I. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μπορούμε, χωρίς  να γλιστρήσουμε σέ μιά «θεωρητικολογία» σχολαστική και ελάχιστα σαφή για έναν αριθμό μή-είδικών,  να προσδιορίσουμε αυτό πού υπήρξε και αυτό πού ειναι το κομμουνιστικό καθεστώς, αυτό πού ξεχωρίζει τούς χτεσινούς από τούς σημερινούς κομμουνιστές, αυτούς της ΕΣΣΔ από κείνους των άλλων χωρών, τέλος αυτό πού, παρά τις εκλογικές συμπτώσεις ή τις προσωπικές φιλοδοξίες, χωρίζει μόνιμα τούς κομμουνιστές από τούς σοσιαλιστές;

Δύσκολη δουλειά, βέβαια, ιδιαίτερα γι αυτόν πού θέλει ν αποφύγει κάθε δογματική ανάπτυξη και πού, κατά συνέπειαν, εύχεται  να εκφραστεί σύμφωνα μέ την άπλή λογική.

Θεωρητική κοινότητα των στόχων

Ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τούς κομμουνιστές όλων των χωρών, υπάρχει μιά κοινή άρχή, οπωσδήποτε θεμελιακή: και οί μέν και οί δε θέλουν  να καταργήσουν την προαφαίρεση πού γίνεται στη μισθωτή εργασία, δηλαδή απλοποιώντας στο έπακρο,  να καταργήσουν τά μερίσματα πού διανέμονται στους μετόχους της επιχείρησης. Αυτά προαφαιρουνται πραγματικά από την αξία της παραγωγής πού δημιουργειται από την εργασία των μισθωτών και φθανουν συχνά το τέταρτο ή το τρίτο του συνολικού ύψους των μισθών. Τουτο σημαίνει πώς οί μισθωτοί αν και παράγουν μέ την καθημερινή τους εργασία τον πλουτο της επιχείρησης, δέ λαβαίνουν παρά τά δύο τρίτα ή τά τρία τέταρτα της αξίας πού γεννιέται από την εργασία τους: δημιουργούν, για τρεις ή τέσσερις από τούς δώδεκα μήνες της δουλείας τους, τά μερίσματα των μετόχων πού, συχνά, αγνοούν που βρίσκεται και αυτό πού παράγει ή επιχείρηση πού τούς πλουτίζει μ αυτό τον τρόπο.

Το να είσαι κομμουνιστής ή σοσιαλιστής σημαίνει ουσιαστικά  να θέλεις  να τερματιστεί ένα ανάλογο καθεστώς και ν ανταμειφθεί κάθε παραγωγός σύμφωνα μέ την ακριβή αξία των προιόντων πού ή εργασία του δημιούργησε.

Ξεκινώντας από αυτήν την κοινή αφετηρία, οί δύο θεωρίες διαχωρίζονται, έτσι όπως θα το ελέγξουμε παρακάτω.

Ή δικτατορία του προλεταριάτου

Για τούς κομμουνιστές και πριν το 1976 ή πραγματοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου απαιτεί μιά δικτατορία πού  να επιβληθεί σ όλη τή χώρα και για έναν απροσδιόριστο χρόνο από το κόμμα των εργατών. Αυτή ή δικτατορία οδήγησε όλες τις κομμουνιστικές χώρες στήν κατάργηση και στήν απαγόρευση όλων των κομμάτων των διαφορετικών από το δικό τους κόμμα, στήν κατάργηση κάθε ελευθερίας έκφρασης και στη συγκέντρωση, μέ τρόπο συχνά σχεδόν άφρονα, σ ορισμένα πρόσωπα όλων των αποφάσεων, τόσο των πολιτικών όσο των οικονομικών και των τεχνικών.

Βέβαια ή «δικτατορία του προλεταριάτου» απορρίφθηκε επίσημα στο διεθνές κομμουνιστικό Συνέδριο της Μόσχας, όπως σέ κείνο του γαλλικού Κ.Κ. στο Παρίσι. Αυτή ή εκπληκτική κατάργηση είναι πολύ πρόσφατη για  να μπορέσουμε  να κρίνουμε την ειλικρίνεια της. Μπορεί βέβαια  να πρόκειται για μιά θεωρητική επανόρθωση πού θα ήταν εντυπωσιακή άφου θα επανεξέταζε μιά από τις αρχές του παγκόσμιου κομμουνισμού και θα καταργούσε την πιο σημαντική από τις διαφορές ανάμεσα στους σοσιαλιστές και τούς κομμουνιστές, πού υπήρξε μιά από τις ουσιαστικές αιτίες των ρήξεων πού δημιουργήθηκαν σ όλες τις χώρες ανάμεσα σ αυτές τις δυο κινήσεις μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.  Αλλά, μετά από αυτή την διακήρυξη αρχής, τίποτα δέν άλλαξε στις χώρες τις υποταγμένες στον κομμουνισμό: ή δικτατορία κυριαρχεί στήν ΕΣΣΔ από έξι δεκαετίες, στήν Κίνα από τρεις δεκαετίες, στήν ανατολική Ευρώπη περισσότερο από εικοσι χρόνια, κλπ.

Επίσης ή επιστροφή σέ μιά δημοκρατική αντίληψη της εξουσίας, μέ την υπόσχεση  να δεχτούν τά άλλα κόμματα,  να υποχωρήσουν σέ περίπτωση μειοψηφίας μέσα στη χώρα ή μπροστά στη Βουλή, κλπ, μπορεί  να μήν είναι παρά ένα πρόσχημα, ένας «χειρισμός» πού μπορεί  να προστεθεί σέ πολλούς άλλους. Είναι ιδιαίτερα πιθανόν για μιά χώρα όπως ή ΕΣΣΔ, πού δέν γνώρισε, έκτος από μερικούς μήνες στήν αρχή του 1917, παρά αιώνες τσαρικής εξουσίας, πού τούς ακολούθησαν δεκαετίες δικτατορίας του Κόμματος. Σ αυτή τή δεύτερη υπόθεση, θα επρόκειτο, τόσο στο διεθνές επίπεδο όσο και στο εσωτερικό της Γαλλίας, για μιά άπλή επιχείρηση προπαγάνδας, πιό επιδέξιας από τά συνηθισμένα, επενδυμένης, στη Γαλλία, μέ μίαν άρχή προετοιμασίας για εκλογικές εκστρατείες στο 1977 και στο 1978, μέ την ελπίδα πώς αυτή ή εξέλιξη μέ την προσθήκη της συμμαχίας των σοσιαλιστών, θα επιτρέψει τέλος  να κατακτήσουν την εξουσία, έχοντας μετά  να ξεφορτωθούν τούς συμμάχους πού έγιναν άχρηστοι, όπως έγινε στήν Τσεχοσλοβακία στά 1948 και σέ άλλες χώρες την ίδια εποχή.

Γι αυτή την τελευταία υπόθεση, πρέπει  να σημειώσουμε ότι:

  •  τά κομμουνιστικά Κράτη δεν μεταβάλλουν σέ τίποτα την εσωτερική τους πολιτική καταπίεσης, την καταδίωξη των αντιφρονούντων, τά αντίποινα ενάντια σέ κάθε εκδήλωση ελεύθερης σκέψης·
  •  ή ΕΣΣΔ επιδοκίμασε τή συμφωνία του Ελσίνκι, πού καθορίζει ειδικά, ανάμεσα σέ άλλα, την ελευθερία κυκλοφορίας των ιδεών και των ανθρώπων ανάμεσα στά Κράτη πού υπόγραψαν, αλλά πού δέντή λογάριασε καθόλου: δέν κατάργησε ούτε την κατάσχεση στά σύνορα του ξένου τύπου ή της λογοτεχνίας πού κρίνεται ανατρεπτική, ουτε τή λογοκρισία και την απουσία ελευθεριών στο εσωτερικό της χώρας, ούτε την υποχρέωση του διαβατηρίου για τά ταξίδια των Ρώσων στο εσωτερικό της χώρας τους, ουτε τις άδειες όλων των ειδών τις απαραίτητες για ν αλλάξουν κατοικία ή επάγγελμα κλπ.

Ή γραφειοκρατία στήν εξουσία

το ανώτατο όργανο της κυβέρνησης πρακτικά συγχέεται μέ κείνο του Κόμματος στά κομμουνιστικά Κράτη· σ αυτό ανήκει όχι μονάχα ό προσδιορισμός των μεγάλων πολιτικών αποφάσεων αλλά ακόμα ό σχηματισμός όλων των προγραμμάτων, παραδείγματος χάρη των πολυετών διαγραμμάτων γενικά πενταετών όλων των επιχειρήσεων. Έτσι υπερβάλλουμε ελάχιστα λέγοντας πώς εξαρτάται από τη μοσχοβίτικη κορυφή της βιομηχανικής πυραμίδας ό αριθμός των μολυβιών κάθε χρώματος πού οι επιχειρήσεις, οι εθνικές φυσικά, οι σκορπισμένες σ ολόκληρη τη χώρα, οφείλουν να παραδώσουν στη διάρκεια καθενός από τα πέντε χρόνια του Προγράμματος. Η ρύθμιση από τη ζήτηση, τυπικό γνώρισμα του ελεύθερου εμπορίου, παραχωρεί έτσι τη θέση της σε έναν από πριν προσδιορισμό των αναγκών, πού θα αρκούσε για  να εξηγήσει τις μακριές ουρές στις πόρτες ορισμένων καταστημάτων και τούς όγκους άλλων απούλητων προιόντων.

Μιά τέτοια συγκέντρωση γέννησε στη Μόσχα και μέσα στίς σύγχρονες με την κόκκινη Μέκκα πρωτεύουσες μιά ύπεραναπτυγμένη γραφειοκρατία, πού την υπηρετούν φυσικά τά μέλη του Κόμματος, πού καταλήγει μέ τή θεμελίωση μιας καινούργιας κοινωνικής τάξης νεόπλουτων και παραμερισμένων, χειρότερης ίσως από την καπιταλιστική τάξη πού καταργήθηκε για πάντα. Αυτή ή γραφειοκρατία φανερώθηκε από την εποχή της κυριαρχίας του Στάλιν μέ χαρακτιριστικά πού διευκόλυναν την πρόβλεψη της.

Αποτέλεσε γρήγορα μιά κλειστή ιθύνουσα τάξη πού απολαμβάνει προνόμια πού οφείλονται όχι στήν περιουσία της, όπως στο προηγούμενο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, αλλά στο μονοπώλιο της των αποφάσεων, τόσο των πολιτικών όσο και των οικονομικών, δηλαδή στη δύναμη της, πού έκανε γρήγορα από αυτή ένα Κράτος μέσα στο Κράτος και ένα κόμμα μέσα στο Κόμμα.

Πίσω από το μύθο των μισθολογικών βαθμίδων πολύ πιό περιορισμένων από ότι μέσα στόν κεφαλαιοκρατικό κόσμο, ή καινούργια ιθύνουσα τάξη απένειμε στόν εαυτό της ουσιαστικά υλικά προνόμια: αυτοκίνητα μέ οδηγό στη διάθεση τους, κατοικίες στήν έξοχη μέ υπηρετικό προσωπικό, διάφορες αποστολές, ευκολίες πολλών ειδών.

Έτσι ξαναγεννιέται μιά τάξη προνομιούχων του καθεστώτος. Δέν είναι βέβαια πιά οί άνθρωποι πού ή τύχη έκαμε  να γεννηθούν πλούσιοι, οί κληρονομιές, το νόημα των εμπορικών επιχειρήσεων κλπ, πού τούς επιτρέπουν  να συσσωρεύουν περιουσίες πού συχνά δημιουργούνται πάνω στήν εκμετάλλευση των μισθωτών. Κάτω από την κυριαρχία αυτού πού δέν τολμουν ακόμα ν αποκαλέσουν κομμουνισμό, ή παντοδυναμία του μοναδικού κόμματος και, στους κόλπους αυτού εδώ, του διοικητικού του όργανισμου μεταβάλλει σέ ωφελημένους του καθεστώτος αυτούς πού ή τύχη μιας συζήτησης στο Συνέδριο, οί επαφές μέ συντρόφους πού έφτασαν σέ μιάν ανώτερη βαθμίδα, ή αίσθηση των μηχανορραφιών ή ή προστασία ενός ιθύνοντα επέτρεψαν  να συγκεντρώσουν άν όχι μιά περιουσία σέ κεφάλαιο, τουλάχιστον αξιόλογα πλεονεκτήματα και μιάν εξουσία συχνά απλωμένη στους κόλπους του Κόμματος, των συνδικάτων του και των προσαρτημένων οργανισμών του, υδρα μ εκατό κεφάλια τού καινούργιου καθεστώτος.

«Δικαιολογία» της «πρώην δικτατορίας του προλεταριάτου»

το μοναδικό Κόμμα, μέ το  να έχει παραχωρήσει στήν Ιθύνουσα ομάδα του τις πιό εκτεταμένες εξουσίες, στο όνομα της αρχής πού διακήρυξε ό Μαρξ και ό Λένιν της δικτατορίας του προλεταριάτου, δέν μπορεί, αυτό εννοείται, ν ανεχτεί την έλαχιστότερη κριτική ενάντια στο Κόμμα, τούς υπεύθυνους και τούς θεσμούς του.

Αυτή ή «δικτατορία του προλεταριάτου» ήταν, μου το διαβεβαίωσαν παντού στη διάρκεια της παραμονής μου πού κράτησε πάνω από τρεις μήνες στη Μόσχα, το χειμώνα του 1924, ή απαραίτητη προϋπόθεση της κοινωνικής μεταμόρφωσης. Γιατί, μου έλεγε, τότε, σέ μιά χώρα πού ή τεράστια πλειοψηφία της ήταν αναλφάβητη και μή βιομηχανοποιημένη, όπως στη Ρωσία του 1917, αυτή ή «δικτατορία του προλεταριάτου» έπρεπε  να εργαστεί για την ευτυχία των ανθρώπων ακόμα ενάντια στη θέληση τους πολεμώντας τις τρεις κληρονομημένες από το προηγούμενο καθεστώς μάστιγες: την κεφαλαιοκρατία εννοείται, αλλά επίσης τον αναλφαβητισμό και την απουσία βιομηχανιών. Στά μάτια των Ιθυνόντων της Μόσχας του 1924, αυτή ή δικτατορία εμφανιζόταν ώς ή απαραίτητη προυπόθεση κοινωνικής, οικονομικής και ανθρώπινης μεταμόρφωσης, πού θα σημαδεύονταν μέ την καταστροφή της κεφαλαιοκρατίας και την «προλεταριοποίηση» των παλιών κεφαλαιοκρατών, τή δημιουργία σύγχρονων βιομηχανιών και το έντονο κυνήγι του αναλφαβητισμού.

Μιά ένσταση εμφανίζεται αμέσως: άν αυτός ό τριπλός σκοπός έπρεπε  να επιδιωχθεί στη Ρωσία, την Πολωνία, την Αλβανία ή την Ουγγαρία, το ίδιο πρόσχημα δέν ευσταθούσε για την Ανατολική Γερμανία ουτε για την Τσεχοσλοβακία, όπου όμως ή δικτατορία υπήρξε ανάλογη, παρά μιά έκβιομηχανοποίηση και μιά μόρφωση, ανάλογες μέ κείνες πού παρατηρούσαμε στις δυτικές δημοκρατίες. Ή μακριά και τραγική «προσωρινή περίοδος» πού επέβαλε, σύμφωνα μ αυτούς τούς θεωρητικούς, την ανάγκη ν αυξήσουν τά αρχικά βάσανα του πληθυσμού για ν αποκτήσει τις δυνάμεις, τις απαραίτητες για την έκβιομηχανοποίηση και  να βιάσουν τις συνήθειες του για  να τον ξεριζώσουν από τον αναλφαβητισμό, δέν μπορούσαν  να συγχωρέσουν την εΊσοδο ενός ανάλογου καθεστώτος στη Γερμανία και την Τσεχοσλοβακία, ουτε τις απόπειρες  να το εγκαταστήσουν στη Δύση στά 1947 και 1948, στη διάρκεια της δοκιμής για τή σύσταση ενός προχωρημένου οχυρού της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στήν Αμερική, στήν αυγή του «ψυχρου πολέμου».

Κολλεκτιβοποίηση των εδαφών και εκτοπίσεις

Ή δικτατορία πού δημιουργήθηκε ως ό μοναδικός τρόπος δυνατής διακυβέρνησης για μιά απροσδιόριστα προσωρινή περίοδο, αριθμεί ήδη έξι δεκαετίες στη Ρωσία, περισσότερες από τρεις στήν κεντρική Ευρώπη, πάνω από μιά στήν Κίνα και την Κούβα, έπισύρροντας πολλές και τραγικές συνέπειες.

Η πρώτη δέν τολμούμε  να γράψουμε ή πιό σημαντική, τόσο είναι δύσκολο  να βαθμολογίσουμε τον τρόμο πλήττει τούς χωρικούς.

Αυτοί είναι σέ κάθε χώρα βαθιά δεμένοι μέ τή γη τους όσο κι αν είναι υποχρεωμένοι  να την καλλιεργούν μέ πρωτόγονα μέσα, ό ιδιοκτήτης και οί δικοί του.

Ομως ό κομμουνισμός πού εφαρμόζεται στη γή απαιτεί τεράστιες εκτάσεις πού  να τις εργάζονται ήμιβιομηχανικά. Γι αυτό υπάρχουν στήν ΕΣΣΔ οί δύο μορφές: των Sonkhoz, μεγάλων κρατικών αγρών πού διευθύνονται σχεδόν όπως τά εθνικά εργοστάσια, ή των Kolkhoz, όταν ή συλλογική ιδιοκτησία έχει άνατεθεί σ έναν συνεταιρισμό αυτών πού την εκμεταλλεύονται.

Ομως αυτοί οί γαιοκτήμονες, δεμένοι, όπως παντού, μέ το προσωπικό τους μερίδιο, οργίστηκαν, κάτω από τον Στάλιν, μέ την έκπτωση σέ κοινή κατοχή των αγαθών τους: θα ήθελαν  να διατηρήσουν ό καθένας το δικό του. Δέν συναινούσαν επιπλέον στόν εκπατρισμό τους στη μακρινή Σιβηρία, δπου τεράστιες εκτάσεις γόνιμες, αλλά ακαλλιέργητες, χρειάζονταν χοντρά μπράτσα…

Η δύναμη πρέπει  να μείνει στη θέληση του δικτάτορα. Ο Στάλιν σκέφτεται λοιπόν ταυτόχρονα την υποχρεωτική συνεργασία, τή μεταφορά των γαιών στη μητρόπολη και επίσης μαζικές εκτοπίσεις στη Σιβηρία για την εργασία στά παρθένα εδάφη.

Ετσι, μεταφυτεύτηκαν, παρά τή θέληση τους, εκατομμύρια άνθρωποι, αναγκασμένοι  να καλλιεργήσουν τις σιβηρικές εκτάσεις· και επίσης  να κατασκευάσουν έδώ δρόμους, διώρυγες, σιδηροδρομικές γραμμές και πόλεις την ίδια ώρα πού εκείνοι πού γλύτωσαν τή εκτόπιση, εξαναγκάζονταν  να διαμοιράσουν τά εδάφη τους και επίσης τά εδάφη εκείνων πού βίαια μεταφέρθηκαν στη Σιβηρία.

Αυτές οί κατά εκατομμύρια εκτοπίσεις φαίνονται έτσι σάν ή άμεση και σχεδόν απαραίτητη προυπόθεση της γενικοποιημένης κολλεκτιβοποίησης των εδαφών κάτω από το καθεστώς της «δικτατορίας του προλεταριάτου», δηλ. του μοναδικού Κόμματος, τέλος πάντων, του μοναδικού Στάλιν.

Πραγματικά, στη διάρκεια της κυριαρχίας αύτου έδώ, ό αριθμός των εκτοπισμένων ξεπερνά γενικά τά δέκα εκατομμύρια. «Μέσα στο εσωτερικό, ό κώδικας εργασίας ανασταίνει το Μεσαίωνα, επιβάλλοντας στους εξασθενημένους εργάτες την ποινή της φυλακής ή του αναμορφωτικού στρατοπέδου. Εκατομμύρια πλάσματα ψυχορραγούν στα καταναγκαστικά έργα, δπου πραγματοποιούν, μέ αντάλλαγμα φοβερών πόνων, τά μεγάλα έργα πού μ αυτά δοξάζεται το καθεστώς. (…) το ότι 72.000 εκτοπισμένοι πού προορίζονταν για την αρκτική ζώνη, για την κατασκευή της διώρυγας της Λευκής θαλασσας, μπόρεσαν  να δουν την ποινή τους  να ελαττώνεται, τήν ιδια μέρα, μέ διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1934- το ότι ένάμισυ εκατομμύριο κατάδικοι, σέ καταναγκαστικά έργα, πού δέν ήταν κατάδικοι του κοινου δικαίου, επωφελήθηκαν από μιά μεταβολή της ποινής στά 1937,  να τί επικυρώνει τις τραγικές εκτιμήσεις των εκτοπίσεων μεταξύ οχτώ και είκοσι εκατομμυρίων ανθρώπων ταυτόχρονα παρόντων στά στρατόπεδα εκτόπισης».

Οί παραπάνω γραμμές γράφτηκαν στά 1952, δηλαδή ένα χρόνο πρίν το θανατο του Στάλιν και τέσσερα χρόνια πρίν ό διάδοχος του Χρουστσώφ κάνει γνωστά τά εγκλήματα εκείνου επίσημα στόν κόσμο. Αλλά ότι ό κόσμος ήταν ενήμερος, από καιρό, αυτών των φρικαλεοτήτων, οί προηγούμενες γραμμές το αποδείχνουν. Μονάχα οί κομμουνιστές της Δύσης υποκρίνονταν πώς τις άγνοουσαν και ονειρεύονταν, μέ τον τρόπο ενός θεου, αυτόν πού ονόμαζαν «ό ιδιοφυής πατέρας των λαών». για μας, ήταν, πολύ πρίν το θανατο του, ένας από τούς τρεις χειρότερους κακούργους του XX αιώνα, μαζί μέ τον Χίτλερ και τον Φράνκο, υπεύθυνους, όπως αυτός, για τον θανατο έκατομυρίων ανθρώπων.

Οί αποκαλύψεις του Χρουστσώφ

Εχοντας ζήσει τρεις γεμάτους μήνες στη Μόσχα στά 1924, όταν πέθανε ό Λένιν, έχοντας επιστρέψει σ αύτη μέ ποικίλες ευκαιρίες από τότε και έχοντας διατρέξει τή χώρα από τή Βαλτική στη Μαύρη θαλασσα και από τή Ρίγα στήν κεντρική Ασία, δηλαδή δύο χιλιάδες χιλιόμετρα από το βορρά στο νότο και τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα από τή δύση στήν ανατολή, έχοντας κατορθώσει  να συνομιλήσω χωρίς διερμηνέα, σημείωσα, σ ένα από τά βιβλία μου για την ΕΣΣΔ, έκτος από τις μαζικές εκτοπίσεις, τις αναρίθμητες δολοφονίες πού διατάχτηκαν από τον Στάλιν: οί πιό παλιοί και οί πιό στενοί συνεργάτες του Λένιν τουφεκίστηκαν την εποχή της εξουσίας του, και, ανάμεσα σ αυτούς, μεταξύ 1937 και 1938 μονάχα, πέντε από τούς εφτά παλιούς προέδρους της κεντρικής εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΣΣΔ, εννιά από τούς δεκατρείς υπουργούς τότε σέ υπηρεσία στήν R.S.F. S.R, 23 από τά 68 αναπληρωματικά μέλη της κεντρικής Επιτροπής τού Κ.Κ., 43 από τά 53 μέλη των άλλων κεντρικών του οργανισμών, 80% των ξένων μελών της κομμουνιστικής Διεθνους πού είχαν καταφύγει ή διέμεναν στη Μόσχα, 53% των προέδρων και 85% των γραμματέων των κεντρικών επιτροπών των συνδικάτων, 70 από τά 80 μέλη του Συμβουλίου  Αμύνης, 53% των έν ενεργεία στραταρχών και των στρατηγών και 44% των διευθυντών επιχειρήσεων.

Αυτές οί τρομακτικές αποδείξεις στοίχισαν, σ αυτούς πού τις δημοσίευσαν, ενώ ζουσε ό «άνθρωπος-θεός», τις χειρότερες βρισιές και τις πιό απαίσιες απειλές. Γιατί οί Γάλλοι κομμουνιστές αρνήθηκαν σύσσωμοι όλα τά εγκλήματα του Στάλιν ώς τή στιγμή πού τά επιβεβαίωσε ό Χρουστσώφ, τρία χρόνια μετά το θανατο του σφαγέα, στά 1956. ΤΗταν, στά μάτια τους, μιά θανάσιμη αμαρτία ν αμφισβητήσουν, πρίν από αυτήν την ημερομηνία, τις αρετές του «ιδιοφυούς πατέρα των λαών»…

Ό Χρουστσώφ δημοσίευσε αυτό το φρικτό απολογισμό, πού ήδη έχει πολλές φορές ανακοινωθεί πρίν τις «αποκαλύψεις» του από παρατηρητές του ελεύθερου κόσμου. Λέγει ιδιαίτερα: «Μαζικές συλλήψεις και έκτοπίσεις(…), εκτελέσεις χωρίς δίκη και χωρίς ανάκριση δημιούργησαν συνθήκες ανασφάλειας,φόβου και ακόμα άπελπισίας(…)Ή επιτροπή δημιούρησε πολλά σχετικά γεγονότα στήν «κατασκευή» δικών ενάντια σ αυτούς τούς κομμουνιστές, μέ ψεύτικες κατηγορίες, κραυγαλέες καταχρήσεις ενάντια στη σοσιαλιστική νομιμότητα πού είχαν για συνέπεια το θανατο αθώων».

Πολυάριθμα παραδείγματα αναφέρθηκαν τότε από το διάδοχο του Στάλιν. Θυμίζει ιδιαίτερα «τριακόσιους ογδόντα έφτά καταλόγους πού είχαν αναρτηθεί στά 1938 και πού περιείχαν ονόματα χιλιάδων ανθρώπων», πού γι αυτούς ή δικαστική απόφαση είχε οριστεί από τον Στάλιν «πρίν αρχίσει ή δίκη τους και πού άπ αυτούς έφτά χιλιάδες εξακόσιοι εβδομήντα εννέα είχαν αποκατασταθεί από το 1954.

Πάντα σύμφωνα μέ τον Χρουστσώφ, ό Μπέρια, ό δεύτερος μετά τον Στάλιν, «είχε καθαρίσει δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους», πρίν καταδικαστεί ό ίδιος στήν ποινή του θανάτου την επομένη του θανάτου του Στάλιν.

Συνομιλίες στη Μόσχα

Αυτό τον ιδιο χρόνο, το 1956, ξαναβρέθηκα στη Μόσχα και στήν προσπάθεια  να δώ λίγο πιο καθαρά, ζήτησα από τον υπουργό Εσωτερικών της εποχής, τον Μ. Ντουντορώφ, μιά συνομιλία μέ την ιδιότητα μου του παλιου γάλλου συναδέλφου και κάνοντας του άλλωστε γνωστές, μέσα στο ίδιο αυτό αίτημα, τις ερωτήσεις πού λογάριαζα  να του θέσω. Μέ έκπληξη μου είδα τον Μ. Ντουντορώφ  να μέ δέχεται αμέσως: αισθανόταν ευτυχής  να γνωρίσει έναν από τούς παλιούς γάλλους συναδέλφους του και, επειδή είχε έλθει πρόσφατα σ αυτό το υπουργείο, μου ζήτησε  να παρευρίσκεται και ό πρώτος αντιπρόεδρος του, M.Petouchov. Δέχτηκα πρόθυμα και μιά μακριά συνομιλία ανάμεσα σέ τρεις άρχισε. Κάνοντας χρήση της φιλοξενίας μου, σημείωσα, μπροστά του, τις απαντήσεις του, πού συνοψίζω.

Ό υπουργός Εσωτερικών της ΕΣΣΔ αρνήθηκε την ύπαρξη στά 1956, των «στρατοπέδων συγκέντρωσης», αλλά δέχτηκε σ αυτή την ημερομηνία, την ύπαρξη των «στρατοπέδων επανεκπαίδευσης μέ την εργασία», μέ τροφίμους εγκληματίες του κοινου δικαίου και των «αναμορφωτικών ξυλουργείων», τεράστιων περιφραγμένων χώρων πού στο εσωτερικό τους οί τρόφιμοι ζουν και εργάζονται, χωρίς  να υποχρεώνονται  να βγουν από δώ μέ συνοδεία, όπως στά στρατόπεδα επανεκπαίδευσης μέ την εργασία.

Δέχτηκε επίσης την παρουσία, σ αυτά τά δύο είδη αναμόρφωσης, έκτος των καταδίκων του κοινου δικαίου, την παρουσία των πολιτικών εξόριστων πού είχαν φυλακιστεί χωρίς δίκη, αλλά μονάχα πρίν το 1953, δίνοντας τή βεβαίωση πώς δέν γίνονταν πιά τέτοιες εκτοπίσεις μετά το θανατο του Στάλιν. Δέν μπόρεσα  να πετύχω μιάν εξήγηση για τούς λόγους της διατήρησης σέ στρατόπεδα και σέ αποικίες πολιτικών καταδίκων, θυμάτων του Στάλιν. Δέν μπόρεσε ή δέν θέλησε  να μου αναφέρει ακριβείς πληροφορίες.

το Ίδιο, ό υπουργός Εσωτερικών της ΕΣΣΔ αναγνώρισε τις μαζικές εκτοπίσεις των διαφόρων εθνικών μειονοτήτων (Λετονών, Λιθουανών, Έσθονών, Τατάρων της Κριμαίας, Γερμανών του Βόλγα, Εβραίων), πού οδηγήθηκαν στη Σιβηρία, άλλα πάντοτε, από τούς προκατόχους του. Μέ βεβαίωσε πώς ανάλογες πράξεις δέν γίνονται πια υπό τή διοίκηση του. Αλλά δέν μπορούσε  να επιτρέψει στους εξόριστους της σταλινικής εποχής  να επιστρέψουν στον τόπο της καταγωγής τους…

Διαρκής παραβίαση των δικαιωμάτων του άνθρωπου

Στις 30 Ιουλίου 1975, οί απεσταλμένοι όλων των ευρωπαικών Κρατών, μέ την Αλβανία  να έχει αποκλειστεί, των  Ενωμένων Πολιτειών και του Καναδά, δηλαδή 34 συνολικώς Κρατών, συγκεντρώθηκαν στο Ελσίνκι για  να συζητήσουν για την ασφάλεια και τή συνεργασία στήν Ευρώπη. Ιδέες πού είχαμε ήδη συζητήσει έδώ και ένα τέταρτο αιώνα στά διάφορα συνέδρια για τον αφοπλισμό ανακαλέστηκαν.

Του συνεδρίου για την ασφάλεια και τή συνεργασία στήν Ευρώπη προηγήθηκε μιά δωδεκαετία προπαρασκευαστικών εργασιών. Συζήτησαν τούς σκοπούς της από το 1968 ώς το 1975 από διπλωματική όδό. Επειτα συγκάλεσαν προπαρασκευαστικά συνέδρια, ιδιαίτερα από το Νοέμβριο του 1972 ώς τον Ιανουάριο του 1973, πρίν συγκαλέσουν το Συνέδριο πού έγινε στο Ελσίνκι στο τέλος του 1972, έπειτα, μετά το τέλος των εργασιών των επιτροπών του,πάλι στο Ελσίνκι, την πρώτη Αυγούστου 1975.

Αποφεύγοντας τις αποφάσεις μέ τον πολεμικό ή διπλωματικό χαρακτήρα, θα επιμείνουμε σέ δυό άρχές πού εξετάστηκαν στο Ελσίνκι: το σεβασμό των Δικαιωμάτων του άνθρωπου και την ελεύθερη κυκλοφορία των ανθρώπων και των ιδεών μέσα σ όλες τις χώρες πού υπόγραψαν τή Συνθήκη.

Οταν οί 34 δυνάμεις πού υπόγραψαν, πού σ αυτές προστέθηκε μιά τριακοστή πέμπτη στη διάρκεια των εργασιών, το πριγκηπάτο του Μονακό, ξανασυναντηθούν, όπως αποφασίστηκε, τον προσεχή  Οκτώβριο 1977 στο Βελιγράδι, δηλαδή δύο χρόνια μετά τή συμφωνία, για  να μετρήσουν το δρόμο πού διάνυσαν, μπορουμε  να προβλέψουμε πώς οί δυό όροι πάνω στά Δικαιώματα του άνθρωπου και πάνω στήν ελεύθερη κυκλοφορία θα έχουν παραμείνει, αλίμονο! νεκρό γράμμα μέσα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

Πραγματικά, ή ΕΣΣΔ του 1977, όπως εκείνη των προηγουμένων δεκαετιών, είναι ένα από τά Κράτη του πλανήτη, όπου τά θεμελιακά δικαιώματα του άνθρωπου παραβιάζονται και παραμελούνται το πιό συχνά κάτω από τις πιό διαφορετικές μορφές. Είδαμε παραπάνω πολυάριθμα παραδείγματα τους.

Σχετικά μέ την ελεύθερη κυκλοφορία των Ιδεών και των ανθρώπων δέν υπάρχει στήν ΕΣΣΔ τίποτα περισσότερο άπ ό,τι υπήρχε στη Ρωσία των τσάρων. Κανείς, στήν ΕΣΣΔ, δέν έχει το δικαίωμα  να ταξιδέψει στο εσωτερικό της χώρας χωρίς διαβατήριο εσωτερικού, δηλαδή χωρίς  να έχει πάρει μιάν άδεια προηγουμένως, ούτε  να μεταφέρει την κατοικία του σ έναν άλλον τόπο χωρίς την άδεια των άρχων… Ας φανταστουμε σέμάς έναν κάτοικο του Μονπελιέ πού θα του αρνούνταν το δικαίωμα  να εγκατασταθεί στο Παρίσι… Τέτοια είναι όμως ή κατάσταση στήν ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα για τά εκατομμύρια των «ειλώτων» των εκτοπισμένων στη Σιβηρία, πού ό καθένας τους εύχεται  να επιστρέψει στον τόπο της καταγωγής του, δίπλα στήν οικογένεια του…

το ιδιο, ή άδεια της αποδημίας δέν δίνεται παρά σέ μιά πολύ μικρή αναλογία σχετικά μέ τις αιτήσεις και έναντι καταβολής ενός ποσού σημαντικού. Οί διπλωματούχοι ενός πανεπιστημίου, οί ερευνητές πού πήραν μέρος, από κοντά ή από μακριά, σέ μιά μελέτη πού άφορα την εθνική άμυνα ακόμα κι άν πρόκειται για μιά μεταβολή της σκευής των άλογων   αποκλείεται  να τούς επιτραπεί  να αφήσουν την ΕΣΣΔ, οί μέν γιατί οί γνώσεις τους είναι χρήσιμες στη χώρα, οί δέ γιατί θα μπορούσαν  να μεταφέρουν στο εξωτερικό ένα μυστικό πού άφορα την εθνική άμυνα. Έτσι αυτές οί άδειες δέν δίνονται πρακτικά παρά σέ μιά μειοψηφία, μετά από χρόνια αναμονής και έναντι καταβολής ενός δικαιώματος πολύ ψηλού. Εκατοντάδες χιλιάδες, Ίσως εκατομμύρια Ρώσων Εβραίων, επιθυμούν  να φύγουν από τή σοβιετική κόλαση, είτε για  να επιστρέψουν στο Κράτος του  Ισραήλ, είτε για  να συναντήσουν συγγενείς τους στο εξωτερικό. Διακινδυνεύουν μιά μακριά αναμονή, ενοχλήσεις, την απώλεια της εργασίας τους, συχνά τή φυλάκιση. Γιατί είναι έγκλημα  να θέλουν  να εγκαταλείψουν το σοβιετικό παράδεισο!

Ανάλογα ήθη συνυπάρχουν μ έναν υλικό πολιτισμό από τούς πιο αναπτυγμένους…

Οί ψυχιατρικές κλινικές

Πρέπει, στο τέλος μιας τέτοιας απαρίθμησης φρικαλεοτήτων,  να μνημονεύσουμε τις ψυχιατρικές κλινικές, πού συμβολίζουν τις πιο τρομερές από όλες: τή μεταχείριση άντρων και γυναικών υγιών πνευματικά μέ μέσα πού καταστρέφουν σιγά σιγά τον εγκεφαλικό τους μηχανισμό και κινδυνεύουν σταδιακά  να τούς κάνουν πραγματικά τρελούς.

Αναμφίβολα ό συλλογισμός των ιθυνόντων κομμουνιστών είναι ό παρακάτω: «το καθεστώς μας, ό καθένας το γνωρίζει, είναι το πιό ανθρώπινο, το πιό πολιτισμένο, το πιό προχωρημένο του κόσμου. Πρέπει  να είναι τρελός κανείς για  να το αρνηθεί. Λοιπόν όποιος αμφισβητεί την τελειότητα του καθεστώτος μας είναι τρελός και πρέπει  να θεραπευτεί ως τέτοιος σέ μιά ψυχιατρική κλινική…»

Μ αυτό τον τρόπο μερικά από τά πιό ευγενή πνεύματα της σύγχρονης Ρωσίας, οί πιό σπουδαίοι επιστήμονες της, μαθηματικοί και φυσικοί διεθνους επιπέδου, ένας λαμπρός στρατηγός, πλήρωσαν και πληρώνουν ακόμα μέ μακριά διαμονή μέσα στά άσυλα των παραφρόνων και μέ τρομερές μεταχειρίσεις για την υγεία τους το έγκλημα  να μήν είναι κομμουνιστές,  να το έχουν πει ή  να το έχουν γράψει,  να έχουν δημοσιεύσει άρθρα ή αποσπάσματα από βιβλία στο εξωτερικό, είτε στήν πατρίδα τους, στήν τολμηρή παράνομη έκδοση «Σαμιζντάτ» λέξη πού μπορούμε  να μεταφράσουμε μέ τή λέξη «αύτοέκδοση». Ή ιδια μεταχείριση επιφυλάσσεται μέ άλλους μή-άφοσιωμένους, ένοχους πού έχουν εκφράσει ακόμα και μέ τή σιωπή τους, την αντίθεση τους στο καθεστώς.

Πρέπει  να το επαναλάβουμε: οί σοβιετικές αρχές δέν επιθυμούν  να αποκαλύπτονται στο ξένο κοινό αυτά τά τρομερά έλατττώματα. Ετσι συμβαίνει, όταν οί πιό μεγάλοι μαθηματικοί ή φυσικοί του ελεύθερου κόσμου υπογράψουν μιά διαμαρτυρία ή προκαλέσουν μιά κίνηση για έναν από τούς σοβιετικούς συναδέλφους τους πού είναι παγκόσμια γνωστός και βασανίζεται σέ ψυχιατρική κλινική, το θύμα αυτής της μεταχείρισης αν δέν είναι ήδη εγκεφαλικά πολύ άσχημα  να ελευθερώνεται ταυτόχρονα από την ψυχιατρική φυλακή και ν απομακρύνεται από τή Ρωσία, δηλαδή  να του επιτρέπεται  να ζήσει στο εξωτερικό.

Αλλά αυτές οί ενέργειες μπροστά στήν παγκόσμια γνώμη συνοδεύονται συχνά από άλλες καταδιώξεις: επιτρέπουν, για παράδειγμα, τον άντρα  να μεταναστεύει αλλά κατακρατούν τή γυναίκα και τά παιδιά · συντρίβουν έτσι την οικογένεια και στερούν τά παιδιά από έναν πατέρα σ αντάλλαγμα της ελευθερίας ενός άνθρωπου πολύ γνωστου έξω από τή Ρωσία, για  να μπορουν  να δολοφονούν ακίνδυνα, σταδιακά σ ένα σοβιετικό κάτεργο…Οταν, αντίθετα, πρόκειται όχι για άδεια, αλλά για υποχρέωση αναχώρησης  πού είναι μιά διαδικασία πού δέν την συναντουμε πουθενά άλλου ή εκδίωξη ενός σοβιετικού πολίτη συνοδεύεται μέ την εκδίωξη της οικογένειας του. Μ’αυτό τον τρόπο ξεφόρτωσαν πρόσφατα στη Δυτική Ευρώπη μερικούς από τούς πιο μεγάλους Ρώσους συγγραφείς.

Πρώτα συμπεράσματα

Αυτό το καθεστώς επικρατεί σαι μια χώρα με περισσότερες από 200 εκατομμύρια ψυχές και απλώνεται σέ μιά δωδεκάδα άλλες, στο σύνολο τέσσερις φορές πιο κατοικημένες από αυτή…

Θα πουν πώς υπερβάλλω, πώς το άντικομμουνιστικό μου πάθος παραμορφώνει την όραση μου και το μυαλό μου… Αναφέρουν την έκπληξη αυτών πού συμμετέχουν σέ τουριστικές περιηγήσεις, θαυμάσια οργανωμένες, πρέπει  να το αναγνωρίσουμε. Διερμηνείς και οδηγοί εξαρτώνται από την αστυνομία και οί περίπλοι μέσα στη Ρωσία οργανώνονται μέ τρόπο πού  να μήν δείχνουν πάρα αυτό πού είναι φανερά ωραίο και ικανοποιητικό. Ποτέ ένας εκδρομέας πού συμμετέχει σ ένα ταξίδι δέν θα μπορέσει ν ανταλλάξει ελεύθερα ιδέες μ’ ένα Σοβιετικό. Γιατί για τέτοιες εκμυστηρεύσεις πρέπει  να μήν βρεθεί:

  •  ούτε σ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου από τον κίνδυνο των μικροφώνων στους τοίχους και ιδιαίτερα από το φόβο  να διαθέτει τέτοια ό συνομιλητής του
  •  ούτε σ έναν τηλεφωνικό θαλαμο πού ή συσκευή του ακόμα και σέ θέση ανάπαυσης μπορεί  να διαθέτει μικρόφωνα και  να καταγράφει αυτά πού λέγονται σέ ακτίνα πέντε ώς έφτά μέτρων γύρω του·
  •  ουτε μέ την παρουσία ενός δεύτερου Ρώσου πού ό πρώτος θα φοβηθεί μιά καταγγελία του και αντίστροφα
  •  ουτε σ’ ένα δημόσιο χώρο όπου ένας Ρώσος μπορεί  να γίνει ύποπτος και μόνο από το γεγονός ότι τον είδαν μ ένα ξένο.

Είναι δύσκολο για έναν τουρίστα πού αφιερώνει τρεις ή τέσσερις μέρες στη Μόσχα και άλλες τόσες στο Λένινγκραντ  να εκπληρώσει αυτές τις τέσσερις προυποθέσεις.

ΙΙ.ΣΧΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΩΓΜΕΣ

Στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της επανάστασης του 1917, το κομμουνιστικό μπλοκ είναι ενωμένο, ομοιογενές και πειθαρχημένο στις διαταγές της Μόσχας. Κάθε εθνικό κόμμα σχηματίζει μιά πυραμίδα πού την κυριαρχεί μιά πανίσχυρη κεντρική Επιτροπή, τυφλά υποταγμένη στο μπολσεβίκικο Κ.Κ., όπως το απαιτεί μιά από τις συνθήκες ενότητας πού έθεσε στά 1920 ή κομμουνιστική Διεθνής. Αλλά αυτή ή.τεράστια πυραμίδα, πού ή βάση της απλώνεται από το Βερολίνο στο Πεκίνο κι από τον Πόλο στη Μαύρη θαλασσα, ραγίζεται γρήγορα. Τά ραγίσματα πολλαπλασιάζονται όταν, από το 1945, το κομμουνιστικό μπλοκ απλώνεται πρός τή Δυτική Ευρώπη και τή Νοτιοανατολική Ασία.

Αναμφισβήτητα για  να ευχαριστήσει τον Τσώρτσιλ και  να υλοποιήσει την πολεμική της προσπάθεια, ή Μόσχα καταργεί στά 1943 την κομμουνιστική Διεθνή (Κομιντέρν). Αλλά οί ιθύνοντες κομμουνιστές την έπανασυστήνουν στο Βελιγράδι στά 1947, κάτω από το όνομα της Κομινφόρμ (Γραφείο Πληροφοριών των Κ.Κ.) Τά επεισόδια πολλαπλασιάζονται μόλις κερδίζεται ή νίκη, και πρώτα στη Γιουγκοσλαβία.

Γιουγκοσλαβική εξέλιξη

Σε μια συνέντευξη, περισσότερο από δύο ώρες, πού μου παραχωρεί στο παλάτι του στο Σλίτ, στις 5 Σεπτεμβρίου 1952, ό Τίτο αποκρίνεται μ αυτά τα λόγια στην ερώτηση μου τη σχετική για τη ρήξη του με τη Μόσχα: «Αισθανόμουν την αδυναμία ν ακολουθήσω τι ρωσική οδό προς τον σοσιαλισμό πολύ πριν το 1948 (…) Πήρα ελάχιστα μέρος στην επανάσταση του 1917. Γνώριζα τις συνθήκες πού επικρατούσαν στη Ρωσία πριν την επανάσταση και μου έξηγουσαν πολλά πράγματα για την τρομερά καθυστερημένη κατάσταση της χώρας. Ήταν ένας λαός γεωργών πού έπρεπε να περάσει από ένα ήμιφεουδαρχικό καθεστώς στα πιο σύγχρονα συστήματα (…)

Από το 1934, ήθελα να εγκαταλείψω τη θέση μου στην Κομιντέρν πού όλες οι κατευθυντήριες μέθοδοι της ασκούσαν πάνω μιαν αρνητική επίδραση (…) Επίσης, πριν ακόμα από τον πόλεμο, είχα μια δυσμενή γνώμη για τις μεθόδους πού εφαρμόζονταν στην ΕΣΣΔ (…) Οί Ρώσοι παρέμεναν σέ τρομερή άγνοια για όλα αυτά πού γίνονταν στους άλλους λαούς. Τούς δίδασκαν πώς όλα αυτά πού βρίσκονταν πέρα από τά σύνορα δέν άξιζαν τίποτα(…)Ενώ συνεχιζόταν ό πόλεμος, δημιουργήθηκαν συγκρούσεις. Κάναμε αυτό τον αγώνα ενάντια στη θέληση της και χωρίς τή βοήθεια της (…) Ή σημερινή διαμάχη έχει βαθιές αιτίες, όπως είναι ή διαφορά σέ βασικές απόψεις σχετικές μέ την εξέλιξη τόσο τή θεωρητική όσο και πρακτική της κοινωνίας. Δέν θεωρουμε το μαρξισμό σάν ένα δόγμα πού αποτελεί ένα υποχρεωτικό σχήμα, αλλά περισσότερο σάν ένα μέσο προσανατολιστικό της εργασίας μας».

 Η θεωρία του Τίτο μέ το ν απωθήσει τή σοβιετική κυριαρχία και τή δουλική απομίμηση του καθεστώτος της Μόσχας, αποτελεί την πρώτη ήττα του σταλινικου μπολσεβικισμου.

Ή ρήξη είναι ολοκληρωτική για έφτά χρόνια (1948-1955) και ή Γιουγκοσλαβία γίνεται ακόμα ένα «Αδέσμευτο Κράτος». Μετά ό Χρουστσώφ, μέ το  να καταγγείλει στά 1956 τά σφάλματα και τά εγκλήματα του Στάλιν, πού έχει πεθανει έδώ και τρία χρόνια, συμφιλιώνεται μέ τον Τίτο πού, άφου έδειξε συμπάθεια για την ουγγρική επανάσταση του ίδιου χρόνου, απομακρύνεται από το φόβο μήν τυχόν μολυνθεί ό Ίδιος. Δέχεται τον Χρουστσώφ το χρόνο αυτό-ξαναρχίζουν κανονικές σχέσεις. Αλλά ό Τίτο δέν πηγαίνει στη Μόσχα παρά το 1971, για πρώτη φορά μετά το 1941. Ή Γιουγκοσλαβία ακολουθεί την πορεία της προς την αποκεντρωτική αυτοδιοίκηση, πολύ μακριά από τή συγκεντρωτική ρωσική γραφειοκρατία, αλλά ανανεώνει μέ τή Μόσχα τούς εγκάρδια δύσπιστους δεσμούς πού είχαν σπάσει το 1948.

Στήν Κίνα

Ό κινέζικος κομμουνισμός πού γεννήθηκε γύρω στά 1920, στο νότο της απέραντης αυτοκρατορίας αποδίδεται μέ τή «Μακριά Πορεία» των 10.000 και πλέον χιλιομέτρων από το νότο στο βορρά της χώρας, όπου εγκαθίσταται στο τέλος των δέκα χρόνων, στά 1944. Δοκιμάζει ακόμα πέντε χρόνια εμφυλίου πολέμου ενάντια στον Τσάνγκ ΚάιΣέκ, πρίν τον υποχρεώσει ν αδειάσει όλη την ηπειρωτική γή και  να καταφύγει, στά 1949, στο νησί της Φορμόζας.

Ή ανώμαλη εξέλιξη του κινέζικου καθεστώτος από τότε σημαδεύεται από επαναστατικές μεταμορφώσεις πού αναλυτικότερα είναι οί παρακάτω: «εκατό άνθη», από το 1949 ώς το 1958 · μετά «μεγάλο πήδημα μπροστά», από το 1958 ώς το 1959· «μορφωτική επανάσταση», από το 1960 ώς το 1968, τέλος, σήμερα, μάχη πού συνεχίζεται για τή διαδοχή του Μάο.

Μέσα στο σύνολο, αυτές οί εθνικές επαναστάσεις μεγαλώνουν την κοινοτική αυτονομία, ευνοούν τή δημιουργία εφήμερων επαναστατικών επιτροπών, συνεταιρισμών «φτωχών αγροτών και κατώτερων υπαλλήλων», ομάδων εργασίας, ερυθρών φρουρών και άλικων φρουρών, «ανυπότακτων επαναστατών» και διάφορων ομάδων δυναμιτιστών πού είναι δύσκολο  να παρακολουθήσουμε τή δράση τους.

Αρχηγός σεβαστός της κίνησης, έπειτα της χώρας, από το 1928 ώς τον πρόσφατο θανατο του, σχεδόν μισό αίώνα, ό Μάο ΤσέΤούνγκ πού συνδέθηκε μέ τον Στάλιν στο τέλος του πολέμου του μέ τον Τσάνγκ. Εχει πραγματικά μεγάλη ανάγκη του ευρωπαίου γείτονα του για  να δημιουργήσει ή ν αποκαταστήσει τή βιομηχανία του. Είναι άλλωστε ή εποχή πού αυτός έρχεται σέ ρήξη μέ τούς συμμάχους του στον πόλεμο και μάχεται,στά 1947, μέ μιά εξαιρετική ρώμη το σχέδιο Μάρσαλ, πού σ αυτό θέλει  να επισημάνει όχι γενναιόδωρη και άφιλοκερδή βοήθεια στήν κατεστραμμένη Ευρώπη, αλλά μιά απειλή για την ΕΣΣΔ.

Οί επαφές των δύο άντρων συμβάλλουν στο  να μήν συνεννοηθουν. Ό Μάο κρίνει τον Στάλιν σάν «ένα λανθανοντα άναθεωρητή» και αυτός βλέπει στον κινέζο έναν «επικίνδυνο τυχοδιώκτη».

Ενα επεισόδιο επιδεινώνει τή φιλονεικία: ή Κίνα και ή Ινδία συμμετέχουν στά 1955 στο συνέδριο του Bandoeng των αποικιακών λαών, πού σ αυτό ή ΕΣΣΔ δέν έχει προσκληθεί. Αυτό το συνέδριο σημαδεύει, για μας, ένα σταθμό της παγκόσμιας εξέλιξης τόσο σημαντικό όσο οί επαναστάσεις του 1789 και του 1917, γιατί σημαίνει το βραχυπρόθεσμο θανατο όλων των αποικιακών αυτοκρατοριών, μ* όλες τις πολιτικές και οικονομικές ανατροπές πού πηγάζουν από δώ. Απέναντι στο σοβιετικό «κύριο» του, ό Μάο βλέπει τή θέση του ενισχυμένη από τή συμμετοχή του σ αυτό το συνέδριο, γιατί κάνει τον ίδιο «Μεγάλο» πού μπορεί  να μιλήσει στο όνομα ενός δισεκατομμυρίου και πλέον, παριών του κόσμου πού ζουν ακόμα κάτω από την ξένη δεσποτεία.

Μέ μιά συμφωνία του 1953, σοβιετικοί επιστήμονες βοηθούν τούς κινέζους συναδέλφους τους  να κυριαρχήσουν τή δύναμη την κλεισμένη στά άτομα.  Αλά στά 1959, ή κατάσταση εντείνεται ανάμεσα στο Πεκίνο και τή Μόσχα πού ανακαλεί όλους τούς επιστήμονες και τούς τεχνικούς της από την Κίνα. Αυτή ή απροσδόκητη έξοδος δέν εμποδίζει πέντε χρόνια αργότερα, τούς Κινέζους  να πραγματοποιήσουν την πρώτη τους ατομική έκρηξη, στά 1964, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά τή δική μας, ουτε ακόμα  να πραγματοποιήσουν μιάν άλλη, θερμοπυρηνική αυτή τή φορά, στις 17 Ιουνίου 1967, ενώ αγωνίζονται  να πετύχουν ένα γρήγορο πέρασμα από την ατομική στη θερμοπυρηνική εποχή. Πραγματοποίησαν, από τότε, ολομόναχοι, διηπειρωτικές εκτοξεύσεις πού είχαν ώς βάση την έρημο του κινέζικου Τουρκεστάν και κατευθύνονταν στόν Ειρηνικό Ωκεανό. Αυτές οί επιτυχίες άνησυχουν πολύ τούς Σοβιετικούς, πού ή εξωτερική τους πολιτική φαίνεται, άν πιστέψουμε τις συνομιλίες μέ τον υπουργό Γκρομύκο,  να ρυθμιζόταν από δυό διαδοχικούς φόβους: πρώτα εκείνον του γερμανικού έπανεξοπλισμου, μετά εκείνον των κινέζικων μηχανημάτων. «Οταν σκεφτούμε, μου έλεγε γύρω στά 1950, πώς σύμμαχοι των Αμερικανών, πού μάς παρέδιδαν δλα αυτά πού μπορούσαν από τον Παγωμένο Ωκεανό και το Ιράν, δέν κατορθώσαμε  να σταματήσουμε τις χιτλερικές ορδές παρά στόν Καύκασο, τί θα γινόταν σήμερα πού οί Αμερικανοί είναι σύμμαχοι των Γερμανών και τούς έπανεξοπλίζουν;»

Μετά, στά 1964, μου έλεγε ακόμα στόν Ο.Η.Ε: « Η κινέζικη βόμβα είναι τρομερή. Μπορουν από δώ και μπρος  να μάς προκαλέσουν εκατό εκατομμύρια νεκρούς. Κι έμεις επίσης μπορουμε  να τούς προκαλέσουμε ανάλογες απώλειες. Αλλά αυτοί θα άντεχαν σ αυτές μέ τον υπερπληθυσμό τους και τή δημογραφική τους αύξηση. Έμεις όχι».

Αυτές οί δύο απόψεις εξηγούν τις διακυμάνσεις της εξωτερικής σοβιετικής πολιτικής απέναντι στήν Ευρώπη και τά  Ενωμένα Έθνη· αλλά δέν είναι έδώ ό χώρος  να την αναπτύξουμε.

Ας επιστρέψουμε στήν Κίνα.  Η επιδεξιότητα των ιθυνόντων της φάνηκε αρχικά στήν αντιγραφή του σοβιετικου προτύπου οργάνωσης, όταν όλα δημιουργούνταν σ αυτήν, μετά στήν αποδέσμευση άπ αυτό μέ το  να σεβαστεί τις χωριάτικες συνήθειες,  να μήν κολλεκτιβοποιήσει τή γεωργία παρά μέ μιά ακραία φρόνηση, μέ το ν αποκεντρώσει ευρέως τή βιομηχανία και τον προγραμματισμό. Αλλά διέπραξαν επίσης σοβαρά σφάλματα, ιδιαίτερα μέ το  να θέσουν, στη διάρκεια του «μεγάλου βήματος μπροστά», άλυτα προβλήματα, προκαλώντας τις κινήσεις πού έφεραν τις οπισθοδρομήσεις της μορφωτικής επανάστασης.

Άν προσθέσουμε σ αυτό το συνοπτικό πίνακα πώς στήν Ευρώπη, ή Αλβανία είναι ή μόνη πού προσαρτήθηκε στις κινέζικες θέσεις, ενώ στήν Ασία, ή Μογγολία, ή Κορέα και το Βιετνάμ στηρίζουν το Μάο ενάντια στόν Χρουστσώφ και τούς διαδόχους του, μπορούμε  να συμπεράνουμε πώς τά δύο τρίτα σήμερα των κομμουνιστών του κόσμου δείχνουν  να έχουν στρέψει τά νώτα πρός τή Μόσχα για  να ακολουθηθούν τις εντολές του Πεκίνου. Αυτό πρέπει ν αποτελεί μιά σοβαρή έγνοια και μιά διαρκή έγνοια των σοβιετικών ιθυνόντων.

Επαναστάσεις στήν Ουγγαρία και την Πολωνία

Ακόμα και στις χώρες πού έμειναν πιστές στη Μόσχα δημιουργήθηκαν ρωγμές.

Μιά επανάσταση ξέσπασε στήν Ουγγαρία στις 24 Όκτωβρίου 1956, άν όχι μέ την υποστήριξη, τουλάχιστον μέ την ευμενή ουδετερότητα του πρωθυπουργου Imre Nagy. Πνίγηκε στο αιμα από το σοβιετικό στρατό πού ήρθε στήν Ουγγαρία το Νοέμβριο. Υπήρξαν πολυάριθμοι νεκροί κι ό ίδιος ό Imre Nagy συνελήφθη, δικάστηκε, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε καθώς και πολλοί άλλοι Ούγγροι.

Στήν Πολωνία, ό Gomulka, Ιθύνων σχετικά μετριοπαθής του Κόμματος και της κυβέρνησης, εξασθένησε από εκδηλώσεις ενάντια στήν άνοδο των τιμών. Τις έπνιξε στο αιμα ό στρατός.  Υπήρξαν πολυάριθμοι νεκροί στο Stettin, Gdynia και Dantzig. Ή διασάλευση της τάξης επιμένει όμως και ό Gomulka υποχρεώνεται  να παραχωρήσει τή θέση του στόνυίεrek, πού προσπαθεί  να βάλει τέλος σέ καινούργιες ταραχές στά λιμάνια, τον Ιανουάριο του 1971. το πέτυχε. Αλλά ή διασάλευση ξαναδημιουργείται, πάντοτε μέ αιματηρά επεισόδια, στη Lodz.

Αν και ό Gierek συμφιλιώθηκε μέ την καθολική Εκκλησία, πιό ισχυρή στήν Πολωνία άπ ότι σ οποιοδήποτε άλλο κομμουνιστικό Κράτος, ή κατάσταση δέν φάνηκε  να γαληνεύει: οί παραχωρήσεις του Gierek στήν Εκκλησία, το Μάρτιο του 1971, δέν τερμάτισαν μιά λανθανουσα αναταραχή πού εξακολούθησε ώς το τέλος του 1976. Δέν φαίνεται  να την προκάλεσαν ιδεολογικές διαφορές, αλλά περισσότερο ή έλλειψη τροφίμων, μιά αυστηρή διανομή τους, ή άνοδος των τιμών κλπ. Αυτά τά γεγονότα δέν προκάλεσαν την προσοχή του κομμουνιστικού τύπου της Δύσης, αλλά φαίνεται  να σημάδεψαν αρκετά βαθιά τή χώρα.

Ή τσέχικη τραγωδία

 Η Τσεχοσλοβακία είναι, μαζί μέ την Ανατολική Γερμανία, ένα από τά δυο κομμουνιστικά κράτη πού έφτασαν πρίν την επανάσταση, σ’ ένα βαθμό εκβιομηχάνισης πού συγκρίνεται μέ κείνο των δυτικών δυνάμεων. Εχει επιπλέον, όπως ή Γαλλία, μιά παλιά παράδοση αγώνων για την ελευθερία, πού φτάνει σ αυτή ώς τον Jan Hus, στον 14ο αιώνα. Προδόθηκε από όλους τούς γείτονες της: από τους Δυτικούς πρώτα, πού δέχτηκαν τον ακρωτηριασμό της, έπειτα την προσάρτηση της στον Χίτλερ, παρά τις εγγυήσεις πού είχαν δοθεί άπ αυτούς· άπ τούς Σοβιετικούς έπειτα, πού ελευθέρωσαν το έδαφος της στά 1944, αλλά επανδρώνοντας μέ μπολσεβίκους την κυβέρνηση της, στά 1948.

Ή Τσεχοσλοβακία, πού την κατέλαβε αρχικά ό κόκκινος στρατός, μπολσεβικοποιήθηκε στά 1948 μέ μέσα ειρηνικά πού κάθε Γάλλος θα έπρεπε  να γνωρίζει και  να μελετήσει: απορρέουν από την κατοχή, μέσα σέ μιά κυβέρνηση συμμαχίας, υπουργείων απαραίτητων για  να πραγματοποιηθεί ένα πραξικόπημα μέ τους μικρότερους κινδύνους: Εσωτερικών, Εθνικής Άμυνας, Πληροφοριών, δηλαδή αστυνομία, στρατό και τύπο.

Εζησε από τή μπολσεβικοποίησή της σέ κατάσταση κρυφής κρίσης. Κατάληξε  να επαναστατήσει, μετά εικοσι χρόνια κομμουνιστικού καθεστώτος, στά 1968, στη διάρκεια αύτου πού ονομάστηκε ή «άνοιξη της Πράγας». Ό σοβιετικός στρατός και εθελοντές ορισμένων συμμάχων της ΕΣΣΔ πλημμύρισαν αμέσως τή χώρα και κατέλαβαν πλήρως τις πόλεις της. Είναι πάντα στρατοπεδευμένοι έδώ, όχτώ χρόνια αργότερα. Άρκει άλλωστε  να κοιτάξουμε ένα χάρτη για  να καταλάβουμε το ρόλο του «γήινου αεροπλανοφόρου» πού παίζει αυτή ή χώρα. Κλεισμένη μέσα στο δυτικό κόσμο (πού είχε εγγυηθεί τά σύνορα της και την εγκατέλειψε άτιμα), πρόσφερε στους συμμάχους της εδάφη για αεροπορικές βάσεις άπ όπου μπορούσαν, σέ μιά ακτίνα 1.500 χιλιομέτρων,  να βομβαρδίσουν όλη την Πολωνία, τή Ρουμανία, τή Γιουγκοσλαβία και τή Ρωσία ως το Λένινγκραντ, τή Μόσχα, την Κριμαία και τον Καύκασο. Μέ το  να τά έχουν καταλάβει οί σοβιετικές δυνάμεις, αυτά τά ίδια αεροδρόμια επιτρέπουν, μέσα στήν ίδια ακτίνα,  να καταστρέψουν τή Μεγάλη Βρετανία ως τή ναυτική της βάση Scapa Flow, τή Νορβηγία ως το Namsos, το σύνολο της Δανίας, της Δυτικής Γερμανίας, της Benelux και της Γαλλίας ώς το Bayonne και το Port-Vendres, της Ιταλίας μαζί μέ τή Σικελία και τή Σαρδηνία. Είναι λοιπόν ένα πλεονέκτημα ή χώρα αυτή μέγιστης σημασίας. Την είχα ήδη κρίνει έτσι το βράδυ της συνθήκης του Νταλαντιέ στο Μόναχο, όταν, ενώ είχα πειστεί πώς αυτή έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο, πήγα, μέ το γεωγραφικό χάρτη στο χέρι,  να εκθέσω την κατάσταση στους έκπληκτους εκλογείς μου, πρίν περάσω σέ μιά περίοδο εφεδρείας στο ναυτικό και προετοιμαστώ για τον πόλεμο, άν και απαλλαγμένος από κάθε στρατιωτική υποχρέωση εξαιτίας της ηλικίας μου.

Άλλα κομμουνιστικά κράτη της Ευρώπης

Ή Ανατολική Γερμανία, πού σοβιετοποιήθηκε στη διάρκεια της καταστροφής του χιτλερισμού, δοκίμασε δύο σοβαρούς κλονισμούς στά 1953, αρχικά όταν ή ολοκληρωτική κολλεκτιβοποίηση των εδαφών εξαγρίωσε τούς αγρότες, μετά όταν ή αύξηση των καταναγκαστικών εργασιών, χωρίς αύξηση των μισθών, επαναστάτησε τούς εργάτες. Μιά γενική απεργία υποχρέωσε,στις 17 Ιουνίου 1953, την κυβέρνηση του Πανκώφ  να υποχωρήσει.  Η χώρα παραμένει ισχυρά κατηλειμμένη από τις δυνάμεις του σοβιετικου μπλοκ, άφου σχηματίζει την πρώτη γραμμή άμυνας της Ανατολής μέσα στήν υπόθεση μιας ευρωπαικής σύγκρουσης.

Στά Βαλκάνια, έκτος της Γιουγκοσλαβίας, δύο άλλα Κράτη έδειξαν μιά θέληση ανεξαρτησίας απέναντι στη Μόσχα: Ή Αλβανία, από την άρχή της διπολικότητας του κομμουνιστικού κόσμου πήρε θέση στο πλευρό του Πεκίνου και δέν εχει πιά ούτε πολιτικούς ούτε οικονομικούς δεσμούς μέ τή Μόσχα.

 Ακόμη, το ρουμανικό Κ.Κ. πού διευθύνει ό Τσαουσέσκου, εφαρμόζει μιά εξωτερική πολιτική αρκετά ανεξάρτητη και ελπίζει.

Στη διάρκεια του πολέμου των Εξι Ήμερων, στά 1956, δταν ή Μόσχα διακόπτει τις διπλωματικές σχέσεις μέ το Κράτος του Ισραήλ, όχι μονάχα δέν ακολουθεί τον Χρουστσώφ ό Τσαουσέσκου, αλλά στέλνει τον υπουργό του του Εξωτερικου Εμπορίου στήν Ιερουσαλήμ, για  να διαπραγματευθεί μιάν εμπορική συμφωνία κι αυτός ό υπουργός φέρνει, σά συμβολικό δώρο, ίερά εβραικά Βιβλία πού είχαν γλυτώσει από τον εμπρησμό πού οί ναζί είχαν βάλει στις ρουμάνικες συναγωγές. Στη διάρκεια δυο μεταγενέστερων αυτού του πολέμου συνομιλιών, ό ρουμάνος ιθύνων μέ διαβεβαίωσε μέ πολύ καθαρά λόγια τή θέληση του απόλυτης ανεξαρτησίας απέναντι στη Μόσχα στήν περιοχή της εξωτερικής πολιτικής και την επιθυμία του  να βελτιώσει τις σχέσεις της Ρουμανίας μέ τή Δύση. Μπόρεσα  να διαπιστώσω την ολοφάνερη δημοτικότητα του όχι μονάχα στις επίσημες τελετές, όπως ή παρέλαση της 1ης Μαιου στο Βουκουρέστι, όταν αστυνομικοί μέ πολιτικά τον χώριζαν αναμφισβήτητα από διαδηλωτές πού παρέλαυναν μπροστά του, αλλά επίσης σέ μιά περιοδεία σέ επαρχιακά εργοστάσια πού έγινε ανεπίσημα και πού ενώ ζητουσε αυτοσχέδιες κρίσεις, μπόρεσα  να ελέγξω την υποδοχή πού, καθώς τον αναγνώριζαν, του γινόταν.

Τελικά, πρέπει  να σημειώσουμε πώς ό σημερινός κομμουνιστικός κόσμος επικρατεί στο περισσότερο του τρίτου και ακόμα στο μισό της ζωντανής ανθρωπότητας, αλλά πώς είναι δικέφαλος, μέ την Αλβανία και τά σοβιετοποιημένα ασιατικά Κράτη  να είναι στραμμένα προς το Πεκίνο, εκείνα της Ευρώπης και της Κούβας προς τή Μόσχα. Σχετικά μέ τον αφρικανικό και αραβικό κομμουνισμό, πρέπει  να περιμένουμε, για  να κρίνουμε τις αρχές του,  να τον γνωρίσουμε διαφορετικά κι όχι από τις συχνά παράξενες διακηρύξεις των δικτατόρων μικρής πνοής.

Ό κομμουνισμός μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο

Στά περισσότερα κράτη του κόσμου πού ονομάζεται καπιταλιστικός, τά κομμουνιστικά κόμματα είναι πρακτικά ανύπαρκτα. Είναι ή περίπτωση των Ενωμένων Πολιτειών, του Καναδά, της Μεγάλης Βρετανίας, της Δυτικής Γερμανίας, της Benelux, της Ελβετίας, της Αυστρίας και των πέντε σκανδιναβικών Κρατών. Μπορούμε  να τον χαρακτηρίσουμε επίσης πώς δέν αντιπροσωπεύει ένα δυναμικό στοιχείο μέσα στις πολυάριθμες χώρες πού είναι σήμερα υποταγμένες, στήν κεντρική Αμερική, στη Νότιο Αμερική, στήν Αφρική, στον αραβικό κόσμο και τις Ινδίες, σέ συχνά αιματηρές δικτατορίες, αλλά πού ασκούνται υπέρ ενός άνθρωπου, όχι για ιδέες, και πού συγγενεύουν περισσότερο εξαιτίας αύτου του γεγονότος μέ το φασισμό παρά μέ τον κομμουνισμό.

Στήν Ευρώπη, τά κομμουνιστικά κόμματα δέν αντιπροσωπεύουν μιά δύναμη παρά στη Γαλλία και σ ορισμένες χώρες της περιοχής της Μεσογείου, όπως ή Ιταλία, ή Ισπανία μέ προέκταση προς τον Ατλαντικό την Πορτογαλία και ή  Ελλάδα.

Εξελίξεις του γαλλικού Κ.Κ.

Αυτά τά τελευταία κόμματα, και ιδιαίτερα το ιταλικό, εξελίχθηκαν τά τελευταία χρόνια περίπου όπως το γαλλικό πού αναφέρουμε τις μεταβολές του από τή γέννηση του:

  Από το σχίσμα του 1920 ώς τις φασιστικές στάσεις του 1934, το Κ.Κ. σκεπάζει το γείτονα του, το Σοσιαλιστικό κόμμα, μέ βρισιές.

Τά γεγονότα του Φεβρουαρίου 1934 φέρνουν μιά κάποια προσέγγιση, ιδιαίτερα στη βάση. Ομως ό Μωρίς Τορέζ διακηρύσσει ακόμα στις 6 Φεβρουαρίου 1934: «Ή Γαλλία είναι ένα απέραντο πεδίο διαχειρισμών. Ή στρατιωτική και βιομηχανική προετοιμασία του πολέμου ολοκληρώνεται από την προετοιμασία του ήθικου (…) κάτω από το απατηλό πρόσχημα της ασφάλειας και της άμυνας της δημοκρατίας ενάντια στο φασισμό». Υπερθεματίζει στις 15 Μαρτίου 1935, στο βήμα της Βουλής: «Δέν θα επιτρέψουμε ποτέ  να σύρουν την εργατική τάξη σ έναν πόλεμο στο όνομα δήθεν της δημοκρατίας ενάντια στο φασισμό».

 Παράδοξο: στις 15 Μαιου δυο μήνες μετά την προηγούμενη άντιμιλιταριστική δημηγορία ό Στάλιν πού φοβάται τον Χίτλερ, δέχεται τον Πιέρ Λαβάλ, πρόεδρο της κυβέρνησης και οί δύο άντρες δημοσιεύουν μιάν ανακοίνωση πού σ αυτήν ό Στάλιν βεβαιώνει πώς «κατανοεί και επιδοκιμάζει πλήρως την πολιτική της εθνικής άμυνας της Γαλλίας». Από δώ βγαίνει ή άμεση μεταβολή του Τορέζ, πού γράφει πώς, άν ή ΕΣΣΔ παρασύρεται σ έναν πόλεμο, ακόμα και μ ένα καπιταλιστικό Κράτος ώς σύμμαχο, δέν θα είναι ένας πόλεμος ανάμεσα σέ δυο καπιταλιστικά στρατόπεδα , αλλά «ένας πόλεμος ενάντια στη Σοβιετική Ενωση», και όλες οί άντιμιλιταριστικές ρουμπρίκες εξαφανίζονται αμέσως από τις στήλες της «Ούμανιτέ», ιδιαίτερα εκείνη πού τιτλοφορείται: «Τά στόματα των αγελάδων» και είναι αφιερωμένη στους στρατιωτικούς καριέρας.

Ετσι ή στάση του Φεβρουαρίου 1934 και ή συνομιλία του Στάλιν-Λαβάλ του Μαιου 1935 έξηγουν τή γέννηση του λαικού Συνασπισμού.

 Αυτός ό Συνασπισμός νίκησε στά 1936. Ό Λεόν Μπλούμ ζητά από τούς κομμουνιστές  να συνεργαστούν στήν κυβέρνηση (μου είπε, πρίν από αυτή την προσφορά, πώς απέκλειε δλα τά υπουργεία πού επιτρέπουν  να ευνοηθεί ένα πραξικόπημα ή  να ζημιωθούν είτε τά χρήματα μας είτε ή εξωτερική μας πολιτική). Οί κομμουνιστές αρνούνται, παρά τον Μωρίς Τορέζ, οπαδό της αποδοχής,  να συμμετάσχουν στήν πραγματοποίηση ενός προγράμματος πού όμως θα είχε γίνει κοινή επεξεργασία του. Γιατί αυτή ή άρνηση; Θα μάς εξηγηθεί την κατάλληλη στιγμή από την επιθυμία  να στηρίζονται από το εξωτερικό τά λαικά μέτρα για  να μπορούν έτσι  να κρίνουν τούς άλλους.

  Ό λαικός Συνασπισμός εκφυλίζεται από το 1937 ώς το 1939 μέ τούς διαδόχους του Λεόν Μπλούμ. το τελευταίο χτύπημα δόθηκε από τή μεταβολή του Στάλιν, πού, αναμφίβολα, τρομοκρατημένος από τις γρήγορες προόδους του γερμανικου έπανεξοπλισμου και της κατερείπωσης του στρατου του, ιδιαίτερα του σώματος των αξιωματικών, θύματος των φρικτών «εκκαθαρίσεων», υπογράφει, στις 22 Αυγούστου 1939, τή συμφωνία πού, ενώ αφήνει στον Χίτλερ τά χέρια ελεύθερα στη Δύση, εναντίον της Γαλλίας και επίσης εναντίον της Πολωνίας στήν ανατολή, κάνει τον πόλεμο αναπόφευκτο. Ή Γερμανία, μ αυτή τή συμφωνία, επιτρέπει στον Στάλιννά παραβιάσει το δίκαιο των εθνών προσαρτώντας τή Λιθουανία, τή Λετονία και την Εσθονία στη Βαλτική, τή Γεωργία και τή Βεσσαραβία στο νότο κλπ.

  Η αντίδραση των κομμουνιστών μας είναι βδελυρή: «Ή γερμανοσοβιετική εμπορική συμφωνία είναι μιά καινούργια νίκη πού εγγράφεται πάνω στήν κόκκινη σημαία του σοσιαλισμού», διαβάζουμε στήν «Ουμανιτέ» της 22 Αυγούστου 1939. Τόση κακή πίστη καταπλήσσει. Τήνίδια μέρα, ό Αραγκόν γράφει στήν «Σουάρ», όργανο κομμουνιστικό: « Η ΕΣΣΔ έρχεται ακόμα μιά φορά ν αποδείξει πώς αναζητούσε την ειρήνη για τον εαυτό της…» Υποτροπιάζει την επομένη, στήν ίδια εφημερίδα: «Ό πόλεμος υποχώρησε χθες…», ενώ είχε γίνει αναπόφευκτος. Την 25 Αυγούστου τέλος, διαβάζουμε στήν «Ουμανιτέ»; « Η ενέργεια της Σοβιετικής Ένωσης μέ το σύμφωνο της μή-έπίθεσης μέ τή Γερμανία (δέν είναι πιά μιά εμπορική συμφωνία!) συντείνει στο  να στερεωθεί ή ειρήνη».

 Ο Νταλαντιέ διαπράττει τότε ένα πολιτικό σφάλμα διαλύοντας το κομμουνιστικό κόμμα.

Πόλεμος και αντίσταση

Ό πόλεμος κηρύχτηκε. Ένα μανιφέστο του Κ.Κ. δείχνει πώς όλοι οί στρατευμένοι βουλευτές συναντουν τις μονάδες τους, μέ τον Τορέζ επικεφαλής.  Αλλά, στις 28 Σεπτεμβρίου, όλα τέλειωσαν στο ανατολικό μέτωπο:  Η Πολωνία για τέταρτη φορά διαμελίζεται και μοιράζεται ανάμεσα στόν Χίτλερ και τον Στάλιν. Ό Τορέζ αποχωρίζεται την ομάδα του στις 6 Όκτωβρίου 1939, διαμένει στήν Ελβετία, δίνει συνεντεύξεις, απομακρύνεται από δώ τον  Απρίλιο του 1940 και φτάνει στήν ΕΣΣΔ διαμέσου Γερμανίας.

Κάτω από τή ναζιστική κατοχή, ή στάση ορισμένων κομμουνιστών είναι αρχικά βδελυρή: ό Φρανσουά Μπιγιού και τέσσερις άλλοι εκλεκτοί κομμουνιστές γράφουν στόν Πεταίν, για  να ζητήσουν  να έρθει  να μαρτυρήσει ενάντια στόν Λεόν Μπλούμ στη δίκη του.  Ο Ντενίζ Ζελονέν πηγαίνει, στις 20  Ιουνίου, στήν Κομμαντατούρα του Παρισιου για  να ζητησει την άδεια  να έπανεκδώσει την «Ούμανιτέ» κάτω από γερμανικό έλεγχο. Ενα έντυπο του παράνομου Κ.Κ. χαρακτηρίζει τον Ντέ Γκώλ «σύμμαχο της αντιδραστικής κυβέρνησης των λόρδων και των τραπεζιτών». Τον Φεβρουάριο του 1941, ή παράνομη «Ούμανιτέ» ανακοινώνει ακόμα πώς στά 1939 ή ΕΣΣΔ υπηρέτησε την υπόθεση της ειρήνης, ενώ ή συμμαχία της μέ τον Χίτλερ έκανε τον πόλεμο αναπόφευκτο. Αυτή είναι, χοντρικά, ή «αντίσταση» των κομμουνιστών στη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της κατοχής·

 Ολα αλλάζουν όταν, τον Ιούνιο του 1941, ό Χίτλερ χτυπά ξαφνικά την ΕΣΣΔ, την ώς τώρα σύμμαχο του. Οί κομμουνιστές ρίχνονται τότε μέσα στήν Αντίσταση, την πραγματική, κηρύσσοντας ανεύθυνα τά ηττοπαθή τους έντυπα των προηγουμένων μηνών και υφίστανται πολύ βαριές απώλειες. Ταυτόχρονα προσεγγίζουν τον Ντέ Γκώλ στο Λονδίνο και ένας από αυτούς, ό Γκρενιέ, μπαίνει στο Εθνικό Συμβούλιο. Αυτή ή υπουργική συνεργασία θα εξακολουθήσει όσο θα διαρκεί ό πόλεμος και, μετά τή νίκη, στις προσωρινές κυβερνήσεις, τέλος δέ στήν πρώτη υπουργία της IV Δημοκρατίας, εκείνης, του Πώλ Ραμαντιέ. Συνυπήρξα μέ κομμουνιστές σ αυτούς τούς διάφορους υπουργικούς σχηματισμούς και σημείωσα ώς ποιο σημείο ό Μωρίς Τορέζ είχε, στά 1946-1947, μιά αίσθηση του Κράτους πού του έλειπε στο χρόνο της λιποταξίας του, της παραμονής του στήν Ελβετία και του περάσματος του στη Ρωσία.

 Τον Ιούνιο του 1947, καινούργια στροφή στήν πτέρυγα! ή κυβέρνηση Ραμαντιέ αριθμεί πέντε κομμουνιστές υπουργούς, τέσσερις βουλευτές και έναν γερουσιαστή, τον Μαράν. Οί τέσσερις βουλευτές-ύπουργοί ψηφίζουν ενάντια στήν κυβέρνηση τους σέ μιά μυστική ψηφοφορία. Ό Ραμαντιέ αμφισβητεί τή δυνατότητα ν ανήκει κανείς σέ μιά κυβέρνηση και  να ψηφίζει ενάντια της και κηρύσσει τούς τέσσερις υπουργούς – βουλευτές έκπτωτους από το άξίωμά τους. Αλλά όχι τον γερουσιαστή-ύπουργό Μαράν, πού δέν είχε ψηφίσει.  Ο Μαράν παραιτείται την επομένη κηρύσσοντας τον εαυτό του αλληλέγγυο μέ τούς συναδέλφους του.

Ταυτόχρονα, κάτω από ποικίλα προσχήματα, οί κομμουνιστές υπουργοί αποχωρούν από την κυβέρνηση παντού όπου μετέχουν σ αυτή: στήν Ιταλία, στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο. «Αυτό έγινε κάτω από ρητή αμερικάνικη διαταγή», έγραψε αμέσως ό Φρανσουά Μπιγιού, κομμουνιστής βουλευτής της Μασσαλίας. Τίποτε δέν είναι πιό λαθεμένο: δέν υπήρξε καμιά ρητή διαταγή, κανένα διάβημα των αμερικανών, καμιά συνομιλία ακόμα πού  να έχει σχέση μέ τή σύνθεση της κυβέρνησης.

 Η αλήθεια είναι πώς το Συνέδριο της Μόσχας άποτυχαίνει τον Απρίλιο του 1947, ή ΕΣΣΔ βρίσκεται μόνη απέναντι στους τρεις άλλους Μεγάλους και ή δυνατότητα συνεννόησης περιορίζεται ανάμεσα τους. Τον  Ιούνιο του 1947, ό Μάρσαλ προσφέρει στήν Ευρώπη το σχέδιο βοήθειας του για  να επισπεύσει την ανοικοδόμηση της και ή Μόσχα βλέπει σ αυτή τή χειρονομία μιά τερατώδη πρόκληση. Ό Στάλιν απαγορεύει στήν Τσεχοσλοβακία  να δεχτεί την προσφορά του Μάρσαλ και ό ψυχρός πόλεμος αρχίζει. Οί Ρώσοι πρακτικοποιουν τή χειρότερη πολιτική τά συνεταιρισμένα Κ.Κ. υποκινουν απεργίες και ταραχές σ όλες τις δυτικές χώρες. Πρέπει  να θυμίσουμε τον κίνδυνο της «τσεχοσλοβακοποίησης» πού διέτρεξε ή Γαλλία στη διάρκεια των μεγάλων απεργιών του 1947 και 1948; Τον γνώρισα πολύ καλά δταν είχα αναλάβει από το 1947 ως το 1950 το βαρύ φορτίο του υπουργείου Εσωτερικών… Οί δυτικοί κομμουνιστές ακολουθούν φυσικά την ΕΣΣΔ, περνουν παντού μέσα στήν αντίθεση και παίζουν όπως προηγουμένως, το παιχνίδι της Μόσχας.

 Καινούργια στροφή προς τά 1961. Ή ρήξη ανάμεσα Μόσχας και Πεκίνου, ή κατοχή από την Κίνα της ατομικής βόμβας και της αδελφής της, της θερμοπυρηνικής, ξαναρίχνουν τή Μόσχα στη Δύση και κάνουν  να επιστρέψει ή ΕΣΣΔ μέσα στήν παγκόσμια συνεννόηση.

 Αυτό δημιουργεί, παράλληλα, διαπραγματεύσεις ανάμεσα στά Κ.Κ. και τά άλλα κόμματα της αριστεράς. Καταλήγουν στη Γαλλία στο κοινό Πρόγραμμα του 1972 και στη στενή συνεννόηση ανάμεσα στο κομμουνιστικό κόμμα και τούς σοσιαλιστές πίσω από τον Μ. Μιττεράν.

Σύνεση και δυσπιστία

 Η ομοιότητα στο παρελθόν, ανάμεσα στις παγκόσμιες θέσεις της ΕΣΣΔ και κείνες του γαλλικου Κ.Κ, πρέπει  να εγείρει τή δυσπιστία μας. Κι επίσης για τούς Ιταλούς, γιατί οί ίδιοι χειρισμοί, ή περίπου οί ίδιοι, αναπτύσσονται σ αυτούς. Είναι αυθόρμητοι ή κατευθυνόμενοι; Ή συνύπαρξη ανάμεσα στις ποικιλίες της παγκόσμιας πολιτικής της Μόσχας και τις αλλαγές στάσης του γαλλικου Κ.Κ. μάς υποχρεώνει  να υποθέσουμε μιά σχέση πού δέν μπορεί παρά  να είναι μιά εξάρτηση. Ή υπόθεση της αντιγραφής των θέσεων πού έχουν αποφασιστεί στη Μόσχα φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανή.

Αλλωστε, δέν πρέπει ποτέ  να ξεχνούμε πώς την εποχή των πιο ειδεχθών εγκλημάτων του Στάλιν, πού απλώνονται κατά προσέγγιση μεταξύ 1936 και 1953, ενώ ό τύπος του ελεύθερου κόσμου έκανε γνωστά αυτά τά κακουργήματα παντου, οί κομμουνιστές μας δέν τά παραδέχτηκαν ποτέ.

 Ο Στάλιν αποφάσισε  να τουφεκιστουν δώδεκα από τά μέλη του πολιτικού γραφείου του Κόμματος της εποχής του Λένιν, αποφάσισε τή Δίκη των Δεκάξι, τον Απρίλιο του 1936, των Δεκαεφτά τον Ιανουάριο του 1937, των Εικοσιένα το Μάρτιο του 1938, πού τερματίστηκαν μέ τις εκτελέσεις σχεδόν όλων των συντρόφων του Λένιν, μέ ανάμεσα τους τον Ζηνόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον Ρουκώφ (διάδοχο του Λένιν) τον Μπουχάριν (θεωρητικό του Κόμματος) τον Ρακόφσκι, τον Νταγκόντα κ.ά.

Τά στρατόπεδα του «σωφρονισμου μέ την εργασία» άριθμουσαν πέντε εκατομμύρια κρατουμένων το Γενάρη του 1937. Έφτά εκατομμύρια άλλων θυμάτων είχαν συλληφθεί στη διάρκεια των χρόνων 1937-1938 έτσι ώστε ό εξόριστος πληθυσμός θα είχε φτάσει τά δώδεκα εκατομμύρια ανθρώπων άν, μέσα στήνίδια περίοδο, δέν είχαν εκτελεστεί ένα εκατομμύριο μέσα στά στρατόπεδα κι άν δύο εκατομμύρια δέν είχαν πεθανει από αιτίες περισσότερο ή λιγότερο φυσικές.  Ο σωφρονιζόμενος πληθυσμός συναριθμουσε έτσι εννιά εκατομμύρια στο τέλος του 1938, πού άπ αυτά το ένα εκατομμύριο ήταν στη φυλακή και τά οχτώ εκατομμύρια στά στρατόπεδα σωφρονισμού μέ την εργασία, στά στρατόπεδα μέ το «σκληρό» καθεστώς, στά φριχτά ψυχιατρικά άσυλα κλπ.

Ενώ όλα αυτά τά γεγονότα ήταν γνωστά στη Γαλλία έκτος για κείνους πού ήθελαν  να κλείνουν τά μάτια -ή «Νέα Γαλλία», επίσημο όργανο του κομμουνιστικού κόμματος, έγραφε, στις 14 Μαρτίου 1953, στο θανατο του Στάλιν, μιά ολόκληρη νεκρολογική σελίδα μέ πολλά σχόλια άπ όπου αντιγράφουμε:« Η καρδιά του Στάλιν, ό λαμπρός σύντροφος των όπλων και ό θαυμάσιος συνεχιστής του Λένιν, ό αρχηγός, ό φίλος, ό αδελφός των εργατών όλου του κόσμου, έπαψε  να χτυπά. Αλλά ό σταλινισμός ζει και είναι αθανατος. το υπέροχο όνομα του ιδιοφυούς αφέντη του παγκόσμιου κομμουνισμού θα ακτινοβολεί μέ μιά εκτυφλωτική λάμψη μέσα στους αιώνες και θα προφέρεται πάντοτε μέ αγάπη από την εύγνώμονη ανθρωπότητα. Στόν Στάλιν, θα μείνουμε διά παντός πιστοί (…) αιώνια δόξα στο μεγάλο Στάλιν! Κάτω από την ανίκητη σημαία του Στάλιν, θα κάνουιιε μιά Γαλλία ελεύθερη, δυνατή και ευτυχισμένη…»Δέν ντρέπονται οί ιθύνοντες της «Νέας Γαλλίας»  να έχουν δημοσιεύσει τότε αυτά τά κείμενα; Και ό Ζάκ Ντυκλό  να έχει, αυτή τήνίδια μέρα, δείξει τον Στάλιν «Πολυαγαπημένο αφέντη, μεγαλοφυή συνεχιστή του Μαρξ, του Ενγκελς και του Λένιν, γίγαντα της σκέψης και της δράσης, τον πιό μεγάλο άντρα αυτής της εποχής». Και ό Μαρσέλ Κασέν  να γράφει: «Ο Στάλιν δημιούργησε το δημοκρατικό καθεστώς των σύγχρονων καιρών…»Χωρίς σχόλια!Λοιπόν αυτό το παρελθόν των ψεμάτων ενάντια στο ολοφάνερο δέν πρέπει  να ξυπνήσει τή δυσπιστία μας, όπως εκείνη των εθνών, όπου αναπτύσσονται ανάλογες κινήσεις; Ο «εύρωκομμουνισμός», τόσο εγκωμιασμένος αυτούς τούς τελευταίους καιρούς, παραμένει αναμφίβολα, ένα όπλο πού μπήκε σέ λειτουργία από τή Μόσχα κι όχι μιά προστασία των ευρωπαίων κομμουνιστών ενάντια στη Μόσχα.Ίο Ίδιο, επιστρέφοντας σ ένα πρόσφατο παρελθόν, πιστεύω πώς ή Μόσχα ευχόταν την εκλογή για την προεδρεία της Δημοκρατίας του Βαλερύ Ζισκάρ Ντ Έσταίν. Γιατί ή Μόσχα ενδιαφέρεται πάντοτε για την επιδείνωση της κρίσης στη Δύση. Οί ιθύνοντες της μπορούσαν  να υποθέσουν πώς ό Μιττεράν θα τούς αντιμετώπιζε καλύτερα, μέ μέσα πιο καινούργια, πιο δαπανηρά για τον καπιταλισμό, άπ ότι ό Ζισκάρ, υπουργός των οικονομικών για πολλά χρόνια, πού δέν πρότεινε καμιά όδό αληθινά καινούργια και αποτελεσματική. Από έδώ προέρχονται δυο κινήσεις: ή μιά, πολύ αισθητή, υπήρξε ή επίσκεψη του πρεσβευτή της ΕΣΣΔ στον Ζισκάρ σέ πλήρη εκλογική εκστρατεία · ή άλλη, πιο διακριτική, υπήρξε ή απόφαση των κομμουνιστών μας  να στοιχιθουν μέ την υποψηφιότητα του Μιττεράν πρίν τον πρώτο γύρο της ψηφοφορίας. Λεπτή επιχείρηση: ό ψηφοφόρος συνηθίζει στη δημοκρατική πειθαρχία ανάμεσα στους δύο γύρους. Δέν συνηθίζει και, σέ κάθε περίπτωση, δέν το συνήθισε στη διάρκεια αυτής της εκστρατείας στη μοναδική υποψηφιότητα από τον πρώτο γύρο. Ό Μιττεράν μπορουσε έτσι  να φαίνεται τόσο ό άνθρωπος των κομμουνιστών όσο και των σοσιαλιστών, αυτό πού κινδύνευε  να του απαλλοτριώσει, προς όφελος του Ζισκάρ, τή μετριοπαθή μερίδα των εκλογέων του.το ίδιο, έχω πειστεί πώς όλες οί διακηρύξεις πού αποβλέπουν  να κάνουν από το Κ.Κ. ένα κόμμα «όπως τά άλλα» εγκατάλειψη της δικτατορίας του προλεταριάτου, αποδοχή της αρχής της διαδοχής στήν εξουσία κλπ δέν ανταποκρίνονται σέ μιά πραγματική αλλαγή γνώμης των γάλλων αρχηγών του, αλλά άποτελουν έναν εκλογικό χειρισμό και πώς θα λησμονηθούν μέσα στο επόμενο τέταρτο μιάς νίκης πού θα κερδηθει χάρη στήν καθησυχαστική τους μετριοπάθεια. Ας μήν επιτρέψουμε λοιπόν  να εξαπατηθούμε.  να μή λησμονούμε πώς ένας από τούς χειρότερους σφαγείς της ανθρωπότητας υψώθηκε στά σύννεφα από τά διάφορα Κ.Κ.

III. ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ

Εξάπλωση του καθεστώτοςΕξήντα χρόνια μετά την κομμουνιστική έκρηξη της Μόσχας, πρέπει  να επιχειρήσουμε  να υπολογίσουμε το δρόμο πού διανύθηκε. Στήν άρχή του 1977, είκοσι Κράτη κυβερνιούνται από το κομμουνιστικό τους κόμμα, σ ένα σύνολο 144 Κρατών μελών του ΟΗΕ· δέν λογαριάζουμε τά είκοσι Κράτη πού δέν είναι μέλη του ΟΗΕ έιτε μέ τή θέληση τους, όπως ή  Ελβετία και το Κράτος του Βατικανού, είτε γιατί δέν έχουν γίνει ακόμα δεκτά. Στους κόλπους των  Ενωμένων Εθνών, ή αναλογία είναι έτσι 12% και θα ήταν κατώτερη άν λογαριάζαμε το σύνολο των Εθνών, μελών ή όχι του ΟΗΕ. Αλλά ή επιφάνεια των Κρατών πού κυβερνιούνται από το Κ.Κ. είναι αναλογικά μεγαλύτερη εξαιτίας των διαστάσεων της Κίνας και ιδιαίτερα της ΕΣΣΔ. Τά είκοσι κομμουνιστικά Κράτη έχουν πραγματικά μιά συνολική επιφάνεια 40 εκατομμυρίων τετραγωνικών χιλιομέτρων (δηλαδή 74 φορές ή Γαλλία), ενώ το σύνολο των άλλων εδαφών απλώνεται περίπου στά 202 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα. Ή αναλογία του κομμουνιστικου εδάφους είναι έτσι 20% σέ σχέση μέ τις ηπείρους. Τέλος, σχετικά μέ τις κινέζικες και τις σοβιετικές μάζες, ή αναλογία των υπηκόων του σοβιετικού καθεστώτος είναι μεγαλύτερη ακόμα: σέ κατά προσέγγιση 3,5 δισεκατομμύρια ανθρώπων πού κατοικούν τον πλανήτη μας στήν άρχή του 1977, 1,255 εκατομμύρια, δηλαδή 25% ζουν κάτω από την κομμουνιστική εξουσία.Ετσι ή θεωρία του Λένιν σέ εξήντα χρόνια κατέκτησε περισσότερο από το δέκατο των Κρατών, δύο δέκατα των εδαφών και περισσότερο από το ένα τρίτο των πληθυσμών. Συναντούμε έδώ αναλογίες σχεδόν χωρίς προηγούμενο ανάμεσα στις πιό πλατιές ανθρώπινες κινήσεις.

Συγκρίσεις χωρίς  να εννοούμε καμιά σχέση ανάμεσα σέ πολιτική θεωρία και θρησκευτική πίστη, πρέπει  να παρατηρήσουμε πώς ή ταχύτητα διάδοσης της θεωρίας του Λένιν δέν μπορεί  να συγκριθεί παρά μέ κείνη των κυριοτέρων ανθρώπινων θρησκειών, όσο τουλάχιστον το επιτρέπει ή μελέτη των δυστυχώς απαρχαιωμένων ή ανολοκλήρωτων στατιστικών.

  • Ό καθολικισμός αριθμούσε πραγματικά 1.350 εκατομμύρια πιστών, τουλάχιστον θεωρητικά, δηλαδή το 27% των ανθρώπων
  • ό ισλαμισμός 22% ·
  • ό ιουδαισμός18%
  • ό προτεσταντισμός 9%
  • οί άλλες θρησκείες: κινέζοι, γιαπωνέζοι, ειδωλολάτρες, κλπ. 25%.

Αλλά για  να φτάσει σ αυτά τά ποσοστά ή καθολική Εκκλησία χρειάστηκε δύο χιλιετηρίδες· οί ασιατικές θρησκείες και ό Ιουδαϊσμός περισσότερο από χιλιετηρίδες ακόμα ό προτεσταντισμός τέσσερις αιώνες, ενώ ό κομμουνισμός έφτασε το δικό του ποσοστό σε εελάχιστες δεκαετίες. Ακόμα τά ποσοστά των διάφορων θρησκειών θα έπρεπε  να μειωθούν από τον αριθμό των άπιστων ή των άθρησκων, καθόλου αμελητέο, ιδιαίτερα στη Γαλλία. Ετσι μιά μελέτη πού έγινε για τή Σύνοδο των επισκόπων έδώ και μερικά χρόνια συμπέρανε πώς κατά μέσο όρο 17% ως 18% των κατοίκων πηγαίνουν κανονικά στήν  Εκκλησία και όχι το 85 όπως άφηνε  να φανεί, ή στατιστική πού πρόσφατα χρησιμοποιήθηκε ως βάση. Θα μπορούσαμε  να εξακολουθήσουμε τή σύγκριση,  να θυμηθούμε πώς ό κομμουνισμός διαθέτει τά δικά του «Ιερά Βιβλία» τά έργα του Μαρξ και του Λένιν τά δόγματα του πού καθορίζονται από τά Συνέδρια, ή, ακριβέστερα, από την πανίσχυρη γενική γραμματεία του Κόμματος στη Μόσχα, κλπ.κλπ. Αυτό πού εντυπωσιάζει το μελετητή στις δυο προηγούμενες αναφορές είναι πώς σέ κείνη των θρησκειών, το ύψιστο σημείο φαίνεται  να ξεπεράστηκε · ό αριθμός των πιστών δέν μεγαλώνει πιά μέσα στις παλιές αναλογίες, ούτε ακόμα μέσα σέ κείνες της αύξησης των πληθυσμών ή στρατολόγιση ιερουργών σέ λατρευτικά κέντρα ή μοναχών για μοναστήρια γίνεται μιά δύσκολη υπόθεση ό αριθμός των σχισμάτων αυξάνει κλπ. Στο επίπεδο του κομμουνισμου κάνουμε ανάλογες παρατηρήσεις και αποκαλύπτουμε ρωγμές μέσα σ αυτόν τον άλλοτε μονολιθικό όγκο. Ταραγμένη ΜεσόγειοςΜιλήσαμε άλλοτε γι αυτές τις ρωγμές και τή ρήξη, στά 1948, μέ τον Τίτο πού την ακολούθησε μιά πολύ άργή συμφιλίωση· για τή ρήξη ανάμεσα στη Μόσχα και τούς ασιάτες και αλβανούς κομμουνιστές, όπως και για τά πολυάριθμα μέτρα καταπίεσης στήν κεντρική Ευρώπη. Πρέπει  να προσθέσουμε έδώ, πιό πρόσφατα, την απόπειρα των μεσογειακών κομμουνιστικών κομμάτων, ουσιαστικά του ίταλικου, πού το ακολούθησε το γαλλικό,  να φανταστουν ένα είδος «ευρωκομουνισμού» πού  να επιτρέψει  να επανακτήσουν μιάν ορισμένη ελευθερία δράσης, τουλάχιστον σέ κάποιες περιοχές, και  να επισπεύσουν τή στρατολόγηση απομακρύνοντας εκφράσεις επιδεκτικές ν αποθαρρύνουν τούς υποψήφιους για την ενότητα. Ετσι, μετά τις αιματηρές υπερβολές του Στάλιν, βεβαιώνουν πώς δέν υπάρχει ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου στη διάρκεια της περιόδου της οικονομικής και κοινωνικής μεταμόρφωσης (στη Ρωσία, από εξήντα χρόνια…). τοίδιο, για  να μήν τρομάξουν εκλογείς πού τοποθετούνται στο όριο της ζώνης της κοινωνικής έλξης του κομμουνισμου, υιοθετούν και διακηρύσσουν δημοκρατικά μέτρα, τέτοια όπως ή αποχώρηση της κομμουνιστικής κυβέρνησης σέ περίπτωση κοινοβουλευτικής ή εκλογικής ήττας. Οί αντίπαλοι του κομμουνισμου πρέπει  να μελετήσουν προσεκτικά τή σημερινή εξέλιξη του κομμουνιστικου κόσμου και, ιδιαίτερα, την άντιπαράσταση, στο Ανατολικό Βερολίνο, των απόψεων των ευρωπαικών κομμουνιστικών κομμάτων, πού έγινε μετά από είκοσι μήνες διαπραγματεύσεις συχνά σκληρές, ανάμεσα στο σοβιετικό Κ.Κ. και τά διάφορα ευρωπαικά Κ.Κ. Προηγήθηκαν δεκατέσσερις διεθνείς προπαρασκευαστικές συγκεντρώσεις στη διάρκεια αυτών των είκοσι μηνών μέ αποστολή  να εξομαλύνουν το έδαφος του συνεδρίου: υπήρξε επίπονο!Οί αιτίες αυτών των καθυστερήσεων έξηγουνται μέ δύο τρόπους:

  •  από τή μιά πλευρά, μεγάλος αριθμός ευρωπαικών κομμάτων των μεσογειακών κρατών ιδιαίτερα  είναι αρκετά διαιρεμένα σέ νεωτεριστικά και κλασικά, δηλαδή σέ αυτονομιστικά και πιστά στη Μόσχα. το παρατηρήσαμε στήν Ιταλία, την Ισπανία και τή Γαλλία- αλλά σημειώσαμε ανάλογες διχόνοιες στους κόλπους των κομμάτων της κεντρικής Ευρώπης, όπως στο αυστριακό και στά Σκανδιναβικά Κράτη·
  • από την άλλη πλευρά, αυτά τά ίδια κόμματα, ή τά πιο σημαντικά ανάμεσα τους, απορρίπτουν την προστασία της Μόσχας σχετικά μέ τούς τρόπους ανόδου στήν εξουσία.

Οταν ό Ζώρζ Μαρσαί καταλογίζει την αρκετά αισθητή καθίζηση του γαλλικού Κ.Κ. στις βουλευτικές εκλογές του 1973 στον «τρόμο του κολλεκτιβισμου» και στις μορφές της ανήλεης και διαρκους δικτατορίας στις χώρες μέ κομμουνιστική κυβέρνηση, μεταφράζει αναντίρρητα όχι μονάχα τή γνώμη των συναδέλφων του, αλλά επίσης των Ιταλών, προδρόμων σ αυτή την περιοχή, των Ισπανών και μερικών άλλων.το συνέδριο του Άνατολικου Βερολίνου. Είκοσι δύο κομμουνιστικά κόμματα συγκεντρώθηκαν λοιπόν στο Ανατολικό Βερολίνο στις 1 και 2 Ιουλίου 1976.  Ο Μπρέζνιεφ, το νούμερο 1 του παγκόσμιου κομμουνισμού, έπλεξε έδώ το εγκώμιο της εξωτερικής πολιτικής της Σοβιετικής Ενωσης «ολόκληρης αφιερωμένης στήν υπόθεση της ειρήνης».Αλλά, επειδή αισθανόταν τον άνεμο, σάν ένας παλιός ναυτικός πού δέν είναι! δέν πολέμησε σέ βάθος τον εκλογικό καιροσκοπισμό ή το καιροσκόπο εκλογικό σύστημα ορισμένων αδελφών κομμάτων.Τέλειωσε μέ το  να δεχτεί την ανεξαρτησία των εθνικών κομμάτων αυτό πού θα έκανε  να τρίξουν μέσα στους τάφους τους οί συντάκτες των «εικοσιένα όρων» εισαγωγής στήν κομμουνιστική Διεθνή του 1920!Προχώρησε ακόμα πιό μακριά μέ το  να ύποκριθει πώς συμφιλιώθηκε μέ ορισμένες θέσεις των ήμι-έπαναστατικών κομμάτων, όπως τις εξέφρασαν ό Ζώρζ Μαρσαί ή ό Ιταλός Μπερλίγκουερ. Αλλά ενώ προχώρησε ένα βήμα μπροστά, έκανε αμέσως ένα άλλο προς τά πίσω βεβαιώνοντας πώς ή ευθύνη κάθε Κ.Κ. μπροστά στήν εργατική του τάξη «δημιουργεί ακριβώς τις βάσεις της διεθνους αλληλεγγύης των κομμουνιστών γιατί (..?) οί εργάτες όλων των χωρών έχουν τά ίδια συμφέροντα και τις Ιδιες ελπίδες». Τά διάφορα Κ.Κ. μπορουν  να είναι ανεξάρτητα από το σοβιετικό μέ τον…όρο  να κάνουν όπως αυτό!Οί απόψεις αυτές αμφισβητήθηκαν από το ρουμάνο αρχηγό Τσαουσέσκου πού, από καιρό, είχε φροντίσει  να κρατήσει τις αποστάσεις του, το Ίδιο από τον Ισπανό Καρίγιο και τον στρατάρχη Τίτο, πού ήρθε για πρώτη φορά μετά το 1948 σ ένα διεθνές κομμουνιστικό συνέδριο και ιδιαίτερα τον Ιταλό Μπερλίγκουερ πού γι αυτόν «ένας διεθνής κομμουνιστικός οργανισμός (…) δέν θα μπορούσε  να υπάρξει ούτε στήν παγκόσμια κλίμακα, αλλά ούτε και στήν ευρωπαική κλίμακα».το λογοκριμένο ΣυνέδριοΣτήν επιστροφή του στη Γαλλία, ό Ζώρζ Μαρσαί σημείωσε «τή μεγάλη διαφορά των δρόμων πού ακολουθούν τά κομμουνιστικά κόμματα». Αλλά στή Μόσχα, ή «Πράβδα» ή «Αλήθεια»! και ό σοβιετικός τύπος παραμόρφωσαν όλο αυτό το συνέδριο και βεβαίωσαν πώς οί αντιπρόσωποι των ευρωπαικών κομμάτων διακήρυξαν τή «διεθνή αλληλεγγύη όλων των ευρωπαικών κομμάτων», πράγμα πού είναι ανακριβές. Συνόψισε μέ τον τρόπο της τις ανακοινώσεις του Καρίγιο και του Μαρσαί. «Η Μόσχα δέν είναι πιά ή Ρώμη» είπε ό πρώτος. Αλλά οί Μοσχοβίτες δέν θα το μάθουν ποτέ, γιατί ό λόγος του Καρίγιο συνοψίστηκε μέσα σ αυτή τή μοναδική φράση: «Ό σύντροφος Καρίγιο υπογράμμισε σήμερα πώς ό κομμουνιστικός κόσμος μεγάλωσε και ισχυροποιήθηκε…» Μιά ακόμα φορά , οί Σοβιετικοί δέν θα γνωρίσουν την αλήθεια γι αυτά πού ειπώθηκαν και έγιναν έξω από τά σύνορα τους. Γι αυτούς, ένας «εύρωκομμουνισμός» υπάρχει, πού ό αρχηγός του έχει το όνομα Μπρέζνιεφ! Αυτή ή σιωπή είναι τόσο πιο σημαντική όσο την 9 Αυγούστου, δηλαδή μιά εβδομάδα μετά τά πρόσφατα γεγονότα, ένα ισχυρό μέλος του γραφείου του σοβιετικου Κ.Κ., ό Ζαρόντωφ, έγραψε σ ένα πολύ μακρό άρθρο στήν «Πράβδα», την « Αλήθεια» τις παρακάτω φράσεις πού είναι ένα πρόγραμμα κι επίσης μιά κήρυξη πολέμου στον εύρωκομμουνισμό:«Καμιά επανάσταση αυθεντικά λαική δέν είναι δυνατή έξω από την ηγεμονία του προλεταριάτου (…)  Η εγκαθίδρυση της επαναστατικής και δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτικής τάξης αποτελεί την προυπόθεση Sine qua non της νίκης της δημοκρατικής επανάστασης (…) Ή πλειοψηφία δέν είναι αριθμητική, αλλά πολιτική: πρόκειται για την επαναστατική πλειοψηφία πού δέν προκύπτει μονάχα από τή δημιουργία αντιπροσωπευτικών οργανισμών και εκλεκτών της εξουσίας, αλλά πού φαίνεται μέσα στο πλαίσιο των άμεσων επαναστατικών ενεργειών των λαικών μαζών, της ανεξάρτητης πολιτικής τους δραστηριότητας πού υπερβαίνει τούς ρουτινιέρικους κανόνες της «ειρηνικής» ζωής «πού έχει τις ίδιες ομοιότητες μέ τον αστικό τρόπο ζωής». Αδιανόητο τί θα πετύχει αυτή ή ακατάληπτη επαναστατική διάλεκτος. Μπορούμε όμως  να συμπεράνουμε την επιστροφή στήν κλασική δικτατορία τοΟ προλεταριάτου πού εκφράζεται κάτω από μιά «ακατανόητη» μορφή και πού είναι ή μόνη πού θα γνωρίσουν οί πολίτες της ΕΣΣΔ. Γιατί όλες οί εύρωκομμουνιστικές θέσεις λογοκρίθηκαν σ αυτό τον τύπο, τον αποκλειστικά κυβερνητικό…Οί «εύρωκομμουνιστές»Τί θέλουν λοιπόν οί ιθύνοντες κομμουνιστές; Η πρώτη ιδέα πού έρχεται στο μυαλό είναι μιά καινούργια εφαρμογή της περίφημης συνταγής του Λένιν: «Πρέπει (…)  να συγκατατεθούμε σ όλες τις θυσίες,  να χρησιμοποιήσουμε ακόμα, σέ περίπτωση ανάγκης, όλα τά τεχνάσματα,  να χρησιμοποιήσουμε το δόλο,  να υιοθετήσουμε άνομους τρόπους,  να σιωπήσουμε συχνά,  να κρύψουμε επίσης συχνά την αλήθεια, μέ μοναδικό σκοπό  να εισχωρήσουμε μέσα στά συνδικάτα και  να ολοκληρώσουμε, παρ όλα τά εμπόδια, την κομμουνιστική δουλειά». Μ άλλα λόγια, πρέπει  να πούμε ψέματα για  να κατακτήσουμε την κοινή γνώμη…Ομως ή τελική μαρτυρία αυτού του συνεδρίου επιμένει σέ μιά σχετική ανεξαρτησία των ευρωπαικώνΚ.Κ. πού «θ αναπτύξουν τή διεθνιστική, αδελφική, και θεληματική συνεργασία και αλληλεγγύη τους πάνω στη βάση των μεγάλων ιδεών του Μαρξ, του Ενγκελς και του Λένιν, προφυλάσσοντας αυστηρά την ισότητα και την κυριαρχική ανεξαρτησία κάθε κόμματος, τή μή επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις, μέ σεβασμό στήν ελεύθερη εκλογή των διαφορετικών δρόμων στον αγώνα για τις προοδευτικές κοινωνικές μεταμορφώσεις και για το σοσιαλισμό».Διαβάζοντας αυτό το αρκετά νεφελώδες κείμενο, φαίνεται πώς οί «εύρωκομμουνιστές» το έχουν κατορθώσει. Δέν είμαι όμως σίγουρος γι αυτό. Γιατί αυτή ή μαρτυρία απλώνεται μετά στις «ζημιές πού ό μαχόμενος άντικομμουνισμός προκαλεί στήν ανάπτυξη της κίνησης για την πρόοδο και την ειρήνη (…) Ό άντικομμουνισμός είναι και παραμένει ένα όργανο πού εξυπηρετεί τις κεφαλαιοκρατικές και αντιδραστικές δυνάμεις όχι μονάχα ενάντια στους κομμουνιστές, αλλά επίσης ενάντια σέ άλλους δημοκράτες και ενάντια σέ δημοκρατικές ελευθερίες». Οί συντάκτες αυτής της μαρτυρίας ομολογούν μετά πώς αυτές οί εκστρατείες υπάρχουν ακόμα «ενάντια στά κομμουνιστικά κόμματα, ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες, αρχίζοντας από τή Σοβιετική Ένωση, ενάντια στις δυνάμεις του σοσιαλισμου και της προόδου». «Αποβλέπουν  να υποτιμήσουν την πολιτική και τά ιδεώδη των κομμουνιστών στις λαικές μάζες,  να εμποδίσουν την ενότητα της εργατικής κίνησης και τή συνεργασία των δημοκρατικών και λαικών δυνάμεων».Λυπάμαι πού έχω επιβάλει στους αναγνώστες μου αυτή τή βαριά τιμωρία. Αλλά έπρεπε  να παραθέσω αυτό το βραδύ και άμορφο κείμενο πού διατηρεί τις αρχές αλλά δέχεται το λύγισμα τους· πού δέν καταδικάζει ρητά καμιά παρέκκλιση, αλλά ενισχύει την παλιά γραμμή και πού θα μείνει ή μόνη μαρτυρία πού προσφέρεται στους σοβιετικούς λαούς μέ τις επεμβάσεις στο συνέδριο  να έχουν, όπως το είδαμε ήδη, λογοκριθεί ευρύτατα στο σοβιετικό τύπο. Αφάνταστες ωμότητες. Όταν ακούμε τον Μ. Μαρσαί  να μιλά για δημοκρατία, για διαδοχή στήν εξουσία, για παραίτηση από την άρχή του προλεταριάτου, ή πρώτη ιδέα πού έρχεται στο μυαλό είναι πώς πρόκειται για εκλογικούς χειρισμούς πού προλογίζουν στη Γαλλία τή συνδιάσκεψη του 1978. Δικαιολογούμαστε τότε  να θυμηθούμε τή φράση του Λένιν πού «δικαιώνει» την προσφυγή στο ψέμα, πού πρόσφατα ξαναγεννήθηκε. Αλλά οφείλουμε επίσης ν άναθυμηθουμε τις αφάνταστες ωμότητες του σοβιετικου καθεστώτος: κάτω από τον Στάλιν δεκάδες εκατομμύρια νεκροί· κάτω από τον Μπρέζνιεφ ένας τεράστιος αριθμός εκτοπισμένων στά στρατόπεδα εργασίας ή αναμόρφωσης καθώς και στά ψυχιατρικά άσυλα. Μνημονεύσαμε παραδείγματα αυτών των αισχροτήτων, θυμηθήκαμε τις μαζικές εκτοπίσεις των εθνικών μειονοτήτων, τον περιορισμό, στά 1975, των άδειων αποδημίας στο Ισραήλ σέ 800 το μήνα, ενώ 120.000 αιτήσεις είναι σέ εκκρεμότητα, πώς οί άδειες εκχωρούνται συχνά την τελευταία στιγμή και ότι την προηγουμένη οί υποψήφιοι διακινδυνεύουν  να συλληφθουν ή  να στερηθούν τή βιοποριστική τους εργασία…Μνημονεύουμε μιά πρόσφατη μαρτυρία, συνταρακτική, ένα μικρό βιβλίο ακόμα αδημοσίευτο στάγαλλικά, μιας γνωστής ρωσίδας ήθοποιου και μπαλαρίνας, της Lioubov Berchadskaia μέ την κατηγορία ότι έπισκεφτόταν συχνά την πρεσβεία των Ενωμένων Πολιτειών, πέρασε δέκα χρόνια στις φυλακές και τά στρατόπεδα. Μιά από τις τρομακτικές εμπειρίες πού έζησε υπήρξε εκείνη της καταστολής στά 1954  δηλαδή κάτω από τον Χρουστσώφ της εξέγερσης του στρατοπέδου εργασίας του Kinguir στο Καζακστάν, στήν κεντρική Ασία: τέσσερα σοβιετικά άρματα  να συντρίβουν κρατούμενους απεργούς, πού προηγουμένως είχαν καταβρέξει μέ ζεστό νερό αυτοκίνητα πυροσβεστών. Απολογισμός, χωρίς  να λογαριάσουμε τούς τραυματίες, σέ σαράντα λεπτά: πεντακόσιοι νεκροί και εφτακόσιοι κρατούμενοι πού τρελάθηκαν. «…Σ ένα τέταρτο της ώρας, τά μαλλιά μου έγιναν εντελώς άσπρα…», γράφει ή συγγραφέας.Ένα ανάλογο καθεστώς όπως και οί ξένοι εγκωμιαστές του δέν είναι ικανό  να παίξει διπλό ή τριπλό παιχνίδι, μέ ζημιά εκατομμυρίων θυμάτων; Τά δικαιώματα του άνθρωπου Καθένας από μάς καταδικάζει βέβαια ανάλογες βαρβαρότητες. Αλλά οί κομμουνιστές αρνούνται την πραγματικότητα τους, ή, τουλάχιστον, δέν την δέχονται παρά για την εποχή του Στάλιν, ενώ γνωρίζουμε πώς, ακόμα κι άν αυτά δέν συμβαίνουν στήν ίδια κλίμακα, το συγκεντρωτικό καθεστώς υπάρχει στήν ΕΣΣΔ. Μένει άλλωστε  να ρυθμίσουμε μέ την ΕΣΣΔ ένα πιό γενικό πρόβλημα, του σεβασμού των δικαιωμάτων του άνθρωπου, πού ανακινήθηκε, έπίσής, στο συνέδριο του Ελσίνκι μετά από τόσες διεθνείς έντάσεις! Πραγματικά, την 1η Αύγουστου 1975, ή ΕΣΣΔ συνυπέγραψε δηλαδή έκανε δικά της! τά συμπεράσματα αυτού του συνεδρίου. Αλλά επιφυλάσσεται  να τά εφαρμόσει! Ανάμεσα στά δικαιώματα του άνθρωπου πού παραμένουν πάντα νεκρό γράμμα στήν ΕΣΣΔ και μέσα σ όλο τον κομμουνιστικό κόσμο, είναι τά δικαιώματα της ελεύθερης κυκλοφορίας ανθρώπων και ίδεών,καθώς επίσης εκείνα της ελεύθερης πληροφόρησης. Ολες αυτές οί αρχές πού ξανατονίστηκαν στο Ελσίνκι είναι άλλωστε εξίσου αναγραμμένες στο Σοβιετικό Σύνταγμα. Αλλά δέν εφαρμόστηκαν ποτέ…Πραγματικά, διατηρείται ή πιό αυστηρή λογοκρισία των πληροφοριών και δέν υπάρχει καμιά ελευθερία στον τύπο. Τόιδιο, τά θεμελιώδη δικαιώματα του άνθρωπου δέν τά σέβονται πουθενά μέσα στόν κομμουνιστικό κόσμο όπου οί μετακομίσεις από τή μιά πόλη στήν άλλη άπαιτουν μιά προηγούμενη άδεια, όπου χίλια εμπόδια επιβάλλονται στους υποψήφιους για αποδημία… Οσο άνθρωποι πού μιά σκοτεινή μοίρα έφερε στόν κόσμο μέσα στο εσωτερικό του κομμουνιστικου χώρου δέν θα απολαμβάνουν τά πιό στοιχειώδη δικαιώματα,  να μιλούν και  να γράφουν ελεύθερα,  να ταξιδεύουν σύμφωνα μέ την επιθυμία τους μέσα στη χώρα ή  να την εγκαταλείπουν για  να έγκατασταθουν στο εξωτερικό- όσο αρχές πού αναγράφονται στο Σύνταγμα της ΕΣΣΔ ή σέ συμφωνίες πού υπογράφονται και επικυρώνονται από αυτή τή δύναμη, όπως αυτή του Ελσίνκι, θα παραμένουν νεκρό γράμμα στο εσωτερικό ενός Κράτους, ή αληθινή ειρήνη δέν θα επικρατήσει…Παρά τις επίσημες ανακοινώσεις μέ το αντίθετο περιεχόμενο, οί άντρες και οί γυναίκες πού πειθαρχούν στο κομμουνιστικό καθεστώς το υποφέρουν ανυπόμονα. Οχι μονάχα ό κομμουνισμός δέν εγκαταστάθηκε μέσα στις περισσότερες χώρες παρά μέ πολέμους ή στρατιωτικές καταλήψεις, αλλά ακόμα οί πληθυσμοί πού υπομένουν αυτό το ζυγό επιχειρούν  να τον συντρίψουν. Στάσεις ξέσπασαν στο Ανατολικό Βερολίνο στά 1953, σέ μισή δωδεκάδα πόλεις στήν Πολωνία και την Ουγγαρία στά 1956, στήν Τσεχοσλοβακία στά 1968. Κατεστάλησαν μέ βαρβαρότητα από τις σοβιετικές δυνάμεις, πού, ανάμεσα σέ άλλα, κατέλαβαν και κατέχουν πάντα την Τσεχοσλοβακία, δέκα χρόνια μετά την καταστροφή από τον κόκκινο στρατό της «Ανοιξης της Πράγας».Έκτος από την Τσεχοσλοβακία στά 1948, ό κομμουνισμός εγκαταστάθηκε παντού μέ τή βία, τον εξαναγκασμό, τον εμφύλιο πόλεμο ή την κατάληψη από ξένες κομμουνιστικές δυνάμεις. Οί εμφύλιοι πόλεμοι διάρκεσαν χρόνια στη Ρωσία, δεκαετίες στήν Κίνα και σέ άλλες χώρες της  Ασίας.  Η κατάληψη από τις σοβιετικές δυνάμεις χρησιμοποιήθηκε στις τέσσερις γειτονικές χώρες πού προσαρτήθηκαν από τή Ρωσία στά 1920, το Ίδιο όπως έγινε στήν Πολωνία, τή Ρουμανία, την Ουγγαρία, τή Βόρεια Κορέα, το Βιετνάμ, την Καμπότζη κλπ.Αν ή ρήξη μέ τή Γιουγκοσλαβία, από το 1948 ώς αυτά τά τελευταία χρόνια ενόχλησε ελάχιστα το διεθνή κομμουνιστικό οργανισμό, εκείνη μέ την Κίνα του φέρνει, το είδαμε, μεγαλύτερη σκοτούρα.Αλλά το αίνιγμα για έναν αριθμό σοβιετικών ιθυνόντων, παραμένει το ερώτημα  να ξέρουν άν, στο εσωτερικό του «κομμουνιστικομοσχοβίτικου» κόσμου, ό προμαχώνας των υποταγμένων λαών δέν θα ύπονομευτει από τις κεντρόφυγες δυνάμεις πού ασκούνται στους κόλπους διαφόρων κομμάτων πού έχουν φτάσει  να ονειρεύονται τον «εύρωκομμουνισμό». Ό κινεζο-κομμουνιστικός κόσμος πιό πυκνός, πιό δραστήριος, πιό επαναστατικός δέν θα απειλήσει μιά μέρα επικίνδυνα την ύπαρξη του εύρωκομμουνισμου; «Μέ τά διηπειρωτικά τους μηχανήματα και τις πυρηνικές τους δυνάμεις, θα μπορουσαν ν αφανίσουν μ ένα μόνο χτύπημα εκατό εκατομμύρια ζωές σέ μάς», μου έλεγε, έδώ και μερικά χρόνια, ό υπουργός των Εξωτερικών της ΕΣΣΔ,Γκρομύκο. « Εμείς επίσης θα μπορούσαμε  να τούς προκαλέσουμε την ιδια καταστροφή. Αλλά αυτοί μέ τον πληθυσμό τους, την αύξηση τους τή δημογραφική, θα το άντεχαν. Έμεις, όχι…»Άν προσθέσουμε σ αυτό τον πίνακα πώς ό καπιταλιστικός κόσμος περνά μιά από τις «κυκλικές του κρίσεις» πολλαπλασιάζοντας αργία, αθλιότητα και δυσαρέσκεια και πώς ή «εύρωκομμουνιστική» ομάδα θα ήθελε  να επωφεληθεί από αυτήν, αλλά χωρίς ν αδυνατίσει στήν Ανατολή, αντίκρυ στήν κινεζο-κομμουνιστική απειλή, καταλαβαίνουμε τις αγωνίες του Μπρέζνιεφ και των φίλων του της Μόσχας καθώς και τις αποφάσεις τους, συχνά αντιφατικές φαινομενικά, αλλά πού κατευθύνονται πάντα σ ένα διπλό σκοπό:  να συγκρατήσουν τον κινέζικο κομμουνισμό για  να μήν καταστραφούν άπ αυτόν και  να καταστρέψουν τον ευρωπαικό καπιταλιστικό κόσμο…Δέν έχουμε φτάσει ευτυχώς σ αυτό το σημείο της ιστορίας του κόσμου: ή Ευρώπη, ιδιαίτερα άν κατορθώσει  να ενωθεί και τά * Ενωμένα Εθνη μπορουν, άν άγωνιστουν μαζί,  να παραμείνουν πιό ισχυρά από τον κομμουνιστικό κόσμο…Κατάκτηση του κόσμου από την Αφρική;Οταν ένας τομέας κάμπτεται, ή Μόσχα προσπαθεί  να ελευθερώσει έναν άλλο για  να μεταφέρει έδώ την επίθεση της. Αν όπως ή Ευρώπη, ή  Ασία μπολσεβικοποιήθηκε ευρέως μέ την Κίνα, τή Μογγολία, τή Βόρεια Κορέα, το Βιετνάμ και την Καμπότζη, ή Αφρική μεταμορφώνεται από το συνέδριο του Bandoeng, πού προκάλεσε στά 1955, την αφύπνιση των αποικισμένων λαών, ιδιαίτερα στις ζώνες των διαρκών ταραχών, όπου τά φυλετικά μίση προστίθενται στις παραδοσιακές εχθρότητες και, πρίν λίγο, στους κοινωνικούς αγώνες.Μιά υποήπειρος λευκή και ρατσίστρια στο Νότο, πού ή ύπαρξη της απειλείται μέρα μέ τή μέρα από την άφύπνηση των Μαύρων, συνυπάρχει έδώ μέ δυο αραβικούς κόσμους και μέ δυο μαύρους κόσμους.Οί δυο αραβικοί κόσμοι, στο βορρά της ηπείρου και εκατέρωθεν της Ερυθράς θαλασσας είναι των χωρών πού παράγουν το πετρέλαιο, όπως ή Λιβύη και των χωρών πού δέν παράγουν. Μέσα στόν ένα και τον άλλο, οί πληθυσμοί είναι εξαθλιωμένοι- αλλά τά Κράτη και οί ιθύνοντες τους είναι πλούσια στήν πετρελαιοφόρα περιοχή και άσκουν στις χτεσινές δυνάμεις των αποικιστών μιάν αναμφισβήτητη οικονομική, τραπεζική και εμπορική επίδραση.Ή μαύρη Αφρική είναι διαιρεμένη σέ πολυάριθμα Κράτη πού τά περισσότερα τους κυβερνιούνται από τραγικά νευρόσπαστα: δεκανείς των ευρωπαικών στρατών, «αύτοαναγορευθέντες» στρατάρχες και αυτοκράτορες πού εξολοθρεύουν τούς πολιτικούς τους αντιπάλους.Ορισμένα Κράτη, όπως ή Αγκόλα, έχουν ήδη ύποκύψει στήν επίδραση της Μόσχας, άλλοτε άμεσα, άλλοτε μέ τή μεσολάβηση του Φιντέλ Κάστρο και των κουβανών στρατιωτών του, πού μεταφέρθηκαν από τον Ωκεανό μέ μεγάλες ενισχύσεις…σοβιετικών δολλαρίων.Παρευρισκόμαστε έτσι σήμερα σέ μιά διπλή κατάληψη της Αφρικής από τον κομμουνισμό, μέ τις προσπάθειες του ν ασκούνται από τή μιά πλευρά στίς όχθες της Ερυθράς Θαλασσας, δηλαδή ταυτόχρονα στη γειτονιά των πετρελαιοφόρων ζωνών και σέ κείνη πού ταράζεται από την ισραηλινοαραβική διένεξη· και, από την άλλη πλευρά, στο μεσημβρινό μέρος της ηπείρου, σύμφωνα μέ δύο αντίθετους άξονες: προς το βορρά, στήν Αγκόλα, μέ την υποστήριξη των κουβανών στρατιωτών και πρός το νότο, το Ζαιρ, μέ τή βοήθεια των πρώην Καταγκέζων χωροφυλάκων. Η σοβιετική διπλωματία φαίνεται  να έχει καθορίσει σήμερα τούς παρακάτω σκοπούς για μιά περίοδο πού δέν μπορούμε  να προβλέψουμε τή διάρκεια της:

 να πραγματοποιήσει έναν σχετικό κατευνασμό στήν Ευρώπη διατηρώντας τις προηγούμενες κατακτήσεις αλλά χωρίς  να αναζητά σήμερα καινούργιες. Είναι δώ ή μεγάλη αλλαγή πού έγινε από τή ρωσοκινέζικη ρήξη, πού πρίν αυτή το ουσιαστικό πρόβλημα ήταν ή προώθηση πρός τή Δύση, μέ την κατάκτηση της Τσεχοσλοβακίας τον Φεβρουάριο του 1948 και τις απεργίες μέ επαναστατικούς στόχους στη Γαλλία τον Όκτώβριο του ίδιου χρόνου·

Στήν Ασία,  να σχηματίσουν μέτωπο ενάντια στήν κινέζικη απειλή, ενισχύοντας αυτή τή ζώνη των άποτραβηγμένων δυνάμεων του ευρωπαικού τομέα

Στη Βόρεια Αφρική  να επωφεληθούν από τις ταραχές, τις εθνικές και φυλετικές αντιζηλίες, τή γενική κακοδιοίκηση και την αναρμοδιότητα των περισσοτέρων κυβερνητών, για  να διεισδύσουν παντού, όπου είναι δυνατό, μέ το διπλό σκοπό  να εξασφαλίσουν τή σοβιετική υπεροχή στήν Ερυθρά Θαλασσα, τή θαλασσα του πετρελαίου- ν ανεβούν προς τή Μεσόγειο για  να έγκατασταθουν έδώ, από το Νότο, αντισταθμίζοντας έτσι την αποτυχία πού δοκίμασαν στις προσπάθειες διείσδυσης από τή Μέση Ανατολή. Στη Νότιο Αφρική  να βοηθήσουν τούς Μαύρους ωθώντας τους πρός τον ένοπλο αγώνα ενάντια στά μεσαιωνικά καθεστώτα πού διατη ρουν την υπεροχή της λευκής μειονότητας.Άν αυτοί οί διάφοροι στόχοι προσεγγίζονταν μιά μέρα, το ποσοστό στά εκατό της επιφάνειας της γήινης σφαίρας και των ανθρώπων των υποταγμένων στη δικτατορία του μοναδικου Κόμματος θα έπρεπε  να ξαναυπολογιστουν: όλες οί εκτιμήσεις πού δόθηκαν στήν άρχή αύτου του κειμένου θα είχαν ευρύτατα ξεπεραστεί και ή καινούργια σοβιετική προέλαση θα γεννουσε γρήγορα μέ τή σειρά της καινούργιες φιλοδοξίες! Άς ευχηθούμε λοιπόν όλα αυτά τά ενδεχόμενα  να παραμείνουν άπλες θεωρητικές απόψεις!

ΤΕΛΟΣ


ΖΥΛ ΜΟΚ (MOCH)

Ό Γάλλος πολιτικός Ζύλ Μόκ γεννήθηκε στά 1893 και χρημάτισε πολλές φορές υπουργός. Σάν αντιπρόσωπος της Γαλλίας πήρε μέρος στήν Επιτροπή Αφοπλισμού των Ενωμένων Εθνών, και το 1955 κατάρτισε σχέδιο για την απαγόρευση των πυρηνικών δπλων και των πυρηνικών δοκιμών, προτείνοντας την ολοκληρωτική καταστροφή των αποθεμάτων πυρηνικών οπλων.


ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΝ ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ «ΠΕΙΣΤΗΡΙΑ»

  • Ν. Μπερντιάεβ: «Ό χριστιανισμός και το πρόβλημα του Κομμουνισμου».
  • Διαφόρων: «Χιλή. το μαρτύριο ενός λαού».
  • Α. Σολζενίτσυν: «Ανατολή και Δύση».
  • Διαφόρων: «Φυλακισμένοι Μάρτυρες και Ηρωες στήν ΕΣΣΔ».
  • «Ή έκθεση των Αγγλικών Εργατικών Συνδικάτων».
  • Μαλρώ, Μπρετόν, Σιλόνε, Καισλερ, Χούκ, Αρόν: « Ελευθερία της Τέχνης, Ελευθερία της Επιστήμης και Μαρξισμός».
  • Ν. Ροδίτσα: «το δεύτερο παιδομάζωμα» (1948).
  • Ζύλ Μόκ: «Ανατομία του Κομμουνισμού».

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ 1977, ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Α/ΦΩΝ Γ. ΡΟΔΗ ΑΜΑΡΟΥΣΙΟΥ – ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ 59  ΜΑΡΟΥΣΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ «I. ΣΙΔΕΡΗΣ» ΣΤΗ ΣΕΙΡΑ «ΠΕΙΣΤΗΡΙΑ»

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s