από το υφιστάμενο και συνεχώς μεταβαλλόμενο οπλοστάσιο. Όμως, κα­νένα από αυτά τα δύο δεν υπόκειται στις βασικές και μη μεταβαλλόμενες αρχές. Το μόνο τμήμα του πολέμου που επιδέχεται επιστημονική ανάλυση είναι η στρα­τηγική47. Η μακροχρόνια, επομένως, επίδραση του έργου του συντέλεσε -μόλο που ο ίδιος αρνιόταν επανειλημμένα πως είχε τέτοια πρόθεση— στην αναγωγή του πολέμου σε ζήτημα επαγγελματικών ενδιαφερόντων του στρατιωτικού διοικητή εν καιρώ πολέμου.

Σύμφωνα μ’ αυτόν, οι «αρχές» του πολέμου ήταν και εξακολουθούν να πα­ραμένουν ακόμα και σήμερα, στις ποικίλες σύγχρονες εκδοχές τους, οδηγίες για στρατηγικές επιλογές. Η «στρατηγική», με την έννοια που αυτός έδινε στον όρο, μπορούσε να εφαρμοστεί σ’ όλα τα επίπεδα της στρατιωτικής όρασης κάτω από το επίπεδο της πολιτικής απόφασης για την κήρυξη πολέμου εναντίον κάποιου συ­γκεκριμένου εχθρού μέχρι το επίπεδο της ίδιας της μάχης, την οποία όμως δεν συ­μπεριλαμβάνει. Σε κάθε επίπεδο, ο διοικητής πρέπει να αποφασίζει το που. πότε και πώς θα κινήσει τις δυνάμεις του προκειμένου να φέρει σε πέρας την αποστο­λή του και να δώσει τη μάχη κάτω από τις πιο ευνοϊκές γι’ αυτόν συνθήκες. Κατά την άποψη του Ζομινί, την οποία, όπως υποστήριζε ο ίδιος, την είχε διαμορφώσει όταν ήταν ακόμα στα πρώτα νιάτα του και μελετούσε την εκστρατεία του Βονα­πάρτη στην Ιταλία το 1796-1797, οι περισσότεροι από τους διοικητές προχωρούν σε λάθος επιλογές διότι δεν έχουν κατανοήσει τις αρχές της στρατηγικής. Οι αρ­χές αυτές μπορεί να συνοψιστούν μ’ ελάχιστες λέξεις και υποδεικνύουν τον τρόπο για να νικήσει κανείς ισχυρότερες δυνάμεις ή να προσβάλει τα σημεία εκείνα όπου ο αντίπαλος είναι ασθενέστερος και υπάρχει πιθανότητα να υποστεί ανεπανόρθω­τη ζημιά.

Υπάρχει κίνδυνος ο Ζομινί να μας δώσει για μια φορά ακόμα την εντύπωση πως είναι κοινότοπος, αν δεν μπορέσουμε ν: αντιληφθούμε για ποιο λόγο τονίζει ιδιαίτερα αυτό το σημείο: Οι περισσότεροι απ’ τους στρατιωτικούς διοικητές προ­χωρούν σε λάθος στρατηγικές επιλογές, επειδή παρασύρονται από τον «κοινό νου» (μια φράση που δεν χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Ζομινί, αλλά υπονοείται από τις δίχως τέλος συζητήσεις του για τις διάφορες ιστορικές περιπτώσεις). Οι στρατιω­τικοί διοικητές, στην προσπάθεια, τους να υπερασπίσουν τον εδαφικό τους χώρο ή τις ασθενέστερες δυνάμεις τους, αφήνουν τον αντίπαλο να αποφασίσει αυτός το πού. πότε και πώς θα επιτεθούν. Μην ξέροντας πώς ακριβώς να προστατευθούν ή να εκμεταλλευθούν ορισμένες «φυσικές» γραμμές επιχειρήσεων, θεωρούν πως κα­λύπτουν τα απρόβλεπτα, διασπείροντας τις δυνάμεις τους βάσει αρκετών ενδεχο­μένων εξελίξεων. 0 μη κοινός νους του Ναπολέοντα καθώς και του Φρειδερίκου συνήθως, όπως όλων των νικηφόρων ηγετών, συνίστατο, κατά τον Ζομινί, στη μα­ζική επίθεση εναντίον ορισμένων θέσεων του αντιπάλου, οι οποίες, όπως έκριναν αυτοί, ήταν «αποφασιστικής σημασίας». Μια τέτοια, ριψοκίνδυνη προφανώς, στρατηγική, η οποία αφήνει ορισμένους τομείς εκτεθειμένους ή αδύναμους, είναι όντως συνετή, αν φυσικά γίνει σωστά αντιληπτή. Η επιθετική δράση δεν δίνει στον αντίπαλο το χρόνο να σκεφθεί και να ενεργήσει, ενώ η υπέρτερη ισχύς στο χρόνο και το πεδίο της μάχης είναι η καλύτερη εγγύηση για την τελική νίκη. Σύμφωνα με την αγαπητή στον Ζομινί έκφραση, κάθε άλλη προσέγγιση της στρατηγικής είναι «vicieuse» (φαύλη). Οι κανόνες αυτοί φαίνονται απλοί, αλλά ο Ζομινί δεν κουράζε­ται να τους επαναλαμβάνει σ’ όλα του τα κείμενα, διότι κατά τη διεξαγωγή του πολέμου δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν, με καταστροφικές όντως συνέπειες.

Για τον Ζομινί, η πηγή από την οποία άντλησε τις αρχές αυτές ήταν η ιστορία, ενώ την επιβεβαίωση τους και την αποσαφήνιση τους την άντλησε από τον πραγ­ματικό κόσμο της στρατιωτικής δράσης. Ανακύπτει, όμως, το ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό οι ιστορικές ερμηνείες του αντανακλούν απλώς τις θεωρητικές του προκαταλήψεις. Ο Κλαούζεβιτς. επί παραδείγματι, διαφωνεί απόλυτα με πολλές απ’ τις συγκεκριμένες ιστορικές κρίσεις του Ζομινί και τον κατηγορεί για δύο ει­δών σφάλματα: θεωρητική προκατάληψη και ανεπαρκή γνώση. Ωστόσο, είναι πέρα από κάθε αμφιβολία πως μέσα στο πλαίσιο των ποικίλων στρατιωτικών συμ­μαχιών που είχαν σχηματιστεί κατά της επαναστατικής Γαλλίας και του Ναπολέ­οντα, καθώς και κατά της Πρωσίας κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου, είχαν παρουσιαστεί τεράστιες δυσκολίες στον τομέα των ‘σωστών στρατηγικών επιλογών.

Μια πρόσφατη, για παράδειγμα, μελέτη σχετική με τη βρετανική στρατηγική λίγο πριν από τη διάλυση του Δεύτερου Συνασπισμού (1799-1802), βασισμένη σε εξαντλητική έρευνα, στα βρετανικά αρχεία, μας δείχνει ένα πολεμικό υπουργικό συμβούλιο που ενώ είχε στη διάθεση του μεγάλες ναυτικές δυνάμεις, άφθονα οι­κονομικά μέσα και αξιόλογες χερσαίες δυνάμεις ήταν εντελώς ανίκανο να αποφα­σίσει για το πού και εάν έπρεπε να επιτεθεί – στη Μεσόγειο, στην Αμερική, κατά της ίδιας της Γαλλίας ή κάπου μεταξύ Φλάνδρας και Βισκαϊκού κόλπου; Αν σ’ αυτή τη χονδροειδή στρατηγική αποτυχία συμμετείχαν άνθρωποι λιγότερο ικανοί από τον Γουίλιαμ Πιτ, τον Χένρυ Νταντάς και τον Γκρένβιλ, θα καταλήγαμε να πι­στέψουμε πως το συμβούλιο αυτό το αποτελούσαν κάποιοι ανόητοι που ο Ζομινί στις μελέτες του περί στρατιωτικής ήττας μας λέει πως είναι οι συνήθως χαμένοι. Η δυσκολία της διαμόρφωσης και της εκπλήρωσης στρατηγικών επιλογών, όσο κι αν φαίνεται εκ των υστέρων απλή και περιορισμένη, επιβεβαιώνεται μέχρι σήμερα από πόλεμο σε πόλεμο. Και ο πυρήνας της δυσκολίας αυτής, όπως τον καθορίζει ο Ζομινί, βρίσκεται στη σωστή εκτίμηση των κινδύνων, των ωφελημάτων και των πιθανοτήτων και στην κατάληξη σε κάποιο συμπέρασμα αρκετά χειροπιαστό ώστε να εφαρμοστεί. Το κατά πόσον η μαζική επιθετική δράση είναι πάντοτε ή συνήθως η σωστή τακτική είναι ένα άλλο εντελώς δευτερεύον ερώτημα. Οφείλουμε όμως ν’ αναγνωρίσουμε τουλάχιστον πως ο Ζομινί, στο πρόβλημα, των στρατηγικών απο­φάσεων, δίνει την προσοχή που αξίζουν η ιστορία του και οι συνέπειες τις οποίες επιφέρουν αυτές οι στρατηγικές αποφάσεις.

Η στρατηγική έννοια στην οποία έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην ανάλυση του είναι αυτή της «εσώτερης» ή «εσωτερικής» γραμμής επιχειρήσεων. Αναφέρει την απλή ιδέα πως ένας από τους αντιπάλους πιθανόν να κατέχει μια θέση η οποία βρίσκεται μεταξύ —«εντός»- χωριστών εχθρικών δυνάμεων. Από μια τέτοια «εσω­τερική» θέση έχει τη δυνατότητα να προσβάλει κανείς πρώτα το ένα και μετά το άλλο τμήμα της εχθρικής δύναμης, νικώντας το καθένα με τη σειρά του, έστω και αν ο αντίπαλος μπορεί να ήταν ισχυρότερος, αν ήταν ενωμένος. Ο Ζομινί δεν κου­ραζόταν να επαναλαμβάνει πως ένας μικρότερος σε όγκο στρατός, διοικούμενος από έναν Φρειδερίκο ή έναν Ναπολέοντα, είχε τη δυνατότητα: να νικήσει έναν αριθμητικά υπέρτερο του και κατά πάσα πιθανότητα ισχυρότερο του στρατό, αν δρούσε σε μια «μοναδική» ή συνεχή γραμμή επιχειρήσεων την ώρα που ο αντίπα­λος του θα δρούσε σε «πολλαπλές» ή «ομόκεντρες» γραμμές επιχειρήσεων. Ένας ικανός ηγέτης όπως ο Βοναπάρτης μπόρεσε το 1796 και εκμεταλλεύτηκε με γρή­γορους ελιγμούς τη διασπορά του εχθρού και πέτυχε μία «εσωτερική» γραμμή επιχειρήσεων κατά των «εξωτερικών» γραμμών επιχειρήσεων του αντιπάλου του. με αποτέλεσμα να κερδίσει μια αποφασιστική νίκη.

0 Ζομινί υποστήριζε πως την ιδέα αυτή την είχε συλλάβει για πρώτη φορά όταν μελετούσε τη νίκη του Φρειδερίκου στο Λόιτεν, το 1757. 0 Φρειδερίκος στην περίπτωση αυτή είχε κατορθώσει να πλήξει με όλο του το στρατό τη μία μόνο πλευρά των Αυστριακών. 0 Ζομινί διαπίστωσε πως το ίδιο ακριβώς είχε κάνει σε ευρύτερη κλίμακα και ο Βοναπάρτη στην Ιταλία και πως το ίδιο επαναλάμβανε, με τη μια ή την άλλη μορφή, σ’ όλες τις μετέπειτα εκστρατείες του. Στο Βατερλώ, εκείνο που εμπόδισε τον Ναπολέοντα να χρησιμοποιήσει για μια ακόμα, φορά αυτή τη νικηφόρο: τακτική του ήταν η άρνηση των Πρώσων να συμμετάσχουν στο παι­χνίδι του. Οι Πρώσοι, αποκομμένοι από τον υπό τον Ουέλινγκτον βρετανικό στρα­τό, είχαν ηττηθεί στο Λινιύ. αλλά είχαν μάθει με επώδυνο τρόπο να μη δίνουν στον Ναπολέοντα το χρόνο και το χώρο που του χρειαζόταν για να νικήσει του’ συμμά­χους τους. Την κρίσιμη στιγμή στο Βατερλώ. αντί να υποχωρήσουν κατά μήκος της δικής τους γραμμής επιχειρήσεων, επέστρεψαν στην περιοχή της μάχης, συνέτριψαν τη δεξιά πτέρυγα των Γάλλων και μετέτρεψαν έναν ισόπαλο ως εκείνη τη στιγμή αγώνα σε αποφασιστική νίκη των συμμάχων.

Το πιο συγκεκριμένο και χειροπιαστό σχήμα που δίνει ο Ζομινί στη γενική αρχή του για τη μαζική προσβολή κάποιων τρωτών σημείων των δυνάμεων του αντιπάλου είναι η «εσωτερική» γραμμή επιχειρήσεων. Αυτό κίνησε το ζωηρό εν­διαφέρον των στρατιωτικών οι οποίοι αναζητούσαν χρήσιμες ιδέες. Η εφαρμογή της βέβαια εξαρτιόταν -όπως και στο Βατερλώ- από τον ακριβή υπολογισμό του χώρου και του χρόνου, καθώς και από τη συμπεριφορά του αντιπάλου. Αν ο αντί­παλος κρατούσε τις δυνάμεις του ενωμένες ή δεν άφηνε αρκετό χρόνο και χρόνο ώστε να προσβάλει κανείς χωριστά τις διεσπαρμένες δυνάμεις του, τότε μπορεί η νίκη να μην ήταν καθόλου πιθανή. Το πρόβλημα αυτό δεν απασχόλησε καθόλου τον Ζομινί, ο οποίος περιορίζεται να πει πως ο αληθινά Μεγάλος Αρχηγός θα πα­ρασύρει τον αντίπαλο του, με το να δημιουργήσει σύγχυση και να τον εξαπατήσει, ώστε να διαιρέσει τις δυνάμεις του, όπως είχε συμβεί το 1805 με τους Αυστρια­κούς και τους Πρώσους. Έτσι όμως είναι σαν να παραδέχεται πως η επιστήμη του πολέμου θα είναι πάντα μια τέχνη.

Ο Ζομινί στα κείμενα του για τη στρατηγική, τα οποία έγραψε στην ωριμότη­τα του, παραδέχεται μια σημαντική εξαίρεση στη θεμελιώδη αρχή περί μαζικής επιθετικής δράσης κατά ενός μόνο σημείου. Την εξαίρεση αυτή την ονομάζει πότε εμφύλιο, πότε θρησκευτικό, πότε εθνικό πόλεμο και πότε πόλεμο του φρονήματος. Στις περιπτώσεις αυτές δεν πρόκειται για συγκρούσεις μεταξύ δύο τακτικών στρατών, αλλά για πολέμους όπου εξεγείρεται και λαμβάνει μέρος ένας ολόκληρος πληθυσμός. Τέτοιου είδους πόλεμος ήταν αυτός που σημειώθηκε στην πιο δραμα­τική φάση των γαλλικών Επαναστατικών Πολέμων, στην περίοδο δηλαδή του levee en mass και της Τρομοκρατίας. Ο ίδιος, άλλωστε, ο Ζομινί είχε πάρει μέρος σε δυο παρόμοιους πολέμους: στη γαλλική εισβολή στην Ισπανία και στη γαλλική εισβολή στη Ρωσία. Στις εκστρατείες αυτές η συγκέντρωση μαζικών δυνάμεων ήταν κυρι­ολεκτικά άσκοπη, αφού δεν υπήρχε καίριο σημείο για να καταφερθεί το αποφασι­στικό πλήγμα. Ο εχθρός ήταν κρυμμένος παντού, συνήθως πίσω από ένα προπέ­τασμα λαϊκής εχθρότητας που αποπροσανατόλιζε τον εισβολέα. Ο Ζομινί μνημο­νεύει μια φοβερή νύχτα στη Βορειοδυτική Ισπανία όπου ενώ είχε αναφερθεί πως δεν υπήρχαν ισπανικά στρατεύματα σε ακτίνα εξήντα μιλίων, ξαφνικά εξολοθρεύ­τηκε ένας ολόκληρος λόχος πυροβολικού του σώματος του Νεΰ. Ο μόνος επιζών είπε πως η επίθεση είχε γίνει από χωρικούς επικεφαλής των οποίων ήταν ιερείς. «Όλο το χρυσάφι του Μεξικού», γράφει ο Ζομινί, «δεν θα μπορούσε να αγοράσει τις πληροφορίες που χρειάζονταν οι γαλλικές δυνάμεις στην Ισπανία»50. Ο Ζομινί, που κατά την απελπισμένη διάβαση του ποταμού Μπερεζίνα το 1812. είχε χάσει όλα του τα χαρτιά, μνημονεύει επίσης το πώς οι Ρώσοι αντάρτες παρενοχλούσαν τις φάλαγγες των Γάλλων που υποχωρούσαν. Κατά την άποψη του, τέτοιου είδους πόλεμοι είναι «επικίνδυνοι και αξιοθρήνητοι», προκαλούν βίαια πάθη που τους κά­νουν αξιοπεριφρόνητους, σκληρούς και απάνθρωπους. Ο οποιοσδήποτε στρατιωτι­κός προτιμά τον «loyate et chevaleresque» (έντιμο και ιπποτικό) πόλεμο από την «ορ­γανωμένη δολοφονία» που είναι οι εμφύλιοι, εθνικοί και ιδεολογικοί πόλεμοι.

Όσο για τις αρχές οι οποίες, αν υπάρχουν, ενέπνεαν τη σωστή στρατηγική σε τέτοιους «αξιοθρήνητους και επικίνδυνους πολέμους», ο Ζομινί δεν έχει να πει παρά ελάχιστα. Η κατάκτηση ενός οπλισμένου λαού οδηγεί αναπότρεπτα σε κα­τάτμηση των δυνάμεων η συγκέντρωση στρατευμάτων με σκοπό τη μάχη πάντα διατρέχει τον κίνδυνο απώλειας του ελέγχου σε περιοχές που έχουν εξασθενήσει επ’ ωφελεία των ανταρτικών δυνάμεων, όπως είχε γίνει στην περίπτωση των Ισπα­νών χωρικών και των Ρώσων ανταρτών. Η μόνη λύση γι’ αυτό φαίνεται πως είναι η ταυτόχρονη ύπαρξη μιας ευέλικτης εκστρατευτικής δύναμης και ξεχωριστών το­πικών «μεραρχιών», οι οποίες θα φρουρούν και θα έχουν υπό τον έλεγχο τους τις διάφορες κατακτημένες περιοχές. Οι διοικητές των μεραρχιών αυτών θα πρέπει να είναι έξυπνοι και πεπειραμένοι (instruit), διότι ο πολιτικός τους ρόλος στην παγίωση της νίκης θα είναι τόσο σημαντικός όσο και ο ρόλος της ένοπλης δύναμης. Το ότι οι πραγματιστικές αυτές συμβουλές, οι οποίες δεν διεκδικούσαν επιστημονικό κύρος, σήμαιναν την εγκατάλειψη των θεμελιακών οδηγιών του για μαζική επιθετική δράση ενάντια σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο δεν φαίνεται να ανησυχεί ούτε αυ­τόν ούτε το αναγνωστικό κοινό του, αλλά ούτε και τους επικριτές του. Αντίθετα, δίνουν λαβή να υποθέσει κανείς πως το όλο θέμα του ήταν δυσάρεστο και πως υπαινίσσεται καθαρά πως οποιαδήποτε στρατιωτική δύναμη καλό θα ήταν να απο­φεύγει την εμπλοκή της σε εθνικούς ή εμφύλιους πολέμους.

Πάντως, ο λαϊκός πόλεμος, είτε τον δει κανείς ως στρατιωτικό πρόβλημα είτε ως μέσον άμυνας, είναι υπερβολικά καταστρεπτικός, πολυέξοδος και ανεξέλε­γκτος, ώστε να μπορεί να τον εντάξει κανείς σε μια επιστημονική μελέτη για τη στρατηγική. Στην ένσταση πως όλοι οι μελλοντικοί πόλεμοι θα ήταν ή θα έπρεπε να είναι «εθνικοί πόλεμοι», όπως αυτοί της-περιόδου 1793-1794. ο Ζομινί απαντού­σε πως η στρατηγική θα έπρεπε να βρει -όπως ακριβώς και η πολιτική- κάποια «juste milieu» (μέση οδό) ανάμεσα στους πολέμους του παρελθόντος, οι οποίοι διε­ξάγονταν από επαγγελματικούς στρατούς, και τους νέους, αλλά βασικά παλιούς, βάρβαρους πολέμους που είχαν εξαπολυθεί από την επανάσταση. Σύμφωνα μ’ αυ­τόν, η μέση οδός είναι η μετατροπή του λαϊκού πάθους σε εκγυμνασμένη και ορ­γανωμένη στρατιωτικά εφεδρεία, η οποία σε καιρό πολέμου θα μπορούσε να εντα­χθεί τάχιστα στον τακτικό στρατό. Στο σημείο αυτό, η σύσταση του αποδείχθηκε προφητική. Όμως, στο τέλος, ο Ζομινί ταλαντεύεται καθώς υιοθετεί ένα υποθετικό σενάριο. Αν η Γαλλία εισέβαλλε στο Βέλγιο και το κατελάμβανε και τα γερμανικά στρατεύματα σε αντίποινα καταλάμβαναν το έδαφος της Ρηνανίας για να εμποδί­σουν την προσάρτηση της Φλάνδρας στη Γαλλία, η γαλλική κυβέρνηση, προκειμέ­νου να προστατέψει τα ανατολικά της σύνορα, τι θα έπρεπε να κάνει; Να προσφύ­γει σε μια levee en masee; Όχι βέβαια. Είναι ολοφάνερο πως στη συγκεκριμένη περί­πτωση οι αντικειμενικοί σκοποί και των δύο πλευρών είναι περιορισμένοι και πως επομένως δεν άξιζαν τον τρόμο ενός λαϊκού πολέμου. Αν όμως οι γερμανικές δυ­νάμεις νικούσαν στ’ ανατολικά, τι θα μπορούσε να σταματήσει την απόφαση, που θα λάμβαναν σε μια στιγμή ευφορίας, να προσαρτήσουν το ήδη κατακτημένο γαλ­λικό έδαφος; Πόσο πολύ θα μπορούσε μια τέτοια κλιμάκωση να αλλάξει τους αρ­χικούς υπολογισμούς των Γάλλων; Ο Ζομινί παραδέχεται πως πρόκειται για όντως δύσκολο πρόβλημα, αλλά δεν προχωρεί σε περαιτέρω διερεύνηση του.

Με το πέρασμα των χρόνων φαίνεται πως τον Ζομινί τον απασχολούσαν όλο και περισσότερο οι ψυχολογικές και πολιτικές πλευρές του πολέμου τις οποίες αυ­τός ο ίδιος με τη θεωρία του τις είχε απωθήσει στο περιθώριο. Στα έργα που έγρα­ψε όταν ήταν νέος ασχολείται σπάνια και σποραδικά μ’ αυτούς καθ’ εαυτούς τους πολιτικούς παράγοντες. Στη Συνοπτική Ανάλυση του 1830, όπου έχει συγκεντρώσει βιαστικά τα διάφορα κείμενα του, υπάρχουν πενήντα περίπου σελίδες οι οποίες αναφέρονται στη διπλωματία του πολέμου (politique de la guerre) και τις πολιτικές πλευρές της στρατηγικής (politique militaire). Η Σύνοψη, που δημοσιεύθηκε επτά χρό­νια αργότερα, περιέχει πολύ μεγαλύτερες και πολύ πιο προσεκτικά επεξεργασμέ­νες αναφορές στην πολιτική διάσταση του πολέμου.

Είναι πολύ πιθανό γι’ αυτήν την πιο ενδελεχή εξέταση από μέρους του Ζομι­νί του θέματος αυτού, το 1837, να έπαιξε σημαντικό ρόλο η ανάγνωση του ημιτε­λούς αριστουργήματος Περί Πολέμου του Κλαούζεβιτς, ο οποίος είχε επικρίνει τον Ζομινί ως ημιμαθή, απλουστευτικό και επιφανειακό και ο οποίος τόνιζε την ανάγκη να θεωρήσουμε τον πόλεμο ως μια προέκταση της πολιτικής. Όντως, στη Σύνοψη ο Ζομινί έχει προσθέσει ένα μεγάλο κεφάλαιο που αναφέρεται στους «πολέμους του φρονήματος» καθώς και καινούργια κείμενα που ασχολούνται με την ανώτα­τη διοίκηση και το ηθικό. Όμως, παρόλο που εξετάζει τα θέματα αυτά πληρέστε­ρα, δεν ξεφεύγει από την καθιερωμένη μέθοδο του. Σε κάθε σημείο περιγράφει τα καλά και τα κακά αποτελέσματα και παροτρύνει τους αναγνώστες του να ακο­λουθήσουν τα καλά και να αποφύγουν τα κακά. Για να το πετύχουν μάλιστα τους προτείνει και διαφόρους τρόποος. Επί παραδείγματι, το ιδεώδες θα ήταν να είχε ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής συγκεντρωμένη στα χέρια του και την πολιτι­κή και τη στρατιωτική εξουσία – όπως στις περιπτώσεις του Φρειδερίκου και του Ναπολέοντα. Όμως, αν ο μονάρχης είναι υποχρεωμένος να διορίσει ανώτατο στρα­τιωτικό διοικητή, τότε το πρόβλημα είναι το πώς να αποφύγει τις τριβές και τις ίντριγκες και πώς να δώσει στον ανώτατο στρατιωτικό διοικητή κάθε δυνατή πο­λιτική υποστήριξη ώστε να μπορέσει αυτός να υλοποιήσει τα στρατηγικά σχέδια του. Όμως, ο Ζομινί εξετάζει ελάχιστα τους λόγους που -εκτός βέβαια από τις αναπόφευκτες ανθρώπινες αδυναμίες – προκαλούν τις προστριβές αυτές. Επίσης, αναγνωρίζει πως το εθνικό στρατιωτικό πνεύμα είναι κάτι καλό. Δεν προχωρεί όμως σε ανάλυση του φαινομένου αυτού. Ζητά απλώς από τους στρατιωτικούς να το τιμούν και να το σέβονται.

Παρόλο που ο Ζομινί δεν ισχυρίζεται πως βασίζει την εξέταση της πολιτικής σε κάποιες επιστημονικές αρχές, υπάρχει η ίδια παράλογη έμφαση στη συνταγή και όχι στην ανάλυση. Η εκ μέρους του περιγραφή του Ιδεώδους ανώτατου διοι­κητή εμπεριέχει συνοπτικά το σύνολο της ανάλυσης που κάνει στη Σύνοψη: θα έπρεπε να διαθέτει μεγάλα αποθέματα ψυχικού και ηθικού σθένους, αλλά δεν εί­ναι απαραίτητο να έχει μεγάλη μόρφωση, «αρκεί να ξέρει πολύ καλά ορισμένα πράγματα και ιδίως τις ρυθμιστικές αρχές. 0 Ζομινί λοιπόν, παρόλο που προσπάθησε να προσεγγίσει ευρύτερα το φαινόμενο του πο­λέμου, δεν κατάφερε τελικά να ξεφύγει από την εμμονή του περί στρατηγικής και των αρχών της.

Οι βασικές επικρίσεις που δέχεται ο Ζομινί είναι προφανείς. Τον κατηγορούνπως είναι προσκολλημένος στην υπεραπλούστευση και τις συνταγές. Η αντίδραση του σ’ αυτό το είδος της κριτικής θα ήταν. «Ακριβώς». Σταθερή επιδίωξη του ήταν να περιορίσει την πολυπλοκότητα του πολέμου στον μικρότερο δυνατό αριθμό κρί­σιμων παραγόντων και να προσδιορίσει εκείνες τις γραμμές δράσης οι οποίες κά­νουν πιθανή τη νίκη57. Θα ρωτούσε τους επικριτές του αν είχαν τη γνώμη πως ο πόλεμος δεν μπορεί να απλοποιηθεί με την ανάλυση ή αν η ανάλυση δεν μπορεί να εξακριβώσει πιθανές εκβάσεις των διαφόρων επιλογών. Οι επικριτές, επομένως, του Ζομινί θα έπρεπε να κάνουν κάτι παραπάνω απ’ το να επιμένουν πως όφειλε να έχει προσεγγίσει το θέμα με διαφορετικό τρόπο» πρέπει, χρησιμοποιώντας τους δικούς του πια όρους, να θέσουν το ερώτημα σε ποιο σημείο το έργο του αποτυγ­χάνει ως προς τους στόχους του.

Τέσσερις εσωτερικές αδυναμίες υποδεικνύονται, Η πρώτη είναι πως ο Ζομινί παρέλειψε να χρησιμοποιήσει -όπως θα όφειλε να κάνει ένας καλός επιστήμονας-τη «μηδενική υπόθεση», εκείνες δηλαδή τις ιστορικές περιπτώσεις όπου η πραγ­ματική στρατιωτική εμπειρία δεν συμφωνεί με τη βασισμένη στις αρχές του πρό­γνωση. Αναφέρεται βέβαια σε τέτοιες περιπτώσεις, μια από τις οποίες είναι και η εκστρατεία του 1794, όπου οι Γάλλοι νίκησαν παρόλο που είχαν κατατμήσει τις δυνάμεις τους και είχαν δώσει στους Αυστριακούς το δυνητικό πλεονέκτημα των «εσωτερικών γραμμών». Είναι όμως ολοφάνερο πως δεν τον ενδιέφερε να εξετά­σει εις βάθος τέτοιου είδους υποθέσεις, όπως και δεν τον ενδιέφερε να διερευνήσει με ποιο τρόπο αυτές θα μπορούσαν να διευρύνουν ή να εμπλουτίσουν τη θεωρία του. Εν ολίγοις, θεώρησε πως τέτοιου είδους περιπτώσεις απειλούσαν τις θέσεις του και τις ανέφερε περιληπτικά απλώς και μόνο για να προλάβει αμφισβητήσεις και επικρίσεις.

Η δεύτερη αδυναμία είναι στενά συνδεδεμένη με την αναγωγική μέθοδο του. Για να απλουστεύσει τους σχετικούς με την ανάλυση του παράγοντες, προχωρεί στην υπόθεση πως στρατιωτικές μονάδες ίσου μεγέθους είναι στην ουσία και ισοδύναμες – δηλαδή εξίσου καλά εξοπλισμένες, εκπαιδευμένες, πειθαρχημένες, εφο­διασμένες και ευκίνητες58. Το μόνο που έχει σημασία είναι οι διαφορές ως προς ηγεσία τους, η ικανότητα των διοικητών τους και η ποιότητα των στρατηγικών αποφάσεων τους. Όπως οι παίκτες του σκακιού ή των πολεμικών παιγνίων, οι δι­οικητές έπαιζαν με μονάδες ισχύος, οι «αξίες» των οποίων ήταν λίγο πολύ γνω­στές και δεν ποίκιλλαν, όπως υποστηρίζει ο Κλαούζεβιτς, αλλά παρέμεναν πάντα σταθερές σ’ αυτήν την εξίσωση που είναι ο πόλεμος. Η υπόθεση αυτή διευκόλυνε την ανάλυση, μέσα στα δικά της, όμως όρια εγκυρότητας. Ωστόσο, πέρα απ’ αυτά τα όρια η υπόθεση αυτή καταλήγει να γίνει εμπόδιο που ακρωτηριάζει την περαι­τέρω ανάλυση. Για τον Ζομινί. ήταν πολύ λογικό να υποθέσει κανείς μια σειρά πο­λέμους μεταξύ εθνών που οι ένοπλες δυνάμεις τους ήταν εκσυγχρονισμένες και είχαν την ίδια περίπου δύναμη. Σε περίπτωση υπερβολικής ανισότητας, η πιο αδύ­ναμη πλευρά δεν θα διακινδύνευε έναν πόλεμο. Οι ευρωπαϊκοί πόλεμοι μετά το 1815 ταιριάζουν απόλυτα σ’ αυτό το πρότυπο. Το ίδιο και οι πόλεμοι που είχαν διεξαχθεί πριν από το 1789. Έτσι. η υπόθεση του Ζομινί φαινόταν εντελώς πραγ­ματιστική μέσα στο διεθνές πλαίσιο της Ευρώπης του δέκατου ένατου αιώνα.

Υπήρχε και μια άλλη κατηγορία πολέμων, η σημασία των οποίων όλο και με­γάλωνε, ακόμα και κατά τη διάρκεια της ζωής του Ζομινί. Σ’ αυτούς ο ασύμμετρος χαρακτήρας των ενόπλων δυνάμεων των αντιμαχομένων έχει καίρια σημασία για την οποιαδήποτε επαρκή ανάλυση. Και είναι αυτή ακριβώς η υπόθεση περί συμ­μετρικών δυνάμεων, η οποία οδηγεί στην κατάρρευση της θεωρίας του Ζομινί, όταν αυτός εξετάζει λαϊκούς πολέμους, όπως στην Ισπανία και τη Ρωσία, και τον αναγκάζει να αγνοεί παντελώς τα εγγενή προβλήματα της συμμαχικής στρατηγι­κής τα οποία εμφανίστηκαν στις εκστρατείες κατά του Ναπολέοντα, όταν οι αλ­ληλοσυγκρουόμενοι στόχοι των συμμαχικών κρατών δεν μπορούσαν να συμβιβα­στούν ακόμα και ενώπιον ενός συσπειρωμένου και επικίνδυνου εχθρού. Η ίδια αυτή υπόθεση καθιστά τη θεωρία του Ζομινί δογματικά απαθή απέναντι στις τε­χνολογικές και οργανωτικές αλλαγές, οι οποίες οδήγησαν στις πρωσικές επιτυχίες το 1866 και το 1870 και στην ευρωπαϊκή καταστροφή του 1914-1918 και του 1939-1945, καθώς και σε κάποια θεαματικά αποτελέσματα που είχαν ορισμένοι εκτός Ευρώπης επαναστατικοί ή απελευθερωτικοί πόλεμοι. Όντως, όλοι αυτοί οι πόλεμοι είχαν απόλυτη σχέση με τις ανισορροπίες ή τις αλλαγές στην ποιότητα των ενό­πλων δυνάμεων που είχαν εμπλακεί σ’ αυτούς. Όμως, η θεωρία του Ζομινί είναι εντελώς ακατάλληλη για ποιοτικές αναλύσεις μ’ εξαίρεση την ανάλυση στη λήψη αποφάσεων.

Η τρίτη αδυναμία του συνδέεται με τη δεύτερη. Ο ίδιος ο Ζομινί είχε δηλώσει πως ούτε ο πολιτικός χώρος εντός του οποίου διεξάγονται οι πόλεμοι ούτε η στρα­τιωτική τεχνική με την οποία διεξάγονται επιδέχονται το είδος της επιστημονικής ανάλυσης την οποία πρώτος αυτός εφήρμοσε στη στρατηγική και στη λήψη στρα­τηγικών αποφάσεων. Η πολιτική εξαρτάται πάρα πολύ από τις συνεχώς μεταβαλ­λόμενες συνθήκες και από τις συνεχώς μεταβαλλόμενες σχέσεις μεταξύ των πολι­τικών ηγετών και των πολιτικών δυνάμεων. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, οι λεπτο­μέρειες της στρατιωτικής τακτικής εξαρτώνται από τις αλλαγές στους εξοπλισμούς και κάποιους άλλους παράγοντες οι οποίοι είναι εύκολο να ξεφύγουν από τη λει­τουργία των καθορισμένων αρχών. Όμως, στα έργα που έγραψε στην ωριμότητα του και συγκεκριμένα στη Σύνοψη ο Ζομινί φέρεται εξαιρετικά απρόσεκτα ως προς τον εντοπισμό και τη σημασία της διαφοράς που υπάρχει ανάμεσα στο τι είναι και τι δεν είναι δεκτικό επιστημονικής ανάλυσης. Συχνά αυτός που θεωρείται ως ο εφευρέτης της σύγχρονης αντίληψης περί «στρατηγικής» (την οποία σαφώς δια­χωρίζει από την «πολιτική» και την «τακτική») μεταπηδά χωρίς κανένα περιορι­σμό από τη μια στην άλλη, παραθέτοντας αρχές και καθορίζοντας ενέργειες, δίνο­ντας έτσι την εντύπωση πως έχει λησμονήσει πως οι τρεις αυτές ζώνες [πολιτική, στρατηγική και τακτική] ρυθμίζονται από διαφορετικούς νόμους. Τα χειρότερα λάθη του είναι αυτά που αφορούν τη ζώνη της «τακτικής», όπου οι περισσότεροι από τους επαγγελματίες που τον διάβαζαν θα αναζητούσαν φυσικά χρήσιμες συμ­βουλές. Είχε βασίσει τις πρώτες του θεωρίες στη μάχη του Λόιτεν και αυτό που είλκυε μόνιμα το ενδιαφέρον του ήταν το πεδίο της μάχης όπου οι «αιώνιες αρ­χές» δεν ισχύουν. Ανέπτυξε σχηματικές επιλογές για τη μάχη, επικαλούμενος κάθε φορά που μπορούσε την αρχή της μαζικής δύναμης εναντίον ενός συγκεκριμένου σημείου, υπογραμμίζοντας την αξία των «εσωτερικών γραμμών» και προειδοποι­ώντας για τον κίνδυνο που υπήρχε να βρεθεί κανείς με τα νώτα του εκτεθειμένα την ώρα που επετίθετο κατά του αντιπάλου του. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να θολώσει τη ζωτική διάκριση ανάμεσα στα επίπεδα των στρατιωτικών επιχειρή­σεων, να μπερδέψει ανεπανόρθωτα τις περιπτώσεις όπου μια ήσσονος σημασίας μονάδα μπορεί -πολύ λογικά- να αμυνθεί παθητικά, να κατατμήσει τις δυνάμεις της και να εκθέσει τα νώτα της απ’ τη στιγμή που δρα βάσει ενός ευρύτερου κα­λοστημένου στρατηγικού σχεδίου.

Μια τελευταία αδυναμία του έργου του -κρινόμενου με τους δικούς του πά­ντα όρους- είναι οι ασάφειες του ως προς το πού εφαρμόζονται και πού όχι οι αρ­χές του πολέμου. Η αδυναμία αυτή έγκειται σε μια διαβρωτική ασάφεια η οποία επιτρέπει στους αναγνώστες του -συμπεριλαμβανομένων των σοφών μελετητών του- να αντιληφθούν το έργο του κατά διαφορετικούς και καμιά φορά διαμετρικά αντίθετους μεταξύ τους τρόπους60. 0 Κλαούζεβιτς έχει κι αυτός ένα πλήθος ασά­φειες, αλλά το Περί Πολέμου είναι ηθελημένα προκλητικό αντικατοπτρίζοντας την άποψη του συγγραφέα του για τον πόλεμο, η οποία είναι περίπλοκη, δυναμική και_ συχνά αντιφατική. Ο Ζομινί αναζητούσε την απλότητα και τη διαύγεια, αλλά αν τα όσα γράφει διαβαστούν προσεκτικά και όχι επιπόλαια ή επιλεκτικά είναι εντε­λώς αντιφατικά. Άλλοτε η νίκη εξαρτάται από την ακριβή εφαρμογή των αρχών της στρατηγικής, ενώ άλλοτε το κρίσιμο στοιχείο είναι η ιδιοφυία του ηγέτη κατά την εφαρμογή αυτών των αρχών (ή το να γνωρίζει πότε μπορεί να τις αγνοήσει, χωρίς να διακινδυνεύσει). 0 πόλεμος είναι επιστήμη ή μπορεί να διεξαχθεί επιστη­μονικά. Εντούτοις, ο πόλεμος είναι ένα χαοτικό δράμα όπου παίζουν ρόλο τυχαίες  και άλογες δυνάμεις. Η ποικίλλουσα έμφαση μοιάζει συχνά να ακολουθεί τη μετακινούμενη γραμμή της πολεμικής που εξαπέλυε ο Ζομινί, είτε όταν απέρριπτε τον ακραίο επιστημονισμό του Μπύλοβ και όλων εκείνων που ήθελαν να μετατρέψουν τον πόλεμο σε μια μηχανιστική επιχείρηση είτε όταν αντέκρουε τον Κλαούζεβιτς  και άλλους που αμφισβητούσαν την αξία των προκατασκευασμένων επιχειρησια­κών αρχών. Μέχρι αυτό το βαθμό, οι αντιφάσεις του δεν ξαφνιάζουν, ούτε είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Όμως, στον κρίσιμο τομέα των στρατηγικών αποφάσεων η αμφισημία αμβλύνει σε μεγάλο βαθμό την ουσία των επιχειρημάτων του. Η ου­σία της στρατηγικής είναι η επίθεση κατά των ενόπλων δυνάμεων του αντιπάλου. Με ποιο, όμως, σκοπό; Παρά την ιδιαίτερη σημασία που προσδίδει στην απηνή κα­ταδίωξη του ηττημένου αντιπάλου, πολλά στοιχεία στο έργο του Ζομινί δείχνουν πως ο αληθινός αντικειμενικός σκοπός της ένοπλης σύρραξης είναι η εξασφάλιση του ελέγχου του εδαφικού χώρου. Σ’ αντίθεση με τον Κλαούζεβιτς, ο Ζομινί αντι­λαμβάνεται τον πόλεμο ως επί το πλείστον με όρους χώρου και η προκατάληψη του αυτή προβάλλει εμφανέστερα στα τελευταία και με μεγαλύτερη επιρροή έργα του. Στενά συνδεδεμένη μ’ αυτή την ασάφεια, αν δηλαδή αντικειμενικός σκοπός της στρατηγικής δράσης είναι η εξασφάλιση του ελέγχου του εδάφους ή η συντρι­βή της ισχύος του αντιπάλου, είναι και κάποια άλλη ασάφεια η οποία σχετίζεται με τις αντικρουόμενες μεταξύ τους απαιτήσεις της επιθετικότητας και της ασφά­λειας. 0 Ζομινί δεν αμφιβάλλει πως μόνο η επιθετική δράση μπορεί να φέρει τη νίκη, όμως επιμένει επίσης πως η δράση αυτή πρέπει να αναλαμβάνεται χωρίς να εκτίθενται οι φίλιες δυνάμεις στον κίνδυνο των αντεπιθέσεων. Στον πραγματικό κόσμο του πολέμου -πράγμα που ο Ζομινί γνώριζε πολύ καλά- σπανίως μπορεί κανείς να επιτεθεί, χωρίς να εκτεθεί στον κίνδυνο μιας αντεπίθεσης. Όμως, για μια ακόμα φορά, ο Ζομινί αποφεύγει ν’ αντιμετωπίσει ευθέως το θέμα αυτό. Οι αντι­κρουόμενες μεταξύ τους αρχές της «επίθεσης» και της «ασφάλειας» μένουν χωρίς ικανοποιητική απάντηση και η διφορούμενη σχέση τους επιτείνεται από την αβε­βαιότητα ως προς την επιχειρησιακή έννοια της τρίτης αρχής, αυτής του «αντικει­μενικού σκοπού».

Ανασκοπώντας αυτές τις επικρίσεις, οι οποίες πηγάζουν από τον τρόπο που προσεγγίζει ο Ζομινί το θέμα του πολέμου και δεν αποτελούν επικρίσεις γι’ αυτήν καθ’ εαυτήν την προσέγγιση του, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως ή είχε μια ρηχή και μη πειθαρχημένη διάνοια ή ήταν ψυχολογικά μη ικανός να ελέγξει την έκταση των βασικών πνευματικών του δυνατοτήτων, τις οποίες φαίνεται εν συνε­χεία ανίκανος να επεκτείνει ή να τροποποιήσει. Όλ’ αυτά μοιάζουν αρκετά αληθι­νά, αν δεν επιμείνουμε υπερβολικά. Παρόλο που η οξύθυμη και ναρκισσιστική προ­σωπικότητα του καθιστά έργο εύκολο το να μετατραπούν αυτός και το έργο του σε καρικατούρα, ο ίδιος από κάθε άποψη και με βάση τα κείμενα του διέθετε ένα γρήγορο και διαπεραστικό μυαλό. Θαμμένες στις επαναλαμβανόμενες πολεμικές που εμπεριέχονται στα βιβλία του μπορεί να βρει κανείς πολύτιμες παρατηρήσεις, ερεθιστικές ιδέες κι ένα μοναδικό επιχείρημα για τη στρατηγική το οποίο, τουλά­χιστον μέσα στα θεμιτά όρια της εφαρμοσιμότητας, είναι ασφαλώς σωστό.

Σ’ ένα από τα τελευταία δοκίμια του το οποίο αναφέρεται στον Πρωσοαυ-στριακό Πόλεμο του 1866, ο Ζομινί σταθμίζει την καινούργια τεχνική των μεταφο­ρών με το σιδηρόδρομο61. Αναρωτιέται αν η περιοριστική επίδραση που έχει το προπολεμικό σιδηροδρομικό δίκτυο πάνω στη στρατηγική επιλογή -των νέων «εδαφικών» γραμμών επιχειρήσεων, δηλαδή, επί των γραμμών επιχειρήσεων δι’ ελιγμών, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του ορολογία- μπορεί ν’ αυξήσει όντως στο μέλλον τον ριζοσπαστικά καθοριστικό ρόλο που μπορεί να παίξει στη νίκη ή στην ήττα η τύχη. Όμως. οι ενδιαφέρουσες αυτές θεωρίες παραχωρούν σύντομα τη θέση τους στην αναμενόμενη επιμονή του πως ούτε ο ατμός ούτε οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε ν’ αλλάξει τις αρχές της στρατηγικής «οι οποίες παραμένουν αμετάβλητες»62. Απλώς δεν ήθελε ή δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το πρότυπο που είχε επεξεργαστεί επί δεκαετίες. Όμως, το πρότυπο αυτό ήταν κάτι παραπά­νω από ένα παιχνίδι που αφορούσε μόνο τον ίδιο. Βρήκε βαθιά ανταπόκριση σε γενεές στρατιωτικών. Οι άνθρωποι αυτοί ανήκαν σ’ ένα επάγγελμα συντηρητικό από τη φύση του και η προσήλωση τους στις αρχές της υπακοής, της νομιμοφρο­σύνης και της τάξης ανταποκρίνεται πλήρως στην εμμονή του Ζομινί σε μια αμε­τάβλητη αλήθεια, ουσιαστικά απλή, που έτσι και την ενστερνιστεί κανείς αποδει­κνύεται μεγάλης χρησιμότητας. Οι απόψεις του για τη στρατιωτική πραγματικό­τητα έδωσαν τη δυνατότητα στους στρατιωτικούς και σε άλλους ειδήμονες του πολέμου να καταπνίξουν τις όποιες αμφιβολίες τους είχαν προκαλέσει εμπειρίες σαν αυτές του 1866 και να απορρίψουν δυσάρεστες επικρίσεις κατά της στρατιω­τικής πολιτικής. Η συνεχής αυτή έλξη που ασκεί η σκέψη του Ζομινί χρειάζεται κά­ποια περαιτέρο διερεύνηση.

IV

Οι ενδείξεις για την επίδραση που άσκησε ο Ζομινί κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα και μετά είναι όντως εντυπωσιακές. Ήδη από το 1808 τα σχόλια του πάνω στα έργα του Αόυντ και του Τέμπελχοφ μεταφράστηκαν στ’ αγγλικά και το δοκίμιο του για τις αρχές του πολέμου κυκλοφόρησε στη Γερμανία63 και έγινε ευνοϊκά δεκτό. Το 1811, ολόκληρη η Πραγματεία του μεταφράστηκε και δη­μοσιεύτηκε στα ρωσικά και στα γερμανικά και μετά από το Βατερλώ η φήμη του μεγάλωσε κι άλλο και συνέχισε να μεγαλώνει με την εμφάνιση σε τακτά χρονικά διαστήματα των τόμων για τους Επαναστατικούς Πολέμους, αλλά και λόγω της ευρέως διαδεδομένης άποψης πως οι συμβουλές του είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία των συμμάχων κατά του Ναπολέοντα, το 1813. Μετά το θάνατο του Ναπολέοντα το 1821, δημοσιεύθηκαν τα σχόλια του για το έργο του Ζομινί το αναφερόμενο στην ιταλική εκστρατεία του 1796-1797· ο εξόριστος αυτοκράτορας επαινούσε το έργο, απήλλασσε τον Ζομινί από την κατηγορία της προδοσίας για το 1813 (στο κάτω κάτω ο Ζομινί ήταν Ελβετός και όχι Γάλλος) και συνεισέφερε καινούργια στοιχεία μόνο για κάποια πραγματικά περιστατικά που είχαν συμβεί στη διάρκεια της εκστρατείας, «ώστε να περιληφθούν στην καινούργια έκδοση του βιβλίου». Κάποια άλλη στιγμή στη διάρκεια της εξορίας του, ο Ναπολέων φέ­ρεται να είχε κάνει τη σκέψη πως σε μια μελλοντική κυβέρνηση του θα έπρεπε να τοποθετήσει τον Ζομινί επικεφαλής της στρατιωτικής εκπαίδευσης64.

Μόλο που σ’ όλη του τη ζωή ο Ζομινί προέδιδε μια κάποια αγγλοφοβία, οι Αγ­γλοι συγγραφείς δεν έδειξαν να τον θαυμάζουν λιγότερο. 0 Ουίλιαμ Νάπιερ, εξέ­χων ιστορικός των πολέμων της Ισπανίας, ήταν δεδηλωμένος θαυμαστής του Ζομινί65. Το 1825, ο υπολοχαγός Τζ. Α. Τζίλμπερτ, του Βασιλικού Πυροβολικού, δημο­σίευσε το έργο του Μια Παρουσίαση των Μεγάλων Στρατιωτικών Σχηματισμών και Κι­νήσεων Συνειλεγμένων… από τον Ζομινί. Ακόμα και πέρα από τον Ατλαντικό θεωρού­σαν τον Ζομινί ως τον κατ’ εξοχήν ερμηνευτή του Ναπολέοντα και πρύτανη των στρατιωτικών θεωρητικών. Στη μικρή Αμερικανική Ακαδημία του Ουέστ Πόιντ, όπου το κύριο βάρος το έδιναν στην τεχνική εκπαίδευση (μηχανικούς και χειριστές πολυβόλων), οι ευέλπιδες χρησιμοποιούσαν μια μετάφραση του έργου του Ζαι ντε Βερνόν Δοκίμιο για την Τέχνη τον Πολέμου και τις Οχυρώσεις. Όμως, στο βιβλίο αυτό είχε προστεθεί ένα παράρτημα που αναφερόταν στις αρχές του πολέμου οι οποίες είχαν αντληθεί κυρίως από τα έργα του Ζομινί που είχαν επαινεθεί από έναν Αμε­ρικανό εκδότη «ως αριστούργημα απόλυτης αυθεντικότητας». Όντως, κανείς δεν μπορούσε να ισχυριστεί πως ήταν ικανός να διοικήσει ένα αξιόλογο τμήμα στρα­τού αν δεν είχε μελετήσει τις αρχές που εκθέτει ο Ζομινί και δεν είχε εγκύψει πάνω σ’ αυτές66. Οι χαρακτηριστικές αυτές κρίσεις για τον Ζομινί είχαν διατυπω­θεί και πριν από τη δημοσίευση του έργου του Συνοπτική Ανάλυση (1830) και του έργου του Σύνοψη για την Τέχνη τον Πολέμου (1837-1838). Η νεότερη μεταναπολεόντεια γενιά αξιωματικών εντυπωσιάστηκε όσο και η προηγούμενη από την αναγω­γή του πολέμου σε μια χούφτα στρατηγικών αξιωμάτων. Το κύριο αποτέλεσμα των τελευταίων έργων του Ζομινί ήταν πως τα μηνύματα του κατέληξαν να χαρα­χθούν σε γρανίτη.

Αν στη στρατιωτική ιστορία υπάρχει χώρος για αστεϊσμούς, τότε ένας απ’ αυ­τούς, έστω και μικρός, είναι η αντίληψη πως το βιβλίο του Κλαούζεβιτς Περί Πολέ­μου, το οποίο δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του 1830 μετά το θάνατο του, έγινε η βί­βλος του πρωσικού στρατού, η αιτία για τις μεγάλες νίκες του το 1866 και το 1870 και πολύ σύντομα μετά απ’ αυτές η δεσπόζουσα στον δυτικό κόσμο στρατιωτική θεωρία. Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι Γερμανοί σπουδαστές των στρατιω­τικών σχολών θεωρούσαν τον Κλαούζεβιτς τόσο δυσνόητο, σκοτεινό και αμφίβολης χρησιμότητας όσο και οι μη Γερμανοί, οι περισσότεροι από τους οποίους διάβασαν το βιβλίο του σε κακές μεταφράσεις. Ο Βίλιζεν. ένας εξέχων Γερμανός στρατιωτι­κός συγγραφέας, ο οποίος το 1840 εξέδωσε τη δική του Θεωρία Περί Μεγάλου Πο­λέμου, περιγράφει τον εαυτό του ως «φλογερό μαθητή» του Ζομινί. Ένας νεότερος του Πρώσος αξιωματικός και στρατιωτικός θεωρητικός, ο Φρήντριχ Βίλχελμ Ρύστοβ, αποτελεί ακραία περίπτωση του πόσο διεισδυτική υπήρξε γενικά η επίδραση του Ζομινί. Ο Ρύστοβ πολιτικά ήταν ριζοσπάστης.

Εγκατέλειψε την Πρωσία μετά την επανάσταση του 1848, υπηρέτησε ως αρχηγός του επιτελείου του Γαριβάλδη, είχε στενή γνωριμία με τον Μαρξ και τον Ένγκελς και επομένως θα περίμενε κα­νείς πως θα επετίθετο στον Ζομινί θεωρώντας τον έναν «αστό» θεωρητικό. Και όμως όχι. Όπως ακριβώς και ο Βίλιζεν, περιγράφει τον εαυτό του ως «πιστό οπα­δό» του Ζομινί και οι μελέτες του για τη στρατηγική, οι οποίες δημοσιεύθηκαν το 1857 και το 1872, επαναλάμβαναν το δόγμα πως τα καινούργια όπλα δεν θα μπο­ρούσαν ν’ αλλάξουν ποτέ τις αρχές της στρατηγικής. Την ίδια άποψη υποστήριξαν και πολλοί άλλοι ελάσσονες Γερμανοί συγγραφείς.

Μετά τον Γαλλο-πρωσικό Πόλεμο, όταν οι Γάλλοι και οι Άγγλοι μελετητές του πολέμου «ανακάλυψαν» τον Κλαούζεβιτς και τον θεώρησαν ως ένα από τα μυστικά όπλα που είχε στο οπλοστάσιο της η Πρωσία, οι μεγάλης επιρροής Γερ­μανοί συγγραφείς συνέχισαν να πιστεύουν μόνο στον Ζομινί. Το 1880, ο Άλμπρεχτ φον Μπογκουσλάβσκι του πρωσικού στρατού μετέφρασε, επιμελήθηκε και επανεξέδωσε τη Σύνοψη του Ζομινί. Εξετάζοντας τον Ζομινί σε συσχετισμό με τον Κλα­ούζεβιτς, ο Μπογκουσλάβσκι υποστήριξε πως δεν έβλεπε για ποιο λόγο οι θεωρίες και οι απόψεις αυτών των δύο «σοφών μελετητών» έπρεπε να θεωρούνται αντίθε­τες και είναι σίγουρο πως μια τέτοια αντίληψη θα είχε ξαφνιάσει και τον Ζομινί και tτον Κλαούζεβιτς68. Στκ τέλη του αιώνα ένας άλλος Πρώσος αξιωματικός ο Γιορκ φον Βάντεμπουργκ, δημοσίευσε το βιογραφικό έργο Ο Ναπολέων ως Στρατηγός. Το μήνυμα που εμπεριέχεται στο βιβλίο αυτό είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα Ζομινί. Το συγκεκριμένο βιβλίο μεταφρασμένο στα αγγλικά το χρησιμοποιούσαν στο Ουέστ Πόιντ ως βασικό εγχειρίδιο μέχρι και τη δεκαετία του 1950. Μόλο που υπάρχει ζω­ηρή διαμάχη για τη στρατιωτική θεωρία του πρωσικού και του γερμανικού στρα­τού, όλες οι ενδείξεις επιβεβαιώνουν την άποψη του Πήτερ Πάρετ πως τον Κλαούζεβιτς τον ανακάλυψαν οι βικτωριανοί, οι θεωρητικοί της εποχής του Γουλιέλμου και οι μελετητές του πολέμου κατά την περίοδο του findesiecle. «Στη στρατιωτική σκέψη δεσπόζουν βασικά οι απόψεις του Ζομινί και όχι του Κλαούζεβιτς και στην έντονα εμπειρική ατμόσφαιρα της εποχής το Περί Πολέμου εθεωρείτο απλώς ένα επιχειρησιακό εγχειρίδιο69.

Θεωρούμενο απλό επιχειρησιακό εγχειρίδιο το Περί Πολέμου ενισχύει τη βαρύ­τητα που έδινε ο Ζομινί στη μαζική επιθετική χρήση της στρατιωτικής ισχύος. Όμως, η τεράστια διαφορά ανάμεσα στις δύο θεωρίες έγκειται στην εμμονή του Κλαούζεβιτς πως ο πόλεμος είναι στην πραγματικότητα κάτι εξαιρετικά περίπλο­κο (όσο και αν θεωρητικά φαίνεται ως κάτι απλό), πως η θεωρία μπορεί να φωτί­σει απλώς αυτή την περιπλοκότητα, αναγνωρίζοντας και διευκρινίζοντας τις σχέ­σεις (και όχι προκαθορίζοντας τη δράση) και πως ο πόλεμος είναι ουσιαστικά πο­λιτικός και ως τέτοιον πρέπει να τον προσεγγίσει κανείς (και όχι ως μια αυτόνομη δραστηριότητα η οποία εκτυλίσσεται μέσα σε σταθερά λίγο πολύ πολιτικά όρια). Καθώς μετά το 1870 το όνομα του Κλαούζεβιτς έγινε το σύμβολο της γερμανικής στρατιωτικής ανδρείας, ο Ζομινί είχε κερδίσει ήδη τη μονομαχία ανάμεσα στους δυο τους  απευαισθητοποιώντας τους αναγνώστες του ως προς τα ζωτικά σημεία του μηνύματος του Κλαούζεβιτς.

Ο κατάλογος των μαθητών και των θαυμαστών του Ζομινί είναι πολύ μεγά­λος, ενώ ακόμα και οι ελάχιστοι, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, επικριτές του απο­δέχονταν τη βασική του, ως προς τον πόλεμο, προσέγγιση. Όμως, γύρω στα 1890, στη γενικευμένη αυτή επιρροή έδωσε μεγάλη ώθηση το έργο του Άλφρεντ Θάγερ Μάχαν70.

Σε αντίθεση με τον Κλαούζεβιτς, ο Ζομινί είχε δώσει κάποια προσοχή και στη ναυτική διάσταση του πολέμου, μόλο που το ναυτικό ήταν ένα μέσον κυρίως για αποικιακές και αμφίβιες επιχειρήσεις. Όμως, τόσο τον Κλαούζεβιτς όσο και τον Ζομινί τους ενδιέφερε κυρίως το κλασσικό ευρωπαϊκό πρόβλημα που συνίστατο στη συνύπαρξη ισχυρών στρατιωτικά κρατών σ’ έναν περιορισμένο εδαφικά χώρο. Ο Μάχαν ήταν αξιωματικός του αμερικανικού ναυτικού. Ο πατέρας του, Ντένις Χαρτ Μάχαν, δίδασκε επί πολλά χρόνια στρατιωτική τέχνη (ή επιστήμη.) στο Ουέστ Πόιντ και ήταν ο κατ εξοχήν Αμερικανός ερμηνευτής και κήρυκας των απόψε­ων του Ζομινί71. Όταν το 1880 ο νεαρός Μάχαν έχοντας απαυδήσει από την ειρη­νική ρουτίνα της ναυτικής υπηρεσίας στράφηκε προς τη μελέτη, αποφάσισε συνει­δητά να κάνει για τη «ναυτική δύναμη » αυτό που είχε κάνει ο Ζομινί για τον κατά ξηράν πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο η Επίδραση της Ναυτικής Ισχύος στην Ιστορία 1660-1783. το οποίο κυκλοφόρησε το 1890 και σημάδεψε βαθιά τον σύγχρο­νο κόσμο, το σύγχρονο ιμπεριαλιστικό δόγμα, καθώς και τη ναυτική τακτική και στρατηγική. Για τον Μάχαν γίνεται λόγος σε άλλο σημείο του παρόντος βιβλίου. Εδώ αρκεί να σημειώσουμε πως η από μέρους του χρήση των «έξι αρχών» ως πλαισίου για την ανάλυση του και οι επανειλημμένες υπογραμμίσεις του για την αναγκαιότητα της κατάκτησης της κυριαρχίας των θαλασσών μέσω συγκεντρωτι­κής επιθετικής δράσης τον κάνουν ομόλογο του Ζομινί όσον αφορά το ναυτικό – χαρακτηρισμό που ο ίδιος ο Μάχαν θα τον είχε αποδεχθεί ευχαρίστως.

Απλοποίηση, αναγωγή σε βασικές αρχές, υποδείξεις. Αυτές κατέληξαν να είναι   οι απαράβατες ιδιότητες που κυριαρχούσαν στη δυτική στρατιωτική σκέψη στη στροφή προς τον εικοστό αιώνα. Και σχεδόν αταλάντευτα οι ιδιότητες αυτές συν­δυασμένες εγκωμίαζαν το ναπολεόντειο πρότυπο ως προς τη μαζική χρησιμοποίη­ση των δυνάμεων, την επίθεση μ’ αυτές και την ικανότητα του να κερδίζει με τον τρόπο αυτό γρήγορες νίκες. Καθετί αλλιώτικο ή λιγότερο εθεωρείτο αποτυχία. Οι αμυντικοί πόλεμοι, οι πόλεμοι φθοράς, οι παρατεταμένοι ή περιορισμένοι πόλεμοι ήταν μορφές στρατιωτικής δράσης οι οποίες εθεωρούντο ότι δεν είχαν σχέση ούτε με τον Ναπολέοντα ούτε με τον Ζομινί και συνεπώς ήταν απορριπτέοι από τη θε­ωρία και καταδικασμένοι από την πρακτική. Υπήρχε βέβαια και μία διαφορετική προσέγγιση, αυτή του Κλαούζεβιτς, ο οποίος είχε κατανοήσει πολύ καλύτερα την πολυπλοκότητα και την ποικιλία, επέμενε στον δυναμικό χαρακτήρα της βίας και ενδιαφερόταν περισσότερο για την ανάλυση παρά για τις υποδείξεις. Όμως, η προ­σέγγιση αυτή περνούσε απαρατήρητη. Παράλληλα, η ανάγνωση του έργου του Ζο­μινί γινόταν εντελώς επιλεκτικά. Πολύ λίγοι πρόσεχαν πως οι πόλεμοι του φρονή­ματος βρίσκονταν εκτός των βασικών αρχών του περί στρατηγικής. Μπορεί τα έργα του Φος και άλλων Γάλλων στρατιωτικών συγγραφέων να μετατόπισαν το κέντρο βάρους και να έδωσαν περισσότερη προσοχή στην ψυχολογική και όχι τόσο στη φυσική και μηχανιστική άποψη του πολέμου, ωστόσο ακόμα και η μετατόπιση αυτή έλαβε χώρα εντός των πλαισίων των όσων πρέσβευε ο Ζομινί.72

Πριν εξετάσουμε την επιρροή που άσκησε μετά την αιματηρή έκρηξη του 1914, μπορούμε να συνοψίσουμε αυτό που βρίσκεται πίσω από την τόσο ανθεκτική ελκυστικότητα του Ζομινί. Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τους Ναπολεόν­τειους Πολέμους ως προς το τραυματικό αποτέλεσμα που αυτοί επέφεραν στις μεταγενέστερες περί πολέμου αντιλήψεις της Δύσης – τη φύση τους, τη δυναμική τους και τις μεθόδους τους. Ο Ζομινί είχε καθιερωθεί σχεδόν αμέσως ως έγκυρος ερμηνευτής της ναπολεόντειας πολεμικής τακτικής. Η εκδοχή του για τη ναπολεό­ντεια εμπειρία δεν ήταν μόνο πειστική αλλά και – μέσα στα όρια της πάντα – αντιληπτή και λογική και δεν ήταν δυνατόν να παραμεριστεί όπως του Μπύλοβ. ακόμα κι απ’ όσους ανακάλυπταν λάθη. Ο Ναπολέων, έλεγε ο Ζομινί. είχε κερδίσει γρή­γορες και αποφασιστικές μάχες εξαιτίας της σκληρής εφαρμογής της αρχής της επίθεσης με συγκεντρωμένες στρατιωτικές δυνάμεις κατά ασθενών και ευαίσθητων σημείων.

 Η κυριότερη κριτική που ασκούσαν κατά του Ζομινί δεν ήταν πως αυτός είχε κάνει λάθος, αλλά πως με παραλείψεις και υπερβολές είχε προσφέρει ένα τρα­γελαφικά απλό απολογισμό του τι είχε συμβεί από το 1796 έως το 1815 και κατά συνέπεια μια χονδροειδώς ανεπαρκή θεωρία, οι συνέπειες της οποίας θα μπορού­σαν να αποβούν καταστροφικές. Όμως, πριν από το 1914, η κριτική αυτή παρέμε­νε ως απλή θεωρία που αφορούσε τους μελλοντικούς πολέμους. Για μακρό χρονικό διάστημα, η δυτική πολεμική εμπειρία ήταν περιορισμένη και οι πιθανές αδυναμίες της θεωρίας του Ζομινί δεν πήραν πραγματικές διαστάσεις. Οι γρήγορες νίκες του 1859, του 1866 και του 1870. ο παρατεταμένος αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος και η καταστροφή στον Κριμαϊκό Πόλεμο δεν μπορούσαν να ερμηνευθούν εύκολα με βάση τις γραμμές των επιχειρήσεων, την ανάγκη της συγκέντρωσης των δυνά­μεων και της χρήσης τους επιθετικά, τους κινδύνους από τη διαίρεση τους και την παθητική άμυνα. Το ότι ο ρωσικός στρατός καθηλώθηκε το 1905 στον πόλεμο με την Ιαπωνία σ’ έναν πόλεμο φθοράς και χαρακωμάτων οφειλόταν —σύμφωνα με τις εξηγήσεις που έδιναν- στη· ρωσική άγνοια και αναποτελεσματικότητα. Οι «αποι­κιακές» στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν τόσο διαφορετικές από τα κλασσικά ευ­ρωπαϊκά στρατιωτικά προβλήματα που μπορούσαν να αγνοηθούν ακίνδυνα. Μετά το Βατερλώ και μέχρι το 1914 είχαν συμβεί πάρα πολύ λίγα ή σχεδόν τίποτα ώστε να κλονιστεί το πρότυπο που είχαν θέσει οι θεωρίες του Ζομινί.

0 Μεγάλος Πόλεμος κλόνισε πολλά πράγματα, αλλά τίποτα τόσο βαθιά όσο τη στρατιωτική θεωρία. Μετά τη φρίκη και την αποτυχία του πολέμου των χαρα­κωμάτων, η ίδια η ιδέα της «στρατιωτικής επιστήμης» φαινόταν καταγέλαστη. Οι στρατιωτικοί διοικητές όλων των πλευρών είχαν υπερασπιστεί θορυβωδώς την προφανή τους ακαταλληλότητα, αντλώντας απλά στρατηγικά αξιώματα από τον ι Ζομινί, η φήμη του οποίου έκτοτε άρχισε να μειώνεται απότομα και να φθάνει σε μια κατάσταση από την οποία ουδέποτε ανέκαμψε. Τα σύγχρονα όπλα, η καθο­λική κινητοποίηση των οικονομιών και των κοινωνιών και ο πόλεμος φθοράς με τις επαναστατικές συνέπειες του κατέστησαν την ενασχόληση του με τις γραμμές επιχειρήσεων και τα μικρά διαγράμματα για στρατιωτικούς ελιγμούς άνευ νοή­ματος.

Ο Μεγάλος Πόλεμος προκάλεσε επίσης νέες στρατιωτικές εξελίξεις εκ των οποίων δύο στοιχεία τουλάχιστον είχαν σαν αποτέλεσμα την αναμόρφωση των απόψεων του Ζομινί για τον πόλεμο και συνεπώς τη διαιώνιση τους. Κανείς από τους επικριτές της στρατηγικής που ακολουθήθηκε κατά τον πόλεμο δεν ήταν πιο σαφής και με μεγαλύτερη επιρροή από τον Αγγλο λοχαγό Μπ. Χ. Λίντελ Χαρτ. Είχε άμεση απήχηση σε κείνους που τους είχε γεμίσει φρίκη η άσκοπη σφαγή στο δυτικό μέτωπο και ήταν αποφασισμένοι, να μην αφήσουν να ξανασυμβεί κάτι τέ­τοιο σε ευρωπαϊκό πόλεμο. 0 Λίντελ Χαρτ, που δεν ήταν ειρηνιστής, αλλά απαι­σιόδοξος ως προς τις πιθανότητες μιας μόνιμης ειρήνης, θεώρησε πως το κύριο πρόβλημα του σύγχρονου πολέμου ήταν η αυτοκτονική εμμονή στην ιδέα της με­γάλης μάχης, της άμεσης δηλαδή σύγκρουσης των κύριων στρατιωτικών δυνάμεων ή στόλων, οπότε η νίκη κατέληγε να είναι μια μορφή φυσικής επιβίωσης. Για την έμμονη αυτή ιδέα δεν κατηγορούσε τον Ζομινί αλλά τον Κλαούζεβιτς. 0 τυφλός θαυμασμός και η τυφλή μίμηση των Γερμανών στρατιωτικών μετά το 1870 και ιδιαίτερα η επίδραση του Πρώσου προφήτη τους, του «Μαχντί της Μάζας», όπως αποκαλούσε τον Κλαούζεβιτς, βρισκόταν πίσω από τον τρομερό εκφυλισμό της θε­ωρίας και της πρακτικής των ευρωπαϊκών πολέμων.

Απέναντι στη θεωρία του Κλαούζεβιτς για τον πόλεμο —σύγκρουση μαζικών. στρατευμάτων το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτιόταν από την αριθμητική υπερο­χή και τη δύναμη θέλησης, αλλά με ανθρώπινες απώλειες πολύ υψηλότερες από εκείνες που θα μπορούσε να δικαιολογήσει η οποιαδήποτε νίκη-, ο Λίντελ Χαρτ αντέτασσε την πρόταση του να δοθεί εκ νέου προσοχή στην ευελιξία, το θάρρος και την ικανότητα. Η στρατηγική του της έμμεσης προσέγγισης, επεξεργασμένη λεπτομερώς σε μια σειρά ιστορικών και θεωρητικών βιβλίων και περιοδικών, συνη­γορούσε υπέρ του πολέμου των ελιγμών, υπέρ της υπερκέρασης του αντιπάλου ψυχολογικά και εδαφικά, με ελάχιστο κίνδυνο και ελάχιστο κόστος. Επρόκειτο για μια στρατηγική που δεν απαιτούσε ένα ένοπλο έθνος, αλλά μια αρκετά περιορι­σμένη σε αριθμό και άκρως επαγγελματική δύναμη εφοδιασμένη με την πιο σύγ­χρονη τεχνολογία. Μόλο που ο Λίντελ. Χαρτ δύσκολα θα χαρακτήριζε τον εαυτό του οπαδό του Ζομινί, με τη γελοιογράφηση του οξύτερου επικριτή του Ζομινί και την ιδιαίτερη σημασία που έδινε αυτός ο ίδιος σ! ένα σύνολο τεχνικών, αναβίωσε, στην πραγματικότητα, τη διδακτική, βασισμένη σε εντολές, απλοποιητική προσέγ­γιση που χαρακτηρίζει το έργο του Ζομινί. Χωρίς να θέλουμε να υπερβάλουμε ως προς την επίδραση που άσκησε ο ίδιος ο Λίντελ Χαρτ, έχουμε τη γνώμη πως ιδέες σαν τις δικές του απηχούσαν σ’ όλη την περίοδο των μεσοπολέμου και οι στρατι­ωτικές απόψεις σημαντικών συγχρόνων του όπως του Τζ. Φ. Σ. Φουλερ, του Σαρλ ντε Γκωλ, του νεαρού τότε Τζωρτζ Πάττον και κυρίως κάποιων νέων Γερμανών αξιωματικών όπως ο Χάιντς Γκουντέριαν, ο οποίος ανέπτυξε την τεχνική για γρήγορες και περιορισμένες νίκες – δηλαδή τον Blitzkrieg.

Μακροχρόνια, πολύ μεγαλύτερης σημασίας από τις στρατηγικές της άμεσης προσέγγισης και του Blitzkrieg ήταν η αναδυόμενη άποψη περί στρατηγικών βομβαρδισμών και στο θέμα όμως αυτό υπάρχει σαφής σχέση με την παράδοση του Ζομινί. Στη δεκαετία του 1920, ο Τζούλιο Ντούετ, και άλλοι σύγχρονοι του θεωρητικοί στον τομέα της «αεροπορικής ισχύος», έκαναν για το αεροπλάνο αυτό που είχε κάνει ο Μάχαν για το πολεμικό πλοίο. Ανέπτυξαν ένα δόγμα για την άριστη στρατηγική χρήση του, το οποίο έμοιαζε παρά πολύ με την εκδοχή του Ζϋμινί για τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Τα αεροπλάνα έπρεπε -όπως ακριβώς και οι χερσαίες δυνάμεις- να επιτίθενται μαζικά κατά του καίριου σημείου. Το σημείο αυτό όμως δεν εντοπιζόταν στις ένοπλες δυνάμεις του αντίπαλου, αλλά στα οικονομικά και διοικητικά κέντρα του, τα οποία ήταν εξαιρετικά εύτρωτα σε αεροπορικές επιθέσεις.

Σ’ αυτό τον ορισμό του «καίριου σημείου», το δόγμα των στρατηγικών βομβαρδισμών μοιάζει να παρεκκλίνει από τις παλιές ορθόδοξες απόψεις του Ζομινί και του Αλφρεντ Θάγιερ Μάχαν, που υπογράμμιζαν πως ο στρατός έπρεπε αντιμετωπίζεται με στρατό και το ναυτικό με ναυτικό. Μια προσεκτικότερη εξέτάση δείχνει πως η παρέκκλιση αυτή είναι πολύ μικρότερη απ’ όσο φαίνεται. Τόσο ο Ζομινί όσο και ο Μάχαν υπογραμμίζουν τη σημασία που είχε αυτό που μπορεί να ονομασθεί στρατιωτική οικονομία του στόχου. Για τις χερσαίες δυνάμεις ήταν η ζώνη πίσω ακριβώς από τη γραμμή του μετώπου στην οποία βρίσκονται συγκεντρωμένες οι προμήθειες του αντιπάλου και οι επικοινωνίες του. Για το ναυτικό πάλι ήταν τα λιμάνια και το εμπόριο, αφού αυτά τα δύο αποτελούσαν τον οποχρώντα λόγο ύπαρξης της όποιας ναυτικής δύναμης. Με το να πλήξει λοιπόν η να απειλήσει κανείς αυτά τα κέντρα, θα ανάγκαζε τον αντίπαλο να τα υπερασπιστεί υπό μη ευνοϊκές γι’ αυτόν συνθήκες. Ο στρατηγικός βομβαρδισμός χρησιμοποιούσε την καινούργια τεχνολογία για να πλήξει στόχους που και πιο ζωτικοί ήταν και ποιό εύτρωτοι απ’ αυτούς που περιέγραφαν ο Ζομινί και ο Μάχαν. Μ’ αυτή την έννοια, η αεροπορική ισχύς υποσχόταν να αποβεί η υπέρτατη μορφή της στρατηγικής. Όμως εννοιολογικά οι τρεις αυτές έννοιες ήταν εξαιρετικά όμοιες.

Και στις τρεις υπάρχει κοινή έμφαση στη χρησιμοποίηση των ενόπλων δυνάμεων για να πληγούν το νευρικό και κυκλοφορικό σύστημα της δύναμης του εχθρού Όμως αν υποθέσουμε πως τα συστήματα αυτά είναι επανδρωμένα με ανθρώπους που δεν είναι κατά κύριο λόγο μαχητές κι έτσι είναι εντελώς ανυπεράσπιστοι έναντι της βίας. οι τρεις αυτές θεωρίες αντικατοπτρίζουν την κλασσική δυτική διάκριση περί στρατιωτών και αμάχων. Ένα σκληρό κέλυφος από στρατιώτες αμύνεται υποστηριζόμενο από έναν μαλακό πυρήνα αμάχων. Για να κερδίσει κανείς τον πόλεμο, πρέπει να συντρίψει το κέλυφος αυτό ενώ οι μη στρατιωτικοί υποτίθεται πως έχουν ελάχιστη ή και καθόλου ικανότητα για στρατιωτική αντί­σταση. Όμως. ακόμα και οι στρατοί έχουν μέτωπα μάχης και αδύναμες, ευάλωτες περιοχές στα μετόπισθεν τους, οι οποίες είναι επανδρωμένες με στρατιώτες που επιτελούν έργο αμάχων. Αυτή τη διχοτόμηση, που παρουσιάζεται ως μια άμεση, αυταπόδεικτη περιγραφή της πραγματικότητας είναι προτιμότερο να τη δει κανείς ως μια παρομοίωση μη υποκείμενη σε διερεύνηση και εκ φύσεως συμπεριφοριστική. Ένα μεγάλο τμήμα της ιστορικής εμπειρίας και μια διαφορετική σειρά σκέψε­ων από τον Κλαούζεβιτς ως τις -μέσω του Μαρξ- σύγχρονες θεωρίες περί επανά­στασης ενισχύει την ακριβώς αντίθετη άποψη: Οι συνηθισμένοι άνθρωποι, «οι άμα­χοι», μπορούν ακόμα και σε πολύπλοκες κοινωνίες να επιδείξουν ευκαμψία και αντοχή μπροστά στη βία. Για μια ακόμα φορά, η προσέγγιση του Ζομινί παρακά­μπτει το πρόβλημα· τα αποτελέσματα των στρατηγικών βομβαρδισμών του 1940-1945 υποδεικνύουν κάποιες από τις πιθανές συνέπειες76.

Το να ακολουθήσει κανείς τη γραμμή του Ζομινί και πέρα από το 1945 φαί­νεται ακόμα πιο δύσκολο και συζητήσιμο, αλλά όσο να’ ναι η προσπάθεια αξίζει τον κόπο. Οι «αρχές του πολέμου» εξακολουθούν και αποτελούν τμήμα των επι­σήμων αναλύσεων του στρατιωτικού δόγματος σ’ όλες ουσιαστικά τις σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις, περιλαμβανομένων και εκείνων του σοβιετικού μπλοκ77. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι αρχές αυτές, αν και ποικίλλουν ελαφρώς κατά την εφαρμογή από στρατό σε στρατό, εκπηγάζουν άμεσα από τον Ζομινί, μολονότι ανακύπτει φυσικά το ερώτημα για την ουσιαστική επίδραση και λειτουργία αυτής της τελετουργικής επιβεβαίωσης του δόγματος, η οποία δεν έχει πιθανόν βαθύτερη επίδραση ως προς το αποτέλεσμα από την εκγύμναση των στρατιωτών να προχω­ρούν με βηματισμό.

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα και πολύ λιγότερο απλή είναι η φύση της στρατιωτι­κής σκέψης από το 1945 και μετά78. Θα ήταν ανόητο αν υποστήριζε κανείς πως έχει άμεση σχέση με τον Ζομινί. Η σύγχρονη στρατηγική δεν είναι προϊόν κάποιας γενεαλογικής αλυσίδας της στρατιωτικής θεωρίας. Οι κοινωνιολόγοι που κυριαρ­χούν στις σύγχρονες στρατιωτικές μελέτες διαβάζουν τον Ζομινί ως μια ιστορική παραδοξότητα και κανείς τους δεν θα παραδεχόταν ποτέ πως έχει επηρεαστεί από ένα έργο τόσο φανερά πια απαρχαιωμένο. Η εμμονή, ωστόσο, και μετά το 1945 στην προσέγγιση του Ζομινί είναι ορατή στην κριτική που ασκείται κατά της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης. Οι επικριτές της, οι οποίοι δεν απορρίπτουν τον

πόλεμο ως μέσον άσκησης πολιτικής, επισημαίνουν ορισμένα σημεία στην τρέχου­σα στρατηγική σκέψη τα οποία μοιάζουν παρά πολύ με τη μόνιμη κριτική που. ασκούνταν στον Ζομινί. Η κριτική αυτή συνίσταται στο ότι οι στρατηγιστές κατά την πυρηνική εποχή χρησιμοποιούν αφηρημένες μεθόδους, οπως μοντέλα και ανά­λυση συστημάτων που ανάγουν τον πόλεμο σε επιχειρησιακή άσκηση και τον με­ταμορφώνουν σε έναν μη ρεαλιστικό, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι. Οι επικριτές ισχυρίζονται πως ο κίνδυνος δεν έγκειται μόνο στο θάνατο και την κατα­στροφή που τα σύγχρονα όπλα μπορούν να προκαλέσουν σε αφάνταστο βαθμό αλλά και στη μέθοδο η οποία αίρει τη «στρατηγική» από το πλαίσιο της, αυτό τοι πραγματικού κόσμου, αυξάνοντας έτσι έκδηλα τον κίνδυνο για μείζονες εσφαλμέ­νους υπολογισμούς. 0 αυξανόμενος κίνδυνος είναι συνυφασμένος με τη μέθοδο: 0 χρόνος, ο τόπος, το επίπεδο των δυνάμεων και οι δυνατότητες τους μαζί με κά­ποιες γενικές περιγραφές περί εθνικών «συμφερόντων» και «αντικειμενικών σκο­πών» εκλαμβάνονται ως κρίσιμες μεταβλητές της στρατηγικής ανάλυσης, ενώ όλοι οι άλλοι παράγοντες ή δυνατότητες παραμένουν στο περιθώριο, διαθέσιμες βέβαια πάντα για περαιτέρω εξέταση, αλλά θεωρούμενες ουσιαστικά ως αμελητέες ως προ- τη χρήση και τον έλεγχο της βίας. Η ανάλυση αυτού του μικρού αριθμού επι­λεγμένων μεταβλητών θα αποδώσει μια μικρή ομάδα διαθέσιμων στρατηγικών επι­λογών, οι οποίες, στη συνέχεια, αξιολογούνται με βάση το κόστος, τα οφέλη τις πιθανότητες. Ακόμα και όταν τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι σύγχρονοι διαμορφωτές της στρατηγικής είναι λιγότερο αυστηρά προδιαγεγραμ­μένα απ’ όσο έτεινε να τα ορίζει ο ίδιος ο Ζομινί, υπάρχει μια θεμελιώδης ομοιό­τητα ανάμεσα στους δυο τρόπους σκέψης. Υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους έναντι αυτής της κριτικής, οι σύγχρονοι διαμορφωτές της στρατηγικής απηχούν τον Ζο­μινί (όταν αυτός υπερασπιζόταν τον εαυτόν του έναντι του Κλαούζεβιτς) με το να επιμένουν πως οι επικριτές τους έχουν αποτύχει να ανταποκριθούν στις επείγου­σες ανάγκες της ίδιας της στρατηγικής για διαύγεια, αυστηρότητα και χρησιμότη­τα. Στην παρούσα περίπτωση, το ερώτημα δεν είναι ποιος έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο, αλλά το πώς και γιατί ένας τρόπος σκέψης σχετικά με τον πόλεμο, ο οποί­ο; αναδύθηκε με την εκθειαστική αναφορά του Ζομινί στον Ναπολέοντα, εξακο­λουθεί να ισχύει παρά την εμφάνιση του σιδηροδρόμου, των πολυβόλων και των αεροπορικών βομβαρδισμών. Το ότι δεν έχει εξαφανιστεί σημαίνει πως ανταποκρί­νεται σε μια αναπόφευκτη και πιεστική ανάγκη.

Μια από τις πιο ισχυρές δυνάμεις που άλλαξαν τον σύγχρονο κόσμο ήταν η αντίληψη πως κάτω από την εμφανή αταξία υπάρχουν νόμοι που ρυθμίζουν το σύ­μπαν, ορισμένες αρχές οι οποίες μπορούν να αποκαλυφθούν και να γίνουν κατα­νοητές. Ουσιαστικά, σε κάθε τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας η αναζήτηση ρυθμιστικών αρχών, οι οποίες από τη στιγμή που θα ανακαλυφθούν προσφέρουν νέα μέσα για τον έλεγχο και τη διαμόρφωση του κόσμου, είναι ατέρμονη. 0 αυξανό­μενος ενθουσιασμός γι’ αυτή την αναζήτηση είναι το χαρακτηριστικό του Διαφωτισμού του δέκατου όγδοου αιώνα, καθώς οι αναμφισβήτητες ανακαλύψεις των νόμων που ρυθμίζουν τη λειτουργία του φυσικού κόσμου έπεισαν πολλούς πως πα­ρόμοιοι νόμοι θα έπρεπε να ρυθμίζουν τη ζωή και τις δραστηριότητες των ανθρώ­πων. 0 πόλεμος ήταν η τελευταία απ’ αυτές τις δραστηριότητες την οποία άγγιξε η ιδέα των ρυθμιστικών νόμων. Οι στρατιωτικοί γνώριζαν επί μακρόν ποικίλα στρατιωτικά «αξιώματα», χρήσιμες συμβουλές βασισμένες σε προσωπικές εμπει­ρίες – όμως μόνο κατά τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα ξεκίνησε μια σοβαρή έρευνα για τους νόμους και τις αρχές που διέπουν τον πόλεμο. Οι αμφιβολίες για το αν η βία, η οποία έμοιαζε να είναι απόλυτα αντίθετη με την ιδέα ενός λογικού κόσμου, μπορούσε να ρυθμιστεί από νόμους παραμερίστηκαν από τα εντυπωσια­κά στρατιωτικά κατορθώματα του Φρειδερίκου του Β’ της Πρωσίας και υποχώρη­σαν εντελώς όταν οι γαλλικές στρατιές σάρωσαν κυριολεκτικά την Ευρώπη, στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα. 0 Ζομινί υιοθέτησε την άποψη αυτή την εποχή που έμπαινε στην ανδρική ηλικία το 1800 και πολύ σύντομα απέκτησε ηγετική θέση ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους που έβλεπαν τα πράγματα με τον ίδιο καινούρ­γιο και συναρπαστικό τρόπο. Κάθε ναπολεόντεια νίκη ισχυροποιούσε το δόγμα αυτής της πίστης και την τρίτη και την τελευταία δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα μόνο μερικοί αιρετικοί, όπως ο Κλαούζεβιτς, μπορούσαν να φανταστούν έναν άλλον λιγότερο επιτακτικό και εργαλειακό τρόπο αντιμετώπισης του θέμα­τος. Το ότι οι πιο θορυβώδεις επικριτές του δόγματος δεν ήταν κάποιοι θεωρητικοί στρατιωτικοί που διαφωνούσαν αλλά ειρηνιστές και κάποιοι άλλοι που ήταν ενα­ντίον του πολέμου εκκινώντας από ηθικά κριτήρια δείχνει πόσο βαθιά ο Ζομινί και οι οπαδοί του είχαν στερεώσει τα απρόσβλητα αξιώματα της επιστήμης τους.

Φαίνεται πως δεν μπορεί να υπάρξει τελική κρίση για έναν τρόπο σκέψης ως προς τον πόλεμο, αφού ο τρόπος αυτός απεδείχθη τόσο ανθεκτικός παρά τα ελατ­τώματα του και τις ορμητικές αλλαγές στο χαρακτήρα του πολέμου. Για δύο σχε­δόν αιώνες έχει καταλήξει να είναι τόσο βαθιά εμπεδωμένος στη δυτική συνείδηση που πολλοί φορείς του αρνούνται να δεχθούν πως πρόκειται απλώς για έναν «τρόπο» σκέψης, αλλά επιμένουν πως, αν ο Ζομινί κατανοηθεί σωστά, αυτός και οι με­ταγενέστεροι οπαδοί του προσφέρουν την απόλυτη αλήθεια για τον πόλεμο ή του­λάχιστον για τη στρατηγική. Ο ίδιος ο Ζομινί και το έργο του μπορεί να έχουν εγκαταλειφθεί πια στη σκιά της ακαδημαϊκής μελέτης, οι βασικές ιδέες του, όμως, έχουν επιζήσει – πράγμα πολύ σπάνιο. Ίσως λοιπόν, ο πιο σωστός τρόπος για να τελειώσει μια μελέτη για τον Ζομινί είναι να αναγνωρίσει κανείς την αδιάλειπτη παρουσία του και την αξιοθαύμαστη αντοχή της πίστης προς αυτόν.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Κατά την προετοιμασία αυτού του δοκιμίου, δέχθηκα πολύτιμες κριτικές παρατηρή­σεις από τους Τζων Μπόουντιτς, Ρόμπερτ Κάμινς, Τζόναθαν Μάργουιλ και από μέλη της Ομάδας Στρατιωτικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

ΠΗΓΗ: PETER PARET: Οι δημιουργοί της σύγχρονςη στρατηγικής, Εκδόσεις Τουρίκη

George F. Kennan

George F. Kennan

Ο George F. Kennan, διετέλεσε πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Σοβιετική Ενωση και θεωρείται ο δημιουργός της γεωστρατηγικής του Ψυχρού Πολέμου με τα βιβλία του Long Telegram και The Sources of Soviet Conduct. Επινόησε τον όρο «ανάσχεση» («containment«),[26] η οποία έγινε ο βασικός άξονας της υψηλής στρατηγικής των ΗΠΑ για τα επόεμνα 40 χρόνια αν και τελικά κατέληξε να εννοεί κάτι τελείως διαφορετικό απο αυτό που εννοούσε ο Kennan.[27]

O Kennan επικέντρωνε την προσοχή του σε αυτό που έλεγε «strongpoint containment.» Κατα την αποψή του, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους όφειλαν να προστατέψουν τις βιομηχανικές περιοχές απο τη σοβιετική επικυριαρχία. Σημείωνε ότι απο τα πέντε κέντρα παγκόσμιας βιομηχανικής δύναμης —Ηνωμένες Πολιτείες,Βρεταννία, Ιαπωνία,Γερμανία και Ρωσία—το μόνο επισφαλές ήταν η Γερμανία. Continue reading «George F. Kennan»

Alfred Thayer Mahan (1840 – 1914)

Alfred Thayer Mahan (1840 – 1914)

Ο Alfred Thayer Mahan ηταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, γεοστρατηγιστής και δάσκαλος ενώ θεωρείται ο μεγαλύτερος αμερικανός στρατηγιστής του 19ου αιώνα.

Οι ιδέες του για τη σημασία για τη σημασία των ναυτικών τακτικών επηρέασε τους ναυτικούς σε όλο τον κόσμο και βοήθησε στην έγκαιρη κατασκευή πολεμικών ναυτικών μονάδων πριν του Α’ Π.Π.

Πολλά αμερικανικά πλοία έλαβαν το όνομά του καθώς και μία κλάση αντιτορπιλλικών.

Η έρευνά του στη ναυτική ιστορία τον οδήγησε στη συγγραφή του «Η επιρροή της Ναυτικής Δύναμης στην Ιστορία, 1660-1783 (1890). Ενα επίσης σημαντικό βιβλίο είναι η «Ζωή του Νέλσον»