Εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2001

«Η θεωρία του ολοκληρωτισμού ή, πιο σωστά, οι θεωρίες του ολοκληρωτισμού αναπτύχθηκαν εκκινώντας από σκέψεις και αναλύσεις – ειδικότερα των Γερμανών πολιτικών προσφύγων Χάννα Άρεντ, Ernst Fraenkel και Franz Neumann – σχετικά με τη φύση και τη δομή του ναζισμού, προφανώς όμως ο όρος είναι παλιότερος. Σύμφωνα με τον Ian Kershaw, ο οποίος περιγράφει την ιστορία της έννοιας του ολοκληρωτισμού, ο όρος ανάγεται στη δεκαετία του 1920. (20) Στην Ιταλία χρησιμοποιήθηκε κατ’ αρχάς ως αντιφασιστικό σύνθημα, ενώ κατόπιν, πολύ σύντομα, τον οικειοποιήθηκαν ο Gentile και στη συνέχεια ο Μουσσολίνι. (21) Κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940 χρησίμευσε εκ νέου στις αναλύσεις της αριστερής τάσης του φασισμού, όμως η τελική διαμόρφωση της θεωρίας συντελέστηκε μετά το 1950. Ακόμη και αν εγγράφεται πιο άμεσα στις κοινωνικές και τις πολιτικές επιστήμες, η θεωρία του ολοκληρωτισμού χρησίμευσε ως κώδικας ανάλυσης και ερμηνευτικό μοντέλο για το σύνολο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών.

Έργο της είναι η περιγραφή του συστήματος εξουσίας σε μια συγκριτική προοπτική. Ως διακριτικό γνώρισμα των ολοκληρωτικών καθεστώτων ορίστηκε η ικανότητα της εξουσίας να παρεμβαίνει οιαδήποτε στιγμή και με οιαδήποτε μορφή στη ζωή του καθενός: σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς η άσκηση της εξουσίας είναι εξ ορισμού αυθαίρετη και πανταχού παρούσα. Τα χαρακτηριστικά του συστήματος καθορίστηκαν από τον Carl Joachim Friedrich σύμφωνα με τις παρακάτω παραμέτρους: μία επίσημη ιδεολογία, ένα και μοναδικό μαζικό κόμμα, αστυνομοκρατία, μονοπώλιο των όπλων και μια σχεδιοποιημένη οικονομία. (22) (…)

(…)Το παράδειγμα του ολοκληρωτισμού κατευθύνουν επίσης τον Merle Fainsod στο Smolensk under Soviet Rule (1958), μελέτη βασισμένη στα διάσημα αρχεία του Σμολένσκ τα οποία οι Αμερικανοί ανέκτησαν από τους Γερμανούς στο τέλος του πολέμου. (24) Ωστόσο, σε αυτή την ιστορική μελέτη, η στατική και μονόπλευρη θέαση μιας κοινωνίας ολοκληρωτικά υποταγμένης σχετικοποιείται μέσω των παρατηρούμενων διαδικασιών και των γεγονότων που περιγράφονται. Πράγματι, η ομοιογένεια και η αποτελεσματικότητα του κράτους και του Κόμματος αποδεικνύονται ότι δεν είναι αψεγάδιαστες. Προς αυτή την κατεύθυνση, και ως αντίδραση στην τύφλωση των ερευνητών απέναντι στη γενεαλογική διάσταση και τα δυναμικά στοιχεία μιας συγκεκριμένης κοινωνίας, αναπτύσσεται σιγά-σιγά μια κριτική στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας. Σε κάθε περίπτωση, η επιρροή της θεωρίας του ολοκληρωτισμού παρέμενε ισχυρή μέχρι και τη δεκαετία του 1970, ακόμη κι αν οι θιασώτες της αναγκάστηκαν να μετριάσουν τις αξιώσεις τους, και κυρίως την αντίληψη ότι κατέχουν ένα ερμηνευτικό κλειδί για τη σφαιρική ερμηνεία του συστήματος.» (σελ. 40-42)

Στη συνέχεια αναφέρεται η «αναθεωρητική στροφή» που αναπτύσσεται με την κρίση του Ψυχρού Πολέμου και των ακαδημαϊκών μοντέλων που είχαν συγκροτηθεί με βάση τον «ολοκληρωτισμό». Έτσι, διάφοροι ερευνητές, όπως ο Robert Tucker («άνωθεν επανάσταση») που θέτει υπό αμφισβήτηση τη θεωρία της χρονικής αλληλουχίας μεταξύ λενινισμού και σταλινισμού, δηλαδή καταρρίπτουν την ντετερμινιστική λογική που διαπερνούσε τις θεωρίες περί ολοκληρωτισμού. Άλλοι, όπως  ο Moshe Lewin στα πλαίσια της κοινωνικής ιστορίας θέτουν ξανά τις τάξεις και τα συμφέροντά τους στο προσκήνιο για την ερμηνεία των εξελίξεων π.χ. της κολλεκτιβοποίησης. Ακόμη πιο νέες επανεξετάσεις του τρόπου λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας των κρατικών και κομματικών μηχανισμών καταστολής δείχνουν Gabor Ritterspoon) ότι επρόκειτο για «ένα σύστημα το οποίο δεν στερείται αντιφάσεων και αυτοσχεδιασμών, ανταγωνιστικών αντιλήψεων και αντίπαλων ομάδων».

Ακόμα και η ίδια η ερμηνεία της «τρομοκρατίας» για την ΕΣΣΔ και τις λοιπές χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» αλλάζει, καθώς αποδεικνύεται ότι «η τρομοκρατία δεν ήταν διόλου ένας μηχανισμός που διευθυνόταν αποκλειστικά από το κέντρο και ελεγχόταν από αυτό σε κάθε φάση και σε κάθε λεπτομέρεια». Αντιθέτως, υποστηρίζεται ότι «οι εκστρατείες καταστολής έδιναν την ευκαιρία στους μικροκαλλιεργητές, τους εργάτες και τη φτωχολογιά γενικότερα να κινηθούν εναντίον όσων τους δυσχέραιναν στην καθημερινή τους ζωή ή εμπόδιζαν την κοινωνική τους άνοδο».

Βλέπουμε, λοιπόν, πώς αρχίζει και σχετικοποιούνται οι θεωρίες αυτές που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν μόνο με όρους εξουσίας τις εξελίξεις στην ΕΣΣΔ και τις λοιπές χώρες που ήταν υπό την επιρροή της (η Κίνα και οι Ασιατικές χώρες είναι ακόμη πιο διαφορετικές περιπτώσεις που καταρρίπτουν τις θεωρίες του ολοκληρωτισμού μ’ αυτή την έννοια).

Αν στις αναλύσεις θέσουμε τον παράγοντα «ταξική πάλη» σε πρώτο πλάνο θα μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε καλύτερα τα πράγματα (δομές, εξελίξεις),

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s