Η αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων

Οι κατηγορούμενοι δεν αρνήθηκαν ποτέ την κατηγορία περί υπεξαίρεσης του ταμείο» της Φοιτητικής Ένωσης του Στρασβούργου. Αντίθετα, παραδέχτηκαν ανοικτά ότι χρέωσαν στην Ενωση 5.000 φράγκα για το τύπωμα και τη διανομή 10.000 αντίτυπων της μπροσούρας [Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων], για να μην αναφέ­ρουμε το κόστος των υπόλοιπων δημοσιεύσεων που είχαν εμπνευστή τους την «Καταστασιακή Διεθνή». Αυτά τα κείμενα εκφράζουν ιδέες και βλέψεις που, το λιγότερο, δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με τους στόχους μιας φοιτητικής ένωσης. Αρκεί να διαβάσει κανείς τι έγραψαν οι κατηγορούμενοι για να καταλάβει πως αυτοί οι πέντε φοιτητές, που μόλις άφησαν πίσω τους την εφηβεία, που δεν έχουν καμιά πείρα από τη ζωή, με τα μυαλά τους μπερδεμένα από κακοχωνεμένες φιλοσοφικές, κοινωνι­κές, πολιτικές και οικονομικές θεωρίες, βαριεστημένοι από την γκρίζα μονοτονία της καθημερινής ζωής τους, φαντάζονται, γεμάτοι κενή ματαιοδοξία κι εμπάθεια, πως προσφέρουν ολοκληρωμένες κρίσεις κι απόψεις βρίζο­ντας τους συμφοιτητές τους, τους καθηγητές τους, το θεό, τη θρησκεία, τον Κλήρο, τις κυβερνήσεις και τα πο­λιτικά και κοινωνικά συστήματα όλου του κόσμου. Απορ­ρίπτοντας κάθε μορφή ηθικής και νόμιμου περιορισμού, αυτοί οι κυνικοί δεν διστάζουν να εγκωμιάζουν την κλο­πή, την καταστροφή του εκπαιδευτικού συστήματος, την κατάργηση της εργασίας, την πλήρη ανατροπή και μια αναπότρεπτη παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση με μόνο στόχο την «ανεμπόδιστη απόλαυση». Δικαστής Λαμπαντόρ, Στρασβούργο, 13 Δεκεμβρίου 1966


INTERNATIONALE SITUATIONNISTE

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

θεωρημένη από οικονομική, πολιτική, ψυχολογική, σεξουαλική και κυρίως διανοητική άποψη και για ορισμένα μέσα που θα τη θεραπεύσουν

Μετάφραση:

Νίκος Β. Αλεξίου Διονύσης Χαλκιάς

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

ΤΙΤΛΟΣ: Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

Νίκος Β. Αλεξίου

Διονύσης Χαλκιάς

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ:     ΦΩΤΟΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΙΚΗ Ο.Ε.

Ζωοδόχου Πηγής 17, τηλ. 3602040

ΧΡΟΝΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ:  Δεκέμβρης 2004


Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΗΣ

Η άρνηση που ξεπροβάλλει, όντας ορισμένη άρνηση, έχει περιεχόμενο. Είναι νέα έννοια, αλλά υψηλότερη και πλουσιότερη από την προηγούμενη, αφού περιέχει επι­πλέον την άρνηση της προηγούμενης: έχει συνολικά το προηγούμενο συν το αντίθετο του. Δηλαδή, περικλείει αυτό και κάτι παραπάνω και είναι έτσι η ενότητα αυτού και του αντιθέτου του». Χέγγελ Η Επιστήμη της Λογικής

Αποτελεί πια κοινό τόπο το γεγονός πως το Σκάνδαλο του Στρασβούργου ήταν η πρώτη πράξη – ευφυώς οργανω­μένη και σκηνοθετημένη — του διδακτικού ιστορικού δρά­ματος που έγινε ευρέως γνωστό ως «Μάης του ’68». Επί­σης, το σκάνδαλο αυτό, προϊόν της συνεργασίας ορισμέ­νων επαναστατών φοιτητών και της Καταστασιακής Διε­θνούς, είναι μια άριστη ευκαιρία να μιλήσουμε για τις με­θόδους και τις βασικές αρχές της Κ.Δ., καθώς και να δια­πιστώσουμε πως η οργάνωση αυτή υπήρξε στην εποχή της — στην εποχή που υφίσταται ακόμα και σήμερα — ο μονα­δικός, ουσιώδης, αποτελεσματικός και ανειρήνευτος πόλος εναντΐωσης στη νοοτροπία και την αναισχυντία των σύγ­χρονων καιρών. Η μέθοδος της Κ.Δ. φαίνεται ίσως σήμερα τόσο διαυγής και, κυρίως, τόσο απλή — για όσους θέλουν να σκέφτονται επαναστατικά — που καθιστά αυτομάτως ύποπτη κάθε άλλη απόπειρα ανάλυσης της σύγχρονης κοι­νωνίας και εναντίωσης στη σύγχρονη εξουσία: η μέθοδος της Κ.Δ. είναι απλούστατα η αντιστροφή της προοπτικής της εξουσίας, το ανενδοίαστο αναποδογύρισμα των δεδο­μένων, το να μην κοιτάς ούτε το δάχτυλο που δείχνει το φεγγάρι, ούτε το ίδιο το φεγγάρι, αλλά να στρέφεις απτόη­τος το βλέμμα στον ήλιο. Όταν οι υπηρέτες της εξουσίας (γνωστοί πια όλοι τους: δημοσιογράφοι, ψυχολόγοι, κοινω­νιολόγοι, διαφημιστές, αστυνομικοί κ.ο.κ) εκθειάζουν (ή θέλουν να μας παρουσιάσουν ως αναγκαία) την εργασία, τα πτυχία κοινωνικών επιστημών, τα ψευτογλεντοκόπια του «ελεύθερου χρόνου» ή το τελευταίο παρασκεύασμα του Γούντι Άλεν, ο αρνητής προτιμά (και δεν μπορεί πλέον να κάνει αλλιώς) να προπαγανδίσει την Εργασία του Αρνη­τικού, την άκρατη και οργιώδη σχόλη, ή να πιει μεσκάλ με τους φίλους του αποφεύγοντας να πάει στον κινηματο­γράφο. Τα παραδείγματα είναι άφθονα.

* * *

Το 1966, χρονιά του Σκανδάλου του Στρασβούργου, η Κ.Δ. περνούσε σε μια νέα φάση των δραστηριοτήτων της. Έχοντας εξαλείψει την πτέρυγα των καλλιτεχνών (αρχιτέ­κτονες του Ολλανδικού Τμήματος, ζωγράφοι του γερμανι­κού Spur, ποιητές και πολυκαλλιτέχνες από τη Σκανδινα­βική Χερσόνησο), η τάση Ντεμπόρ, ενισχυμένη δυναμικά από τους Ραούλ Βανεγκέμ και Αττίλα Κοτάνυϊ, επιθυμούσε τώρα μια ολοένα και πιο έντονη πολιτικοποίηση της Κ.Δ. καθώς και ένα σχέδιο σφοδρής παρέμβασης στην κοινω­νική ζωή. Ο Βανεγκέμ είχε ήδη ολοκληρώσει τη συγ­γραφή της Πραγματείας του, ο Μουσταφά Καγιάτι προσ­χωρούσε (μαζί με τους Ντόναλντ Νίκολσον-Σμιθ, την ομάδα του Γκαρνώ από το Στρασβούργο και τον Ρενέ Βιενέ) στους κόλπους της Διεθνούς, ενώ ο Ντεμπόρ διαπίστωνε πως οι καιροί είναι πρόσφοροι για μια δράση που θα οδη­γούσε την Κ.Δ. στο «σημείο χωρίς επιστροφή».

* * *

Αποφασίστηκε η επιδρομή σε έναν κοινωνικό χώρο που ενώ ανήκε στους πλέον περιφρονημένους των καιρών, ήταν, ταυτόχρονα, και ο πιο «χαϊδεμένος» θεαματικά: οι πάντες κανάκευαν το «φοιτητή», αυτό το αλλόκοτο πια ον που δεν είναι παιδί, δεν είναι ενήλικας, δεν είναι παραγω­γικός, δεν είναι αδρανής, παρά τελεί σε μια κατάσταση αναμονής» οι πάντες παριστάνουν πως θεωρούν το φοιτητή μοντέρνο, επαναστάτη, ρομαντικό, προνομιούχο, μορφω­μένο, δραστήριο, καλλιεργημένο, ελεύθερο κ.λπ., ενώ η πι­κρή αλήθεια βρίσκεται, ως συνήθως, ακριβώς στα αντί­θετα τους. Όπως διαπιστώνει ο παρατηρητικός αναγνώ­στης, το κείμενο της Αθλιότητας, που συνέταξε στο μεγα­λύτερο μέρος του (αν όχι αποκλειστικά, όπως μας πληρο­φορούν κάποια μεταγενέστερα γραπτά) ο Μουσταφά Κα­γιάτι, λέει την αλήθεια για την κατάσταση των φοιτητών στην εποχή μας, και λέγοντας την δίχως μικρόψυχους ή ύποπτους ενδοιασμούς — λέγοντας την στρατηγικά — λέει, επίσης, την αλήθεια για το ψέμα της σύγχρονης κοινωνίας.

* * *

Είναι γνωστά τα όσα επακολούθησαν καθώς και οι συ­νέπειες τους. Η Κ.Δ. είχε την ευκαιρία να κάνει ευρεία χρήση των μεθόδων που έως τότε ασκούσε σε ένα πειραμα­τικό/καλλιτεχνικό πεδίο και στον περιορισμένο (αλλά πρόσφορο για πειράματα και παρατηρήσεις) τομέα της πρωτοποριακής κουλτούρας. Οι απόψεις των καταστασια-κών (απόψεις και των μελών της Λεττριστικής Διεθνούς) σχετικά με την χρήση της μεταστροφής (detournement) την επανάσταση της καθημερινής ζωής, το ρόλο του παι­χνιδιού, την κριτική του υπάρχοντος, την (οπισθοδρομική τελικά) δραστηριότητα των «αγωνιστών» μιας συνονθυλευ-ματικής άκρας αριστεράς, κ.λπ. άρχισαν να συζητούνται με πάθος στο μικρόκοσμο του Πανεπιστημίου, δίχως να μπο­ρέσει ο «επίσημος κόσμος» να αποτρέψει την επέκταση της εκρηκτικής αυτής συζήτησης στους χώρους των περι­θωριακών αλλά και των εργαζομένων. Είναι πια γνωστό ότι τα περισσότερα συνθήματα που κάλυψαν τους τοίχους του εξεγερμένου Παρισιού το ’68, προέρχονται από κείμενα των καταστασιακών και από τις σελίδες της Αθλιότητας.

* * *

Τελειώνοντας, δίνω τον λόγο στον καταστασιακό εκείνο που ήταν και ο ιστοριογράφος της δράσης της Κ.Δ. στη διάρκεια της εξέγερσης του Μάη, στον Ρενέ Βιενέ, που συ­νοψίζει τη σημασία της Αθλιότητας, επισημαίνοντας τις συνέπειες της: «Το καταστασιακό σκάνδαλο του Στρα­σβούργου, το Δεκέμβρη του 1966, σήμανε την πένθιμη κα­μπάνα του φοιτητικού συνδικαλισμού στη Γαλλία (…) Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε, οι δίκες που ακολούθησαν, η απόλυτη συνοχή της έκθεσης, ήταν η μεγάλη επιτυχία αυτού του λΐβελλου. Σχετικά με αυτά, μπορούμε να μιλή­σουμε για μια πρώτη επιτυχημένη απόπειρα μετάδοσης της επαναστατικής θεωρίας στις τάσεις που τη δικαιώνουν.

Μια δεκάδα μεταφράσεων διεύρυναν ιδιαίτερα την απή­χηση αυτού του κειμένου, κυρίως στις Η.Π.Α. και την Ιτα­λία. Το ότι το άμεσο πρακτικό του αποτέλεσμα ήταν πιο μικρό στη Γαλλία οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η χώρα δεν είχε ακόμα προσχωρήσει εκείνη τη στιγμή στους αγώ­νες που ήδη είχαν αρχίσει σε άλλα μέρη. Ωστόσο, τα επι­χειρήματα της Αθλιότητας ίσως να μην ήταν άσχετα με την περιφρόνηση που ένα μεγάλο μέρος των Γάλλων «φοι­τητών» — πιο καθαρά απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα — εκδήλωσε λίγο αργότερα για το σύνολο του φοιτητικού περιβάλλοντος, των κανόνων του και των τελικών σκοπών του».

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης Κυψέλη, Οκτώβριος 1992


ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

θεωρημένη από οικονομική, πολιτική, ψυχολογική, σεξουαλική και κυρίους διανοητική άποψη και για ορισμένα μέσα που θα τη θεραπεύσουν

Να κάνουμε το αίσχος ακόμα πιο επαίσχυντο, δημοσιοποιώντας το

Μπορούμε να υποστηρίξουμε, με ελάχιστες πιθανότητες σφάλματος, ότι ο φοιτητής είναι το πιο περιφρονημένο πλάσμα στη Γαλλία, μετά τον αστυνομικό και τον παπά. Αν οι λόγοι αυτής της περιφρόνησης είναι συχνά πλαστοί λόγοι που απορρέουν από την κυρίαρχη ιδεολογία, οι λό­γοι για τους οποίους ο φοιτητής είναι όντως περιφρονη-τέος και περιφρονημένος, από την άποψη της επαναστατι­κής κριτικής, είναι απωθημένοι και ανομολόγητοι. Ωστό­σο, οι θιασώτες της ψευδούς αμφισβήτησης ξέρουν να τους αναγνωρίζουν και να αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους σ’ αυτούς. Αντιστρέφουν αυτή την αληθινή περιφρόνηση σε εθελότυφλο θαυμασμό. Έτσι η αδύναμη αριστερή ιντελλιγκέντσια (από το Temps Modernes ως το L’ Express) εκ­στασιάζεται μπροστά στην υποτιθέμενη «άνοδο των φοιτη­τών» και οι πραγματικά φθίνουσες γραφειοκρατικές οργα­νώσεις (από το λεγόμενο κομμουνιστικό κόμμα ως την U.N.E.F.) διεκδικούν ζηλότυπα την «ηθική και υλική» τους υποστήριξη. Θα δείξουμε τους λόγους αυτού του εν­διαφέροντος για τους φοιτητές και το πώς αυτοί οι λόγοι συμβάλλουν θετικά στην κυρίαρχη πραγματικότητα του υπερανεπτυγμένου καπιταλισμού και θα χρησιμοποιήσουμε τούτη τη μπροσούρα για να τους καταγγείλουμε έναν προς έναν: η αποαλλοτρίωση δεν ακολουθεί άλλο δρόμο από εκείνον που ακολουθεί η αλλοτρίωση.

Όλες οι αναλύσεις και οι μελέτες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα για τους φοιτητικούς κύκλους, παραγνωρίζουν την ουσία. Δεν ξεπερνούν ποτέ την οπτική γωνία των πανεπι­στημιακών ειδικοτήτων (ψυχολογία, κοινωνιολογία, οικο­νομική επιστήμη) και ως εκ τούτου είναι εκ βάθρων λαθε­μένες. Διαπράττουν όλες ό,τι ο Φουριέ αποκαλούσε ήδη με­θοδολογική ανοησία, αφού ασχολούνται συστηματικά με τα πρωταρχικά προβλήματα, αγνοώντας τη σφαιρική άποψη της σύγχρονης κοινωνίας. Ο φετιχισμός των γεγο­νότων αποκρύπτει την ουσιαστική κατηγορία, και οι λε­πτομέρειες κάνουν να ξεχνιέται η ολότητα. Λέγονται τα πάντα γι’ αυτή την κοινωνία εκτός απ’ αυτό που πραγμα­τικά είναι: εμπορευματική και θεαματική. Οι κοινωνιολό­γοι Μπουρντερόν και Πασντιέ, στη μελέτη τους Οι Κλη­ρονόμοι: οι φοιτητές και η κουλτούρα, μένουν εμβρόντητοι μπροστά σε κάποιες τμηματικές αλήθειες που κατόρθωσαν να αποδείξουν. Και παρ’ όλη την καλή τους θέληση ξανα­πέφτουν μέσα στην ηθική των καθηγητών, την αναπόφευ­κτη καντιανή ηθική ενός πραγματικού εκδημοκρατισμού διαμέσου μιας πραγματικής ορθολογικοποίησης του εκπαι­δευτικού συστήματος, δηλαδή της εκπαίδευσης του συ­στήματος, ενώ οι οπαδοί τους, οι διάφοροι Κραβέτς1 πι­στεύουν ότι είναι χιλιάδες που «ξυπνάνε», αντισταθμίζο­ντας την μικρογραφειοκρατική τους μνησικακία με ένα συ­νονθύλευμα ανούσιας επαναστατικής φρασεολογίας.

Η θεαματική2 παρουσίαση της πραγμοποίησης στο μο­ντέρνο καπιταλισμό επιβάλλει στον καθένα ένα ρόλο μέσα στη γενικευμένη παθητικότητα. Ο φοιτητής δεν αποτελεί εξαίρεση αυτού του κανόνα. Είναι ένας ρόλος προσωρινός που τον προετοιμάζει για τον οριστικό ρόλο που θα ανα­λάβει, ως θετικό και συντηρητικό στοιχείο μέσα στη λει­τουργία του εμπορευματικού συστήματος. Δεν είναι τίποτα άλλο από μια μύηση.

Η μύηση τούτη προσλαμβάνει εκ νέου, με τρόπο μαγι­κό, όλα τα χαρακτηριστικά της μυθικής μύησης. Παραμέ­νει τελείως αποκομμένη από την ατομική και κοινωνική ιστορική πραγματικότητα. Ο φοιτητής είναι ένα ον μοιρα­σμένο ανάμεσα σε μια τωρινή και μια μελλοντική θέση, σαφώς διαχωρισμένων μεταξύ τους και των οποίων το όριο θα περάσει μηχανικά. Η σχιζοφρενική του συνείδηση του επιτρέπει να απομονώνεται μέσα σε μια «κοινότητα μύη­σης», παραγνωρίζει το μέλλον του και γοητεύεται από τη μυστικιστική ενότητα που του προσφέρει ένα παρόν προ­φυλαγμένο από την ιστορία. Το ελατήριο της ανασκευής της επίσημης, δηλαδή της οικονομικής αλήθειας, είναι εξαιρετικά απλό να αποκαλυφθεί: η φοιτητική πραγματι­κότητα είναι σκληρή όταν την κοιτάζεις κατά πρόσωπο. Σε μια «κοινωνία αφθονίας», η σημερινή κατάσταση του φοιτητή είναι η ακραία φτώχεια. Μολονότι πάνω από το 80% των φοιτητών προέρχονται από κοινωνικά στρώματα που το εισόδημα τους είναι υψηλότερο από το εισόδημα ενός εργάτη, το 90% αυτών έχουν εισόδημα κατώτερο και από του πιο χαμηλόμισθου εργάτη. Η αθλιότητα του φοι­τητή παραμένει σε κατώτερο επίπεδο από την αθλιότητα της κοινωνίας του θεάματος, από τη νέα αθλιότητα του νέου προλεταριάτου. Σε μια εποχή όπου μια όλο και μεγα­λύτερη μερίδα της νεολαίας απελευθερώνεται όλο και πε­ρισσότερο από τις ηθικές προκαταλήψεις και την οικογε­νειακή εξουσία, για να ενταχθεί το συντομότερο στις απρο­κάλυπτα εκμεταλλευτικές σχέσεις, ο φοιτητής διατηρείται σ’ όλα τα επίπεδα σε μιαν ανεύθυνη και πειθήνια «παρατε­ταμένη εφηβεία». Αν και η αργοπορημένη νεανική του κρίση τον στρέφει, σε κάποιο βαθμό, ενάντια στην οικογέ­νεια του, εύκολα δέχεται να τον αντιμετωπίζουν σαν παιδί μέσα στους ποικίλους θεσμούς που διέπουν την καθημε­ρινή του ζωή3.

Η αποικιοποίηση των διαφόρων τομέων της κοινωνικής πρακτικής βρίσκει στο φοιτητή την πιο κραυγαλέα της έκ­φραση. Η μεταβίβαση όλης -;ης ένοχης κοινωνικής συνεί­δησης στους φοιτητές, αποκρύπτει την αθλιότητα και τη δουλικότητα όλων.

Αλλά οι λόγοι που εδραιώνουν την περιφρόνηση μας για το φοιτητή είναι ολότελα διαφορετικοί. Δεν αναφέρο­νται μόνο στην πραγματική του αθλιότητα, αλλά και στην εθελοτυφλία του απέναντι σε κάθε αθλιότητα, τη νοσηρή του ροπή να καταναλώνει μακάρια την αλλοτρίωση, ευελ­πιστώντας ότι, μπροστά στην έλλειψη γενικού ενδιαφέρο­ντος, θα πετύχει να προσελκύσει το ενδιαφέρον για την ει­δική του στέρηση. Οι απαιτήσεις του μοντέρνου καπιταλι­σμού κάνουν τη μεγαλύτερη μερίδα των φοιτητών να γίνο­νται απλώς μικροστελέχη (δηλαδή το ισοδύναμο της λει­τουργΐας που επιτελούσε στον 19ο αιώνα ο ειδικευμένος ερ­γάτης)4. Αντιμέτωπος με τον άθλιο χαρακτήρα, που εύκολα διαισθάνεται, αυτού του, λίγο πολύ κοντινού, μέλλοντος που θα τον «αποζημιώσει» για την επαίσχυντη αθλιότητα του παρόντος, ο φοιτητής προτιμάει να στρέφεται στο πα­ρόν του και να το εξωραΐζει με απατηλό γόητρο. Το ίδιο το αντιστάθμισμα είναι τόσο αξιοθρήνητο ώστε δεν μπο­ρεί να προσηλωθεί σ’ αυτό: το αύριο δεν θα είναι τόσο ρό­δινο και μοιραία θα κολυμπάει μέσα στη μετριότητα. Να, γιατί ο φοιτητής αναζητάει καταφύγιο σε ένα ψεύτικα βιω­μένο παρόν.

Ο φοιτητής, όντας ένας στωικός σκλάβος, όσο περισ­σότερο τον δένουν όλες οι αλυσίδες της εξουσίας τόσο πιο ελεύθερος αισθάνεται. Όπως και η νέα του οικογένεια, το πανεπιστήμιο, έτσι και αυτός θεωρεί πως είναι το πκ) «αυ­τόνομο» κοινωνικό ον, ενώ εξαρτάται άμεσα και αλληλέν­δετα από τα δύο ισχυρότερα συστήματα της κοινωνικής εξουσίας: την οικογένεια και το κράτος. Είναι το βολεμένο και γεμάτο ευγνωμοσύνη παιδί τους. Ακολουθώντας την ίδια τη λογική του υποταγμένου παιδιού συμμερίζεται όλες τις αξίες και τις μυθοποιήσεις του συστήματος και τις συ­γκεντρώνει μέσα του. Οι αυταπάτες που επιβάλονταν πα­λαιότερα στους υπαλλήλους, γίνονται τώρα ιδεολογία που εσωτερικεύεται και διοχετεύεται από τη μάζα των μελλο­ντικών μικροστελεχών.

Έτσι, αν η παλιά κοινωνική αθλιότητα γέννησε τα πιο μεγαλειώδη συστήματα αντιστάθμισης στην ιστορία (τις θρησκείες), η φοιτητική περιθωριακή αθλιότητα δε βρήκε παρηγοριά παρά στις πιο ξεθωριασμένες εικόνες της κυ­ρίαρχης κοινωνίας, στην τραγελαφική επανάληψη όλων των αλλοτριωμένων προϊόντων της.

Ο Γάλλος φοιτητής, υπό την ιδιότητα του ως ιδεολο­γικό ον, φτάνει πολύ αργά στο καθετί. Ολες οι αξίες και οι αυταπάτες, που αποτελούν το καύχημα του κλειστού του κόσμου, έχουν ήδη καταδικαστεί ως απαράδεκτες αυταπά­τες. Η ιστορία έχει καταδείξει εδώ και πολύ καιρό τη γε­λοιότητα του.

Περισυλλέγοντας λιγοστά ψιχΐα από το κατακερματι­σμένο γόητρο του πανεπιστημίου, ο φοιτητής είναι και ευ­χαριστημένος που είναι φοιτητής. Πολύ αργά. Η μηχα­νική και εξειδικευμένη εκπαίδευση που δέχεται είναι τόσο βαθιά υποβαθμισμένη (σε σχέση με το παλιό επίπεδο της γενικής αστικής κουλτούρας)5, όσο υποβαθμισμένο είναι και το ίδιο το πνευματικό του επίπεδο ήδη από την στιγμή που μπαίνει στο πανεπιστήμιο, από το γεγονός και μόνο ότι η πραγματικότητα που κυριαρχεί σ’ όλα αυτά, το οικο­νομικό σύστημα, απαιτεί τη μαζική παραγωγή ακαλλιέργη­των και ανίκανων να σκεφτούν φοιτητών. Ο φοιτητής αγνοεί ότι το πανεπιστήμιο έχει γίνει μια θεσμική οργά­νωση της άγνοιας, ότι και η ίδια η «υψηλή κουλτούρα» διαλύεται στο ρυθμό της μαζικής παραγωγής καθηγητών, ότι όλοι αυτοί οι καθηγητές είναι ηλίθιοι και ότι, στην πλειονότητα τους, θα προκαλούσαν τον χλευασμό μέσα σ’ οποιοδήποτε λύκειο» και έτσι, εξακολουθεί να ακούει ευλα­βικά τους δασκάλους του, επιδιώκοντας συνειδητά την απώλεια κάθε κριτικού πνεύματος, ώστε να μπορεί να συμ­μετέχει καλύτερα στη μυστικιστική ψευδαίσθηση πως έγινε «φοιτητής», κάποιος που ασχολείται σοβαρά με την απόκτηση σοβαρών γνώσεων, ευελπιστώντας ότι θα του εμπιστευτούν τις έσχατες αλήθειες. Είναι μια εμμηνόπαυση του πνεύματος. Ό,τι συμβαίνει σήμερα μέσα -στα αμφιθέα­τρα των σχολών και των πανεπιστημίων, θα καταδικαστεί ως κοινωνικά βλαβερός θόρυβος στην μελλοντική επανα­στατική κοινωνία. Ήδη ο φοιτητής προκαλεί τον γέλωτα.

Ο φοιτητής δεν αντιλαμβάνεται καν ότι η ιστορία αλ­λάζει ακόμα και αυτόν τον γελοίο «κλειστό» του κόσμο. Η περιβόητη «κρίση του πανεπιστημίου», λεπτομέρεια μιας γενικότερης κρίσης του μοντέρνου καπιταλισμού, πα­ραμένει το αντικείμενο ενός διαλόγου κουφών ανάμεσα σε διάφορους ειδικούς. Εκφράζει απλούστατα τις δυσκολίες μιας αργοπορημένης προσαρμογής του ειδικού τούτου το­μέα της παραγωγής σε ένα συνολικό μετασχηματισμό του παραγωγικού μηχανισμού. Τα κατάλοιπα της γερασμένης ιδεολογίας του φιλελεύθερου αστικού πανεπιστημίου πέ­φτουν στην κοινοτοπία από τη στιγμή που εξαφανίζεται η κοινωνική του βάση. Το πανεπιστήμιο μπόρεσε να θεωρή­σει τον εαυτό του ως αυτόνομη δύναμη την εποχή του κα­πιταλισμού της ελεύθερης ανταλλαγής και του φιλελεύθε­ρου κράτους του, που του παραχωρούσε μια κάποια περιθω­ριακή ελευθερία. Στην πραγματικότητα όμως ήταν στενά εξαρτημένο από τις ανάγκες εκείνου του τύπου κοινωνίας: έπρεπε να προσφέρει στην σπουδάζουσα προνομιούχα μειονότητα μια επαρκή γενική κουλτούρα, προτού εντα­χθεί εκ νέου στις γραμμές της διευθύνουσας τάξης από τις οποίες είχε μόλις βγει. Απ’ αυτό προέρχεται και η γελοιό­τητα εκείνων των όλο νοσταλγία καθηγητών6, που είναι πι­κραμένοι για την απώλεια του παλιού τους ρόλου ως σκυ­λιά—φύλακες των μελλοντικών αφεντικών, για χάρη ενός ρόλου λιγότερο ευγενούς, ως τσομπανόσκυλα που οδηγούν, σύμφωνα με τις προγραμματισμένες ανάγκες του οικονομι­κού συστήματος, τις φουρνιές των «χαρτογιακάδων» στα εργοστάσια και στα γραφεία που τους περιμένουν. Είναι εκείνοι που αντιτάσσουν τους αρχαϊσμούς τους στην τε-χνοκρατικοποίηση του πανεπιστημίου και συνεχίζουν απε­ρίσπαστοι να ταΐζουν με τα αποφάγια μιας υποτιθέμενης γενικής κουλτούρας τους μελλοντικούς ειδικούς που δε θα ξέρουν τι να την κάνουν.

Σοβαρότεροι, και συνεπώς, πιο επικίνδυνοι, είναι οι εκ­συγχρονιστές της αριστεράς και εκείνοι της U.N.E.F., που καθοδηγούνται από τους «εξτρεμιστές» της F.G.E.L., οι οποίοι διεκδικούν μια «μεταρρύθμιση της πανεπιστημιακής δομής», μια επανένταξη του πανεπιστημίου στην κοινω­νική και οικονομική ζωή, δηλαδή, τον εναρμονισμό του με τις ανάγκες του μοντέρνου καπιταλισμού. Τα διάφορα πα­νεπιστήμια και σχολές,’ που περιβάλλονται ακόμα από κά­ποιο αναχρονιστικό γόητρο, μετατράπηκαν από χορηγοί της «γενικής κουλτούρας» προς χρήση της άρχουσας τά­ξης, σε εργοστάσια βεβιασμένης εκκόλαψης μεσαίων στελε­χών. Δίχως, διόλου να αμφισβητούν την ιστορική αυτή πο­ρεία που υποτάσσει άμεσα έναν από τους τελευταίους, σχε­τικά αυτόνομους, τομείς της κοινωνικής ζωής στις απαιτή­σεις του εμπορευματικού συστήματος, οι προοδευτικοί μας διαμαρτύρονται για την καθυστέρηση και τις ατέλειες της πραγμάτωσης του. Είναι υπέρμαχοι του μελλοντικού κυ-βερνητικοποιημένου πανεπιστημίου, που ήδη προαναγγέ-λεται εδώ κι εκεί7. Το εμπορευματικό σύστημα και οι σύγ­χρονοι λακέδες του, ιδού ο εχθρός.

Είναι όμως φυσικό κάθε διαμάχη να εκτυλίσσεται πάνω από το κεφάλι του φοιτητή, στον ουρανό των αφεντικών του, και του διαφεύγει τελείως: το σύνολο της ζωής του και, κατά μείζονα λόγο, το σύνολο της ζωής.

Εξαιτίας της φοβερά άθλιας οικονομικής του κατάστα­σης, ο φοιτητής είναι καταδικασμένος σε έναν ορισμένο τρόπο επιβίωσης, που είναι ελάχιστα αξιοζήλευτος. Ικανο­ποιημένος όμως πάντα, καθώς είναι, από το είναι του, ανά­γει τη χυδαία αθλιότητα του σε πρωτότυπο στυλ ζωής: εξα­θλίωση και μποεμισμός. Ο «μποεμισμός», όμως, που ήδη δεν ήταν πρωτότυπη λύση, δεν μπορεί ποτέ να βιωθεί αυθε­ντικά, αν δεν προηγηθεί μια πλήρης κι αμετάκλητη ρήξη με το πανεπιστημιακό περιβάλλον. Οι υπέρμαχοι του ανά­μεσα στους φοιτητές (και όλοι τους κομπάζουν ότι είναι για λίγο μποέμ), δεν κάνουν άλλο, λοιπόν, από το να κρέ­μονται από μια πλαστή και εξευτελισμένη εκδοχή αυτού που, στην καλύτερη περίπτωση, δεν είναι παρά μια μέτρια ατομική λύση. Θα άξιζε να τους περιφρονήσουν ακόμα και οι ηλικιωμένες επαρχιώτισσες. Αυτοί οι «πρωτότυποι», εξακολουθούν 30 χρόνια μετά τον Β. Ράιχ8, αυτόν τον θαυ­μάσιο παιδαγωγό της νεολαίας, να έχουν τις πιο παραδο­σιακές ερωτικές συμπεριφορές αναπαράγοντας τις γενικές σχέσεις της ταξικής κοινωνίας μέσα στις σεξουαλικές τους σχέσεις. Η καταλληλότητα του φοιτητή να στρατολογηθεί από μια οποιαδήποτε οργάνωση, μαρτυράει την ανικανό­τητα του. Στα στενά περιθώρια ατομικής ελευθερίας που επιτρέπει το ολοκληρωτικό θέαμα και, παρ’ όλη τη σχε­τική άνεση χρόνου, του, ο φοιτητής αγνοεί ακόμα την πε­ριπέτεια, προτιμώντας έναν περιορισμένο καθημερινό χω­ρόχρονο, που έχει φτιαχτεί για λογαριασμό του από τους φύλακες του ίδιου του θεάματος.

Μολονότι δεν τον υποχρεώνει κανείς, διαχωρίζει, από μόνος του, την εργασία και την ψυχαγωγία, διακηρύσσο­ντας υποκριτικά την περιφρόνηση του για τους «σπασί­κλες» και τα «σαΐνια». Δέχεται κάθε διαχωρισμό και ύστερα σπεύδει να κλαψουρίσει για την έλλειψη επικοινω­νίας στις διάφορες θρησκευτικές, αθλητικές, πολιτικές ή συνδικαλιστικές «λέσχες». Είναι τόσο δυστυχισμένος και ηλίθιος, ώστε φθάνει στο σημείο να εμπιστευθεί αυθόρ­μητα και μαζικά τον εαυτό του στον παρα-αστυνομικό έλεγχο των ψυχιάτρων και των ψυχολόγων, που καθιέρωσε προς χρήση του η πρωτοπορία της σύγχρονης καταπίεσης και χειροκροτείται από τους «αντιπροσώπους» αυτού του ελέγχου, οι οποίοι, όπως είναι φυσικό, θεωρούν το Γραφείο Πανεπιστημιακής Ψυχολογικής Βοήθειας (B.A.P.U.) ως αναγκαία και σημαντική κατάκτηση9.

Ωστόσο η πραγματική αθλιότητα της φοιτητικής καθη­μερινής ζωής βρίσκει το άμεσο φανταστικό της αντιστάθ­μισμα στο κύριο όπιό της: το εμπόρευμα της κουλτούρας. Μέσα στο θέαμα της κουλτούρας, ο φοιτητής ξαναβρίσκει φυσικά τη θέση του ως ευλαβής οπαδός. Όντας κοντά στον τόπο παραγωγής του, δίχως να μπαίνει ποτέ μέσα — το Ιερό είναι απαγορευμένο σ’ αυτόν — ο φοιτητής ανακαλύ­πτει τη «μοντέρνα κουλτούρα» σαν έκθαμβος θεατής. Σε μια εποχή όπου η τέχνη είναι νεκρή, παραμένει ο κύριος πιστός των θεάτρων και των κινηματογραφικών λεσχών και ο πιο άπληστος καταναλωτής του κατεψυγμένου πνεύματος της, που πουλιέται μέσα σε σελλοφάν στα σούπερ-μάρκετ για τις νοικοκυρές της αφθονίας. Συμμετέχει δίχως ενδοια­σμούς, δίχως περίσκεψη και δίχως να κρατάει διόλου απο­στάσεις. Είναι το φυσικό του στοιχείο. Αν δεν υπήρχαν τα «Πολιτιστικά Κέντρα» ο φοιτητής θα τα είχε εφεύρει. Επα­ληθεύει τέλεια τις πιο κοινότοπες αναλύσεις της αμερικά­νικης κοινωνιολογίας του μάρκετινγκ: επιδεικτική κατα­νάλωση, καθιέρωση μιας διαφημιστικής διαφοροποίησης προϊόντων που είναι πανομοιότυπα μέσα στη μηδαμινό-τητά τους. (Περέκ ή Ρόμπ-Γκριγιέ, Γκοντάρ ή Λελούς).

Και όταν ενσαρκώνονται επί σκηνής οι «θεοί» που πα­ράγουν ή οργανώνουν το πολιτιστικό του θέαμα, ο φοιτη­τής αποτελεί το κύριο κοινό τους, τον ιδεώδη πιστό τους. Έτσι πηγαίνει μαζικά στις πιο αρρωστημένες εκδηλώσεις τους· ποιος άλλος, εκτός από τον φοιτητή, θα γέμιζε τις αίθουσες, λόγου χάρη, όταν οι παπάδες των διαφόρων εκ­κλησιών έρχονται να εκθέσουν δημόσια τους ατέλειωτους διάλογους τους (εβδομάδες της λεγόμενης μαρξιστικής σκέψης, συνέδρια των καθολικών διανοουμένων) ή όταν τα λείψανα της λογοτεχνίας συγκεντρώνονται για να διαπι­στώσουν την ανικανότητα τους (πέντε χιλιάδες φοιτητές στη συζήτηση «Τι μπορεί να κάνει η Λογοτεχνία;»).

Ανίκανος για πραγματικά πάθη, καταβροχθίζει με βου­λιμία τις δίχως πάθος πολεμικές ανάμεσα στις βεντέτες του ανεγκεφαλισμού, πολεμικές που αφορούν ψεύτικα προβλή­ματα ο ρόλος των οποίων είναι να καλύψουν τα αληθινά: Αλτουσέρ – Γκαρωντύ — Σαρτρ — Μπαρτ – Πικάρ — Λε-φέβρ — Λεβύ-Στρως — Χάλλιντεϊ — Σατελέ — Αντουάν. Ανθρωπισμός — Υπαρξισμός — Στρουκτουραλισμός — Επιστημονισμός — Νεοκριτικισμός — Διαλεκτικονατουρα-λισμός — Κυβερνητισμός — Πλανητισμός — Μεταφιλοσο-φισμός.

Στην πρακτική του, θεωρεί τον εαυτό του πρωτοπορία, γιατί είδε την τελευταία ταινία του Γκοντάρ, αγόρασε το τελευταίο βιβλίο των argumentistes10, συμμετείχε στο τε­λευταίο «χάπενινγκ» του Λαπασάντ, εκείνου του μαλάκα. Αυτός ο άσχετος δέχεται ως «επαναστατικές» καινοτομίες, εγγυημένες με σφραγίδα, τα πιο ξεθωριασμένα υποκατά­στατα παλιών ερευνών που ήταν όντως σημαντικές στην εποχή τους και που νοθεύτηκαν για να έχουν μεγαλύτερη επιτυχία στην αγορά. Το ζήτημα είναι να διατηρεί πάντοτε την πολιτιστική του υπόσταση. Ο φοιτητής νιώθει περήφα­νος που αγοράζει, όπως όλος ο κόσμος, τις επανεκδόσεις, σε βιβλίο τσέπης, μιας σειράς σημαντικών και δύσκολων κειμένων που η «μαζική κουλτούρα» διαδίδει με αυξανό­μενο ρυθμό11. Μόνο που δεν ξέρει να διαβάζει. Αρκείται να τα καταναλώνει με το βλέμμα.

Τα προσφιλέστερα αναγνώσματα του εξακολουθούν να είναι τα εξειδικευμένα έντυπα που ενορχηστρώνουν την φρενήρη κατανάλωση των πολιτιστικών γκάτζετ, δέχεται πειθήνια τα διαφημιστικά τους ουκάζια και τα κάνει κέντρο αναφοράς των γούστων του. Τη βρίσκει ακόμα με το L’ Ex­press και τον L’ Observateur ή νομίζει ότι η Le Monde, της οποίας το ύφος είναι ήδη πολύ δύσκολο γι’ αυτόν, είναι όντως μια «αντικειμενική» εφημερίδα, που αντικατοπτρίζει την επικαιρότητα. Για να διευρύνει τις γενικές γνώσεις του, καταβροχθίζει το Planete, το μαγικό περιοδικό που εξαφανίζει τις ρυτίδες και τα σπυριά των παλιών ιδεών. Με κάτι τέτοιους οδηγούς, πιστεύει ότι συμμετέχει στο σύγ­χρονο κόσμο και ότι μυείται στην πολιτική.

Γιατί ο φοιτητής, περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, ευ­χαριστιέται να είναι πολιτικοποιημένος. Μόνο που αγνοεί ότι συμμετέχει διαμέσου του ίδιου του θεάματος. Έτσι επα-νοικειοποιείται όλα τα καταρρακωμένα και γελοία κατά­λοιπα μιας αριστεράς που καταστράφηκε εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια από το «σοσιαλιστικό» ρεφορμισμό και τη σταλινική αντεπανάσταση. Αυτό συνεχίζει να το αγνοεί ενώ η εξουσία το γνωρίζει ξεκάθαρα και οι εργάτες με τρόπο συγκεχυμένο. Συμμετέχει με μια ηλίθια περηφά-νεια στις πιο γελοίες εκδηλώσεις, που δεν προσελκύουν παρά μόνο αυτόν. Η ψευδής πολιτική συνείδηση βρίσκεται μέσα του σε καθαρή μορφή και ο φοιτητής συνιστά την ιδανική βάση για τις χειραγωγήσεις των φαντασματικών γραφειοκρατών των ετοιμοθάνατων οργανώσεων (από το αποκαλούμενο Κομμουνιστικό Κόμμα μέχρι την U.N.E.F.). Αυτές προγραμματίζουν με ολοκληρωτικό τρόπο τις πολιτικές του προτιμήσεις· κάθε απομάκρυνση ή υποψία θέλησης για ανεξαρτησία ξαναμπαίνει πειθήνια, μετά από μια παρωδία αντίστασης, σε μια τάξη πραγμάτων που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ούτε στιγμή12. Όταν νομίζει ότι τα ξεπέρασε όλα αυτά, όπως εκείνοι που ονομάζονται, σύμφωνα με μια πραγματική αρρώστια της διαφημιστικής αντιστροφής, J.C.R. (Ε.Κ.Ν. — Επαναστατική Κομμουνι­στική Νεολαία), ενώ δεν είναι ούτε νέοι, ούτε κομμουνι­στές, ούτε επαναστάτες, δεν είναι παρά για να χειροκροτή­σει με ενθουσιασμό το παπικό σύνθημα: Ειρήνη στο Βιετ­νάμ.

Ο φοιτητής είναι περήφανος που αντιτίθεται στους «αρ­χαϊσμούς» ενός Ντε Γκωλ, αλλά δεν αντιλαμβάνεται ότι το κάνει εν ονόματι λαθών του παρελθόντος, εγκλημάτων μπα­γιάτικων (όπως ο σταλινισμός στην εποχή των Τολιάτι — Γκαρωντύ — Χρουτσώφ — Μάο) και ότι έτσι η νιότη του είναι ακόμα πιο αρχαϊκή και από την εξουσία, η οποία, τουλάχιστον, διαθέτει πράγματι ό,τι χρειάζεται για να διοι­κήσει μια σύγχρονη κοινωνία.

Ο φοιτητής όμως δεν χαρακτηρίζεται από έναν μόνο αρ­χαϊσμό. Πιστεύει ότι πρέπει να έχει γενικές ιδέες πάνω σε κάθε θέμα, συνεκτικές αντιλήψεις για τον κόσμο, που προσδίδουν κάποιο νόημα στην ανάγκη του για ακτιβισμό και αντιερωτική σεξουαλική δραστηριότητα. Να γιατί, ξε­γελασμένος από τα τελευταία σκιρτήματα των εκκλησιών, ρίχνεται με τα μούτρα στον αρχαϊσμό των αρχαϊσμών, για να λατρέψει το σάπιο κουφάρι του θεού και να προσκολλη­θεί στα αποσυντεθειμένα λείψανα των προϊστορικών θρη­σκειών, που θεωρεί αντάξια γι’ αυτόν και την εποχή του. Μόλις που τολμάμε να το υπογραμμίσουμε, το φοιτητικό περιβάλλον, μαζί με το περιβάλλον των γηραιών κυριών της επαρχίας, αποτελεί τον τομέα όπου διατηρείται η ισχυ­ρότερη δόση ασκούμενης θρησκείας και παραμένει ακόμα η καλύτερη «ιεραποστολική γη» (ενώ σ’ όλες τις άλλες οι παπάδες φαγώθηκαν ήδη ή τους έχουν διώξει), όπου οι ιε­ρωμένοι — φοιτητές εξακολουθούν να σοδομΐζουν απρο­κάλυπτα χιλιάδες φοιτητές μέσα στα πνευματικά τους απο­χωρητήρια.

Ανάμεσα στους φοιτητές, βέβαια, υπάρχουν και άνθρω­ποι που διαθέτουν ένα ικανοποιητικό διανοητικό επίπεδο. Αυτοί πρωτεύουν, δίχως κόπο, στις άθλιες εξετάσεις που έχουν σχεδιαστεί για τις μετριότητες και πρωτεύουν επειδή ακριβώς έχουν κατανοήσει το σύστημα, επειδή το περιφρονούν και ξέρουν ότι είναι εχθροί του. Παίρνουν απ’ το σύστημα σπουδών ό,τι καλύτερο προσφέρει: τις υποτρο­φίες. Επωφελούμενοι από τις ατέλειες των εξετάσεων, που η ίδια η λογική τους τις υποχρεώνει εδώ και τώρα να δια­τηρούν ένα μικρό, καθαρά διανοητικό, τομέα, «την έρευ­να», ετοιμάζονται ήσυχα-ήσυχα να φέρουν την αναταραχή στο υψηλότερο επίπεδο: η απροκάλυπτη περιφρόνηση τους για το σύστημα συμβαδίζει με τη διαύγεια που τους επιτρέ­πει ακριβώς να είναι ισχυρότεροι από τους λακέδες του συ­στήματος, και, πρώτα απ’ όλα, διανοητικά. Οι άνθρωποι για τους οποίους μιλάμε, στην πραγματικότητα, φιγουρά­ρουν ήδη ανάμεσα στους θεωρητικούς του επερχόμενου επαναστατικού κινήματος και κολακεύονται που θα είναι εξίσου γνωστοί με εκείνο, όταν θα αρχίσει να γίνεται λό­γος γι’ αυτό. Δεν κρύβουν από κανένα ότι αυτό που παίρ­νουν τόσο άνετα από το «σύστημα σπουδών», το χρησιμο­ποιούν για την καταστροφή του. Γιατί ο φοιτητής δεν μπο­ρεί να εξεγερθεί ενάντια σε τίποτα, δίχως να εξεγερθεί ενάντια στις σπουδές του και η αναγκαιότητα αυτής της εξέγερσης γίνεται λιγότερο φυσικά αισθητή απ’ ό,τι στον εργάτη, που εξεγείρεται αυθόρμητα ενάντια στις συνθήκες του. Ο φοιτητής, όμως, είναι ένα προϊόν της μοντέρνας κοινωνίας, όπως ο Γκοντάρ και η Κόκα-Κόλα. Η απόλυτη αλλοτρίωση του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί παρά μόνο με την αμφισβήτηση ολόκληρης της κοινωνίας. Αυτή η κριτική, όμως, δεν μπορεί να γίνει με κανένα τρόπο στο φοιτητικό πεδίο: ο φοιτητής, ως τέτοιος, ιδιοποιείται μια ψευδο-αξΐα που του απαγορεύει να συνειδητοποιήσει την πραγματική του στέρηση και παραμένει, εξαιτίας του γεγο­νότος αυτού, στο απόγειο της ψευδούς συνείδησης. Αλλά παντού όπου αρχίζει να αμφισβητείται η σύγχρονη κοινω­νία υπάρχει και μια εξέγερση της νεολαίας που αντιστοι­χεί άμεσα σε μια συνολική κριτική της φοιτητικής συμπε­ριφοράς.

Δεν αρκεί η σκέψη να αναζητάει την πραγμάτωση της, πρέπει και η πραγματικότητα να αναζητήσει τη σκέψη.

Μετά από μια μακρόχρονη περίοδο χειμερίας νάρκης και διαρκούς αντεπανάστασης, διαγράφεται, εδώ και με­ρικά χρόνια, μια νέα περίοδος αμφισβήτησης, της οποίας φορέας φαίνεται να είναι η νεολαία. Ωστόσο, η κοινωνία του θεάματος, μέσα στην αναπαράσταση του εαυτού της και των εχθρών της, επιβάλλει τις ιδεολογικές της κατηγο­ρίες για την κατανόηση του κόσμου και της ιστορίας.Ανά-γει ο,τιδήποτε συμβαίνει στη φυσική τάξη πραγμάτων και περικλείει τους αληθινούς νεωτερισμούς που αναγγέλλουν το ξεπέρασμα της μέσα στα περιορισμένα πλαίσια του δι­κού της απατηλού νεωτερισμού. Η εξέγερση της νεολαίας ενάντια στον τρόπο ζωής που της επιβάλλουν είναι, στην πραγματικότητα, το προοίμιο μιας ευρύτερης ανατροπής που θα αγκαλιάζει το σύνολο εκείνων που νιώθουν πιο έν­τονα πως είναι αδύνατο να ζήσουν, το πρελούδιο της επερ­χόμενης επαναστατικής εποχής. Μόνο που η κυρίαρχη ιδεολογία και τα καθημερινά όργανα της, σύμφωνα με τους πολυδοκιμασμένους μηχανισμούς αντιστροφής της πραγ­ματικότητας, δεν μπορούν παρά να περιορίζουν αυτό το πραγματικό ιστορικό κίνημα σε μια κοινωνικοφυσική ψευδο-κατηγορΐα: την Ιδέα της Νεολαίας (που η ίδια της η φύση την εξωθεί στην εξέγερση). Έτσι ανάγουν μια ανα­ζωογόνηση της εξέγερσης στην αιώνια εξέγερση της νεο­λαίας, η οποία αναβιώνει σε κάθε γενιά για να σβήσει όταν «ο νέος εντάσσεται στη σοβαρότητα της παραγωγής και στη δραστηριότητα, εν όψει συγκεκριμένων και αληθινών σκοπών». Η «εξέγερση των νέων» αποτέλεσε και αποτελεί ακόμα αντικείμενο ενός αληθινού δημοσιογραφικού πλη­θωρισμού/ ο οποίος την έκανε το θέαμα μιας πιθανής «εξέ-γερσης»/που προσφέρουν για θαυμασμό, ώστε να εμποδίσει να γίνει βίωμα, μια παράλογη σφαίρα — ήδη ενσωματω­μένη — αναγκαία για τη λειτουργία του κοινωνικού συ­στήματος. Αυτή η εξέγερση ενάντια στην κοινωνία καθη­συχάζει την κοινωνία, γιατί πιστεύεται ότι παραμένει μερι­κή, μέσα στο απαρτχάιντ των «προβλημάτων» της νεολαίας — όπως θα υπήρχαν προβλήματα της γυναίκας ή ένα πρό­βλημα των μαύρων — και ότι διαρκεί μόνο για ένα μέρος της ζωής. Στην πραγματικότητα, αν υπάρχει ένα πρόβλημα της «νεολαίας» στη σύγχρονη κοινωνία, αυτό οφείλεται στο ότι η νεολαία13 αισθάνεται με περισσότερη οξύτητα τη βαθιά κρίση αυτής της κοινωνίας. Όντας κατεξοχήν προϊόν της σύγχρονης κοινωνίας, είναι κι η ίδια σύγχρονη, είτε για να ενσωματωθεί σ’ αυτήν ανεπιφύλακτα, είτε για να την αρνηθεί ριζικά. Εκείνο, όμως, που πρέπει να μας εκπλήσσει δεν είναι το ότι η νεολαία εξεγείρεται, αλλά το ότι οι «ενήλικες» είναι τόσο παραιτημένοι. Και αυτό δεν επιδέχεται μυθολογική εξήγηση αλλά ιστορική: η προη­γούμενη γενιά γνώρισε όλες τις ήττες και κατανάλωσε όλα τα ψέματα της περιόδου της επαίσχυντης αποσύνθεσης του επαναστατικού κινήματος.

Θεωρημένη καθ’ εαυτή, η «Νεολαία» είναι ένας διαφη­μιστικός μύθος, ήδη βαθιά συνδεδεμένος με τον καπιταλι­στικό τρόπο παραγωγής, ως έκφραση του δυναμισμού του. Αυτή η απατηλή πρωτοκαθεδρία της νεολαίας έγινε εφι­κτή με την ανάκαμψη της οικονομίας, μετά τον Β’ Παγκό­σμιο Πόλεμο, εξαιτίας της μαζικής εισόδου στην αγορά μιας ολόκληρης κατηγορίας πιο εύπλαστων καταναλωτών, ενός ρόλου που εξασφαλίζει τα εχέγγυα ενσωμάτωσης στην κοινωνία του θεάματος. Όμως η κυρίαρχη ερμηνεία του κόσμου βρίσκεται εκ νέου σε αντίφαση με την κοινωνι­κοοικονομική πραγματικότητα (γιατί είναι καθυστερημένη σε σχέση μ’ αυτήν) και η νεολαία είναι εκείνη ακριβώς που πρώτη εκδηλώνει μια ακατανίκητη δίψα για ζωή και εξεγείρεται αυθόρμητα ενάντια στην καθημερινή ανία και το νεκρό χρόνο που ο παλιός κόσμος εξακολουθεί να εκ­κρίνει μέσα από τους διάφορους εκσυγχρονισμούς του. Η εξεγερμένη μερίδα της νεολαίας εκφράζει την καθαρή άρ­νηση, δίχως τη συνείδηση μιας προοπτικής ξεπεράσματος, τη μηδενιστική της άρνηση. Αυτή η προοπτική αναζητάει το δρόμο της και συγκροτείται παντού στον κόσμο. Πρέπει να φτάσει στη συνοχή της θεωρητικής κριτικής και την πρακτική οργάνωση της συνοχής αυτής.

Στο πιο στοιχειώδες επίπεδο, οι «Μπλουζόν νουάρ» σ’ όλες τις χώρες, εκφράζουν με την μεγαλύτερη εμφανή βία την άρνηση ενσωμάτωσης τους. Όμως ο αφηρημένος χα­ρακτήρας της άρνησης τους δεν τους αφήνει καμιά πιθα­νότητα να ξεφύγουν από τις αντιφάσεις ενός συστήματος του οποίου δεν είναι παρά το αυθόρμητο αρνητικό προϊόν. Οι «Μπλουζόν νουάρ» παράγονται απ’ όλες τις πλευρές της σημερινής τάξης πραγμάτων: την πολεοδομία των μεγάλων συγκροτημάτων κατοικιών, την αποσύνθεση των αξιών, την επέκταση της ολοένα και πιο ανιαρής καταναλώσιμης ψυχαγωγίας, τον ανθρωπιστικοαστυνομικό έλεγχο που τεί­νει να επεκταθεί στο σύνολο της καθημερινής ζωής, την οικονομική επιβίωση του οικογενειακού κυττάρου, που έχει χάσει κάθε νόημα. Περιφρονούν την εργασία, δέχο­νται, όμως, τα εμπορεύματα. Θα ήθελαν να έχουν όλα όσα τους δείχνει η διαφήμιση αμέσως κα. δίχως να μπορούν να τα πληρώσουν. Αυτή η θεμελιώδης αντίφαση δεσπόζει σ’ όλη τους την ύπαρξη και αποτελεί το πλαίσιο που εγκλωβίζει τη δική τους απόπειρα επιβεβαίωσης για την αναζήτηση μιας αληθινής ελευθερίας χρήσης του χρόνου, την ατομική επιβεβαίωση και τη δημιουργία ενός είδους κοινότητας. (Μόνο που τέτοιες μικροκοινότητες δημιουρ­γούν εκ νέου, στο περιθώριο της ανεπτυγμένης κοινωνίας, ένα πρωτογονισμό όπου η αθλιότητα αναπαράγει αναπό­φευκτα την ιεραρχία μέσα στη συμμορία. Αυτή η ιεραρχία, που δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί παρά μόνο μέσα στον αγώνα με άλλες συμμορίες, απομονώνει την κάθε συμμορία και μέσα σε κάθε συμμορία, το άτομο. Ο «Μπλουζόν νουάρ» για να ξεφύγει απ’ αυτή την αντίφαση, θα εξανα­γκαστεί τελικά να εργαστεί για να αγοράσει εμπορεύματα – και γι’ αυτό ένας ολόκληρος τομέας της παραγωγής έχει φτιαχτεί ειδικά για την αφομοίωση του ως καταναλωτή (μοτοσυκλέτες, ηλεκτρικές κιθάρες, ρούχα, δίσκοι κλπ) — ή να επιτεθεί στους νόμους του εμπορεύματος, είτε με τρόπο στοιχειώδη, κλέβοντας το, είτε με τρόπο συνειδητό, φτάνοντας στην επαναστατική κριτική του κόσμου του εμπορεύματος. Η κατανάλωση εξημερώνει τα ήθη των νεα­ρών εξεγερμένων και η εξέγερση τους ξεπέφτει στον χει­ρότερο κομφορμισμό. Ο κόσμος των «Μπλουζόν νουάρ» δεν έχει άλλη διέξοδο από την επαναστατική συνείδηση ή την τυφλή υπακοή μέσα στα εργοστάσια.

Οι Πρόβος αποτελούν την πρώτη μορφή ξεπεράσματος της εμπειρίας των «Μπλουζόν νουάρ», την οργάνωση της πρώτης πολιτικής της έκφρασης. Γεννήθηκαν χάρη σε μια συνάντηση ανάμεσα σε μερικά απόβλητα της αποσυντεθει-μένης τέχνης σε αναζήτηση της επιτυχίας και σε μια μάζα νεαρών εξεγερμένων σε αναζήτηση της επιβεβαίωσης. Η οργάνωση τους επέτρεψε και στους μεν και στους δε να προχωρήσουν και να φτάσουν σε ένα νέο :ύπο αμφισβήτη­σης. Οι «καλλιτέχνες» έφεραν κάποιες τάσεις, ακόμα πολύ μυθοποιημένες, για το παιχνίδι, συνοδευόμενες από μια ιδεολογική σάλτσα. Οι νεαροί εξεγερμένοι δεν είχαν παρά την βία της εξέγερσης τους. Αφότου δημιουργήθηκε η ορ­γάνωση τους, οι δύο τάσεις παρέμειναν ξεχωριστές» η άνευ θεωρίας μάζα βρέθηκε εξαρχής υπό την κηδεμονία ενός μι­κρού στρώματος ύποπτων διευθυνόντων, που πασχίζουν να εξασφαλίσουν την «εξουσία» τους με τη δημιουργία μιας προβοταριακής ιδεολογίας. Αντί αυτή η βία των «Μπλου­ζόν νουάρ» να περάσει στο πεδίο των ιδεών, σε μιαν από­πειρα ξεπεράσματος της τέχνης, επικράτησε ο νεοκαλλιτε-χνικός ρεφορμισμός. Οι Πρόβος είναι η έκφραση του έσχατου ρεφορμισμού που γέννησε ο μοντέρνος καπιταλι­σμός: εκείνου της καθημερινής ζωής. Ενώ δεν χρειάζεται τίποτα λιγότερο από μια διαρκή επανάσταση για να αλλάξει η ζωή, η ιεραρχία των Πρόβος πιστεύει — όπως πίστευε και ο Μπερνστάιν ότι ο καπιταλισμός θα μεταμορφωνόταν με τις μεταρρυθμίσεις σε σοσιαλισμό — ότι αρκεί να γί­νουν μερικές βελτιώσεις για να τροποποιηθεί η καθημε­ρινή ζωή. Επιλέγοντας το αποσπασματικό οι Πρόβος κατα­λήγουν να αποδεχτούν την ολότητα. Για να αποκτήσουν μια βάση, οι ηγέτες τους εφεύραν τη γελοία θεωρία του «Προβοταριάτου» (καλλιτεχνικοπολιτική σαλάτα αποτε­λούμενη απλοϊκά από τα μουχλιασμένα απομεινάρια μιας γιορτής που δε γνώρισαν), που προορίζεται σύμφωνα με αυ­τούς, να αντιταχθεί στην υποτιθέμενη παθητικότητα και αστικοποίηση του προλεταριάτου, αιώνιο ρεφραΐν όλων των κρετΐνων αυτού του αιώνα. Επειδή ακριβώς απελπίζο­νται που δεν μπορούν να μεταμορφώσουν την ολότητα απελπίζουν και τις δυνάμεις που είναι οι μόνοι φορείς της ελπίδας ενός εφικτού ξεπεράσματος. Το Προλεταριάτο εί­ναι η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής κοινωνίας και, συνακόλουθα, ο θανάσιμος κίνδυνος της: γίνονται τα πάντα για να το καταστείλουν (κόμματα, γραφειοκρατικά συνδι­κάτα, αστυνομία που του επιτίθεται συχνότερα απ’ ότι στους Πρόβος, αποικιοποΐηση όλης του της ζωής γιατί αποτελεί τη μόνη πραγματικά απειλητική, δύναμη. Οι Πρόβος δεν κατάλαβαν τίποτα απ’ αυτά και έτσι είναι ανί­κανοι να κάνουν την κριτική του συστήματος παραγωγής και, συνεπώς, παραμένουν αιχμάλωτοι ολόκληρου του συ­στήματος. Και όταν σε ένα εργατικό αντισυνδικαλιστικό ξεσηκωμό, η βάση τους προσχώρησε στην άμεση βία, οι ηγέτες στην κυριολεξία ξεπεράστηκαν από το κίνημα και μέσα στη σύγχυση τους, δεν βρήκαν να κάνουν τίποτα κα­λύτερο από το να καταγγέλλουν τις «υπερβολές» και να προβαίνουν σε ειρηνικές εκκλήσεις, εγκαταλείποντας με αξιοθρήνητο τρόπο το πρόγραμμα τους: να προκαλούν τις αρχές για να αποκαλύπτουν τον κατασταλτικό χαρακτήρα τους (φωνάζοντας ότι τους προκαλούσε η αστυνομία). Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάλεσαν από το ραδιοφω­νικό σταθμό τους τους νεαρούς ταραξίες να διδαχθούν από το παράδειγμα των Πρόβος, δηλαδή, των ηγετών που έδειξαν ξεκάθαρα ότι ο νεφελώδης «αναρχισμός» τους δεν είναι παρά ένα ακόμα ψέμα. Η εξεγερμένη βάση των Πρόβος δεν μπορεί να φτάσει στην επαναστατική κριτική αν δεν αρχίσει να εξεγείρεται ενάντια στους ηγέτες της, αν, δηλαδή, δε συνταχθεί με τις αντικειμενικές επαναστατικές δυνάμεις του Προλεταριάτου και δεν ξεφορτωθεί έναν Κον-στάντ, τον επίσημο καλλιτέχνη της Βασιλικής Ολλανδίας, ή έναν Ντε Β ρις, τον αποτυχημένο βουλευτή και θαυμα­στή της αγγλικής αστυνομίας. Μόνον έτσι οι Πρόβος μπο­ρούν να προχωρήσουν στην αυθεντική σύγχρονη αμφι­σβήτηση, που ήδη έχει μια πραγματική βάση μέσα στο κί­νημα τους. Αν θέλουν όντως να μεταμορφώσουν τον κόσμο, πρέπει να απαλλαγούν από εκείνους που ικανοποιούνται να τον βάφουν άσπρο.

Με το να εξεγείρονται ενάντια στις σπουδές τους, οι αμερικανοί φοιτητές έθεσαν αυτόματα υπό αμφισβήτηση μια κοινωνία που χρειάζεται τέτοιες σπουδές. Η εξέγερση τους (στο Μπέρκλεϋ και αλλού) ενάντια στην πανεπιστη­μιακή ιεραρχία, έδειξε εξαρχής τον χαρακτήρα της ως εξέγερση ενάντια σ’ ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στην ιεραρχία και τη δικτατορία της οικονο­μίας και του Κράτους. Αρνούμενοι να ενσωματωθούν στις επιχειρήσεις, για τις οποίες τους προόριζαν φυσικότατα οι εξειδικευμένες σπουδές τους, θέτουν βαθιά υπό αμφισβή­τηση ένα σύστημα παραγωγής όπου όλες οι δραστηριότη­τες και το προϊόν τους ξεφεύγουν ολοσχερώς από τους δη­μιουργούς τους. Έτσι, ψηλαφητά και μέσα σε μια ακόμα πολύ σημαντική σύγχυση, η εξεγερμένη αμερικάνικη νεο­λαία αναζητάει μέσα στην «κοινωνία της αφθονίας» μια συνεπή επαναστατική εναλλακτική λύση. Παραμένει, στο μεγαλύτερο μέρος της, προσκολλημένη σε δυό σχετικά τυ­χαίες όψεις της αμερικάνικης κρίσης: τους Μαύρους και το Βιετνάμ και οι μικρές οργανώσεις που απαρτίζουν τη «Νέα Αριστερά», πάσχουν βαριά από το γεγονός αυτό. Μο­λονότι εμφανίζουν στη μορφή τους μια αυθεντική απαί­τηση για δημοκρατία, η αδυναμία του ανατρεπτικού τους περιεχομένου τις κάνει να ξαναπέφτουν σε επικίνδυνες αντιφάσεις. Η εχθρότητα απέναντι στην παραδοσιακή πο­λιτική των παλαιών οργανώσεων εύκολα αφομοιώνεται από την άγνοια του πολιτικού κόσμου, που εκφράζεται από μια μεγάλη έλλειψη πληροφοριών και από ψευδαισθήσεις για το τι πραγματικά συμβαίνει στον κόσμο. Η αφηρημένη εχθρότητα απέναντι στην κοινωνία τους, τους οδηγεί στο θαυμασμό ή την υποστήριξη των εμφανέστερων εχθρών τους: των λεγόμενων σοσιαλιστικών γραφειοκρα­τιών, της Κίνας ή της Κούβας. Έτσι βρίσκουμε σε μια ομάδα όπως το «Resurgence Youth Movement)) μια θανα­τική καταδίκη του κράτους και, ταυτόχρονα, μια εξύμνηση της «Πολιτιστικής Επανάστασης» που έγινε από την πιο γιγάντια γραφειοκρατία των σύγχρονων καιρών: την Κίνα του Μάο. Όμοια, η μισοελευθεριακή και μη διευθυντική τους οργάνωση κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να ξαναπέσει, εξαιτίας της έκδηλης έλλειψης περιεχομένου, στην ιδεολο­γία της «δυναμικής των ομάδων» ή στον κλειστό κόσμο της σέχτας. Η μαζική κατανάλωση ναρκωτικών είναι η έκ­φραση μιας πραγματικής αθλιότητας και η διαμαρτυρία ενάντια σ’ αυτή την πραγματική αθλιότητα: είναι η απα­τηλή αναζήτηση της ελευθερίας σε έναν κόσμο δίχως ελευ­θερία, η θρησκευτική κριτική ενός κόσμου που ο ίδιος ξε­πέρασε τη θρησκεία. Δεν είναι τυχαίο ότι τη συναντάμε κυρίως στους κύκλους των μπήτνικ (αυτή τη δεξιά των νεα­ρών εξεγερμένων), επίκεντρο της ιδεολογικής άρνησης και της αποδοχής των πιο φανταστικών προλήψεων (Ζεν, πνευ­ματισμός, μυστικισμός της «New Church» και άλλες μού­χλες σαν τον Γκαντισμό και τον Ανθρωπισμό…). Οι αμερι­κανοί φοιτητές, αναζητώντας ένα επαναστατικό πρόγραμ­μα, διαπράττουν το ίδιο λάθος με τους Πρόβος, διακηρύσ­σοντας ότι είναι «η πιο εκμεταλλευόμενη τάξη της κοινω­νίας». Οφείλουν ήδη από τώρα να καταλάβουν ότι τα συμ­φέροντα τους δεν είναι διαφορετικά από τα συμφέροντα όλων εκείνων που υφίστανται την γενικευμένη καταπίεση και την εμπορευματική σκλαβιά.

Στην Ανατολή, ο γραφειοκρατικός ολοκληρωτισμός αρ­χίζει και αυτός να γεννάει τις αρνητικές του δυνάμεις. Η εξέγερση των νέων είναι ιδιαίτερα βίαιη και δε γίνεται γνωστή παρά μόνο από τους αφορισμούς των διαφόρων ορ­γάνων του μηχανισμού ή από τα αστυνομικά μέτρα που υιο­θετεί για να την αναχαιτίσει. Μαθαίνουμε έτσι ότι μια με­ρίδα της νεολαίας δεν «σέβεται πλέον την ηθική και οικο­γενειακή τάξη (όπως υφίσταται εκεί με την απεχθέστερη αστική της μορφή), παραδίδεται στην «κραιπάλη», περι­φρονεί την εργασία και δεν υπακούει πια στην αστυνομία του κόμματος». Και στην Ε.Σ.Σ.Δ. διορίζουν έναν υπουργό ειδικά για την καταπολέμηση του «χουλιγκανισμού». Πα­ράλληλα, όμως, μ’ αυτή τη διάχυτη εξέγερση τείνει να εκ­δηλωθεί μια πιο συγκροτημένη αμφισβήτηση και οι ομάδες ή τα μικρά παράνομα περιοδικά εμφανίζονται και εξαφανί­ζονται ανάλογα με τις διακυμάνσεις της αστυνομικής κατα­στολής. Το πιο σημαντικό γεγονός ήταν η έκδοση του βι­βλίου Ανοιχτή Επιστολή προς το Πολωνικό Εργατικό Κόμμα από τους νεαρούς Κουρόν και Μοτζελέφσκι. Στο κείμενο αυτό δηλώνουν απερίφραστα την αναγκαιότητα «κατάργησης των σημερινών παραγωγικών και κοινωνικών σχέσεων», και αναγνωρίζουν ότι γι’ αυτόν τον σκοπό «η επανάσταση είναι αναπόφευκτη». Η ιντελιγκέντσια των χωρών της Ανατολής επιζητεί τώρα να καταστήσει συνει­δητούς και να διατυπώσει ξεκάθαρα τους λόγους αυτής της κριτικής που οι εργάτες υλοποΐσησαν στο Ανατολικό Βε­ρολίνο, τη Βαρσοβία και τη Βουδαπέστη, της προλεταρια­κής κριτικής της γραφειοκρατικής ταξικής εξουσίας. Η εξέγερση αυτή πάσχει βαθιά από το μειονέκτημα ότι θέτει εξαρχής τα πραγματικά προβλήματα και τη λύση τους. Ενώ στις άλλες χώρες το κίνημα είναι εφικτό αλλά ο σκο­πός παραμένει μυθοποιημένος, στις ανατολικές γραφειο­κρατίες η αμφισβήτηση είναι δίχως ψευδαισθήσεις και οι σκοποί της γνωστοί. Γι’ αυτήν το θέμα είναι να επινοήσει τις μορφές πραγμάτωσης τους, να ανοίξει το δρόμο που οδηγεί σ’ αυτούς.

Όσο για την εξέγερση των νεαρών Άγγλων, βρήκε την πρώτη οργανωμένη έκφραση της στο κίνημα ενάντια στην ατομική βόμβα. Αυτός ο μερικός αγώνας, με βάση το αό­ριστο πρόγραμμα της Επιτροπής των Εκατό —που συγκέ­ντρωσε μέχρι και 300.000 διαδηλωτές — πραγματοποίησε την ομορφότερη χειρονομία του, την άνοιξη του 1963, με το σκάνδαλο RSG 614. Δεν μπορούσε όμως παρά να οπισθο­δρομήσει ελλείψει προοπτικών και να αφομοιωθεί από τα κατάλοιπα της παραδοσιακής πολιτικής και τους μεγαλό­ψυχους ειρηνιστές. Ο αρχαϊσμός του ελέγχου στην καθη­μερινή ζωή, χαρακτηριστικός της Αγγλίας, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην επίθεση του συγχρόνου κόσμου, και η επιταχυνόμενη αποσύνθεση των αιώνιων αξιών γεννάει ρι­ζικά επαναστατικές τάσεις, μέσα στην κριτική όλων των όψεων του τρόπου ζωής15. Οι απαιτήσεις αυτής της νεο­λαίας θα πρέπει να συναντήσουν την αντίσταση μιας εργα­τικής τάξης, από τις μαχητικότερες στον κόσμο, της τάξης των shop-stewards και των «άγριων απεργιών» και η νίκη των αγώνων τους δεν μπορεί να αναζητηθεί παρά μόνο μέσα σε κοινές προοπτικές. Η κατάρρευση της σοσιαλδη­μοκρατίας, που κατέχει την εξουσία, προσφέρει μια ακόμα ευκαιρία για τη συνάντηση τους. Οι εκρήξεις που θα προ­καλέσει μια τέτοια συνάντηση, θα είναι αφάνταστα πιο φο­βερές απ’ αυτές που είδαμε στο Άμστερνταμ. Η προβοτα-ριακή εξέγερση δεν θα είναι μπροστά τους παρά παιδικό παιχνίδι. Μόνο έτσι μπορεί να γεννηθεί ένα πραγματικά επαναστατικό κίνημα όπου οι πρακτικές ανάγκες θα έχουν βρει την απάντηση τους.

Η Ιαπωνία είναι η μόνη ανεπτυγμένη βιομηχανική χώρα όπου πραγματοποιήθηκε ήδη αυτή η ένωση της σπουδά­ζουσας νεολαίας και των πρωτοπόρων εργατών.

Η Ζενγκακούρεν, η φημισμένη οργάνωση των επανα­στατών φοιτητών και η Λίγκα των Μαρξιστών Εργαζόμε­νων Νέων, είναι οι δύο σημαντικές οργανώσεις, που συ­γκροτήθηκαν με βάση τον κοινό προσανατολισμό της Επα­ναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας^.C.R.16). Αυτή η συ­γκρότηση έφτασε ήδη στο σημείο να θέτει το πρόβλημα της επαναστατικής οργάνωσης. Επιτίθεται ταυτόχρονα, και δίχως ψευδαισθήσεις, στον καπιταλισμό της Λύσης και στη γραφειοκρατία των λεγόμενων σοσιαλιστικών χωρών. Συσπειρώνει ήδη μερικές χιλιάδες φοιτητών κι εργατών, οργανωμένων πάνω σε δημοκρατική κι αντιϊεραρχική βά­ση, με όλα τα μέλη να συμμετέχουν σ’ όλες τις δραστηριό­τητες της οργάνωσης. Έτσι, οι γιαπωνέζοι επαναστάτες είναι οι πρώτοι στον κόσμο οι οποίοι διεξάγουν μεγάλους οργανωμένους αγώνες, που αναφέρονται σε ένα προωθη­μένο πρόγραμμα με πλατιά μαζική συμμετοχή. Χιλιάδες ερ­γάτες και φοιτητές κατεβαίνουν συνεχώς στους δρόμους, αντιμετωπίζοντας βίαια τη γιαπωνέζικη αστυνομία. Και όμως η L.C.R., αν και αγωνίζεται πεισματικά ενάντια στα δύο συστήματα, δεν τα εξηγεί ολοκληρωμένα και συγκε­κριμένα. Πασχίζει ακόμα να ορίσει επακριβώς τη γραφειο­κρατική εκμετάλλευση, ενώ δεν έχει ακόμα φτάσει στο ση­μείο να διατυπώσει ρητά τους χαρακτήρες του μοντέρνου καπιταλισμού, την κριτική της καθημερινής ζωής, και την κριτική του θεάματος. Η Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα παραμένει βασικά μια κλασική προλεταριακή οργά­νωση. Είναι σήμερα ο πιο σημαντικός επαναστατικός σχη­ματισμός του κόσμου και πρέπει να γίνει εφεξής από τους πόλους συζήτησης και συσπείρωσης της νέας προλεταρια­κής επαναστατικής κριτικής σε παγκόσμιο επίπεδο.

Να δημιουργήσουμε επιτέλους την κατάσταση που θα καθιστά αδύνατη κάθε οπισθοδρόμηση

«Να είσαι πρωτοπορία, σημαίνει να συμβαδίζεις με την πραγματικότητα17». Η ριζική κριτική του σύγχρονου κό­σμου πρέπει τώρα να έχει ως αντικείμενο και ως στόχο την ολότητα. Πρέπει να αναφέρεται αναπόσπαστα στο πραγμα­τικό της παρελθόν, στο τι πραγματικά είναι και στις προο­πτικές μεταμόρφωσης του. Και αυτό γιατί, για να μπορέσει να πει όλη την αλήθεια του σημερινού κόσμου και, ακόμα περισότερο, για να διατυπώσει το σχέδιο της ολικής ανα­τροπής του, πρέπει να είναι ικανή να αποκαλύψει ολό­κληρη την κρυφή ιστορία του, δηλαδή, να κοιτάξει με έναν τρόπο ολότελα απομυθοποιημένο και ριζικά κριτικό, την ιστορία ολόκληρου του διεθνούς επαναστατικού κινήμα­τος, που εγκαινιάστηκε εδώ και πάνω από έναν αιώνα από το προλεταριάτο των δυτικών χωρών, τις «ήττες» του και τις «νίκες» του. «Αυτό το κίνημα ενάντια στο σύνολο της οργάνωσης του παλιού κόσμου έχει τελειώσει από πολύ καιρό18» και απέτυχε. Η έσχατη ιστορική εκδήλωση του ήταν η ήττα της προλεταριακής επανάστασης στην Ισπα­νία (στη Βαρκελώνη, το Μάη του 1937). Οι επίσημες «ήτ­τες» του, ωστόσο, καθώς και οι επίσημες «νίκες» του, πρέ­πει να κρίνονται στο φως των συνεπειών τους και οι αλή­θειες τους πρέπει να αποκατασταθούν. Έτσι μπορούμε να βεβαιώσουμε «ότι υπάρχουν ήττες που είναι νίκες και νίκες πιο επαίσχυντες από τις ήττες» (Καρλ Λήμπκνεχτ, την πα­ραμονή της δολοφονίας του). Η πρώτη μεγάλη «ήττα» της προλεταριακής εξουσίας, η Κομμούνα του Παρισιού, στην πραγματικότητα, είναι η πρώτη μεγάλη νίκη της, διότι το πρωτόγονο προλεταριάτο επιβεβαίωσε για πρώτη φορά την ιστορική του ικανότητα να διευθύνει με τρόπο ελεύθερο όλες τις όψεις της κοινωνικής ζωής· όμοια, η πρώτη μεγάλη «νίκη» της, η μπολσεβίκικη επανάσταση, δεν είναι σε τε­λική ανάλυση, παρά η πιο βαριά από συνέπειες ήττα της. Ο θρίαμβος της μπολσεβίκικης τάξης πραγμάτων συμπί­πτει με το κίνημα της διεθνούς αντεπανάστασης που άρ­χισε με την συντριβή των Σπαρτακιστών από τη Γερμα­νική «Σοσιαλδημοκρατία». Ο κοινός τους θρίαμβος ήταν βαθύτερος από τη φαινομενική τους αντίθεση και αυτή η μπολσεβίκικη τάξη πραγμάτων δεν ήταν, σε τελική ανάλυ­ση, παρά μια νέα μεταμφίεση και μια ιδιαίτερη μορφή της παλιάς τάξης πραγμάτων. Τα αποτελέσματα της ρώσικης αντεπανάστασης ήταν, στο εσωτερικό, η εγκαθίδρυση και η ανάπτυξη ενός νέου τύπου εκμετάλλευσης, του γραφειο­κρατικού κρατικού καπιταλισμού, και στο εξωτερικό, ο πολλαπλασιασμός των τμημάτων της λεγόμενης Κομμουνι­στικής Διεθνούς, θυγατρικών προορισμένων να υπερασπί­σουν και να διαδώσουν το μοντέλο της. Ο καπιταλισμός, στις διάφορες παραλλαγές του, γραφειοκρατικές και αστι­κές, άνθιζε εκ νέου πάνω στα πτώματα των ναυτών της Κρονστάνδης και των χωρικών της Ουκρανίας, των εργα­τών του Βερολίνου, του Κιέλου, του Τορίνο, της Σαγκάης και, αργότερα, της Βαρκελώνης.

Η Γ’ Διεθνής, δημιουργημένη φαινομενικά από τους μπολσεβίκους για να αγωνιστεί ενάντια στα κατάλοιπα της ρεφορμιστικής γραφειοκρατίας της Β’ Διεθνούς και για να συσπειρώσει την πρωτοπορία του προλεταριάτου «μέσα στα επαναστατικά κομμουνιστικά κόμματα», ήταν υπερβο­λικά συνδεδεμένη με τους δημιουργούς της και τα συμφέ­ροντα τους για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την αλη­θινή σοσιαλιστική επανάσταση. Στην πραγματικότητα, η Β’ Διεθνής ήταν η αλήθεια της Γ’. Από πολύ νωρίς το ρω­σικό μοντέλο επιβλήθηκε στις εργατικές οργανώσεις της Δύσης και η εξέλιξη τους υπήρξε ταυτόσημη. Στην ολοκληρωτική δικτατορία της Γραφειοκρατίας, νέας άρχουσας τάξης πάνω στο ρώσικο προλεταριάτο, αντιστοιχούσε στο επίπεδο των οργανώσεων αυτών η κυριαρχία ενός στρώμα­τος πολιτικών και συνδικαλιστικών γραφειοκρατών πάνω στην μεγάλη μάζα των εργατών, των οποίων τα συμφέροντα έρχονταν σε κατάφωρη αντίθεση με τα δικά της. Το σταλι­νικό τέρας στοιχειώνε την εργατική συνείδηση, ενώ ο κα­πιταλισμός, στο δρόμο της γραφειοκρατικοποΐησης και της υπερανάπτυξης, έλυνε τις εσωτερικές του κρίσεις και διακήρυσσε όλο υπερηφάνεια τη νέα του νίκη, που θεωρεί διαρκή. Μία και μοναδική κοινωνική μορφή, που φαινομε­νικά μοιάζει να διαφέρει και να ποικίλλει, κατακτά τον κόσμο κι οι αρχές του παλιού κόσμου εξακολουθούν να κυ­βερνούν το σύγχρονο κόσμο μας. Οι νεκροί στοιχειώνουν ακόμα τα μυαλά των ζωντανών.

Στα πλαίσια του κόσμου τούτου, οι υποτιθέμενες επανα­στατικές οργανώσεις δεν κάνουν άλλο από το να τον αντι­μάχονται φαινομενικά, στο ίδιο του το έδαφος, διαμέσου των μεγαλύτερων μυθοποιήσεων. Αναφέρονται όλες σε ιδεολογίες, περισσότερο ή λιγότερο, απολιθωμένες και, σε τελική ανάλυση, δεν κάνουν άλλο από το να συμμετέχουν στην εδραίωση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Τα συνδι­κάτα και τα πολιτικά κόμματα, που σφυρηλατήθηκαν από την εργατική τάξη για τη χειραφέτηση της, κατάντησαν απλοί ρυθμιστές του συστήματος, ατομική ιδιοκτησία ηγε­τών που εργάζονται για τη δική τους χειραφέτηση και κα­τέχουν μια θέση μέσα στη διευθυντική τάξη, μιας κοινω­νίας την οποία ούτε που διανοούνται ποτέ να αμφισβητή­σουν. Το πραγματικό πρόγραμμα αυτών των συνδικάτων και κομμάτων δεν κάνει άλλο από το να δανείζεται μηχα­νικά την «επαναστατική» φρασεολογία και χρησιμοποιεί, στην ουσία, τα συνθήματα του πιο γλυκανάλατου ρεφορμι-σμού, μια που κι ο ίδιος ο καπιταλισμός γίνεται επίσημα ρεφορμιστικός. Εκεί όπου μπόρεσαν να πάρουν την εξου­σία — σε χώρες ακόμα πιο καθυστερημένες απ’ τη Ρωσία — δεν το έκαναν παρά για να αναπαράγουν το σταλινικό μοντέλο του αντεπαναστατικού ολοκληρωτισμού19. Αλλού αποτελούν το στατικό κι αναγκαίο συμπλήρωμα20 της αυ-τορρύθμισης του γραφειοκρατικοποιημένου καπιταλισμού, ην αντίφαση που είναι απαραίτητη για να διατηρήσει τον αστυνομικό του ανθρωπισμό. Από την άλλη μεριά, παρα­μένουν, απέναντι στις εργατικές μάζες, οι σταθεροί εγγυη­τές και οι άνευ όρων υποστηρικτές της γραφειοκρατικής αντεπανάστασης, τα πειθήνια όργανα της εξωτερικής της πολιτικής. Μέσα σε ένα κόσμο θεμελιακά ψεύτη, είναι οι φορείς του ριζικότερου ψέματος και εργάζονται για τη διαιώνιση της παγκόσμιας δικτατορίας της οικονομίας και του κράτους. Όπως δηλώνουν οι καταστασιακοΐ, «ένα κοι­νωνικό μοντέλο, κυρίαρχο σε παγκόσμια κλίμακα, το οποίο τείνει στην ολοκληρωτική αυτορρύθμιση, το αντι­μάχονται μόνον φαινομενικά οι ψευδείς αμφισβητήσεις που τοποθετούνται σταθερά στο ίδιο του το έδαφος, αυτα­πάτες οι οποίες ενισχύουν, αντίθετα, αυτό το μοντέλο. Ο γραφειοκρατικός ψευδο-σοσιαλισμός δεν είναι παρά η πιο μεγαλειώδης απ’ αυτές τις μεταμφιέσεις του παλιού ιεραρ­χικού κόσμου της αλλοτριωμένης εργασίας»21. Ο φοιτητι­κός συνδικαλισμός δεν είναι μέσα σ’ όλα αυτά παρά η κα­ρικατούρα μιας καρικατούρας, η γελοία και άχρηστη επα­νάληψη ενός εκφυλισμένου συνδικαλισμού.

Η θεωρητική και πρακτική καταγγελία του σταλινι­σμού, σ’ όλες του τις μορφές, θα πρέπει να είναι η βασική κοινοτοπία κάθε μελλοντικής επαναστατικής οργάνωσης. Είναι ολοφάνερο, λογουχάρη στη Γαλλία, όπου η οικονο­μική καθυστέρηση κάνει να υποχωρεί ακόμα περισσότερο η συνείδηση της κρίσης, ότι το επαναστατικό κίνημα δε θα μπορέσει να ξαναγεννηθεί παρά μόνο πάνω στα ερείπια του αφανισμένου σταλινισμού. Η καταστροφή του σταλινι­σμού πρέπει να γίνει το Defenda Carthago της τελευταίας επανάστασης της προϊστορίας.

Η επανάσταση αυτή θα πρέπει και η ίδια να κόψει οριστικά κάθε δεσμό με την προϊστορία της και να αντλήσει όλη την ποίηση της από το μέλλον. Οι «αναστη­μένοι Μπολσεβίκοι» που παίζουν τη φάρσα του «μιλιταντι-σμού» μέσα στα διάφορα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα, είναι η μούχλα του παρελθόντος και, με κανένα τρόπο, δεν προαναγγέλλουν το αύριο. Απομεινάρια του μεγάλου ναυα­γίου της «προδομένης επανάστασης» εμφανίζονται ως οι πιστοί υπέρμαχοι της μπολσεβίκικης ορθοδοξίας: η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ είναι το αξεπέραστο πιστεύω τους και η σκανδαλώδης παραίτηση τους.

Δεν μπορούν πια να τρέφουν αυταπάτες παρά μόνο για τις περιβόητες υπανάπτυκτες χώρες22 όπου επικυρώνουν οι ίδιοι τη θεωρητική υπανάπτυξη. Από το Partisans (όργανο των συμφιλιωμένων σταλινοτροτσκιστών) μέχρι όλες τις τάσεις και μισοτάσεις που διεκδικούν τον «Τρότσκυ» μέσα και έξω από την Δ’ Διεθνή, βασιλεύει η ίδια επαναστατί-στικη ιδεολογία και η ίδια πρακτική και θεωρητική ανικα­νότητα κατανόησης των προβλημάτων του σύγχρονου κό­σμου. Σαράντα χρόνια αντεπαναστατικής ιστορίας τους χωρίζουν από την Επανάσταση. Κάνουν λάθος γιατί δε βρίσκονται πια στο 1920 και το 1920 έκαναν ήδη λάθος. Η διάλυση της «υπεραριστερίστικης» ομάδας Socialisme ou Barbarie, μετά τη διάσπαση της σε δύο φράξιες τη «μο­ντερνιστική καρντανική» (Καρντάν: ψευδώνυμο του Κα-στοριάδη, ΣτΜ) και την «παλαιομαρξιστική» (του Pouvoir Ouvrier) αποδεικνύει, λες και ήταν απαραίτητο, ότι δεν μπορεί να υπάρξει επανάσταση έξω από το μοντέρνο, ούτε σύγχρονη σκέψη έξω από την επαναστατική κριτική που πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου23. Είναι χαρακτηριστική, με την έννοια ότι κάθε διαχωρισμός των δύο αυτών όψεων ξε­πέφτει αναπόφευκτα είτε στο μουσείο της περατωμένης επαναστατικής προϊστορίας είτε μέσα στο μοντερνισμό της εξουσίας, δηλαδή, μέσα στην κυρίαρχη αντεπανάσταση: Vois Ouvriore ή Arguments.

Όσο για τα διάφορα «αναρχικά» γκρουπούσκουλα, που είναι όλα δέσμια αυτής της ονομασίας, δε διαθέτουν τίποτα περισσότερο απ’ αυτή την ιδεολογία που έχει περιοριστεί σε μια απλή ετικέττα. Η απίστευτη εφημερίδα Monde Li-bertaire που προφανώς συντάσσεται από φοιτητές, φτάνει στον πιο φανταστικό βαθμό σύγχυσης και βλακείας. Αυτοί οι άνθρωποι ανέχονται ουσιαστικά τα πάντα, αφού ανέχο­νται ο ένας τον άλλο.

Η κυρίαρχη κοινωνία, που κολακεύεται για το συνεχή εκσυγχρονισμό της, πρέπει να βρει τώρα συνομιλητή, δη­λαδή, την εκσυγχρονισμένη άρνηση που η ίδια γεννάει24. «Ας αφήσουμε τώρα στους νεκρούς τη φροντίδα να θάψουν τους νεκρούς τους και να τους μοιρολογήσουν.» Οι πρακτικές απομυθοποιήσεις του ιστορικού κινήματος απαλλάσ­σουν την επαναστατική συνείδηση από τα φαντάσματα που τη στοίχειωναν η επανάσταση της καθημερινής ζωής βρί­σκεται αντιμέτωπη με τα τεράστια καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει. Η επανάσταση, όπως και η ζωή που προα-ναγγέλει, πρέπει να εφευρεθούν εκ νέου. Αν το επαναστα­τικό σχέδιο παραμένει θεμελιακά το ίδιο: η κατάργηση της ταξικής κοινωνίας, αυτό οφείλεται στο ότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται δε μετασχηματίστηκαν ριζικά πουθενά. Θα πρέπει τώρα να το αναλάβουμε εκ νέου με αυ­ξημένο ριζοσπαστισμό και συνοχή, διδασκόμενοι από την εμπειρία της χρεωκοπίας των παλιών φορέων του, ώστε να εμποδίσουμε την αποσπασματική του πραγμάτωση να επι­φέρει μια νέα διαίρεση της κοινωνίας.

Αφού η πάλη ανάμεσα στην εξουσία και το νέο προλε­ταριάτο δεν μπορεί να διεξαχθεί παρά στο επίπεδο της ολότητας, το μελλοντικό επαναστατικό κίνημα οφείλει να καταργήσει, μέσα στους κόλπους του, ό,τι τείνει να αναπα­ράγει τα αλλοτριωμένα προϊόντα του εμπορευματικού συ­στήματος25» ταυτόχρονα, οφείλει να είναι η ζωντανή κρι­τική και η άρνηση του, που εμπεριέχει όλα τα στοιχεία του εφικτού ξεπεράσματος. Όπως σωστά το είδε ο Λού-κατς (για να το εφαρμόσει, όμως, σε ένα αντικείμενο που δεν άξιζε τον κόπο: το μπολσεβίκικο κόμμα), η επαναστα­τική οργάνωση είναι η αναγκαία εκείνη μεσολάβηση ανά­μεσα στη θεωρία και την πρακτική, ανάμεσα στον άνθρωπο και την ιστορία, ανάμεσα στις μάζες των εργαζομένων και το προλεταριάτο που έχει συγκροτηθεί σε τάξη. Οι θεωρη­τικές τάσεις και παρεκκλίσεις πρέπει αμέσως να μετατρα­πούν σε οργανωτικό ζήτημα, αν θέλουν να δείξουν το δρόμο της πραγμάτωσης τους. Το ζήτημα της οργάνωσης θα είναι η έσχατη κρίση του νέου επαναστατικού κινήμα­τος, το δικαστήριο που θα κρίνει τη συνοχή του ουσιαστι­κού σχεδίου του: τη διεθνή πραγμάτωση της απόλυτης εξουσίας των Εργατικών Συμβουλίων, όπως προεικονί-στηκε από την εμπειρία των προλεταριακών επαναστάσεων αυτού του αιώνα. Μια τέτοια οργάνωση θα πρέπει να προω­θήσει τη ριζική κριτική όλων όσων στηρίζουν την κοινω­νία, που αυτή αντιμάχεται: την εμπορευματική παραγωγή, την ιδεολογία μ’ όλες τις μεταμφιέσεις της, το κράτος και τα σχίσματα που επιβάλλει.

Το σχίσμα ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική, υπήρξε ο βράχος που πάνω του συνετρίβη το παλιό επανα­στατικό κύμα. Μόνον οι κορυφαίες στιγμές των προλετα­ριακών αγώνων ξεπέρασαν αυτό το σχίσμα για να ξανα­βρούν την αλήθεια τους. Καμιά οργάνωση δεν τόλμησε ακόμα να πηδήξει αυτή τη Ρόδο. Η ιδεολογία, όσο «επανα­στατική» και αν είναι, βρίσκεται πάντα στην υπηρεσία των αφεντικών, είναι το σήμα κίνδυνου που αποκαλύπτει τον μεταμφιεσμένο εχθρό. Να γιατί η κριτική της ιδεολογίας πρέπει να αποτελεί, σε τελική ανάλυση, το κεντρικό πρό­βλημα της επαναστατικής οργάνωσης. Μόνο ο αλλοτριω­μένος κόσμος γεννάει το ψέμα και αυτό δε θα μπορούσε να ξαναεμφανιστεί στο εσωτερικό της οργάνωσης εκείνης που διατείνεται πως είναι φορέας της κοινωνικής αλήθειας δίχως και αυτή η ίδια να μεταμορφωθεί σε ένα ακόμα ψέμα, μέσα σε έναν κόσμο θεμελιακά ψεύτη.

Η επαναστατική οργάνωση που σχεδιάζει να πραγμα­τώσει την απόλυτη εξουσία των Εργατικών Συμβουλίων, πρέπει να γίνει το περιβάλλον όπου προεικονίζονται όλες οι θετικές όψεις της εξουσίας αυτής. Γι’ αυτό πρέπει να διεξάγει έναν αγώνα μέχρι θανάτου ενάντια στην λενινι­στική θεωρία περί οργάνωσης. Η επανάσταση του 1905 και η αυθόρμητη οργάνωση των Ρώσων εργαζομένων σε Σοβιέτ ήταν ήδη μια έμπρακτη κριτική26 αυτής της ολέθριας θεω­ρίας. Το μπολσεβίκικο κίνημα, ωστόσο, επέμενε να πι­στεύει πως ο εργατικός αυθορμητισμός δεν μπορούσε να υπερβεί την «τρεϊντγιουνιονίστικη» συνείδηση και ήταν ανίκανος να συλλάβει την «ολότητα», κάτι που ισοδυνα­μούσε με τον αποκεφαλισμό του προλεταριάτου για να επι­τρέψει στο κόμμα να τεθεί επικεφαλής της επανάστασης. Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τόσο ανελέητα, όπως έκανε ο Λένιν, την ιστορική ικανότητα του προλεταριάτου να χειραφετηθεί από μόνο του δίχως να αμφισβητήσει και την ικανότητα του να διευθύνει εξ ολοκλήρου τη μελλο­ντική κοινωνία. Μέσα σε μια τέτοια προοπτική, το σύν­θημα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» δεν σήμαινε άλλο από την κατάκτηση των Σοβιέτ από το Κόμμα, την εγκαθίδρυση του κομματικού κράτους στη θέση του κράτους του ένοπλου προλεταριάτου που ξεψυχούσε.

Αυτό, όμως, είναι το σύνθημα που πρέπει να υιοθετή­σουμε πάλι με τρόπο ριζικό, απαλλάσσοντας το από τις μπολσεβΐκικες υστεροβουλίες. Το προλεταριάτο δεν μπο­ρεί να αφοσιωθεί στο παιχνίδι της επανάστασης παρά για να κερδίσει έναν ολόκληρο κόσμο, αλλιώς δεν είναι τίπο­τα. Δεν μπορεί να μοιραστεί με καμιά άλλη δύναμη τη μο­ναδική μορφή της εξουσίας του: τη γενικευμένη αυτοδιεύ-θυνση. Επειδή αποτελεί την πραγματική διάλυση όλων των εξουσιών, δε θα μπορούσε να ανεχθεί κανέναν περιορισμό (γεωγραφικό ή άλλο)· οι συμβιβασμοί που αποδέχεται με­τατρέπονται αμέσως σε συνθηκολογήσεις, σε παραίτηση. «Η αυτοδιεύθυνση πρέπει να είναι το μέσον και ταυτό­χρονα ο σκοπός του τωρινού αγώνα. Δεν είναι μόνο αυτό που διακυβεύεται στον αγώνα αλλά και η κατάλληλη μορφή του. Είναι για τον εαυτό της το υλικό που επεξερ­γάζεται και η ίδια της η προϋπόθεση».27

Η ενιαία κριτική του κόσμου είναι η εγγύηση της συνο­χής και της αλήθειας της επαναστατικής οργάνωσης. Ανεχόμενη την ύπαρξη καταπιεστικών συστημάτων (επειδή λογουχάρη εμφανίζονται ως «επαναστατικά») σε ένα ση­μείο του κόσμου, είναι σαν να αναγνωρίζει. το θεμιτό της καταπίεσης. Όμοια, αν ανέχεται την αλλοτρίωση σε ένα τομέα της κοινωνικής ζωής, αναγνωρίζει το μοιραίο όλων των πραγμοποιήσεων. Δεν αρκεί να είναι κανείς υπέρ της αφηρημένης εξουσίας των Εργατικών Συμβουλίων, αλλά θα πρέπει και να δείχνει τη συγκεκριμένη σημασία τους: την κατάργηση της εμπορευματικής παραγωγής και, συνα­κόλουθα, του προλεταριάτου. Η λογική του εμπορεύματος είναι η πρώτη και έσχατη ορθολογικότητα των σημερινών κοινωνιών, η βάση της ολοκληρωτικής αυτορρύθμισης των κοινωνιών αυτών, που θυμίζουν παζλ, των οποίων τα κομ­μάτια, τόσο ανόμοια φαινομενικά, στην πραγματικότητα ταιριάζουν. Η εμπορευματική πραγμοποίηση είναι το ου­σιαστικό εμπόδιο για μια ολική χειραφέτηση, για την ελεύθερη οικοδόμηση της ζωής. Στον κόσμο της εμπορευ­ματικής παραγωγής, η πράξις (praxis) δεν επιτελείται σε συνάρτηση με ένα σκοπό που καθορίζεται αυτόνομα, αλλά σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις εξωτερικών δυνάμεων. Και αν οι οικονομικοί νόμοι μοιάζουν να γίνονται φυσικοί νό­μοι ενός ιδιαίτερου είδους, αυτό συμβαίνει επειδή η ισχύς τους στηρίζεται αποκλειστικά στην «έλλειψη συνείδησης εκείνων που συμμετέχουν».

Η βασική αρχή της εμπορευματικής παραγωγής είναι η απώλεια του εαυτού μέσα στην χαοτική και ασυνείδητη δη­μιουργία ενός κόσμου που ξεφεύγει τελείως από τους δη­μιουργούς του. Ο ριζικά επαναστατικός πυρήνας της γενι­κευμένης αυτοδιεύθυνσης, αντίθετα, είναι η συνειδητή διεύθυνση του συνόλου της ζωής απ’ όλους. Η αυτοδιαχεί­ριση της εμπορευματικής αλλοτρίωσης δεν θα έκανε όλους τους ανθρώπους παρά απλούς προγραμματιστές της ίδιας τους της επιβίωσης: είναι ο τετραγωνισμός του κύκλου. Το καθήκον των Εργατικών Συμβουλίων δε θα είναι, λοιπόν, η αυτοδιαχείριση του υφιστάμενου κόσμου, αλλά ο συνε­χής ποιοτικός μετασχηματισμός του: το συγκεκριμένο ξε­πέρασμα του εμπορεύματος (ως γιγάντια οικειοποίηση της παραγωγής του ανθρώπου από τον ίδιο).

Το ξεπέρασμα αυτό συνεπάγεται, φυσικά, την κατάρ­γηση της εργασίας και την αντικατάσταση της από ένα νέο τύπο ελεύθερης δραστηριότητας, άρα, την κατάργηση ενός από τα θεμελιακά σχίσματα της σύγχρονης κοινωνίας, το σχίσμα ανάμεσα σε μια εργασία όλο και πιο πραγμοποιημένη και την ψυχαγωγία που καταναλώνεται παθητικά. Τα γκρουπούσκουλα, που τελούν, σήμερα, υπό διάλυση, όπως η S ou Β, και η P.O.28, αν και συμμερίζονται το σύγχρονο σύνθημα της Εργατικής Εξουσίας, συνεχίζουν να ακολου­θούν, ως προς αυτό το κεντρικό ζήτημα, το παλιό εργατικό κίνημα στο δρόμο του ρεφορμισμού της εργασίας και του «εξανθρωπισμού» της. Η ίδια η εργασία είναι εκείνη στην οποία πρέπει να επιτεθούμε σήμερα. Μακριά από το να αποτελεί «ουτοπία», η κατάργηση της είναι η πρώτη προϋπόθεση για το πραγματικό ξεπέρασμα της εμπορευμα­τικής κοινωνίας, την κατάργηση — μέσα στην καθημερινή ζωή του καθενός — του διαχωρισμού ανάμεσα σε «ελεύθερο χρόνο» και «χρόνο εργασίας», συμπληρωματικών τομέων μιας αλλοτριωμένης ζωής, όπου προβάλλεται αόριστα η εσωτερική αντίφαση του εμπορεύματος ανάμεσα σε αξία χρήσης και ανταλλακτική αξία. Και μόνο ξεπερνώντας την αντίφαση αυτή θα μπορέσουν οι άνθρωποι να καταστήσουν την ζωτική τους δραστηριότητα αντικείμενο της βούλησης και της συνείδησης τους και να δουν τους εαυτούς τους μέσα σε έναν κόσμο που έχουν οι ίδιοι δημιουργήσει. Η δημοκρατία των Εργατικών Συμβουλίων είναι το λυμένο αίνιγμα όλων των σημερινών σχισμάτων. Καθιστά «αδύ­νατο ό,τι υφίσταται έξω από τα άτομα».

Η συνειδητή κυριαρχία των ανθρώπων πάνω στην ιστο­ρία που οι ίδιοι φτιάχνουν, ιδού όλο το επαναστατικό σχέ­διο. Η σύγχρονη ιστορία, όπως και όλη η ιστορία του πα­ρελθόντος, είναι προϊόν της κοινωνικής πράξεως (pra-xis),to — ασυνείδητο — αποτέλεσμα όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Στην εποχή της ολοκληρωτικής κυριαρ­χίας του, ο καπιταλισμός παρήγαγε τη νέα του θρησκεία: το θέαμα. Το θέαμα είναι η επίγεια πραγμάτωση της ιδεο­λογίας. Ποτέ ο κόσμος δεν περπάτησε τόσο καλά με το κεφάλι. «Και όπως η «κριτική της θρησκείας», έτσι και η κριτική του θεάματος είναι σήμερα η πρωταρχική προϋπό­θεση κάθε κριτικής»29.

Και αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα της επανάστα­σης έχει τεθεί ιστορικά στην ανθρωπότητα. Η όλο και πιο μεγαλειώδης συσσώρευση των υλικών και τεχνικών μέσων δεν έχει αντίστοιχο παρά την όλο και πιο βαθιά δυσαρέ­σκεια όλων. Η αστική τάξη, και η κληρονόμος της στην Ανατολή, η γραφειοκρατία, δεν μπορούν να κατέχουν τον τρόπο χρήσης της υπερανάπτυξης αυτής, που θα αποτελέ­σει τη βάση της ποίησης του μέλλοντος, επειδή ακριβώς εργάζονται και οι δύο για τη διατήρηση μιας παλιάς τάξης πραγμάτων. Στην καλύτερη περίπτωση κατέχουν μόνο το μυστικό της αστυνομικής της χρήσης. Δεν κάνουν άλλο από το να συσσωρεύουν το Κεφάλαιο και, συνακόλουθα, το προλεταριάτο· προλετάριος είναι εκείνος που δεν έχει καμιά εξουσία πάνω στη χρήση της ζωής του και το ξέρει. Η ιστορική ευκαιρία του νέου προλεταριάτου έγκειται στο ότι είναι ο μόνος συνεπής κληρονόμος του άνευ αξίας πλούτου του αστικού κόσμου, ο οποίος πρέπει να μεταμορ­φωθεί και να ξεπεραστεί προς την κατεύθυνση του ολοκλη­ρωμένου ανθρώπου, που επιδιώκει την ολική ιδιοποίηση της φύσης και της ίδιας του της φύσης. Η πραγμάτωση αυτή της φύσης του ανθρώπου δεν μπορεί να έχει νόημα παρά με την άνευ ορίων ικανοποίηση και τον ατέλειωτο πολλαπλασιασμό των πραγματικών επιθυμιών, που το θέαμα απωθεί στις μάκρυνες ζώνες του επαναστατικού ασυ­νείδητου και που δεν είναι ικανό να πραγματώσει παρά μόνο φανταστικά μέσα στο ονειρικό ντελίριο της διαφήμι­σης του. Αυτό σημαίνει ότι η ουσιαστική πραγμάτωση των πραγματικών επιθυμιών, δηλαδή, η κατάργηση όλων των ψευδο-αναγκών και επιθυμιών, που δημιουργεί καθημερινά το σύστημα για να διαιωνίζει την εξουσία του, είναι αδύ­νατη δίχως την κατάργηση του εμπορευματικού θεάματος και το θετικό του ξεπέρασμα.

Η σύγχρονη ιστορία δεν μπορεί να απελευθερωθεί και οι αμέτρητες κατακτήσεις της δεν μπορούν να χρησιμο­ποιηθούν ελεύθερα παρά μόνο από τις δυνάμεις που αυτή απωθεί: τους εργαζόμενους δίχως εξουσία πάνω στις συν­θήκες, το νόημα και το προϊόν των δραστηριοτήτων τους. Όπως στον 19ο αιώνα το προλεταριάτο ήταν ήδη ο κλη­ρονόμος της φιλοσοφίας, τώρα έγινε επιπλέον ο κληρονό­μος της μοντέρνας τέχνης και της πρώτης συνειδητής κρι­τικής της καθημερινής ζωής. Δεν μπορεί να αυτοκαταργη­θεί δίχως να πραγματώσει, ταυτόχρονα, την τέχνη και τη φιλοσοφία. Η μεταμόρφωση του κόσμου και η αλλαγή της ζωής δεν είναι για εκείνο παρά ένα και το αυτό, τα αδιαχώ­ριστα συνθήματα που θα συνοδεύσουν την κατάργηση του ως τάξης, τη διάλυση της παρούσας κοινωνίας ως βασι­λείου της αναγκαιότητας, και την, επιτέλους, εφικτή εί­σοδο στο βασίλειο της ελευθερίας. Η ριζική κριτική και η ελεύθερη ανοικοδόμηση όλων των συμπεριφορών και αξιών που επιβάλλεται από την αλλοτριωμένη πραγματι­κότητα αποτελεί το μάξιμουμ πρόγραμμα του και η δη­μιουργικότητα που απελευθερώνεται μέσα στην κατα­σκευή όλων των στιγμών και γεγονότων της ζωής, είναι η μόνη ποίηση που θα αναγνωρίσει, η ποίηση που γίνεται απ’ όλους, η απαρχή της επαναστατικής γιορτής. Οι προ­λεταριακές επαναστάσεις ή θα είναι γιορτές ή δε θα είναι τίποτα, επειδή η ζωή που προαναγγέλλουν θα δημιουργη­θεί και αυτή κάτω από το έμβλημα της γιορτής. Το παιχνίδι είναι η έσχατη λογική της γιορτής αυτής, και οι μό­νοι κανόνες που θα αναγνωρίσει είναι να ζεις δίχως νεκρό χρόνο και να απολαμβάνεις δίχως περιορισμούς.

Μέλη της Καταστασιακής Διεθνούς και φοιτητές του Στρασβούργου A.F.G.E.S., Νοέμβρης 1966

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Ο Κραβέτς (Μαρκ) γνώρισε μια κάποια φήμη μέσα στους ηγετικούς κύκλους της U.N.E.F.. Κομψευόμενος πολιτικάντης, έκανε το λάθος να δοκιμάσει την τύχη του στην «θεωρητική έρευνα»: το 1964, δημοσίευσε στο Les Temps Modernes μια απολογία του φοιτητικού συνδικαλισμού, τον οποίο καταγγέλει τον επόμενο χρόνο στο ίδιο περιοδικό.
  2. Εξυπακούεται ότι χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους, θέαμα, ρόλος κ.λπ., με την καταστασιακή έννοια.
  3. Όταν δεν τον χέζουν στα μούτρα, τον κατουράνε στον κώλο.
  4. Δίχως, όμως, την επαναστατική συνείδηση, ο εργάτης δεν έτρεφε την ψευδαίσθηση της προαγωγής.
  5. Δεν μιλάμε για το επίπεδο της Ecole Norrmale Superieure ή των Σορ-βονάκηδων, αλλά για το επίπεδο των Εγκυκλοπαιδιστών ή του Χέγκελ.
  6. Μην τολμώντας να επικαλεστούν τον φιλισταϊκό φιλελευθερισμό, εφευρίσκουν αναφορές στην πανεπιστημιακή αυτονομία του Μεσαίωνα, εποχή της «δημοκρατίας της μη ελευθερίας».
  7. Βλ. Internationale Situationniste, No 9: Αλληλογραφία με έναν ιδεο­λόγο κυβερνητιστή και την καταστασιακή προκήρυξη, Η χελώνα στη βι­τρίνα, ενάντια στο νεο-καθηγητή Α. Μολ.
  8. Βλ. τα έργα Ο Σεξουαλικός αγώνας των νέων και Η λειτουργία του οργασμού.
  9. Για τον υπόλοιπο πληθυσμό είναι αναγκαίος ο ζουρλομανδύας για να τον κάνουν να εμφανιστεί ενώπιον του ψυχιάτρου μέσα στο ασυλικό του φρούριο. Για τους φοιτητές όμως αρκεί να ανακοινωθεί ότι ανοίχθη­καν στο γκέτο προχωρημένα πόστα ελέγχου: σπεύδουν να παρουσιαστούν τόσο μαζικά, ώστε είναι απαραίτητη η διανομή αριθμού προτεραιότητας.
  10. Για τη συμμορία των argumentistes και την εξαφάνιση του οργάνου τους, βλ. την προκήρυξη Στους σκουπιδοτενεκέδες της Ιστορίας, που μοι­ράστηκε από την Internationale Situationniste το 1963.
  11. Στην περίπτωση αυτή δε θα ήταν άσκοπο να συστήσουμε τη λύση, που ήδη εφαρμόζεται από τους πιο έξυπνους, η οποία συνίσταται στο να τα κλέβουν.
  12. Βλ. τις τελευταίες περιπέτειες της U.E.C. (Ένωση Κομμουνιστών Φοιτητών) και των χριστιανών ομολόγων τους με τις αντίστοιχες ιεραρ­χίες /τους’ δείχνουν ότι η μόνη ενότητα ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους έγκειται στην άνευ όρων υποταγή στους αρχηγούς τους.
  13. Με την έννοια ότι η νεολαία όχι μόνο την αισθάνεται, αλλά και ότι θέλει να την εκφράσει.
  14. Όταν οι οπαδοί του κινήματος ενάντια στην Ατομική Βόμβα ανα­κάλυψαν, δημοσιοποίησαν και μετά κατέλαβαν τα υπερμυστικά αντιατο-μικά καταφύγια που προορίζονταν για τα μέλη της κυβέρνησης.
  15. Στεκόμαστε εδώ στο θαυμάσιο περιοδικό Heatwave, η εξέλιξη του οποίου φαίνεται να τείνει προς έναν όλο και πιο συνεπή ριζοσπαστισμό.
  16. KAIHOSHA do Doiryuso 3 Nakanoe Kinae, Nakanokou, Τόκυο, Ιαπωνία. ZENGAKUREN, Hirota Building 2-10 Kandajimbo cho, Chi-yoda-Ku, Τόκυο, Ιαπωνία. (Ανύπαρκτες διευθύνσεις πλέον. Σ.τ.Μ.).
  17. Internationale Situationniste, No 8.
  18. Internationale Situationniste, No 7.
  19. To πραγματικό τους επίτευγμα ήταν η εκβιομηχάνιση της χώρας, σε βάρος της αγροτιάς, με την κλασσική πρωταρχική συσσώρευση, συσ­σώρευση που επιταχύνεται με τη γραφειοκρατική τρομοκρατία.
  20. Στη Γαλλία, το λεγόμενο Κομμουνιστικό Κόμμα δεν έκανε εδώ και 45 χρόνια ούτε ένα βήμα προς την κατεύθυνση της κατάληψης της εξου­σίας. Το ίδιο συμβαίνει και σ’ όλες τις ανεπτυγμένες χώρες όπου δεν είχε επέμβει ο λεγόμενος Κόκκινος Στρατός.
  21. Οι ταξικοί αγώνες στην Αλγερία, Internationale Situationniste, No 10 (Στα ελληνικά εμπεριέχεται στο βιβλίο Τα εθνικοαπελευθερωτικά κι­νήματα, ο πόλεμος και το κράτος, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος»).
  22. Για τον ρόλο τους στην Αλγερία, βλ. Οι ταξικοί αγώνες στην Αλ­γερία, Internationale Situationniste, No 10.
  23. Internationale Situationniste, No 9.
  24. Μήνυμα στους Επαναστάτες….., Internationale Situationniste, No 10

(Στα ελληνικά εμπεριέχεται στο βιβλίο Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήμ-τα, ο πόλεμος και το κράτος, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος»).

  1. Που ορίζεται από την πρωτοκαθεδρία της εργασίας—εμπόρευμα.
  2. Μετά τη θεωρητική κριτική που έκανε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
  3. Οι ταξικοί αγώνες στην Αλγερία, Internationale Situationniste, No 10.
  4. Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, Εργατική Εξουσία κ.λπ. Αντίθετα, μία ομάδα όπως η ICO, αρνούμενη κάθε οργάνωση και μια συνεκτική θεωρία, είναι καταδικασμένη στην ανυπαρξία.
  5. Internationale Situationniste, No 9.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ.

Εάν κάνεις μια κοινωνική επανάσταση, κάν’ την για διασκέδαση

Το κείμενο της Αθλιότητας δεν χρειάζεται επιβεβαίωση. Αν υποθέσουμε ότι χρειαζόταν, μπορούμε να την έχουμε αφειδώς από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η πρώτη του έκδοση. Στο ίδιο το Στρασβούργο, σ’ αυτήν την πολύ αξιο­σέβαστη και παλαιού, τρόπον τινά, τύπου, πόλη, εύκολα επισημαίνεται η παραδοσιακή, σχεδόν αντανακλαστική αντίδραση, η έμπλεη έντρομης φρίκης και αποτροπιασμού — βλέπε την αφελή παραδοχή του δικαστή Λαμπαντόρ πως οι ιδέες των Καταστασιακών είναι, πέρα για πέρα, ανατρε­πτικές. Στο ίδιο, επίσης επίπεδο, οι εφημερίδες, και ο τύ­πος εν γένει, αρπάχτηκαν από τις παρεμπίπτουσες προτρο­πές μας για κλοπή1 και ηδονισμό (που ερμηνεύτηκε, ανα­πόφευκτα, με μια στενά ερωτική έννοια). Τα κελλάρια της ένωσης φοιτητών είχαν αποκτήσει την κακή φήμη του χει­ρότερου διαφθορεΐου και καπηλειού του Στρασβούργου. Τα; γραφεία της είχαν καταστεί ένα χοιροστάσιο, όπου οι φοι­τητές ζωγράφιζαν ό,τι τους κατέβαινε στους τοίχους και ανακουφίζονταν στους διαδρόμους. Είχαν εισβάλει εκεί με τα στρώματα παραφουσκωμένα, έτοιμα για ακολασίες, σκο­πεύοντας να πλαγιάσουν «με γυναίκες και παιδιά». Οι ανήλικες αποπλανούνταν…

Οι σκανδαλοθηρικές (και βαθιά ανήθικες) κίτρινες φυλ­λάδες την πάτησαν για τα καλά πασχίζοντας να βρουν αρ­μόζουσες ετικέτες: οι Πρόβος, οι Μπήτνικς και μια «αλ­λόκοτη ομάδα αναρχικών» ήταν, σύμφωνα με ποικίλες εκ­δοχές των δημοσιογραφίσκων, αυτοί που είχαν κατακυ­ριεύσει την πόλη. Υπό την καθοδήγηση των «καταστασια­κών Μπητνίκων», το εστιατόριο του Πανεπιστημίου κατα-χρεώθηκε, ενώ το κατασκηνωτικό θέρετρο της φοιτητικής ένωσης, το Morsiglia, χρησιμοποιήθηκε gratis, και παρέχο­ντας τα πάντα δωρεάν, απ’ αυτούς τους κυρίους.

Ορισμένοι δε δίστασαν να δοκιμάσουν να κάνουν.κά­ποια ανάλυση» δεν κατάφεραν, όμως, να δημοσιοποιήσουν τίποτα περισσότερο από την αμήχανη ακατανοησΐα εκεί­νου που αίφνης χώνεται μες στην κινούμενη άμμο. Ιδού: «Οι μπητνίκρι του Σαν Φρανσίσκο και του Λονδίνου, οι Μοντς και οι Ροκερς των εγγλέζικων παράλιων, οι χουλι-γκάνοι πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, όλοι αυτοί, λοιπόν, ωχριούν μπροστά σε τούτο το κύμα ενός μηδενι­σμού νέου τύπου. Τώρα, δεν πρόκειται πια για μακριά, εξω­φρενικά μαλλιά και αλλόκοτα ρούχα’ δεν πρόκειται για υστερικούς, εκστατικούς χορούς» δεν πρόκειται καν για την είσοδο σε τεχνητούς παραδείσους μέσω των ναρκωτι­κών. Εφεξής, η διεθνής της νεολαίας που είναι «ενάντια», δεν ικανοποιείται πια με το να προκαλεί απλώς την κοινω­νία, αλλά στοχεύει στην καταστροφή της — να οδηγήσει στην καταστροφή τα ίδια τα θεμέλια μιας κοινωνίας φτιαγ­μένης για τους «γέρους και τους πλούσιους», και να εγκα­θιδρύσει μια κατάσταση «ελευθερίας άνευ όρων και ορίων»».

Ήταν ο πρύτανης του πανεπιστημίου εκείνος που διηύ­θυνε τη χορωδία της μοντερνιστικής καταστολής: «Αυτοί οι φοιτητές προσέβαλαν τους καθηγητές των», διακήρυξε. «Θα έπρεπε να τους αναλάβουν οι ψυχίατροι. Δεν επιθυμώ να προβώ εις νόμιμα μέτρα κατ’ αυτών — θα πρέπει απλώς να εγκλειστούν εις άσυλα ψυχοπαθών. Όσον αφορά την προτροπή εκ μέρους των εις πράξεις παρανόμους, το ζή­τημα εξετάζεται υπό του Υπουργού Εσωτερικών». («Είμαι υπέρμαχος της ελευθερίας», πρόσθεσε κατόπιν). Αργότερα, πολιορκούμενος από τους δημοσιογράφους, επανέλαβε: «Χρειαζόμεθα κοινωνιολόγους και ψυχολόγους προκειμέ­νου να μας εξηγήσουν τέτοιου είδους φαινόμενα». Ένας Ιταλός δημοσιογράφος του απάντησε πως ορισμένοι από τους πιο λαμπρούς φοιτητές του, του τμήματος κοινωνικών επιστημών, ήταν τελικά οι αληθινοί υπαίτιοι της όλης υπο­θέσεως. Οι καταστασιακοΐ είχαν μια πολύ καλύτερη απά­ντηση σε τέτοιες εκκλήσεις προς τους μπάτσους της ψυ­χιατρικής: μέσω της αντιπροσωπείας της φοιτητικής ορ­γάνωσης αλληλεγγύης κατάφεραν να κλείσουν επισήμως την τοπική φοιτητική ψυχιατρική κλινική. Ελπίζουμε πως, μια μέρα, τέτοια ιδρύματα θα καταστρέφονται ολοσχερώς αντί να γίνονται απλώς ανεκτά» εν τω μεταξύ, όμως, εκείνη η «διοικητική» απόφαση έχει μια παραδειγματική αξία και αξίζει να την παραθέσουμε:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο του Τμήματος Στρασβούρ­γου της Mutuelle Nationale des Etudiants de France… θεω­ρώντας πως το Γραφείο Ψυχολογικής Βοηθείας του Πανε­πιστημίου (B.A.P.U.) εκφράζει την εισαγωγή ενός παρα-αστυνομικού ελέγχου των φοιτητών, υπό την μορφή μιας κατασταλτικής ψυχιατρικής, της οποίας η ολοφάνερη λει­τουργία παντού — κάπου ανάμεσα στην απροκάλυπτη κα­ταπίεση μέσω δικαστικών διώξεων, και στα εκφυλιστικά ψεύδη του μαζικού θεάματος — δεν είναι παρά η συμβολή στη διατήρηση της απάθειας όλων των εκμεταλλευόμενων θυμάτων του σύγχρονου καπιταλισμού» θεωρώντας πως αυ­τού του είδους η εκσυγχρονισμένη καταστολή… δέχτηκε ένα πλήγμα αμέσως μόλις το Διοικητικό Συμβούλιο της A.F.G.E.S. γνωστοποίησε τη σύμπλευση του με τις θέσεις των καταστασιακών δημοσιεύοντας τη μπροσούρα Για την Αθλιότητα των Φοιτητικών Κύκλων… και πως ο Πρύτανης Μπαγιέν ήταν έτοιμος να καταγγείλει στον τύπο τους υπεύθυνους ως «περιπτώσεις που πρέπει να παραδοθούν στους ψυχιάτρους»· θεωρώντας πως η ύπαρξη ενός B.A.P.U. είναι ένα σκάνδαλο και μια απειλή για όλους εκείνους τους φοιτητές του Πανεπιστημίου που έχουν λάβει την απόφαση να σκέφτονται από μόνοι τους και για λογαριασμό τους, αποφασίζει, δια του παρόντος, πως από την 12ην Ιανουα­ρίου 1967, το Γραφείο Ψυχολογικής Βοηθείας (B.A.P.U.) του Στρασβούργου θα’παραμείνει κλειστό».

* * *

Μια άλλη εξέλιξη, που θα έπρεπε να έχει προβλεφθεί από οποιονδήποτε προσεκτικό αναγνώστη της μπροσού­ρας, ήταν η απόπειρα να εξηγηθεί ικανοποιητικά η υπό­θεση του Στρασβούργου με όρους μιας «κρίσης στα πανε­πιστήμια». Η Monde, η πιο «σοβαρή» εφημερίδα της Γαλ­λίας, εκπρόσωπος ενός τεχνοκρατικού φιλελευθερισμού, διατήρησε μια στοιχειώδη ψυχραιμία, όταν οι πάντες ολό­γυρα έχαναν τη δική τους. Μετά από μια παρατεταμένη σιωπή, ώσπου δηλαδή να ξαναβρεί τη χαμένη της ανάσα, Monde δημοσίευσε ένα άρθρο που περιόριζε τη δραστη­ριότητα των καταστασιακών στην Αλσατία στην «παρούσα φοιτητική ασθένεια» (άλλο σύμπτωμα — σύμφωνα με το άρθρο – ήταν η φασιστική βιαιότητα στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων), για την οποία (ασθένεια) μοναδική θερα­πεία ήταν να δοθούν «αληθινές υπευθυνότητες» στους φοι­τητές (διάβαζε: να τους επιτραπεί να διευθύνουν από μόνοι τους την ίδια τους την αλλοτρίωση). Αυτού του τύπου η ανάλυση αρνείται a priori να δει το φανερό: ότι, δηλαδή, η λεγόμενη φοιτητική ασθένεια δεν είναι παρά ένα σύ­μπτωμα μιας πολύ πιο γενικότερης νόσου.

Πολύς θόρυβος ξεσηκώθηκε για το μη αντιπροσωπευ­τικό χαρακτήρα του Διοικητικού Συμβουλίου, μολονότι τα μέλη του είχαν εκλεγεί νομίμως. Αληθεύει, πάντως, πως οι φίλοι μας απέκτησαν αυτή την εξουσία χάρη στην απάθεια της μεγάλης πλειοψηφίας των φοιτητών. Η δράση τους δεν είχε μαζικό έρεισμα. Ό,τι επιτεύχθηκε ήταν το να εκτεθεί η κενότητα της πολιτικής των φοιτητών και να υποδει­χθούν τα μίνιμουμ αιτήματα κάθε ενδεχόμενου κινήματος επαναστατών φοιτητών. Στη γενική συνέλευση της Εθνι­κής Φοιτητικής Ένωσης Γαλλίας, τον Ιανουάριο, η ομάδα του Στρασβούργου παρουσίασε μια λεπτομερή πρόταση που καλούσε σε διάλυση της οργάνωσης, κατακτώντας έτσι τη σιωπηρή υποστήριξη ενός μεγάλου αριθμού εντίμων, αλλά συγχυσμένων εκπροσώπων, πού είχαν σιχαθεί τις μι­κροπολιτικές στους διαδρόμους και τα ψευτοεπαναστατικά κηρύγματα της Ένωσης. Η απέχθεια τους αυτή, αν και εί­ναι μια καλή αρχή, δεν είναι αρκετή: μια επαναστατική συνείδηση ανάμεσα στους φοιτητές θα πρέπει να είναι το αντίθετο της φοιτητικής συνείδησης. Εάν οι φοιτητές δεν αντιληφθούν επαρκώς πως τα συμφέροντα τους συμπίπτουν μ’ εκείνα όλων εκείνων που υφίστανται την εκμετάλλευση του μοντέρνου καπιταλισμού, μπορούμε λίγα μονάχα ή και τίποτα σχεδόν να περιμένουμε από τα πανεπιστήμια. Εν τω μεταξύ, οι υποδειγματικές χειρονομίες των μειοψηφιών της εμπροσθοφυλακής είναι οι μοναδικές μορφές μιας ριζοσπα­στικής δραστηριότητας.

Και τούτο αληθεύει, όχι μονάχα στα πανεπιστήμια αλλά σχεδόν παντού. Μπροστά στην απουσία μιας ευρέως διαδεδομένης επαναστατικής συνείδησης, μια ημιτρομο-κρατική καταγγελία του επίσημου κόσμου είναι η μονα­δική σχεδιασμένη δημόσια δράση εκ μέρους μιας επανα­στατικής ομάδας. Η σημασία της υπόθεσης Στρασβούργου έγκειται σε τούτο: προσφέρει ένα πιθανό πρότυπο για μια τέτοια δράση. Κατασκευάστηκε μια κατάσταση στην οποία η κοινωνία αναγκάστηκε να χρηματοδοτήσει, να εκδώσει και να δημοσιοποιήσει μια επαναστατική κριτική του εαυ­τού της, και , επιπλέον, να επιβεβαιώσει αυτή την κριτική μέσω των αντιδράσεων απέναντί της. Ήταν ουσιωδώς ένα μάθημα σχετικά με το πώς να στρέψεις τα όπλα της κοινω­νίας ενάντια στον εαυτό της. Ο επίσημος κόσμος ξεγελά­στηκε από μια ομάδα που κατάλαβε τη φύση του καλύτερα από τον ίδιο. Οι εκμεταλλευτές υπέστησαν, με τρόπο ευ­φυή και κομψό, εκμετάλλευση με τη σειρά τους. Ωστόσο, πέρα από την επιδεξιότητα του εγχειρήματος, θα πρέπει να το εκλάβουμε ως τίποτα περισσότερο από μια αρχική και, έχοντας υπόψη αυτά που θα ακολουθήσουν, μια πολύ με­τριοπαθή απόπειρα να δημιουργηθεί εκείνη η πράξις (pra­xis) μέσω της οποίας η κρίση αυτής της κοινωνίας ως όλου μπορεί να βαθύνει’ ως τέτοια εγείρει πολύ ευρύτερα ζητή­ματα επαναστατικής οργάνωσης και τακτικής. Όπως παρα­τήρησε και ο μυστηριώδης Μ.Κ.2 σε έναν δημοσιογράφο, το Στρασβούργο από μόνο του δεν ήταν τίποτα περισσό­τερο από ένα «μικροπειραματάκι».

Η έννοια της «μεταστροφής» (detournement), που χρη­σιμοποιήθηκε αρχικά από τους καταστασιακούς σε ένα κα­θαρά πολιτιστικό επίπεδο, μπορεί κάλλιστα να περιγράψει τώρα τον τύπο της δραστηριότητας που μας είναι προσιτή σε πολλά μέτωπα. Ιδού ένας πρώιμος ορισμός: «Η χρησι­μοποίηση προϋπαρχόντων καλλιτεχνικών στοιχείων σε μια καινούργια ενότητα… Οι δύο θεμελιώδεις νόμοι της είναι η εξαφάνιση της σημασίας καθε αυτόνομου μετεστραμμέ-νου στοιχείου (φτάνοντας μέχρι και την εξαφάνιση του αρ­χικού του νοήματος) και ταυτόχρονα η οργάνωση ενός άλ­λου σημασιολογικού (signifiant) συνόλου που δάνεισε σε κάθε στοιχείο το καινούργιο του νόημα»3. Η ιστορική σημασία αυτής της τεχνικής ή αυτού του παιχνιδιού προέρχεται από την ικανότητα τόσο να «εςαφανίσει την αξία», όσο και να «επανεπενδύσει» την κληρονομιά ενός νεκρού πολι­τισμικού παρελθόντος, μια που η «μεταστροφή είναι η άρ­νηση της αξίας της παλαιότερης οργάνωσης της έκφρα­σης… ενώ, ταυτόχρονα, εκφράζει την αναζήτηση μιας ευ­ρύτερης κατασκευής σε ένα ανώτερο επίπεδο αναφοράς, μιας κατασκευής που θα αποτελέσει καινούργια νομισμα­τική μονάδα της δημιουργίας». Η μεταστροφή εναντιώνε­ται στον ελιγμό της σύγχρονης κοινωνίας, που επιδιώκει να αφομοιώσει και να απολιθώσει τα απομεινάρια της προ­γενέστερης δημιουργικότητας μέσα στο θέαμα της. Είναι φανερό πως αυτός ο αγώνας στο πεδίο της κουλτούρας δεν είναι, στη δομή του, κάτι διαφορετικό από τον πιο ευρύ επαναστατικό αγώνα’ η μεταστροφή μπορεί, συνεπώς, να εννοηθεί ως η δημιουργία μιας νέας αξίας χρήσης των πο­λιτικών και κοινωνικών χαλασμάτων: ένα φοιτητικό συνδι­κάτο, για παράδειγμα, αφομοιωμένο εδώ και καιρό, και με­ταλλαγμένο σε ένα ελεεινό πρακτορείο καταστολής, μπο­ρεί να γίνει εστία εξέγερσης και ανατροπής. Η μετα­στροφή είναι μια μορφή δράσης για την υπέρβαση του δια­χωρισμού ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική: είναι η Τέχνη της Επανάστασης.

Το Στρασβούργο σηματοδοτεί μια νέα περίοδο της κα-ταστασιακής δραστηριότητας. Η κοινωνική θέση της κα-ταστασιακής σκέψης καθορίστηκε μέχρι τώρα από την ακόλουθη αντίφαση: η ανώτερη κριτική της σύγχρονης ζωής διεξήχθη σε μιαν από τις λιγότερο ανεπτυγμένες σύγ­χρονες χώρες — σε μια χώρα που δεν έχει ακόμα φτάσει στο σημείο όπου η ολοσχερής αποσύνθεση όλων των αξιών γίνεται ολοφάνερη και γεννάει τις αντίστοιχες δυ­νάμεις ριζοσπαστικής απόρριψης. Μες στο γαλλικό περι­βάλλον, η καταστασιακή θεωρία έχει προεξοφλήσει τις κοινωνικές δυνάμεις μέσω των οποίων θα πραγματωθεί.

Στις πιο ανεπτυγμένες χώρες έχει συμβεί το αντίθετο: οι δυνάμεις της εξέγερσης υπάρχουν, δίχως, όμως, μια επα­ναστατική προοπτική. Η Επιτροπή των 100 ή η εξέγερση στο Μπέρκλεϋ το 1964, για παράδειγμα, ήταν αυθόρμητα, μαζικά κινήματα, τα οποία κατέρρευσαν επειδή αποδείχτη­καν ανήμπορα να συλλάβουν κάτι περισσότερο από ορι­σμένες περιστασιακές όψεις της αλλοτρίωσης (η Βόμβα, ο Ελεύθερος Λόγος…)» επειδή, επίσης, απέτυχαν να κατα­νοήσουν πως αυτά ήταν απλώς ιδιάζουσες και ειδικές εκδη­λώσεις του αποκλεισμού του καθένα από το σύνολο της εμπειρίας του σε κάθε επίπεδο της ατομικής και της κοινω­νικής ζωής. Δίχως μια κριτική αυτής της θεμελιώδους αλ­λοτρίωσης, αυτά τα κινήματα δεν μπορούσαν να αρθρώ­σουν και να εκφράσουν την αληθινή δυσφορία που τα δη­μιούργησε — τη δυσφορία σχετικά με τη φύση της καθημε­ρινής ζωής — ενώ ως ειδικευμένα «εγχειρήματα» δεν μπο­ρούσαν παρά να οδηγηθούν στην ενσωμάτωση ή τη διά­λυση. Όπως έγραψε στο Europeo κάποιος αγχίνους δημο­σιογράφος, η καταστασιακή θεωρία είναι ο «κρίκος που έλειπε» στην ανάπτυξη νέων δυνάμεων εξέγερσης — είναι η επαναστατική προοπτική ενός ολικού μετασχηματισμού, που παρέμενε απούσα στην απέραντη δυσανεξία της σύγ­χρονης νεολαίας καθώς και στην πάλη της εργατιάς που συνεχίζεται μ’ όλη τη βιαιότητα της στους τόπους εργα­σίας. Έρχεται ο καιρός — και καθήκον μας είναι να επιτα­χύνουμε αυτή την έλευση — που αυτά τα δύο ρεύματα θα ενώσουν τις δυνάμεις τους. Η Louise Crowley έχει δείξει τον αντιδραστικό ρόλο στον οποίο είναι τώρα καταδικα­σμένο το παλαιό εργατικό κίνημα: η διατήρηση της εργα­σίας καθίσταται δυνάμει περιττή από την πρόοδο της αυτο­ματοποίησης4. Ό,τι και αν πιστεύει το Solidarity5, η απε­ρίφραστη εναντίωση στην αναγκαστική εργασία πρόκειται να καταστεί το σημείο συνάθροισης των δυνάμεων της επα­ναστατικής δραστηριότητας στις πιο ανεπτυγμένες ζώνες του κόσμου.

Ήδη, στις υπερβιομηχανοποιημένες χώρες, η αποσύν­θεση της σύγχρονης κοινωνίας γίνεται φανερή σε ένα μα­ζικό επίπεδο6. Όλες οι προηγούμενες ιδεολογικές ερμη­νείες του κόσμου κατέρρευσαν, και απέμεινε η αθλιότητα και το χάος της καθημερινής ζωής δίχως ουδεμία συνε­κτική συγκάλυψη τους. Η πολιτική, η ηθική και η κουλ­τούρα δεν είναι παρά ερείπια — και έχουν σήμερα φτάσει στο σημείο όπου γίνονται εμπορεύματα ως τέτοια, ως η ίδια τους η παρωδία, καθώς το θέαμα της παρακμής γίνεται η έσχατη απεγνωσμένη απόπειρα να σταθεροποιηθεί η πα­ρακμή του θεάματος. Όλο και λιγότερο αποκρύπτεται ο περιορισμός του συνόλου της ζωής στην παραγωγή και την κατανάλωση εμπορευμάτων» όλο και λιγότερο αποκρύπτε­ται η σχέση ανάμεσα στην απομόνωση, το κενό και το άγ­χος της καθημερινής ζωής και σ’ αυτή την δικτατορία των εμπορευμάτων» όλο και λιγότερο αποκρύπτεται η αυξανό­μενη κατασπατάληση των παραγωγικών δυνάμεων και ο πλούτος της ζωντανής εμπειρίας που είναι τώρα εφικτός στην περίπτωση που θα χρησιμοποιούνταν αυτές οι δυνά­μεις προκειμένου να εκπληρώσουν, αντί να καταστείλουν, τις ανθρώπινες επιθυμίες.

Η αυθεντική, η αληθινή επανάσταση αρχίζει εκεί που βρίσκεσαι: στην απελπισία της παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων, στους αδιάκοπους αγώνες της ανεπίσημης ερ­γατικής τάξης. Ως τώρα αυτή η ανεπίσημη εξέγερση είχε μιαν επίσημη ιδεολογία. Η αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο σύγχρονος καπιταλισμός παράγει νέες επαναστατι­κές δυνάμεις, νέα είδη φτώχιας ενός νέου προλεταριάτου, αποσιωπάται ακόμα και καταστέλλεται. Αντί γι’ αυτό υπάρ­χει μια a priori γοητεία γύρω από την «υπαναχώρηση» ή τη «μεταστροφή» του παλιού εργατικού κινήματος. Οι «α­γωνιστές» αυτο-αφομοιώνονται (και οι διανοούμενοι «σύμ­βουλοι» τους επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία). Η μονα­δική αληθινή μεταστροφή έγκειται σε μια νέα συνείδηση και μια νέα συμμαχία — στην εδραίωση του αγώνα μέσα στους κοινούς τόπους της καθημερινής ζωής, τόσο στα σούπερ-μάρκετ και στα νυχτερινά κέντρα όσο και στους χώρους εργασίας. Ο εχθρός είναι ο εισοδισμός, πολιτιστι­κός ή πολιτικός. Η Τέχνη είναι νεκρή! Το Εργατικό Κί­νημα είναι νεκρό! Ζήτω η Καταστασιακή Διεθνής!

(Το κείμενο αυτό εμπεριέχεται στην αγγλική έκδοση του παρόντος βιβλίου.)

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. «Πιστεύουν πως όλα τα αγαθά είναι κοινά, και από τούτο συμπεραί­νουν πως η κλοπή είναι νόμιμη γι’ αυτούς». Ο Επίσκοπος του Στρασβούρ­γου, επιτιθέμενος στην Αδελφότητα του Ελευθέρου Πνεύματος, στα 1317.
  2. Πρόκειται, φυσικά, για τον καταστασιακό Μουσταφά Καγιάτι (Σ.τ.Μ.)
  3. Βλ. I.S. No3. Στα ελληνικά στον τόμο Το Ξεπέρασμα της Τέχνης (σελ 108-109), εκδ. Υψιλον, μετάφραση Γ.Δ. Ιωαννίδης (Σ.τ.Μ.)
  4. Στο «BeyondAutomation», MonthlyReview, Νοέμβριος 1964. (Ανα­δημοσιεύτηκε στο Anarchy, τεύχος 49, τον Μάρτιο του 1965). Οι παρατη­ρήσεις της Crowleyσχετικά με το «νέο λούμπεν προλεταριάτο» έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
  5. Βλ. την «αυτοκριτική» της ομάδας στο Sotidarity, τόμος 4, τεύχος 5, σελ. 5.
  6. Βλ. Ραούλ Βανεγκέμ, Βασικές Κοινοτοπίες. Ελληνική έκδοση: Ελεύ­θερος Τύπος, μετάφραση Θέμη Μιχαήλ.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A’

ΟΙ ΣΚΟΠΟΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΜΑΣ ΣΤΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ ΤΟΥ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟΥ

Οι διάφορες εκδηλώσεις κατάπληξης και αγανάκτησης, που είχε ως απόηχο η καταστασιακή μπροσούρα Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων, η οποία εκδόθηκε με χρήματα του τμήματος Στρασβούργου της Εθνικής Ένω­σης Φοιτητών Γαλλίας (U.N.E.F.), αν και είχαν το ευ­νοϊκό αποτέλεσμα να διαβαστούν αρκετά πλατιά οι θέσεις που περιέχονται στην ίδια την μπροσούρα, δεν μπορούσαν ωστόσο να αποτρέψουν μια συσσώρεση παρανοήσεων στην έκθεση και το σχολιασμό όσων αποτελούσαν τη δρα­στηριότητα της Κ.Δ. στην περίπτωση αυτή. Μπροστά στις κάθε λογής αυταπάτες, που καλλιεργούνται από τις εφημε­ρίδες, τις πανεπιστημιακές αρχές ακόμα και από έναν ορι­σμένο αριθμό ελαφρόμυαλων φοιτητών, σκοπεύουμε τώρα να αποσαφηνίσουμε εδώ, μέσα σε ποιες ακριβώς συνθήκες έγινε η παρέμβαση μας και να υπενθυμίσουμε ποιους σκο­πούς επιδιώκαμε με τα μέσα που θεωρούσαμε κατάλληλα.

Ακόμα πιο λαθεμένη και από τις υπερβολές του τύπου ή ορισμένων αντιπάλων δικηγόρων ως προς το ποσό των χρημάτων που η Κ.Δ. βρήκε την ευκαιρία να υφαρπάξει από τα ταμεία του δύσμοιρου φοιτητικού συνδικάτου, είναι αυτή η παράλογη πληροφορία που βρίσκουμε σε πολλές δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, σύμφωνα με την οποία η Κ.Δ. είχε τάχα ξεπέσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να κάνει εκστρατεία ανάμεσα στους φοιτητές του Στρασβούργου για να τους πείσει για την ορθότητα των προοπτικών της, και να πετύχει την εκλογή ενός Δ.Σ. στη βάση ενός τέτοιου προγράμματος. Ούτε βέβαια επιχειρήσαμε στο ελάχιστο να διαβρώσουμε την U.N.E.F., κατακλύζοντας την με κρυ­φούς οπαδούς μας. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα κείμενα μας για να πεισθεί ότι δεν μπορεί να είναι τέτοια ούτε τα πεδία ενδιαφέροντος μας ούτε οι μέθοδοι μας. Στην πραγ­ματικότητα, μερικοί φοιτητές του Στρασβούργου ήρθαν να μας βρουν το καλοκαίρι του 1966 και μας γνωστοποίησαν ότι έξι φίλοι τους – και όχι αυτοί οι ίδιοι — είχαν μόλις εκλεγεί στην ηγεσία της τοπικής φοιτητικής ένωσης (A.F.G.E.S.), δίχως κανενός είδους πρόγραμμα και παρά το γεγονός ότι ήταν πασίγνωστοι μέσα στην U.N.E.F. ως εξτρεμιστές που διαφωνούσαν πλήρως μ’ όλες τις παραλλα­γές της αποσύνθεσης της, και επιπλέον, αποφασισμένοι να μην αφήσουν τίποτα όρθιο» Η εκλογή τους, κατά τα άλλα απόλυτα κανονική, έδειχνε επομένως ξακάθαρα και την απόλυτη αδιαφορία της βάσης και την παραδοχή της αθε­ράπευτης ανικανότητας όσων γραφειοκρατών είχαν απο­μείνει σ’ αυτή την οργάνωση. Οι τελευταίοι υπολόγιζαν αναμφίβολα ότι το «εξτρεμιστικό» Δ.Σ. δε θα έβρισκε κα­νένα τρόπο έκφρασης των αρνητικών του προθέσεων. Αυ­τός ήταν, αντίστροφα, ο φόβος των φοιτητών που ήρθαν να μας βρουν και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που δεν επι­δίωξαν την προσωπική τους συμμετοχή σ’ αυτή την «ηγε­σία», γιατί μόνον ένα εγχείρημα τέτοιας εμβέλειας και όχι κάποια χιουμοριστική δικαιολόγηση μπορούσε να σώσει τα μέλη της από το πνεύμα συμβιβασμού που συνεπάγεται άμεσα ένας τόσο φτωχός ρόλος. Και για να γίνει ακόμα πιο πολύπλοκο το πρόβλημα: ενώ οι φοιτητές με τους οποίους συζητούσαμε γνώριζαν τις θέσεις της Κ.Δ. και δή­λωναν ότι τις ενέκριναν εν γένει, εκείνοι που ήταν μέλη του Δ.Σ. μάλλον τις αγνοούσαν, αλλά υπολόγιζαν κυρίως στους συνομιλητές μας για να καθορίσουν σαφέστερα τη δραστηριότητα που θα ανταποκρινόταν στην ανατρεπτική τους καλή θέληση.

Σ’ αυτό το στάδιο, αρκεστήκαμε στο να τους συμβου­λεύσουμε να συντάξουν και να δημοσιεύσουν όλοι μαζί ένα κείμενο γενικής κριτικής του φοιτητικού κινήματος και της κοινωνίας, αφού μια τέτοια εργασία θα είχε τουλάχι­στον γι’ αυτούς τη χρησιμότητα να τους κάνει να ξεκαθα­ρίσουν από κοινού όσα παρέμεναν συγκεχυμένα. Επιπλέον, υπογραμμίσαμε πως το γεγονός ότι διέθεταν χρήματα και πίστωση αποτελούσε το ουσιωδέστερο εκμεταλλεύσιμο στοιχείο της γελοίας εξουσίας που τόσο απερίσκεπτα είχε αφεθεί να πέσει στα χέρια τους και ότι μια αντικομφορμι­στική χρήση αυτών των πόρων θα είχε αναμφίβολα το προ­τέρημα να σοκάρει πολλούς ανθρώπους, και έτσι να αναδείξει καλύτερα ό,τι αντικομφορμιστικό θα περιείχε το κείμενο. Αυτοί οι σύντροφοι ενέκριναν την άποψη μας. Κατά την υλοποίηση αυτού του σχεδίου, διατήρησαν επαφή με την Κ.Δ., ιδιαίτερα μέσω του Μουσταφά Καγιάτι.

Η συζήτηση και τα προσχέδια του κειμένου, που ανέ­λαβαν συλλογικά αυτοί που μας είχαν συναντήσει και τα μέλη του Δ.Σ. της A.F.G.E.S. — όλοι τους αποφασισμένοι να φέρουν σε πέρας αυτή την υπόθεση — επέφεραν στο αρ­χικό σχέδιο μια σημαντική τροποποίηση. Όλοι έδειχναν να συμφωνούν ως προς την ουσία της κριτικής που θα πα­ρουσίαζαν και μάλιστα πάνω στις γενικές γραμμές που είχε προτείνει ο Καγιάτι, αλλά διαπίστωσαν ότι δεν ήταν ικα­νοί να καταλήξουν σε μια ικανοποιητική διατύπωση, ιδίως μέσα στις σύντομες προθεσμίες που επέβαλε η ημερομηνία έναρξης του νέου πανεπιστημιακού έτους. Η αδυναμία αυτή δεν πρέπει να εκληφθεί ως συνέπεια μιας σοβαρής έλ­λειψης ταλέντου ή απειρίας, αλλά ήταν απλούστατα προϊόν της ακραίας ετερογένειας της ομάδας μέσα ή δίπλα στο Δ.Σ. Η αρχική συσπείρωση τους στη βάση της πιο αόρι­στης συμφωνίας, τους έκανε ελάχιστα κατάλληλους να συντάξουν μαζί την έκφραση μιας θεωρίας που, στην πραγ­ματικότητα, δεν είχαν αναγνωρίσει μαζί. Επιπλέον, στο μέτρο που το σχέδιο διευρυνόταν, άρχισαν να εμφανίζονται ανάμεσα τους προσωπικές συγκρούσεις και δυσπιστίες» εξάλλου η μόνη πραγματική συλλογική τους βούληση έγκειτο στην υποστήριξη της ευρύτερης και σοβαρότερης εκδοχής που ήταν εφικτή γι’ αυτό το εγχείρημα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο Μουσταφά Καγιάτι υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να αναλάβει σχεδόν αποκλειστικά το ουσιώδες μέρος της σύνταξης του κειμένου που σιγά-σιγά συζητιό­ταν και εγκρινόταν απ’ αυτή την ομάδα των φοιτητών του Στρασβούργου καθώς επίσης και από τους Καταστασια-κούς στο Παρίσι — οι τελευταίοι ήταν οι μόνοι που έκαναν κάποιες σημαντικές προσθήκες, περιορισμένες ωστόσο αριθμητικά.

Η έκδοση της μπροσούρας προαναγγέλθηκε με ποικί­λους τρόπους. Στις 26 Οκτώβρη ο κυβερνητιστής Μολ (βλ. I.S. No 9), που είχε καταφέρει να καταλάβει μια έδρα ψυ-χοκοινωνιολογΐας ώστε να μπορεί να επιδοθεί στον προγραμματισμό των νεαρών στελεχών, τράπηκε σε φυγή από τα πρώτα κιόλας λεπτά της εναρκτήριας διάλεξης από τις ντομάτες που του έριχνε μια ντουζίνα φοιτητές (η ίδια με­ταχείριση επιφυλάχθηκε στον Μολ, τον Μάρτη, στο Μου­σείο Διακοσμητικών Τεχνών του Παρισιού, όπου αυτό το πρότυπο ρομπότ επρόκειτο να δώσει μια διάλεξη για τον έλεγχο των πληθυσμών με τις μεθόδους της πολεοδομίας. Αυτή την τελευταία ανασκευή των επιχειρημάτων του την έκαναν καμιά τριανταριά νεαροί αναρχικοί, οι οποίοι ανή­καν σε ομάδες που θέλουν να επαναφέρουν την επαναστα­τική κριτική σ’ όλα τα σύγχρονα ζητήματα). Λίγο μετά απ’ αυτή την εναρκτήρια διάλεξη, που οπωσδήποτε ήταν εξί­σου πρωτοφανής στα χρονικά του Πανεπιστημίου όσο και ο ίδιος ο Μολ, η A.F.G.E.S άρχισε, εν είδει διαφήμισης της μπροσούρας, να κολλάει αφίσες με το κόμικ του Αντρέ Μπερτράν Η Επιστροφή της Ταξιαρχίας Ντουρ-ρούτι (Σ.τ.Μ. βλ. παράρτημα Β’), ένα ντοκουμέντο που είχε το προτέρημα να προσφέρει με τρόπο ξεκάθαρο ό,τι οι σύν­τροφοι του σκόπευαν να κάνουν με το λειτούργημα τους: «Η γενική κρίση των παλιών συνδικαλιστικών μηχανισμών και των αριστερίστικων γραφειοκρατιών γινόταν αισθητή παντού και ιδίως ανάμεσα στους φοιτητές όπου εδώ και πολύ καιρό ο ακτιβισμός δεν είχε πια άλλο κίνητρο εκτός από τη χαμερπή προσήλωση σε μπαγιάτικες ιδεολογίες και από μια παντελή έλλειψη ρεαλισμού στη φιλοδοξία τους. Το τελευταίο τάγμα επαγγελματιών που επέλεξε τους ήρωες μας δεν είχε καν το ελαφρυντικό ότι εξαπατήθηκε. Εναπό­θεσαν τις ελπίδες τους για ανανέωση σε μια ομάδα που δεν έκρυβε τις προθέσεις της να καταποντίσει τάχιστα κι ορι­στικά όλον αυτόν τον αρχαϊκό μιλιταντισμό».

Η μπροσούρα μοιράστηκε αιφνιδιαστικά στα επίσημα πρόσωπα κατά την επίσημη έναρξη του πανεπιστημιακού έτους. Ταυτόχρονα το Δ.Σ. της A.F.G.E.S. γνωστοποιούσε ότι το μοναδικό «φοιτητικό» πρόγραμμα του ήταν η άμεση διάλυση αυτής της οργάνωσης και συγκαλούσε έκτακτη γε­νική συνέλευση για να ψηφιστεί αυτή η πρόταση. Είναι γνωστό ότι η προοπτική αυτή κατατρομοκράτησε αμέσως πολλούς ανθρώπους. «Αυτή είναι ίσως η πρώτη έμπρακτη εκδήλωση μιας εξέγερσης που στοχεύει ούτε λίγο ούτε πολύ στην καταστροφή της κοινωνίας», έγραφε η τοπική εφημερίδα (Derniores Nouvelles, 4-12-66). Και η L’ Aurore στις 26 Νοέμβρη: «Η Καταστασιακή Διεθνής (είναι μια) οργάνωση που έχει έναν ορισμένο αριθμό μελών στις σημαντικότερες πρωτεύουσες της Ευρώπης. Αυτοί οι αναρ­χικοί το παίζουν επαναστάτες και θέλουν να «πάρουν την εξουσία». Να την πάρουν όχι για να την διατηρήσουν, αλλά για να σπείρουν το χάος και να καταστρέψουν την ίδια τους την εξουσία». Ακόμα και στο Τορίνο, η Gazetta del Popolo, εκδήλωνε την ίδια μέρα υπέρμετρες ανησυχίες: «Θα έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να εξετασθεί αν ενδεχόμενα αντίποινα… δεν θα ενείχαν τον κίνδυνο πρόκλησης ταρα­χών… Στο Παρίσι και σε άλλες πανεπιστημιουπόλεις της Γαλλίας, η Καταστασιακή Διεθνής, ηλεκτρισμένη από το θρίαμβο των οπαδών της στο Στρασβούργο, ετοιμάζεται να εξαπολύσει μία μεγάλης κλίμακας επίθεση προκειμένου να εξασφαλίσει τον έλεγχο των φοιτητικών οργανώσεων». Εκείνη τη στιγμή έπρεπε να πάρουμε τα μέτρα μας ενάντια σε ένα νέο αποφασιστικό παράγοντα: οι καταστασιακοί έπρεπε να αμυνθούν ενάντια στην αφομοίωση από τη δημο­σιογραφική ή τη διανοητική μόδα. Η μπροσούρα αποτέ­λεσε τελικά κείμενο της Κ.Δ.: δεν είχαμε πιστέψει ότι έπρεπε να αρνηθούμε να βοηθήσουμε αυτούς τους συντρό­φους που ήθελαν να καταφέρουν ένα πλήγμα στο σύστημα και, δυστυχώς, αυτή η βοήθεια δεν μπόρεσε να είναι μι­κρότερη. Αυτή η δέσμευση της Κ.Δ. μας έφερνε, καθ’ όλη τη διάρκεια του εγχειρήματος, σε μια θέση ντε φάκτο διευ­θυντικής λειτουργίας που σε καμιά περίπτωση δε θέλαμε να παραταθεί πέρα από τα όρια αυτής της συγκεκριμένης κοινής δράσης: ελάχιστα μας ενδιαφέρουν, όπως εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς, οι αξιοθρήνητοι φοιτητικοί κύκλοι. Απλώς η δράση μας σ’ αυτή την περίπτωση, και ανέκαθεν, στόχευε στην επανεμφάνιση, με την ασυμβίβα­στη πρακτική που είναι το αποκλειστικό της υπόβαθρο, της νέας κοινωνικής κριτικής που συγκροτείται σήμερα. Η έλλειψη οργάνωσης που χαρακτήριζε την ομάδα των φοι­τητών του Στρασβούργου ήταν που γέννησε την ανάγκη της άμεσης καταστασιακής επέμβασης και ταυτόχρονα εμπόδισε τη διεξαγωγή ενός συστηματικού διαλόγου, που μόνον αυτός θα μπορούσε να εγγυηθεί ένα μίνιμουμ ισότη­τας στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Η ανταλλαγή απόψεων που κανονικά προσδιορίζει μια κοινή δράση ανάμεσα σε ανεξάρτητες ομάδες ήταν ανυπόστατη στην πε­ρίπτωση ενός συνονθυλεύματος ατόμων που έδειχναν όλο και περισσότερο ενωμένα ως προς την επιδοκιμασία της Κ.Δ. και διαιρεμένα ως προς όλα τα άλλα ζητήματα.

Εξυπακούεται ότι μια τέτοια ανεπάρκεια δεν μας ενέπνεε εμπιστοσύνη για το σύνολο αυτής της ομάδας σπουδαστών, στο μέτρο που φαινόταν να θέλει, λίγο-πολύ, να ενσωματω­θεί στην Κ.Δ., προκειμένου να εξοικονομήσει, κατά κά­ποιον τρόπο, τη δική της αυτοεπιβεβαίωση. Η έλλειψη ομοιογένειας των Στρασβουργιανών βρήκε, επίσης, την ευ­καιρία να εκδηλωθεί, σε έναν βαθμό που δεν είχαμε μπορέ­σει να προβλέψουμε, σε ένα απρόσμενο ζήτημα: πολλοί απ’ αυτούς έδειξαν την τελευταία στιγμή να διστάζουν μπροστά στην αιφνιδιαστική διανομή του κειμένου κατά την τελετή έναρξης του νέου πανεπιστημιακού έτους. Ο Καγιάτι υποχρεώθηκε να πείσει τα εν λόγω άτομα ότι δεν πρέπει να κάνει κανείς μισά σκάνδαλα, ούτε να ελπίζει, όταν ήδη συντελείται μια ενέργεια αυτού του είδους, ότι θα εκτεθεί λιγότερο, περιορίζοντας τον αντίκτυπο της, εφόσον έχει ήδη επιλέξει να εκτεθεί – και ότι αντίθετα, η επιτυχία ενός σκανδάλου είναι η μόνη σχετική προστα­σία όσων συνειδητά το πυροδοτούν. Ακόμα πιο απαράδε­κτο από τον αργοπορημένο δισταγμό πάνω σε ένα τόσο συ­νοπτικό ζήτημα τακτικής, μας φαινόταν το ενδεχόμενο ορι­σμένα απ’ αυτά, τα τόσο λίγο σίγουρα το ένα για το άλλο άτομα, να προβούν σε δηλώσεις, εν ονόματί μας. Ο Μου­σταφά Καγιάτι εξουσιοδοτήθηκε από την Κ.Δ. να υπο­χρεώσει τα μέλη του Δ.Σ. της A.F.G.E.S. να διευκρινίσουν ότι κανένας απ’ αυτούς δεν ήταν καταστασιακός. Και αυτό έκαναν με την ανακοίνωση τους της 29ης Νοέμβρη: «Κα­νένα από τα μέλη του Δ.Σ. δεν ανήκει στην Καταστασιακή Διεθνή, κίνημα που εκδίδει εδώ και κάποιο καιρό την ομώ­νυμη επιθεώρηση, αλλά διακηρύσσουμε την αμέριστη αλ­ληλεγγύη μας στις αναλύσεις και τις προοπτικές της». Στη βάση αυτή της δεδηλωμένης αυτονομίας, η Κ.Δ. έστειλε τότε μία επιστολή στον Αντρέ Σνεντέρ, πρόεδρο της A.F.G.E.S και στον Βαΐρ-Πιοβά, αντιπρόεδρο, διακηρύσ­σοντας την ανεπιφύλακτη αλληλεγγύη της σ’ ό,τι είχαν κάνει. Αυτή η αλληλεγγύη της Κ.Δ. διατηρήθηκε αμείωτη στη συνέχεια, τόσο με την άμεση άρνηση μας να συζητή­σουμε μ’ όσους προσπάθησαν να μας προσεγγίσουν, ενώ ταυτόχρονα εκδήλωναν μια κάποια φθονερή εχθρότητα απέναντι στους υπεύθυνους του Δ.Σ. (λόγου χάρη καταγγέ-λοντας βλακωδώς τη δράση τους ως «θεαματικού χαρα­κτήρα»!), όσο και με την οικονομική βοήθεια και τη δημό­σια υποστήριξη απέναντι στην καταστολή που ακολού­θησε (βλ. στις αρχές Απρίλη μια διακήρυξη υπογεγραμ­μένη από 79 φοιτητές του Στρασβούργου όπου εκφράζανε την αλληλεγγύη τους με τον Βαΐρ-Πιοβά, που είχε απο­κλεισθεί τότε από το πανεπιστήμιο, μια κύρωση που μας γνωστοποιήθηκε λίγους μήνες αργότερα). Ο Σνεντέρ κι ο Βαΐρ-Πιοβά τήρησαν μπροστά στις κυρώσεις και τις απει­λές μιαν αμετακίνητη στάση’ όμως δεν ήταν εξίσου αμετα­κίνητοι στη στάση τους απέναντι στην Κ.Δ.

Εξαρχής, η δικαστική καταστολή που εξαπολύθηκε στο Στρασβούργο — και που συνεχίστηκε με μια σειρά δίκες, οι οποίες δεν έχουν ακόμα τελειώσει — επικεντρώθηκε στην υποτιθέμενη μη νομιμότητα του Δ.Σ. της A.F.G.E.S., που θεωρήθηκε ξαφνικά, μετά την έκδοση της καταστασια-κής μπροσούρας, ως μία μη δικαιούχος επιτροπή, η οποία σφετερίστηκε την συνδικαλιστική εκπροσώπηση των φοι­τητών. Αυτή η καταστολή ήταν απόλυτα αναγκαία, γιατί η ιερή Συμμαχία των αστών, των σταλινικών και των πα­πάδων που πραγματοποιήθηκε ενάντια στην A.F.G.E.S. διέθετε, απ’ ό,τι φαίνεται, ανάμεσα στους 18.000 φοιτητές της πόλης, μια «δύναμη» ακόμα πιο ασήμαντη από εκείνη του Δ.Σ. Εγκαινιάστηκε με το δικαστικό ένταλμα της 13ης Δεκέμβρη που όριζε το σφράγισμα των γραφείων, αφαι­ρούσε την διαχείριση της ένωσης, και απαγόρευε τη γε­νική συνέλευση που είχε συγκληθεί από το Δ.Σ. για τις 16 του μήνα, με σκοπό να ψηφιστεί η διάλυση της A.F.G.E.S. Η απόφαση αυτή αναγνωρίζοντας έμμεσα (αλλά αβάσιμα) ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να εγκριθεί η θέση του Δ.Σ. από την πλειοψηφία των φοιτητών που εμπο­δίζονταν να ψηφίσουν, παγώνοντας την εξέλιξη των γεγονότων, είχε ως επακόλουθο για τους συντρόφους μας — που μοναδική τους προοπτική ήταν η άνευ χρονοτριβής κατα­στροφή του ίδιου του διευθυντικού αξιώματος — την υπο­χρέωση να παρατείνουν την αντίσταση τους μέχρι τα τέλη Γενάρη. Η καλύτερη πρακτική του Δ.Σ., μέχρι τότε, ήταν η υποδοχή που επιφύλασσε σε πολλούς δημοσιογράφους που έσπευδαν να ζητήσουν επιμόνως συνεντεύξεις — άρ­νηση να δεχθεί τους περισσότερους απ’ αυτούς, προσβλη­τικό μποϋκοτάζ εκείνων που εκπροσωπούσαν τους πιο απε­χθείς θεσμούς (Γαλλική Τηλεόραση, Planote)’ έτσι μια με­ρίδα του τύπου υποχρεώθηκε να δώσει μια ακριβέστερη εκ­δοχή του σκανδάλου και να αναπαράγει λιγότερο αναξιό­πιστα τι ανακοινώσεις της A.F.G.E.S. Επειδή η υπόθεση βρισκόταν ακόμη στο στάδιο των διοικητικών μέτρων κι επειδή το τυπικό πια Δ.Σ. της A.F.G.E.S. είχε διατηρήσει τον έλεγχο της M.N.E.F. (Επικουρική Ασφάλιση Φοιτη­τών) ανταπάντησε αποφασίζοντας στις 11 Γενάρη, και εκτελώντας την επομένη αυτή την απόφαση, το κλείσιμο του «Γραφείου Ψυχολογικής Βοήθειας» (B.A.P.U.) που ανήκε στην αρμοδιότητα της M.N.E.F., «θεωρώντας ότι τα B.A.P.U. αποτελούν την υλοποίηση μέσα στο φοιτητικό περιβάλλον του παρα-αστυνομικού ελέγχου μιας κατασταλ­τικής ψυχιατρικής, της οποίας ο ξεκάθαρος στόχος είναι η διατήρηση… της παθητικότητας όλων των κατηγοριών των εκμεταλλευομένων… θεωρώντας ότι η ύπαρξη ενός B.A.P.U. στο Στρασβούργο αποτελεί όνειδος και απειλή για όλους τους σπουδαστές αυτού του πανεπιστημίου που είναι αποφασισμένοι να σκέπτονται ελεύθερα». Σε εθνική κλίμακα, η U.N.E.F., που η εξέγερση του Στρασβουργια-νού της τμήματος — το οποίο ως τότε θεωρούνταν υποδειγ­ματικό — την υποχρέωνε να αναγνωρίσει τη γενική της χρεωκοπΐα, δίχως ωστόσο να φθάσει στο σημείο να υπερα­σπιστεί τις παλιές αυταπάτες περί συνδικαλιστικής ελευθε­ρίας, που οι αρχές αρνιόντουσαν απροκάλυπτα στους αντι­πάλους της, δεν μπορούσε μολοντούτο να αναγνωρίσει τη δικαστική καθαίρεση του Δ.Σ. του Στρασβούργου. Στη γε­νική συνέλευση της U.N.E.F., που έγινε στις 14 Γενάρη στο Παρίσι, ήρθε λοιπόν μια αντιπροσωπεία από το Στρα­σβούργο η οποία, με την έναρξη της συνεδρίασης, απαίτησε την προκαταρκτική ψήφιση της πρότασης της για διάλυση ολόκληρης της U.N.E.F., «θεωρώντας ότι η αυτο-διακήρυξη της ύ.Ν.ΕΈ.ως συνδικάτου που συγκεντρώνει την πρωτοπορία της νεολαίας (Ιδρυτικό Καταστατικό της Γκρενόμπλ, 1946) συμπίπτει με μία περίοδο όπου ο εργατι­κός συνδικαλισμός είχε από μακρού ηττηθεί και είχε γίνει ένας μηχανισμός αυτορρύθμισης του μοντέρνου καπιταλι­σμού… απεργαζόμενος την ενσωμάτωση της εργατικής τά­ξης στο εμπορευματικό σύστημα… θεωρώντας ότι οι κο­μπασμοί της U.N.E.F. περί «πρωτοπορίας» διαψεύδονται ανά πάσα στιγμή από τα υπορεφορμιστικά της συνθήματα και πρακτική … θεωρώντας ότι ο φοιτητικός συνδικαλι­σμός είναι μια απλή και ξεκάθαρη απάτη και ότι πρέπει επειγόντως να εκλείψει». Η πρόταση αυτή κατέληγε κάνο­ντας έκκληση «σ’ όλους τους επαναστάτες φοιτητές του κόσμου … να προετοιμάσουν μαζί με όλους τους εκμεταλ­λευόμενους των χωρών τους έναν αμείλικτο αγώνα ενάντια σ’ όλες τις όψεις του παλιού κόσμου, ώστε να συμβάλλουν στην έλευση της διεθνούς εξουσίας των Εργατικών Συμ­βουλίων». Μόνο δύο ενώσεις, εκείνη της Νάντης και εκείνη των Φοιτητών σε «Οίκους Ευγηρίας», ψήφισαν μαζί με το Στρασβούργο υπέρ της διεξαγωγής αυτής της προκαταρκτικής ψηφοφορίας, προτού αναγνωσθεί η έκ­θεση πεπραγμένων της απερχόμενης εθνικής ηγεσίας (πρέ­πει όμως να σημειώσουμε ότι κατά τις προηγούμενες βδο­μάδες οι νεαροί γραφειοκράτες της U.N.E.F είχαν κατα­φέρει να μεταπείσουν δύο άλλα Δ.Σ. τοπικών ενώσεων, που είχαν επιδοκιμάσει αυθόρμητα τη θέση της A.F.G.E.S., στο Μπορντώ και το Κλερμόν-Φεράν). Έτσι η αντιπροσω­πεία του Στρασβούργου αποχώρησε αυτοστιγμεί από μια συζήτηση όπου δεν είχε τίποτα άλλο να πει.

Η τελική έξοδος του Δ.Σ. της A.F.G.E.S. δεν έμελλε ωστόσο να είναι εξίσου αξιοπρεπής. Εκείνη τη χρονική στιγμή, τρεις καταστασιακοί (οι «Γκαρνωτικοί» — Σ.τ.Μ.) είχαν μόλις διαγραφεί επειδή είχαν κατασκευάσει από κοι­νού — και αναγκάστηκαν να το ομολογήσουν μπροστά στην Κ.Δ. — διάφορα συκοφαντικά ψέματα εναντίον του Καγιάτι υπολογίζοντας χάρη σ’ αυτόν τον ωραίο ελιγμό ότι θα διαγραφόταν εκείνος (βλ. την προκήρυξη της Κ,Δ.

36

στις 22 Γενάρη: Προσοχή! Τρεις προβοκάτορες). Η δια­γραφή τους δεν είχε καμία σχέση με το σκάνδαλο του Στρασβούργου — σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και σ’ όλες τις άλλες, είχαν επιδεικτικά εγκρίνει τα συμπεράσματα των συζητήσεων της Κ.Δ. — δύο όμως απ’ αυτούς τύχαινε να είναι Αλσατοΐ (δηλαδή, από την περιοχή του Στρασβούρ­γου — Σ.τ.Μ.). Από την άλλη μεριά, όπως αναφέραμε πα­ραπάνω, ορισμένοι φοιτητές του Στρασβούργου είχαν αρ­χίσει να δυσανασχετούν επειδή η Κ.Δ. δεν είχε ανταμείψει τις ανεπάρκειες τους, στρατολογώντας τους. Οι διαγραμ­μένοι ψεύτες αναζήτησαν ανάμεσα τους ένα ελάχιστα απαι­τητικό κοινό, και στηρίχτηκαν σ’ αυτόν τον κύκλο για να σκεπάσουν τα προηγούμενα ψέματα τους και την παρα­δοχή τους με μια νέα σωρεία ψεμάτων. Συνακόλουθα, όλοι όσοι αποβλήθηκαν ενώθηκαν στη μυστικοπαθή αξίωση να υπερβούν εκείνη την πρακτική που τους καταδίκαζε. Άρχι­σαν να πιστεύουν τις εφημερίδες και μάλιστα να πλειοδο­τούν όταν είδαν τους εαυτούς τους ως μάζες που είχαν πραγματικά «καταλάβει την εξουσία» μέσα σε ένα είδος Κομμούνας του Στρασβούργου. Είπαν στους εαυτούς τους ότι δεν είχαν τη μεταχείριση που αξίζει σε ένα επαναστα­τικό προλεταριάτο. Διαβεβαίωσαν τους εαυτούς τους ότι η ιστορική τους δράση είχε ξεπεράσει όλες τις προηγούμενες θεωρίες, ξεχνώντας ότι η μόνη ορατή «δράση» σε μια τέ­τοιου είδους υπόθεση ήταν, το πολύ-πολύ, η σύνταξη ενός κειμένου. Αντιστάθμισαν συλλογικά την ανεπάρκεια τους, απ’ αυτή την άποψη, με μια πληθώρα αυταπατών. Δεν επρόκειτο για τίποτα πιο φιλόδοξο από το να ονειρεύονται μαζί για μερικές εβδομάδες, αυξάνοντας συνεχώς τη δόση των βιαστικά επαναλαμβανόμενων τσαρλατανισμών. Οι δώδεκα Στρασβουργιανοί φοιτητές που είχαν πραγματικά στηρίξει έμπρακτα το σκάνδαλο χωρίστηκαν σε δύο ίσα μέρη. Αυτό το πρόσθετο πρόβλημα λειτούργησε λοιπόν ως λυδία λίθος. Σ’ όσους παρέμειναν «οπαδοί της Κ.Δ.» δε δώσαμε φυσικά καμία υπόσχεση για το μέλλον, και δηλώ­σαμε ξεκάθαρα ότι αυτό δε θα το κάναμε σε καμία περίπτω­ση: τούτοι εδώ δεν μπορούσαν παρά να είναι άνευ όρων οπαδοί της αλήθειας. Ο Βαΐρ-Πιοβά και άλλοι έγιναν οπα­δοί του ψεύδους μαζί με τους διαγραμμένους «Γκαρνωτΐνους» (αν και αγνοώντας, βέβαια, τις διάφορες υπερβολικές γκάφες των πρόσφατων κατασκευασμάτων των Φρέι και Γκαρνώ, αλλά γνωρίζοντας ωστόσο αρκετές απ’ αυτές). Ο Αντρέ Σνεντέρ, την υποστήριξη του οποίου επιθυμούσαν οι ψεύτες επειδή έφερε τον τίτλο του προέδρου της A.F.G.E.S., φορτωμένος με ψεύτικες ειδήσεις απ’ όλους αυτούς, στάθηκε αρκετά αδύναμος ώστε να τους πιστέψει δίχως παραπέρα διερεύνηση, και να υπογράψει μία από τις διακηρύξεις τους. Αλλά λίγες μόνο μέρες αργότερα, ανακα­λύπτοντας μόνος του μια σειρά αναμφισβήτητων ψεμάτων που αυτοί οι άνθρωποι θεωρούσαν φυσικό να διαδίδουν ανάμεσα στους μυημένους προκειμένου να διασώσουν τον άθλιο σκοπό τους, ο Σνεντέρ αποφάσισε αμέσως ότι όφειλε να αναγνωρίσει δημόσια το λάθος της πρώτης του κίνησης: με την προκήρυξη του Αναμνήσεις απ’ το σπίτι των πεθα­μένων κατήγγειλε όσους τον είχαν εξαπατήσει και τον οδήγησαν να μοιραστεί την ευθύνη μιας στημένης ψευδο­μαρτυρίας κατά της Κ.Δ. Η μεταστροφή του Σνεντέρ, του οποίου τον χαρακτήρα είχαν υποτιμήσει οι ψεύτες και ο οποίος είχε έτσι το προνόμιο να είναι μάρτυρας της τελευ­ταίας φάσης της από μέρους τους συλλογικής χειραγώγη­σης των ενοχλητικών γεγονότων, κατάφερε μέσα στο ίδιο το Στρασβούργο, ένα αποφασιστικό πλήγμα στους δια­γραμμένους και τους συνενόχους τους, οι οποίοι είχαν ήδη χάσει κάθε αξιοπιστία οπουδήποτε αλλού. Μέσα στη μνη­σικακία τους, αυτοί οι δύστυχοι, που την προηγούμενη εβδομάδα είχαν υποβληθεί σε τόσο κόπο για να πάρουν με το μέρος τους τον Σνεντέρ, προκειμένου να ενισχύσουν την αξιοπιστία του εγχειρήματος τους, διακήρυξαν ότι ήταν ένας πασίγνωστος μικοόνοος, που υποχωρούσε απλού­στατα μπροστά στο «γόητρο της Κ.Δ.». (Τελευταία όλο και συχνότερα στις πιο ποικίλες συζητήσεις, οι ψεύτες ταυτί­ζουν μ’ αυτόν τον αδέξιο τρόπο το «γόητρο της Κ.Δ.» με το απλό γεγονός του να λες την αλήθεια, ένα αμάλγαμα που σίγουρα μας τιμά). Εξάλλου προτού περάσουν τρεις μήνες, η σύμπραξη των Φρέι και συντροφιά με τον Βαΐρ-Πιοβά και όλους όσους θέλησαν να τους υποστηρίξουν, προσχωρώντας ύστερα από έντονες παρακλήσεις (οκτώ ή εννιά άτομα) θα αποκάλυπτε τη θλιβερή της πραγματικότητα: βασισμένη σε παιδικά ψέματα ατόμων που θεωρού­σαν το ένα το άλλο αδέξιο ψεύτη, ήταν η ίδια ακριβώς η εικόνα, ακούσια παρωδιακή, ενός είδους «συλλογικής δράσης» που πρέπει δια παντός να αποφύγει κανείς. Και μαζί ανθρώπους με τους οποίους δεν πρέπει να συγχρωτί­ζεται κανείς σε καμμία περίπτωση! Τους είδαμε να διεξά­γουν μαζί μία γελοία προεκλογική εκστρατεία μπροστά στους φοιτητές του Στρασβούργου. Μεγαλόστομα θρύψαλα από ψευδο-αναμνήσεις καταστασιακών ιδεών και φράσεων χρησιμοποιήθηκαν σε δεκάδες σελίδες με μια παντελή έλ­λειψη συναίσθησης του γελοίου, με μοναδικό σκοπό να κρατήσουν την «εξουσία» στο Στρασβουργιανό τμήμα της M.N.E.F., που αποτελούσε το μικρογραφειοκρατικό φέουδο του Βαΐρ-Πιοβά, ο οποίος θα επανεκλεγόταν στις 13 Απρίλη. Με την ίδια επιτυχία σ’ αυτή την περίπτωση όπως και στους προηγούμενους ελιγμούς τους, βρέθηκαν επιπλέον ηττημένοι από εξίσου βλάκες μ’ αυτούς, σταλινι­κούς και χριστιανούς, που ήταν, όπως είναι πιο φυσικό, λιγούρηδες για εκλογικές νίκες, και που προσέφεραν ως πριμ στους εαυτούς τους την πολυτέλεια να καταγγείλουν τους αξιοθρήνητους αντιπάλους τους ως ψευδο-καταστα-σιακούς. Στην προκήρυξη, Η Καταστασιακή Διεθνής σας το είχε πει, που κυκλοφόρησε την επομένη, ο Αντρέ Σνεντέρ και οι σύντροφοι του κατέδειξαν εύκολα σε ποιό βαθμό αυτή η αποτυχημένη απόπειρα διαφημιστικής εκμε­τάλλευσης των υπολειμμάτων του σκανδάλου, που είχε ξε­σπάσει πέντε μήνες νωρίτερα, σήμαινε μια πλήρη άρνηση του πνεύματος και των προοπτικών που είχαν εκφραστεί τότε. Ο Βαΐρ-Πιοβά, σε μια ανακοίνωση που μοιράστηκε στις 20 Απρίλη, δήλωνε καταλήγοντας: «Το βρίσκω δια­σκεδαστικό που βλέπω να με καταγγέλουν επιτέλους ως «μη καταστασιακό» — κάτι που πάντοτε διακήρυσσα ανοι­χτά από τότε που η Κ.Δ. αναδείχθηκε σε επίσημη δύναμη». Έχουμε εδώ ένα επαρκές δείγμα μιας τεράστιας φιλολογίας που έχει ήδη λησμονηθεί. Το ότι η Κ.Δ. έχει αναδειχθεί σε επίσημη δύναμη, ιδού μία απ’ αυτές τις τυπικές θέσεις του Βαΐρ-Πιοβά ή του Φρέι, που μπορούν να εξετάσουν όσοι ενδιαφέρονται για το ζήτημα, και σύμφωνα με τα συ­μπεράσματα που θα υιοθετήσουν, θα ξέρουν επίσης τι πρέπει να σκεφτούν για τη διανοητική ικανότητα τέτοιων θεω­ρητικών. Από την άλλη μεριά, όμως, το γεγονός ότι ο Βαΐρ-Πιοβά διακηρύσσει — «ανοιχτά» —, ή έστω και «κρυ­φά», σε μια «διακήρυξη» που απευθύνεται αποκλειστικά στους διακριτικότερους συνενόχους των ψεμάτων του, λο-γουχάρη, — ότι δεν ανήκει στην Κ.Δ. από τη ημέρα, οποια­δήποτε και αν είναι η ημερομηνία που θα θελήσει να δώ­σει, της μεταμόρφωσης μας σε «επίσημη δύναμη», ιδού ένα χαρακτηριστικό ψέμα. Όσοι τον γνωρίζουν ξέρουν ότι ποτέ ο Βαΐρ-Πιοβά δεν είχε την ευκαιρία να επονομαστεί τίποτα άλλο από «μη καταστασιακός» (βλ. όσα γράψαμε παραπάνω για την ανακοίνωση της A.F.G.E.S. της 29ης Νοέμβρη 1966).

Τα ευτυχέστερα αποτελέσματα αυτού του συνόλου επει­σοδίων υπερβαίνουν, βέβαια, αυτό το νέο και σημαντικό παράδειγμα της άρνησης μας, που έγινε έγκαιρα αισθητή, να παρασύρουμε όλα όσα μπορεί να ρίξει στο δρόμο μας ο νεομιλιταντισμός σε αναζήτηση ένδοξου πατροναρίσμα­τος. Όχι λιγότερο αμελητέα, μπορεί να θεωρηθεί αυτή η όψη του αποτελέσματος που έβγαλε τη διάγνωση της αθε­ράπευτης αποσύνθεσης της U.N.E.F., η οποία ήταν ακόμα πιο ολοκληρωτική απ’ ότι έδειχνε η αξιοθρήνητη εμφά­νιση της: η χαριστική βολή αντηχούσε ακόμη τον Ιούλιο στη Λυών, στο 56ο Συνέδριο της, στη διάρκεια του οποίου ο κακομοίρης πρόεδρος Βαντανμπυρΐ υποχρεώθηκε να ομο­λογήσει: «Η ενότητα της U.N.E.F. δεν υπάρχει εδώ και πολύ καιρό. Κάθε οργάνωση ζει (σημείωση της Κ.Α.: αυ­τός ο όρος παραμένει επιτηδευμένα ανεπαρκής) με αυτό­νομο τρόπο, δίχως να αναφέρεται διόλου στις ντιρεκτίβες της εθνικής ηγεσίας. Η αυξανόμενη διάσταση ανάμεσα στη βάση και τους διευθυντικούς οργανισμούς έχει οδηγήσει σε ένα σημαντικό σημείο κατάπτωσης. Η ιστορία των στα­δίων εξέλιξης της U.N.E.F., δεν είναι παρά μια σειρά κρί­σεων… Η αναδιοργάνωση και η ανανέωση της δράσης στάθηκαν αδύνατες». Εξίσου κωμικοί ήταν οι απόηχοι μιας αναταραχής ανάμεσα στους πανεπιστημιακούς, που θεώρη­σαν καθήκον τους να αναφερθούν για άλλη μια φορά σ’ αυτό το επίκαιρο θέμα: εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς γιατί κρίναμε τη θέση που δημοσίευσαν οι σαράντα καθηγητές και υφηγητές της Φιλοσοφικής του Στρασβούργου καταγγέλλοντας τους ψευτοφοιτητές που ήταν πρωταίτιοι αυτής της «πειραματικής αναταραχής» γύρω από ψευτο-προβλήματα «δίχως ίχνος ελπίδας για επίλυση», λογικό­τερη και κοινωνικά πιο ορθολογική (όπως εξάλλου και το λογύδριο του δικαστή Λαμπαντόρ) απ’ αυτή την πανούργα απόπειρα αναρμόδιας επιδοκιμασίας που κυκλοφόρησαν τον Φλεβάρη κάποια μοντερνιστικά—θεσμόπληκτα ερεί­πια, συγκεντρωμένα γύρω από ένα ξεροκόμματο, των εδρών των «Ανθρωπιστικών Επιστημών» της Ναντέρ (ο θρασύς Τουραΐν, ο νομοταγής Λεφέβρ, ο κινεζόφιλος Μπωντρι-γιάρ, ο λεπτολόγος Λουρώ).

Στην πραγματικότητα θέλουμε οι ιδέες να ξαναγίνουν επικίδνυνες. Δε θα μπορέσουν να επιτρέψουν στους εαυτούς τους να μας ανεχτούν, μες στην ασπονδυλότητα ενός ψεύ­τικου εκλεκτικού ενδιαφέροντος, όπως τους Σαρτρ, τους Αλτουσέρ, τους Αραγκόν, τους Γκοντάρ. Ας σημειώσουμε αυτή τη γεμάτη νόημα φράση ενός καθηγητή πανεπιστη­μίου ονόματι Λυιγιέ, που αναφέρει το Le Nouvel Observa-teur της 21ης Δεκεμβρίου: «Είμαι υπέρ της ελευθερίας της σκέψης. Αλλά αν υπάρχουν Καταστασιακοΐ μες στην αί­θουσα, να βγουν έξω». Δίχως να παραβλέπουμε τελείως τη χρησιμότητα που η διάδοση ορισμένων συνοπτικών ιδεών πιθανόν να είχε στο να επιταχυνθεί κάπως το κίνημα που ωθεί την καθυστερημένη γαλλική νεολαία να συνειδητο­ποιήσει μια προσεχή γενικότερη κρίση της κοινωνίας, πι­στεύουμε ότι μια πολύ πιο ξεκάθαρη σπουδαιότητα πρέπει να αποδοθεί στη διάδοση αυτού του κειμένου, ως παράγο­ντα αποσαφήνισης, σε μερικές άλλες χώρες όπου μια τέ­τοια διαδικασία είναι ήδη πολύ πιο έκδηλη. Οι Άγγλοι καταστασιακοΐ έγραψαν στην παρουσίαση της δικής τους έκδοσης του κειμένου του Καγιάτι: «Η πιο προωθημένη κριτική της μοντέρνας ζωής πραγματοποιήθηκε σε μια από τις λιγότερο ανεπτυγμένες σύγχρονες χώρες, σε μια χώρα που δεν έχει φτάσει ακόμα στο σημείο όπου η πλή­ρης αποσύνθεση όλων των αξιών γίνεται ολοφάνερη και γεννά συνακόλουθα τις δυνάμεις μιας ριζικής άρνησης. Μέσα στη γαλλική συγκυρία, η καταστασιακή θεωρία προ­χώρησε μπροστά από τις κοινωνικές δυνάμεις απ’ τις οποίες θα πραγματωθεί». Οι θέσεις του Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων εισακούστηκαν πολύ πιο έμπρακτα στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Αγγλία (τον Μάρτη, η απεργία του London School of Economics προκάλεσε μια κάποια αίσθηση, και ο σχολιαστής των Times ανακάλυψε με θλίψη σ’ αυτήν την επιστροφή της πάλης των τάξεων, που πίστευε ότι είχε λήξει). Αυτό ισχύει επίσης σε μικρό­τερο βαθμό και για την Ολλανδία — όπου η κριτική της Κ.Δ. συναντώντας την ακόμη σκληρότερη κριτική που ασκούσαν τα ίδια τα γεγονότα, δεν ήταν αμέτοχη στην πρόσφατη διάλυση του κινήματος «Πρόβο» — και τις σκανδιναβικές χώρες. Οι αγώνες των φοιτητών του Δυτι­κού Βερολίνου αυτόν τον χρόνο συγκράτησαν και αυτοί κάτι απ’ αυτήν τη θεωρία, αν και με αρκετά συγκεχυμένο ακόμη τρόπο.

Αναμφίβολα όμως, η επαναστατική νεολαία δεν έχει άλλη διέξοδο από τη συγχώνευση με τη μάζα των εργαζο­μένων οι οποίοι, με αφετηρία τις νέες συνθήκες εκμετάλ­λευσης, θα ανανεώσουν τον αγώνα για την κυριαρχία του κόσμου τους, για την κατάργηση της εργασίας. Όταν η νεολαία αρχίζει να γνωρίζει τη σημερινή θεωρητική μορφή αυτού του πραγματικού κινήματος που ξεπηδά πα­ντού αυθόρμητα από το έδαφος της σύγχρονης κοινωνίας, δεν πρόκειται παρά για μια στιγμή της εξελικτικής πορείας μεσ’ από την οποία αυτή η ενοποιημένη θεωρητική κριτι­κή, που ταυτίζεται με μια επαρκή πρακτική ενοποίηση, προσπαθεί να σπάσει τη σιωπή και τη γενική οργάνωση του διαχωρισμού. Μόνο μ’ αυτή την έννοια βρίσκουμε το αποτέλεσμα ικανοποιητικό. Απ’ αυτή τη νεολαία, απο­κλείουμε βέβαια το κομμάτι που αλλοτριώνεται από τα ημι-προνόμια της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης: εδώ βρίσκε­ται η φυσική βάση για τη γεμάτη θαυμασμό κατανάλωση μιας υποτιθέμενης καταστασιακής θεωρίας, ως τελευταίας θεαματικής μόδας. Θα συνεχίσουμε να απογοητεύουμε και να διαψεύδουμε αυτό το είδος επιδοκιμασίας. Θα γίνει ολο­φάνερο ότι η Κ.Δ. δεν πρέπει να κρίνεται σύμφωνα με τις επιφανειακά σκανδαλώδεις όψεις ορισμένων εκδηλώσεων μέσα από τις οποίες εμφανίζεται, αλλά σύμφωνα με την κεντρική της αλήθεια που είναι στην ουσία της σκανδαλώδης.

(I.S., No 11 – Οκτώβρης 1967)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s