ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Τα αδιέξοδα της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής κρίσης και ταυτόχρονα η θέση μας στην Ενωμένη Ευρώπη απαιτούν με­γάλες και τολμηρές τομές στο θεσμικό πλαίσιο της χώρας.

Οι αρχηγικοί εγωϊσμοί και τα κομματικά συμφέροντα οδήγησαν στον εκφυλισμό των θεσμών και αναίρεσαν τα δικαιώματα των νέων ανθρώπων για αξιοκρατία, ανανέωση και όραμα.

Οι κατεστημένοι παλαιοκομματικοί σχηματισμοί δεν εκφράζουν τίποτε άλλο από τη χρεοκοπία του πολιτικού χθες.

Επιτακτική επομένως προβάλλει η ανάγκη για υπέρβαση της σημερινής κατεστημένης συμπεριφοράς, για επανάσταση της σύγχρονης πολιτικής συνείδησης, για συνεχή ρήξη με την παλαιά νοοτροπία.

Το έργο του Πέτρου Χασάπη «Το τέλος των Πρωθυπουργών» εκφράζει μια εναγώνια προσπάθεια συνεχούς αναζήτησης του αληθινού πνεύματος της δημοκρατικής αρχής στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα και κινείται στη δυναμική της ευρύτερης έννοιας της υπέρβασης.

Η υπέρβαση δεν είναι μια έννοια στατική που επιχειρεί να δημιουργήσει νέες κατεστημένες νοοτροπίες στη θέση των παλαι­ών, αλλά μια δυναμική έννοια προς την κατεύθυνση της διαρκούς παρεμπόδισης δημιουργίας κατεστημένων δομών.

Το βιβλίο αυτό συμβάλλει στη διακρίβωση των αιτιών που προκάλεσαν τη σημερινή κοινωνική και πολιτική κρίση. Ταυτό­χρονα όμως παρουσιάζει και συγκεκριμένες σημαντικές προτάσεις που στοχεύουν πέρα από τις δυνατότητες του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και είναι ικανές να οδηγήσουν σε προβληματισμό και γόνιμη συζήτηση.

ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΣΑΜΑΡΑΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η χώρα όπου γεννήθηκε η δημοκρατία και λατρεύτηκαν οι αξίες, κατέληξε σήμερα να γίνει η άρνηση τους.
Ήδη, ο χρόνιος παλαιοκομματισμός έχει δημιουργήσει μέσα στο κάθε άτομο τόσο ισχυρά και ανοσοποιητικά για τον ίδιο (τον παλαιοκομματισμό) αντανακλαστικά και η όλη κατάσταση έχει φτάσει σε τόσο οριακά σημεία, που αναπόδραστα πλέον η μόνη λύση που απομένει είναι το άτομο να υπερβεί εαυτόν.
Αυτό όμως είναι μια ουτοπία αν το άτομο αφεθεί να αγωνιστεί μόνο του μέσα στο υπάρχον ελλειμματικό θεσμικό πλαίσιο.
Πρόθεση αυτού του βιβλίου είναι αφ’ ενός να προβληματίσει και αφ’ ετέρου -και πάνω απ’ όλα- να προκαλέσει για λύσεις εδώ και τώρα.
Η ύλη κινείται σε τέσσερα θεματικά επίπεδα:
ΠΡΩΤΟΝ: Γίνεται μια προσπάθεια απελευθέρωσης της σκέψης από τις στενωπούς που δημιουργούν τα παλαιοκομματικά συμπλέγματα και οι συναφείς προπαγάνδες. Μια προσπάθεια δημιουργίας ενός καινούριου εργαλείου σκέψης, που θα μπορεί να βοηθήσει στο «φιλτράρισμα» των διαφόρων πολιτικών ερεθισμάτων, στη βάση μιας αυτοπροσδιοριζόμενης πολιτικής προσωπικότητας, με παράλληλη αποκήρυξη οποιουδήποτε ετεροπροσδιορισμού.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Γίνεται μια διαχρονική ιστορική αναζήτηση των αιτιών εκείνων που ευνόησαν, επέτειναν και παγίωσαν την αυτονόμηση του πολιτικού στοιχείου από τις κοινωνικές διεργασίες, γεγονός που οδήγησε στην ανεξέλεγκτη νομή της εξουσίας, με τελική κατάληξη τη νομή της ίδιας της κοινωνίας.

ΤΡΙΤΟΝ: Γίνεται μια καταγραφή των κοινωνικο-πολιτικών προβλημάτων και μια προσπάθεια διακρίβωσης ενός κοινού λογικού πλαισίου αναφοράς, πάνω στο οποίο θα πρέπει στο εξής να κινούνται οι λύσεις των προβλημάτων αυτών.
ΤΕΤΑΡΤΟΝ: Γίνονται κάποιες συγκεκριμένες προτάσεις για πληθώρα θεσμικών αλλαγών, ώστε να εξαλειφθούν τα θεσμικά ελλείμματα που αναιρούν τη δημοκρατία και ταυτόχρονα συμβάλλουν στην υποδούλωση της κοινωνίας.
Μερικές από αυτές τις προτάσεις, οι οποίες είχαν ήδη διατυπωθεί από το 1994, είναι:

  1. Αλλαγή του ισχύοντος κοινοβουλευτικού κυβερνητικού συστήματος και θέσπιση ενός προεδρικού συστήματος.
  2. Εκλογή του αρχηγού του κράτους κατευθείαν από το λαό, με ταυτόχρονη κατάργηση της διαρχίας πρωθυπουργός – πρόεδρος της δημοκρατίας που δεν έχει κανένα ουσιαστικό λόγο ύπαρξης.
  3. Οι βουλευτές σε καμία περίπτωση δεν θα υπουργοποιούνται μέσα στην περίοδο για την οποία εξελέγησαν, για να υπάρξει πλήρης διαχωρισμός νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.
  4. Θέσπιση νόμου για ενιαία δημοκρατική συγκρότηση και λειτουργία των κομμάτων.
  5. Εκλογή του αρχηγού του κάθε κόμματος από όλα τα μέλη του κόμματος με μυστική ψηφοφορία. Όταν είχε διατυπωθεί αυτή η πρόταση από αυτό εδώ το βιβλίο το 1994, τα τότε κόμματα εξέλεγαν τον αρχηγό τους είτε μέσα από τις κοινοβουλευτικές τους ομάδες είτε μέσα από συνέδρια. Αργότερα  το ΠΑΣΟΚ άλλαξε το καταστατικό του και εκλέγει το αρχηγό του από την κομματική βάση. Αυτό αποτελεί αναμφισβήτητα μία θετική εξέλιξη.
  6. Εκλογή όλων των υποψήφιων βουλευτών, ακόμη και εκείνων που είναι ήδη βουλευτές για την περίοδο που λήγει, από όλα τα μέλη του κόμματος με μυστική ψηφοφορία. Δεν θα πρέπει να εξαρτάται η πολιτική παρουσία των εκπροσώπων του λαού από τις επιθυμίες του αρχηγού και κατ’ επέκταση και των συμφερόντων που ενδεχομένως τον στηρίζουν.
  7. Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, όλων των βαθμίδων, από το φυσικό της χώρο και όχι το διορισμό της από την κυβέρνηση. Διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει διαχωρισμός δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας.
  8. Εκλογή του νομάρχη και του περιφερειάρχη κατευθείαν από το λαό.  Αυτή η πρόταση είχε διατυπωθεί το 1994, ήδη ο νομάρχης εκλέγεται από το λαό. Θα πρέπει όμως και ο περιφερειάρχης να εκλέγεται από το λαό και να μην διορίζεται από την κυβέρνηση.
  9. Εκλογή του επικεφαλής της Εισαγγελίας του κάθε νομού και του επικεφαλής της Αστυνομίας του νομού από το λαό. Μόνο κάτω από την ηγεσία και τον έλεγχο λαϊκών εκπροσώπων, που εκλέγονται, ελέγχονται και λογοδοτούν στην τοπική τους κοινωνία, αφενός θα σπάσουν τα παραδικαστικά κυκλώματα αφετέρου η αστυνομία θα αφιερωθεί πιο ουσιαστικά στο κοινωνικό της έργο.
  10. Θέσπιση τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ του πολίτη σε σχέση με την κεντρική εξουσία.
  11. Μεταβίβαση στους ΟΤΑ πλήθους δημοσίων πραγμάτων, αρμοδιοτήτων και υπηρεσιών, όπως εφορίες, δικαστήρια (κτίρια και διοικητικό προσωπικό) κ.λπ.

«Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή,
που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο
στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινό αίσθημα
να συμπίπτει με εκείνο των αρίστων…». ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ1

KΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ:  ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ

Pρώτη εικόνα

Η μελέτη της νεότερης Ιστορίας μας στις πραγματικές της βάσεις αποκαλύπτει μια ζοφερή εικόνα του πρόσφατου παρελθόντος αυτού του λαού και αυτού του τόπου και προδικάζει με μαθηματική ακρίβεια ένα ισάξιο μέλλον.
Όσες φορές και σε όποιες πηγές και αν ανατρέξει κάποιος που επιθυμεί να μελετήσει τη νεότερη Ιστορία μας, με καθαρό μυαλό, μακριά από συμπλέγματα και προκαταλήψεις, καταλήγει στο ίδιο πάντοτε αποθαρρυντικό συμπέρασμα. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, μια ιδιόμορφη πολιτική ολιγαρχία2, ανανεούμενη έκτοτε με τους δικούς της κανόνες και με τη βοήθεια ενός εισαχθέντος και ξένου προς την τότε κοινωνική μας πραγματικότητα εξουσιαστικού συστήματος, πήρε στα χέρια της τα ηνία της πολιτικής εξουσίας και με τη χρήση της τεράστιας γραφειοκρατικής μηχανής, την οποία η ίδια δημιούργησε, κρατά από τότε και μέχρι σήμερα δέσμια και καθοδηγούμενη την ελληνική κοινωνία, προς εξυπηρέτηση των ποικίλων συμφερόντων που τη συνέχουν και τη στηρίζουν.
Στο πέρασμα του χρόνου άλλαξε μεθόδους, όχι όμως και το βασικό της στόχο. Όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί, δεν έγινε και δεν γίνεται φυσικά ακόμη και σήμερα καμία προσπάθεια από το παλαιοκομματικό κατεστημένο για να πραγματωθεί η ιδέα της δημοκρατίας. Αντιθέτως, όλες οι προσπάθειες απέβλεπαν και αποβλέπουν ακριβώς στο να αποκλείσουν τη δημοκρατία από την εξουσία, να κρατήσουν το άτομο στο περιθώριο, μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, χωρίς τις εξουσίες που του αναγνωρίζει η δημοκρατία, αδύναμο και ανήμπορο να χαράξει την πορεία της ζωής του.
Έτσι, και με τη βοήθεια του ακατάλληλου και επιζήμιου για τη χώρα μας ισχύοντος πολιτικού συστήματος, έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο συγκεντρωτικό γραφειοκρατικό οικοδόμημα, που πνίγει τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας, την οποία και οδηγεί στην εξαθλίωση, την υποταγή και το μαρασμό.
Πολλοί παράγοντες έχουν συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Ο κυριότερος όμως παράγοντας είναι ότι, για πολλούς λόγους, δεν εκδηλώθηκαν στην ελληνική κοινωνία, μετά την απελευθέρωση, εκείνες οι κοινωνικές συγκρούσεις και ανακατατάξεις που θα σχηματοποιούσαν τη δική τους πολιτική έκφραση, όπως συνέβη στη Δυτική Ευρώπη. Αντί της εμφάνισης και της ανόδου μιας γνήσιας αστικής τάξης, δημιουργήθηκε στη χώρα μας αυτή η ιδιόμορφη ολιγαρχία, η οποία απέκτησε και τον πλήρη έλεγχο της πολιτικής και με τη βοήθεια του κρατικού μηχανισμού επέβαλε τη θέληση της στην ελληνική κοινωνία. Το κράτος εμφάνισε μια υπερανάπτυξη σε όλους τους μηχανισμούς αναγκαστικής επιβολής και έγινε ο ρυθμιστής της ζωής μας, παρουσιάζοντας μια μεγάλη ανεξαρτητοποίηση από το κοινωνικό σώμα.
Κύριος όμως στόχος του πολιτικού κατεστημένου ήταν και δυστυχώς εξακολουθεί να είναι- η διατήρηση της αυτονομίας του απέναντι στο κοινωνικό σώμα. Για να επιτευχθεί αυτό θα πρέπει η κοινωνία μας να συντηρείται σε μια κατάσταση αδράνειας και υποτονικότητας μακριά, δηλαδή, από κοινωνική αφύπνιση και κοινωνικές ανακατατάξεις3. Παράλληλα, όσο και αν αυτό ηχεί περίεργα, γίνεται μια προσπάθεια να «κοπούν» τα ανήσυχα πνεύματα και να προωθηθούν όσοι είναι «συνεργάσιμοι» και υπάκουοι.
Έχει διατυπωθεί η άποψη πως αυτό το κατεστημένο σύστημα καταστέλλει την προσωπικότητα και κατ’ επέκταση, υποθάλπει την ημιμάθεια και τη μετριότητα.

Ήδη από τα πιο πάνω συνάγεται ένα γενικό συμπέρασμα. Στη χώρα μας εισήχθη το κοινοβουλευτικό σύστημα, ένα καθαρά αστικό θεσμικό σύστημα, το οποίο εφαρμόστηκε σε μια κοινωνία που δεν ήταν αστική. Έχουμε δηλαδή μια νόθα κατάσταση. Αυτοί οι θεσμικοί κανόνες δεν μπόρεσαν, όπως ήταν επόμενο, να προσαρμοστούν στο ελληνικό κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται συνεχώς μια ισχυρή θεσμική αστάθεια.
Στη νεότερη Ιστορία μας ίσχυσαν συνολικά 13 Συντάγματα, αρκετές συντακτικές πράξεις και πληθώρα ψηφισμάτων4. Ήδη και το ισχύον Σύνταγμα έχει υποστεί μία πληθώρα αναθεωρήσεων, όχι πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Έτσι, τη θέση της ανύπαρκτης αστικής τάξης, μέσα στο νεοεισαχθέν θεσμικό πλαίσιο, κατέλαβε η ιδιότυπη ολιγαρχία, στην οποία αναφερθήκαμε και η οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε το θεσμικό αυτό καθεστώς, με τη βοήθεια και των απέραντων δικτύων πατρωνείας και εκλογικής πελατείας, που η ίδια δημιούργησε, για την εξυπηρέτηση προσωπικών φιλοδοξιών των μελών της και των διαφόρων πίσω από αυτά συμφερόντων.

Περίοδος 1821-1880

Σε μια υγιή κοινωνικοπολιτική ζωή το πολιτικό στοιχείο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό, αν και όχι απολύτως μονοσήμαντα, από την κοινωνική δυναμική, η οποία, με τη σειρά της, είναι αποτέλεσμα ποικίλων παραγόντων5. Υπάρχουν όμως περίοδοι μικρές ή μεγάλες στην ιστορία μιας κοινωνίας που για διάφορους λόγους αυξάνεται αντιθέτως η αυτονομία του πολιτικού στοιχείου απέναντι στο κοινωνικό σώμα. Στην περίπτωση αυτή η πολιτική ελίτ δεν διαθέτει τα αντίστοιχα κοινωνικά ερείσματα ούτε παρακολουθεί τις κοινωνικές ζυμώσεις, γεγονός που θα αποτελούσε αναμφισβήτητα μια υγιή κατάσταση, αλλά κινείται αυτόνομα. Είναι φυσικό αυτή η αυτόνομη ελίτ να προσπαθεί με κάθε μέσο να διατηρηθεί στην εξουσία. Το βασικότερο μέσο που χρησιμοποιεί για την επίτευξη του σκοπού της είναι οι κρατικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων προσπαθεί να διατηρεί υπό τον έλεγχο της την κοινωνία για να προλαβαίνει διαδικασίες ανατροπής της.
Αυτή, φυσικά, είναι μια αρρωστημένη κατάσταση, καθόσον οδηγεί σε υποτονικότητα και υπολειτουργία και επομένως σε υποδούλωση των κοινωνικών δυνάμεων. Το καλύτερο παράδειγμα στην τελευταία αυτή περίπτωση μας δίνει η νεότερη ελληνική Ιστορία6. Δυστυχώς, αυτή η μεγάλη νύχτα στην Ιστορία μας εξακολουθεί και σήμερα, πιο πολύπλοκη και πιο τελειοποιημένη.

Σε αντίθεση με τη Δυτική Ευρώπη, στη χώρα μας, για πολλούς λόγους, δεν έγιναν ουσιαστικά οι δύο μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις (μεταξύ γαιοκτημόνων και αστών και μεταξύ άρχουσας αστικής τάξης και εργατικής τάξης), που καθόρισαν τις πολιτικές εκφράσεις στη Δυτική Ευρώπη7.
Η αυτονομία της πολιτικής ηγεσίας του τόπου μας και των «πολιτικών» πρακτικών που αυτή ακολουθεί, ξεκινούν από πολύ παλιά. Τις αιτίες αυτού του φαινομένου τις συναντούμε κατ’ αρχάς στα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς και μετέπειτα του απελευθερωτικού αγώνα. Η τότε κοινωνική ηγεσία ήταν σύμμαχος αλλά και εντολοδόχος τοποτηρητής της τουρκικής εξουσίας. Αυτή η ηγεσία καταπίεζε μάλιστα αρκετές φορές τους ίδιους τους σκλαβωμένους Έλληνες. Είχε αναλάβει επιπλέον και το έργο της διαμεσολάβησης μεταξύ του ανήμπορου ραγιά και της τουρκικής εξουσίας για την επίλυση μικροπροβλημάτων. Αυτή ιδιαίτερα τη μεσολαβητική νοοτροπία δεν την απέβαλε ποτέ έκτοτε και, δυστυχώς, -παραλλαγμένη βέβαια- φτάνει ώς τις μέρες μας.
Από το βιβλίο του Νίκου Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία» (Αθήνα, 1981), πληροφορούμαστε πως το 1806 κυκλοφόρησε στην Ιταλία ένα εκπληκτικό έργο με τον τίτλο «Ελληνική Νομαρχία», του οποίου ο συγγραφέας είναι άγνωστος. Ο συγγραφέας αυτού του έργου, λοιπόν, μεταξύ άλλων καταγγέλλει με σφοδρότητα τους υπεύθυνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει η ελληνική κοινωνία προεπαναστατικά. Συγκεκριμένα, χαρακτηρίζει τους υπεύθυνους προεστούς ως «άφρονας και μωρούς ανθρώπους» και τους Φαναριώτες ως «βρωμοάρχοντας της Κωνσταντινουπόλεως»8. Οι προεστοί, κατ’ αρχάς, δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στον απελευθερωτικό αγώνα. Στη συνέχεια, όμως, κυριολεκτικά σύρθηκαν σ’ αυτόν, αφού ήταν υποχρεωμένοι να πάρουν το μέρος κάποιου, μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων και της τουρκικής εξουσίας. Παρά ταύτα, η έμπειρη αυτή τάξη των προεστών διατήρησε την ισχύ της καθ’ όλη τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, παίζοντας μάλιστα καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του.
Η ισχυρή και έμπειρη αυτή τάξη (των προεστών), από τη στιγμή που αναγκάστηκε να εκτεθεί στον αγώνα, θέλησε να πρωταγωνιστήσει και να θέσει υπό τον έλεγχο της -για δικούς της, όπως θα δούμε, λόγους- τις κοινωνικοπολιτικές προοπτικές της επανάστασης. Με εξαιρετικό ρεαλισμό και χωρίς δισταγμό παραμέριζε ό,τι της ήταν εμπόδιο, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά αυτή να οδηγήσει στον εμφύλιο σπαραγμό.
Το βασικό εμπόδιο στα σχέδια της τάξης των προεστών, μεταξύ άλλων, ήταν οι κλεφταρματολοί. Από την αρχή του αγώνα οι προεστοί προσπάθησαν να εξουδετερώσουν την ισχύ των κλεφταρματολών και στη συνέχεια να τους θέσουν υπό την εξουσία τους, μέσα από ένα θεσμικό τυπικό που θα τη νομιμοποιούσε.
Μετά την απελευθέρωση, η τάξη των προεστών εμφανίστηκε χωρίς σημαντικές απώλειες, ενισχυμένη μάλιστα από τη συμπαράσταση των Φαναριωτών9. Είναι, κατά περίεργο τρόπο, οι δύο τάξεις που, όπως είδαμε, κατήγγειλε ο άγνωστος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας», μία εικοσαετία περίπου πριν από την επανάσταση.

Οι πρόκριτοι διακατέχονταν από έντονο τοπικισμό και απέχθεια προς οποιαδήποτε μορφή κεντρικής εξουσίας που, όπως ήταν επόμενο, θα έθιγε τα κεκτημένα τοπικά προνόμια τους. Ήδη, με την έναρξη της επανάστασης οι τοπικοί πρόκριτοι με συνελεύσεις τους κατάρτισαν δικά τους τοπικά πολιτεύματα (όπως τον Οργανισμό της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, τη Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, τον Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας)10. Όπως παρατηρεί ο Α. Μάνεσης, τα πολιτεύματα αυτά εμφάνιζαν έναν ολιγαρχικό χαρακτήρα με δημοκρατική επιφάνεια11.
Σχεδόν ταυτόχρονα με τις τοπικές συνελεύσεις συνήλθε η Α’ Εθνική Συνέλευση στο χωριό Πιάδα, κοντά στην αρχαία Επίδαυρο, στις 20 Δεκεμβρίου 1821. Οι προεστοί επιδίωξαν και κατάφεραν να εξασφαλίσουν εξαρχής τον πλήρη έλεγχο της Συνέλευσης. Έτσι, στη Συνέλευση αυτή εκπροσωπήθηκαν πλήρως οι προεστοί, ενώ αποκλείστηκαν σχεδόν οι στρατιωτικοί. Το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα που ψήφισε αυτή η Συνέλευση δεν μπόρεσε ποτέ να μετουσιωθεί ολοσχερώς σε πράξη, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν, αλλά οι πρόκριτοι δεν εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους.
Στη Β’ Εθνική Συνέλευση, που έγινε στις 29 Μαρτίου 1823 στο Άστρος της Κυνουρίας, παρά την τεταμένη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί, οι πρόκριτοι κατάφεραν να εμφανιστούν με απόλυτη πλειοψηφία εκπροσώπων έναντι των στρατιωτικών. Η πλειοψηφία των προεστών μάλιστα κατάργησε τη θέση του αρχιστρατήγου που κατείχε ο Θ. Κολοκοτρώνης. Ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα, αλλά, αντί να ομαλοποιηθεί η κατάσταση, ξέσπασε σύγκρουση, την ώρα του αγώνα, μεταξύ των προεστών, που ήθελαν να έχουν στα χέρια τους την πλήρη εξέλιξη των πραγμάτων (με τους οποίους συντάχθηκαν στην πλειονότητα τους οι ετερόχθονες) και των στρατιωτικών (με τους οποίους συντάχθηκαν οι αυτόχθονες). Καθεμιά από τις δύο παρατάξεις σχημάτισε δικό της νομοθετικό και εκτελεστικό σώμα, κάτι που επαναλήφθηκε και αργότερα.

Τελικώς, έπειτα από μακροχρόνιες εμφύλιες συγκρούσεις και με την παρέμβαση των στρατιωτικών εκπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων, συνήλθε η Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα, στις 19 Μαρτίου 1827. Η Συνέλευση αυτή με ψήφισμα της εξέλεξε τον Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδος και ψήφισε το τρίτο Σύνταγμα των Ελλήνων, στο οποίο έγινε προσπάθεια να δεθούν εκ των προτέρων τα χέρια του Κυβερνήτη, προκειμένου να βρίσκεται συνεχώς υπό τον έλεγχο των προκρίτων.
Με εισήγηση του Καποδίστρια, η νεοσυσταθείσα Βουλή ανέστειλε πραξικοπηματικά την εφαρμογή του τρίτου ελληνικού Συντάγματος και αυτοκαταργήθηκε. Όλες τις εξουσίες τις πήρε στα χέρια του ο Καποδίστριας με το αιτιολογικό της ανάγκης ύπαρξης κεντρικής εξουσίας, λόγω της κρισιμότητας των περιστάσεων.
Όπως, όμως, συμβαίνει πάντα με την υπερσυγκέντρωση των εξουσιών, έτσι και εδώ η εξουσία ασκήθηκε με τρόπο αυταρχικό.

Προκειμένου να κατανοήσουμε τις αιτίες των ιστορικών γεγονότων, είναι απαραίτητο να δούμε εν συντομία την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας.
Ολόκληρο το 19ο αιώνα, τόσο πριν από την επανάσταση όσο και μετά, η αγροτική παραγωγή αποτελούσε το κεντρικό υπόβαθρο της οικονομικής ζωής της τότε κοινωνίας[12]. Όπως συμβαίνει στις αγροτικές κοινωνίες, άρχουσα τάξη είναι οι μεγαλογαιοκτήμονες. Όποιος λοιπόν είναι μεγαλοκτηματίας σε μια αγροτική κοινωνία βρίσκεται αυτομάτως και στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, με ανάλογες εξουσίες στα χέρια του.
Οι κοτζαμπάσηδες, αν και στην αρχή εξαναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στον αγώνα, στη συνέχεια, όταν πλέον εκτέθηκαν, συνέδεσαν τη συμμετοχή τους και τον αγώνα τους με δύο κυρίως στόχους: α) Την αρπαγή των εθνικών γαιών από τα απελευθερωμένα τμήματα που, όπως ήταν επόμενο, θα τους μετέτρεπε σε μεγαλοκτηματίες μέσα σε μια αγροτική κοινωνία με τα πιο πάνω πλεονεκτήματα, β) Τη διατήρηση και εξάπλωση των τοπικών εξουσιών τους ως μια συνέχεια του καθεστώτος των πασάδων ή των μπέηδων13. Η επιτυχία ή μη των στόχων αυτών περνούσε αποκλειστικά από τη δυνατότητα ελέγχου των εξελίξεων, τόσο κυρίως των επαναστατικών όσο όμως και των κοινωνικών.
Εμπόδιο στα σχέδια αυτά ήταν, κυρίως, οι κλεφταρματολοί, οι οποίοι ήθελαν να ηγούνται της επανάστασης και να διευθύνουν την πορεία της. Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό και προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους στόχους και τα συμφέροντα τους, οι προύχοντες έφτασαν πολλές φορές ώς την εξόντωση των στρατιωτικών. Η διαμάχη λοιπόν μεταξύ προεστών και κλεφταρματολών είχε βάση, κυρίως, αυτές τις αιτίες.
Τα τρία προαναφερθέντα συνταγματικά κείμενα, τα οποία απηχούσαν εισαγόμενες ιδέες, κατ’ απομίμηση των δυτικοευρωπαϊκών, ξένα με την τότε κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, αλλά και εξαιτίας των κρίσιμων περιστάσεων που επικρατούσαν, ήταν φυσικά αδύνατο να τύχουν εφαρμογής, για να μπορέσουν έτσι να σχηματοποιήσουν την άσκηση της εξουσίας και να αποφευχθούν εμφύλιες διαμάχες.
Ουσιαστικό εμπόδιο στα σχέδια των κοτζαμπάσηδων όρθωσε τελικώς ο Καποδίστριας. Όχι μόνο δεν κατόρθωσαν να αρπάξουν τις εθνικές γαίες, αλλά έχασαν στο τέλος και τη μάχη μεταξύ τοπικισμού και συγκεντρωτικού κράτους, που υποστήριξε με ιδιαίτερο ζήλο ο Καποδίστριας.
Έπειτα από συνδυασμένη γαλλο-βρετανική συνωμοσία, ο Καποδίστριας πλήρωσε αυτή τη νίκη του με τη ζωή του14, αλλά και οι προεστοί δεν κατόρθωσαν ποτέ να εκπληρώσουν τους στόχους τους, για την πραγματοποίηση των οποίων πολλές φορές κινδύνευσε η πορεία του απελευθερωτικού αγώνα και οδήγησαν και σε εμφύλια σύγκρουση.

Η ήττα των τοπικών προκρίτων δεν σήμανε όμως αυτομάτως και την εξαφάνιση της τάξης τους. Τα μέλη αυτής της τάξης τα συνέδεαν ψυχολογικοί δεσμοί αλλά και κοινοί αγώνες. Αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με προνόμια και εξουσίες, που τους είχε κληροδοτήσει μια μακρόχρονη παράδοση. Αισθάνονταν λοιπόν πως δεν μπορούσαν έτσι ξαφνικά να τα αρνηθούν όλα αυτά και να μείνουν στις τοπικές κοινωνίες τους αδύναμοι και ισότιμοι με τα υπόλοιπα μέλη αυτών των κοινωνιών και να φθαρούν. Εξάλλου, εκτός από το όνομα τους, διέθεταν εμπειρία και πάνω απ’ όλα ένα επίπεδο γνώσεων σαφώς ανώτερο εκείνου της πλειονότητας του λαού. Κάτι επομένως έπρεπε να κάνουν.
Οι σχέσεις παραγωγής, τότε, ήταν τέτοιες που δεν ευνοούσαν αυτή την τάξη, αλλά ούτε και καμία άλλη. Στην ουσία υπήρχε μια κοινωνία χωρίς άρχουσα τάξη, σε σχέση πάντα με τον τρόπο παραγωγής. Δηλαδή, δεν υπήρχε ούτε μία φεουδαρχική κοινωνία με άρχουσα τάξη εκείνη των μεγαλογαιοκτημόνων ούτε μία αστική κοινωνία με άρχουσα τάξη εκείνη των μεγαλοαστών βιομηχάνων.
Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες από την αρχή της επανάστασης, από τα πρώτα Συντάγματα, έδειξαν πως ήθελαν να οργανώσουν το κράτος τους πάνω στα πρότυπα της δυτικοευρωπαϊκής φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Έχουμε δηλαδή εισαχθέντες πολιτειακούς θεσμούς στα μέτρα μιας άρχουσας αστικής τάξης, χωρίς όμως να υπάρχει η τάξη αυτή15.
Να λοιπόν με τι έπρεπε να ασχοληθεί η τάξη των προκρίτων. Την ευκαιρία αυτή δεν την άφησε ανεκμετάλλευτη. Με την ικανότητα που τη διέκρινε και μη υπάρχοντος άλλου σοβαρού διεκδικητή, στράφηκε προς την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και των προνομίων της16. Έτσι, τη μη ύπαρξη της άρχουσας αστικής τάξης την κάλυψε μια νέα τάξη πολιτικής ολιγαρχίας και το παιχνίδι από εδώ και έπειτα παίχτηκε -και με κάποιες παραλλαγές παίζεται ακόμη και σήμερα- έξω από τις σχέσεις παραγωγής, γι’ αυτό και η υπανάπτυξη.
Η νέα αυτή τάξη της πολιτικής ολιγαρχίας, η οποία συμπληρώθηκε στη συνέχεια από κλεφταρματολούς, Φαναριώτες και κάθε είδους ατομικά ή ομαδικά στοιχεία από όλες τις τάξεις, θα αποτελούσε από εδώ και πέρα την ηγεσία της χώρας μας17.
Τονίζεται και πάλι πως η νέα τάξη της πολιτικής ολιγαρχίας δεν είχε αναδυθεί νικήτρια από κάποιον ταξικό αγώνα, γι’ αυτό και η πολιτική της δράση δεν προσδιοριζόταν από κάποια ταξική συνείδηση. Αντιθέτως, η πολιτική δράση των παντοειδών στοιχείων που την αποτελούσαν, κατευθυνόταν από καθαρά προσωπικές επιθυμίες για απόκτηση πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Αυτό είχε συνέπεια να εδραιωθεί στη χώρα μας μια πολιτική πρακτική αυτονομίας του πολιτικού στοιχείου απέναντι στο κοινωνικό σώμα. Η αυτονομία αυτή, που οικοδομήθηκε πάνω στο εισαχθέν και ξένο προς την ελληνική πραγματικότητα πολιτικό σύστημα, οδήγησε στην καθαρή νομή της εξουσίας και στη νέα υποδούλωση της κοινωνίας, πριν καλά καλά η κοινωνία μας γευτεί τη χαρά της ελευθερίας.

Τη δολοφονία του Καποδίστρια ακολούθησε αναρχία. Η χώρα βρέθηκε για τρίτη φορά μετά την έναρξη της επανάστασης με δύο Βουλές και δύο κυβερνήσεις. Το όλο κλίμα διαμόρφωσε την προοπτική να επιβληθεί το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας και μάλιστα με μονάρχη που θα επέλεγαν οι «προστάτιδες» δυνάμεις.
Όταν ήλθε στην Ελλάδα, το 1833, ο πρώτος μονάρχης, ο πρίγκιπας Όθων, δεν αποδέχτηκε την κατάρτιση Συντάγματος. Άρχισε λοιπόν μια νέα περίοδος αυταρχισμού.
Τόσο η περίοδος του Καποδίστρια όσο -και κυρίως- η περίοδος του Όθωνα διακρίθηκαν από τον αυταρχισμό της κεντρικής εξουσίας. Η μορφοποιούμενη τότε πολιτική ολιγαρχία αδυνατούσε να έχει ουσιαστικές εξουσίες. Το εμπόδιο της ήταν η κεντρική εξουσία. Όμως, αυτή η πολιτική ολιγαρχία δεν μπορούσε να έχει την κοινωνική υποστήριξη στις βλέψεις της για εξουσία, αφού δεν διέθετε κοινωνικά ερείσματα. Με κάποιο τέχνασμα λοιπόν έπρεπε να πάρει το λαό με το μέρος της, για να μπορεί να διαθέτει λαϊκή υποστήριξη στην προσπάθεια της για ανάληψη εξουσίας.
Η ευκαιρία δόθηκε από τον ίδιο τον αυταρχισμό της κεντρικής εξουσίας. Η πολιτική ολιγαρχία ανήγαγε σε κυρίαρχη ιδεολογία το όντως κορυφαίο πρόβλημα των πολιτικών δικαιωμάτων και των θεσμών, αλλά τεχνηέντως εστίασε όλο τον πολιτικό αγώνα στο πρόβλημα αυτό και απέφυγε «έξυπνα» να εμπλέξει σ’ αυτόν φλέγοντα καθημερινά κοινωνικά προβλήματα18. Ο στόχος της ήταν διπλός. Και την κεντρική εξουσία και ιδιαίτερα το θρόνο ήθελε να πλήξει καίρια για δικό της όφελος και να διατηρήσει την αυτονομία της, με το να αποφύγει να εμπλακεί σε κοινωνικές συγκρούσεις που θα την ποδηγετούσαν ή και θα τη διέλυαν.
Οι διάφορες πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας που σχηματοποιήθηκαν σε κόμματα, Αγγλικό, Γαλλικό, Ρωσικό, δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με ταξικές αντιθέσεις. Εξέφραζαν καθαρά τις αντίστοιχες ξένες δυνάμεις, που τις στήριζαν στον αγώνα τους για κατάληψη της εξουσίας19. Μεταξύ τους τα κόμματα αυτά παρουσίαζαν μικρές διαφορές, κυρίως σε τεχνικά θέματα υλοποίησης της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Ο λαός είχε αποπροσανατολιστεί τελείως. Αυτός ο αποπροσανατολισμός ευνοούσε και αύξανε την αυτονομία της πολιτικής ολιγαρχίας απέναντι στο κοινωνικό σώμα, με αποτέλεσμα να παραμείνει αυτή μακριά από οποιεσδήποτε κοινωνικές διεργασίες και να επιδίδεται με την ησυχία της στην επίτευξη των στόχων της για απόκτηση, όσο το δυνατόν, μεγαλύτερης εξουσίας και διατήρησης των προνομίων της.
Αν και στο σημείο αυτό υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των ιστορικών, εν τούτοις πλησιέστερα προς την πραγματικότητα κινείται η άποψη που δέχεται ότι ο αντιμοναρχισμός και οι εξεγέρσεις του 1843 και 1862 δεν στρέφονταν ευθέως κατά του θεσμού της μοναρχίας (ο οποίος εξακολούθησε να υπάρχει και έπειτα από αυτές), αλλά ήταν κυρίως διαμαρτυρίες κατά ενός αυταρχικού και συγκεντρωτικού τρόπου διακυβέρνησης, που έθιγε ορισμένα κεκτημένα προνόμια της πολιτικής ολιγαρχίας[20].
Όπως είδαμε, οι διάφορες φατρίες της πολιτικής ολιγαρχίας, αφού δεν διέθεταν εσωτερικά κοινωνικά ερείσματα, κατέφυγαν στις «προστάτιδες» δυνάμεις να τις βοηθήσουν στον αγώνα τους για την κατάκτηση της εξουσίας. Εδώ γίνεται για πρώτη φορά εμφανές αυτό που επαναλήφθηκε έκτοτε πολλές φορές. Οι διάφορες πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας, προκειμένου να διατηρούν τα ερείσματα τους και να είναι πάντα μέσα στο παιχνίδι της εξουσίας, δεν δίστασαν να αναμίξουν τις ξένες δυνάμεις στα εσωτερικά μας, γεγονός που με τη σειρά του οδήγησε τη χώρα στην εξάρτηση. Τα ανταλλάγματα αυτού του «ξεπουλήματος» τα πλήρωσε και τα πληρώνει φυσικά ο λαός.

Μετά τη συνταγματική μοναρχία του 1844 και ιδιαίτερα τη βασιλευόμενη δημοκρατία του 1864, διαφάνηκε ορατός ο κίνδυνος για την πολιτική ολιγαρχία να απολέσει την αυτονομία της. Αυτός ο κίνδυνος ήταν συνέπεια του γεγονότος της συνεχούς επίλυσης των θεσμικών προβλημάτων, πάνω στα οποία είχε επικεντρωθεί ο πολιτικός αγώνας. Για παράδειγμα, το 1844 καθιερώθηκε η καθολική ψηφοφορία για τον ανδρικό πληθυσμό που είχε συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας του, με ορισμένους μόνο μικρούς περιορισμούς, και το 1864 καθιερώθηκε η καθολική ψηφοφορία για τον ανδρικό πληθυσμό χωρίς αυτούς τους περιορισμούς. Για να καταφανεί το μέγεθος της επίλυσης αυτών των θεσμικών προβλημάτων αρκεί να αναφερθεί πως την ίδια χρονική περίοδο στην Αγγλία ψήφιζε ο ένας στους δώδεκα βρετανούς και στη Γαλλία σε σύνολο 32 εκατομμυρίων κατοίκων ψήφιζαν μόνο 170.000 πολίτες21. Πρωτοποριακές όντως εξελίξεις για την Ελλάδα.
Δυστυχώς, όμως, οι αλλαγές αυτές δεν ήταν αποτέλεσμα γνήσιας πίστης της πολιτικής ολιγαρχίας στο λαό και τη δημοκρατία. Τόσο τα κίνητρα όσο και η χρήση της ψήφου δεν διέπονταν από κάποια δημοκρατική ευαισθησία της πολιτικής ολιγαρχίας, αλλά από την ανάγκη διεύρυνσης και σταθεροποίησης της εκλογικής πελατείας.

Μετά τις εξελίξεις αυτές η πολιτική ολιγαρχία έμεινε χωρίς πολιτικά θέματα πάνω στα οποία θα μπορούσε να εστιάσει τον πολιτικό της αγώνα, για να συνεχίσει να αποπροσανατολίζει το λαό και να μένει ήσυχη διατηρώντας την αυτονομία της. Εξακολούθησε μεν να συντηρεί, κατά ένα μέρος, τον αντιμοναρχισμό, αλλά δεν επαρκούσε. Εξάλλου και αυτός ο λίγος αντιμοναρχισμός εξαλείφτηκε το 1875 με την εισαγωγή του κοινοβουλευτισμού, που μετέθεσε την εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής και όχι από εκείνης του μονάρχη.
Κάτι, όμως, έπρεπε να βρεθεί για το πολιτικό παζάρι μεταξύ των διαφόρων ηγετικών πολιτικών συνονθυλευμάτων που ονομάζονταν κόμματα και αυτό το κάτι θα έπρεπε να ήταν ικανό να αποσπάσει την προσοχή του λαού και να τον αποπροσανατολίσει. Για τους λόγους που είδαμε πιο πάνω, τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα θα έπρεπε φυσικά να μείνουν με κάθε τρόπο μακριά από τις κομματικές διαμάχες.
Η λύση βρέθηκε: Η Μεγάλη Ιδέα. Η Μεγάλη Ιδέα, που εξαγγέλθηκε αρχικά το 1847 από τον Ι. Κωλέττη και στη συνέχεια υιοθετήθηκε ανοικτά και από τον Όθωνα22, αναγορεύτηκε τώρα σε κυρίαρχη ιδεολογία. Επομένως, τώρα ανήκε σε όλα τα κόμματα. Η «οξύτατη» από εδώ και στο εξής πολιτική διαμάχη και οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων, που βασικό στόχο είχαν να αποπροσανατολιστεί και πάλι ο λαός, θα εστιάζονταν στο ποιο από τα κόμματα προτείνει τον καλύτερο τρόπο υλοποίησης της23.

Στον κοινωνικο-οικονομικό τομέα, οι τοπικοί πρόκριτοι, μετά την ήττα τους από τον Καποδίστρια, όχι μόνο δεν θέλησαν να ασχοληθούν με τα τοπικά ζητήματα, αλλά επιπλέον έφυγαν από την περιφέρεια και, μαζί με άλλα στοιχεία, συγκεντρώθηκαν στα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα. Όλα αυτά τα στοιχεία, εκτός από τη συμμετοχή τους στα πολιτικά πράγματα, επιδόθηκαν και στον οικονομικό τομέα.
Τα στοιχεία αυτά και κυρίως οι πρόκριτοι είχαν αποκτήσει, ήδη από τα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς, μια νοοτροπία όχι δημιουργική, αλλά μεσολαβητική και εισπρακτική. Έτσι, η τάξη αυτή στον μεν οικονομικό τομέα, αντί να κάνει παραγωγικές επενδύσεις, επιδόθηκε σε δραστηριότητες μεσολαβητικού και μεταπρατικού χαρακτήρα24, στον δεν πολιτικό τομέα, αντί να προχωρήσει σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, προτίμησε την εύκολη λύση της μεσολάβησης, την οποία εξέφρασε μέσα από το ρουσφέτι.
Η τάξη αυτή έτρεμε οτιδήποτε συνεπαγόταν και την ανάληψη ενός ορισμένου κινδύνου για τα συμφέροντα της. Έτσι, τόσο στον οικονομικό τομέα απέφυγε να αναλάβει επιχειρηματικούς κινδύνους, που θα συνεπάγονταν οι παραγωγικές επενδύσεις, όσο και στον πολιτικό τομέα απέφυγε να αναλάβει πολιτικούς κινδύνους που θα συνεπαγόταν η ενασχόληση με τα καυτά κοινωνικά προβλήματα. Αντί όλων αυτών προτίμησε το εύκολο οικονομικό κέρδος και το εύκολο πολιτικό όφελος.

Γίνεται φυσικά εύκολα αντιληπτό πως τις «ευκαιρίες» για οικονομική εκμετάλλευση τις δημιουργούσε η ίδια η πολιτική ολιγαρχία προς όφελος της25. Τις δε ευκαιρίες για ρουσφέτι και πολιτική εκμετάλλευση τις δημιουργούσε και πάλι η ίδια, μέσα από τις θέσεις εργασίας που εφεύρισκε στον κρατικό μηχανισμό ή μέσα από την επίλυση προβλημάτων που τεχνηέντως προκαλούσε η ίδια με μοχλό την αναπτυσσόμενη κρατική γραφειοκρατία.
Είναι κρίμα και ατυχία που η τάξη αυτή δεν είχε δημιουργική νοοτροπία. Αν αυτή η άρχουσα τάξη διακατεχόταν από πνεύμα δημιουργίας, σήμερα η Ελλάδα θα ήταν τελείως διαφορετική και πάντως αρκετά αναπτυγμένη.
Όταν η ίδια η τάξη, που θέλει να είναι άρχουσα, ζει παρασιτικά και μάλιστα υπερπολυτελέστατα (σε σημείο που αρκετές φορές ξεπερνούσε μεγαλοαστούς βιομηχάνους της Δ. Ευρώπης26), τότε τι θα περίμενε κάποιος να συμβεί με τον απλό λαό; Όπως ήταν επόμενο, αυτή την παρασιτική νοοτροπία της άρχουσας τάξης και τον έντονο καταναλωτισμό τα μιμήθηκε η πλειονότητα των κατοίκων της υπαίθρου, οι οποίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την περιφέρεια και να συνωστίζονται στα αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα.
Αυτή όμως η εσωτερική μετανάστευση δεν είχε καμία σχέση με ταυτόχρονη μετακίνηση του πληθυσμού και από τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας προς το δευτερογενή, όπως είχε συμβεί με την εμφάνιση της αστικής τάξης στη Δ. Ευρώπη. Αντιθέτως, εδώ εμφανίστηκε το φαινόμενο της νόθας αστικοποίησης27. Η μετακίνηση του πληθυσμού έγινε από τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας κατευθείαν στον τριτογενή, δηλαδή στον τομέα της μεσολάβησης και των υπηρεσιών. Το τελευταίο αυτό φαινόμενο είχε αιτία, εκτός από το μιμητισμό, και την ίδια την ανυπαρξία δευτερογενούς τομέα, αφού βιομηχανία δεν υπήρχε και η άρχουσα τάξη δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτήν.

Όπως ήδη επισημάνθηκε, η τότε άρχουσα τάξη, εκτός από την οικονομία, ασχολήθηκε ταυτόχρονα και με την πολιτική εξουσία, την οποία και μονοπωλούσε. Επειδή από τα πρώτα Συντάγματα επικράτησε η δημοκρατική αρχή της εκλογής των εξουσιαστών από το λαό, η νομιμοποίηση της άσκησης της εξουσίας από την πολιτική ολιγαρχία όφειλε να βασίζεται πάνω σ’ αυτή την αρχή.
Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί κάποιος τρόπος που να εξασφαλίζει την εκλογή και την επανεκλογή. Όμως, όπως τονίστηκε ήδη, καμία μορφοποιημένη με βάση τον τρόπο παραγωγής τάξη δεν υπήρχε. Τα κόμματα όχι μόνο δεν στηρίζονταν, αλλά ούτε εκπροσωπούσαν κάποια συγκεκριμένη τάξη. Ήταν συνονθυλεύματα που απευθύνονταν προς όλους. Πώς λοιπόν θα εξασφαλίζονταν η εκλογή και η επανεκλογή των επίδοξων εξουσιαστών;
Η επέμβαση έπρεπε φυσικά να γίνει σε επίπεδο ψήφου. Στη Δ. Ευρώπη, η λύση που δόθηκε στο «πρόβλημα» αυτό ήταν απλή. Εκεί, η άρχουσα αστική τάξη, προκειμένου να εξασφαλίζει την κυριαρχία της, περιόρισε το δικαίωμα της ψήφου μόνο σε συγκεκριμένο τμήμα του λαού, που συγκέντρωνε ορισμένα «προσόντα», κυρίως οικονομικά. Στη χώρα μας δεν εμφανίστηκε μια ισχυρή αστική τάξη που θα επέβαλε παρόμοιους περιορισμούς. Αντιθέτως, εδώ η εξάπλωση του δικαιώματος της ψήφου σε όλο και περισσότερα άτομα ευνοούσε τα μέλη της πολιτικής ολιγαρχίας, γιατί έτσι μπορούσαν άνετα να αυξήσουν την εκλογική τους πελατεία. Να, λοιπόν, γιατί επικράτησε στον τόπο μας πολύ νωρίς η καθολική ψηφοφορία. Δεν εμπνεόταν δηλαδή αυτή η εξάπλωση από κάποια δημοκρατική ευαισθησία της άρχουσας τάξης προς το λαό, αλλά από την πρόθεση της τάξης αυτής για εκμετάλλευση κάθε νέας ψήφου.
Δημοκρατία, όμως, στην ουσία της δεν σημαίνει απλώς το δικαίωμα ψήφου που ασκείται μία ημέρα κάθε τέσσερα χρόνια. Δημοκρατία σημαίνει το πέρασμα της εξουσίας οριστικά στα χέρια των πολιτών. Κάτι τέτοιο, όμως, φυσικά δεν συνέφερε την πολιτική ολιγαρχία. Εκείνο που την ενδιέφερε ήταν η υφαρπαγή της ψήφου, προκειμένου να νομιμοποιεί την άσκηση της εξουσίας και την απόλαυση των προνομίων της κάτω από δημοκρατικό μανδύα. Η διαδικασία αυτή της υφαρπαγής της ψήφου από άτομα που δεν τα συνέδεε τίποτε το κοινό, από άποψη ιδεολογίας ή συμφέροντος, με τα μέλη της άρχουσας τάξης, ήταν τα δίκτυα πατρωνείας που εξασφάλιζαν εκλογική «πελατεία»28.
Τα εκτεταμένα δίκτυα πατρωνείας, τα οποία ενδυναμώθηκαν κυρίως περί το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε και ιδιαίτερα εξαιτίας της εφαρμογής στην πολιτική ζωή της χώρας του κοινοβουλευτικού συστήματος και της συνακόλουθης ενίσχυσης της βουλευτοκρατίας, κρατούσαν σε κατάσταση ομηρίας ολόκληρη την επαρχία. Ο αυτοπροδιορισμός των ανθρώπων της περιφέρειας καταπνίγηκε από την παρεχόμενη πολιτική «προστασία» και την εξαγορά της ψήφου. Το ρουσφέτι αναγορεύτηκε σε κυρίαρχη πολιτική πρακτική. Η πολιτική ολιγαρχία, που εγκατέλειψε πρώτη την ύπαιθρο, δεν ήθελε να εμπλακεί με τα φλέγοντα κοινωνικά προβλήματα της υπαίθρου και κυρίως να επιδιώξει την οικονομική της ανάπτυξη. Οι ζωντανές δυνάμεις της επαρχίας έσβηναν μέσα σε όλη αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Τα ικανά άτομα ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να ζήσουν στον τόπο τους.
Ύστερα από όλα αυτά, ήταν επόμενο να εμφανιστεί μια τάση φυγής από την ύπαιθρο, ιδιαίτερα των δυναμικότερων στοιχείων. Αυτή η τάση φυγής στην αρχή πήρε τη μορφή αστυφιλίας και αργότερα εξωτερικής μετανάστευσης.
Εκτός από το μιμητισμό που απέπνεε η άρχουσα τάξη και ο οποίος ευνοούσε την αστυφιλία, την τελευταία την ενίσχυσε, πολλές φορές ενσυνείδητα, η ίδια η άρχουσα τάξη. Εφόσον η άρχουσα τάξη της πολιτικής ολιγαρχίας δεν ανέπτυξε βιομηχανία, για να μπορεί μέσω αυτής να απασχολεί, να εξαρτά οικονομικά και να ελέγχει δυναμικό από την ύπαιθρο δημιουργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τη δική της κοινωνική δύναμη, κατέφυγε στη μόνη δυνατότητα που διέθετε και αυτή, φυσικά, δεν ήταν άλλη από την κρατική μηχανή. Προκειμένου, λοιπόν, η πολιτική ολιγαρχία να δημιουργεί και να συντηρεί εκλογική πελατεία, που θα της εξασφάλιζε ισχύ μέσω της εκλογής και επανεκλογής, χρησιμοποίησε τον κρατικό τομέα για απασχόληση «ημετέρων» που, όπως ήταν επόμενο, εγκατέλειπαν την περιφέρεια. Από πολύ νωρίς επομένως εμφανίστηκαν στη χώρα μας ένα μέγεθος κρατικού τομέα και μια γραφειοκρατία εντελώς δυσανάλογα με τον πληθυσμό και τη δυνατότητα της εθνικής οικονομίας29.
Με τη βοήθεια αυτού του γραφειοκρατικού μηχανισμού και του εισαχθέντος συγκεντρωτικού θεσμικού εξουσιαστικού συστήματος, η ελληνική κοινωνία «καπελώθηκε» πλήρως, παρέμεινε ραγιάδικη και οδηγήθηκε σε μια νέα σκλαβιά, πολύ χειρότερη από την τουρκική, γιατί τώρα αφ’ ενός δεν γνώριζε ποιος είναι ο εχθρός και αφ’ ετέρου δεν διέθετε απέναντι του εθνική ή ταξική συνείδηση.
Προς το τέλος της περιόδου αυτής και στις αρχές της επομένης, έγιναν κάποιες προσπάθειες για να αλλάξει η όλη κατάσταση. Οι προσπάθειες έγιναν από τον Χαρίλαο Τρικούπη, τον πολιτικό που προσπάθησε να εκριζώσει τη «συναλλαγή» και τις σχέσεις πελατείας από τα πολιτικά μας ήθη. Όμως, σ’ αυτόν τον αγώνα ο Χαρίλαος Τρικούπης έμεινε απελπιστικά μόνος, καθόσον έκανε το λάθος να μην υπολογίσει το ότι δεν υπήρχαν συγκροτημένες και ζωντανές κοινωνικές δυνάμεις, έτοιμες να στηρίξουν τα φιλόδοξα σχέδια του. Στην ουσία προσπάθησε μόνος του να τα βάλει με το κατεστημένο παλαιοκομματικό σύστημα, μέσα όμως από το ίδιο το σύστημα. Όπως ήταν φυσικό, το σύστημα διέφθειρε και αφομοίωσε τον πολέμιο του μετατρέποντας τον σε όμοιο των αντιπάλων του30.

Περίοδος 1880-1922

Η μεγάλη αυτονομία των πολιτικών πρακτικών από τις κοινωνικές διεργασίες συνεχίστηκε και κατά την περίοδο που εξετάζουμε. Ταυτόχρονα, εξαιτίας κυρίως της εισαγωγής του κοινοβουλευτικού συστήματος, κάνει την εμφάνιση του στη χώρα μας ο δικομματισμός. Το τρικουπικό «Νεωτεριστικόν» κόμμα και το δηλιγιαννικό «Εθνικόν» εγκαινιάζουν το δικομματικό παιχνίδι.
Αν και άρχισαν να εμφανίζονται κάποια πρώτα στοιχεία καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, συνοδευόμενα από έναν ισχνό αστισμό και αν και στο εξωτερικό σημειωνόταν άνθηση των ταξικών συγκρούσεων, εν τούτοις τα γεγονότα αυτά δεν στάθηκαν ικανά να οδηγήσουν εδώ σε πολιτικές αντιπαραθέσεις ταξικού χαρακτήρα. Στη χώρα μας εξακολουθούσε να μεσουρανεί η κυρίαρχη ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, την οποία εκμεταλλευόταν στο έπακρο το παλαιοκομματικό κατεστημένο, προκειμένου να εξασφαλίζει την ανεξαρτησία του, συνεπικουρούμενο και από τα μεγάλα δίκτυα πατρωνείας του που, όπως είδαμε, σημείωσαν έκρηξη αμέσως μετά την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος.
Η ύπαιθρος εξακολουθεί να εγκαταλείπεται. Η τάση φυγής, προς τα αστικά κέντρα, αυξάνει ραγδαία. Ο κόσμος συνεχίζει να μετακινείται, τόσο στο εσωτερικό, προς τις πόλεις, όσο και προς το εξωτερικό. Συγκεκριμένα, μεταξύ των ετών 1890 και 1900 έφυγαν από την ύπαιθρο 15.979 άτομα και από το 1900 έως το 1920 σημειώνεται το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα, με έξοδο από τη χώρα 402.000 ατόμων, κυρίως προς τις ΗΠΑ, από τα δυναμικότερα στοιχεία της περιφέρειας. Ας σημειωθεί ότι το 90% περίπου αυτών των ατόμων ήταν άνδρες, από 15 έως 44 ετών. Όπως ήταν φυσικό, αυτό είχε αποτέλεσμα να σημειωθεί στην επαρχία νέα οικονομική και πολιτιστική υποβάθμιση31.

Οι προσπάθειες του Χ. Τρικούπη απέτυχαν. Επιπροσθέτως, η πτώχευση του 1893, η επιβολή του διεθνούς οικονομικού ελέγχου, το 1898, και η απογοήτευση που προκάλεσε η άδοξη ήττα του 1897 οδήγησαν τη χώρα σε αδιέξοδο. Το κοινοβουλευτικό σύστημα, που ευνοούσε τις αυθαίρετες επιλογές της ανεξάρτητης πολιτικής ηγεσίας, ήταν το βασικό αίτιο της κρίσης. Επιτακτική πρόβαλε η ανάγκη για αλλαγές σε όλα τα επίπεδα. Το πολιτικό αδιέξοδο του κοινοβουλευτισμού ανέλαβε να το «λύσει» ο στρατός με άμεση παρέμβαση στην πολιτική ζωή του τόπου.
Η προσπάθεια του Στρατιωτικού Συνδέσμου με το κίνημα στο Γουδί, το 1909, απέτυχε, κυρίως λόγω της σθεναρής αντίστασης του παλαιοκομματικού κατεστημένου, όχι από κάποια δημοκρατική ευαισθησία, αλλά από την αγωνία του για απώλεια των «κεκτημένων»32. Τελικώς, μετά την αποτυχία του αυτή, ο ίδιος ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος κάλεσε στην Ελλάδα τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Οι οξυμένες καταστάσεις απαιτούσαν ριζικές αλλαγές. Όμως, ο Ε. Βενιζέλος, παραδειγματισθείς από το προηγούμενο αποτυχημένο εγχείρημα του Χ. Τρικούπη, απέφυγε έξυπνα να αξιώσει ριζικές μεταρρυθμίσεις, γιατί γνώριζε αυτό που δεν έλαβε υπόψη του ο τελευταίος, δηλαδή ότι δεν υπήρχαν κοινωνικές δυνάμεις έτοιμες να αγωνιστούν γι’ αυτές. Η κοινωνία δεν παρουσίαζε δυναμικά αστικά στοιχεία. Αντιθέτως, ήταν δέσμια της παλαιοκομματικής ολιγαρχίας μέσω των δικτύων πατρωνείας. Ο Βενιζέλος, μπροστά στον κίνδυνο της αποτυχίας, προτίμησε μια συμβιβαστική πολιτική, που θα ικανοποιούσε το θρόνο, τους στρατιωτικούς και την παλιά πολιτική ολιγαρχία33.
Αν και έξυπνα ο οραματιστής πολιτικός δεν επανέλαβε το λάθος του Τρικούπη, εν τούτοις έκανε άλλο λάθος, αφού παρέβλεψε έναν άλλο παράγοντα, ότι, δηλαδή, το ίδιο το κατεστημένο σύστημα, όταν αγωνίζεσαι μέσα από αυτό και με τις μεθόδους του, στο τέλος σε φθείρει και σε αφομοιώνει.

Το σύστημα δεν διαμορφώνει μόνον κυριαρχούμενους αλλά και πολιτικούς. Έτσι, ο οραματιστής πολιτικός βρέθηκε στο τέλος δέσμιος του κατεστημένου συστήματος. Αν και στις εκλογές της 28-11-1910 επικράτησαν πλήρως οι νέοι πολιτικοί, λόγω και της αποχής των παλαιών κομμάτων από αυτές (ο Βενιζέλος διέθετε 307 βουλευτές σε σύνολο 362, το 87% των βουλευτών εκλέγονταν για πρώτη φορά και όλοι οι υπουργοί αναλάμβαναν για πρώτη φορά χαρτοφυλάκιο)34, εν τούτοις όταν είχαν να κάνουν με ένα κατεστημένο σύστημα που λειτουργούσε με βάση την πατρωνεία και την εκλογική πελατεία, ήταν επόμενο, προκειμένου να επιπλεύσουν στο στίβο της πολιτικής, να ακολουθήσουν την «πεπατημένη».

Η συμβιβαστική πολιτική λύση, την οποία προσπάθησε να περάσει ο Βενιζέλος, δεν άντεξε πολύ. Η χώρα οδηγήθηκε σε διχασμό. Ο κοινοβουλευτισμός αποδείχθηκε ότι ήταν ακατάλληλος για συναινετικές διαδικασίες. Η έντονη διαφωνία μεταξύ Βενιζέλου και θρόνου στα θέματα εξωτερικής πολιτικής κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν η ευκαιρία που ανέμενε η παλαιά πολιτική ολιγαρχία (η οποία στο μεταξύ είχε παραμείνει στο περιθώριο), προκειμένου να παρέμβει έντονα στα πολιτικά πράγματα. Έτσι, τάχθηκε αμέσως με το μέρος του θρόνου επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της το ρόλο του «ειρηνιστή», τον δε Βενιζέλο, ο οποίος επιδίωκε την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της δικής της ιδεολογίας, τον χαρακτήρισε «φιλοπόλεμο». Στην πραγματικότητα, η συσπείρωση της παλιάς πολιτικής ολιγαρχίας πίσω από το θρόνο και η δημαγωγία της απέβλεπαν στην πτώση του Βενιζέλου και την ανάκτηση της χαμένης πολιτικής ισχύος35.
Πίσω από την πολιτική αυτή αντιπαράθεση λάμβανε μέρος και μια άλλη αντιπαράθεση μεταξύ της ολιγαρχίας, που αγωνιζόταν για τη διατήρηση των προνομίων της και του ανερχόμενου, έστω κοινωνικά και συνειδησιακά ασχημάτιστου, αστισμού. Δηλαδή, άρχισε για πρώτη φορά να εμφανίζεται πραγματική κοινωνική αντιπαράθεση36. Η σύγκρουση ήταν φυσικά ισχυρή. Οι αντεκδικήσεις ήταν σκληρές. Η κοινωνία χωρίστηκε κάθετα στα δύο και επιβαρύνθηκε με διχαστικά συμπλέγματα, που αποτέλεσαν επικίνδυνο προηγούμενο.
Το αδιέξοδο του κοινοβουλευτισμού ήλθε και πάλι, όπως και το 1909, να το «λύσει» ένα νέο στρατιωτικό κίνημα, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στις 11-9-1922, από τον συνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα. Βλέπουμε ότι για μια ακόμη φορά το αδιέξοδο του κοινοβουλευτικού συστήματος το «λύνει» η επέμβαση του στρατού.

Περίοδος 1922-1935

Η περίοδος αυτή άρχισε με μια στρατιωτική εξέγερση-αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής και του αδιεξόδου του κοινοβουλευτικού συστήματος- και αφού διάνυσε ένα χρονικό διάστημα με ποικίλες επαναστάσεις, τελείωσε με μια φασιστοειδή δικτατορία- αποτέλεσμα και πάλι του αδιεξόδου που έφερε η παρακμή του κοινοβουλευτισμού.
Η Μικρασιατική Καταστροφή φυσικά έδωσε τέλος και στην κυρίαρχη ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας. Και τα δύο αυτά γεγονότα δημιούργησαν ένα κενό, μια κρίση ταυτότητας. Τις μεθόδους και τις πρακτικές της παλιάς πολιτικής ολιγαρχίας ασπάστηκε πλήρως και η ηγετική ομάδα της βενιζελικής παράταξης. Έτσι, σχηματοποιείται μια παλαιοκομματική πολιτική ολιγαρχία με δύο κύριες πτέρυγες, ο ανταγωνισμός των οποίων από εδώ και στο εξής μοναδικό στόχο θα είχε τη με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο τρόπο κατάκτηση της εξουσίας και των προνομίων της. Η εγκατάλειψη όμως της Μεγάλης Ιδέας στερούσε τη δυνατότητα αποπροσανατολισμού του λαού, απαραίτητη προϋπόθεση για τις ανάγκες του δικομματικού παιχνιδιού.

Στην περίοδο που εξετάζουμε δημιουργήθηκε μια εκρηκτική κοινωνική πραγματικότητα. Στη χώρα κατέφτασαν ενάμισι εκατομμύριο περίπου εξαθλιωμένοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη37 και προστέθηκαν σε πέντε εκατομμύρια περίπου αυτόχθονες. Παράλληλα, σημειώθηκε περιορισμός στο εσωτερικό της χώρας του εμπορομεσιτικού κεφαλαίου, αλλά και εισροή κεφαλαίων λόγω δανείων από το εξωτερικό. Έτσι, βρέθηκαν μαζί σε περιορισμένο χώρο η εργασία και το κεφάλαιο, δηλαδή οι δύο εκείνοι βασικοί γενεσιουργοί παράγοντες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όπως ήταν επόμενο, μετά το 1922 παρατηρείται στη χώρα για πρώτη φορά σοβαρή ανάπτυξη καπιταλισμού και εμφάνιση στοιχείων αστικής τάξης.
Η εμφάνιση έντονων αστικών στοιχείων αλλά και η ταυτόχρονη εμφάνιση οργανωμένου εργατικού κινήματος φόβισαν τις δύο κύριες πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας. Η έντονη κοινωνική κινητικότητα δημιουργούσε κίνδυνο για την αυτονομία του πολιτικού στοιχείου. Έτσι, η πολιτική ολιγαρχία δεν βοήθησε όσο θα έπρεπε την οικονομική ανάπτυξη. Μια γενναία ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης την εποχή εκείνη θα είχε αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα μια χώρα σαφώς αναπτυγμένη και οικονομικά ανεξάρτητη. Δυστυχώς, όμως, οι δύο πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας αρνήθηκαν να ασχοληθούν σε βάθος με τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και να εμπλέξουν τα καυτά κοινωνικά προβλήματα στην πολιτική τους διαμάχη. Προτίμησαν να διατηρήσουν την αυτονομία τους για μια ακόμη φορά.
Επειδή τα κοινωνικά προβλήματα ήταν έντονα και πιεστικά, το δευτερεύον για την εποχή εκείνη ζήτημα της μορφής του πολιτεύματος, δηλαδή βασιλευομένη ή αβασίλευτη δημοκρατία, δεν «πωλούσε» και δεν μπορούσε να αναχθεί σε κυρίαρχη ιδεολογία, παρά τις εναγώνιες προσπάθειες της πολιτικής ολιγαρχίας. Η επιβίωση όμως και η αυτονομία του παλαιοκομματικού πολιτικού κατεστημένου, στους στόχους και τις πρακτικές του οποίου, όπως είδαμε, προσχώρησε πλήρως η ηγεσία της βενιζελικής παράταξης, προϋπέθεταν τον αποπροσανατολισμό του λαού από τα καθημερινά του προβλήματα. Αυτός ο αποπροσανατολισμός, τελικώς, επιτεύχθηκε με την επιλογή της διατήρησης του έντονου διχαστικού κλίματος μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, που ακολουθούσε το ασθενές ζήτημα της μορφής του πολιτεύματος38. Σχετικό με το κλίμα αυτό είναι και το γεγονός πως από το 1923 έως το 1935 έγιναν επτά βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις, με συνεχείς αλλαγές του εκλογικού συστήματος τις παραμονές των εκλογών, μία εκλογή για Γερουσία και δύο δημοψηφίσματα39.
Η πολιτική ολιγαρχία με την καλλιέργεια ενσυνείδητα του έντονου διχαστικού κλίματος κατάφερε να δημιουργήσει στο λαό ομαδικά ψυχολογικά συμπλέγματα και να χωρίσει την κοινωνία σε δύο θανάσιμα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, που δεν είχαν καμία σχέση με πραγματικά κοινωνικά συμφέροντα. Όταν όμως στις 7-11-1926 έγιναν εκλογές με απλή αναλογική (το Κομμουνιστικό Κόμμα για πρώτη φορά εξέλεξε δέκα βουλευτές), οι δύο πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας, προκειμένου να μην υπάρξει ακυβερνησία, που θα δημιουργούσε προβλήματα στο πολιτικό κατεστημένο, συνεργάστηκαν και σχημάτισαν «οικουμενική» κυβέρνηση υπό την προεδρία του εξωκοινοβουλευτικού Αλ. Ζαΐμη.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα αρνήθηκε να συνεργήσει στην τεχνική της αντιπαράθεσης των δύο πτερύγων της πολιτικής ολιγαρχίας. Προτίμησε να ασχοληθεί με τα πραγματικά προβλήματα του εργαζόμενου λαού, εκφράζοντας τις επιδιώξεις ενός μαχητικού εργατικού κινήματος, που τότε έκανε την πρώτη αυτόνομη εμφάνιση του στα πολιτικά πράγματα της χώρας40. Όμως, η κοινωνική αφύπνιση, οι διαφαινόμενες κοινωνικές δυναμικές και η αναπόφευκτη πλέον εμπλοκή με τα κοινωνικά προβλήματα θα κατέστρεφαν τα σχέδια της πολιτικής ολιγαρχίας, γι’ αυτό και το κομμουνιστικό κίνημα χτυπήθηκε σφοδρότατα, χωρίς διάκρίση, και από τους βενιζελικούς και από τους αντιβενιζελικούς.
Δεν πρέπει στο σημείο αυτό να διαφύγει την προσοχή μας ένα επιπρόσθετο στοιχείο. Συγκεκριμένα, στις 2 Ιουνίου 1927 ψηφίστηκε νέο Σύνταγμα, που καθιέρωνε, εκτός από τον κοινοβουλευτισμό (που αυτή τη φορά καθιερώθηκε και τυπικά), και το θεσμό του αιρετού Ανώτατου Άρχοντα (του Προέδρου της Δημοκρατίας). Δηλαδή, κάτι παρόμοιο με το ισχύον σήμερα Σύνταγμα. Αυτές όμως οι θεσμικές παρεμβάσεις δεν στάθηκαν ικανές να εξαλείψουν τις εγγενείς αδυναμίες του κοινοβουλευτικού συστήματος, οι οποίες, τελικώς, οδήγησαν στον εκφυλισμό του Συντάγματος το 1927, στην επάνοδο του θεσμού της μοναρχίας το 1935 και στη μετέπειτα δικτατορία του Ι. Μεταξά.

Με δέσμια την ελληνική κοινωνία, τη στιγμή μάλιστα που προσπαθούσε να δημιουργήσει ισχυρές κοινωνικές ανακατατάξεις και κοινωνικούς σχηματισμούς, η χώρα πορεύθηκε μέσα από κρίση και μέσα από κινήματα και πραξικοπήματα. Η πολιτική πρακτική, αντί να ευθυγραμμιστεί με τις κοινωνικές εξελίξεις, εννοούσε να επιμένει να εντάσσει τις μάζες στην πολιτική μέσα από τα δίκτυα πατρωνείας και εκλογικής πελατείας.
Παράλληλα, οι εκκαθαρίσεις που έγιναν στην κρατική μηχανή το 1935, ήταν επιλεγμένα τόσο βαθιές και τόσο ποιοτικά διαφορετικές από άλλες προηγούμενες, που είχαν αποτέλεσμα ο κρατικός μηχανισμός να αποκοπεί από την κοινωνία και τις αντιθέσεις της41. Με αυτόν τον τρόπο αυτονομήθηκε και ο κρατικός μηχανισμός από το κοινωνικό σώμα και έγινε έτσι ένα εύχρηστο εργαλείο στα χέρια της αυτόνομης πολιτικής ολιγαρχίας.
Τα μεγάλα δάνεια που έφτασαν από το εξωτερικό, αντί να χρησιμοποιηθούν παραγωγικά, χορηγήθηκαν σε ημέτερους «εμπορομεσίτες», με ταυτόχρονη παραχώρηση «ειδικής προστασίας», χωρίς φυσικά ποτέ να εξοφληθούν. Τα δάνεια αυτά έσπρωξαν τη χώρα στην εξάρτηση και την υποτέλεια. Οι πτέρυγες της πολιτικής ολιγαρχίας, όχι μόνο ανέχονταν αυτή την εξάρτηση και την υποτέλεια, αλλά επιπλέον συναγωνίζονταν και μεταξύ τους για το ποια πολιτική φατρία εκφράζει καλύτερα τα ξένα συμφέροντα στην Ελλάδα42. Τέτοιο ήταν το αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγήσει το υπεύθυνο κοινοβουλευτικό σύστημα, που η ίδια η Βουλή, με συντριπτική πλειοψηφία και με συμφωνία και των δύο τότε βασικών πτερύγων της πολιτικής ολιγαρχίας, βενιζελικών και αντιβενιζελικών, παρέδωσε την εξουσία στον Ιωάννη Μεταξά.

Περίοδος 1945-1967

Το περίεργο στη χώρα μας, αν και εύκολα εξηγήσιμο, είναι ότι ύστερα από κάποιον πόλεμο ή εμφύλια διαμάχη ή δικτατορία, ο παλαιοκομματισμός (δηλαδή η παλαιά πολιτική ολιγαρχία και οι πρακτικές της) επανέρχεται στην εξουσία. Το φαινόμενο λοιπόν αυτό παρατηρήθηκε και μετά τον τελευταίο πόλεμο.
Από τα πρώτα κιόλας μεταπολεμικά χρόνια δεν διαφαίνεται κάποια ουσιαστική μεταβολή της ελληνικής κοινωνίας σε επίπεδο δομών. Το ίδιο παρατηρείται και στον οικονομικό τομέα. Τα ίδια προβλήματα. Ο ρυθμός εγκατάλειψης της υπαίθρου αυξάνεται, ενώ παρατηρείται και νέα έκρηξη του τριτογενή τομέα της οικονομίας και της κατανάλωσης, σε βάρος του δευτερογενή και της παραγωγικής διαδικασίας.
Στον πολιτικό τομέα έχουμε το δεύτερο εθνικό διχασμό και το νέο εμφύλιο σπαραγμό. Μετά όμως την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, η παλαιοκομματική πολιτική ολιγαρχία επανήλθε στην εξουσία, προκειμένου να συνεχίσει το έργο της νομής της εξουσίας.

Στην περίοδο που εξετάζουμε δεσπόζουν και πάλι οι δύο κεντρικές πτέρυγες της παλαιοκομματικής ολιγαρχίας, τις οποίες εκπροσωπούσαν τώρα το κέντρο και η Δεξιά. Στον αντίποδα αυτών και μεγάλο πρόβλημα τους ήταν η Αριστερά.
Στο μεταξύ, υπήρχε άμεση ανάγκη μιας νέας κυρίαρχης ιδεολογίας, η οποία φυσικά θα χρησιμοποιούνταν για να αποπροσανατολίσει για μια ακόμη φορά το λαό, να του αποσπάσει την προσοχή από τα καυτά προβλήματα του και να τον μετατρέψει σε αντικείμενο εκμετάλλευσης στη διαμάχη των φατριών και των προσωπικών φιλοδοξιών για τη νομή της εξουσίας.
Η ιδεολογία βρέθηκε. Οι νωπές μνήμες του Εμφυλίου και τα εμφυλιοπολεμικά συμπλέγματα έδωσαν τη λύση στο πρόβλημα που απασχολούσε την πολιτική ολιγαρχία. Ο «εσωτερικός εχθρός» ήταν το «δύσκολο» έργο που αναλάμβανε η τελευταία να λύσει. Ο αντικομμουνισμός αναγορεύτηκε σε κυρίαρχη ιδεολογία και επεκτάθηκε σε όλη την κοινωνική κλίμακα. Οι πολίτες είχαν πατριωτικό καθήκον να συμπαρασταθούν στο «βαρύ φορτίο» που αναλάμβανε η πολιτική ηγεσία του τόπου43.
Ο λαός, όπως ήταν επόμενο, αποπροσανατολίστηκε για μια ακόμη φορά. Η παλαιοκομματική ολιγαρχία συνέχισε το αυτόνομο έργο νομής τής κοινωνίας, μακριά από τα προβλήματα του λαού. Η εγκατάλειψη της επαρχίας συνεχίζεται. Ακολουθεί νέα αύξηση της αστυφιλίας και ταυτόχρονα σημειώνεται το δεύτερο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα. Μεταξύ των ετών 1954-1964 φεύγουν 273.147 μετανάστες προς Δ. Ευρώπη και μεταξύ των ετών 1946-1963 φεύγουν 236.400 μετανάστες προς ΗΠΑ.44

Μεταπολεμικά, σημειώθηκε σε όλη τη Δ. Ευρώπη, κάτω από την πίεση των εργατικών διεκδικήσεων, μια νέα εξέλιξη, ο κεϋνσιανισμός. Η θεωρία του Κέυνς ενθάρρυνε τον κρατικό παρεμβατισμό, τόσο προς την κατεύθυνση της αναδιανομής του εισοδήματος μέσω της φορολογίας όσο και προς την κατεύθυνση της δημιουργίας μεγάλων δημόσιων φορέων και επιχειρήσεων για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο. Επίσης, η θεωρία αυτή συνηγορούσε υπέρ της ανάληψης από το κράτος ορισμένων κρίσιμων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, καθώς και υπέρ της θεσμοθέτησης κανόνων για τη λειτουργία της αγοράς.
Η πολιτική ολιγαρχία, που ήδη έλεγχε τον κρατικό μηχανισμό, αντιλήφθηκε αμέσως πως η κεϋνσιανή θεωρία εξυπηρετούσε άμεσα τα σχέδια της. Συγκεκριμένα, η αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού αφ’ ενός θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός καθυπόταξης και χειραγώγησης των ζωντανών κοινωνικών δυνάμεων και επομένως ανεξαρτησίας του πολιτικού στοιχείου και διαιώνισης της παραμονής στην εξουσία, αφ’ ετέρου θα μείωνε την επαναστατικότητα των εξαθλιωμένων λαϊκών στρωμάτων μέσω παροχών και «τακτοποίησης» στο Δημόσιο.
Υπέρ της αύξησης όμως του κρατικού παρεμβατισμού τάχθηκε, έστω και σιωπηρά, και η Αριστερά, αφού μέσω αυτού προσδοκούσε μια ειρηνική μετάβαση προς το σοσιαλισμό. Έτσι παρατηρείται μια σιωπηρή συναίνεση μεταξύ όλων των πολιτικών δυνάμεων σε ό,τι αφορά την αύξηση του κράτους. Στην πραγματικότητα όμως το μεγάλο κράτος δεν υπήρξε μία κατάκτηση της εργατικής τάξης. Αντιθέτως, υπήρξε συνειδητή επιλογή του παλαιοκομματικού κατεστημένου, προκειμένου να θέσει υπό πλήρη έλεγχο τις κοινωνικές εξελίξεις45.
Το όραμα που προβαλλόταν ήταν το «κράτος-πρόνοια». Ο απώτερος όμως στόχος του παλαιοκομματικού κατεστημένου ήταν η απονεύρωση των ατόμων μέσω της καλλιέργειας της ψυχολογίας αναζήτησης «βοήθειας» του κράτους, έτσι ώστε στο τέλος να οδηγηθούν τα άτομα να τα αναμένουν όλα από το κράτος και τους επαγγελματίες της πολιτικής.

Όπως ήταν επόμενο, η εφαρμογή της θεωρίας του κρατικού παρεμβατισμού στη χώρα μας οδήγησε σε παραπέρα ανεξαρτησία της πολιτικής ολιγαρχίας, σε νέα ανάπτυξη των δικτύων πατρωνείας και σε συντήρηση του κοινωνικού σώματος σε κατάσταση ραγιαδισμού.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα αποδείχτηκε φυσικά για μια ακόμη φορά ανίκανο να προσδέσει τις πολιτικές επιλογές στις κοινωνικές εξελίξεις. Το νέο αδιέξοδο του κοινοβουλευτικού εξουσιαστικού συστήματος, για να επιβεβαιωθεί και αυτή τη φορά ο κανόνας, επισφραγίστηκε με το πραξικόπημα της 21-4-1967.

Περίοδος 1974 σήμερα

Μετά την πτώση της δικτατορίας, το 1974, ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για σημαντικές αλλαγές στην πολιτική ζωή της χώρας. Δυστυχώς όμως και πάλι -επαληθεύοντας τον κανόνα- ο παλαιοκομματισμός, η παλιά πολιτική ολιγαρχία και το κοινοβουλευτικό σύστημα, που είχαν οδηγήσει στην κρίση προδικτατορικά, επανήλθαν και θεσμοθετήθηκαν στο Σύνταγμα του 1975, για να οδηγήσουν φυσικά στο σημερινό κοινωνικοπολιτικό αδιέξοδο και τη χώρα στη χρεοκοπία.

Στην εξουσία επανήλθαν τα ίδια πρόσωπα της προδικτατορικής πολιτικής ολιγαρχίας με τις ίδιες νοοτροπίες και τις ίδιες πρακτικές. Το Σύνταγμα του 1975 που αναθεωρημένο ισχύει μέχρι σήμερα, δεν έκανε τίποτε άλλο, στην ουσία, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1952, από το να αλλάξει το θεσμό του μονάρχη (που έτσι κι’ αλλιώς έπρεπε να καταργηθεί) με το θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όμως ο θεσμός αυτός, έτσι όπως ισχύει είναι είναι άνευ ουσιαστικού περιεχομένου, ο δε εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στην πραγματικότητα, είναι ο εκλεκτός του πρωθυπουργού. Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας δόθηκε χρυσή ευκαιρία να γίνουν βαθιές θεσμικές τομές για μετατόπιση της εξουσίας προς το λαό. Δυστυχώς όμως οι εκπρόσωποι της παλαιάς πολιτικής ολιγαρχίας θέσπισαν ένα Σύνταγμα που εξυπηρετούσε και εξυπηρετεί προσωπικές πολιτικές επιβιώσεις και αυτονόμηση του πολιτικού στοιχείου.
Αυτή τη φορά το ΚΚΕ νομιμοποιήθηκε κι έγινε δεκτό στο κοινοβουλευτικό «παιχνίδι». Η πολιτική ολιγαρχία σκέφτηκε έξυπνα να εμπλέξει το αριστερό κίνημα στη φθορά του παλαιοκομματικού κατεστημένου, να το απομυθοποιήσει και να καταστήσει τα ηγετικά στελέχη του μέλη της κατ’ επάγγελμα πολιτικής ελίτ του τόπου, όπως και τελικώς έγινε.
Όπως ήταν φυσικό, η κυρίαρχη ιδεολογία του αντικομμουνισμού δεν μπορούσε να εξακολουθήσει να υπάρχει. Η πολιτική ολιγαρχία, όμως, έπρεπε να βρει τρόπο να αποπροσανατολίζει το λαό, να μείνει για μια ακόμη φορά ανεξάρτητη από τις κοινωνικές εξελίξεις και, αν μπορούσε μάλιστα, να τις καθοδηγεί. Έπρεπε να βρεθεί μια τέτοια ιδεολογία που να ήταν αποδεκτή από όλους τους χώρους και παράλληλα ικανή να δημιουργήσει ένα αποπροσανατολιστικό έδαφος, πάνω στο οποίο θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα κλίμα τεχνητής αντιπαράθεσης.

Η λύση βρέθηκε. Ο εκσυγχρονισμός46. Ο εκσυγχρονισμός έγινε γρήγορα και αποτέλεσε, μέχρι την πτώση του ΠΑΣΟΚ το 2004, την κυρίαρχη ιδεολογία. Ο πολίτης είχε πλέον πατριωτικό «καθήκον» να συμπαρασταθεί στο «δύσκολο» έργο του εκσυγχρονισμού, που ανέλαβε και πάλι φυσικά η παλαιοκομματική ηγεσία του τόπου, για το κοινό καλό. Όλες οι πτέρυγες της παλαιοκομματικής ολιγαρχίας «αγωνιούσαν» για την πορεία του εκσυγχρονισμού. Όλο το κατεστημένο κινδυνολογούσε πως ο μη εκσυγχρονισμός θα σήμανε κίνδυνο για το «δημοκρατικό» μας πολίτευμα. Όλα τα κόμματα, πίσω από μια καλά προσχεδιασμένη αντιπαράθεση, «αγωνίζονταν» να πείσουν το λαό, το καθένα για δικό του πολιτικό όφελος, πως εκείνο μόνο κατέχει τη σωστή λύση για τον εκσυγχρονισμό. Όπως ακριβώς είχε συμβεί με τη Μεγάλη Ιδέα και τις άλλες ιδεολογίες που αποπροσανατόλιζαν.
Όμως, η ιδεολογία του εκσυγχρονισμού ήταν καθαρά μια ιδεολογία συντήρησης. Η ιδεολογία αυτή δεν απέρριψε τίποτε από το παρελθόν. Απλώς προσπάθησε με διάφορες μικρομεταβολές να καταστήσει το παρελθόν σύγχρονο. Δηλαδή, το παλαιοκομματικό κατεστημένο, όχι μόνο δεν αρνήθηκε το παρελθόν του, αντιθέτως, προσπάθησε, με διάφορους νεωτερισμούς και αναπαλαιώσεις, να μετατρέψει το «αμαρτωλό» Χθες σε Αύριο της ζωής μας. Το μεγάλο σκάνδαλο του χρηματιστηρίου που κατέστησε κάποιους πλουσιότερους και κάποιους φτωχότερους ήταν στην ουσία η υλοποίηση του εκσυγχρονισμού.

Όταν πρωτογράφτηκε αυτό εδώ το βιβλίο το 1994, τότε δηλαδή που η ιδεολογία του εκσυγχρονισμού ήταν στο απόγειό της, οι πιο πάνω σειρές είχαν γραφεί σε χρόνο ενεστώτα, σήμερα απλά αντικαταστήθηκε ο χρόνος των ρημάτων.

Η Νέα Δημοκρατία ανέλαβε την εξουσία το 2004 προσπαθώντας να επιβάλει νέα κυρίαρχη ιδεολογία αυτή της  «επανίδρυσης του κράτους» και αφού έπειτα από τρεισήμισι χρόνια στην εξουσία δεν επανίδρυσε κανένα κράτος, το γύρισε στο ασαφές και επιδεχόμενο πολλών ερμηνειών «μεταρρύθμιση». Το ΠΑΣΟΚ από το άλλο μέρος θέλοντας και αυτό να παρουσιαστεί σαν κάτι άλλο από αυτό που είναι πρότεινε την «νέα αλλαγή». Στις εκλογές της 16-9-2004 δεν έχασε η «νέα αλλαγή» ούτε κέρδισε η «μεταρρύθμιση» που κανείς, ούτε οι εμπνευστές τους, δεν μπορούν να εξηγήσουν τι σημαίνουν, απλά ένα μέρος των ψηφοφόρων πιέστηκε από το δίλημμα της ακυβερνησίας και με λίγες χιλιάδες μόνο ψήφους διέσωσε το υπεύθυνο πολιτικό σύστημα. Αλήθεια προς χάριν τίνος; Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι το πολιτικό κατεστημένο θα αλλάξει τον εκλογικό νόμο προς την κατεύθυνση πιο ενισχυμένης αναλογικής για να αποφευχθεί ο κίνδυνος κατάρρευσής του και διατήρησης του διπολικού αυτονομημένου πολιτικού παιχνιδιού.

Θα πρέπει να γνωρίζει η Νέα Δημοκρατία ότι μεταρρύθμιση δεν σημαίνει ότι «βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω και θέλω να μεταρρυθμίσω εσάς» αλλά ότι μεταρρύθμιση σημαίνει θέσπιση κανόνων που διαλύουν το αυτονομημένο πολιτικό κατεστημένο και υποτάσσουν την πολιτική και τους πολιτικούς στις κοινωνικές ανάγκες. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι μεταρρυθμίσεις έκανε και ο Κλεισθένης, όμως εκείνες οι μεταρρυθμίσεις έφεραν τη δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα. Μήπως αυτού του εύρους μεταρρυθμίσεις που πάνε βαθιά, σκέφτεται και η Νέα Δημοκρατία; Όχι βέβαια.

Η απειλή λοιπόν της οικονομικής κατάρρευσης, σε όλο το μεταπολιτευτικό κύκλο, ενισχύει ολοένα και περισσότερο το ρόλο της πολιτικής ολιγαρχίας. Η μόνη υπεύθυνη για την οικονομική κρίση παλαιοκομματική ηγεσία ανέλαβε στα μεταπολιτευτικά χρόνια και μέχρι σήμερα η ίδια και το έργο της «εξόδου» από την κρίση. Μέσω των θεωριών των διαφόρων «τούνελ» και της «αναγκαίας» λιτότητας, στην πραγματικότητα καταπιέζει την κοινωνία και οδηγεί στην εξαθλίωση τα ασθενέστερα στρώματα του λαού. Στρατηγικός όμως στόχος είναι η διαιώνιση της κατεστημένης πολιτικής ολιγαρχίας και της ανεξαρτησίας της, καθόσον είναι πλέον υπαρκτός αυτή τη φορά ο κίνδυνος κατάρρευσης της.
Πολλοί ήταν εκείνοι που, έπειτα από δυο συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις τον Ιούνιο και το Νοέμβριο του 1989 και αποτυχίας σχηματισμού βιώσιμης κυβέρνησης, μίλησαν για «δεινόσαυρους» της πολιτικής, για υπέργηρους, για παλαιοκομματισμό και άλλα και κόπασαν μετά τις εκλογές της 8-4-1990, οι οποίες «διέσωσαν» το δικομματισμό.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί το γεγονός πως, μετά τη δικτατορία, η Αριστερά έγινε ένα καθαρά αστικό κοινοβουλευτικό κόμμα. Προσχώρησε στην κυρίαρχη ιδεολογία του εκσυγχρονισμού και «αγωνίσθηκε» μέσα από το ίδιο το κατεστημένο παλαιοκομματικό σύστημα για τη διατήρηση αυτού (του παλαιοκομματικού συστήματος, δηλαδή) και την προώθηση της δικής της πολιτικής ελίτ σε θέσεις νομής της εξουσίας.
Οι συμφωνίες, τόσο τον Ιούνιο του 1989 μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς(!!!) όσο και το Νοέμβριο, του ίδιου έτους, μεταξύ των τριών «αστικών» πλέον κομμάτων, αποτελούν «προδοσίες» της ελληνικής κοινωνίας από την παλαιοκομματική πολιτική ολιγαρχία, προκειμένου η τελευταία να διατηρήσει την αυτονομία της και να μην εμπλακεί σε κοινωνικές συγκρούσεις που θα την έριχναν ή θα την καθοδηγούσαν.
Η «κάθαρση» πήγε προς στιγμή να ξεφύγει από τον έλεγχο και να γίνει συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας του εκσυγχρονισμού, αλλά εγκαταλείφθηκε γρήγορα, γιατί αφύπνιζε την κοινωνία κι έβαζε βόμβα από μέσα στα θεμέλια του παλαιοκομματικού κατεστημένου, γεγονός το οποίο δεν συνέφερε.

Αυτός ο τόπος δεν χρειάζεται ανανέωση, όπως την εννοεί το παλαιοκομματικό κατεστημένο, που στην ουσία καταντά αναπαλαίωση.
Από μόνες τους οι διορθωτικές παρεμβάσεις που υποδηλώνουν διαχείριση της κρίσης και από μόνη της η ανανέωση προσώπων δεν αρκούν. Αυτό που συνέβη με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, το 1981, είχε το όμοιο του στην περίπτωση της ανόδου του Ε. Βενιζέλου, το 1910. Και τότε και τώρα νέα πρόσωπα, νέοι βουλευτές, νέοι υπουργοί. Είχαν όμως το ίδιο αποτέλεσμα και την ίδια κατάληξη. Το σύστημα τους διέφθειρε και τους αφομοίωσε.
Είναι λάθος να περιμένουμε τη λύση μόνο από τα πρόσωπα, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις επιλέγονται από το ίδιο το σύστημα που καλούνται να υπηρετήσουν (οι αμφισβητίες απορρίπτονται). Λάθος να νομίζουμε πως από μόνη της η αλλαγή των ηγεσιών θα λύσει το πρόβλημα. Η λύση είναι μία και δεν αποτολμήθηκε ποτέ μέχρι τώρα στη μεταπελευθερωμένη Ελλάδα. Κατάργηση του εισαχθέντος και ξένου με την ελληνική κοινωνική πραγματικότητα ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και αντικατάσταση του με ένα άλλο αποκεντρωτικό θεσμικό σύστημα, στα μέτρα της σημερινής πραγματικότητας.

Σε ό,τι αφορά τον οικονομικό τομέα, μετά τη δικτατορία δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος ότι υπήρξε αισθητή ανάπτυξη της βιομηχανίας. Αντιθέτως, σημειώθηκε ανάπτυξη του μεγέθους του κράτους, που στις ημέρες του ΠΑΣΟΚ έφτασε στο ανώτατο σημείο από δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Επιπλέον, η αστυφιλία και το πέρασμα από τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας κατευθείαν στον τριτογενή συνεχίστηκαν. Η συνακόλουθη αύξηση της κατανάλωσης σε σχέση με το εθνικό προϊόν οδήγησε σε μόνιμη ασθένεια την οικονομία. Τα κρατικά ελλείμματα οξύνθηκαν και ο υπέρμετρος εξωτερικός δανεισμός έθεσε τη χώρα και το λαό σε νέα εξάρτηση από τα ξένα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Τα κοινωνικο-πολιτικά αποτελέσματα του εκσυγχρονισμού είναι πλέον ορατά: Η ομοιομορφοποίηση, ο ισοπεδωτισμός, η απομόνωση και η αποδυνάμωση του ατόμου, το οποίο συνωστίζεται μέσα στους προθαλάμους των πολιτικών γραφείων για επίλυση μικροπροβλημάτων του.
Στο σημείο αυτό είναι άξιο να παρατηρηθεί πως η Νέα Δημοκρατία στα έτη 1974-1981 λειτούργησε με βάση το παλαιό καθεστώς των προσωπικών κατά κύριο λόγο δικτύων πατρωνείας και εκλογικής πελατείας, ενώ το ΠΑΣΟΚ, στα έτη 1981-1989, εισήγαγε ένα νέο τρόπο ένταξης των μαζών στην πολιτική. Παράλληλα με τα ισχνά στην αρχή προσωπικά δίκτυα πατρωνείας, αφού οι περισσότεροι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ήταν καινούριοι και δεν διέθεταν δικά τους, ανέπτυξε την κρατικοκομματική πατρωνεία. Κομματικοποίησε τον κρατικό μηχανισμό και το ρουσφέτι γινόταν πλέον κυρίως μέσα από το κόμμα. Αυτό τουλάχιστον συνέβη κατά την πρώτη τετραετία της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, γιατί στη συνέχεια το ίδιο το σύστημα διαφθοράς επέβαλε και στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, κάτω από την πίεση της ανάγκης για επανεκλογή, να δημιουργήσουν και αυτοί προσωπικά δίκτυα πατρωνείας και εκλογικής πελατείας.
Τα περισσότερα άτομα, στη συνέχεια, που αγωνίστηκαν για να ανεβεί η Ν.Δ. στην εξουσία, το 1990 πίστεψαν ότι θα κάνει ό,τι το ΠΑΣΟΚ στην αρχή και έτσι θα αντάλλασσαν τις αγωνιστικές τους περγαμηνές με ένα ρουσφέτι. Όμως, πλανήθηκαν. Η ηγετική ολιγαρχία της Ν.Δ., πιστή στις «παραδόσεις», παραμέρισε το κόμμα που την ανέβασε στην εξουσία και επιδόθηκε στο ρουσφέτι μέσω προσωπικών γνωριμιών ή εξόφλησης λογαριασμών.
Το βιβλίο αυτό δεν υπονοεί βεβαίως πως η Ν.Δ. έπρεπε να κάνει ρουσφέτια ή ότι θα έπρεπε να τα κάνει μέσα από τον κομματικό μηχανισμό. Απλώς επισημαίνεται η νοοτροπία της πολιτικής ολιγαρχίας που και σε αυτήν ακόμη την περίπτωση δεν θέλησε να παράσχει οποιουδήποτε είδους εξουσία στην κομματική βάση.
Είναι γνωστό πως τα δίκτυα πατρωνείας, με την παλαιά τους μορφή, δεν μπορούν να λειτουργήσουν στις πόλεις όπως λειτουργούν στα χωριά, όπου μπορούν και ελέγχονται οι πολιτικές πεποιθήσεις. Επί ημερών του ΠΑΣΟΚ, ο έλεγχος των πολιτικών φρονημάτων στα χωριά επιτεύχθηκε και με έναν άλλο πιο απροκάλυπτο, αλλά «αποτελεσματικό» για την επιβίωση του δικομματισμού τρόπο. Με τα «μπλε» και «πράσινα» καφενεία.
Στις πόλεις το ρόλο των δικτύων πατρωνείας τον αναλαμβάνουν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Γι’ αυτό και το ρουσφέτι στις πόλεις κινείται, κυρίως, μέσα από το συνδικαλισμό. Με τον τρόπο αυτό και το συνδικαλιστικό κίνημα κρατείται δέσμιο και η κοινωνία στη συνέχεια απονευρώνεται με μοχλό το ίδιο το συνδικαλιστικό κίνημα. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις στη χώρα μας, εκτός από χώροι ρουσφετιού, χρησιμεύουν και ως σκαλοπάτι για πολιτική άνοδο, αφού πρώτα ο μέλλων πολιτικός έχει κυριολεκτικά «πουληθεί» πλήρως στην πολιτική ολιγαρχία, έχει ελεγχθεί για την υποταγή του σ’ αυτήν και έχει κατ’ επανάληψη «προδώσει» το κοινωνικό σύνολο, ακόμη και τους ίδιους τους συναδέλφους του.

Καμία πολιτική δεν μπορεί να επιτύχει όσο διατηρείται αυτό το θεσμικό σύστημα, που εξασφαλίζει ανεξαρτησία της πολιτικής ολιγαρχίας από τις κοινωνικές εξελίξεις, τον κοινωνικό φόβο και τον κοινωνικό έλεγχο. Η αποτυχία του ΠΑΣΟΚ δεν δικαιώνει την αποτυχία της Νέας Δημοκρατίας.
Η κρίση είναι βαθιά, είναι κρίση θεσμών, κρίση πολιτικοκοινωνική. Οι διαχειριστές της κρίσης σήμερα μπορεί να διατηρούν ακόμη την αυτονομία τους εξαπατώντας το κοινωνικό σώμα, αλλά η όλη ατμόσφαιρα είναι ήδη πολύ βαριά. Η χώρα μας, δυστυχώς, για μια ακόμη φορά έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και όχι μόνο στον οικονομικό τομέα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπεύθυνο γι’ αυτήν την κατάσταση είναι το ακατάλληλο για τη χώρα μας πολιτικό σύστημα.

Το τελικό συμπέρασμα από αυτή την ιστορική αναδρομή είναι ότι στη χώρα μας το πολιτικό στοιχείο είναι υπερβολικά αυτονομημένο και στεγανό και ποδηγετεί, με τη βοήθεια και του κράτους, την ελληνική κοινωνία πάνω στους δικούς του δρόμους.
Η μόνη λύση είναι η μείωση αυτής της μεγάλης αυτονομίας. Αυτό θα επιτευχθεί με την αλλαγή του υπάρχοντος θεσμικού συστήματος και τη θέσπιση ενός άλλου, που θα ελαχιστοποιεί αυτή την αυτονομία και θα εξασφαλίζει τον κοινωνικό έλεγχο και την κοινωνική συμμετοχή στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Οδυσσέα Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» (1991) εκδ. Ίκαρος σελ. 26.
2. Πλήρη ανάπτυξη βλ. John Α. Ρetropoylos «Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο 1833-1843» (1985),εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.
3. Σχετική ανάπτυξη βλ. Β.Φίλια «Όψεις της διατήρησης και της μεταβολής του κοινωνικού συστήματος» (1979), εκδ. Νέα Σύνορα τόμος Β, σελ. 165 επ.
4. Βλ. Ν. Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία» (1981), εκδ. Α.Σάκκουλα, τ. Α, σελ. 4 επ.
5. Εκτενέστερα Βλ. R.G. Schwartzenberg (1984), εκδ. Παρατηρητής, σελ. 307 επ.
6. Για μεγαλύτερη ανάπτυξη βλ. Γ. Δερτιλή «Η αυτονομία της πολιτικής από τις κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» στο βιβλίο της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης «Κοινωνικές και Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977) εκδ. Εξάντας σελ. 41 επ.
7. Σχετικά βλ. Α. Τρίτση (1989), εκδ. Ριζοσπαστικές εκδόσεις, σελ. 21 επ.
8. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ν. Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», όπ. αν., σελ.24.
9. Βλ. Γ. Κοντογιώργη «Οι Ελλαδικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην ύστερη τουρκοκρατία. Οι συνθήκες διαμόρφωσης της κοινωνικής και πολιτικής πάλης και οι μεταπελευθερωτικές συνέπειες», στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα», όπ. αν., σελ. 37.

10. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ν. Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», όπ. αν., σελ. 27.
11. Βλ. Ν. Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», όπ. αν., σελ. 28.
12. Εκτενέστερα βλ. Β.Φίλια «Όψεις της διατήρησης και της μεταβολής του κοινωνικού συστήματος», όπ. αν., σελ. 69.
13. Για λεπτομέρειες βλ. Κων. Τσουκαλά «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα», όπ. αν., σελ. 81.
14. Βλ. σχετική αναφορά Ν. Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», όπ. αν., σελ. 40.
15. Για πλήρη ανάπτυξη του θέματος βλ. Κων. Τσουκαλά «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», όπ. αν., σελ. 83.
16. Σχετική ανάλυση βλ. Κων. Τσουκαλά, όπ. αν., σελ. 86.
17. Εκτενέστερα βλ. Γ. Δερτιλή «Η αυτονομία της πολιτικής από τις κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», όπ. αν., σελ. 42.
18. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Γ. Δερτιλή, όπ. αν., σελ. 47.
19. Βλ. Γ. Δερτιλή, όπ. αν., σελ. 48.
20. Βλ. Ν. Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», όπ. αν., σελ. 51.
21. Βλ. Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ 66, και για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Α. Σβώλου «Το νέον Σύνταγμα και οι βάσεις του πολιτεύματος», Αθήνα 1928, σελ. 246.
22. Βλ. Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 68-69.
23. Εκτενέστερα βλ. Γ. Δερτιλή, «Η αυτονομία της Πολιτικής από τις κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», όπ.αν., σελ. 48.
24. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Β. Φίλια «Όψεις της διατήρησης και της μεταβολής του κοινωνικού συστήματος», όπ. αν., σελ. 79.
25. Βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 79.
26. Βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 80.
27. Βλ. σχετική ανάπτυξη Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 82.
28. Για περισσότερη ανάπτυξη βλ. Γ. Δερτιλή «Η αυτονομία της Πολιτικής από τις κοινωνικές αντιθέσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», όπ. αν., σελ. 64.

29. Εκτενέστερα βλ. Κ. Τσουκαλά «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», όπ. αν., σελ. 88.
30. Ειδικότερα βλ. Κ. Τσουκαλά, όπ. αν., σελ. 105.
31. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. Β. Φίλια «Όψεις της διατήρησης και της μεταβολής του κοινωνικού συστήματος», όπ.αν., σελ. 113.
32. Βλ. σχετικά Ν. Αλιβιζάτου «Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία» όπ. αν., σελ. 97-98.
33. Εκτενέστερα βλ. Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 98 και 108.
34. Βλ. σχετική σημείωση Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 102-103 με στοιχεία από Κ. Σβωλόπουλο «Ιστορία του ελληνικού έθνους» τ.ΙΔ’, σελ. 274-275.
35. Βλ. αναλυτικότερα Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 111.
36. Βλ. σχετική αναφορά Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 111-112.
37. Βλ. Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 127.
38. Βλ. Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 128-129.
39. Για το στοιχείο αυτό βλ. Α. Ρήγου «Πολιτικές εκφράσεις στη Β’ Ελληνική Δημοκρατία» στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977), εκδ. Εξάντας, σελ. 214.
40. Βλ. σχετικά Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 148.
41. Αναλυτικότερα βλ. Ν. Αλιβιζάτου, όπ. αν., σελ. 156.
42. Εκτενέστερα βλ. Α. Ρήγου, όπ. αν., σελ. 191.
43. Για περισσότερη ανάπτυξη βλ. Δ. Δημητράκος «Η ιδεολογία των κομμάτων στη σύγχρονη Ελλάδα» στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε
«Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977),εκδ. Εξάντας, σελ. 231.
44. Βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 119-120.
45. Πλήρη ανάλυση επί του θέματος βλ. Α. Ανδριανόπουλου «Ο θρίαμβος του δημοκρατικού καπιταλισμού» (1988), εκδ. LIBRO, σελ. 131 επ.
46. Σχετική με την ιδεολογία του εκσυγχρονισμού ανάπτυξη βλ. και Δ. Δημητράκος, όπ. αν., σελ. 235.


«Χωρίς δημιουργικές, ελενθερόφρονες προσωπικότητες, η εξέλιξη της κοινωνίας είναι το ίδιο ακατανόητη, όπως η εξέλιξη της ατομικής προσωπικότητας χωρίς το θρεπτικό λίπασμα της κοινότητας». ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΪΝΣΤΑΪΝ

KΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Μια σκληρή πραγματικότητα

Κοινή είναι, πλέον, η διαπίστωση πως ο Έλληνας από τον τουρκικό ραγιαδισμό, από την αναζήτηση του προστάτη-μεσολαβητή, πέρασε σε ένα είδος πολιτικού ραγιαδισμού αμέσως μετά την απελευθέρωση. Τη θέση του παλιού παρένθετου προσώπου, μεταξύ του υπόδουλου Έλληνα και της τούρκικης εξουσίας, κατέλαβε κάποιο άλλο παρένθετο πρόσωπο, που έμελλε να μεσολαβεί στο εξής μεταξύ του απλού πολίτη και της εκτελεστικής εξουσίας. Το πρόσωπο αυτό, που επικράτησε να λέγεται «πολιτικός προστάτης», θα αποτελούσε στο εξής τον κεντρικό παράγοντα ενός προσωπικού δικτύου πολιτικής πατρωνείας, που σκοπό είχε -και έχει- την προσέλκυση και παγίωση της εκλογικής πελατείας. Το νέο αυτό πρόσωπο δεν ήταν φυσικά άλλο από εκείνο του εκπροσώπου της πολιτικής ολιγαρχίας2 και, κυρίως, του βουλευτή.
Ακόμη και σήμερα το σύμπλεγμα του ραγιά συνεχίζεται τεχνηέντως, μέσα από εξελιγμένες μεθόδους, να καλλιεργείται και να παγιδεύει τη σκέψη του απογοητευμένου από την απάνθρωπη γραφειοκρατία, μη προνομιούχου πολίτη, και να τον οδηγεί κατευθείαν στον προθάλαμο του πολιτικού, που φαντάζει ως η μόνη λύση για την ικανοποίηση των όποιων προσδοκιών του. Ορθώς έχει ειπωθεί πως ο Έλληνας μέχρι και σήμερα δεν έχει στην πραγματικότητα ζήσει πολιτικά ελεύθερος.
Στο προηγούμενο κεφάλαιο είδαμε πως η ελληνική κοινωνία, μετά την απελευθέρωση, δεν ανέπτυξε ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, όπως εκείνες που αναπτύχθηκαν στη Δ. Ευρώπη3. Η απουσία ταξικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων στέρησε από τον Έλληνα τη δυνατότητα οροθέτησης της κοινωνικής ταυτότητας του.
Η έλλειψη κοινωνικής ταυτότητας έκανε τον Έλληνα αφ’ ενός να μην μπορεί να συνειδητοποιήσει τα κοινωνικά προβλήματα του και αφ’ ετέρου να μην μπορεί να τα αντιμετωπίσει με συγκεκριμένες και αποτελεσματικές, αυτοπροσδιοριζόμενες ενέργειες. Έτσι έγινε εύπλαστο και εκμεταλλεύσιμο υλικό στην από πριν σχεδιασμένη και ελεγχόμενη πολιτική αντιδικία των πτερύγων της πολιτικής ελίτ.
Από την άλλη, τόσο ο μιμητισμός της συμπεριφοράς της άρχουσας μεσολαβητικής-μεταπρατικής τάξης όσο και οι συνειδητές επιλογές της τάξης αυτής, σε συνδυασμό και με την ανυπαρξία βιομηχανικής παραγωγής, συγκέντρωσαν τον πληθυσμό στις πόλεις και ιδιαίτερα στην Αθήνα και τον πέρασαν κατευθείαν στον τριτογενή τομέα της οικονομίας και στον τομέα των δημόσιων υπηρεσιών. Αποτέλεσμα αυτού του είδους της μετακίνησης του πληθυσμού ήταν να μην αναπτυχθεί στη συνέχεια ισχυρό υπόβαθρο δευτερογενούς παραγωγικού τομέα4. Η μεγάλη ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα οδήγησε στην υπερβολική αύξηση του παρασιτισμού και της μικροαστικής τάξης. Η τελευταία, ως γνωστόν, δεν οροθετείται ούτε κινείται με γνήσια ταξικά κριτήρια. Δεν έχει συγκροτημένη ταξική συνείδηση και επομένως αδυνατεί να εμφανίσει σαφή πολιτικό αυτοπροσδιορισμό.
Αυτή η αδυναμία εξυπηρέτησε και εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο τρόπο τον πολιτικό ετεροπροσδιορισμό. Πάνω στο δεδομένο αυτό εδράζεται κυρίως η αυτονόμηση του πολιτικού στοιχείου, με την αναγκαία όμως βοήθεια ενός αντιδημοκρατικού και αντικοινωνικού κατεστημένου εξουσιαστικού συστήματος, που συντηρείται και υποβοηθείται από την άρχουσα τάξη της πολιτικής ολιγαρχίας και που το ίδιο στην πορεία αναπαράγει αυτού του τύπου την ολιγαρχία, κρατώντας την κοινωνία στο επίπεδο μιας ιδιότυπης δουλείας. Αυτό το υπερσυγκεντρωτικό σύστημα αρνείται να δεχτεί την προσωπικότητα και την ελεύθερη αποφασιστική έκφραση, ενώ, αντιθέτως, καλλιεργεί την ομοιομορφοποίηση και τον ισοπεδωτισμό.
Το πολιτικό κατεστημένο, στην προσπάθεια του να αποφύγει την πραγμάτωση της ουσίας της δημοκρατίας, επινοεί, κάτω από το πρόσχημα της ανανέωσης, του εκσυγχρονισμού και της μεταρρύθμισης, κατ’ επίφαση δημοκρατικούς θεσμούς, οι οποίοι όμως στην ουσία αποκλείουν την ελεύθερη αποφασιστική έκφραση. Ελεύθερη αποφασιστική έκφραση μέσα σε μια δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία δεν σημαίνει απλώς έκφραση γνώμης σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις, αλλά θεσμοθετημένη ουσιαστική συμμετοχή στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Όμως, συμβαίνει το αντίθετο. Με όλα τα μέσα που διαθέτει, το συγκεκριμένο πολιτικό κατεστημένο αποβλέπει στην αντικατάσταση του ανθρώπου-προσωπικότητα από τον άνθρωπο της μάζας. Με τη βοήθεια μιας προπαγάνδας ολοκληρωτικής, που εκτοξεύεται από όλες τις απολήξεις του, προσπαθεί να διαμορφώσει όχι πολίτες, αλλά άτομα με κατευθυνόμενη σκέψη. Είναι δε τέτοια η δύναμη του πολιτικού κατεστημένου να κατευθύνει τη σκέψη, που τελικώς τα άτομα έχουν σχεδόν πειστεί πως για όλα τα κακώς κείμενα φταίει η ίδια η ιδιοσυγκρασία τους, δηλαδή δήθεν η ιδιοσυγκρασία του μεσογειακού ή και βαλκάνιου, αν θέλετε, έλληνα.
Η άνευ όρων αποδοχή αυτής της …πραγματικότητας, που φαντάζει αδύνατο να υπερνικηθεί, προδικάζει το μάταιο οποιασδήποτε προσπάθειας και οδηγεί τα σημερινά αδύναμα υπερκαταναλωτικά άτομα στην άνευ όρων παράδοση τους κατευθείαν στα χέρια των επαγγελματιών εξουσιαστών. Ο σημερινός πολιτικός ραγιαδισμός είναι, δυστυχώς, μια βαριά κληρονομιά αιώνων. Η κοινωνία μας καταδυναστεύεται από ένα αδιαπέραστο γραφειοκρατικό σύστημα, τεχνητά συντηρούμενο και χρησιμοποιούμενο σαν… κυματοθραύστης των ατομικών ανησυχιών, προσπαθειών και ελπίδων. Τα άτομα οδηγούνται σε προκαθορισμένα, εμπορεύσιμα και ελεγχόμενα μονοπάτια.
Έντεχνα όλοι οι νόμιμοι δρόμοι είναι κλειστοί. Η προσωπικότητα δεν είναι ανεκτή, ενώ ο υποτακτικός προωθείται . Θα πρέπει λοιπόν το κάθε άτομο, αν θέλει να επιτύχει, να ξεχάσει οριστικά και αμετάκλητα τις δικές του δυνατότητες και ικανότητες, τις οποίες μάλιστα θα πρέπει να κρύβει για να μην προκαλεί. Αντ’ αυτού είναι αναγκασμένο να αναζητήσει οπωσδήποτε τον «προστάτη» του μέσα από την ανάπτυξη «πολιτικών σχέσεων», οι οποίες καταλήγουν να είναι σχέσεις εκλογικής πελατείας, ή «κοινωνικών σχέσεων», οι οποίες καταλήγουν να είναι σχέσεις κοινωνικής υποκρισίας.
Για εκείνον ο οποίος δεν γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει, είναι αδύνατο να κατανοήσει πώς ένας τόσο υπερήφανος λαός, με μια αξιοθαύμαστη αρετή και με μια τόσο λαμπρή ιστορία πνεύματος και πολιτισμού, έχει περιέλθει στη σημερινή κατάσταση, προκειμένου να επιβιώνει σε βάρος του ένα οικογενειοκρατικό, κληρονομικό και παρεο-κρατικό κατεστημένο. Είναι οδυνηρή, αλλά απολύτως ορθή η διαπίστωση πως το απλό άτομο, κάτω από τη δύναμη της εξωκατευθυνόμενης σκέψης, εκλαμβάνει την προσωπική διαμάχη μεταξύ των ηγεσιών των διαφόρων πτερύγων της πολιτικής ολιγαρχίας και των συγκρουόμενων στο παρασκήνιο ισχυρών οικονομικών και άλλων συμφερόντων ως δική του προσωπική υπόθεση. Στη συνέχεια, στρέφεται με σφοδρότητα εναντίον αθώων συνανθρώπων του, ακόμη και μελών της οικογένειας του, που η δύναμη της εξωκατεύθυνσης το έκανε να τους θεωρεί εχθρούς του, αν και στην ουσία τα συμφέροντα τους είναι κοινά και η μοίρα τους η ίδια.
Στη χώρα μας, εκτός του βομβαρδισμού με μαζοποιητική πολιτική προπαγάνδα, σήμερα κυρίως από τα ΜΜΕ, η υπόθεση διευκολύνεται για το πολιτικό κατεστημένο και από την καταναλωτική αλλοτρίωση και την οικονομική ανεπάρκεια. Ήδη σήμερα, εκτός των άλλων, το απροστάτευτο άτομο πιέζεται και από τον υπέρμετρο δανεισμό και την εξάρτηση του από τις τράπεξες. Οι ισχυρότατες αυτές παράμετροι δεν αφήνουν το άτομο να σκεφτεί τίποτε άλλο πέρα από την επιβίωση του, μέσα σε ένα ρυθμό ζωής με αυξημένες και πιεστικές, τόσο πραγματικές όσο και επίπλαστες, ανάγκες. Αποτέλεσμα είναι να γίνεται στο τέλος το ίδιο το άτομο ένα προϊόν εύκολα εμπορεύσιμο στην πολιτική αγορά, όπου φυσικά τους κανόνες καθορίζουν οι «έμποροι των ελπίδων».
Τα μη προνομιούχα άτομα αισθάνονται τη ζωή τους να φεύγει μέσα από τα χέρια τους. Βλέπουν τις προσπάθειες τους να μην καρποφορούν, τις ικανότητες τους να περιφρονούνται. Μένουν στριμωγμένα στη γωνία κρύβοντας τις γνώσεις και τις ικανότητες τους, ζώντας στα όρια της ψυχικής αντοχής τους. Σε αντίθεση, λιγότερο ικανοί «εντολοδόχοι» του κατεστημένου αποκτούν κοινωνική και οικονομική ισχύ. Μόνος δρόμος για την επίτευξη, έστω και ετεροπροσδιοριζόμενων, στόχων απομένει ένας μη προσήκων σε ελεύθερες προσωπικότητες συμβιβασμός.
Ο επαγγελματίας εξουσιαστής γνωρίζει πολύ καλά την πραγματική ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων. Γνωρίζει ότι δεν απευθύνεται σε ψυχρά υπολογιστικά άτομα, αλλά σε άτομα με έντονες ψυχικές εντάσεις, με ικανότητες και οράματα, που ενδιαφέρονται ζωηρά για κοινωνική αναγνώριση και ολοκλήρωση. Άλλωστε, αυτές οι έντονες προσωπικότητες ήταν εκείνες που επινόησαν τη δημοκρατία, αφού διαπίστωσαν πως το μόνο που τους ταίριαζε ήταν ένα περιβάλλον που θα εξασφάλιζε την ελεύθερη αποφασιστική έκφραση της προσωπικότητας τους.
Ο επαγγελματίας εξουσιαστής γνωρίζει όμως και κάτι άλλο. Γνωρίζει πως η ελληνική κοινωνία εμφανίζει υπολειτουργία και υποτονικότητα και γι’ αυτό έχει φροντίσει, όπως έχει ήδη γίνει κατανοητό, το ίδιο το πολιτικό στοιχείο5. Στην κατακερματισμένη και υπονομευμένη κοινωνία μας το άτομο είναι μόνο του και απομονωμένο. Δεν έχει επαφή ούτε με τον γείτονά του μέσα στην ίδια πολυκατοικία. Η πολιτική επικοινωνία με τους συμπολίτες του γίνεται μόνο μέσω από αυτό που του σερβίρουν τα ΜΜΕ.  Ιδιαίτερα μέσα στις σημερινές συνθήκες υπερκαταναλωτισμού και ομοιομορφοποίησης το απομονωμένο άτομο γίνεται δέκτης ποικίλων και ισχυρών πιέσεων, που το οδηγούν στα όρια του ισοπεδωτισμού και της εξαφάνισης κάθε ατομικής διαφοροποίησης. Ο επαγγελματίας εξουσιαστής γνωρίζει λοιπόν πολύ καλά τι πρέπει να κάνει.
Σε μια κοινωνία χωρίς συνοχή είναι αρκετά δύσκολο να μορφοποιηθούν κοινωνικές δυναμικές ή να εμφανιστούν εκείνες οι ισχυρές προσωπικότητες που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον αντίποδα της άρχουσας ελίτ και να προτείνουν ή και να επιδιώξουν, με πιθανότητα επιτυχίας, αλλαγές στο υπάρχον εξουσιαστικό σύστημα. Σ’ αυτή την κοινωνία είναι αυτονόητο πως εκείνοι που ασκούν την πολιτική εξουσία δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερη δυσκολία στην επίτευξη των επιδιώξεων τους.
Παρατηρείται δηλαδή το φαινόμενο η πολιτική ηγεσία να επιτυγχάνει να προσαρμόζει τη στάση των πολιτών πάνω στις δικές της προοπτικές και όχι το αντίθετο, που είναι και η ουσία της δημοκρατίας.

Μπορεί να καλυτερεύσει αυτή η κοινωνία;

Επικρατεί σήμερα διάχυτη η άποψη πως το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας, δυστυχώς, δεν θα είναι ευοίωνο, ότι η κοινωνία μας κινείται πάνω σε προδιαγραμμένη φθίνουσα πορεία.
Οι κατά καιρούς έγκυρες κοινωνιολογικές και ιστορικές μελέτες συμπίπτουν με ακρίβεια στις διαπιστώσεις των προβλημάτων αυτής της κοινωνίας. Οι γνώμες όμως διχάζονται όταν έρχεται η στιγμή να προταθούν λύσεις. Οι όποιες προτεινόμενες λύσεις περιορίζονται απλώς στη διατύπωση γενικών ευχών ή επιγραμματικών συνθηματολογικών αφορισμών, με τη συνοδεία ανάλογων για την περίπτωση, αλλά πάντα διισταμένων συμβουλών προς κάθε αποδέκτη. Οι προσπάθειες αυτές, αναμιγνυόμενες με εκσυγχρονιστικά ή μεταρρυθμιστικά ιδεολογήματα, δεν αποτελούν τίποτε άλλο από ουτοπία.
Πρέπει να κατανοήσουμε πως με υποδείξεις και κυρίως αποπροσανατολιστικά συνθήματα δεν μπορούμε να προκαλέσουμε εμφάνιση κοινωνικών δυναμικών ούτε να παρέμβουμε στις όποιες κοινωνικές διεργασίες.
Αποτελεί πλέον κοινή διαπίστωση πως κανένας δεν κατέχει τη μοναδική μαγική λύση. Έχει όμως ταυτόχρονα συνειδητοποιηθεί πως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη της η κοινωνία μας και απλώς να αναμένουμε αν και πότε -και φυσικά άγνωστο προς ποια κατεύθυνση-θα μετασχηματιστεί από μόνη της. Κοινή πλέον είναι η απόφαση πως κάτι, επιτέλους, πρέπει να γίνει.
Εκείνο που πρέπει να γίνει δεν είναι τίποτε άλλο από το να προσχωρήσουμε σε μια εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενη αλλαγή, κυρίως του συνταγματικού καθεστώτος. Δηλαδή, αλλαγή κατ’ αρχάς του εξουσιαστικού συστήματος σε θεσμικό επίπεδο. Αν δεν αλλάξει το εξουσιαστικό σύστημα που ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΙΕΙ τους Έλληνες κατά έναν ορισμένο τρόπο, καμία άλλη προσπάθεια δεν πρόκειται να δώσει λύση. Αν δεν απαλλαγούμε από τους «πολιτικούς προστάτες» δεν θα μπορέσουμε να ανασάνουμε και να βρούμε το δρόμο μας. Μόνο μια αλλαγή με κεντρικό στόχο την αποκέντρωση της εξουσίας, που θα σημάνει την ουσιαστική μεταφορά μεγάλου μεριδίου εξουσίας στα χέρια του απλού πολίτη, μπορεί να ζωντανέψει την κοινωνία και να αποτελέσει την αρχή για μια καλύτερη ζωή, την οποία όλοι μας αξίζουμε.
Αν θέλουμε να ζούμε σε μια πρωτοπόρα κοινωνία, την οποία βέβαια οραματιζόμαστε, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε ότι μια τέτοια κοινωνία μόνο ελεύθερες προσωπικότητες μπορούν να τη δημιουργήσουν. Μια προσωπικότητα είναι ελεύθερη όταν, όχι μόνο εκφράζεται ελεύθερα στις κοινωνικές σχέσεις της, αλλά όταν της εξασφαλίζεται βήμα ελεύθερης αποφασιστικής έκφρασης και όταν οι προσωπικές ανησυχίες και οραματισμοί βρίσκουν διέξοδο μέσα από αποτελεσματικές πρωτοβουλίες. Αν, λοιπόν, δεν δημιουργήσουμε εκείνο το θεσμικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα ευνοείται η ανάδειξη της προσωπικής αξίας του ανθρώπου με βάση τις προσπάθειές του, μην τρέφουμε αυταπάτες ότι θα δημιουργήσουμε την κοινωνία που όλοι ονειρευόμαστε.
Κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο θα περιστρέφεται το νέο σύστημα θα πρέπει να είναι το ίδιο το άτομο. Το εξουσιαστικό σύστημα από πρωθυπουργοκεντρικό θα πρέπει να γίνει ανθρωποκεντρικό. Η σχετικότητα της προσωπικότητας του ατόμου θα αποτελεί πρώτη προτεραιότητα. Πρέπει να ληφθεί πρόνοια, ώστε να αποφευχθεί με κάθε τρόπο ο ισοπεδωτισμός και η μαζοποίηση. Δεν μπορεί πλέον ο κοινωνικός σχεδιασμός να συνεχίζει να εξυφαίνεται ερήμην των ίδιων των άμεσα ενδιαφερόμενων ατόμων. Δεν είναι δυνατό να καλούνται τα άτομα να εφαρμόσουν εκείνες τις επιλογές και να υποστούν τις συνέπειες εκείνων των επιλογών που δήθεν γίνονται γι’ αυτά, αλλά, φυσικά, χωρίς αυτά. Όταν αυτές οι επιλογές λαμβάνονται από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, στα οποία βέβαια δεν συμμετέχουν οι πολίτες, και κατευθύνονται άμεσα ή έμμεσα από άγνωστα οικονομικά και μη συμφέροντα, που τις περισσότερες φορές είναι αντίθετα με εκείνα του λαού, είναι ευνόητες οι συνέπειες. Μόνο τα πραγματικά ελεύθερα άτομα, μέσω της ουσιαστικής άσκησης των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει μια γνήσια δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία, μπορούν να βρουν νέα σημεία ισορροπίας και είναι τα μόνα που μπορούν να διαφεντέψουν καλύτερα από τον καθένα τη ζωή τους και όχι να την παραδίδουν σαν εμπορεύσιμο προϊόν στα χέρια άγνωστων συμφερόντων. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί αλλαγή του κοινωνικού σκηνικού και πάνω απ’ όλα των διαδικασιών κοινωνικοποίησης.
Είναι αδιανόητο τα άτομα να κινούνται σαν σκιές μέσα σε ένα φόντο κατευθυνόμενης εθνικής μοιρολατρίας, που αφοπλίζει τις δυνατότητες τους. Δεν υπάρχει πεπρωμένο, η ζωή ανήκει σ’ αυτόν που θέλει να τη ζήσει. Κατευθυνόμενα αποπροσανατολιστικά μυθεύματα περί νοοτροπίας του Έλληνα και τα παρόμοια επιχειρούν να οδηγήσουν τη σκέψη προς την κατεύθυνση της αναγκαιότητας αλλαγής των ίδιων των ατόμων (και όχι του εξουσιαστικού συστήματος), πράγμα που φυσικά είναι αδύνατο. Όμως, η ενασχόληση της σκέψης και οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση διευκολύνουν αφάνταστα το πραγματικά υπεύθυνο εξουσιαστικό σύστημα, το οποίο έτσι μένει στο απυρόβλητο.
Το ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουν ψυχοσύνθεση τα άτομα που ζουν και κινούνται στο συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, αλλά η αλλαγή αυτού του ίδιου του θεσμικού πλαισίου. Με λίγα λόγια, το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί δεν είναι οι πολίτες ούτε καν αυτοί οι ίδιοι οι πολιτικοί ως άτομα. Η λύση είναι η αλλαγή του συστήματος που κοινωνικοποιεί αυτούς τους πολίτες και αναπαράγει αυτούς τους πολιτικούς.
Το επίπεδο του πολιτισμού ενός λαού είναι ανάλογο με τη στάθμη της αρχής της ισότητας στο νοητικό σύστημα των πολιτών του. Όταν αυτή είναι χαμηλά, επικρατεί ισοπεδωτισμός. Το κατεστημένο παλαιοκομματικό σύστημα καλλιεργεί τον ισοπεδωτισμό, με αποτέλεσμα η αξία που τείνει να ξεχωρίσει, να απορρίπτεται και έτσι η κοινωνία να παραμένει στο τέλμα. Για να εξαλειφθούν τα δεινά που προκαλεί ο ισοπεδωτισμός μόνο μια λύση υπάρχει, η πολιτική ελευθερία. Παρ’ ό,τι όμως καταβάλλεται προσπάθεια να γίνει πιστευτό το αντίθετο, στην πραγματικότητα στη χώρα μας σήμερα δεν έχουμε πραγματική πολιτική ελευθερία.
Η κατάσταση, έτσι όπως είναι σήμερα, δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε από μόνη της, αλλά ούτε φυσικά με τη βία και το αίμα. Με δεδομένη την υπάρχουσα υπανάπτυκτη παραγωγική συγκρότηση της χώρας μας και τη χειραγώγηση του συνδικαλιστικού κινήματος από το πολιτικό στοιχείο, είναι εκτός πραγματικότητας να αναμένουμε οποιαδήποτε βελτίωση, σε κοινωνικοπολιτικό και οικονομικό επίπεδο, μέσα από κάποια κοινωνική δυναμική. Μόνον ορισμένες θεσμικές αλλαγές μπορούν να γίνουν (μερικές από αυτές θα αναλυθούν στη συνέχεια), οι οποίες θα εμπνέονται από τη σύλλήψη της πραγματικής ουσίας του ανθρώπου, θα έχουν στόχο την υπαρξιακή ανύψωσή του και θα οδηγήσουν σε αναπόφευκτες και συντριπτικές αλλαγές σε όλους τους τομείς.
Ο Περικλής έλεγε ότι για τη διοίκηση δεν θα πρέπει να προτιμούνται οι προνομιούχοι, αλλά οι ικανοί. Από τη στιγμή που θα εξασφαλιστούν οι συνθήκες για να συμβεί αυτό, οι αλλαγές στον κοινωνικο-πολιτικό τομέα θα είναι… εκρηκτικές.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Α. Αϊνστάιν «Πώς βλέπω τον κόσμο», εκδ. ΜΑΡΗ, σελ. 13.
2. Πλήρη ανάπτυξη βλ. John Α. Ρetropoulos «Πολιτική και συ
γκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο 1833-1843» (1985),
εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.
3. Σχετικά βλ. Α. Τρίτση (1989), Ριζοσπαστικές εκδόσεις, σελ. 21.
4. Πλήρη ανάπτυξη βλ. Β. Φίλια «Όψεις της διατήρησης και της
μεταβολής του κοινωνικού συστήματος» (1979), εκδ. Νέα Σύ-
νορα, τόμος Β, σελ. 79.
5. Σχετική με το θέμα ανάπτυξη βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 165.


«Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση από την πολιτική αυτή που πάνω της τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο».ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΜΑΡΚΟΥΖΕ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ:  Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

Μια πολιτική που προσβάλλει τη δημοκρατία

Στο πρώτο κεφάλαιο δόθηκε μια συνοπτική εικόνα της πολιτικής Ιστορίας της νεότερης Ελλάδας, από την οποία κατέστησαν εμφανείς κατά τον πλέον εναργή τρόπο οι πολιτικές πρακτικές που ακολουθήθηκαν και ακολουθούνται.
Στον 19ο αιώνα ο έλληνας βουλευτής είχε δυνατότητες ακόμη και διάθεσης κρατικής περιουσίας, ενώ ταυτόχρονα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην εργασιακή κατάσταση των ατόμων και κυρίως των δημοσίων υπαλλήλων1. Η πελατειακή σχέση ήταν σχεδόν ο αποκλειστικός τρόπος ένταξης των ατόμων στην πολιτική. Η εκλογική πελατεία σχηματοποιήθηκε σε ένα σύστημα δικτύων πατρωνείας με πάτρωνα κυρίως το βουλευτή στην κορυφή. Ειδικά -και αυτό πρέπει να επαναληφθεί με έμφαση- η πολιτική πατρωνεία αρχίζει να ενδυναμώνεται στη χώρα μας από τη στιγμή που εδραιώνεται ο κοινοβουλευτισμός.
Το σύστημα αυτό αποτέλεσε και αποτελεί για τη χώρα μας αιτία, αλλά και πρόσφορο έδαφος πολλών αποκλίσεων από την έννοια της δημοκρατίας. Είναι ένα σύστημα γεννημένο σε αστικές κοινωνίες και κατάλληλο μόνο για τη συγκρότηση και λειτουργία τέτοιων κοινωνιών. Ενώ απαιτεί ιδιόμορφο τρόπο λειτουργίας, λεπτές ισορροπίες και πολιτική ευγένεια, εφαρμόστηκε σ’ ένα λαό ατίθασο, χωρίς σαφείς ταξικές οροθετήσεις, σε μια κοινωνία κατά βάση γεωργική και υπανάπτυκτη. Ένα σύστημα που εισάχθηκε στη χώρα μας κατ’ απομίμηση των δυτικοευρωπαϊκών προτύπων, το οποίο όμως στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργήσει και να συντηρεί ένα πολιτικό ολιγαρχικό κατεστημένο, ενώ παράλληλα απέκλεισε και αποκλείει την πρόσβαση της πλειονότητας των πολιτών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων και τον έλεγχο.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται στη χώρα μας ως άλλοθι δημοκρατίας, προκειμένου να επιβάλλονται στο λαό τα διάφορα, προσωπικά και μη, ντόπια και ξένα συμφέροντα με δημοκρατικό μανδύα. Ένα σύστημα που παράγει πολύ γρήγορα οικονομικά ισχυρούς, τη στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία του λαού ζει στα όρια της ανέχειας. Αυτό το σύστημα δεν μπορεί σοβαρά να υποστηριχτεί πως μας ταιριάζει και όσο παραμένει, οι ελπίδες για καλυτέρευση πάντα θα αποδεικνύονται αυταπάτες.
Στον τόπο μας, σήμερα, οι διάφορες αντίπαλες ομάδες του πολιτικού κατεστημένου καταφέρνουν να εξασφαλίζουν την πολιτική τους επιβίωση, συνεπικουρούμενες φυσικά από ποικιλόμορφα συμφέροντα που υπολογίζουν στο κράτος, χωρίς να έχουν την κοινωνική υποστήριξη κάποιας συγκεκριμένης τάξης ή έστω ομάδας συμφερόντων. (Εξάλλου, οι τελευταίες, όπως θα δούμε πιο κάτω, είναι κι αυτές ελεγχόμενες και κατευθυνόμενες από το πολιτικό στοιχείο.) Αντιθέτως, καταφέρνουν με διάφορα προπαγανδιστικά τεχνάσματα να κρατούν ψυχολογικά δέσμιο και συσπειρωμένο ένα μεγάλο κομμάτι της εκλογικής τους πελατείας, δίνοντας πολυέξοδη μάχη εντυπώσεων μόνο για ένα μικρό κομμάτι μετακινούμενων κάθε φορά ψηφοφόρων, που κρίνει τελικά και το εκλογικό αποτέλεσμα.
Έτσι, παίζοντας στο προσκήνιο το παιχνίδι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας εναλλάσσονται στην εξουσία χωρίς ουσιαστικές «απώλειες». Παρασκηνιακά, όμως, τηρούνται οι όροι μιας σιωπηρής πλην αναγκαίας συμφωνίας «κυρίων» περί τηρήσεως των «εσκαμμένων», η υπέρβαση των οποίων θα έθετε σε κίνδυνο το πολιτικό κατεστημένο. Ο λαός φυσικά παραμένει μόνιμα στη γωνία, μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων εκείνων που τον αφορούν άμεσα.

Ένα από τα ισχυρότερα μέσα του πολιτικού στοιχείου, προκειμένου αυτό να επιβάλλεται στο κοινωνικό σώμα και παράλληλα να διατηρεί την ανεξαρτησία του, είναι ο κρατικός μηχανισμός. Στη χώρα μας, από την αρχή το πολιτικό στοιχείο, προκειμένου φυσικά να εξυπηρετήσει τους δικούς του στόχους, προσέδωσε στο κράτος έναν ιδιαίτερα διευρυμένο ρόλο και μέγεθος που ήταν σαφώς δυσανάλογα με τις απαιτήσεις της κοινωνίας, την οποία υποτίθεται ότι προοριζόταν να εξυπηρετήσει2. Ιδιαίτερα δε με τη βοήθεια και των σοσιαλιστικών ιδεολογημάτων και πειραμάτων, σε συνδυασμό και με την παγιωμένη πλέον ψυχολογία, που στρέφει τη σκέψη του Έλληνα προς την κρατική εξάρτηση, η κρατική παρέμβαση έφτασε σε ύψη «ρεκόρ». Το κράτος γιγαντώθηκε τόσο πολύ που και το ίδιο το πολιτικό κατεστημένο, μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης του κράτους, με φυσικό επακόλουθο και την κατάρρευση του ίδιου, άρχισε τις αποκρατικοποιήσεις, με τους όρους βέβαια που το ίδιο θέτει.
Η πολιτική ολιγαρχία μέσα από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο έχει εξασφαλίσει πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο των κέντρων λήψης των αποφάσεων εκείνων που αφορούν τον επιμερισμό του οικονομικού πλεονάσματος. Είναι φυσικά ευνόητο αλλά και γνωστό το πώς διανέμεται αυτό το πλεόνασμα και ποιων τα συμφέροντα, κυρίως, καλείται να εξυπηρετήσει. Δεν πρέπει να διαφύγει τη σκέψη πως αυτό το οικονομικό πλεόνασμα προέρχεται, ουσιαστικά, από τη σκληρή φορολογία του λαού και τον υπέρμετρο δανεισμό, αφού το κράτος είναι γνωστό πως είναι οικονομικά παθητικό.
Παλαιότερα, τον πρώτο λόγο στη διανομή των δημόσιων οικονομικών τον είχαν οι πάτρωνες βουλευτές. Σήμερα, όπως θα δούμε σε άλλο σημείο, τα πράγματα διαφοροποιήθηκαν και κάπως συγκεντροποιήθηκαν. Σήμερα, η διανομή του οικονομικού πλεονάσματος της κοινωνίας γίνεται από ψηλά, από τις κομματικές ηγεσίες.

Πώς λειτουργούν οι πολιτικές φατρίες

Κάθε ομάδα ατόμων που κατέχει ορισμένα προνόμια και είναι υποχρεωμένη να αγωνίζεται για να τα διατηρήσει, αποκτά μια ειδική ομαδική ψυχολογία. Κατά τον ίδιο τρόπο και τα μέλη της οποιασδήποτε πολιτικής ομάδας που κατέχουν κάποια προνόμια, μπροστά στον κίνδυνο να τα απολέσουν και μέσα από την αγωνία τους να τα διατηρήσουν, αποκτούν αυτή την ειδική ομαδική ψυχολογία. Είναι μια ψυχολογία που οδηγεί στην ομαδική προσπάθεια διατήρησης του υπάρχοντος status. Δηλαδή της συντήρησης.
Ο στρατηγικός στόχος της συντήρησης αυτού του status επιτυγχάνεται με την κατεύθυνση του αγώνα της πολιτικής ομάδας προς δύο κυρίως ενδιάμεσους στόχους. Αφ’ ενός, αποκρούεται όποιος αμφισβητήσει την ομάδα και τα προνόμια της και αφ’ ετέρου, γίνεται αυστηρότατος έλεγχος σε όποιον προσπαθήσει να εισέλθει.
Η κατανόηση της συμπεριφοράς της όποιας πολιτικής ομάδας, που αγωνίζεται να διατηρήσει τα προνόμια της, καθιστά πλέον σαφές γιατί τελικώς αναδεικνύονται και επιβιώνουν μόνον οι «υποτακτικοί εντολοδόχοι» του πολιτικού κατεστημένου. Αντιθέτως, ένας από τους μεγαλύτερους αντιπάλους που έχουν να αντιμετωπίσουν όλες οι φατρίες της πολιτικής ελίτ, είναι τα άτομα εκείνα που διαθέτουν ισχυρή ασυμβίβαστη προσωπικότητα. Μια τέτοια προσωπικότητα είναι μαθηματικά βέβαιο πως κάποια στιγμή θα αμφισβητήσει τα προνόμια του πολιτικού κατεστημένου και υπάρχει κίνδυνος να ηγηθεί της μάζας, την οποία και θα αποσπάσει από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του. Έτσι, το πολιτικό κατεστημένο θα μείνει μετέωρο, με φυσική συνέπεια την πτώση του.
Συνειδητοποιείται, πλέον, γιατί καλλιεργείται συστηματικά στην Ελλάδα η πολιτική μετριότητα, αλλά και γιατί τα ικανά άτομα που τείνουν να ξεχωρίσουν, εξουδετερώνονται με διάφορους τρόπους.

Οι διάφορες πολιτικές φατρίες που αποτελούν την πολιτική ολιγαρχία στον τόπο μας, δρουν βάσει καλά μελετημένου σχεδίου, εγκλωβίζοντας το λαό και οδηγώντας τον στα μονοπάτια που εκείνες θέλουν. Στην πράξη, το εκλογικό σώμα δεν έχει να επιλέξει παρά μεταξύ περιορισμένων βασικών πολιτικών σχηματισμών (που στην ουσία είναι δύο), οι ηγετικές ομάδες των οποίων είναι μέλη αυτής της ιδιότυπης πολιτικής ολιγαρχίας. Περιθώρια άλλης επιλογής, με αυτό το θεσμικό εξουσιαστικό σύστημα, με εκλογικό νόμο άλλον από αυτόν της απλής αναλογικής και με δεδομένη την ανάγκη της πολιτικής «προστασίας» για το αδύναμο και απροστάτευτο άτομο, δεν υπάρχουν.
Το άτομο, που φαινομενικά καλείται να παίξει έστω και αυτόν τον δευτερεύοντα ρόλο του καταναλωτή μέσα στην πολιτική αγορά, στην πραγματικότητα είναι το προϊόν εκείνο που αποτελεί το αντικείμενο του «πολιτικού εμπορίου».
Η πολιτική στη χώρα μας κινείται πίσω από ένα κλειστό και καλά αυτοελεγχόμενο κύκλωμα. Με την κάλυψη των κοινοβουλευτικών θεσμών και τη χρησιμοποίηση προσχεδιασμένων αντιπαραθέσεων, οι ηγετικές πολιτικές ομάδες μονοπωλούν την εξουσία εγκλωβίζοντας τα άτομα στο δίπολο συμπολίτευση – αντιπολίτευση.
Η ηγετική ομάδα, που επανέρχεται στην εξουσία μέσα από το υπάρχον σύστημα της αλληλοδιαδοχής, θεωρεί το κράτος κτήμα της και όργανο για ρουσφέτια προς τους «ημέτερους» ή για εξόφληση «γραμματίων» προς ντόπια και ξένα συμφέροντα που στηρίζουν τη συγκεκριμένη ομάδα.
Η μεγάλη οικονομική αιμορραγία, που είναι το αποτέλεσμα σε ένα άμετρο κυνήγι της εξουσίας, εξαρτά τις κομματικές ομάδες από μεγάλους οικονομικούς κύκλους, ντόπιους και ξένους, και η έλευση στην εξουσία έχει πρώτη προτεραιότητα την «εξόφληση», από το υστέρημα του λαού φυσικά, εκείνων που «πόνταραν» πάνω στις διάφορες πολιτικές παρέες. Οι ίδιες φατρίες, όταν ανεβούν στην εξουσία, δεν διστάζουν μπροστά στον κίνδυνο κοινωνικών αναταραχών, που θα δημιουργούσαν επικίνδυνες καταστάσεις για τις ίδιες, να εξαρτούν τη χώρα από το εξωτερικό, κυρίως με μεγάλο δανεισμό.
Γενικά, όταν το πολιτικό στοιχείο είναι τελείως αυτονομημένο από το κοινωνικό σώμα και στην ουσία ανεξάρτητο από τη λαϊκή βάση, είναι φυσικό μπροστά στις προσωπικές φιλοδοξίες να μετέρχεται μέσα ασυμβίβαστα προς τα συμφέροντα του λαού και της κοινωνίας.
Ο μακιαβελισμός έχει αναχθεί σε κύρια πολιτική πρακτική. Αποτέλεσμα είναι οι απλοί πολίτες να αντιμετωπίζουν την πολιτική με απέχθεια και να την εξομοιώνουν με ό,τι πιο βρώμικο υπάρχει. Οι απλοί πολίτες ή τα κομματικά μέλη της βάσης δύσκολα αλλάζουν πολιτική επιλογή πιστεύοντας σε κάποιες αρχές. Αντιθέτως, τα μέλη της πολιτικής ελίτ αλλάζουν πολιτικό σχηματισμό και μεταγράφονται σε κάποιον άλλον, μέχρι πρότινος «αντίπαλο», όπως οι ποδοσφαιριστές αλλάζουν ομάδες, αρκεί να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη πολιτική επιβίωση.

Ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης

Τα ΜΜΕ είναι από τα κυριότερα μέσα προπαγάνδας και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και σε μεγάλο βαθμό ελέγχουν και κατευθύνουν τις κοινωνικές δυναμικές και κοινωνικές εξελίξεις. Ταυτόχρονα, αποτελούν και έναν πολύ μεγάλο κίνδυνο για το πολιτικό κατεστημένο, στην περίπτωση που επιλέξουν να σταθούν αντιμέτωπα.
Είναι λοιπόν λογικό και επόμενο το πολιτικό κατεστημένο, στην προσπάθεια του να διατηρεί την αυτονομία του απέναντι στις κοινωνικές δυναμικές, να επιδιώκει να προσεταιρίζεται ή και να ελέγχει τα ΜΜΕ. Έτσι, δημιουργούνται δεσμοί συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων των ΜΜΕ και εκείνων του πολιτικού κατεστημένου, στο πλαίσιο και τη λογική της αμοιβαιότητας.
Το αποτέλεσμα, λοιπόν, είναι από τη μια να βλέπουμε συγκεκριμένα ΜΜΕ να στηρίζουν κάποια ηγετική κομματική ομάδα και από την άλλη, πολλά στελέχη του χώρου των ΜΜΕ να καταλαμβάνουν κομματικές ή κυβερνητικές θέσεις και γενικότερα να τυγχάνουν πολλών προνομίων και προσβάσεων στα ανώτερα πολιτικά κλιμάκια.
Μέχρι την πτώση του ΠΑΣΟΚ από την εξουσία, τον Ιούνιο του 1989, η επέμβαση της τότε άρχουσας κομματικής ομάδας (και όσων προηγήθηκαν στην εξουσία) στο χώρο των ΜΜΕ, και ιδιαίτερα στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, ήταν ασφυκτική. Τα πάντα στους τομείς αυτούς ήταν κάτω από τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της ομάδας αυτής. Όπως ορθά έχει επισημανθεί, ο κίνδυνος να μείνουν πολλά χρόνια μακριά από την εξουσία, και φυσικά τα πλεονεκτήματα της, οι ομάδες που ελέγχουν τη Ν. Δημοκρατία, τις οδήγησε αναγκαστικά στην αλλαγή της ολοκληρωτικής νοοτροπίας τους για το χώρο των ραδιοτηλεοπτικών κυρίως ΜΜΕ και συνακόλουθα στον αγώνα τους για το άνοιγμα των μέσων αυτών και προς τον ιδιωτικό τομέα. Στην περίπτωση, όμως, που τότε η επάνοδος της Ν. Δημοκρατίας στην εξουσία ήταν βέβαιη, τότε ίσως ακόμη και μέχρι σήμερα τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ να ήταν φυσικά κάτω από τον απόλυτο κρατικό έλεγχο.
Έπειτα από όλα αυτά, δεν πρέπει να προξενεί καμία εντύπωση πως στη χώρα μας εφαρμόστηκε η καθολική ψηφοφορία ήδη από το 1864, ενώ απαιτήθηκε να φτάσουμε στο τέλος του 20ού αιώνα για να απελευθερωθούν τα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ και όχι τελείως. Σε τι αποσκοπούσε, άραγε, η καθιέρωση της μεν και η απαγόρευση των δε;

Ο ολοκληρωτισμός δεν συνδέεται μόνο με συγκεκριμένο σύστημα διακυβέρνησης. Στοιχεία ολοκληρωτισμού, και μάλιστα έντονα, είναι δυνατόν να εμφανίζονται και μέσα σε ένα κοινοβουλευτικό, κατ’ επίφαση δημοκρατικό, σύστημα, παρά τον πλουραλισμό του, όπως το δικό μας. Μέσα στο δικό μας ιδιαίτερα εξουσιαστικό σύστημα και με το δεδομένο ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ασφαλιστικές δικλίδες, η εφαρμογή και η διεύρυνση της δημοκρατικής αρχής επαφίονται αποκλειστικά στην καλή θέληση του πολιτικού κατεστημένου. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά, άλλωστε τα ζούμε καθημερινά.
Το πολιτικό κατεστημένο, όχι μόνο δεν επιθυμεί τη μείωση των εξουσιών και των προνομίων του, προς όφελος του λαού, αλλά τουναντίον από όλα τα επίπεδα αυτού του κατεστημένου γίνεται μια οργανωμένη επίθεση απελπισίας και απαισιοδοξίας, που ωθεί στην πολιτική παθητικότητα και απάθεια, ακόμη δε και στην απέχθεια το απομονωμένο και αδύναμο άτομο. Το άτομο, υπό την επίδραση της εξωκατευθυνόμενης σκέψης του, θεωρεί αδύνατο αλλά και μάταιο να ασχοληθεί με τα διαδραματιζόμενα πολιτικά γεγονότα. Θεωρεί, τελικώς, ότι δεν το αφορούν. Άλλωστε, οι όποιες προσδοκίες κι ελπίδες του έχουν κατ’ επανάληψη διαψευστεί. Έτσι, το άτομο μένει απλός θεατής των γεγονότων εκείνων που στην πραγματικότητα αφορούν άμεσα τη ζωή και το μέλλον του. Όμως, πρέπει να γίνει συνείδηση πως υπάρχει μόνο μία ζωή και αυτή δεν πρέπει να χαρίζεται σε κανέναν.
Πέρα όμως από όλα αυτά, θα πρέπει να επισημανθεί και το εξής αξιοσημείωτο σύμπτωμα. Η προσπάθεια διατήρησης με κάθε τρόπο της αυτονομίας του, κρατά το πολιτικό κατεστημένο δέσμιο και ανίκανο να επιτελέσει και αυτή τη βασική αποστολή, για την οποία δικαιολογείται η ύπαρξη του πολιτικού στοιχείου. Δηλαδή, την αντιμετώπιση των καίριων και καυτών προβλημάτων του καιρού μας, πέρα από την όποια τακτική διαχείριση. Όμως, οι διάφορες επεμβάσεις και ρυθμίσεις, στις οποίες τελικώς προβαίνει η πολιτική ηγεσία του τόπου μας, αναφέρονται στην επιφάνεια των προβλημάτων και όχι στην ουσία τους, που θα σήμαινε εκτός των άλλων και πολιτικό κόστος. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πρόχειρους ελιγμούς με βασικό στόχο τη με κάθε τρόπο αποφυγή εμπλοκής του πολιτικού στοιχείου σε κοινωνικές εντάσεις, που θα προκαλούσε η προσπάθεια αποφασιστικής αντιμετώπισης των οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων που θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του πολιτικού κατεστημένου. Πρόκειται γι’ αυτό που λέγεται «διαχείριση της κρίσης».

Ανάγκη για μια άλλη πολιτική που να μας αξίζει

Βασικός στόχος προς την κατεύθυνση αλλαγής της υπάρχουσας πολιτικής κατάστασης θα πρέπει να είναι η πρόσδεση του πολιτικού στοιχείου στις κοινωνικές διεργασίες. Αφού αυτό, όπως έγινε αντιληπτό, είναι αδύνατο με βάση το κοινωνικοοικονομικό μας σύστημα, θα πρέπει εμείς να το κάνουμε να συμβεί με θεσμικές αλλαγές, που είναι και η μόνη δυνατή παρέμβαση.
Δεν είναι δυνατό να βρισκόμαστε στο κατώφλι του 21ου αιώνα και να διατηρούμε την εσφαλμένη εντύπωση ότι μπορούμε να προσδοκάμε ένα καλύτερο αύριο μέσα από το ίδιο θεσμικό καθεστώς, που έχει δοκιμαστεί και έχει κατ’ επανάληψη αποτύχει.
Πρέπει το νέο θεσμικό πλαίσιο να δίνει δυναμική απάντηση στα προβλήματα των καιρών μας και να έχει προοπτική. Κύρια επιδίωξη θα πρέπει να είναι η εξάλειψη του κινδύνου δημιουργίας προσωπικού κατεστημένου με τη διαιώνιση της παραμονής στα ηγετικά κλιμάκια των ίδιων προσώπων. Πρέπει ακόμη να απελευθερωθούν οι κοινωνικές δυνάμεις και δυναμικές και πολιτικά ελεύθερα πλέον και αυτοπροσδιοριζόμενα τα μέλη της κοινωνίας να αναπτύξουν πρωτοβουλίες, οι οποίες σε συνδυασμό με τη δημιουργική δύναμη τους θα θέσουν (όπως της αρμόζει) τη χώρα μας στην πρωτοπορία της παγκόσμιας Ιστορίας.
Είναι αδιανόητο να έχουμε εισέλθει στον 21ο αιώνα και διατηρούνται ακόμη στην πολιτική ζωή του τόπου μας τα φαινόμενα της κληρονομικής διαδοχής και γενικά της οικογενειοκρατίας. Το ισχύον κοινοβουλευτικό σύστημα ήδη αποδείχτηκε ανίκανο να αντιμετωπίσει έστω και αυτά τα τόσο οπισθοδρομικά συμπτώματα.
Το υπάρχον ελιτίστικο εξουσιαστικό σύστημα αυτομάτως θα απολέσει κάθε λόγο ύπαρξης όταν το άτομο συνειδητοποιήσει ότι, μέσα σε ένα γνήσιο δημοκρατικό καθεστώς, έχει το απόλυτο δικαίωμα να συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων εκείνων που επηρεάζουν τη ζωή του και την κοινωνία στην οποία ζει και ότι δεν πρέπει να παραχωρεί αυτό το δικαίωμα σε κανέναν προνομιούχο του συστήματος.
Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν επαγγελματίες εξουσιαστές, δεν υπάρχει επιστήμη που να δημιουργεί επαγγελματίες του είδους3, δεν πρέπει να θεωρείται, λανθασμένα, ότι υπάρχουν καλύτεροι ή χειρότεροι εξουσιαστές, απλώς, αναδεικνύονται εκείνοι που κάθε φορά ο λαός θέλει να είναι οι κυβερνήτες του.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αναλυτικότερα βλ. Κ. Τσουκαλά «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα», στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα»
(1977), εκδ. Εξάντας, σελ. 96.
2. Σχετικά βλ. Κ. Τσουκαλά, όπ. αν., σελ. 86.
3. Σχετικά με την αρχαία ελληνική αντίληψη επί του θέματος βλ. Κ. Καστοριάδη «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα» (1986), εκδ. Ύψιλον/βιβλία, σελ. 36.


«…. και όνομα μεν διά το μη ες ολίγους αλλά ες πλείονας οικείν
δημοκρατία κέκληται…». ΠΕΡΙΚΛΗΣ1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ:  ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ένα θεσμικό σύστημα που δεν μας ταιριάζει

Κάθε πολιτικό θεσμικό σύστημα παρουσιάζει σημεία παρακμής, πολύ δε περισσότερο όταν μέσα του φέρνει το σπέρμα της συντήρησης και όχι τη δυνατότητα αλλαγής. Το σύστημα αυτό, όταν ειδικά ευνοεί την ανεξαρτησία του πολιτικού στοιχείου από την κοινωνική πραγματικότητα, οδηγείται οπωσδήποτε σε παρακμή και η διατήρηση του είναι επιζήμια. Ένα πολιτικό σύστημα σε παρακμή διαφθείρει και τους πολιτικούς και την κοινωνία.
Πρέπει να γίνει κατανοητό πως ένα πολιτικό θεσμικό σύστημα πετυχαίνει ή αποτυχαίνει ανάλογα με το αν ταιριάζει στη συγκεκριμένη κοινωνική συγκρότηση και δυναμική. Και επιπλέον, να παρουσιάζει μια τέτοια προσαρμοστικότητα, που να βρίσκεται σε ευθεία αναλογία με την ετοιμότητα και τη δυνατότητα που έχουν τα ζωντανά κύτταρα της κοινωνίας, δηλαδή τα ίδια τα άτομα, να αντιμετωπίζουν, μέσα από διαδικασίες αυτοπροσδιορισμού, τα κοινωνικά προβλήματα.
Όμως, το δικό μας «δημοκρατικό» πολιτικό σύστημα μαζί με εκείνα τα πολιτικά δικαιώματα και εκείνες τις πολιτικές ελευθερίες που αναγνωρίζει στα άτομα, εξασφαλίζει τη μία και μοναδική πραγματικότητα: Πως αυτά τα ίδια τα άτομα ποτέ δεν πρόκειται να έχουν τη δυνατότητα παρέμβασης στις πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις. Επόμενο είναι τα άτομα να αισθάνονται απομονωμένα και αδύναμα και να αντιμετωπίζουν την ίδια την κοινωνία σαν ένα ξένο σώμα.
Πολλές φορές, κατά το παρελθόν, κατηγορήθηκαν οι πολιτικοί ως πρόσωπα. Σήμερα, πάλι, αναζητούνται λύσεις μόνο μέσω της λογικής της ανανέωσης προσώπων. Αυτό φυσικά είναι λάθος και οδηγεί το λαό σε μια βολική ύπνωση. Θα επαναληφθεί, για μια ακόμη φορά, πως το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά το εξουσιαστικό σύστημα. Αυτό διατηρεί στην πολιτική ζωή πολιτικά «απολιθώματα». Αυτό αναπαράγει ένα παλαιοκομματικό, κλειστό και ρουσφετολογικό πολιτικό κατεστημένο και αυτό ενσταλάζει μέσα στην ψυχή των νέων που ασχολούνται με την πολιτική μια γερασμένη και αντίθετη με τα συμφέροντα του λαού πολιτική νοοτροπία. Οποιοσδήποτε, αν τύχει και εισέλθει σ’ αυτό το πολιτικό κατεστημένο, δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Δεν αποτέλεσαν εξαίρεση ο Χαρίλαος Τρικούπης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου κ.λ.π.
Το πολιτικό μας σύστημα δίνει την εντύπωση δημοκρατικού συστήματος, ενώ στην ουσία δεν είναι. Στην πραγματικότητα, παραμένει μόνο η εντύπωση. Και αυτή η εντύπωση γεννιέται από το γεγονός πως το σύστημα αυτό είναι, θα παρατηρούσε κάποιος, δημοκρατικό μόνο στην κορυφή, ενώ σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα είναι στην ουσία ένα ολοκληρωτικό σύστημα. Εξασφαλίζει, δηλαδή, εκείνες τις δημοκρατικές διαδικασίες, προκειμένου να επιτυγχάνεται μια ομαλή εναλλαγή στην εξουσία των διαφόρων ομάδων που συναπαρτίζουν το πολιτικό κατεστημένο, γεγονός άλλωστε που διασφαλίζει ταυτόχρονα και την επιβίωση αυτού του κατεστημένου.
Τι γίνεται όμως ανάμεσα στην κορυφή και το κοινωνικό σώμα; Τι γίνεται μέσα στο ίδιο το κοινωνικό σώμα; Υπάρχει εδώ δημοκρατία; Οπωσδήποτε όχι. Για παράδειγμα, το άτομο καλείται μία φορά κάθε τέσσερα χρόνια, να ψηφίσει τους υποψήφιους βουλευτές, που ανήκουν στις διάφορες πολιτικές ομάδες. Ποιος όμως τους έχρισε υποψήφιους βουλευτές; Μήπως τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης; Όχι. Μήπως άραγε τον αρχηγό κάποιου από τα κόμματά μας τον εξέλεξαν τα ίδια τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης; Όχι. Εδώ σημειώνεται η θετική εξέλιξη στο ΠΑΣΟΚ που αναφέρθηκε στην εισαγωγή. Απλά γεννιέται η απορία για πόσο άραγε θα διατηρηθεί αυτό; Ποιος, αλήθεια, χρίζει υποψήφιους δημάρχους και προέδρους κοινοτήτων; Μήπως τα απλά μέλη της αντίστοιχης κοινωνικής ομάδας; Όχι. Ποιος χρίζει τις υποψήφιες ηγεσίες στο συνδικαλιστικό χώρο; Μήπως οι εργαζόμενοι που είναι και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι; Όχι. Τότε ποιος, επιτέλους, κάνει τις αντίστοιχες επιλογές και ποιον αλήθεια ρόλο παίζει μέσα στο «δημοκρατικό» μας σύστημα η λαϊκή βάση; Μα, θα μπορούσε να απαντήσει κάποιος, ο λαός έχει τον τελευταίο λόγο, αφού είναι εκείνος που θα κάνει και τις τελικές επιλογές. Ναι, αλλά ποιες επιλογές θα κάνει; Τις ήδη προκαθορισθείσες από αλλού και υπό την επίδραση των ψυχολογικών συνδρόμων που καλλιεργεί το πολιτικό κατεστημένο στο πλαίσιο και τη λογική του δικομματισμού;
Το πρόβλημα λοιπόν είναι με ποιον τρόπο θα βρει ουσιαστική έκφραση η πολιτική ελευθερία και η δημοκρατική συμμετοχή, σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικοπολιτικής συγκρότησης. Πώς θα ικανοποιηθεί η βαθιά ριζωμένη μέσα στον άνθρωπο ανάγκη για ελεύθερη και αυτοπροσδιοριζόμενη προσωπικότητα, η προσπάθεια για την ικανοποίηση της οποίας γέννησε τη δημοκρατία. Όταν αυτό πραγματοποιηθεί, τότε μόνο το αδύναμο και απομονωμένο άτομο θα βγει από το περιθώριο και μέσα από την πρακτική άσκηση της δημοκρατίας θα αποκτήσει συνείδηση των ευθυνών του και της βαρύτητας των αποφάσεων και των πράξεων του στο κοινωνικό γίγνεσθαι, που αφορά άμεσα και την προσωπική κατάσταση του ίδιου. Μόνο με τον τρόπο αυτό, της αναζωογόνησης των κυττάρων του κοινωνικού ιστού, μπορεί να επιτευχθεί αύξηση του κοινωνικού αποτελέσματος.
Είναι γνωστό πως το κοινωνικό γίγνεσθαι είναι αποτέλεσμα της συνδρομής και αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων. Όμως, είναι απολύτως βέβαιο πως η αποκέντρωση της εξουσίας και η μεταφορά της στα χέρια του απλού ατόμου θα μετατοπίσουν βαθμιαία το κέντρο βάρους της κοινωνίας προς το άτομο, προς την ανθρώπινη προσωπικότητα, συμπαρασύροντας ταυτόχρονα και όλους τους άλλους παράγοντες διαμόρφωσης του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Το Σύνταγμά μας έχει κατηγορηθεί πως είναι συντηρητικό. Όχι μόνο είναι συντηρητικό, αλλά είναι και ο βασικότερος ανασταλτικός παράγοντας προόδου της ελληνικής κοινωνίας.
Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, που προβλέπεται και στο δικό μας Σύνταγμα, γεννήθηκε μέσα σε καπιταλιστικές-αστικές κοινωνίες και λειτούργησε σ’ ένα περιβάλλον «δημοκρατίας προκρίτων» με την έννοια μιας ολιγαρχίας των οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών. Παρόμοια κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα δεν υπήρξε στη χώρα μας ούτε κατά την αρχική εισαγωγή θεσμών αστικής δημοκρατίας ούτε και μετέπειτα. Έτσι, τη δημοκρατία των προκρίτων-αστών υποκατέστησε και υποκαθιστά στη χώρα μας η «δημοκρατία» των αυτονομημένων πολιτικών φατριών που δεν στηρίζονται ούτε σε ίδιες οικονομικές δυνάμεις ούτε σε κοινωνικές βάσεις.

Μάλιστα, για να έλθουμε στην πολύ πρόσφατη ιστορία, το ΠΑΣΟΚ που στην αρχή στηρίχθηκε σε κοινωνικά στρώματα για να ανέλθει στην εξουσία, στη συνέχεια τα παραμέρισε, αυτονομήθηκε και έγινε αντίτυπο της Νέας Δημοκρατίας. «Ξέχασε», εκτός των άλλων και την θέσπιση της απλής αναλογικής που επαγγελόταν γιατί θα έμπλεκε και το ίδιο σε περιπέτειες στο κυνήγι της εξουσίας.
Η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των αυτονομημένων πολιτικών φατριών δεν είχε και δεν έχει αντικείμενο προβλήματα που ανακύπτουν από κοινωνικές ταξικές διαφορές ούτε από οποιεσδήποτε άλλες κοινωνικές δυναμικές και εξελίξεις. Δεν έχει, φυσικά, η αντιπαράθεση αυτή σήμερα αντικείμενο καμία ουσιαστική ιδεολογική διαφορά. Στην πραγματικότητα, η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των διαφόρων πολιτικών ομάδων και των συμφερόντων που τις στηρίζουν έχει μοναδικό στόχο την κατάληψη της εξουσίας και των προνομίων της.
Το κοινοβουλευτικό σύστημα, ως κυβερνητικό σύστημα ειδικότερα, δοκιμάστηκε στον τόπο μας και απέτυχε εντυπωσιακά. Εκατόν τριάντα περίπου χρόνια μετά την εφαρμογή του και δεν έχουμε βρει ακόμη το δρόμο μας. Το κοινοβουλευτικό σύστημα αντιμετωπίζεται σήμερα με προβληματισμό σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, ακόμη και στη γενέτειρα του, τη Μ. Βρετανία2. Στην Ιταλία πριν μερικά χρόνια παρακολουθήσαμε έκπληκτοι ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα οδήγησε το εκεί πολιτικό κατεστημένο στα έσχατα σημεία διαφθοράς του. Δημιούργησε τον κίνδυνο διαίρεσης της Ιταλίας και επαναφοράς του φασισμού.
Το Σύνταγμα του 1975 έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα. Δεν διαθέτει την ικανότητα προσαρμογής, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις κοινωνικές εξελίξεις. Έχει «κατασκευαστεί» από το πολιτικό κατεστημένο, που επέστρεψε μετά τη μεταπολίτευση πάνω στη φιλοσοφία της ισχυρής και υπερσυγκεντρωτικής κεντρικής εξουσίας. Αυτή η υπέρσυγκέντρωση εξουσιών στα χέρια ενός κατεστημένου, που αγωνίζεται με κάθε μέσο για την επιβίωση του, κατέπνιξε την κοινωνία και τις ζωντανές δυνάμεις της και οδηγεί στο μαρασμό. Είναι ολοφάνερη στο Σύνταγμα του 1975, αλλά και στη μεταγενέστερη τροποποίηση του, από άλλη πτέρυγα της πολιτικής ελίτ, η εμμονή στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος του Κοινοβουλίου.

Μειονεκτήματα του κοινοβουλευτικού συστήματος γενικά και ειδικότερα στη χώρα μας

Όπως είδαμε, η εισαγωγή στη χώρα μας του δυτικοευρωπαϊκού κοινοβουλευτικού καθεστώτος δεν έλαβε υπόψη της τις μεγάλες ανομοιότητες ανάμεσα στην κοινωνικο-οι-κονομική και πολιτική υποδομή της χώρας μας με εκείνη των αναπτυγμένων δυτικών χωρών. Η παραγνώριση αυτή αναφέρεται τόσο στις διαφορές των πρώτων μεταπελευθερωτικών χρόνων όσο και στις σημερινές.
Σήμερα, στις αναπτυγμένες χώρες της Δύσης ίσως να μην παρουσιάζονται τόσο έντονες ταξικές κοινωνικές συγκρούσεις, όμοιες με εκείνες των πρώτων αστικών δημοκρατιών που γέννησαν τον κοινοβουλευτισμό. Όμως, η εικόνα που παρουσιάζουν σήμερα οι κοινωνίες αυτές δεν εμφανίζονται, αντίστοιχα, και στη δική μας κοινωνία. Στις κοινωνίες αυτές, ως επακόλουθο της μεγάλης βιομηχανικής ανάπτυξης, έκαναν την εμφάνιση τους νέες ισχυρότατες κοινωνικές δυνάμεις. Αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις, που ισχυροποιήθηκαν μέσα από σκληρούς αγώνες, αντιμάχονται σκληρά το πολιτικό στοιχείο και το αναγκάζουν να ακολουθεί κατά πολύ μεγάλο μέρος τις κοινωνικές δυναμικές.
Δηλαδή, βλέπουμε πως η εμφάνιση οργανωμένων κοινωνικών συμφερόντων στις βιομηχανικά αναπτυγμένες χώρες άλλαξε τον τρόπο λειτουργίας του κοινοβουλευτικού καθεστώτος.
Σήμερα, η κεντρική σύλληψη των υποστηρικτών του κοινοβουλευτικού καθεστώτος για τις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες είναι εκείνη που προσδίδει στο κράτος το ρόλο ενός τρίτου ουδέτερου διαιτητή ανάμεσα στα ανταγωνιζόμενα κοινωνικά συμφέροντα. Το πόσο όμως μπορεί στην πραγματικότητα το κράτος να παραμείνει ουδέτερο εξαρτάται από την ισχύ των κοινωνικών δυνάμεων, οι οποίες είναι φορείς των συγκεκριμένων κοινωνικών συμφερόντων.
Όταν οι ενδιαφερόμενες κοινωνικές δυνάμεις, όπως για παράδειγμα στη χώρα μας, είναι αδύναμες και προπάντων χειραγωγημένες από το πολιτικό στοιχείο, είναι επόμενο το κράτος να μην περιορίζεται στο ρόλο του απλού ρυθμιστή. Στις περιπτώσεις αυτές, το κράτος χρησιμοποιείται από το πολιτικό στοιχείο ως εργαλείο εξουδετέρωσης των κοινωνικών δυνάμεων και δυνατοτήτων. Έτσι, το κοινωνικό σώμα μένει ακρωτηριασμένο και ακίνδυνο.
Επομένως, η διατήρηση στη χώρα μας του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, όταν δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες κοινωνικές δυνάμεις παρέμβασης στη χάραξη της πολιτικής και στο δημοκρατικό έλεγχο, συνεχίζει να καταλύει στην ουσία τη δημοκρατία και να ευνοεί την αυτοκαθοριζόμενη και ανεξέλεγκτη δράση του πολιτικού στοιχείου.
Οι ίδιοι οι απολογητές του κοινοβουλευτικού καθεστώτος παραδέχονται πως για να μπορέσει να λειτουργήσει αυτό το πολιτικό σύστημα, θα πρέπει το απλό άτομο να παραμείνει πολιτικά παθητικό ή αδιάφορο.
Η μη συμμετοχή των απλών ατόμων στα κέντρα λήψης των αποφάσεων δεν εξισορροπείται στη χώρα μας από την εμφάνιση αχειραγώγητων μαζικών κοινωνικών δυνάμεων αμφισβήτησης των υπερεξουσιών του πολιτικού στοιχείου, όπως παρατηρήσαμε να συμβαίνει στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες. Είναι αλήθεια πως και στις κοινωνίες αυτές, όπου ισχύει το κοινοβουλευτικό καθεστώς, δεν παρατηρείται επίσης ουσιαστική συμμετοχή των απλών ατόμων στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, που είναι και η ουσία της δημοκρατίας. Επιπλέον, παρατηρείται κι εκεί το ίδιο με μας φαινόμενο του ουσιαστικού παροπλισμού του Κοινοβουλίου.
Όμως, ναι μεν και στις κοινωνίες αυτές δεν υπάρχει πραγματική δημοκρατία, αλλά αφ’ ενός τα απλά άτομα προστατεύονται εκεί αποτελεσματικά από τους ισχυρούς συλλογικούς φορείς τους κι έτσι δεν αναγκάζονται να ζητήσουν «προστασία» από πολιτικά πρόσωπα, αφ’ ετέρου η κύρια αποστολή του Κοινοβουλίου ως οργάνου εκπροσώπησης των διαφόρων κοινωνικών τάξεων και δυνάμεων δεν έχει λόγο ύπαρξης, αφού οι ισχυρές συλλογικές κοινωνικές δυνάμεις διαπραγματεύονται μεταξύ τους, με διαιτητή το κράτος, τα σημεία ισορροπίας των συμφερόντων τους.
Δηλαδή, από το να μην υπάρχει καθόλου δημοκρατία, είναι τουλάχιστον κάποιο κέρδος όταν οι πολιτικές πρωτοβουλίες και δυνατότητες μεταφέρονται προς την πλευρά των κοινωνικών δυνάμεων, έστω και με τον τρόπο αυτό, με αντίστοιχη μείωση της αυτονομίας του πολιτικού στοιχείου.
Αντιθέτως, στη χώρα μας, όπως είναι γνωστό, δεν παρατηρείται αυτή η μεταφορά και με δεδομένη την κοινωνικοοικονομική συγκρότηση της κοινωνίας, είναι αδύνατο να συμβεί κάτι τέτοιο στο μέλλον. Επομένως, ο μόνος δρόμος που μας απομένει είναι ένας και μοναδικός: η ουσιαστική δημοκρατία.
Η αδυναμία των απλών ατόμων να συμμετέχουν ενεργά στις πολιτικές εξελίξεις, σε συνδυασμό και με την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, που θέλει να έχει άποψη, τα οδηγεί σε μια υπερπολιτικοποίηση τύπου «καφενείου», που καταντά υποπολιτικοποίηση, γιατί είναι άναρθρη και συγκινησιακή, αφού δεν εκφράζεται μέσα από επίσημα θεσμοθετημένα όργανα. Η κατάσταση αυτή χειροτερεύει με πρωτοβουλία του πολιτικού στοιχείου, το οποίο, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα, υποθάλπει και εκμεταλλεύεται αυτά τα συγκινησιακά στοιχεία.
Διαφορετικά όμως θα ήταν τα πράγματα αν, αντί για πολιτική τύπου «καφενείου», τα άτομα συμμετείχαν ενεργά σε θεσμοθετημένα συλλογικά όργανα με αρμοδιότητα λήψης ουσιαστικών πολιτικών αποφάσεων.
Στην κοινοβουλευτική μας ζωή η Βουλή είναι δέσμια της κυβέρνησης και ανίσχυρη. Και αυτή ακόμη, η πιο σπουδαία, αρμοδιότητα της Βουλής, η νομοθετική, έχει στην ουσία υποστεί μια πλήρη μετάθεση από την αρμόδια Βουλή προς την κυβέρνηση. Ο κλασικός διαχωρισμός μεταξύ νομοθετικού και εκτελεστικού δεν υπάρχει πια. Το Κοινοβούλιο υποβιβάστηκε εκ των πραγμάτων και υποβαθμίστηκε. Χρησιμεύει απλώς για τη νομιμοποίηση, κάτω από κάποια δημοκρατική κάλυψη, των συμφερόντων που δρουν έξω και πέρα από αυτό.
Σε ένα αυστηρά και τεχνητά διατηρούμενο πειθαρχημένο κομματικό σύστημα, όπως συμβαίνει σε μας, οι νομοθετικές συζητήσεις στη Βουλή δεν έχουν καμία αξία. Είναι μεν αναγκαίες για το θεσμό, πλην όμως στην ουσία αποτελούν ένα είδος κατευθυνόμενων μονολόγων. Αλλά και στον τομέα του ελέγχου τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Ενώ θα έπρεπε να ασκείται αυστηρότατος έλεγχος από το Κοινοβούλιο στην κυβέρνηση, αντιθέτως το Κοινοβούλιο έγινε θεσμός κενός και ουσιαστικά είναι απολύτως ελεγχόμενο και καθοδηγούμενο από τις κομματικές ηγεσίες.
Το πολιτικό μας σύστημα δεν διαθέτει δημοκρατικές ασφαλιστικές δικλίδες παροπλισμού του αποτυχημένου επαγγελματία πολιτικού. Αντιθέτως, το πρόσωπο αυτό, εκμεταλλευόμενο τις αδυναμίες του πολιτικού μας συστήματος και των υπαρχόντων κομματικών διαρθρώσεων, καταφέρνει με κατάλληλους χειρισμούς και υποστηριζόμενο από διάφορα συμφέροντα να επιτυγχάνει μακρόχρονη πολιτική παρουσία, χωρίς καμία προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Η συνεχής και μακρόχρονη πολιτική παρουσία, όταν αυτή δεν εξαρτάται από ουσιαστική δημοκρατική στήριξη και δεν υπόκειται σε ουσιαστικό έλεγχο, οδηγεί σε συνειδησιακή άμβλυνση και, τελικώς, σε άνομες συναλλαγές ερήμην των ανύποπτων ψηφοφόρων, με φυσικό επακόλουθο την υποθήκευση των συμφερόντων και του μέλλοντος των κοινωνικών δυνάμεων.
Την πολιτική στη χώρα μας τη χαρακτηρίζει στην ολότητα της ένας ηγετισμός, που γεννιέται μέσα από το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Όπως είδαμε, οι πολιτικές διαμάχες είναι στην πραγματικότητα διαμάχες πολιτικών ηγεσιών, που χαρακτηρίζουν μια δημοκρατία κορυφής, η οποία δεν αφορά το κοινωνικό σώμα.
Όταν μια κομματική ηγετική ομάδα αναρριχηθεί στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας κι έχει τη δυνατότητα, μέσα από τα υπάρχοντα θεσμικά ελλείμματα, να διορίζει και να ελέγχει στην κυριολεξία τα πάντα, από τις ηγεσίες της Βουλής και της Δικαιοσύνης μέχρι και τον τελευταίο ωρομίσθιο υπάλληλο, να εξουσιάζει πλήρως όλο το πλέγμα των οικονομικών δραστηριοτήτων της κοινωνίας, καθώς και να διαθέτει πληθώρα άλλων δυνατοτήτων ελέγχου, που απλώνονται σε όλο το εύρος του κοινωνικού σώματος, είναι φυσικό επόμενο η ηγεσία αυτή να χρησιμοποιήσει κάποια στιγμή όλες αυτές τις δυνατότητες για τον εαυτό της και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω της, σε βάρος αυτού του ίδιου του κοινωνικού σώματος.
Αν επιπλέον προστεθεί η εύλογη παρατήρηση πως με το υπάρχον πολιτικοκομματικό σύστημα και την υπερσυγκεντρωτική δομή του στην ουσία κάθε φορά στη χώρα μας οι τύχες όλων εξαρτώνται από ένα μόνο πρόσωπο και τον περίγυρο του, με όλα τα μειονεκτήματα που μπορεί να συνεπάγεται αυτό  τότε οι προοπτικές και οι ελπίδες γίνονται εφιάλτες.
Στο πολιτικό μας σύστημα, με δεδομένο τον τρόπο συγκρότησης και λειτουργίας των κομμάτων, οι βουλευτές δεν είναι στην πραγματικότητα αντιπρόσωποι του λαού, αλλά αντιπρόσωποι της αντίστοιχης κομματικής ηγεσίας. Είναι στην ουσία απολογητές και πειθήνια όργανα της τελευταίας, από τη βούληση της οποίας εξαρτάται η πολιτική τους ύπαρξη.
Αν όμως η πολιτική ανάδειξη και ύπαρξη του βουλευτή εξαρτηθεί, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, αποκλειστικά από τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης, τότε είναι μαθηματικά βέβαιο πως ο βουλευτής αυτός θα απεγκλωβιστεί από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της ηγεσίας και ως ελεύθερη πλέον και αυτοπροσδιοριζόμενη προσωπικότητα θα δρα στο εξής, όχι με γνώμονα την ικανοποίηση των συμφερόντων της κομματικής ηγεσίας, αλλά την ικανοποίηση των συμφερόντων των πολιτών.
Παρόμοια ισχύουν και στην περίπτωση της υπουργοποίησης των βουλευτών. Στην ουσία, το Κοινοβούλιο σήμερα είναι μια «δεξαμενή» μελλοντικών υπουργών. Η προσμονή από μέρους των βουλευτών για μελλοντική υπουργοποίηση και απόλαυση των συναφών προνομίων, είτε αυτοί ανήκουν στην πλευρά της συμπολίτευσης είτε στην πλευρά της αντιπολίτευσης, τους εξαρτά ακόμη περισσότερο από τις επιθυμίες της αντίστοιχης κομματικής ηγεσίας. Πέρα όμως από αυτό, αυτή η προσμονή για υπουργοποίηση ψυχολογικά εντάσσει το βουλευτή προς την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας και τον ωθεί να βλέπει τα πράγματα από την πλευρά της κυβέρνησης και όχι από την πλευρά του λαού, τον οποίο υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.
Αυτά τα θεσμικά ελλείμματα μπορούν να εξαλειφθούν στο πλαίσιο της αρχής της διάκρισης των εξουσιών με τη θεσμοθέτηση του ασυμβίβαστου της κατάληψης από μέρους του βουλευτή κυβερνητικής θέσης για το χρονικό διάστημα που εκλέχθηκε να εκπροσωπεί το λαό.

Προς ένα νέο δημοκρατικό θεσμικό σύστημα

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά ελλείμματα της πολιτικής ζωής στη χώρα μας σήμερα εξακολουθούν να είναι η αυτονομία του πολιτικού στοιχείου και η δημοκρατία κορυφής. Επομένως, ένα νέο θεσμικό σύστημα θα πρέπει αφ’ ενός να περιέχει συγκεκριμένα σημεία που θα εξασφαλίζουν την πρόσδεση του πολιτικού στοιχείου στις κοινωνικές εξελίξεις και αφ’ ετέρου να προβλέπει εκείνες τις διαδικασίες που θα επεκτείνουν τη δημοκρατία σε όλη την κλίμακα του κοινωνικού σώματος και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω. Εκείνο δηλαδή που έχουμε ανάγκη, είναι μια μαχόμενη δημοκρατία βάσης και όχι μια παθητική δημοκρατία κορυφής.
Πρέπει όμως να σημειωθεί και η πιθανότητα πως κάτι τέτοιο, όταν εφαρμοστεί ξαφνικά, μπορεί να αποτύχει και τούτο γιατί ο λαός μας δεν είναι συνηθισμένος σε γνήσιες δημοκρατικές διαδικασίες. Είναι επόμενο τόσα χρόνια στο περιθώριο, χωρίς να έχει γνωρίσει μέχρι σήμερα την πραγματική πολιτική ελευθερία, να του έχουν δημιουργήσει μια ψυχολογία δύσκολα ανατρέψιμη. Θα πρέπει, για οποιαδήποτε αλλαγή του θεσμικού πλαισίου, πρώτα να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη της από τους απλούς πολίτες και έπειτα να αρχίσει σταδιακά η εφαρμογή της. Θα πρέπει δηλαδή πρακτικά πρώτα να προηγηθεί μια συνειδησιακή επανάσταση και μετά να αρχίσει η εφαρμογή σε ώριμο έδαφος.
Ένα νέο Σύνταγμα δεν θα πρέπει να αναλώνεται και να αυτοπραγματώνεται μέσα σε ένα άτεγκτο πλέγμα μιας νομικίστικης τεχνικής, που είναι στην ουσία μια ψυχρή κατασκευή, ξένη προς την κοινωνική ζωή. Θα πρέπει να διαθέτει τέτοια λειτουργική μορφή και να είναι τόσο ευέλικτο και προσαρμόσιμο στις κοινωνικές εξελίξεις και ανάγκες, σε βαθμό που να μην απαιτείται προς τούτο η αναθεώρηση του, η οποία φυσικά και αυτή θα προβλέπεται.
Με λίγα λόγια, έχουμε ανάγκη από ένα νέο θεσμικό σύστημα που θα υπηρετεί το λαό και όχι ο λαός να είναι στην υπηρεσία του συστήματος. Ένα νέο θεσμικό πλαίσιο που θα παρέχει τη δυνατότητα σε όλους τους Έλληνες να συμμετέχουν αποφασιστικά στη ρύθμιση της τύχης τους.
Η συνεχής συμμετοχή, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, στην άσκηση της εξουσίας θα οδηγήσει το άτομο στην κοινωνική ολοκλήρωση, γεγονός που με τη σειρά του θα αποτελέσει αντίδοτο στην αλλοτρίωση και την πτώση. Πρέπει η δημοκρατία να καταστεί βίωμα, τρόπος ζωής. Να παρέχονται ίσες ευκαιρίες, έτσι ώστε να μπορεί το απλό άτομο, με μοναδικό εφόδιο την προσωπική αξία του και την κοινωνική προσφορά του, να ανεβαίνει μέχρι τα ανώτατα αξιώματα που η ίδια η κοινωνία αναγνωρίζει.
Η αλλαγή του θεσμικού συστήματος θα οδηγήσει αυτομάτως στην κατάρρευση του παλαιοκομματισμού. Ο λαός θα ελευθερωθεί πολιτικά και ελεύθερος πλέον μπορεί μόνος του να βρει τα δικά του σημεία ισορροπίας. Όταν οι συμβιβαστικές λύσεις, που θα διαχέουν ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, είναι αποτέλεσμα ορθολογικών, αυτοπροσδιοριζόμενων και συνειδητών επιλογών, τότε η ενότητα της κοινωνίας και η πρόοδος της είναι εξασφαλισμένες. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η -σοφή- αντίληψη των αρχαίων για τη διατήρηση της δημοκρατίας ήταν το μέτρο.
Στη χώρα μας, εξαιτίας της πολιτικής πρακτικής που κατάφερε κατ’ επανάληψη να χωρίσει το λαό σε νικητές και ηττημένους, να τον βάλει σε «μαντριά» και να ξεχωρίσει και αυτά τα καφενεία σε «μπλε» και «πράσινα», η έννοια του συμβιβασμού και η αποδοχή της αντίθετης άποψης θεωρούνται ακατανόητες. Το γεγονός αυτό αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της διαπίστωσης ότι οι Έλληνες απέχουν πολύ από το να ζουν δημοκρατικά. Η επιδοκιμασία της πλειοψηφίας του λαού δεν πρέπει να δίνει στην άρχουσα ηγετική κομματική ομάδα τη δύναμη να αντιμετωπίζει το μέρος εκείνο του λαού που μειοψήφησε, ως ηττημένο, που πρέπει να λαφυραγωγηθεί.
Είδαμε και σε άλλο σημείο του βιβλίου αυτού πως ο σεβασμός προς κάθε αξία στην Ελλάδα σήμερα έχει χαθεί. Και αυτό είναι αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, του γεγονότος πως και αυτές οι ίδιες οι αξίες τις περισσότερες φορές είναι κίβδηλες. Αν όμως εξασφαλίζονταν οι κατάλληλες και αποδεκτές εκείνες διαδικασίες ανάδειξης και προβολής της πραγματικής αξίας, τότε και η αξία θα γινόταν αποδεκτή και σεβαστή και θα παρέχονταν τα κίνητρα εκείνα και οι ανάλογες ηθικές πιέσεις για τη διαμόρφωση ενός νέου κοινωνικού προτύπου.
Κινητήρια δύναμη προόδου μιας κοινωνίας είναι, χωρίς αμφιβολία, οι ίδιοι οι άνθρωποι. Δεν γίνονται μεγάλες κοινωνίες χωρίς μεγάλους ανθρώπους, χωρίς ανθρώπους με προσωπικότητα, χωρίς, σε τελική ανάλυση, ανθρώπους των οποίων οι προσπάθειες θα αναγνωρίζονται από τους συνανθρώπους τους.
Το νέο Σύνταγμα θα πρέπει να ανθρωποκεντρικό. Να θεσμοθετεί ένα ανοικτό πολιτικό σύστημα, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο θα παίζουν η ανθρώπινη προσωπικότητα και η πρωτοβουλία, η ανθρώπινη αξία και η αξιοπρέπεια. Ένα σύστημα ανοικτό από κάτω προς τα πάνω, που δεν θα βάζει φραγμούς στα ικανά άτομα ούτε θα ευνοεί τη δημιουργία προσωπικού κατεστημένου. Ένα σύστημα που θα απεχθάνεται τη μάζα και θα ευνοεί την ανθρώπινη κοινωνία.
Θα πρέπει τα διάφορα συλλογικά όργανα σε όλη την πολιτική κλίμακα να είναι διαρθρωμένα θεσμικά έτσι ώστε να μην παρατηρείται απώλεια της ατομικής εμβέλειας, αλλά η ατομική προσωπικότητα να έχει ουσιαστικό βάρος και να επηρεάζει τη λήψη συλλογικών αποφάσεων.
Είναι ανάγκη να γίνει απολύτως κατανοητό πως η δημοκρατία αφορά την ίδια την ψυχική ολοκλήρωση του ανθρώπου και σε καμία περίπτωση δεν είναι θεωρήσιμη ή διαπραγματεύσιμη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. «Επιτάφιος», Θουκυδίδη, βιβλίο Β, σελ. 37.
2. Βλ. σχετικά Roy Mcridis «Σύγχρονα πολιτικά συστήματα (Ευρώπη)» (1981), εκδ. Παπαζήση, τ.Α, σελ. 56.


«Φρονώ ότι τα ισχυρότερα και ίσως τα μόνα μέσα τα οποία κατέχουμε για να κάνουμε τους ανθρώπους να ενδιαφερθούν για την ευημερία της χώρας τους, είναι να τους κάνουμε συνεταίρους στη διακυβέρνησή της». ΑΛΕΞΙΣ ΝΤΕ ΤΟΚΒΙΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ
Η συγκέντρωση της εξουσίας αναιρεί τη δημοκρατία και καταστρέφει το άτομο

Όταν στο βιβλίο αυτό αναφέρεται ο όρος αποκέντρωση, δεν έχει τη συνήθη έννοια ενός διοικητικού συστήματος, όπου η εξουσία κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων κρατικών οργάνων και οργανισμών, αλλά έχει να κάνει με αυτή καθαυτή την ουσία της δημοκρατίας. Δηλαδή, την απόσπαση της εξουσίας από τα χέρια της πολιτικής ολιγαρχίας και το πέρασμα της στα χέρια των απλών πολιτών.
Για να γίνει απολύτως κατανοητό αυτό, θα χρησιμοποιηθεί το παράδειγμα του Talcott Parsons, όπου η εξουσία παρομοιάζεται με το χρήμα1. Βάσει της αρχής της ισότητας, σε μια δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία ανθρώπων η εξουσία θα πρέπει, να είναι κατανεμημένη κατά ίσα μέρη μεταξύ των μελών της. Επομένως, γνήσια δημοκρατία υπάρχει μόνον όταν ο κάθε πολίτης έχει την εξουσία που δικαιούται.
Όπως, λοιπόν, ένα άτομο που διαθέτει ένα ποσό χρημάτων, μπορεί να συμμετέχει στην αγορά, ανταλλάσσοντας το ποσόν αυτό με διάφορα αγαθά, έτσι και στην περίπτωση που ο πολίτης έχει στα χέρια του το μερίδιο της εξουσίας που του ανήκει, ως μέλος μιας δημοκρατικά οργανωμένης κοινωνίας, μπορεί να συμμετέχει στην πολιτική αγορά και να επιτύχει, με τη δύναμη που του παρέχει αυτή η εξουσία, την πραγμάτωση εκείνων των ιδεών και στόχων του που πιστεύει ότι προάγουν το ατομικό του συμφέρον, καθώς και το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον.
Έπειτα από αυτές τις σκέψεις, τίθεται αυτομάτως το εύλογο ερώτημα: Κατέχει σήμερα στη χώρα μας ο πολίτης την πολιτική εξουσία που του ανήκει; Αποτελεί κοινό μυστικό πως δεν την κατέχει. Επομένως, δεν μπορεί να κάνει καμία πολιτική παρέμβαση κι όμως, ζει στο πλαίσιο ενός εξουσιαστικού συστήματος που φέρει τον τίτλο του «δημοκρατικού».
Την τυπική νομιμοποίηση του το πολιτικό μας σύστημα την εξασφαλίζει, κατά κύριο λόγο, από τη διαδικασία της εκλογής, που λαμβάνει χώρα κάθε τέσσερα χρόνια. Μπορεί όμως αυτό το σύστημα να έχει σχέση με την πραγματική δημοκρατία; Ας παρακολουθήσουμε το όλο θέμα από πιο κοντά.
Μία ημέρα κάθε τέσσερα χρόνια και αφού ο πολίτης έχει «ντοπαριστεί» καταλλήλως κι έχει εγκλωβιστεί, μη έχοντας άλλη επιλογή, σε ένα πολιτικό δίπολο, που στην ουσία δεν τον αφορά, αφού δεν του προσφέρει κάτι διαφορετικό, καλείται να καταθέσει υποχρεωτικά το μερίδιο της εξουσίας που του ανήκει σε έναν επαγγελματία «τραπεζίτη» της πολιτικής εξουσίας. Με αυτόν τον τρόπο ο πολίτης απογυμνώνεται πλήρως και παραμένει για τα επόμενα τέσσερα χρόνια αδύναμο πλάσμα, έρμαιο στα χέρια των επαγγελματιών εξουσιαστών. Αυτή είναι η έννοια της αντιπροσώπευσης.
Ο επαγγελματίας εξουσιαστής, ως αντιπρόσωπος στην πραγματικότητα, όχι του λαϊκού εκείνου τμήματος που τον εξέλεξε, αλλά της ηγεσίας και των συμφερόντων που κρύβονται πίσω της, αποσπά αναγκαστικά (γιατί το σύστημα δεν προβλέπει τη δυνατότητα διατήρησης της εξουσίας από εκείνον από τους πολίτες που δεν θέλει να τη μεταβιβάσει) την εξουσία από μερικές χιλιάδες άτομα, τα οποία υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Στη συνέχεια, ο εξουσιαστής αυτός μπορεί να ανταλλάξει τα μερίδια της εξουσίας που συγκέντρωσε έναντι προσωπικής πολιτικής επιβίωσης και ανόδου ή ακόμη και οικονομικών ωφελειών, χωρίς το αποδυναμωμένο άτομο να μπορεί να επέμβει. Πολλά είναι εξάλλου τα γνωστά και άγνωστα παραδείγματα πολιτικής συναλλαγής.

«Οι αρχαίοι -μας λέει ο Κ. Καστοριάδης- δεν γνώριζαν την υποκριτική και απατηλή έννοια της αντιπροσωπείας… τέτοιο ζήτημα δεν έμπαινε καν, ο δε λόγος είναι εμφανής. Από τη στιγμή κατά την οποία, αμετάκλητα και για ορισμένο χρονικό διάστημα (π.χ. πέντε χρόνια), αναθέτει κάποιος την εξουσία σε ορισμένους ανθρώπους, έχει από μόνος του αλλοτριωθεί πολιτικά». Και, βέβαια, είναι επόμενο η πολιτική αλλοτρίωση να οδηγεί στην κοινωνική και τελικά την υπαρξιακή αλλοτρίωση. «Υπάρχει στο σημείο αυτό -συνεχίζει ο Κ. Καστοριάδης- μια βασική πολιτική αλλοτρίωση, που οι αρχαίοι δεν είχαν αντιμετωπίσει σαν πολιτική δυνατότητα, δεδομένου ότι θεωρούσαν πως κανένας δεν μπορεί να αντιπροσωπεύσει έναν πολίτη στην Εκκλησία του Δήμου. Με άλλα λόγια, δεν υπήρχε αυτή η θεολογική ιδέα σύμφωνα με την οποία η κυρίαρχη υπόσταση του λαού, ύστερα από μια μυστηριώδη χημική διαδικασία, συμπυκνώνεται μια Κυριακή και, μέσω επιφοιτήσεως, βρίσκει σκήνωμα σε 300 ανθρώπους, οι οποίοι τη διατηρούν και τη μεταφέρουν, ενσαρκώνοντας τη για πέντε χρόνια μέχρι, ξαφνικά, στα τέσσερα χρόνια απάνω, να ξαναδιαλυθεί μέσα στο λαό, που την ξανασυμπυκνώνει και τη μεταφέρει στους 300 κ.λ.π.». «Ο Ρουσώ -μας πληροφορεί ο Κ. Καστοριάδης-έγραφε: «Οι Αγγλοι νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι επειδή εκλέγουν τους βουλευτές τους είναι ελεύθεροι μία μέρα στα πέντε χρόνια». Στο σημείο αυτό ο Ρουσώ είναι, βεβαίως, μάλλον ενδοτικός διότι, φυσικά, ούτε μία μέρα στα πέντε χρόνια δεν είναι ελεύθεροι: αυτό που σκέφτεται κάποιος, οι επιλογές που κάνει αυτή τη μέρα έχουν ήδη καθοριστεί (και πολύ περισσότερο στη σημερινή εποχή) από τα προηγούμενα πέντε χρόνια, από τον εκλογικό νόμο από τα υπάρχοντα κόμματα, υποψήφιους κ.λπ.».2
Όποιος δεν έχει αισθανθεί τι σημαίνει ζωή σε απομακρυσμένα -και όχι μόνο- χωριά της χώρας μας, δεν θα μάθει ποτέ τι σημαίνει μοναξιά και εγκατάλειψη. Δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει γιατί έχει αναπτυχθεί τόσο πολύ το φαινόμενο της αστυφιλίας. Θα δει σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα, δρόμους πρωτόγονους και εγκαταλειμμένους, χωριά ολόκληρα χωρίς ούτε ένα τηλέφωνο, χωρίς γιατρό, χωρίς καν ένα μονοπάτι, να περιμένουν να τα σώσει ο εκάστοτε κομματικός «σωτήρας» του κέντρου. Γνωρίζουν, όμως, οι δυστυχείς κάτοικοι των περιοχών αυτών ότι για τις επόμενες δεκαετίες κανένας δεν πρόκειται να ασχοληθεί με τα προβλήματα τους. Πάντα υποσχέσεις, αλλά και πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Η ελπίδα έχει σβήσει, οι νέοι φεύγουν και οι γέροι περιμένουν μόνοι το τέλος τους στον τόπο που ονειρεύτηκαν να τον δουν καλύτερο. Ποιος ρώτησε, αλήθεια, ποτέ τη γνώμη αυτών των ανθρώπων, ποιος τους ανέθεσε πρωτοβουλίες για τον τόπο τους και τον εαυτό τους;
Όλες οι σημερινές πολιτικές φατρίες κρατούν δήθεν την αλάθητη συνταγή για τον εαυτό τους, ξέρουν το μυστικό, έχουν τη «φώτιση».
Ο συγκεντρωτισμός και το αλλοτριωμένο άτομο συνδέονται με μια σχέση αμφίδρομη. Ο συγκεντρωτισμός οδηγεί το άτομο στην αλλοτρίωσή του και στη συνέχεια το αλλοτριωμένο άτομο ευνοεί τη διατήρηση του συγκεντρωτισμού. Το άτομο εθίζεται στην υποταγή και η βούληση του αμβλύνεται. Τελικώς, αδιαφορεί τόσο για τα τοπικά προβλήματα όσο ακόμη και γι’ αυτά του επαγγελματικού χώρου του. Αυτή η αδιαφορία είναι ως ένα σημείο, όχι μόνο σύμπτωμα αλλοτρίωσης, αλλά πολλές φορές και συνειδητοποίησης πως οποιαδήποτε ενασχόληση με τα προαναφερθέντα προβλήματα δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα, αφού όλες οι αποφάσεις, ακόμη κι εκείνες για το είδος, την ένταση και τη διάρκεια και αυτών των συνδικαλιστικών αγώνων, παίρνονται από ψηλά και το άτομο απλώς καλείται να νομιμοποιήσει την όλη παράσταση.
Οι οπαδοί του συγκεντρωτισμού, στην προσπάθεια τους να νομιμοποιήσουν την αφαίρεση της εξουσίας από τα άτομα και τη συγκέντρωσή της σε ένα κέντρο, διατείνονται, έτσι απλά και ωμά, πως η κεντρική εξουσία έχει τη δυνατότητα να διαχειριστεί τις υποθέσεις κάθε περιοχής, ακόμη και κάθε κλάδου, καλύτερα από ό,τι τα ίδια τα ενδιαφερόμενα άτομα θα το έκαναν για λογαριασμό τους. Όμως, στο ερώτημα για το πώς φτάσαμε στο σημείο η κεντρική εξουσία να μην μπορεί να διαχειριστεί πλέον ούτε και αυτήν την κρίση που η ίδια προκάλεσε, δεν μπορεί να δοθεί απάντηση.
Το πολιτικό κατεστημένο γνωρίζει πολύ καλά ότι έστω και κατ’ ελάχιστο αν επιτρέψει την πραγματική συμμετοχή του πολίτη στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, αυτό θα σημάνει αυτομάτως την αναίρεσή του και την παταγώδη κατάρρευση του. Επομένως, η διατήρηση του κατεστημένου επιβάλλει την υπερσυγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας.
Η πολιτική εξουσία, σε όλες τις εκφάνσεις της και τους τομείς που καλύπτει, ακόμη και τους πιο μικρούς, βρίσκεται κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της πολιτικής ηγεσίας. Ακόμη και η απώλεια κάποιου τμήματος από την πολιτική δύναμη που είχε ο βουλευτής κατά το παρελθόν, δεν έγινε προς όφελος των πολιτών, αλλά προς όφελος της κομματικής ηγεσίας.
Το πολιτικό κατεστημένο θέλει το άτομο πλήρως απομονωμένο πολιτικά κι επομένως ακίνδυνο. Τα ίδια τα παλαιά κόμματα κατ’ αρχήν είναι έτσι διαρθρωμένα, για την περίπτωση κινδύνου εσωκομματικής αμφισβήτησης, ώστε τα ίδια τα απλά μέλη του κάθε κόμματος να μην μπορούν να εκφραστούν με ουσιαστική πολιτική βαρύτητα μέσα στο ίδιο τους το κόμμα. Πολύ δε περισσότερο ουσιαστική προσωπική πολιτική έκφραση δεν μπορεί να σημειωθεί από τα, έξω από κομματικούς σχηματισμούς, απλά άτομα.
Η αδυναμία πολιτικής έκφρασης και παράλληλα ουσιαστικής πολιτικής επικοινωνίας, για την οποία είναι υπεύθυνο το συγκεντρωτικό πολιτικό σύστημα, που ευνουχίζει τα άτομα αφαιρώντας τους την πολιτική εξουσία, δημιουργεί ένα αίσθημα απομόνωσης στον πολιτικό τομέα και όχι μόνο. Το απομονωμένο άτομο τρομοκρατείται και φοβάται πολύ πιο εύκολα. Τα ολοκληρωτικά σχέδια του πολιτικού κατεστημένου βασίζουν, όπως γίνεται αντιληπτό, πολλά πάνω στην απομόνωση του ατόμου.
Οι παλαιοκομματικής νοοτροπίας ηγεσίες των κομμάτων μας, από την πλευρά τους, γνωρίζουν την αλήθεια, την οποία όμως αποκρύπτουν. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτά που κατά καιρούς επαγγέλλονται, ακόμη και αν επρόκειτο κάποτε να εφαρμοστούν, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν λύσεις στα πολλαπλά προβλήματα του τόπου. Γνωρίζουν ότι μοναδική λύση είναι η ουσιαστική αποκέντρωση της εξουσίας. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά, αλλά όμως δεν τις συμφέρει, εφόσον θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν στην πολιτική ζωή του τόπου. Γι’ αυτό σκηνοθετούν συνεχώς μεταξύ τους μια μεγάλη θεατρική παράσταση, την οποία ο λαός παρακολουθεί από το σκοτάδι της πλατείας, περιοριζόμενος μόνο να χειροκροτεί.
Αποκέντρωση: στροφή προς τον Άνθρωπο

Αν το θέλουμε πραγματικά οι Έλληνες να ενδιαφερθούν και να προσφέρουν τις δυνάμεις τους για την ανάπτυξη της χώρας, θα πρέπει να γίνουν συνεταίροι στη διακυβέρνηση της. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα μιας εναλλακτικής λύσης σε αντίθεση με τον υπάρχοντα συγκεντρωτισμό. Αν αυτό δεν γίνει, τίποτε άλλο δεν πρόκειται να δώσει λύση. Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας δεν πρέπει να μείνει μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά ήλθε πλέον ο καιρός να μετουσιωθεί σε πρακτική.
Πολύς λόγος έγινε μέχρι τώρα για την εξουσία. Πριν όμως από οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να διευκρινιστεί τι είναι εξουσία; Ο επικρατέστερος ορισμός είναι αυτός που δίνει ο Max Weber, σύμφωνα με τον οποίο: «Εξουσία σημαίνει κάθε δυνατότητα εντός μιας κοινωνικής σχέσης να επιβάλεις τη θέληση σου, ακόμη και ενάντια σε αντιδράσεις, αδιάφορο πού αυτή η δυνατότητα στηρίζεται».3 Στο σημείο αυτό θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί η παρατήρηση του Kurt Lenk, ότι οι κατέχοντες την εξουσία μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ οι εξουσιαζόμενοι μπορούν να θέλουν ό,τι κάνουν.4 Από αυτές και μόνο τις παραθέσεις απόψεων αντιλαμβάνεται κάποιος αμέσως τη σημασία της εξουσίας στην αλλοτρίωση του ατόμου.
Είδαμε πιο πάνω την παρομοίωση της εξουσίας με το χρήμα. Αυτό το παράδειγμα συγκεκριμενοποιεί κατά κάποιον τρόπο την άϋλη και αφηρημένη έννοια της εξουσίας και πρέπει να αποτελεί βασικό οδηγό σε οποιαδήποτε πολιτική ανάλυση, σκέψη ή προβληματισμό. Πρέπει το άτομο να ελέγχει κάθε στιγμή πόση εξουσία έχει στα χέρια του, πόση έχει καταθέσει, πότε και πώς μπορεί να την αναλάβει. Οι ίδιες αναλύσεις μπορούν να γίνουν και όταν μελετώνται διάφορες πολιτικές προτάσεις, κομματικά προγράμματα, καταστατικά κομμάτων, νομοσχέδια κ.λπ. Άλλωστε, ο παραλληλισμός αυτός της εξουσίας με το χρήμα δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα, καθόσον, όπως είναι γνωστό, μία από τις πηγές της εξουσίας είναι και το χρήμα (οι άλλες πηγές της εξουσίας είναι η λαϊκή στήριξη, η κατοχή των πληροφοριών, η κατοχή των ΜΜΕ, η κοινωνική θέση και η βία). Το ίδιο παράδειγμα θα αποτελέσει οδηγό και στις σκέψεις για την αποκέντρωση της εξουσίας, οι οποίες θα αναλυθούν παρακάτω.
Η πραγματική δημοκρατία απαιτεί ο πολίτης να έχει διαρκώς στα χέρια του το μερίδιο της εξουσίας που του ανήκει και να συμμετέχει, με το δικαίωμα που του παρέχει η κατοχή αυτού του μεριδίου, ουσιαστικά στη λήψη των αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζεται το εξής πρόβλημα: Η γνήσια μορφή της άμεσης δημοκρατίας, ενώ είναι εύκολο να εφαρμοστεί για τις μικρές, αλλά ουσιαστικές κοινωνικές ομάδες, είναι εντούτοις αδύνατο να εφαρμοστεί για ολόκληρη τη χώρα, τουλάχιστον όπως έχει η τεχνολογία σήμερα. Αργότερα, με την παρέμβαση εξελιγμένων ηλεκτρονικών μέσων, αυτό θα μπορέσει να γίνει πραγματικότητα.
Επομένως, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, θα πρέπει να γίνει σε πρώτη φάση ένας τέτοιος καταμερισμός της εξουσίας, ώστε ο πολίτης να μην τη μεταβιβάζει ολόκληρη, αλλά μόνο ένα μέρος αυτής. Η εξουσία που θα μεταβιβάζει ο πολίτης για τέσσερα χρόνια, θα αφορά την άσκηση εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, καθώς και την άσκηση γενικής εσωτερικής πολιτικής και συντονισμού. Την υπόλοιπη εξουσία θα την κρατά ο πολίτης στα χέρια του και θα μπορεί να τη χρησιμοποιεί πολλαπλώς μέσα στο κοινωνικό σύνολο, στο πλαίσιο ενός νέου θεσμικού ορίζοντα. Για παράδειγμα, με τις κατάλληλες θεσμικές αλλαγές, οι οποίες θα αναφερθούν παρακάτω, ο πολίτης θα μπορεί να χρησιμοποιεί την εξουσία που θα κρατά στα χέρια του, 1. κατ’ αρχάς μέσα στο κόμμα του, στο οποίο στο εξής ως μέλος του θα μπορεί να συμμετέχει αποφασιστικά και χωρίς μεσάζοντες εκλέκτορες ή αντιπροσώπους, που αλλοιώνουν τη βούληση του, στην εκλογή του αρχηγού, στην εκλογή των υποψήφιων βουλευτών και των ανώτερων κομματικών στελεχών, στην ουσιαστική συμμετοχή στην κατάρτιση του προγράμματος κ.λπ., 2. Μέσα στον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό χώρο μπορεί να χρησιμοποιεί την εξουσία που έχει κρατήσει, όχι μόνο στη διαδικασία του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα διάφορα όργανα, αλλά και στην ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων επί ζητημάτων που τον αφορούν άμεσα, μέσα από θεσμοθετημένα συλλογικά όργανα που θα έχουν κυριαρχικό δικαίωμα στο χώρο τους.
Η δημοκρατία δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ομοιομορφοποιημένου, μαζικοποιημένου και ισοπεδωμένου λαού, αλλά την ύπαρξη ενός λαού με πολίτες ελεύθερους, φυσιολογικά άνισους, αλλά πολιτικά ίσους, δημοκρατικά εκπαιδευμένους, καλά πληροφορημένους και οι οποίοι θα έχουν όλοι ανεξαιρέτως πρωτογενή λόγο στην πορεία της ζωής τους και της κοινότητας τους. Εκτός των άλλων, η πραγματική συμμετοχή στη διαχείριση των κοινών, η έκφραση με ειδικό βάρος των προσωπικών απόψεων, η συμβολή στη λήψη των αποφάσεων σε όλη την κλίμακα της εξουσίας, δίνει ένα αίσθημα ατομικής αξίας και ολοκλήρωσης, που οδηγεί στην αποτίναξη της δουλοπρέπειας και της ανασφάλειας που προκαλεί η απομόνωση και η συνακόλουθη μοναξιά. Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ είχε πει πως και το ταπεινότερο άτομο που συνεργάζεται στη διαχείριση των κοινών, αποκτά έναν ορισμένο βαθμό αυτοσεβασμού.5
Σε ένα πραγματικό αποκεντρωτικό σύστημα, που θα σημαίνει την ουσιαστική μείωση της αντίθεσης μεταξύ κράτους ως μηχανισμού κοινωνικής καταπίεσης και κοινωνίας, σημασία δεν έχει τι κάνει η κεντρική εξουσία, αλλά τι κάνει ή τι μπορεί να κάνει το άτομο μέσα στην κοινωνία.
Η κεντρική εξουσία, όπως είπαμε, θα πρέπει να έχει την ευχέρεια άσκησης εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, καθώς και γενικής εσωτερικής πολιτικής και συντονισμού. Οι αρμοδιότητες επομένως της κεντρικής εξουσίας (Κυβέρνησης-Βουλής -Διοίκησης) πρέπει να καθορίζονται σαφώς και περιοριστικά. Οποιαδήποτε άλλη εξουσία θα ανήκει σε τοπικά και λειτουργικά όργανα, μέσα στα οποία ουσιαστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων θα παίζει η βούληση του πολίτη. Ο κανόνας θα πρέπει να είναι η αυτοδιοίκηση και η εξαίρεση, η κεντρική διοίκηση και όχι το αντίθετο που ισχύει σήμερα. Θα πρέπει, με λίγα λόγια, να ισχύει το τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ του λαού και ειδικότερα υπέρ του πολίτη. Δηλαδή οι αρμοδιότητες που δεν αναφέρονται σαφώς ότι περιλαμβάνονται στο μέρος της εξουσίας που μεταβιβάζει ο πολίτης στην κεντρική εξουσία, θα ανήκουν στην εξουσία που κρατά ο πολίτης στα χέρια του.
Έτσι, η εξουσία στο μεγαλύτερο μέρος της θα ανεξαρτητοποιηθεί από τις γενικές βουλευτικές εκλογές που γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια και θα κατανεμηθεί ανάμεσα σε πολυάριθμες τοπικές και λειτουργικές κοινότητες. Η διατήρηση μιας ποσότητας πολιτικής εξουσίας στα χέρια των πολιτών θα τους δώσει τη δυνατότητα, ως μέλη μιας ευρύτερης ή στενότερης κοινωνικής ομάδας, να ενεργούν με κοινές προσπάθειες και θα τους κάνει να συνειδητοποιήσουν την αναγκαία αλληλεξάρτησή τους.
Η επιτυχία του νέου συστήματος είναι εξασφαλισμένη γιατί, εκτός των άλλων, η αποκέντρωση της εξουσίας ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα, του κατ’ εξοχήν δημοκρατικού ανθρώπου, που θέλει να έχει λόγο στα κοινά και να ακούγεται η φωνή του. Είναι αυτή η ίδια ιδιοσυγκρασία που γέννησε τη δημοκρατία.
Το νέο σύστημα θα δίνει τη δυνατότητα σε μικρές τοπικές ή λειτουργικές κοινότητες να αυτοδιοικούνται άμεσα, στις δε μεγαλύτερες, στις οποίες είναι εκ των πραγμάτων δύσκολη ή αδύνατη η άμεση αυτοδιοίκηση (και μέχρι τη χρήση της σύγχρονης ηλεκτρονικής τεχνολογίας), θα προβλέπονται εκείνες οι θεσμικές διαδικασίες που θα κάνουν δυνατή την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην πορεία της κοινωνικής συμβίωσης (π.χ. ουσιαστικά συνοικιακά συμβούλια κ.λπ.).
Όσα αναπτύχθηκαν μέχρι τώρα, ούτε ατομικές σκέψεις είναι ούτε σημερινές. Ξεκινούν από την πανάρχαιη αναζήτηση του ανθρώπου για αυτοκυβέρνηση και συμμετοχή. Η προσπάθεια για απόκτηση και διατήρηση της εξουσίας ωθείται από το βασικό ορμέμφυτο της υπεροχής ή ένστικτο της διάκρισης, καθώς και από την ανάγκη για συνεχή επέκταση αυτής της υπεροχής. Και αυτή η ενστικτώδης πίεση για υπερίσχυση πηγάζει από τη σχετικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης στη διαδικασία της ζωής.
Από τις πρώτες κιόλας ανθρώπινες κοινωνίες παρατηρείται, από μέρους των μελών τους, η προσπάθεια απόκτησης ισχύος, που εξασφαλίζει την υπεροχή και την επιβολή. Όπως αναφέρθηκε και σε άλλο σημείο, οι άνθρωποι δεν είναι φυσιολογικά ίσοι. Αυτή η ανισότητα στη φύση τους προκύπτει τόσο από γενετικούς όσο και από κοινωνικούς παράγοντες. Οι τελευταίοι αφορούν την κοινωνικοποίηση και όχι την κοινωνική θέση.
Στο σημείο αυτό είναι απαραίτητη μια επισήμανση καίριας σπουδαιότητας. Η δημοκρατία δεν ανακαλύφθηκε από τους αρχαίους Έλληνες, η δημοκρατία επινοήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες και αυτό ακριβώς είναι το μεγαλείο εκείνων των ανθρώπων. Η δημοκρατία δεν είναι αυτονόητη μέσα σε μια ανθρώπινη κοινωνία. Δεν θεωρείται, δηλαδή, αυτονόητο ότι η ανθρώπινη φύση προϋποθέτει τη δημοκρατία ως εξουσιαστικό σύστημα οργάνωσης μιας κοινωνίας. Αντιθέτως, αν αφεθεί μια κοινωνία ανθρώπων στην τύχη της, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο θεσμικό εξουσιαστικό σύστημα, τότε είναι απολύτως βέβαιο πως θα επιβληθούν εκείνα από τα μέλη της που θα καταφέρουν να συγκεντρώσουν την ισχύ στα χέρια τους. Αυτό όμως έχει αποτέλεσμα να καταπιέζεται, μέχρι ευνουχισμού, το ένστικτο της διάκρισης για τα υπόλοιπα εξουσιαζόμενα μέλη της κοινωνίας, γεγονός που οδηγεί ή στην κοινωνική έκρηξη ή στην αδιαφορία και την απονέκρωση.
Η δημοκρατία δεν επιζητεί, όπως εσφαλμένα πιστεύεται, να εξισώσει φυσιολογικά τους ανθρώπους μέσα από μια ισοπέδωση της φύσης τους, ούτε επιζητεί να τους εξισώσει κοινωνικά μέσα από μια ισοπέδωση της αξίας τους (εξάλλου οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν την αξία). Η δημοκρατία δέχεται τα πράγματα όπως έχουν. Το μεγαλείο της σκέψης εκείνων των πνευμάτων που επινόησαν τη δημοκρατία, συνίσταται ακριβώς στο ότι συνέλαβαν τις θεσμικές παρεμβάσεις που βοηθούν, αντί να εμποδίζουν, τη φύση να λειτουργήσει, σε όλο όμως το εύρος της, εξαλείφοντας τα τεχνικά εμπόδια που θα παρακώλυαν το έργο της. Συγκεκριμένα, διαπίστωσαν πως μια κοινωνία έχει μέλλον και μεγαλουργεί μόνον όταν τα μέλη της είναι ζωντανά και ανήσυχα και όχι όταν είναι απονεκρωμένα και αδιάφορα. Δηλαδή όταν κεντρικό ρόλο μέσα σε μια ανθρώπινη κοινωνία παίζει μόνον η συγκεκριμένη ανθρώπινη προσωπικότητα και όχι οποιοιδήποτε άλλοι εξωγενείς παράγοντες ισχύος. Για παράδειγμα, το να είναι κάποιος γόνος ή ευνοούμενος ισχυρού παράγοντα ή το να συγκεντρώνει ορισμένα μέσα ισχύος κ.λπ., αυτό δεν θα πρέπει να οδηγεί στην de facto επιβολή του στους υπόλοιπους και να εμποδίζει τη φυσική τους ολοκλήρωση.
Έτσι, εκείνοι που συνέλαβαν την ιδέα της δημοκρατίας, έκαναν μια, θα μπορούσε να πει κάποιος, αυθαίρετη υπόθεση, αναγκαία όμως για να επιτευχθεί η φυσική ολοκλήρωση. Θεώρησαν ότι όλοι οι άνθρωποι, ως μέλη μιας κοινωνικής ομάδας, έχουν ίσο μερίδιο ισχύος για να συμμετέχουν στη χάραξη της πορείας της ζωής τους και για να ικανοποιήσουν το ένστικτο της διάκρισης. Με αυτόν τον τρόπο σπάει η μονοσήμαντη σχέση που οδηγεί στους φύσει και θέσει εξουσιαστές να απολαμβάνουν την ηδονή του να κάνουν ό,τι θέλουν επιβαλλόμενοι στους άλλους, τους δε εξουσιαζόμενους να ευνουχίζονται πνευματικά και απλώς να έχουν την ευχέρεια να θέλουν αυτό που έτσι κι αλλιώς θα κάνουν.

Τα μέλη της κοινωνικής ομάδας αποκτούν την πολυπόθητη ελευθερία, που σημαίνει ότι έχουν πλέον τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν το ένστικτο της διάκρισης με τη βοήθεια και μόνο των προσωπικών ικανοτήτων, είτε μέσω της ουσιαστικά βαρύνουσας άποψής τους στη λήψη των αποφάσεων είτε μέσω της δυνατότητας εκλογής τους. Η δυνατότητα αυτή που παρέχει η δημοκρατία, οδηγεί τον άνθρωπο στη φυσική ολοκλήρωσή του αφού δημιουργεί νέο τύπο ανθρώπου, χωρίς κρυφές και απωθημένες επιθυμίες, που αφήνουν ψυχολογικά κατάλοιπα και οδηγούν τελικώς στην αλλοτρίωση.
Τίθενται όμως τα ερωτήματα: Γιατί στη χώρα μας όλα αυτά δεν μετουσιώνονται σε πράξη; Γιατί ακόμη κι εκεί που μπορεί άνετα να πραγματωθεί η ιδέα της αυτοδιοίκησης, εντούτοις δεν πραγματώνεται; Κατ’ αρχάς, πρέπει να γίνουν δύο επισημάνσεις: Πρώτον, όπως είδαμε, η ιδέα της δημοκρατίας στηρίζεται σε μια αυθαίρετη υπόθεση που κατανέμει ίσο μερίδιο ισχύος σε όλα τα μέλη της κοινωνίας. Αυτή η κατασκευή είναι πολύ ευάλωτη. Έχει να αντιπαλέψει τη φυσική και τεχνητή ανισότητα των ανθρώπων. Είναι επόμενο ορισμένοι παράγοντες ισχύος να προσπαθούν, είτε με τη βία είτε με θεσμικά και προπαγανδιστικά τεχνάσματα, να αφαιρούν ή και να καταργούν αυτά τα μερίδια ισχύος που απονέμει η δημοκρατία στον κάθε πολίτη.
Δεύτερον, η δημοκρατία απαιτεί ότι ακόμη κι εκείνα από τα μέλη της που εκλέγονται για να διαχειριστούν τα διάφορα κοινωνικά θέματα, δεν ασκούν κάποια εξουσία, ούτε καν στο όνομα της κοινωνίας, αλλά είναι η ίδια η κοινωνική ομάδα που λειτουργεί μέσα από τα εντολοδόχα όργανά της. Αυτό σημαίνει πως αυτά τα διαχειριστικά όργανα δεν ξεχωρίζουν από το κοινωνικό σώμα και δεν είναι αυτόνομα. Αντιθέτως, ακολουθούν τις κοινωνικές επιταγές και λογοδοτούν κάθε στιγμή.
Αν όμως γίνει πραγματικότητα ο κίνδυνος της πρώτης επισήμανσης και η εξουσία αφαιρεθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τα μέλη της κοινωνικής ομάδας προς όφελος των διαχειριστικών οργάνων, τότε είναι επόμενο τα όργανα αυτά, τα οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αποτελούνται από ανθρώπους που και αυτοί θέλουν να ικανοποιήσουν το ένστικτο της επιβολής και να το επεκτείνουν, να μορφοποιηθούν. Να δημιουργηθεί, δηλαδή, μια ομάδα επαγγελματιών εξουσιαστών (με την ομαδική ψυχολογία που είδαμε), η οποία αυτονομείται και στην ουσία επιβάλλει τη δική της εξουσία πάνω στην κοινωνική ομάδα, αντί να ακολουθεί τις εντολές αυτής.
Να, λοιπόν, η απάντηση στα ερωτήματα που τέθηκαν. Αυτή η αυτονομημένη ομάδα των εξουσιαστών εμποδίζει τη δημοκρατία και επομένως την κοινωνική ανάπτυξη. Αν παρακολουθήσουμε, για παράδειγμα, από κοντά τι συμβαίνει στις δημοτικές εκλογές, τότε θα διαπιστώσουμε ότι ακόμη και ο πιο απόμακρος υποψήφιος κοινοτάρχης ορίζεται κατ’ ευθείαν από την κομματική ηγεσία, ούτε καν από τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης. Παρατηρούμε δε και το φαινόμενο να συνεργάζονται μεταξύ τους τα κόμματα, προκειμένου να μοιράσουν την επιρροή τους στους δήμους και τις κοινότητες. Στη συνέχεια, ακούμε κηρύγματα για δημοκρατία, Τοπική Αυτοδιοίκηση και τα παρόμοια.
Είναι τραγικό και ασύλληπτη εξαπάτηση να μιλάνε οι πολιτικές ηγεσίες για ανεξάρτητη Τοπική Αυτοδιοίκηση τη στιγμή που οι ίδιες στην ουσία την καταργούν προς όφελός τους. Όταν τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν δημοκρατικά, αυτό δεν σημαίνει πως θα πάψουν να εκδηλώνουν την τάση για υπερίσχυση. Αντιθέτως, η τάση αυτή είναι επόμενο να δημιουργήσει αντιθέσεις, διαμάχες και εντάσεις για επικράτηση κάποιας άποψης μέσα από μια διαδικασία αντιπαράθεσης απόψεων. Όσο όμως και αν φαίνεται παράλογο, αυτές οι δημοκρατικές «συγκρούσεις» λειτουργούν ως στοιχεία συνεκτικά του κοινωνικού ιστού και ζωντάνιας. Και τούτο, γιατί έτσι βρίσκει συνεχή διέξοδο το ένστικτο της διάκρισης και ηρεμεί ψυχικά τα μέλη της ομάδας. Ο Gortz είχε πει πως «η αρχή της σοφίας βρίσκεται στην ανακάλυψη ότι υπάρχουν αντιθέσεις που πρέπει να ζούμε την αδιάκοπη έντασή τους και προπάντων δεν πρέπει να προσπαθούμε να τις λύσουμε».6
Στη δημοκρατία δεν υπάρχουν ηττημένοι, αφού και οι μειοψηφούσες απόψεις τυγχάνουν αφ’ ενός της αποδοχής από τμήμα της ομάδας, γεγονός που ικανοποιεί ένα μέρος του ορμέμφυτου της υπεροχής, αφ’ ετέρου κι εκείνοι που εξέφρασαν την άποψη που μειοψήφησε, ετοιμάζονται για την επόμενη «μάχη». Σε μια ζωντανή δημοκρατικά λειτουργούσα κοινωνική ομάδα τίποτε δεν είναι δεδομένο και στατικό, όλα είναι ρευστά και οι ανακατατάξεις ταχύτατες. Όλα αλλάζουν και όλα αποφασίζονται την κάθε στιγμή δημόσια και τίμια και όχι παρασκηνιακά και ύπουλα.
Η ταχύτητα επίτευξης υψηλών φιλοδοξιών είναι ευθέως ανάλογη της έντασης του προσωπικού αγώνα του κάθε ατόμου και μόνο και δεν εξαρτάται από αλλότριους παράγοντες. Η πειθαρχία εδώ δεν είναι αποτέλεσμα ήττας, δεν σημαίνει ετεροκαθορισμό και αλλοτρίωση, αλλά είναι εκούσια επιλογή αυτόνομης έκφρασης μέσα σε ένα χώρο που ολοκληρώνει. Όπως φαίνεται από τον Επιτάφιο, μας λέει ο Κ. Καστοριάδης, τα άτομα πραγματοποιούνται ως άτομα συμμετέχοντας σε μια κοινοτική ή κοινωνική ζωή.7 Αλλιώς το άτομο είναι λειψό, μίζερο ή είναι, το πολύ, παραγκωνισμένος μεγάλος καλλιτέχνης, ο οποίος παράγει μόνος του ελπίζοντας στην υστεροφημία του. Σε άλλο σημείο ο Κ. Καστοριάδης τονίζει πως στη σημερινή λογική χρειάζεται μια ενιαία αντιλογική της συλλογικής οργάνωσης της υπευθυνότητας, του ελέγχου, της μη αδιαφορίας.8

Πρέπει επομένως να στραφούμε προς τον Άνθρωπο. Μόνον ο Ανθρωπος θα μας εξανθρωπίσει. Τα πιστά ανάτυπα του συστήματος θα μας αλλοτριώσουν ακόμη πιο πολύ. Πρέπει να γίνει δυνατός ο έλεγχος των κοινωνικών διαδικασιών από τον ίδιο τον άμεσα ενδιαφερόμενο άνθρωπο.
Είναι εκπληκτικό πως στις σκέψεις μεγάλων διεθνών επιστημόνων και φιλοσόφων, όσον αφορά τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, δεσπόζει η ιδέα για δημιουργία μικροκοινωνιών, όπου θα εξασφαλίζεται η ουσιαστική συμμετοχή του ανθρώπου. Δεσπόζει η ιδέα της αυτοαπόφασης, του αυτοκαθορισμού ενάντια στην πολιτική και καταναλωτική αλλοτρίωση.
Αν όμως θέλουμε να είμαστε πραγματιστές και να μη ζούμε σε ουτοπικούς παραδείσους, πρέπει να παραδεχτούμε πως οποιαδήποτε προσπάθεια δημιουργίας μικροκοινωνιών, ως απόδραση από τη λογική της σύγχρονης κοινωνικής συγκρότησης και πορείας, δεν θα είχε σήμερα τουλάχιστον πιθανότητες επιτυχίας. Αλλωστε, παρόμοιες προσπάθειες κατά το παρελθόν στο εξωτερικό απέτυχαν. Αντιθέτως, πρέπει να πάρουμε τα πράγματα ως έχουν. Μην ξεχνάμε πως ήδη σήμερα υπάρχουν στον τόπο μας μικροκοινωνίες, οι οποίες όμως δεν έχουν ουσιαστικές αρμοδιότητες. Τέτοιες μικροκοινωνίες είναι οι Ο.Τ.Α., οι συνδικαλιστικές ενώσεις, οι τοπικές κομματικές οργανώσεις κ.λπ. Εκείνο που απλώς πρέπει να γίνει είναι μια θεσμική αλλαγή, έτσι ώστε αυτές οι μικροκοινωνίες να αποκτήσουν πραγματική δημοκρατική συγκρότηση και ουσιαστικές αρμοδιότητες, στην υλοποίηση των οποίων αποκλειστικό λόγο θα έχουν τα μέλη των κοινωνιών αυτών. Και αυτές οι μικροκοινωνίες θα λειτουργούν παράλληλα με τους κεντρικούς θεσμικούς σχηματισμούς, με αντίστοιχο λειτουργικό περιορισμό των τελευταίων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αναλυτικότερα βλ. R. G. Schwartzenberg «Πολιτική Κοινωνιολογία» (1984), εκδ. Παρατηρητής, τ.Α., σελ. 162 επ.
2. Βλ. Κ. Καστοριάδη «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα» (1986), εκδ. Ύψιλον/ βιβλία, σελ 34-35.
3. Βλ. Μ. Weber «Οικονομία και Κοινωνία» (1964), τ.Α, σελ. 38.
4. Βλ. Kurt Lenk «Πολιτική Κοινωνιολογία» (1990), εκδ. Παρατηρητής, σελ. 41.
5. Βλ. Α. ντε Τοκβίλ, σελ. 109
6. Βλ. αναλυτικότερα Α. Gorz «Αντίο Προλεταριάτο» (1986), εκδ. Νέα Σκέψη, σελ. 164.
7. Βλ. Κ. Καστοριάδη, όπ. αν., σελ. 50.
8. Βλ. Κ. Καστοριάδη, όπ. αν., σελ. 48-49.


ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Στα προηγούμενα κεφάλαια έγινε μια γενική θεώρηση των προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας που έχουν άμεση σχέση με την πολιτική εξουσία και διατυπώθηκαν γενικές σκέψεις για μια πολιτικοκοινωνική ζωή με σημείο αναφοράς τον άνθρωπο. Έχοντας υπόψη τη γενική αυτή θεώρηση, στα κεφάλαια που ακολουθούν, επιχειρείται αφ’ ενός μεν μια ειδικότερη προσέγγιση των επιμέρους θεσμών, όπως τα κόμματα, η Βουλή, η Κυβέρνηση, η Δικαιοσύνη κ.λπ., σε ό,τι αφορά τα προβλήματά τους και τα προβλήματα που δημιουργούν στην ελληνική κοινωνία και αφ’ ετέρου αναπτύσσονται κάποιες συγκεκριμένες σκέψεις και διατυπώνονται προτάσεις για αλλαγή των θεσμών αυτών, ώστε από ελλειμματικοί να καταστούν μοχλοί δημοκρατίας, ανάπτυξης και προόδου.

«… Υπάρχουν πάντα κι άλλες και ολοένα πιο νέες δυνατότητες, που γίνονται φανερές μόνον όταν απελευθερωθεί κάποιος από το θανάσιμο εναγκαλισμό των κλισέ και αφήσει να ακουστεί η φωνή του ανθρωπισμού και της λογικής. Η αρχή του «μικρότερου κακού» είναι η αρχή της απελπισίας». ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ:  ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

Τα κόμματα σήμερα είναι παράγοντες αντι-δημοκρατίας

Όπως είδαμε, κατά το 19ο αιώνα δεν υπήρχε στη χώρα μας κάποιο συγκεκριμένο κοινωνικό μόρφωμα με μία άρχουσα (με βάση τον τρόπο παραγωγής) τάξη, η οποία φυσικά θα κατείχε και την πολιτική εξουσία. Ο λαός μας, έπειτα από μια μακρόχρονη σκλαβιά αλλά και έναν εξαντλητικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, χωρίς μάλιστα σαφείς κοινωνικές οροθετήσεις και κοινωνικούς προσανατολισμούς, δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει και να απαιτήσει ο ίδιος την εξουσία που του αναγνωρίζει η δημοκρατία. Έτσι, η πολιτική εξουσία πέρασε, στην κυριολεξία κατά έναν μονοπωλιακό τρόπο, στα χέρια ορισμένων οικογενειών, απογόνων των κοτζαμπάσηδων, τα λεγόμενα «τζάκια». Τα πρώτα πολιτικά κόμματα δεν ήταν φυσικά τίποτε άλλο από ομάδες προσωπικοτήτων, ως επί το πλείστον μελών αυτών των οικογενειών, που ήταν επικεφαλής εκτεταμένων δικτύων πολιτικής πελατείας, χωρίς ουσιαστικές ιδεολογικές ή κοινωνικές διαφορές μεταξύ τους.
Αυτά λοιπόν τα άτομα, που μέσα από τα δίκτυα πατρωνείας έλεγχαν τους ψηφοφόρους τους, αποκτούσαν πολύ μεγάλη προσωπική πολιτική δύναμη και ως εκ τούτου διέθεταν μεγάλη αυτονομία πολιτικών κινήσεων απέναντι στις κομματικές ηγεσίες. Αργότερα όμως, με την άνοδο των μεσαίων τάξεων και την άνοδο του Ε. Βενιζέλου, αλλά και με την ακόμη πιο μεγάλη αύξηση της συγκεντρωτικής κρατικής γραφειοκρατίας, άρχισε να αποκτά ισχύ η κεντρική κομματική οργάνωση και φυσικά η κομματική ηγεσία, σε
βάρος των τοπικών προυχόντων. Αν και μετά το 1922 οι πολιτικές διαμάχες προσέλαβαν και κάποια στοιχεία ταξικής απόχρωσης, εντούτοις το σύστημα της πολιτικής πελατείας, ως βασικός τρόπος ένταξης των μαζών στην πολιτική, δεν έπαψε να υπάρχει.2 Αντιθέτως, συνέχισε να λειτουργεί και η κατάσταση αυτή, με διάφορες κατά καιρούς παραλλαγές, φτάνει μέχρι σήμερα.
Σήμερα, οι πραγματικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων εκείνων που αντιπροσωπεύουν αυτόν τον κακέκτυπο παλαιοκομματισμό, εστιάζονται κυρίως στη μέθοδο που χρησιμοποιούν για να καταλάβουν οι ηγεσίες τους την εξουσία. Δηλαδή, στα τεχνάσματα που έχει επιλέξει το κάθε κόμμα, για να καταφέρει να πλειοδοτήσει σε εξαπάτηση, κάτω από συνθήματα, και να επιτύχει την εκλογική νίκη που θα του επιτρέψει να καταλάβει την εξουσία και να διαχειριστεί «ελέω κομματικής ηγεσίας» το δημόσιο χρήμα. Η εξουσία λοιπόν έχει γίνει αυτοσκοπός κι εκείνο που προβληματίζει πλέον είναι το «μάρκετινγκ» του πολιτικού προϊόντος που πρέπει να καταναλώσει ο πελάτης ψηφοφόρος, προκειμένου να του αποσπάσουν την πολυπόθητη εξουσία.
Στον ορίζοντα και τους ρυθμούς αυτής της νόθας πολιτικής κατάστασης, τα απλά μέλη των κομμάτων, φανατισμένα κατάλληλα (και με την προσδοκία, τις περισσότερες φορές, κάποιου προσωπικού οφέλους), σκιές του εαυτού τους, αγωνίζονται με πάθος, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να γνωρίζουν τι κάνουν. Έτσι όπως είναι συγκροτημένα και λειτουργούν τα κόμματα του παλαιοκομματικού κατεστημένου στη χώρα μας σήμερα (δηλαδή χωρίς εσωκομματικό δημοκρατικό διάλογο και συμμετοχή των μελών τους στη λήψη των αποφάσεων) στην πράξη τα απλά μέλη αγωνίζονται να διεκπεραιώσουν τις εντολές της κομματικής ηγεσίας, γεγονός που στην ουσία αποβαίνει σε βάρος τους, σε βάρος των εσωκομματικών δημοκρατικών διαδικασιών και τελικώς, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Ισοπεδωμένα, ομοιομορφοποιημένα, ατομικά αδύναμα και φανατισμένα, τα κομματικά μέλη στην πραγματικότητα αγωνίζονται για συμφέροντα που αγνοούν.
Μετά όμως την κατάληψη της εξουσίας από μια κομματική ελίτ, τα μέλη του συγκεκριμένου κόμματος αντιλαμβάνονται, αργά πλέον, ότι οι αγώνες και οι θυσίες που έκαναν δεν ωφέλησαν, όχι μόνο την «ιδεολογία» που μπορεί να πίστευαν, αλλά ούτε καν αυτά τα ίδια. Αδύναμοι επαίτες, πλέον, τα κομματικά μέλη της βάσης με δουλοπρέπεια συνωστίζονται στα γραφεία των μελών της κομματικής ολιγαρχίας για να εξαργυρώσουν τις αγωνιστικές τους περγαμηνές με ένα ρουσφέτι. Όμως κι εκεί διαπιστώνουν ότι προηγούνται και προτιμούνται εκείνοι που αγωνίστηκαν, όχι με γνώμονα την ιδεολογία και την κομματική νομιμοφροσύνη τους, αλλά εκείνοι που αγωνίστηκαν στο πλαίσιο της ομαδούλας-μαγαζάκι του κάθε πάτρωνα πολιτικού.
Παρατηρώντας αυτή την κατάσταση, τα δημοκρατικά σκεπτόμενα κομματικά μέλη συνειδητοποιούν ότι αγωνίστηκαν λάθος και οπωσδήποτε ο αγώνας τους εξυπηρέτησε προσωπικά συμφέροντα άλλων. Πολλοί απελπίζονται και αποχωρούν με αποστροφή. Αλλά αυτό δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα για το πολιτικό κατεστημένο. Αντιθέτως, η συνειδητή από μέρους του κομματικού κατεστημένου οργανωμένη επίθεση απελπισίας εναντίον των σκεπτόμενων απλών κομματικών μελών το απαλλάσσει από την «ενοχλητική» τους παρουσία. Πίσω τους έρχονται στρατιές καινούριων, παρθένο έδαφος για εκμετάλλευση.
Δεν θα υπεισέλθουμε στα θέματα των όποιων τέλος πάντων ιδεολογιών επικαλούνται τα κόμματα. Το βιβλίο αυτό δεν διεκδικεί την κατάργηση του πλουραλισμού ούτε το αλάθητο της μίας και μοναδικής «αλήθειας». Εκείνο όμως που θα κάνει, είναι να ασχοληθεί με την εσωκομματική δημοκρατία των ελληνικών κομμάτων και με το αν και κατά πόσον τα κομματικά μέλη της βάσης είναι πραγματικά μέλη, όπως απαιτεί η έννοια της δημοκρατίας, ή απλοί βαστάζοι μιας ολιγαρχικής κομματικής παρέας.
Το κομματικό μας σύστημα, έτσι όπως λειτουργεί στο περιβάλλον του ισχύοντος στη χώρα μας κοινοβουλευτικού καθεστώτος, εξασφαλίζει σε ορισμένα άτομα κάποιας μορφής μονιμότητα στην κορυφή της κομματικής πυραμίδας και κατ’ επέκταση στην πολιτική ηγεσία του τόπου. Αυτά τα άτομα, που μονίμως είναι βουλευτές, ανώτατα κομματικά στελέχη κ.λπ., είναι απολύτως φυσικό να μην μπορούν να αγνοήσουν την προσωπική τους πολιτική ύπαρξη και επιβίωση και ως εκ τούτου να αγωνίζονται πρώτα και κύρια για το σκοπό αυτό, αποκτώντας και μέσα από τον αγώνα τους, τα παράλληλα συμφέροντά τους και την κοινή αγωνία τους, την ομαδική ψυχολογία που είδαμε πιο πάνω. Το γεγονός αυτό οδηγεί τα μέλη της κομματικής ελίτ στο να συσπειρώνονται κάθε φορά γύρω από ένα μέλος αυτής της ελίτ, το οποίο θεωρούν ικανό να διατηρήσει την υπάρχουσα κατάσταση ή και να την «προάγει» και το εκλέγουν αρχηγό.
Αυτές οι ομάδες κορυφής των διαφόρων κομμάτων είναι στεγανές. Δεν αφήνουν ανεξέλεγκτα την είσοδο νέων κομματικών στελεχών, έστω και πιο ικανών και κυρίως αυτών. Μην τρέφει επομένως κάποιος αυταπάτες πως τα μέλη των κομματικών ολιγαρχιών θα παραδώσουν από μόνα τους τα προνόμιά τους.
Με τη βοήθεια της υπάρχουσας σε όλα τα κόμματα εσωκομματικής θεσμικής συγκρότησης, η οποία καθορίζεται από την ηγεσία, η τελευταία σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να επιτρέψει την ελεύθερη εσωκομματική κριτική και ουσιαστική συζήτηση, που μοιραία θα οδηγούσε στην αναθεώρηση όλου του παλαιοκομματικού συστήματος προς όφελος της κομματικής βάσης. Τα μέλη όμως της πολιτικής ολιγαρχίας εύκολα μπορούν να αλλάξουν στρατόπεδο, όπως οι ποδοσφαιριστές ομάδα, οι καλλιτέχνες θίασο κ.λπ., ή και να ανταλλάξουν την εξουσία, την οποία με τη βοήθεια του εξουσιαστικού συστήματος έχουν αποσπάσει αναγκαστικά από τους πολίτες, προκειμένου τα άτομα αυτά να επιτύχουν την πολιτική τους επιβίωση ή ακόμη και οικονομικά οφέλη.
Αυτή η έντονα συσπειρωμένη κοινωνική ομάδα, η πολιτική ολιγαρχία, που αποτελείται, ανεξάρτητα και πέρα από ταμπέλες, από όλες τις πολιτικές ηγετικές φατρίες, στην προσπάθειά της να διατηρήσει τα προνόμιά της, θέτει φραγμούς στην ελεύθερη ουσιαστική έκφραση, όχι μόνο μέσα στα κόμματα, αλλά και μέσα στο κοινωνικό σώμα, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η πολιτική και κοινωνική εξέλιξη και να οδηγείται η κοινωνία στην παρακμή.
Την ολιγαρχία αυτή την καταλαβαίνει εύκολα ο Έλληνας υπήκοος (και όχι πολίτης), καθόσον τα προνόμιά της, αλλά και η επαφή μαζί της είναι απαγορευτικά γι’ αυτόν. Την καταλαβαίνει όμως καλύτερα το απλό, αλλά δραστήριο μέλος ενός κόμματος στην προσπάθειά του για κομματική άνοδο, επαφή με την κορυφή ή διατύπωση των απόψεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το μέλος αυτό βλέπει τις προσπάθειες του να τορπιλίζονται, άγνωστο πώς! Η προσπέλαση προς τα πάνω γίνεται αδύνατη, τα ίχνη χάνονται, η επαφή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και η έκφραση της γνώμης καταλήγει ηχώ στα αυτιά εκείνου που την εξέφρασε.
Το κομματικό μέλος υπάρχει σήμερα μόνο για να φανατίζεται και να φανατίζει. Υπάρχει μόνο για να εκτελεί τις ντιρεκτίβες της κομματικής ηγεσίας. Όπου, παρ’ όλα αυτά, μέσα σε ένα κόμμα παρατηρείται μια έντονη δραστηριότητα και γενικότερες ανησυχίες σε κάποιο από τα κατώτερα όργανα του, τότε αμέσως ακολουθούν διαγραφές ή με διάφορα προσχήματα γίνεται αντικατάσταση από δοτό όργανο.
Η κομματική βάση δεν έχει κανέναν ουσιαστικό λόγο, ούτε και γι’ αυτά τα πρόσωπα των υποψήφιων βουλευτών, τα οποία, υποτίθεται, θα εκπροσωπήσουν το κόμμα στο λαό. Ο καθορισμός των υποψηφιοτήτων γίνεται από την κομματική ηγεσία. Παρ’ ότι τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου αυτού, παρατηρείται στα καταστατικά αυτών των κομμάτων κάποια τυπική παραχώρηση προς την κομματική βάση, για συμμετοχή στην επιλογή ενός μέρους των υποψήφιων βουλευτών, στην πράξη πάντα περνά η γραμμή της ηγεσίας σε ό,τι αφορά τα υποψήφια πρόσωπα. Ακόμη και αν κάποια πρόσωπα, μη αρεστά στην κομματική ηγεσία, ξεφύγουν και μπουν στα ψηφοδέλτια του κόμματος, ακόμη και τότε, με διάφορες τεχνικές της ηγεσίας, είτε υπάρχει λίστα είτε σταυρός προτίμησης, εκλέγονται με μικρές αποκλίσεις βουλευτές τα πρόσωπα που θέλει η ηγεσία και τα οποία, φυσικά, εξασφαλίζουν, εκτός απροόπτου, την πολιτική επιβίωση της ίδιας.
Στη χώρα μας πλέον σήμερα, τα κόμματα του πολιτικού κατεστημένου είναι προσωποπαγή και αρχηγικά, όχι με την έννοια της ηγετικής και έντονης προσωπικότητας του  αρχηγού που ίσχυε άλλοτε, αλλά με την ακόλουθη έννοια: Επιλέγεται από τις κομματικές ελίτ για αρχηγός, εκείνος που μπορεί πρωτίστως να διαφυλάξει την ενότητά της και φυσικά τα συμφέροντά της απέναντι ιδιαίτερα στην κομματική βάση. Όταν δηλαδή ακούμε κορώνες για ενότητα, αυτές έχουν για στόχο την ενότητα της πολιτικής ελίτ και την πολιτική της επιβίωση. Κανείς από αυτούς που μιλούν για ενότητα δεν έχει στο μυαλό του, ούτε νοιάζεται για την ενότητα και τα συμφέροντα των απλών κομματικών μελών ούτε φυσικά, πολύ περισσότερο των ψηφοφόρων του συγκεκριμένου κόμματος. Στη συνέχεια, όλοι τίθενται κάτω από τις εντολές του όποιου αρχηγού, δίνουν τους αγώνες τους με γνώμονα τα λόγια του αρχηγού και τελικώς οι επιθυμίες του αρχηγού γίνονται πολιτικός λόγος και ιδεολογία του κόμματος. Η κομματική βάση βάλλεται συνεχώς από ψευδεπίγραφες θεωρίες ενότητας, που στην ουσία καταλύουν την εσωκομματική δημοκρατία, εγκλωβίζουν την κομματική βάση στη λογική του «μαντριού» και την οδηγούν στην εκμετάλλευσή της για προσωπικά οφέλη. Παρουσιάζεται δε από τις κομματικές προπαγανδίσεις η κατάσταση τόσο σοβαρή, ώστε να τείνει να πιστέψει κάποιος πως αν κάποια μέλη μιας κομματικής βάσης είχαν προσωπικές απόψεις και διαφωνίες για λόγους συνείδησης, ακόμη και αν προσχωρούσαν σε κάποιον άλλο κομματικό σχηματισμό, θα καταστρέφονταν η Ελλάδα ή η ίδια η κοινωνία. Φυσικά, στην πραγματικότητα η αγωνία προσωπικής πολιτικής ύπαρξης διακατέχει μόνον τους εκμεταλλευτές του κομματικού κατεστημένου.
Οι προσχεδιασμένες διαφωνίες και αντιδικίες μεταξύ παραγόντων κάποιας παλαιοκομματικής ολιγαρχίας, που προς στιγμήν αναπτερώνουν ελπίδες στα ανήσυχα μέλη της κομματικής βάσης για αλλαγή πορείας και καλυτέρευση, οδηγούν και πάλι σε προσχεδιασμένους εναγκαλισμούς, συνοδευόμενους από κροκοδείλια δάκρυα «ενότητας» μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ή σε πανηγυρική πλειοδοσία δηλώσεων «ενότητας» και δήθεν αποδοχής της άλλης πλευράς. Αυτές οι «σικέ» εσωκομματικές αντιδικίες και στη συνέχεια οι «σικέ» συμμαχίες, χάριν της «ενότητας», συντρίβουν κάθε ελπίδα στην αντίστοιχη κομματική βάση για απαλλαγή από το βραχνά της εσωκομματικής αντιδημοκρατίας, που οδηγεί στην καταπίεση της συνείδησης.

Όσοι πιστεύουν ότι το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να διασπαστεί, αυτές τις μέρες, κατά τη διαδικασία της εκλογής νέου αρχηγού και κάνουν όνειρα για άνοιγμα του πολιτικού παιχνιδιού σε νέες κοινωνικές δυνάμεις, κάνουν μεγάλο λάθος. Θα επιλεγεί ως αρχηγός εκείνος που η κομματική ελίτ πιστεύει ότι μπορεί να της εξασφαλίσει την πολιτική της επιβίωση. Μετά την εκλογή όλοι θα δηλώσουν πίστη στην ενότητα. Βλέπουμε στα τηλεοπτικά παράθυρα να αντιμάχονται εκείνοι που αποτελούν τα επιτελεία των υποψηφίων αρχηγών καθώς και εκείνοι που έχουν τελειώσει πολιτικά και επενδύουν αυτόκλητοι στη μία ή στην άλλη πλευρά προκειμένου να γίνει το πολιτικό θαύμα της επανάκαμψής τους. Η μεγάλη πλειοψηφία των κομματικών στελεχών και κυρίως των νεοεκλεγέντων βουλευτών, δεν εκδηλώνεται. Οι πανηγυρικές δηλώσεις όλων αυτών θα γίνουν μετά την εκλογή του νέου αρχηγού και φυσικά υπέρ του. Βέβαια τα πράγματα περιπλέκονται λίγο κατά το ότι η εκλογή του αρχηγού γίνεται από την κομματική βάση. Όμως γι’ αυτό θα φροντίσουν τα ΜΜΕ, ώστε να μη γίνει κάποιο λάθος και ξεφύγει η κατάσταση. Κάποιος θα παρουσιαστεί σαν ο πιο ικανός να νικήσει τον νυν πρωθυπουργό. Αυτόν φυσικά θα ψηφίσουν «ελεύθερα» τα κομματικά μέλη. Το ζητούμενο όμως δεν είναι ποιος είναι ικανός να νικήσει τον νυν πρωθυπουργό, για να έχουμε μια απλή αλλαγή των κομματικών ελίτ στην εξουσία, αλλά το ποιος είναι ο ικανότερος να επιφέρει αλλαγές στο πολιτικό σύστημα. Φυσικά τέτοιος υποψήφιος δεν υπάρχει αλλά και αν υπήρχε δεν θα στηριζόταν.
Μέσα στο κόμμα και χάριν της επιβίωσης της κομματικής ολιγαρχίας ο νέος αρχηγός είναι παντοδύναμος. Οποιαδήποτε αντίθετη φωνή έχει εκ προοιμίου εξουδετερωθεί. Εδώ όμως θα πρέπει να γίνει ένας διαχωρισμός. Αν η αντίθετη άποψη διατυπώνεται από ένα ισχυρό μέλος της πολιτικής ολιγαρχίας και εφόσον φυσικά αυτή η διαφοροποίηση δεν είναι «σικέ», με την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω, τότε τίποτε δεν συμβαίνει. Ο αρχηγός ή κάνει πως δεν ακούει ή συνδιαλέγεται προσεκτικά μαζί του. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις που το μέλος αυτό υφίσταται συνέπειες και πάντως για να συμβεί αυτό, θα πρέπει το συγκεκριμένο μέλος να βρίσκεται σε εξασθενημένη θέση έναντι του αρχηγού. Αν όμως ένα κατώτερο μέλος του κόμματος διατυπώσει αντίθετη άποψη, τότε η διαγραφή, τουλάχιστον, είναι βέβαιη, για να μη μιλήσουμε και για άλλες «τιμωρίες», όπως εξευτελισμός μέσω ιδιαίτερα των φιλικών προς την ηγεσία ΜΜΕ κ.λπ. Είναι αυτό για το οποίο μιλήσαμε σε άλλο σημείο, ότι δηλαδή στην Ελλάδα έχουμε μόνο δημοκρατία κορυφής, όχι πλήρη δημοκρατία.
Αυτή η κομματική «αριστοκρατία» είναι στην πραγματικότητα μια μικρή και ασήμαντη μειοψηφία, που κατορθώνει όμως, με τη βοήθεια των συμφερόντων που τη στηρίζουν, να προβάλλει ως ισχυρή και να κρατά στα χέρια της με συγκεντρωτικές μεθόδους πάγια ολόκληρη την κομματική και κατ’ επέκταση την πολιτική εξουσία. Οι παλαιοκομματικές ηγετικές ομάδες φροντίζουν να διατηρούν τα κόμματα τους στη χώρα μας, όχι σε κατάσταση δημοκρατικά οργανωμένων κοινωνικών ομάδων, αλλά, όπως και ολόκληρο το λαό, σε κατάσταση μάζας.
Μέσα σε κάθε κόμμα, εκτός από τους δελφίνους της κορυφής που επιβιώνουν, γιατί το ίδιο το σύστημα τους προορίζει ως εγγυητές του και γιατί και οι ίδιοι είναι ήδη ικανοποιημένοι με το σύστημα που τους εξέθρεψε και δεν σκοπεύουν να το ανατρέψουν, υπάρχουν και άτομα με επαναστατημένες συνειδήσεις, που βλέπουν τον εξελισσόμενο παραλογισμό. Αυτά τα άτομα, όπως είδαμε και πιο πάνω, τείνουν να ξεχωρίσουν από την κομματική μάζα και να αποτελέσουν συνισταμένες έλξης της κομματικής βάσης. Αυτά τα πραγματικά στελέχη, οι επαναστάτες συνείδησης, οι πραγματικά ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι, αποτελούν το μοναδικό κίνδυνο για το κομματικό κατεστημένο και «αποψιλώνονται» με διάφορους τρόπους. Έτσι, η κομματική βάση, χωρίς συνισταμένες δυναμικής μορφοποίησης, παραμένει άμορφη μάζα και εύκολη λεία στα χέρια του κομματικού κατεστημένου.
Όπως κάθε ολιγομελής ομάδα που θέλει να επιβληθεί στο πλήθος, έτσι και οι κομματικές φατρίες χρησιμοποιούν τα δύο πανάρχαια μέσα, τον εκφοβισμό και τη διαίρεση, ώστε να μη δημιουργούνται συλλογικές φωνές «αντίδρασης».
Μπροστά στο άγχος της πολιτικής επιβίωσης τους και της ικανοποίησης των συμφερόντων τους, οι ολιγαρχίες του κομματικού κατεστημένου θέτουν πρώτο στόχο να εμποδίσουν την ανεξέλεγκτη ανανέωση των ηγετικών στελεχών από άλλα ικανά στελέχη της κομματικής βάσης. Για να το επιτύχουν αυτό, χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους και τεχνάσματα. Έτσι, ανίσχυρα πλέον, τα ικανά αυτά άτομα της κομματικής βάσης παραμένουν στην άκρη με το παράπονο του παραγκωνισμένου. Αντιθέτως, στην πολιτική ολιγαρχία εισέρχονται οι γόνοι, οι ευνοούμενοι και οι ελεγχόμενοι. Αυτή η «γήρανση», τουλάχιστον στο επίπεδο των ιδεών και των πρακτικών, αποτελεί παράγοντα συντήρησης ή και οπισθοδρόμησης, αντιμαχόμενη τις δυνάμεις υπέρβασης των κατεστημένων δομών και προόδου.
Έχει γίνει πλέον φανερό πως οι κομματικές ηγεσίες φοβούνται και δεν εμπιστεύονται την κομματική βάση. Γι’ αυτό αντιστρατεύονται και δεν προωθούν τη δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων τους. Για παράδειγμα, εύλογα θα αναρωτηθεί κάποιος: Γιατί ο αρχηγός κάποιου από τα παλαιά κόμματα δεν προβλέπεται να εκλέγεται από όλα τα απλά μέλη της αντίστοιχης κομματικής βάσης με μυστική ψηφοφορία; (Σημειώνεται και πάλι ότι εξαίρεση αποτελεί σήμερα το ΠΑΣΟΚ, αλλά σε πολλούς δεν άρεσε αυτό ούτε ο εμπνευστής του και μάλλον θα αλλάξουν και τα δύο). Γιατί οι υποψήφιοι βουλευτές δεν εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία από το σύνολο των απλών μελών της κομματικής βάσης; Μήπως οι διαδικασίες αυτές δεν είναι απολύτως δημοκρατικές; Γιατί η παλαιοκομματική ολιγαρχία φοβάται την ετυμηγορία της κομματικής βάσης; Μα είναι πολύ απλό, γιατί έτσι θα διαλυόταν αυτομάτως το πολιτικό κατεστημένο. (Αλήθεια γιατί δεν άρεσε η πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για ψηφοφορία στην κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος; από πότε άρχισαν να ενοχλούν οι δημοκρατικές διαδικασίες ένα δημοκρατικό κόμμα;)
Τα κόμματα όμως που δεν στηρίζονται στην κομματική βάση τους, είναι μαθηματικά βέβαιο πως στηρίζονται σε άλλες δυνάμεις, πίσω από τις οποίες κρύβονται αδιαφανή συμφέροντα. Αυτή η στήριξη, που είναι έξω και πέρα από τη δύναμη της δημοκρατικής συνείδησης των κομματικών μελών, οδηγεί αναπότρεπτα πλέον ολόκληρα τα κόμματα στο να γίνονται όμηροι στα χέρια των συμφερόντων αυτών. Οποιοσδήποτε όμως επηρεασμός της πολιτικής δράσης ενός κόμματος από αδιαφανή βούληση (πέρα από αυτή που δημοκρατικά πρέπει να διαμορφώνεται μέσα σε ένα κόμμα) είναι σύμπτωμα επικίνδυνου ολοκληρωτισμού, που οδηγεί κατευθείαν στη νομή της ίδιας της κοινωνίας.
Σήμερα ειδικά, που ο πολιτικός αγώνας διεξάγεται κυρίως με τα ΜΜΕ, τις δημόσιες σχέσεις και τη διαφήμιση, (για παράδειγμα, εκτός των άλλων και αυτή η αφισοκόλληση με γιγαντοαφίσες κ.λπ. γίνεται επαγγελματικά, από ειδικευμένες εταιρείες), η πολιτική δράση των απλών μελών της κομματικής βάσης έχει καταστεί κυριολεκτικά άχρηστη. Η ύπαρξη κομματικών μελών είναι αναγκαία μόνο για τη νομιμοποίηση της ύπαρξης της κάθε κομματικής ολιγαρχίας, για την επίδειξη δύναμης με τον όγκο των εγγεγραμμένων μελών και για τη δυνατότητα πραγματοποίησης μεγάλων συγκεντρώσεων, με μεταφερόμενους δυστυχείς από όλη την Ελλάδα, για διαφημιστικούς λόγους. Γι’ αυτό και ο φανατισμός, ο εμπαιγμός και η εξαπάτηση πρώτα των μελών της κομματικής βάσης και έπειτα της κοινωνίας στο σύνολό της έχουν γίνει ο «οδηγός του επιτυχημένου πολιτικού».
Η κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτονόμηση του πολιτικού στοιχείου από τις ίδιες τις αντίστοιχες κομματικές βάσεις είναι ένας από τους παράγοντες που εξασφαλίζει πολύ εύκολα την αυτονόμησή του από ολόκληρη την κοινωνία, την οποία υποτίθεται πως υπηρετεί. Έτσι, στην πράξη έχουμε μια «κοινοβουλευτική ολιγαρχία» των παλαιοκομματικής νοοτροπίας ηγετικών ομάδων, που νέμονται και μοιράζονται την εξουσία μεταξύ τους, χωρίς να ενδιαφέρονται καθόλου για τη θέληση των πολιτών, τους οποίους θεωρούν υπηκόους τους. Ναι μεν οι κομματικές ελίτ καταφέρνουν με τους μηχανισμούς που έχουν αναπτύξει, να διατηρούν την αυτονομία τους από τις αντίστοιχες κομματικές βάσεις και από την κοινωνία στο σύνολό της, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή η αυτονομία καλλιεργήθηκε και άνθησε πάνω σε πρόσφορο έδαφος, καθόσον στη χώρα μας τα πολιτικά κόμματα δεν στηρίχτηκαν ποτέ ούτε στηρίζονται σε διαφορετικές ή και αντίπαλες κοινωνικές δυνάμεις. Δεν συνέπεσαν ποτέ ούτε συμπίπτουν και σήμερα οι κομματικές αντιθέσεις με βαθύτερες κοινωνικές αντιθέσεις. Αυτή τη «δυσλειτουργία» του κοινωνικού σώματος την εκμεταλλεύτηκε και την εκμεταλλεύεται το πολιτικό κατεστημένο, χάρις στη βοήθεια που προσφέρει το ξένο προς την ελληνική πραγματικότητα κοινοβουλευτικό καθεστώς.

Έπειτα από αυτά δημιουργείται αρνητική διάθεση και απροθυμία στα σοβαρά και ικανά άτομα να στελεχώσουν τους κομματικούς μηχανισμούς, συμμετέχοντας στα μεσαία και κατώτερα κλιμάκια της κομματικής πυραμίδας. Στα κλιμάκια αυτά συμμετέχουν άτομα μετριότατης έως ανύπαρκτης ικανότητας και υπόληψης, που ως γνήσιοι βαστάζοι της αντίστοιχης παλαιοκομματικής ομάδας, αισθάνονται και συμπεριφέρονται ως καρεκλοκένταυροι, καταπιέζοντας και κρατώντας στο σκοτάδι (αφού και τα ίδια φυσικά δεν ζουν στο φως) την αντίστοιχη κομματική βάση, στο όνομα της ανυπαρξίας τους, με τον «κουτσομπολίστικο» παραγοντισμό τους. Προς τα πάνω υπάρχει διαχωριστική γραμμή. Υπάρχει μια κλειστή ελίτ, η συμμετοχή στην οποία είναι αδιανόητη με δημοκρατικές διαδικασίες.
Μετά τις διαπιστώσεις αυτές, γίνεται πλέον φανερό πως τα κόμματα που εκπροσωπούν τον παλαιοκομματισμό στη χώρα μας, δεν λειτουργούν ως συντελεστές υπέρβασης των κατεστημένων δομών, αλλά ως ανασταλτικές δυνάμεις συντήρησης ενός αναχρονιστικού πολιτικού συστήματος, που ευνοεί την ανεξαρτησία του πολιτικού στοιχείου και εξασφαλίζει τη συνέχιση της υποδούλωσης και της καταπίεσης της κοινωνίας από το κράτος. Επομένως, η παλαιά άποψη ότι τα κόμματα λειτουργούν ως μηχανισμοί εκπροσώπησης της βούλησης της λαϊκής βάσης προς τα κέντρα λήψης των αποφάσεων δεν ισχύει στη χώρα μας, τουλάχιστον με την υπάρχουσα παλαιοκομματική συγκρότηση και νοοτροπία.
Πώς τα κόμματα στη χώρα μας μπορούν να γίνουν παράγοντες δημοκρατίας και προόδου

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση αποκλειστικός στόχος και επιδίωξη κάθε κόμματος να είναι η με κάθε μέσο και θυσία κατάληψη της εξουσίας. Δηλαδή, η εξουσία δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός. Η κατάληψη της εξουσίας θα πρέπει να είναι το μέσον για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου. Και στρατηγικός στόχος κάθε κόμματος θα πρέπει να είναι η υλοποίηση των όποιων ιδεών του, που φυσικά εννοείται ότι θα κατατείνουν προς την πραγμάτωση της ουσίας της δημοκρατίας και την εξάλειψη της καταδυνάστευσης της κοινωνίας από το κράτος, με παράλληλη καθοδήγηση του πολιτικού στοιχείου από τις κοινωνικές εξελίξεις και δυναμικές.
Όλα αυτά όμως δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ευχολόγιο. Τι θα πρέπει να γίνει πρακτικά; Πρακτικά αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον αν με κάποιες θεσμικές αλλαγές ο αποφασιστικός λόγος φύγει από τα χέρια των κομματικών ηγετικών ομάδων που προτάσσουν το προσωπικό συμφέρον και περάσει στα χέρια της κομματικής βάσης, που είναι μια ζωντανή κοινωνική ομάδα και είναι φυσικό να προτάσσει το κοινωνικό συμφέρον.
Η χειρότερη εξέλιξη σε ένα πολιτικό σύστημα είναι η έπαρση της ισοβιότητας στην «καρέκλα» της εξουσίας. Θα πρέπει, αν θέλουμε να περάσουμε σε εκδημοκρατισμό των κομμάτων και κατ’ επέκταση σε εκδημοκρατισμό ολόκληρης της πολιτικής ζωής, σε πρώτη φάση να «σπάσουμε» αφ’ ενός τις διαδικασίες που δημιουργούν μονιμότητα των ηγετικών στελεχών και αφ’ ετέρου να αποκεντρώσουμε την εξουσία μέσα στο κόμμα. Πρώτος στόχος θα είναι η εσωκομματική δημοκρατική αποκέντρωση. Θα πρέπει τα πολιτικοποιημένα μέλη της κομματικής βάσης να μπορούν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση της κομματικής βούλησης και πράξης μέσα από γνήσιες δημοκρατικές εσωκομματικές διαδικασίες και με τον τρόπο αυτό να μετέχουν άμεσα στον καθορισμό της συνολικής πολιτειακής βούλησης.
Είναι πίστη αυτού του βιβλίου ότι τίποτε δεν θα πρέπει να αφεθεί στην τύχη και τον πατριωτισμό. Θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ενιαίος τρόπος δημοκρατικής οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση, οποιαδήποτε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Μια δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνική ομάδα παρουσιάζει διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και δυναμική από μια οργανωμένη μάζα. Οποιαδήποτε μονομερής πρωτοβουλία προς την πρώτη κατεύθυνση θα ήταν, λόγω της παλαιοκομματικής νοοτροπίας που επικρατεί, αλλά και της δυναμικής των πολλαπλών συμφερόντων που καθορίζουν τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού σήμερα, καταδικασμένη απέναντι σε οργανωμένες μάζες με επικεφαλής αλαλάζοντες δημαγωγούς, που υποστηρίζονται από αφανή συμφέροντα.
Στην περίπτωση αυτή η προσπάθεια ανταγωνισμού για την κατάληψη της εξουσίας θα οδηγούσε μοιραία στην πολιτική εξαπάτηση, στη φθορά και τελικώς στο ίδιο το σημερινό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, καμία κομματική ολιγαρχία δεν τολμάει, πρώτη αυτή, να καταργήσει τις πολυέξοδες και ανούσιες μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις και φιέστες, αν δεν θέλει να μειώσει την εκλογική της δύναμη. Γενικώς, καμία κατεστημένη πολιτική ολιγαρχία δεν «αυτοκτονεί» απεμπολώντας τη δυνατότητα απόλαυσης της εξουσίας. Αλλά και καμία καινούρια πολιτική δύναμη, με υγιείς δημοκρατικούς στόχους, δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν «παίξει» με τους ίδιους κανόνες παιχνιδιού, οι οποίοι είναι ήδη καθορισμένοι από το κατεστημένο. Ο δρόμος όμως για την εξουσία είναι μακρύς και δύσκολος, γεμάτος παγίδες. Η δυναμική αφομοίωσης και εξομοίωσης με το σύστημα είναι πάντα παρούσα. Γι’ αυτό το λόγο ό,τι γίνει θα πρέπει να είναι ενιαίο. Ο νέος θεσμός θα πρέπει να είναι γενικός και υποχρεωτικός.
Πολλά Συντάγματα σε όλο τον κόσμο, όπως και το δικό μας, δεν αναφέρουν τίποτε το συγκεκριμένο για τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κομμάτων. Το δικό μας Σύνταγμα ορίζει ότι η οργάνωση και η δράση των κομμάτων οφείλουν να υπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Όμως, τα παλαιά ελληνικά κόμματα είναι εκείνα τα κατ’ εξοχήν εργαλεία που χρησιμοποιεί η πολιτική ελίτ για να επιβάλλεται στο κοινωνικό σώμα και να διαιωνίζει την παραμονή των μελών της στα εξουσιαστικά κέντρα, εμποδίζοντας τον εκδημοκρατισμό. Επομένως, η γενικόλογη συνταγματική επιταγή είναι άχρηστη και πρέπει να αλλάξει.
Οι οικονομικά αναπτυγμένες χώρες έχουν συνήθως οργανωμένη κοινωνία, ανεβασμένο πολιτιστικό επίπεδο, βαθιά και υγιή κομματική παράδοση, έχουν βρει τις δικές τους ισορροπίες και δεν αντιμετωπίζουν ενδεχομένως άμεσο πρόβλημα προς το παρόν. Η δική μας όμως χώρα, που παρουσιάζει κοινωνικές «δυσλειτουργίες» και διαθέτει ένα αρρωστημένο πολιτικο-κομματικό σύστημα, πρέπει να εξαλείψει τα θεσμικά ελλείμματα της το ταχύτερο. Επίσης, στο ενιαίο αυτό νομικό πλαίσιο θα πρέπει επιτέλους να προβλέπονται διατάξεις για αναγκαστική δημοσιοποίηση από μέρους των κομμάτων των εσόδων τους, καθώς και των δαπανών τους, για να μπορεί ο λαός να πληροφορείται τις πηγές χρηματοδότησης και ποιοι κρύβονται πίσω από τα κόμματα.
Βασικός πυρήνας και πρωτογενής πηγή εξουσίας μέσα σε οποιοδήποτε κόμμα θα πρέπει να είναι τα απλά μέλη, τα οποία θα είναι οργανωμένα σε τοπικές οργανώσεις, με ουσιαστικές όμως αρμοδιότητες.
Ο αρχηγός του κάθε κόμματος θα πρέπει να εκλέγεται με γενικές, εσωκομματικές εκλογές από όλα τα μέλη του κόμματος με μυστική ψηφοφορία. Ο τρόπος αυτός εκλογής του αρχηγού του κόμματος, καθώς και η ενδεχόμενη εκλογή του στη συνέχεια από το λαό κατευθείαν ως αρχηγού του κράτους, θα καθρεφτίζει την ουσιαστική δημοκρατία.
Αυτές οι πρώτες μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν στην εξάλειψη του ηγετισμού και την αποφυγή της αντιπολίτευσης με προσωπικούς τόνους και για προσωπικούς λόγους, που οδηγεί στο φανατισμό και τη με κάθε μέσο απόκτηση της εξουσίας. Οποιαδήποτε προσωπική κατάσταση, η οποία τείνει να παγιωθεί μακριά από τη συνεχή αναβάπτιση μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, πρέπει να εκλείψει.
Η πραγματική κομματική ενότητα, που ψευδώς επικαλείται η κατεστημένη κομματική ελίτ, συγκαλύπτοντας στην ουσία τη μέθοδο του «μαντριού», επιτυγχάνεται, όχι με την άνευ κρίσεως υποταγή στις επιθυμίες της κομματικής ηγεσίας, αλλά με την ελεύθερη ουσιαστική συζήτηση, συναπόφαση και διαφωνία, που μπορεί να φτάνει ώς και την προσωπική αποχή από την εφαρμογή αποφάσεων, για λόγους συνείδησης.
Ένα κόμμα αρχών δεν θα πρέπει να βασίζεται σε τυχαίους «οπαδούς», αλλά σε συνειδητοποιημένα μέλη. Και τα μέλη αυτά δεν είναι δυνατόν παρά να ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαμόρφωση της κομματικής και ιδεολογικής ζωής του κόμματος, διαφορετικά δεν μετέχουν στο κόμμα, απλώς το ακολουθούν, ενώ το κόμμα είναι ξένο σώμα προς αυτά. Ο συνειδητοποιημένος πολίτης που συμμετέχει σε ένα κόμμα, δεν δέχεται να χρησιμοποιείται, αλλά θέλει να έχει την αίσθηση της ουσιαστικής συμμετοχής στη χάραξη της ιστορίας αυτού του τόπου.
Η εσωκομματική δημοκρατία θα πρέπει να γίνει τρόπος ζωής. Εκείνο που πρέπει να επιδιωχθεί πάνω απ’ όλα είναι το οποιοδήποτε κομματικό μέλος να αισθάνεται ολοκληρωμένο μέσα στον κομματικό χώρο του. Και αυτή η εσωτερική κομματική ζωή θα αποτελέσει το σχολείο για την εκπαίδευση ολόκληρου του λαού πάνω σε ασκήσεις αυτοπεποίθησης και πίστης στις ικανότητές του ότι μπορεί να γίνει ο ίδιος κυρίαρχος της Ιστορίας του.4
Πρέπει τα κόμματα παράλληλα να λειτουργούν ως φυτώρια νέων πολιτικών προσωπικοτήτων μέσα από ουσιαστικές συνελεύσεις αποφασιστικών συλλογικών κομματικών οργάνων, όπου θα γίνονται προτάσεις και ομιλίες. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να προωθούνται οι ευνοούμενοι της όποιας ηγετικής ομάδας, αλλά οι ικανότεροι.
Αρχηγός του οποιουδήποτε κόμματος και βουλευτές δεν θα πρέπει να έχουν καμία σχέση εξάρτησης και διορισμού μεταξύ τους.
Οι υποψήφιοι βουλευτές, άσχετα με υπάρχουσα ήδη βουλευτική ιδιότητα ή όχι, θα πρέπει να εξασφαλίζουν το χρίσμα μόνο με την εκλογή ή την επανεκλογή τους κατευθείαν από τη βάση του κόμματος. Έτσι, οι βουλευτές δεν θα είναι υποταγμένοι στις επιθυμίες του αρχηγού, αλλά θα αναπτύσσουν δικές τους απόψεις ως ελεύθερες προσωπικότητες και θα κρίνονται και πάλι μόνον από την κομματική βάση.
Ούτε φυσικά και η εκλογή του αρχηγού θα γίνεται από τους βουλευτές ή τους επηρεαζόμενους από αυτούς εκλέκτορες, αλλά μόνον από τα μέλη του κόμματος, τα οποία θα εκλέγουν τον αρχηγό τους με μυστική ψηφοφορία.
Οι γνήσιες εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη του αρχηγού, των βουλευτών, αλλά και όλων των κομματικών οργάνων τελικώς θα αποδειχθούν πιο χρήσιμες για τη δημοκρατία και από τις γενικές εκλογές.
Εκεί που φτάσαμε πλέον έχουμε δύο επιλογές: ΄Η δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων με την παραπάνω έννοια ή συνέχιση της πολιτικής απάθειας έως την πλήρη αποπολιτικοποίηση των ατόμων και τη μαζικοποίηση του λαού, με απροσδιόριστους κινδύνους για το μέλλον της ευαίσθητης, έστω και κατ’ ευφημισμόν, δημοκρατίας στη χώρα μας.
Το άνοιγμα των εσωκομματικών δημοκρατικών διαδικασιών αποτελεί έμπρακτη απόδειξη της πίστης ενός κόμματος στο λαό και τις δυνατότητές του για αυτοπροσδιορισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πίστη αυτή λειτουργεί καταλυτικά στη συνείδηση του λαού. Ιδιαίτερα ενός λαού που του αμφισβητείται από την κομματική του ηγεσία η ωριμότητα και η ικανότητα να αυτοκυβερνηθεί.5

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Για πλήρη ανάλυση βλ. John Petropoulos «Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843)», (1985), εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.
2. Εκτενέστερα βλ. Ν. Μουγέλη «Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας: Η περίπτωση της Ελλάδος», στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε. «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977), εκδ. Εξάντας, σελ. 136 επ.
3. Αναλυτικότερα βλ. Α. Ρήγο «Πολιτικές εκφράσεις στη Β’ Ελληνική Δημοκρατία», στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε. «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977), εκδ. Εξάντας, σελ. 210-211.
4. Σχετικά βλ. Β. Φίλια. «Το πρόβλημα της οργάνωσης των κομμάτων στην Ελλάδα», στο βιβλίο της Ε.Ε.Π.Ε. «Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα» (1977), εκδ. Εξάντας σελ. 254.
5. Σχετικά βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 252.


«…Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση τον Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο…». ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ:  ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Η αντιπροσωπεία του λαού είναι ανύπαρκτη

Σήμερα, οι βουλευτές των κομμάτων μας είναι απλώς υποτακτικοί του αρχηγού και του «περιβάλλοντός» του. Αντί να επιτελούν την ύψιστη αποστολή τους, δηλαδή να αντιπροσωπεύουν και να διοχετεύουν τη βούληση του λαού προς τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, εκπροσωπούν και διοχετεύουν τη βούληση της κομματικής ηγεσίας προς το λαό. Η εξάρτησή τους από τον εκάστοτε αρχηγό τους εξαναγκάζει, αν θέλουν να παραμείνουν μέλη της πολιτικής ολιγαρχίας και να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, να μετέρχονται τις μεθόδους που επιβάλλει η κάθε κομματική ηγεσία. Ο αρχηγός διαθέτει πλήρη εξουσία επί των εξαρτώμενων και πειθήνιων βουλευτών. Εκείνος ουσιαστικά, είτε εμφανώς είτε αφανώς, τους διορίζει κι εκείνος τους παύει.
Όταν υπάρχει λίστα εκλογής, ο διορισμός του βουλευτή είναι αυτονόητος. Όταν όμως υπάρχει σταυρός προτίμησης, δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι εκλέγονται βουλευτές εκείνοι που προτιμά ο λαός. Λάθος. Αυτό είναι μια αυταπάτη που οδηγεί σε εφησυχασμό σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της δημοκρατίας στη συγκεκριμένη διαδικασία.
Στην πραγματικότητα, όταν το ψηφοδέλτιο καταρτίζεται, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τον αρχηγό και το «περιβάλλον» του και όχι με την εκλογή των υποψήφιων βουλευτών από όλα τα μέλη της κομματικής βάσης, τότε καταρτίζεται με τέτοιον τρόπο, ώστε από αυτούς που έχουν λίγο ως πολύ μια κάποια πιθανότητα εκλογής, να χρίζονται υποψήφιοι μόνον οι αρεστοί στην ηγετική φατρία. Το υπόλοιπο ψηφοδέλτιο συμπληρώνεται με άτομα που δεν έχουν πιθανότητες εκλογής.
Παράλληλα, και για να είναι βέβαιη η εκλογή των «επιθυμητών», οι τελευταίοι προβάλλονται με άνωθεν εντολή από τα φιλοκομματικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ταυτόχρονα στηρίζονται από τον κομματικό μηχανισμό. Οι υπόλοιποι αφήνονται στην προδιαγεγραμμένη αποτυχία τους. Κατά τα άλλα, ο εγκλωβισμένος στο δικομματικό παιχνίδι λαός έχει την εντύπωση ότι επιλέγει «δημοκρατικά». Η Κοινοβουλευτική Ομάδα που τελικώς εκλέγεται, αποτελεί μέρος της κομματικής και κατ’ επέκταση της συνολικής πολιτικής ελίτ. Είναι οι παλαιοί επαγγελματίες εξουσιαστές και οι νέοι φερέλπιδες εραστές της νομής της εξουσίας. Αυτή η ομάδα, αφού γνωρίζει ότι δεν εξαρτάται και δεν δίνει λόγο στην κομματική βάση, αποστρέφεται την ίδια την κομματική βάση και προσπαθεί να διαχωριστεί από αυτή με διάφορους τρόπους και να στεγανοποιηθεί.
Είναι πλέον φανερό πως ο βιοπορισμός και η καριέρα των επαγγελματιών βουλευτών εξαρτώνται από το ηγετικό περιβάλλον και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω του. Έτσι, καμία έκφραση γνώμης, εκτός από εκείνη του αρχηγού, δεν είναι ανεκτή. Δήθεν διαφοροποιήσεις ορισμένων κάθε φορά δελφίνων, που αποτελούν τις περισσότερες φορές απλές τροχιοδεικτικές βολές, δεν έχουν στόχο την κατάργηση του αρχηγισμού, αλλά τη διερεύνηση των δυνατοτήτων να γίνει ο δελφίνος αρχηγός στη θέση του αρχηγού. Όταν όμως έχει απολεσθεί από μέρους του λαϊκού αντιπροσώπου η δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης της γνώμης του και η αυτονόητη αυτή δημοκρατική ελευθερία έχει αντικατασταθεί από έναν κατευθυνόμενο από πάνω μονόλογο, τον οποίο επιβάλλουν τα διαπλεκόμενα αντιλαϊκά συμφέροντα που στηρίζουν την ηγετική ομάδα, τότε η δημοκρατία έχει ήδη de facto καταλυθεί, παρά τις όποιες διακηρύξεις. Είναι χαρακτηριστικό της ποιότητας της δημοκρατίας μας το γεγονός πως το Σύνταγμά μας δεν προβλέπει επαναληπτική εκλογή στην περίπτωση που χηρεύει μία βουλευτική έδρα, αλλά ορκίζεται βουλευτής ο πρώτος επιλαχών του ίδιου κόμματος. Μάλιστα, όταν βρισκόμαστε στον τελευταίο χρόνο της βουλευτικής περιόδου και αν ακόμη δεν υπάρχει επιλαχών για αναπλήρωση, το «δημοκρατικό» Σύνταγμά μας δεν επιτρέπει καθόλου εκλογές και προτιμά να μείνει η Βουλή με λιγότερους βουλευτές, παρά να γίνουν εκλογές. Είναι ολοφάνερο πως οι διάφορες ηγετικές κομματικές ομάδες φοβούνται την ετυμηγορία του λαού, φοβούνται δηλαδή την ίδια τη δημοκρατία, γι’ αυτό και δεν δίνεται στο λαό καμία εξουσία πριν από το τέλος της τετραετίας.
Με τον τρόπο αυτό, όμως, γίνεται πρόδηλο πως εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι καν το πρόσωπο, η συγκεκριμένη προσωπικότητα του ανθρώπου-βουλευτή, αλλά η απρόσωπη έδρα, που με το κοινοβουλευτικό σύστημα δίνει εξουσία. Έτσι όμως, ενώ καταργείται ήδη από το Σύνταγμά μας η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και η δυνατότητα που δίνει η δημοκρατία στον πολίτη να επιλέξει το συγκεκριμένο αντιπρόσωπό του και όχι την παντοδύναμη ηγεσία, ταυτόχρονα καταργείται η προσωπικότητα του λαϊκού εκπροσώπου, ο οποίος μετατρέπεται σε απλό αριθμητικό στοιχείο στήριξης της ηγετικής ομάδας.
Ταυτόχρονα, στο ισχύον πολιτικό μας σύστημα η Βουλή δεν αποτελεί, όπως θα έπρεπε, το βασικότερο εκείνο χώρο δημοκρατικής διαμόρφωσης γνώμης, αλλά στην πράξη αποτελεί ένα τυπικό όργανο επικύρωσης αποφάσεων που ήδη έχουν ληφθεί από τα ηγετικά κλιμάκια της άρχουσας κομματικής ολιγαρχίας με τη μορφή νομοσχεδίων. Όπως λοιπόν οι βουλευτές, έτσι και το ίδιο το Κοινοβούλιο δεν είναι το κατ’ εξοχήν όργανο διοχέτευσης και υλοποίησης της λαϊκής βούλησης, αλλά έχει μετατραπεί σε όργανο διοχέτευσης και υλοποίησης των αποφάσεων των κομματικών ολιγαρχικών ομάδων. Οι νόμοι που ψηφίζονται στο Κοινοβούλιο σχεδιάζονται και συντάσσονται από την κυβέρνηση. Στην πράξη, η ψήφιση νόμων έπειτα από προτάσεις νόμων που προέρχονται από την ίδια τη Βουλή, έχει καταργηθεί, αφού η στρατευμένη κάτω από τις εντολές της άρχουσας κομματικής ομάδας κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι παντοδύναμη και αποκλείει οτιδήποτε δεν εξυπηρετεί τις επιθυμίες της κυβέρνησης.
Η Βουλή έχει καταστεί, όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί, ο συμβολαιογράφος της κυβέρνησης. Εφόσον οι αποφάσεις έχουν ήδη ληφθεί πριν κι έξω από το Κοινοβούλιο, κάτω από την επίδραση άγνωστων συμφερόντων, οι νομοθετικές συζητήσεις δεν έχουν καμία απολύτως αξία. Οι αγορεύσεις και οι εικονικές αντεγκλήσεις των βουλευτών μέσα στο Κοινοβούλιο δεν έχουν φυσικά σκοπό να πείσουν κανένα βουλευτή να σχηματίσει ή να αλλάξει γνώμη, αφού κάτι τέτοιο, όχι απλώς είναι αδύνατο, αλλά απογορεύεται από τις κομματικές ηγεσίες να συμβεί. Έχουν όμως αποδέκτες τους ανύποπτους ψηφοφόρους και αυτό μόνο στην περίπτωση που υπάρχουν τηλεοπτικές κάμερες στη Βουλή, διαφορετικά, η επιτέλεση του έργου της Βουλής γίνεται χωρίς την παρουσία βουλευτών.
Έτσι, μέσα στο «δημοκρατικό» πολίτευμά μας, για τη στερέωση και διατήρηση του οποίου αγωνιά η πολιτική ηγεσία μας, στην πραγματικότητα έχουμε βουλευτές χωρίς καμία οντότητα λαϊκού αντιπροσώπου, που αντιπροσωπεύουν άτομα χωρίς καμία οντότητα πολίτη. Η Βουλή στην ουσία έχει γίνει μια δεξαμενή μελλοντικών υπουργών. Οι βουλευτές κάνουν τα πάντα κομίζοντες «γην και ύδωρ» στην κομματική τους ηγεσία και πλειοδοτούν σ’ αυτές τις προσπάθειές τους, για να αποδείξουν ότι «αξίζουν», προκειμένου να προτιμηθούν για κάποιο υπουργείο.
Δεν υπάρχει φυσικά σκέψη ή διάθεση από μέρους των βουλευτών για έλεγχο και ιδιαίτερα ενάντια στην ίδια την κομματική ηγεσία τους, η οποία πλέον ενεργεί «ελέω πολιτικού συστήματος» και των άγνωστων συμφερόντων που τη στηρίζουν. Ταυτόχρονα, οι υπουργοί έχουν και την ιδιότητα του βουλευτή και έτσι παρατηρείται το φαινόμενο να προτείνει νόμο ένα πρόσωπο (υπουργός), το οποίο στη συνέχεια ψηφίζει την ίδια την πρότασή του και μετά το ίδιο αυτό πρόσωπο είναι ο εκτελεστής του νόμου που πρότεινε. Με τον τρόπο αυτό η απαραίτητη, για τη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, διάκριση των εξουσιών έχει καταστεί γράμμα κενό.
Το ίδιο το Σύνταγμά μας εξάλλου ενισχύει την εκτελεστική εξουσία, σε αντίθεση με μια συρρίκνωση που επιφυλάσσει στις αρμοδιότητες της αντιπροσωπείας του λαού. Η παλαιοκομματική νοοτροπία της αντιπολίτευσης, από των άλλη, είναι φυσικό να μην της επιτρέπει να ασκήσει εποικοδομητικό κοινοβουλευτικό έργο. Δεν αποτελούν στόχο της αντιπολίτευσης οι προτάσεις για παραγωγικό έργο, αλλά μοναδικός στόχος της ηγετικής ολιγαρχίας της αντιπολίτευσης είναι να διαδεχτεί στην κυβέρνηση την άρχουσα κομματική φατρία. Έτσι, οι μοναδικές ενασχολήσεις της αντιπολιτευόμενης ηγετικής κομματικής ομάδας είναι κατ’ αρχάς η φθορά της κυβέρνησης, χωρίς φυσικά να υπερβαίνει τα «εσκαμμένα» που θα δημιουργούσαν κίνδυνο για την όλη υπόσταση του κατεστημένου, και στη συνέχεια, η προετοιμασία της για την ανάληψη κυβερνητικών θέσεων.
Και στη Δυτική Ευρώπη, όπως είδαμε, όπου ισχύει η κοινοβουλευτική δημοκρατία, το Κοινοβούλιο έχει υποχωρήσει και οι αποφάσεις κι εκεί λαμβάνονται πριν κι έξω από αυτό. Εκεί όμως τουλάχιστον οι αποφάσεις είναι προϊόντα διαπραγμάτευσης μεταξύ κυβέρνησης και ισχυρών συλλογικών συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων πίεσης. Σε μας, αντιθέτως, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται έπειτα από διαπραγμάτευση και με κύριο γνώμονα την εξυπηρέτηση συλλογικών κοινωνικών συμφερόντων, αλλά λαμβάνονται έξω πάντα από τη Βουλή, με κύριο όμως γνώμονα προσωπικά εμφανή και αφανή συμφέροντα κι επιθυμίες, ερήμην των πραγματικών κοινωνικών προβλημάτων και των όποιων κοινωνικών δυναμικών, κι αυτό λόγω ακριβώς της αυτονομίας του πολιτικού στοιχείου.
Το πρώτο φαινόμενο που παρατηρείται στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες είναι τουλάχιστον σαφώς πιο υγιές, από κοινωνική άποψη, από αυτό που συμβαίνει σε μας. Τα ίδια ισχύουν και στον τομέα ελέγχου της εξουσίας. Ναι μεν και στη Δυτική Ευρώπη σήμερα ο έλεγχος έχει ξεφύγει από το Κοινοβούλιο, αλλά έχει μεταφερθεί στα χέρια των ισχυρών κοινωνικών ομάδων πίεσης και αυτό πάλι, τουλάχιστον, μπορεί να χαρακτηριστεί σαφώς πιο υγιές από αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας.
Στη χώρα μας ο έλεγχος της κυβερνητικής εξουσίας έχει ανατεθεί, σε όση έκταση μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ανατεθεί, στα χέρια των αντιπολιτευόμενων κομματικών φατριών και ο έλεγχος αυτός φτάνει ώς εκεί που δεν κινδυνεύει το κατεστημένο σύστημα (και η αυτονομία του πολιτικού στοιχείου), ένας κλονισμός του οποίου θα είχε απρόβλεπτες και ίσως μη ελέγξιμες συνέπειες για όλη την πολιτική ολιγαρχία. Γι’ αυτό στις συζητήσεις που παρακολουθούμε στη Βουλή, οι αναλήθειες, οι ανακολουθίες και οι ενέργειες εντυπωσιασμού έχουν αναχθεί σε εκλεπτυσμένη τεχνική. Μπορεί να λεχθεί οτιδήποτε, αρκεί να στηρίζει τη βούληση ή τις ενέργειες της κυβέρνησης ή γενικότερα της κομματικής ηγεσίας και προπάντων να μη θίγει κατεστημένες δομές και συμφέροντα, που μένουν κατά έναν περίεργο τεχνητό τρόπο εκτός ελέγχου, στο απυρόβλητο.
Πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί με έμφαση πως αυτή η υποβάθμιση του ρόλου της Βουλής, τόσο στο νομοθετικό έργο όσο και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, η οποία ίσχυσε καθ’ όλη τη διάρκεια της νεότερης πολιτικής Ιστορίας μας, κράτησε δέσμια τη Βουλή στις παραμονές εκτροπών και διευκόλυνε την επιβολή δικτατορικών καθεστώτων, με το να περιορίζει ανεπίτρεπτα το δημοκρατικό έλεγχο πάνω στην άσκηση της κρατικής εξουσίας τις παραμονές των εκτροπών.2
Μία άλλη πληγή για το πολιτικό μας σύστημα είναι, εκτός από την παρεοκρατία και την ευνοιοκρατία, και η οικογενειοκρατία. Η βουλευτική έδρα πολλές φορές «κληρονομείται». Υπάρχουν αυτή τη στιγμή, ήδη στον 21ο αιώνα, στην ελληνική Βουλή οικογένειες, με την ευρύτερη έννοια, που διαθέτουν ακόμη και πέραν των δύο βουλευτών. Αυτό είναι απόρροια του γεγονότος πως ο υποψήφιος, ο οποίος θα συγκεντρώνει φυσικά και πιθανότητες εκλογής, θα πρέπει, εκτός από τη δηλωμένη υποταγή του στην κομματική ηγεσία του, να αποτελεί ένα σημείο εξισορρόπησης μεταξύ των αντιμαχόμενων οικογενειών, παρεών και συμφερόντων.
Κανένα πλέον δημοκρατικά σκεπτόμενο άτομο δεν μπορεί να αισθάνεται υπερήφανο για τη λειτουργία της δημοκρατίας στον τόπο μας. Βρισκόμαστε ουσιαστικά μπροστά στο φαινόμενο της «κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας» και των συμφερόντων που κρύβονται πίσω της. Τούτο είναι η χειρότερη των τυραννιών, γιατί κρύπτεται υποκριτικά κάτω από ένα δημοκρατικό μανδύα, ο οποίος εξαπατά το λαό και τον υπνώνει.
Πρόταση για μια πραγματική λαϊκή αντιπροσωπεία

Το Δίκαιο είναι το μέσο εκείνο με το οποίο η πολιτική εξουσία εξασφαλίζει τη ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης. Αυτό το «μέσο» πρέπει να πηγάζει από νομοθέτη ελεύθερο, που θα έχει καθάρια λαϊκή σύνθεση και θα εκφράζει τους πραγματικούς κοινωνικούς προβληματισμούς. Η λαϊκή αντιπροσωπεία, η οποία, εκτός των άλλων, ασκεί την πολύ σοβαρή νομοθετική εξουσία, θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι έτσι συγκροτημένη, ώστε να εκπροσωπεί κατά τη λήψη των αποφάσεων της την πραγματική πλειοψηφία του λαού. Παράλληλα, θα πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία, στην οποία θα πρέπει να ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο. Βασική λοιπόν δημοκρατική αρχή θα πρέπει να είναι η πιστή αντιστοιχία λαϊκής βάσης και λαϊκής αντιπροσωπείας.
Η λαϊκή αντιπροσωπεία θα πρέπει να απεικονίζει επακριβώς τον πολιτικό χάρτη της χώρας. Να απεικονίζει δηλαδή επακριβώς το πολιτικό μωσαϊκό του λαού. Κάτι τέτοιο μόνο με γνήσια απλή αναλογική μπορεί να επιτευχθεί και αυτό το εκλογικό σύστημα θα πρέπει να είναι πάγιο. Είναι αδιανόητο η εκάστοτε κυβερνητική κομματική ολιγαρχία να προσπαθεί με διάφορα εκλογικά τεχνάσματα να διατηρηθεί στην εξουσία ή να περιορίσει τις απώλειες της. Όλες αυτές οι πρακτικές και οι εκλογικοί νόμοι (ακόμη χειρότερα αυτοί που ψηφίζονται από την απερχόμενη κυβερνητική πλειοψηφία και μάλιστα παραμονές των εκλογών) αποτελούν σαφή νόθευση της λαϊκής θέλησης και στρέφονται ευθέως κατά της δημοκρατίας.
Πέρα από αυτά, οι συνεχείς αλλαγές του εκλογικού νόμου στα μέτρα της κάθε κομματικής ολιγαρχίας που κατέχει την κυβερνητική εξουσία, δημιουργούν κάθε φορά πλαστές πλειοψηφίες, στις οποίες ενσταλάζεται τεχνηέντως η εντύπωση πως έχουν κυριαρχικά δικαιώματα πάνω στις πολλαπλές μειοψηφίες. Με αυτόν τρόπο όμως οι πολιτικές εκφράσεις καθορίζονται από σκοτεινές ενστικτώδεις αντιδράσεις και όχι από συνειδητοποιημένες πολιτικές εκτιμήσεις.
Καμία αστεία δικαιολογία για κυβερνητική σταθερότητα δεν μπορεί να υπάρξει. Στην πραγματικότητα, όλες αυτές οι δικαιολογίες αποβλέπουν στην εναλλαγή στην εξουσία των διαφόρων πτερύγων της πολιτικής ολιγαρχίας, ερήμην του λαού.
Πρέπει όμως να σταθούμε λίγο στο επιχείρημα για ανάγκη ύπαρξης κυβερνητικής σταθερότητας. Το επιχείρημα αυτό είναι όντως σοβαρό. Υπάρχει φυσικά απάντηση, η οποία όμως δεν συμφέρει τις κατεστημένες παλαιοκομματικές ηγετικές παρέες. Συγκεκριμένα, η απάντηση είναι η εκλογή του αρχηγού της εκτελεστικής εξουσίας να γίνεται κατ’ ευθείαν από το λαό, χωρίς να έχει ανάγκη ψήφου εμπιστοσύνης από το Κοινοβούλιο και επομένως και ανάγκη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Δηλαδή, μιλάμε για μια μορφή Προεδρικής Δημοκρατίας.
Οι υποψήφιοι βουλευτές δεν θα χρίζονται υποψήφιοι από την κομματική ηγεσία, αλλά από τα απλά μέλη της κομματικής βάσης με μυστική ψηφοφορία. Επίσης, κάθε βουλευτής δεν θα είναι για τις επόμενες εκλογές αυτοδίκαια υποψήφιος, αλλά με την ίδια διαδικασία πρέπει εκ νέου να χριστεί υποψήφιος από την κομματική βάση. Με τις συνεχείς αυτές λαϊκές κρίσεις κανένας βουλευτής δεν θα αισθάνεται τη σιγουριά της μονιμότητας, που θα τον οδηγούσε σε έπαρση και σε δημιουργία προσωπικών φέουδων. Μοναδικό μέλημά του θα είναι το χτίσιμο της προσωπικότητάς του ως γνήσιου εκφραστή των λαϊκών συμφερόντων και όχι ως εκφραστή άλλων συμφερόντων.
Η διαδικασία αυτή θα μας δώσει υψηλού επιπέδου λαϊκούς αντιπροσώπους, μακριά από κληρονομικές, συγγενολογικές ή παρεοκρατικές καταστάσεις. Όλοι οι Έλληνες θα έχουν το δικαίωμα να δοκιμάζουν την αξία τους μέσα στον πολιτικό στίβο.
Οι βουλευτές που θα εκλέγονται με τον τρόπο αυτό, θα έχουν ελεύθερη φωνή μέσα στο Κοινοβούλιο, αφού δεν θα υπακούουν πουθενά αλλού πέρα από τη φωνή της συνείδησής τους και πάντα στο πλαίσιο της λαϊκής εντολής. Ο έλεγχος που θα ασκούν στην εκτελεστική εξουσία θα είναι αυστηρός και η κριτική τους αμείλικτη. Αντί να είναι απλοί εκτελεστές της όποιας ηγετικής ομάδας και θεματοφύλακες των συμφερόντων που κρύβονται πίσω της, θα είναι ο φόβος της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία δεν θα τολμάει να διανοηθεί ότι μπορεί να πράξει οτιδήποτε το αδιαφανές και αντίθετο προς τα λαϊκά συμφέροντα, αν θέλει να μην επισύρει επώδυνη λαϊκή ετυμηγορία ή ακόμη και δικαιική ετυμηγορία.
Έτσι, η Βουλή θα γίνει ο εγγυητής και ο φύλακας της δημοκρατίας, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελεί το πλαίσιο ανάπτυξης της ελεύθερης προσωπικότητας. Θα γίνει πραγματικά το ιερό και απαραβίαστο βήμα της ελεύθερης έκφρασης.
Η ημέρα των εκλογών θα πρέπει να είναι πάντα σταθερή και προκαθορισμένη. Έτσι, θα σταματήσουν οι εκλογικοί αιφνιδιασμοί από μέρους της άρχουσας κομματικής φατρίας, χάριν μικροκομματικών σκοπιμοτήτων. Η εξάλειψη του κινδύνου των εκλογικών αιφνιδιασμών θα ησυχάσει και θα ηρεμήσει κόμματα και υποψήφιους και στο εξής θα μπορούν όλοι να προγραμματίσουν την πολιτική δράση τους και τον προεκλογικό αγώνα τους και θα παύσουν να επιδίδονται σε ασκήσεις πολιτικής προχειρότητας και σε πρόσκαιρους εντυπωσιασμούς.
Όμως, η εξάλειψη του κινδύνου των εκλογικών αιφνιδιασμών θα έχει κι άλλο ένα ευεργετικό αποτέλεσμα, αυτή τη φορά προς την κατεύθυνση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Η αυτονομία του πολιτικού στοιχείου έχει οδηγήσει, όπως είδαμε, στην εξάρτηση την κοινωνική και την οικονομική ζωή από τις επιθυμίες, τις διαθέσεις και τις εσωτερικές αντιθέσεις και ισορροπίες του πολιτικού στοιχείου. Η εξάλειψη των εκλογικών αιφνιδιασμών, σε συνδυασμό και με την ελαχιστοποίηση της αυτονομίας του πολιτικού στοιχείου, θα οδηγήσουν με τη σειρά τους στην απαλλαγή της κοινωνίας μας από το άγχος της προχειρότητας και του άγνωστου αύριο και ως εκ τούτου σε αυτόνομο προγραμματισμό και ανάπτυξη της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
Αφού στο εξής η κυβέρνηση δεν θα εξαρτάται από τη Βουλή και οι εκλογές θα γίνονται σε προκαθορισμένο χρόνο, είναι φυσικά επόμενο να υπάρχει κυβερνητική σταθερότητα και όχι μόνο. Αφ’ ενός ο αντιπολιτευτικός αγώνας δεν θα γίνεται με μοναδικό στόχο τη φθορά και την όσο το δυνατόν πιο γρήγορη πτώση της κυβέρνησης, αλλά θα γίνει σαφώς παραγωγικότερος και αφ’ ετέρου θα εκλείψει η δυνατότητα πολιτικής συναλλαγής για στήριξη της κυβέρνησης. Η αντιπολίτευση δεν θα διεξάγεται με τη σημερινή αποπροσανατολιστική τακτική της. Αντιπολίτευση θα γίνεται και πρέπει να γίνεται και από βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, αφού δεν θα εξαρτάται η πολιτική τους ύπαρξη από την κομματική ηγεσία.
Έτσι, άσχετα με το αν το κυβερνών κόμμα θα διαθέτει ή όχι πλειοψηφία στη Βουλή, η τελική ψήφιση κάποιου νόμου κατόπιν συζητήσεων, ουσιαστικών αντεγκλήσεων, συγκλίσεων και αμοιβαίων υποχωρήσεων, χωρίς πάθη, αλλά με γνώμονα τις ιδέες και το κοινωνικό συμφέρον, θα είναι πιο ισχυρή και ο νόμος που θα προκύπτει θα είναι γενικότερης αποδοχής και ως εκ τούτου σεβαστός και μακροβιότερος, ενώ παράλληλα θα μειωθεί η πολυνομία που κυριολεκτικά μαστίζει τη χώρα μας και αυξάνει τη γραφειοκρατία.
Οι γνήσιοι δημοκρατικοί νόμοι, που πηγάζουν από τη βούληση της πραγματικής πλειοψηφίας του λαού, αποβλέπουν πάντοτε στην ευημερία του μέγιστου δυνατού αριθμού ατόμων, σε αντίθεση με τους νόμους μιας μειοψηφούσας κυβερνητικής ηγετικής ολιγαρχίας, που με τη δύναμη του εξαναγκασμού επιβάλλονται στην πλειοψηφία του λαού, προκειμένου πολλές φορές να εξυπηρετήσουν αδιαφανή, αντιλαϊκά συμφέροντα.
Όταν επομένως το νομοθετικό σώμα συγκροτείται ανάγλυφά από τον υπάρχοντα πολιτικό χάρτη, με βάση την απλή αναλογική, και όχι με βάση ενισχυμένες αναλογικές που οδηγούν σε πλαστές πλειοψηφίες, που στην ουσία μπορεί να είναι μειοψηφίες άγνωστων συμφερόντων, τότε ο ψηφιζόμενος νόμος θα είναι πραγματικά δημοκρατικός και θα εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον. Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο εξαλείφεται η τυραννία μιας μειοψηφίας, με πλαστή πλειοψηφία στη Βουλή, πάνω στην πραγματική πλειοψηφία του λαού. Η απλή αναλογική είναι απαραίτητο να είναι το πάγιο εκλογικό σύστημα. Εξάλλου, με τις προτεινόμενες αλλαγές και αφού η Βουλή δεν θα παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, είναι επόμενο ότι το μόνο εκλογικό σύστημα που μπορεί να ισχύσει είναι η απλή αναλογική. Σε ό,τι αφορά την απαιτούμενη πλειοψηφία για την ψήφιση των διαφόρων νομοσχεδίων, δεν θα πρέπει να υπάρχει κανένας φόβος.
Μέσα στο προτεινόμενο εδώ εξουσιαστικό σύστημα, με τις τόσες δημοκρατικές διαδικασίες, θα ωριμάσουν κατ’ ανάγκην κόμματα και λαϊκοί αντιπρόσωποι κι έτσι θα επιτυγχάνεται κάθε φορά εκείνη η απόφαση που πραγματικά θα προασπίζει το κοινωνικό και το εθνικό συμφέρον. Πέρα από όλα αυτά, αναφαίρετο δικαίωμα του λαού είναι να σχηματοποιεί τη λαϊκή αντιπροσωπεία του όπως τον εκφράζει. Επομένως, η απλή αναλογική αναμφισβήτητα κι εδώ κυριαρχεί. Εξάλλου βασική δημοκρατική αρχή είναι και η αρχή της ισότητας, που συνεπάγεται όμως αναμφισβήτητα και ισότητα από άποψη δύναμης της ψήφου του κάθε πολίτη.
Ήδη μιλήσαμε πιο πάνω για το ίσο μερίδιο εξουσίας που πρέπει να έχει ο κάθε πολίτης στο χέρια του. Με την ενισχυμένη αναλογική αυτή η ισότητα καταλύεται, καθόσον η ψήφος ορισμένων ψηφοφόρων αποκτά μεγαλύτερη ισχύ, ενώ άλλων μικρότερη ή και μηδενική. Εδώ βρίσκει έδαφος εφαρμογής και η θεωρία της «χαμένης ψήφου», με την οποία το άτομο πιέζεται ψυχολογικά να ενδώσει και να ψηφίσει μία από τις κομματικές ηγετικές φατρίες των μεγάλων κομμάτων, γιατί διαφορετικά θα δει πως η ψήφος του πήγε χαμένη κι επομένως θα αισθανθεί μειονεκτικά που δεν θα είναι με τους «νικητές».
Πριν από τις εκλογές του 1985, οι οποίες ως γνωστόν έγιναν με λίστα, ένα πολιτικό περιοδικό έκανε μια ανάλυση με βάση τις τότε σφυγμομετρήσεις. Εκεί μπορούσε να κάνει κάποιος μια διαπίστωση ικανή να τον …παγώσει. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αν εξαιρέσουμε μια μειοψηφία αναποφάσιστων γύρω στο 10%, που θα έκρινε τελικώς την εκλογή, είχε ήδη εκλεγεί ονομαστικά το 90%, περίπου, των βουλευτών, που μπορούσαν να πανηγυρίζουν την εκλογή τους πολύ πριν ο «κυρίαρχος» λαός πάει στις κάλπες. Δηλαδή, πριν ακόμη ψηφίσει ο λαός, οι εκλεκτοί των κομματικών ηγεσιών είχαν ήδη εκλεγεί.
Όλη η προεκλογική μάχη λοιπόν και τα δισεκατομμύρια έξοδα, θα γίνονταν και τελικώς έγιναν μόνο και μόνο για μια μικρή μειοψηφία αναποφάσιστων, η οποία θα έδινε το 10% περίπου των υπόλοιπων βουλευτών κι επομένως την αυτοδυναμία σε μία από τις δύο κύριες τότε κομματικές ηγετικές ομάδες. Όταν η λαϊκή κυριαρχία φτάνει σε τέτοιο σημείο, αναρωτιέται κάποιος τι ρόλο παίζει, εν τέλει, ο λαός μέσα στο κοινοβουλευτικό καθεστώς, που όμως παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να φέρει την ονομασία «δημοκρατικό».
Ο χωρισμός της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας δεν σημαίνει ότι θα δημιουργηθούν στεγανά και ότι οι δύο αυτές εξουσίες θα αποξενωθούν μεταξύ τους. Αντιθέτως, οι δύο αυτές εξουσίες θα βρίσκονται σε συνεχή επαφή και επικοινωνία μεταξύ τους και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού θα υπάρχει επιτακτική ανάγκη συνεργασίας στην ψήφιση των νόμων, αλλά και σε άλλα θέματα. Ο συμβιβασμός των τάσεων μέσα στη Βουλή, αλλά και μεταξύ Βουλής και αρχηγού του κράτους, όταν τα δύο αυτά όργανα έχουν εκλεγεί με καθάριες δημοκρατικές διαδικασίες από τη λαϊκή βάση, διαμορφώνει και εκφράζει μια συλλογική συνείδηση κοινωνικής συνεργασίας και συναποδοχής.
Η αξιοκρατία και οι συμβιβαστικές λύσεις στην κορυφή της πολιτικής ηγεσίας του τόπου θα κοινωνικοποιήσουν το κοινωνικό σώμα προς μια νέα κατεύθυνση, μακριά από συμπλέγματα αντιπαλότητας και απομόνωσης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Οδυσσέα Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» (1990), εκδ. Ίκαρος, σελ. 25.
2. Αναλυτικότερα βλ. Ν. Αλιβιζάτου « Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία», (1981), εκδ. Απ. Ν. Σάκκουλα, τ.Α’, σελ. 17.


«.. .Αν είσαστε βουλευτής, δεν ψηφίζετε σαν άτομο, μα σαν κόμμα… γιατί αν έχετε κυβέρνηση και καταψηφιστεί το νομοσχέδιο αυτό, θα πει πως η κυβέρνηση έχασε την εμπιστοσύνη της Βουλής και θα πέσει. Άν είσαστε βουλευτής της αντιπολίτευσης και το νομοσχέδιο σας αρέσει και σας ενθουσιάζει, δεν θα το ψηφίσετε… γιατί είναι προτιμότερο στην αντιπολίτευση να πέσει η κυβέρνηση, παρά να ψηφιστεί ένας καλός νόμος… Το πλεονέκτημα του συστήματος είναι πως λίγοι ικανοί υπουργοί με πλειοψηφία ανίκανους βουλευτές, που μόνο να ψηφίζουν έχουν τη δυνατότητα, σύμφωνα με την υπόδειξη του αρχηγού, είναι δυνατό νακυβερνήσουν τη χώρα. Ενώ 615 βουλευτές, όσοι και τα μέλη της Βουλής… ανεξάρτητοι και με δικές τους πεποιθήσεις, δεν είναι δυνατό να κυβερνούν…». ΜΠΕΡΝΑΡ ΣΩ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΟΟ:  ΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ταυτόχρονη ύπαρξη των θεσμών του Πρωθυπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν λύνει τα προβλήματα

Από όσα έχουν ειπωθεί μέχρι τώρα, έγιναν φανερά τα προβλήματα που δημιουργεί και συσσωρεύει στον τόπο μας το υπάρχον συγκεντρωτικό κοινοβουλευτικό καθεστώς. Δεν είναι σκόπιμο να απαριθμήσουμε κι εδώ τα προβλήματα που παρουσιάζει η συγκέντρωση των εξουσιών στον εκάστοτε κομματικό αρχηγό, ιδιαίτερα όταν αυτός είναι και ο Πρωθυπουργός. Επιγραμματικά μόνο θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως ο Πρωθυπουργός, μαζί με την ομάδα και τα συμφέροντα που τον περιβάλλουν και τον στηρίζουν, ελέγχει μια πλειοψηφούσα Κοινοβουλευτική Ομάδα διορισμένων από τον ίδιο, καθοδηγούμενων και απρόσωπων βουλευτών. Επομένως, μέσω αυτής της καθοδηγούμενης Κοινοβουλευτικής Ομάδας αποφασίζει κυριολεκτικά ο ίδιος για λογαριασμό της λαϊκής αντιπροσωπείας και οι όποιες αποφάσεις της αντιπροσωπείας του λαού είναι στην ουσία δικές του αποφάσεις.
Το κακό όμως δεν σταματά με την καθυπόταξη της νομοθετικής εξουσίας στην εκτελεστική. Αφ’ ενός μέσω της δυνατότητας ψήφισης των νόμων που επιθυμεί ή εγκρίνει μόνον ο Πρωθυπουργός και αφ’ ετέρου μέσω του διορισμού της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση, όπως ορίζει το «δημοκρατικό» μας Σύνταγμα, ο Πρωθυπουργός ελέγχει και τη Δικαιοσύνη. Δηλαδή, έχουμε καθυπόταξη και της δικαστικής εξουσίας στην εκτελεστική.
Όταν υπάρχει μια οργανωμένη κομματική πλειοψηφία στη Βουλή, η οποία τυπικά παρέχει την εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση και η οποία πλειοψηφία συνήθως σχηματοποιείται από εκλογικούς νόμους, που μετατρέπουν τη λαϊκή μειοψηφία σε «πλειοψηφία», δεν μπορούμε φυσικά να μιλάμε και για εμπιστοσύνη και του ίδιου του λαού προς την κυβέρνηση. Αφού έτσι έχουν τα πράγματα, προς τι όλη η διαδικασία, οι εξαγορές συνειδήσεων, η κυριαρχία του τρόμου και το φίμωμα της ελεύθερης έκφρασης; Δεν θα ήταν προτιμότερο να εκλέγει ο λαός κατευθείαν τον ηγέτη της χώρας; Δεν θα ήταν μήπως πιο δημοκρατικό; Επαναλαμβάνεται πως είναι αδιανόητο και παράλογο, με το υπάρχον πολιτικό σύστημα και τα διάφορα εκλογικά τεχνάσματα, να επιβάλει μια ολιγαρχική μειοψηφία τις απόψεις της πάνω στη συντριπτική πλειοψηφία του λαού μας.
Από την άλλη, στο ισχύον πολιτικό μας σύστημα ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας, που στην ουσία είναι απομεινάρι του «κληρονομικώ δικαιώματι» μονάρχη, ιδιαίτερα σήμερα έτσι όπως είναι, χωρίς καμία ουσιαστική αρμοδιότητα, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Δεν προσφέρει τίποτε, ούτε καν ως σύμβολο του έθνους, αφού είναι συνήθως ο εκλεκτός μιας πλαστής πλειοψηφίας στη Βουλή. Δηλαδή, ο εκλεκτός του Πρωθυπουργού και όσων επηρεάζουν τον Πρωθυπουργό. Αν εκλεγόταν κατευθείαν από την πραγματική πλειοψηφία του λαού, έστω και στο ισχύον καθεστώς, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον είναι σύμβολο.
Υπάρχει όμως και μια άλλη προβληματική. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να εκλεγεί Πρωθυπουργός θεωρητικά αμέτρητες φορές, δημιουργεί το ενδεχόμενο να οδηγήσει τον ίδιο σε προσωπικούς μικροϋπολογισμούς, σε διασυνδέσεις με συμφέροντα ξένα προς εκείνα του λαού, αφού το πολιτικό στοιχείο είναι αυτονομημένο από τα κοινωνικά συμφέροντα, σε συναλλαγές, σε αποφυγή λήψης μέτρων που θα σήμαιναν πολιτικό κόστος κ.λπ. Δηλαδή, στην ουσία, ένα πρόσωπο στον πρωθυπουργικό θώκο που συνεπαίρνεται από την έπαρση της ισοβιότητας, συγκεντρώνει μεγάλες πιθανότητες να οδηγηθεί στην κατάχρηση, στον αυταρχισμό και ίσως κάποια στιγμή και στο αδίκημα.
Δεν είναι δυνατόν να μας «βασανίζουν» με την πολιτική τους παρουσία, καθ’ όλη τη διάρκεια ενός αιώνα, περίπου, ορισμένα ονόματα και άτομα ορισμένων οικογενειών. Πολλοί αναγνώστες έχουν ήδη συνειδητοποιήσει πως όταν γεννήθηκαν, στην πολιτική σκηνή αυτού του τόπου «έπαιζαν» τα ίδια πρόσωπα που εξακολουθούν να «παίζουν» και σήμερα, «λανσάροντας» «νέες ιδέες», φιλοδοξώντας να μας οδηγήσουν μπροστά, όταν τα ίδια έχουν μείνει πολύ πίσω σε κάποια παλαιοκομματικά «μοτίβα». Την ίδια στιγμή, άλλοι λαοί έχουν αλλάξει, μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα, δεκάδες ηγέτες κι εκατοντάδες διαφορετικά πολιτικά πρόσωπα. Αυτοί οι λαοί όμως προχωρούν, εμείς, αντιθέτως, μένουμε στην υπανάπτυξη.
Κανένα, επομένως, πρόσωπο δεν επιτρέπεται να καταλαμβάνει το ανώτατο αξίωμα του αρχηγού του κράτους (που θα εκλέγεται κατευθείαν από το λαό) πάνω από δύο τετραετίες συνολικά.

Ο αρχηγός του κράτους να εκλέγεται κατευθείαν από το λαό

Έγινε ήδη κατανοητό πως το βιβλίο αυτό ως καλύτερη λύση για τα ελληνικά δεδομένα, για την ελληνική κοινωνία, έτσι όπως την είδαμε, λαμβάνοντας υπόψη και τις αρχέγονες ιστορικές δημοκρατικές καταβολές μας, προτείνει έναν τύπο Προεδρικής Δημοκρατίας (με αντίστοιχη, φυσικά, κατάργηση της υπάρχουσας Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας), με ενισχυμένο και ανεξάρτητο το Κοινοβούλιο, σε συνδυασμό ταυτόχρονα και με μια αποκεντρωμένη και όσο το δυνατόν περισσότερο άμεση δημοκρατία, στην οποία θα κυριαρχούν η αυτοαπόφαση και η αυτοδιοίκηση. Μπορεί ειδικότερα αυτό το τελευταίο να φαίνεται ακατανόητο για μία τόσο μικρή σε πληθυσμό χώρα, όμως, ωριμότερες σκέψεις θα καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα, αν υπολογίσουν σοβαρά την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα και την κοινωνική διάλυση που, αντί να τη θεραπεύσει, την επέτεινε ο συγκεντρωτισμός.
Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο πως η νομοθετική εξουσία θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία. Όμως και η εκτελεστική εξουσία, από την πλευρά της, θα πρέπει να είναι έτσι συγκροτημένη, ώστε να διατηρεί μια κάποια ανεξαρτησία απέναντι και σ’ αυτήν τη νομοθετική εξουσία. Η θεσμική και πραγματική ισορροπία δυνάμεων στην κορυφή και ο συγκερασμός των αντίθετων απόψεων θα αποτελούν τον κανόνα και θα είναι οδηγός στην εθνική μας πορεία.
Ο αρχηγός του κράτους και ταυτόχρονα αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας θα πρέπει να εκλέγεται κατευθείαν από το λαό, με αντίστοιχη φυσικά κατάργηση του θεσμού του Πρωθυπουργού. Η απόφαση της γνήσιας και όχι της πλαστής πλειοψηφίας του ίδιου του λαού, που θα εκλέγει άμεσα το πρόσωπο που επιθυμεί για κυβερνήτη, είναι η μόνη ισχυρή και αποδεκτή. Οποιοδήποτε άλλο τέχνασμα είναι απατηλό. Επιπλέον, το ίδιο πρόσωπο θα έχει τη δυνατότητα μιας ακόμη επανεκλογής, αν επιθυμεί να θέσει υποψηφιότητα. Δεν θα εξαρτάται ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας από λαϊκούς αντιπροσώπους, αλλά ούτε θα διορίζει λαϊκούς αντιπροσώπους.
Ο τρόπος και μόνον που θα εκλέγεται ο αρχηγός του κράτους, θα προσδίδει ουσιαστικό περιεχόμενο στην έννοια της δημοκρατίας. Η αρχική εκλογή του μέσα στο ίδιο του το κόμμα από όλα τα απλά μέλη της βάσης και στη συνέχεια η εκλογή του από την πραγματική πλειοψηφία του λαού θα επιτρέπουν σε εξαιρετικό βαθμό την πραγματική πολιτική παρέμβαση του κάθε πολίτη και την ενστάλαξη στον τελευταίο της δημοκρατικής νοοτροπίας.
Ο Πρόεδρος της χώρας δεν θα έχει φυσικά το δικαίωμα να διαλύει τη Βουλή και να προσφεύγει σε εκλογές όποτε αυτός κρίνει την εποχή κατάλληλη. Ούτε θα παραιτείται όταν διαφωνεί με τη Βουλή ούτε θα διαλύεται η Βουλή. Όταν προκύψει διαφωνία, θα πρέπει να αναζητηθεί οπωσδήποτε συμβιβαστική λύση, διαφορετικά ο πραγματικά υπεύθυνος θα καταγγελθεί και θα εκτεθεί απέναντι στο λαό.
Οι βουλευτές σε καμία περίπτωση δεν θα υπουργοποιούνται μέσα στην περίοδο για την οποία εξελέγησαν. Έτσι, αφενός δεν θα έχουν στόχο, μέσω της εκλογής, να γίνουν υπουργοί, αφού θα γνωρίζουν πως θα παραμείνουν βουλευτές για όλη τη χρονική περίοδο για την οποία εξελέγησαν και αφετέρου δεν θα μπορούν να εξοφλήσουν προεκλογικά «γραμμάτια». Η υπουργοποίηση θα ανήκει αποκλειστικά στις ευθύνες του Προέδρου. Πρέπει να σημειωθεί εδώ με έμφαση ότι αφού οι υπουργοί θα διορίζονται από τον εκάστοτε αρχηγό του κράτους και αφού η θητεία τους θα είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από εκείνη του Προέδρου, η οποία επίσης θα είναι περιορισμένη, και αφού δεν θα έχουν το πρόβλημα της επανεκλογής, αυτό αυτομάτως θα έχει τα εξής αποτελέσματα: Αφ’ ενός θα οδηγήσει τους υπουργούς στο να εργάζονται απερίσπαστοι, χωρίς να υπολογίζουν το πολιτικό κόστος και αφ’ ετέρου αυτό θα σημάνει την αρχή για την οριστική εξάλειψη του ρουσφετιού, αφού οι υπουργοί δεν θα είναι αναγκασμένοι να υποκύπτουν σε αιτήματα τόσο των βουλευτών όσο και του κομματικού μηχανισμού για ικανοποίηση ρουσφετολογικών αιτημάτων.
Μέσα στο προτεινόμενο πολιτειακό σύστημα καμία εξουσία -είτε αυτή είναι η νομοθετική είτε η εκτελεστική είτε, τέλος, η δικαστική- δεν θα μπορεί να επιβληθεί πάνω στις άλλες. Κοινός τόπος αναφοράς της πολιτικής στη χώρα μας θα είναι η ισορροπία τόσο των τριών εξουσιών όσο και των κοινωνικών δυνάμεων. Η προβλεπόμενη συνεργασία μεταξύ του αρχηγού του κράτους και του Κοινοβουλίου, αλλά και οι δημοκρατικές διαδικασίες που θα διαχέουν ολόκληρο τον κοινωνικό κορμό, θα μειώσουν τα συνειδησιακά κατάλοιπα αντιπαλότητας μέσα στο λαό και θα ενισχύσουν τα ενωτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα μια δημοκρατικά συγκροτημένη και δυναμική κοινωνία.
Δεν θα είναι πλέον απαραίτητο ο εκλεγμένος αρχηγός του κράτους να ενισχύεται οπωσδήποτε και από μια συμπολιτευόμενη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Μπορεί κάλλιστα η πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο να μην ανήκει στο κόμμα που εξέλεξε Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην περίπτωση αυτή θα φανεί η αξία του συστήματος και θα λειτουργήσουν οι συμβιβαστικές λύσεις.
Είναι αλήθεια ότι το προεδρικό αξίωμα σε μια Προεδρική Δημοκρατία απαιτεί ισχυρές προσωπικότητες. Αλλά αυτό δεν είναι επιλήψιμο, αντιθέτως είναι επιβεβλημένο, όταν μάλιστα συνδυάζεται με την ασφαλιστική δικλίδα της περιορισμένης επανεκλογής. Εξάλλου, όπως τονίστηκε κατ’ επανάληψη, όλο το οικοδόμημα του νέου πολιτικού συστήματος βασίζεται πάνω στην ανθρώπινη προσωπικότητα και όχι σε απρόσωπες κατασκευές, τόσο στην κορυφή όσο και στη βάση. Αποβλέπει στην ολοκλήρωση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνική του ομάδα. Απεχθάνεται τους τοποθετημένους ευνοούμενους ή παρασκηνιακά συμφωνημένους «αχυράνθρωπους». Μόνον όταν από τη βάση μέχρι την κορυφή αρχίσουν να βρίσκουν έκφραση οι ανθρώπινες αξίες, τότε μπορούμε να κάνουμε με σιγουριά βήματα προς το μέλλον.


«….έστι δη τρία μόρια των πολιτειών πασών, …εν μεν τι το βουλευόμενον περί των κοινών… δεύτερον δε το περί τας αρχάς…τρίτον δε τι το δικάζον…». ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ:  Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Πολλά τα προβλήματα

Η δικαστική εξουσία θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι ανεξάρτητη, τόσο από τη νομοθετική εξουσία όσο -και κυρίως- από την κυβέρνηση. Όμως, αυτή τη στιγμή καμία ανεξαρτησία δεν υπάρχει. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση, δηλαδή ο αρχηγός του (πλαστά κατά κανόνα) πλειοψηφούντος κόμματος διορίζει την ηγεσία της δικαστικής εξουσίας, ουσιαστικά ο αρχηγός αυτός είναι και ο αρχηγός της δικαστικής εξουσίας. Αυτή η παντοδυναμία της πλαστής πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιο οδηγεί στην κατάργηση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και στην πραγμάτωση της ανησυχίας του Μοντεσκιέ για συγκέντρωση και των τριών εξουσιών στα χέρια ενός μόνον ανθρώπου.
Όπως έγινε αντιληπτό από το προηγούμενο κεφάλαιο, ο πρωθυπουργός και συνήθως αρχηγός του «πλειοψηφούντος» πλαστά κόμματος, στο σημερινό κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν διορίζει απλώς τους ανώτατους δικαστές, αλλά επιπλέον εμμέσως επιβάλλει στους δικαστές την εκάστοτε θέλησή του μέσω νόμων που υπερψηφίζονται από τη «στρατευμένη» πλαστή πλειοψηφία του στη Βουλή.
Τα προβλήματα της Δικαιοσύνης στη χώρα μας είναι και πολλά και ποικίλα -και βεβαίως, δεν θα αναλυθούν όλα εδώ- και ούτε είναι ξεκομμένα από τα γενικότερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Πέρα, όμως, από την κατάργηση της ανάμιξης της κυβέρνησης στα θέματα της δικαστικής εξουσίας, που θα πρέπει να αποτελέσει θέμα προτεραιότητας, δεν θα ήταν σκόπιμο σε αυτό το σημείο να αναφερθούν και άλλα θέματα.
Η Δικαιοσύνη λοιπόν πρέπει να ανεξαρτητοποιηθεί από την κυβέρνηση, για να είναι Δικαιοσύνη με κύρος για το λαό, χωρίς φόβο για τους δικαστές και καθαρή εφαρμογή των νόμων χωρίς κομματική παρέμβαση. Στο πλαίσιο αυτό εμπίπτει και η απαρέγκλιτη αρχή του φυσικού δικαστή και η συμμετοχή του Δημοσίου στις δίκες με ίσους όρους με τους απλούς πολίτες. Ένα από τα αγαθά που πρέπει μια ευνομούμενη πολιτεία να παρέχει στους πολίτες της, είναι και το να μπορεί ο πολίτης να αισθάνεται κάθε στιγμή ότι υπάρχει δικαιοσύνη και ηθική, τόσο μέσα στο κοινωνικό σώμα όσο -και ιδιαίτερα- στο κράτος.
Σε μια πραγματική δημοκρατία ο λαός έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να καθορίσει ο ίδιος τον τρόπο που θα δικαστεί, ακόμη και να επιλέγει ο ίδιος τα πρόσωπα που θα απονείμουν δικαιοσύνη. Αυτό είναι ένα θέμα αρκετά προχωρημένο για τα σημερινά δεδομένα. Δεν θα πάψει όμως να αποτελεί όραμα. Μια γενική εικόνα αυτής της προβληματικής θα αναπτυχθεί στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, που αναφέρεται στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Αριστοτέλους «Πολιτικά Γ’» , 1297 b,-1298 a, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, εκδ. Ελληνικός Εκδοτικός Οργανισμός.


«….Τι σημαίνει σ’ αυτήν την κλίμακα -των πολύ μεγάλων πολιτικών κοινοτήτων- άμεση δημοκρατία; Σημαίνει ότι απορρίπτουμε τις λύσεις που δυνάμει οδηγούν σε αλλοτριωτικές πολιτικές δομές και ότι επιζητούμε τις λύσεις που δίνουν τη μεγαλύτερη δυνατή εξουσία σε κοινότητες των οποίων οι διαστάσεις επιτρέπουν την άμεση αυτοκυβέρνηση ή τις λύσεις που μεγιστοποιούν τη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις και τον έλεγχό τους πάνω σε όσα γίνονται στις κοινότητες, των οποίων η διάσταση (ή στα θέματα των οποίων η φύση) δεν επιτρέπουν την άμεση αυτοκυβέρνηση». Κ. ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ:  ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Δεν υπάρχει ουσιαστική Τοπική Αυτοδιοίκηση

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι μέγιστο αγαθό και ειδικά στις σημερινές πολυπληθείς κοινωνίες είναι ο στυλοβάτης αλλά και το σχολείο της δημοκρατίας. Είναι στοιχείο του συρμού σήμερα όλοι και πρώτοι απ’ όλους οι πολιτικοί να πλειοδοτούν υπέρ της Τ.Α. Οι εκπρόσωποι του πολιτικού κατεστημένου πλειοδοτούν μεν, αλλά μόνο φραστικά. Στην πραγματικότητα, κανένα μέλος της πολιτικής ολιγαρχίας δεν θέλει ουσιαστική Τ.Α.
Ουσιαστική Τ.Α. θα σήμαινε πολλές απώλειες για το κομματικό κατεστημένο. Θα σήμαινε απώλεια εκλογικής πελατείας, που συντηρείται με διάφορα ρουσφέτια των πολιτικών προς τους πολίτες για θέματα που ουσιαστικά είναι δική τους αρμοδιότητα. Θα σήμαινε αφύπνιση του λαού, αλλά και ουσιαστική συμμετοχή και έλεγχο των πολιτικών πραγμάτων κ.λπ. Με λίγα λόγια, θα σήμαινε πολλαπλώς τη μείωση της εμβέλειας του πολιτικού στοιχείου, δηλαδή ουσιαστικά θα μείωνε την αυτονομία του.
Όσο λοιπόν και αν αυτό ηχεί περίεργα, στην πραγματικότητα το πολιτικό κατεστημένο στη χώρα μας μισεί κυριολεκτικά την Τ.Α. Γι’ αυτό και την έχει οικονομικά εξασθενημένη, σε μόνιμο ρόλο επαίτη και υποβαθμισμένη σε απλές τυπικές διαδικασίες και διεκπεραιωτικές υποθέσεις. Ολόκληρο το κατεστημένο, με αγαστή σύμπνοια όλων των πτερύγων, συντηρητικών και «προοδευτικών», έχει «καπελώσει» και διαιρέσει την Τ.Α. και το ίδιο ακριβώς έχει κάνει και με το συνδικαλιστικό κίνημα, όπως θα δούμε στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο.
Αυτή η εξέλιξη, ενώ βρισκόμαστε ήδη στον 21ο αιώνα, στη χώρα μας λέγεται δημοκρατία. Είναι η αποθέωση του συγκεντρωτισμού. Είναι η παγίδευση ενός ολόκληρου λαού σε μια σκακιέρα, όπου τα πιόνια κινούνται από πάνω. Αντί λοιπόν να είναι αρμοδιότητα των κατοίκων κάθε περιοχής ή έστω των μελών των κομματικών Τ.Ο. κάθε περιοχής η εκλογή των υποψηφίων για τα αξιώματα στην Τ.Α., τελικώς και αυτό έχει περιέλθει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κομματικών ηγεσιών. Μιλάμε δηλαδή για τέτοια …αυτονομία του πολιτικού στοιχείου.
Είναι παράδοξο, αλλά σαν «υπνωτισμένα», θα έλεγε κάποιος, τα ΜΜΕ δεν εμβαθύνουν καθόλου στο θέμα της Τ.Α. Όλα τα ΜΜΕ μιλάνε για την Τ.Α. Γράφονται «πύρινα» άρθρα, αλλά οι αποφάσεις των αρχηγών για το διορισμό στην ουσία των τοπικών αρχόντων γίνονται πρώτη είδηση, χωρίς καμία ουσιαστική επισήμανση για την επικρατούσα τραγελαφική κατάσταση να βλέπει το φως της δημοσιότητας. Πρέπει, επιτέλους, να το παραδεχτούμε πως στη χώρα μας οι Ο.Τ.Α. παίζουν έναν καθαρά διακοσμητικό ρόλο.
Όταν φυσικά κατανοηθεί ο προβληματισμός που αναπτύχθηκε εδώ, είναι πλέον εύκολο έργο οι απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα του τύπου: Γιατί ενώ υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες για πολύ μεγαλύτερη αυτοδιοίκηση, εντούτοις αυτή δεν αναπτύσσεται; Γιατί, επιτέλους, δεν μπορούν οι κοινότητες, οι δήμοι, οι νομοί και οι ευρύτερες ακόμη περιφέρειες να έχουν ουσιαστικές αρμοδιότητες πάνω στα τοπικά θέματα; Γιατί αποκλείεται η συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ακόμη και στα τοπικά θέματα, που τους αφορούν σχεδόν αποκλειστικά; Οι Έλληνες έχουν οδηγηθεί τεχνηέντως και συστηματικά σε απομάκρυνση από την ουσιαστική ενασχόλησή τους με θέματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και φυσικά στην απαλλοτρίωση των στοιχειωδών αυτών δημοκρατικών δικαιωμάτων τους.
Είναι όμως πράγματι δύσκολο, έλεγε ο Ντε Τοκβίλ, «να καταλάβει κάποιος πως άνθρωποι που εγκατέλειψαν τη συνήθεια της Αυτοδιοίκησης, θα μπορούσαν να επιλέξουν σωστά εκείνους από τους οποίους θα κυβερνηθούν. Κανένας δεν μπορεί να πιστέψει ότι μια σοφή και δραστήρια κυβέρνηση, που αγαπά και σέβεται την ελευθερία του πολίτη, μπορεί ποτέ να προέλθει από την καθολική ψήφο ενός υπόδουλου λαού».
Αλήθεια, οι ΟΤΑ άραγε ποιον περιμένουν να τους λύσει τα πολύμορφα προβλήματα τους; Μήπως την πολιτική ηγεσία του τόπου; Αυτή όμως αφ’ ενός απλώς ψηφοθηρεί και αφ’ ετέρου -και να είχε όλη την καλή διάθεση- δεν είναι εκ των πραγμάτων σε θέση και δεν μπορεί να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στα επιμέρους προβλήματα που παρουσιάζονται συνεχώς σε ολόκληρη την επικράτεια. Μόνοι τους λοιπόν οι ΟΤΑ θα πρέπει να λύσουν τα προβλήματά τους, αλλά πώς; Για να λύσουν τα προβλήματά τους, θα πρέπει να συνυπάρξουν δύο παράγοντες: εξουσία και χρήμα. Και τα δύο αυτά μέσα, που είναι απαραίτητα για την επίλυση των τοπικών προβλημάτων, έχει φροντίσει το πολιτικό κατεστημένο, μέσα από «κατασκευασμένους» θεσμούς, να τα αποσπάσει από τους ΟΤΑ. Το πολιτικό κατεστημένο, επομένως, είναι ουσιαστικά η μόνη δύναμη από την οποία περιμένουν τη σωτηρία οι ΟΤΑ. Αυτή, δυστυχώς, είναι η μεγάλη μας πληγή.

Πώς η ΤΑ. μπορεί να γίνει μοχλός για την ανάπτυξη της χώρας

Από την αρχή αυτής της προσπάθειας έγινε σαφές ότι οι λύσεις στα συσσωρευμένα πολιτικοκοινωνικά προβλήματα του τόπου μας πρέπει αναπόδραστα να ακολουθήσουν δύο κατευθύνσεις: Η μία θα πρέπει να είναι η αντικατάσταση του κοινοβουλευτικού κυβερνητικού συστήματος με προεδρικό, σε συνδυασμό με αυξημένης ισχύος και ουσιαστική νομοθετική εξουσία. Η δεύτερη θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποκέντρωση της εξουσίας, μέχρι τα χέρια του απλού πολίτη και την οποία εξουσία θα ασκεί ο πολίτης, μέσα από διαδικασίες αυτοδιοίκησης και αυτοδιαχείρισης, σε όλα τα επίπεδα. Αυτές οι δύο κατευθύνσεις δεν θα είναι μόνον η λύση στα προβλήματά μας, αλλά και ουσιαστικοί παράγοντες προόδου και πρωτοπορίας της χώρας μας σε θέματα πολιτισμού και ανθρωπισμού.
Το αν οι αλλαγές αυτές θα πραγματοποιηθούν αμέσως ή σταδιακά, είναι θέμα επιλογής. Πάντως, η καλύτερη λύση είναι η σταδιακή, αλλά γοργή μετάβαση στο νέο θεσμικό πλαίσιο, αφού πρώτα πραγματοποιηθεί η απαραίτητη επανάσταση συνείδησης, που θα προετοιμάσει το έδαφος εφαρμογής των νέων θεσμών. Να συνειδητοποιηθεί δηλαδή πως οι Έλληνες από απλοί υπήκοοι θα πρέπει να γίνουν πολίτες-συνεταίροι στη διακυβέρνηση της χώρας και μόνοι υπεύθυνοι για το μέλλον τους. Ήλθε πλέον η ώρα η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας να γίνει πράξη. Το ζητούμενο είναι μια πραγματικά πλουραλιστική κοινωνία, που θα εξασφαλίζει τη συνοχή της και θα αντλεί τη δύναμή της μέσα από τις διαφορές της.
Ειπώθηκε προηγουμένως πως η κεντρική εξουσία, αν μη τι άλλο, είναι και λογικά αδύνατο να μπορεί ανά πάσα στιγμή να ασχολείται με μικροϋποθέσεις σε ολόκληρη την επικράτεια. Ό,τι είναι όμως μικροϋπόθεση για την κεντρική διοίκηση, μπορεί να αποτελεί πρόβλημα ζωτικής σημασίας, το οποίο δεν επιδέχεται αναβολή, για την τοπική κοινωνία. Είναι αδύνατο, για παράδειγμα, η υπερσυγκεντρωτική κεντρική διοίκηση να είναι σε θέση σε κάθε περίπτωση και μάλιστα αμέσως να ασχολείται με την πραγματοποίηση κάποιων αναγκαίων έργων και τη συντήρηση εγκαταστάσεων τοπικής σημασίας ή (από το πρόσφατο παρελθόν) για την αποτελεσματική πυροπροστασία των δασών και την δασοπυρόσβεση. Οι μόνοι αρμόδιοι είναι οι ίδιοι πολίτες, που έχουν ανάγκη τα συγκεκριμένα έργα ή χρησιμοποιούν τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις και τα δάση της περιοχής.
Η δραστηριοποίηση και η ενασχόληση των ίδιων των πολιτών με τα τοπικά θέματα, που τους αφορούν άμεσα, δεν θα έχουν αποτέλεσμα μόνον την πραγμάτωση της ουσίας της δημοκρατίας και την ταχύτατη και αποτελεσματική επίλυση των παρουσιαζόμενων προβλημάτων, αλλά θα κλείσουν τον ολισθηρό δρόμο που οδηγεί τους πολίτες στην απάθεια ακόμη και για θέματα που τους αφορούν άμεσα και στην αντιμετώπιση των έργων και των εγκαταστάσεων της περιοχής τους -τα οποία έχουν γίνει για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου- ως πράγματα που δεν ανήκουν στους ίδιους κι επομένως δεν έχουν καμία σχέση με αυτά.
Οι Έλληνες δημότες-πολίτες θεωρούν τους εαυτούς τους χρήστες των δημοσίων πραγμάτων -ακόμη κι εκείνων που βρίσκονται στην κοινότητά τους ή το δήμο τους- και όχι ιδιοκτήτες. Εδώ εντοπίζεται και το κεντρικό πρόβλημα. Επομένως, η αποκέντρωση πρέπει να κινηθεί προς δύο κατευθύνσεις: Αφ’ ενός στη μεταβίβαση στους ΟΤΑ της κυριότητας όλων των δημοσίων πραγμάτων που βρίσκονται στην περιοχή ευθύνης του κάθε ΟΤΑ, μαζί με τη μεταβίβαση και της διαχείρισης τόσο των ίδιων των πραγμάτων όσο και των υποθέσεων για τις οποίες προορίζονται και αφ’ ετέρου να γίνει εκδημοκρατισμός μέσα στους ίδιους τους ΟΤΑ προς την κατεύθυνση της θεσμοθέτησης της ουσιαστικής παρέμβασης των ίδιων των πολιτών στην πιο πάνω διαχείριση.
Πρέπει ο δημότης-πολίτης να νιώσει το αίσθημα ιδιοκτησίας σε ό,τι αφορά τα δημόσια πράγματα που βρίσκονται στην περιφέρεια του δήμου του και να αναλάβει την ευθύνη για την πορεία των διευρυμένων πλέον τοπικών υποθέσεων.
Για παράδειγμα, θα πρέπει να γίνει η μεταβίβαση των κτημάτων του Δημοσίου, των δασών, των παντός είδους κτιρίων που σήμερα ανήκουν στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ. Επίσης, των κέντρων υγείας, των γυμναστηρίων, των χώρων πρασίνου και αναψυχής, των κρατικών παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών, των ΚΑΠΗ κ.λπ. Θα πρέπει οι δρόμοι και οι κάθε είδους κατασκευές που περνούν από τους ΟΤΑ, να ανήκουν σ’ αυτούς, να κατασκευάζονται και να επισκευάζονται από αυτούς.
Θα πρέπει οι ΟΤΑ να είναι ζωντανοί οργανισμοί ενεργών πολιτών γι’ αυτούς τους ίδιους και για τον τόπο τους και όχι πεδία πολιτικών συγκρούσεων και αναμετρήσεων των κομματικών ηγεσιών. Η κεντρική εξουσία επομένως πρέπει να περιοριστεί μόνο στον κεντρικό σχεδιασμό και την κεντρική πολιτική κατεύθυνση των υπηρεσιών της, για συντονισμό δράσης και ενδεχομένως αλλαγή γενικής πολιτικής.
Η ουσιαστική Τ.Α. είναι αυτή τη στιγμή ο μοναδικός τρόπος απελευθέρωσης της λαϊκής πρωτοβουλίας και ταυτόχρονα αποσυμφόρησης των υπερσυγκεντρωμένων διοικητικών υπηρεσιών. Η μεταβίβαση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων στον πρώτο βαθμό Τ.Α. αλλά και στο δεύτερο και αργότερα στον τρίτο βαθμό, θα είναι ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση της άμεσης δημοκρατίας. Πέρα όμως και από αυτό, η μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων προς την κοινωνική βάση θα είχε αποτέλεσμα την πρακτική καταπολέμηση του ρουσφετιού, τουλάχιστον σε επίπεδο βουλευτών, για θέματα που αφορούν τοπικά προβλήματα. Επιπλέον, θα απάλλασσε τους βουλευτές από την ενασχόληση τους με τοπικά μικροπροβλήματα, με αποτέλεσμα να τους δίνεται μεγαλύτερη ευχέρεια για απερίσπαστη ενασχόληση με το νομοθετικό έργο τους και με τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας.
Οι δήμοι και οι κοινότητες ως πρώτος βαθμός Τ.Α., αλλά και ο δεύτερος και αργότερα και ο τρίτος βαθμός, δεν πρέπει να αντλούν τις εξουσίες τους από την κεντρική διοίκηση, αλλά, αντιθέτως, να μεταβιβάζουν ένα μέρος των εξουσιών τους σ’ αυτήν, όσο χρειάζεται για την εύρυθμη λειτουργία τους. Θα πρέπει να ισχύσει τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ της Τ.Α. Δηλαδή, όποια εξουσία δεν ορίζεται ρητά ότι περιέρχεται στην κεντρική εξουσία, θα θεωρείται κατά τεκμήριο ότι ανήκει στην Τ.Α. Επιπλέον, η Τ.Α. θα μπορεί να παίρνει ουσιαστικές αποφάσεις για τα ζητήματα που την αφορούν άμεσα, ενώ η κεντρική εξουσία δεν θα μπορεί να ασκεί βέτο ή να τις εκμηδενίζει.
Θα πρέπει να υπάρξει εκλεγμένος πολιτικός προϊστάμενος της αστυνομίας σε κάθε νομό, όπως και εκλεγμένος πολιτικός προϊστάμενος της εισαγγελίας σε κάθε νομό και όχι αυτές οι υπηρεσίες να υπάγονται στο απρόσωπο Κέντρο.
Αυτή η συμμετοχή του πολίτη δεν θα ικανοποιήσει μόνον τυπικά την ιδέα της δημοκρατίας, αλλά επιπλέον ουσιαστικά θα κάνει τον Έλληνα πολίτη να αισθανθεί ότι, όχι μόνο έχει την εξουσία στα χέρια του και τη δύναμη να εκλέγει και να ελέγχει π.χ. την ηγεσία της τοπικής Αστυνομίας, αλλά τόσο ο ίδιος όσο και οι άνθρωποι της Αστυνομίας θα αισθανθούν πως η αστυνομία δεν είναι εχθρικό προς τον πολίτη και ξένο προς την κοινωνία σώμα, αλλά είναι ένα κοινωνικό όργανο που φροντίζει για την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης και της κοινωνικής υγείας.
Αν θέλουμε να ελαχιστοποιήσουμε από τη μια τη φοροδιαφυγή και από την άλλη να εξασφαλίσουμε ότι οι εισπραττόμενοι φόροι θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και με αποδοτικότητα υπέρ του κοινωνικού συνόλου, τότε θα πρέπει η σχέση πολίτη – φόρων να αλλάξει ριζικά.
Οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν εδώ θα κινούνται προς τρεις κατευθύνσεις.
ΠΡΩΤΟΝ: Οι εφορίες, τόσο ως κτιριακά συγκροτήματα όσο και ως υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού, θα πρέπει να περάσουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των ΟΤΑ, εκεί δηλαδή που ο ίδιος πολίτης θα έχει τον άμεσο έλεγχό τους. Αυτό, εκτός των άλλων πλεονεκτημάτων, θα συμβάλει τα μέγιστα στην πάταξη της φοροδιαφυγής.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Οι ΟΤΑ θα συντάσσουν προϋπολογισμό και απολογισμό, οι οποίοι θα κατατίθενται στην κεντρική διοίκηση, για καλύτερο εθνικό συντονισμό και έλεγχο τυχόν παρεκκλίσεων. Οι ίδιοι οι ΟΤΑ θα έχουν φυσικά το δικαίωμα να εισπράττουν όλους τους φόρους και όχι μόνον. Οι ΟΤΑ θα πρέπει να έχουν τη συνταγματική εξουσιοδότηση να επιβάλλουν σε ορισμένες περιπτώσεις οι ίδιοι κάποιους φόρους.
Ο αναπόφευκτος αυτοέλεγχος του κοινωνικού σώματος κάθε ΟΤΑ που, όπως είναι αυτονόητο, γνωρίζει καλύτερα τα μέλη του και τις οικονομικές δυνατότητές τους, θα ελαχιστοποιήσει τόσο τη φοροδιαφυγή, αφού ο συγκεκριμένος υποψήφιος φοροφυγάς δεν θα μπορεί πλέον να κρύβεται στην ανωνυμία και να μη δίνει λόγο των πράξεών του στο τοπικό κοινωνικό σύνολο, όσο και την ενδεχόμενη συναλλαγή, που οδηγεί στην απώλεια μεγάλου μέρους φόρων.
ΤΡΙΤΟΝ: Θα πρέπει να εξαλειφθεί το σύνδρομο του επαίτη για την Τ.Α. Γι’ αυτό, το προϊόν του φόρου που θα εισπράττουν οι ΟΤΑ, δεν θα πρέπει να αποδίδεται ολόκληρο στο κράτος, αλλά θα πρέπει να παρακρατείται από τον αντίστοιχο ΟΤΑ το ποσοστό που θα προβλέπεται και το υπόλοιπο θα αποδίδεται στο Δημόσιο. Έτσι, δεν θα «ζητιανεύουν» κάθε φορά οι ΟΤΑ από την κυβέρνηση να τους χρηματοδοτήσει, αφού θα παρακρατούν πρώτοι αυτοί το ποσόν που τους αντιστοιχεί και θα αποδίδουν το υπόλοιπο. Με τον τρόπο αυτό αφ’ ενός θα επιτευχθεί ακόμη μεγαλύτερη πάταξη της φοροδιαφυγής, αφού οι ΟΤΑ θα προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την είσπραξη των νόμιμων φόρων, που θα σημάνει γι’ αυτούς κατ’ αναλογία μεγαλύτερο ποσοστό επί των εισπραττόμενων φόρων, και αφ’ ετέρου θα εμπεδωθεί στους πολίτες η νοοτροπία καταβολής των φόρων, αφού θα βλέπουν ότι τα χρήματά τους, τη διάθεση των οποίων οι ίδιοι θα ελέγχουν, θα χρησιμοποιούνται αποδοτικά για το κοινωνικό συμφέρον.
Στην αρμοδιότητα των ΟΤΑ, εκτός των άλλων, θα πρέπει να περιέλθουν και τα δικαστήρια, τόσο όσον αφορά τις κτιριακές εγκαταστάσεις όσο και ό,τι αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση των διοικητικών δικαστικών υπαλλήλων.
Πέρα όμως από αυτό, θα πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε την περίπτωση της εκλογής σε επίπεδο νομού από τον ίδιο το λαό πολιτικού προϊσταμένου της Εισαγγελίας του αντίστοιχου νομού. Ο εισαγγελικός λειτουργός θα πρέπει να πάψει να είναι εκπρόσωπος της αφηρημένης έννοιας του κράτους, δηλαδή στην ουσία εκπρόσωπος της κυβέρνησης, περιφερόμενος με μεταθέσεις ανά την χώρα, και να γίνει ουσιαστικά εκπρόσωπος της αντίστοιχης κοινωνίας της οποίας είναι γνώστης των προβλημάτων της.

Στο απώτερο μέλλον ίσως να μπορούν οι πολίτες των ΟΤΑ να εκλέγουν και το δικαστή τους. Μέχρι τότε, όμως, τουλάχιστον η ηγεσία της Δικαιοσύνης θα πρέπει να πάψει να διορίζεται από την εκάστοτε κομματική ολιγαρχία, αλλά, όπως ήδη αναφέρθηκε, θα πρέπει να προέρχεται από το φυσικό της χώρο.
Η εκλογή του νομάρχη στο δεύτερο βαθμό Τ.Α. ορθώς γίνεται από ολόκληρο το λαό του αντίστοιχου νομού, με άμεση και μυστική ψηφοφορία, χωρίς παρένθετα πρόσωπα, που θα αλλοίωναν τη λαϊκή βούληση και θα έβαζαν τις βάσεις για παιχνίδια συναλλαγών σε βάρος του λαού. Ταυτόχρονα όμως για την εκλογή τόσο των δημοτικών όσο και των νομαρχιακών συμβούλων πρέπει να ισχύσει απλή αναλογική, ώστε να πάψει να «υποκλέπτεται» η ψήφος των πολιτών και να υπάρχει ισχυρός έλεγχος σε ενδεχόμενες αυθαιρεσίες και καταχρήσεις της τοπικής αρχής.
Πέρα από αυτό, είναι απαραίτητο να μεταβιβαστούν στο νομάρχη ουσιαστικές αρμοδιότητες και όχι να διαμορφώνεται το πλαίσιο των νομαρχιακών προγραμμάτων ανάπτυξης από τον περιφερειάρχη, τη στιγμή μάλιστα που ο περιφερειάρχης δεν είναι ακόμα εκλεγμένος από το λαό, αλλά διορισμένος από την άρχουσα κομματική ολιγαρχία.
Από όσα αναφέρθηκαν γίνεται φανερό πως η ουσιαστική αποκέντρωση δεν είναι, όπως επισημάνθηκε, μια απλή γραφειοκρατική και χωροταξική αποκέντρωση των δημόσιων υπηρεσιών, όπως το κατεστημένο θέλει να μας κάνει να πιστέψουμε. Ουσιαστική αποκέντρωση υπάρχει μόνον όταν αποσπώνται εξουσίες από την πολιτική ολιγαρχία, προς όφελος του ίδιου του πολίτη, δηλαδή μόνον όταν ο πολίτης κρατά στα χέρια του διαρκώς ένα κομμάτι της εξουσίας που αυτονόητα του ανήκει, ως ανθρώπινης υπόστασης και ως μέλους ενός κοινωνικού συνόλου. Όταν ο πολίτης γνωρίζει πως η συμμετοχή του σε μια τοπική συνέλευση, που θα παίρνει ουσιαστικές και δεσμευτικές αποφάσεις για τον ίδιο και τα παιδιά του, δεν θα είναι απλώς μια κοινωνική εκδήλωση, αλλά θα είναι πράξη ευθύνης, τότε θα «ξυπνήσει» από το λήθαργο της βολικής κομματικοποίησης του, προς όφελος της ενεργού πολιτικοποίησής του.
Η νέα αυτή κατάσταση θα ενεργήσει ως πολλαπλασιαστής των δυνατοτήτων των Ελλήνων πολιτών, τόσο για εύρεση νέων σημείων ισορροπίας και αποτελεσματικής συνεργασίας, όσο και για αύξηση του κοινωνικού αποτελέσματος. Όταν ο Έλληνας πολίτης αισθανθεί ότι είναι ο συμβαλλόμενος σε μια κοινωνική σύμβαση, τότε και οι έννομες συνέπειες αυτής της σύμβασης θα είναι πλήρως και συνειδητά αποδεκτές από τον ίδιο. Μόνον έτσι μπορεί να καταπολεμηθεί η πρόθεση «παρά» (παραοικονομία, παραπαιδεία, παραπληροφόρηση, παρακράτος κ.λπ.), που δημιουργεί κοινωνική ασθένεια εγκλωβίζοντας τη χώρα στην υπανάπτυξη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Κ. Καστοριάδη «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα», (1986), εκδ. Ύψιλον/ βιβλία, σελ. 52.


«… οι κάτοχοι της εξουσίας μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, ενώ οι εξουσιαζόμενοι μπορούν να θέλουν ό,τι κάνουν». ΚΟΥΡΤ ΛΕΝΚ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ:  ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ
Ένας συνδικαλισμός ενάντια στο συμφέρον του εργαζόμενου, αλλά και το κοινωνικό συμφέρον

Το κεφάλαιο αυτό θα ασχοληθεί σε γενικές γραμμές με τα προβλήματα του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος. Δεν θα περάσει σε συγκεκριμένες υποδείξεις και προτάσεις. Μια γενική όμως θεώρηση θα ήταν πειρασμός να μη γίνει.
Όταν διαλυθεί η κατεστημένη πολιτική ολιγαρχία, όταν πάψει η υπερσυγκέντρωση της κομματικής εξουσίας, τότε και ο συνδικαλισμός θα μείνει ακηδεμόνευτος. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τις παρεμβάσεις της οποιασδήποτε κομματικής βάσης. Αυτές θα καταστούν ασθενικές και χωρίς ιδιαίτερη ουσία όταν λείψουν οι παρεμβάσεις από πάνω. Με τον τρόπο αυτό και χωρίς καμία απολύτως άλλη ενέργεια, το συνδικαλιστικό κίνημα θα απελευθερωθεί και στο εξής τη συνδικαλιστική δράση θα την καθορίζει το συμφέρον της ενδιαφερόμενης κοινωνικής ομάδας, αλλά και το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον. Οι αποφάσεις επομένως των συνδικαλιστικών οργανώσεων θα λαμβάνονται αποκλειστικά με γνώμονα αυτά τα συμφέροντα. Τα δε πρόσωπα που θα αναδεικνύονται σε ηγετικές συνδικαλιστικές φυσιογνωμίες, θα είναι γνήσιοι και άξιοι εκπρόσωποι της ομάδας τους, σε αντίθεση με τους εγκάθετους τοποτηρητές των συμφερόντων των εκάστοτε κομματικών ηγεσιών και του περιβάλλοντός τους.
Από τη στιγμή που η οποιαδήποτε συνδικαλιστική οργάνωση αποκτήσει υγιή συγκρότηση, τότε και τα μέλη της δεν θα είναι πλέον αδύναμα και μεμονωμένα άτομα, μικρο-εξαρτήματα μιας διαιρεμένης και κηδεμονευόμενης μάζας, αλλά θα αποτελούν μια οργανωμένη δύναμη, που οι πράξεις της θα προκαλούν σεισμό και τα λόγια της θα είναι πειστικά. Θα είναι μια νησίδα ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού μέσα σε έναν συνεχώς αυξανόμενο ισοπεδωτισμό. Μια δύναμη που θα αισθάνεται ότι συμμετέχει και συγκαθορίζει τις κοινωνικές εξελίξεις και τις κοινωνικές ισορροπίες παράγοντας πολιτική.
Αυτή ακριβώς τη δύναμη φοβάται το ελληνικό κομματικό κατεστημένο. Εάν τα πρόσωπα που ηγούνται των συνδικαλιστικών ομάδων, και τα οποία εμπιστεύονται οι εργαζόμενοι και ακολουθούν, δεν ήταν ελεγχόμενα από την πολιτική ολιγαρχία, οι ομάδες αυτές θα ήταν λόγχες στα πλευρά του κατεστημένου. Θα ήταν δυνάμεις που θα εμπόδιζαν τη δημιουργία κατεστημένων δομών ενάντια στα λαϊκά συμφέροντα. Αντιθέτως, σήμερα το συνδικαλιστικό κίνημα είναι τόσο καθοδηγούμενο ώστε χρησιμοποιείται από το πολιτικό στοιχείο και ως μέσο εκτόνωσης κοινωνικών εντάσεων. Μη θεωρηθεί, βεβαίως, εσφαλμένα, πως επειδή η ηγεσία μιας συνδικαλιστικής ομάδας πρόσκειται σε κόμμα αντιπολιτευόμενο, αυτό διαφυλάσσει ή και προάγει το συμφέρον της ομάδας. Απλώς οι προσδοκίες, οι ελπίδες και οι αγώνες της ομάδας, εκτός του ότι οι τελευταίοι κατευθύνονται από πάνω και έξω από την ομάδα, χρησιμεύουν από την αντίστοιχη κομματική ελίτ ως μοχλός εξυπηρέτησης των δικών της συμφερόντων.
Στην υπανάπτυκτη χώρα μας το συνδικαλιστικό κίνημα δεν είναι αυτόνομο, αλλά ετεροπροσδιοριζόμενο. Το πολιτικό κατεστημένο διαβρώνει το συνδικαλιστικό κίνημα από μέσα. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί τόσο τους ίδιους τους ανθρώπους του όσο και τον πελατειακό κάθετο τρόπο οργάνωσής του. Το παλαιοκομματικό κατεστημένο, ιδιαίτερα στις πόλεις, δημιουργεί τα εκτεταμένα δίκτυα πατρωνείας και εκλογικής πελατείας, τα οποία έχει ανάγκη, μέσα από το συνδικαλισμό.
Είναι γνωστό πως μία ολιγομελής ομάδα (όπως η πολιτική ελίτ), που επιδιώκει να επιβληθεί και να εξουσιάσει ένα μεγάλο πλήθος ατόμων ή και ομάδων, έχει να διαλέξει μεταξύ δύο μεθόδων: της βίας ή της διαίρεσης ή ακόμη και συνδυασμό αυτών. Για το συνδικαλιστικό μας κίνημα ακολουθείται από την πολιτική ολιγαρχία η δεύτερη ως επί το πλείστον λύση της διαίρεσης. Σε πολλές περιπτώσεις, φυσικά, δεν λείπουν και τα ΜΑΤ. Το συνδικαλιστικό μας κίνημα διατηρείται διχασμένο και διαιρεμένο και κατ’ αυτόν τον τρόπο εύκολα ελεγχόμενο και καθοδηγούμενο. Με λίγα λόγια, οι εργαζόμενοι και οι διάφοροι επαγγελματίες είναι αιχμάλωτοι ενός συστήματος που δεν μπορούν να πολεμήσουν, αφού είναι ήδη οι ίδιοι διαβρωμένοι από μέσα. Αντιθέτως, ένα ελεύθερο και ακηδεμόνευτο συνδικαλιστικό κίνημα, που θα είχε αυτόνομη παρουσία, θα περιόριζε κατ’ επέκταση την, αυτονομία του πολιτικού στοιχείου, αν δεν την εξαφάνιζε παντελώς, και θα το ανάγκαζε να προσδεθεί και να παρακολουθεί τις ανακατατάξεις του κοινωνικού ιστού.
Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει, μην τρέφουμε αυταπάτες, όσο εξακολουθεί να υπάρχει στη χώρα μας το κοινοβουλευτικό καθεστώς. Σε μια χώρα που, λόγω της δυσκολίας εμφάνισης κοινωνικής δυναμικής, αντί το εξουσιαστικό σύστημα να είναι δημοκρατικό και να διευκολύνει την ανεξαρτησία της κοινωνίας από το κράτος και την πολιτική ηγεσία, εξασφαλίζει την αυτονομία του πολιτικού στοιχείου.
Όταν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, αντί να είναι γόνιμες κοινωνικές ομάδες, έχουν, όπως είδαμε, τεχνηέντως μεταβληθεί σε μάζες, τότε είναι εκτεθειμένες σε παντός είδους προπαγάνδες και γίνονται εύκολη λεία των τελευταίων, οι οποίες εξυπηρετούν τελικώς συμφέροντα ξένα προς τα γνήσια συμφέροντα των συνδικαλιστικών οργανώσεων, κυρίως των εργαζομένων. Η έντεχνη εστίαση, από μέρους των καθοδηγούμενων συνδικαλιστικών ηγεσιών, της συνδικαλιστικής δράσης πάνω μόνο στην καθαρά οικονομίστικη βολική άποψη, ρίχνει τον αγωνιστικό παλμό και εκθέτει τη συνδικαλιστική ομάδα στα μάτια της ευρύτερης κοινωνίας. Για παράδειγμα, μια απεργία των λειτουργών εκπαίδευσης για κάποιο επιπλέον ποσό και μάλιστα ο χρόνος που επιλέγεται να γίνει (συνήθως σε εξεταστική περίοδο), εκθέτει τη συνδικαλιστική ομάδα στα μάτια του λαού κι έτσι γίνεται εύκολη λεία για την κυβέρνηση. Εκείνοι όμως που υποκινούν τις απεργιακές κινητοποιήσεις, σε άλλα αποσκοπούν και αυτά τα άλλα εξυπηρετούν συμφέροντα, ξένα με τα συμφέροντα και το κύρος της συγκεκριμένης συνδικαλιστικής ομάδας που μάχεται.
Αν οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ήταν αυτόνομες, θα είχαν σαφώς και άλλους στόχους, τελείως διαφορετικούς και σημαντικότερους. Για παράδειγμα, μια όχι κατευθυνόμενη απεργία, που θα ξεκινούσε αυτόνομα από τα σπλάχνα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των λειτουργών μέσης εκπαίδευσης, για ειλικρινή αναβάθμιση της παιδείας και όχι απλώς για αύξηση των αποδοχών των καθηγητών, θα εξανάγκαζε την κυβέρνηση να ακολουθήσει τις υποδείξεις της συνδικαλιστικής οργάνωσης. Τα ίδια ακριβώς μπορούν να ειπωθούν και για άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως είναι, π.χ., οι δικηγορικοί σύλλογοι. Μια αποχή των δικηγόρων όχι κατευθυνόμενη, που εξευτελίζει τον κλάδο, αλλά για ειλικρινή αναβάθμιση του χώρου της Δικαιοσύνης ή για την αντίθεση σε ένα νομοσχέδιο που πλήττει τα λαϊκά συμφέροντα και γενικά η πρωτοπορία των συνδικαλιστικών οργανώσεων των δικηγόρων στην προάσπιση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αλλά και γενικότερα στην προάσπιση των κοινωνικών συμφερόντων απέναντι στην εκτελεστική εξουσία, θα οδηγούσε σε αναβάθμιση του κύρους και του ρόλου των δικηγόρων, ενώ παράλληλα θα μείωνε την αυτονομία του πολιτικού στοιχείου απέναντι στην κοινωνία. Όμως κάτι τέτοιο δεν θα γίνει ποτέ, όσο υπάρχει αυτό το σύστημα που τοποθετεί επικεφαλής των συνδικαλιστικών οργανώσεων των δικηγόρων εντολοδόχους της πολιτικής ολιγαρχίας.
Η κοινωνία μας, έτσι όπως βαδίζουμε, δεν θα ανακόψει τη φθίνουσα πορεία της αν δεν περάσει ένα αναπόφευκτο στάδιο από διαδοχικά «σοκ». Μετά το πρωτόγνωρο για τους εφησυχασμένους πολίτες σόκ του χρηματιστηρίου, με πρώτο πολιτικό θύμα του το ΠΑΣΟΚ, έρχεται το σόκ της υπέρμετρης εξάρτησης των πολιτών από τον τραπεζικό δανεισμό που οδηγεί ήδη πολλούς σε αδιέξοδα με απρόβλεπτες συνέπειες. Για πρώτη φορά στην ιστορία του ο έλληνας πολίτης είναι ο ίδιος (και όχι η αφηρημένη έννοια της Χώρας) εξαρτημένος από οικονομικό δανεισμό με έντονο το άγχος εξασφάλισης της εργασίας. Παραλίγο και για μερικές χιλιάδες ψήφους να υπήρχε εδώ δεύτερο πολιτικό θύμα η Νέα Δημοκρατία, αλλά πέτυχε μία πύρρεια νίκη, ίσως γιατί αυτή τη φορά δεν της χρεώθηκε πλήρως το πρόβλημα αυτό. Για πρώτη φορά ελέγχεται η πιστοληπτική του ικανότητα του έλληνα πολίτη και οι οικονομικές του συναλλαγές με παραβίαση των προσωπικών του δεδομένων. Για πρώτη φορά ο εργαζόμενος δουλεύει αντί για οκτάωρο δωδεκάωρο με τις ίδιες απολαβές και δεν τολμάει να μιλήσει μην τυχόν απολυθεί. Το άτομο αισθάνεται πολύ καταπιεσμένο αλλά και φοβισμένο μην τυχόν και διαταραχθεί κάτι στο πολιτικό status και βρεθεί προ οικονομικών εκπλήξεων. Συνδικαλιστικές δυνάμεις να τον προστατέψουν δεν υπάρχουν. Έτσι όπως έχουν τα πράγματα, από τη μία ευνοείται το πολιτικό κατεστημένο γιατί μπορεί ακόμα να φοβίζει για αυτοδυναμίες και να μένει αυτόνομο, από την άλλη όμως υπάρχει ένας πιεσμένος οικονομικά και εργασιακά πολίτης και κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί σε μία, έστω και περιορισμένης έκτασης διεθνή οικονομική κρίση.

Πριν φθάσουμε σε τέτοιες καταστάσεις, θα πρέπει επιτέλους, ο Έλληνας πολίτης, ο Έλληνας εργαζόμενος, να αντιληφθεί ποια είναι τα προσωπικά και ποια τα κοινωνικά συμφέροντά του, να κάνει σαφή διαχωρισμό μεταξύ τους, να αποβάλει τη δουλοπρέπεια, τη φοβία του και την αναζήτηση πλάγιων δρόμων, να ανυψωθεί ως άνθρωπος και να ζητήσει αποφασιστικά ουσιαστική συμμετοχή στην κοινωνική ανέλιξη. Πριν όμως φτάσουμε σ’ αυτή την κατάσταση, πρέπει να αποβάλουμε οποιοδήποτε συνειδησιακό κατάλοιπο του παρελθόντος, για να μπορέσουμε έτσι να δούμε την πραγματικότητα κάτω από άλλη οπτική γωνία.
Το συνδικαλιστικό μας κίνημα πρέπει να προστατεύει φυσικά τα οικονομικά συμφέροντα του εργαζόμενου, αλλά, πάνω απ’ όλα, πρέπει να προσπαθεί να δημιουργεί τις κατάλληλες εκείνες συνθήκες και διαδικασίες που θα καλλιεργούν και θα εξασφαλίζουν την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία του εργαζόμενου έναντι της ετερονομίας που αναπόφευκτα προκαλεί η συμμετοχή του στην παραγωγική διαδικασία. Η συμμετοχή αυτή τον αλλοτριώνει και έχει συνέπεια την ομοιομορφοποίησή του, τη μετατροπή δηλαδή του ατόμου σε ασήμαντο και εύκολα αντικαταστάσιμο εξάρτημα της παραγωγικής διαδικασίας και κατ’ επέκταση της όλης κοινωνικής διαδικασίας.
Αντί όλων αυτών, το πλήρως πατροναρισμένο συνδικαλιστικό μας κίνημα είναι «ταγμένο» και διαιρεμένο, τα δε μέρη αυτού χρησιμεύουν αφ’ ενός για την αλληλοεξουδετέρωσή τους και κατ’ επέκταση την εξουδετέρωση αυτού του επικίνδυνου για την πολιτική ελίτ κοινωνικού όπλου και αφ’ ετέρου χρησιμεύουν ως μέσα πάλης μεταξύ των διαφόρων φατριών της πολιτικής ολιγαρχίας.
Ο εργαζόμενος μέσα από τη συνδικαλιστική του οργάνωση, την οποία θεωρεί δυναμική προέκταση της ύπαρξής του στο κοινωνικό γίγνεσθαι, θέλει κι επιδιώκει, όχι μόνο την καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής του και των συνθηκών της εργασίας του, αλλά και την κοινωνική ολοκλήρωσή του. Ο συνδικαλισμός λοιπόν θα πρέπει να είναι φορέας των επιδιώξεων αυτών του εργαζομένου και όχι υποχείριο όργανο στα χέρια συμφερόντων αντίθετων με τα συμφέροντα, τις επιθυμίες και τα οράματα των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Σε αντίθετη περίπτωση, η συνδικαλιστική δράση ενεργεί ενάντια στον ίδιο τον εργαζόμενο, ενάντια στην αντίστοιχη κοινωνική ομάδα στην οποία αυτός ανήκει, αλλά και την κοινωνία γενικότερα.
Ο εργαζόμενος στη σημερινή υπερκαταναλωτική κοινωνία δεν αισθάνεται ότι αναγνωρίζεται κοινωνικά από την εργασία του. Ως εκ τούτου, δεν αισθάνεται ούτε ολοκλήρωση ούτε προσωπική ικανοποίηση. Κατανοεί και ο ίδιος πως το κοινωνικό γόητρο είναι συνάρτηση της καταναλωτικής δυνατότητας. Ζει δηλαδή σε ένα περιβάλλον ετερονομίας, που τον αλλοτριώνει ακόμη πιο πολύ. Είναι ενταγμένος σε μια κοινωνία η οποία, μη έχουσα άλλες αξίες να σεβαστεί, θεοποιεί το χρήμα, ανεξάρτητα από αυτό προέρχεται, εκτιμά την αξία του καθενός ανάλογα με την υλική δυνατότητα που έχει κατά τη συμμετοχή του στην καταναλωτική διαδικασία και όχι ανάλογα με άλλες αξίες του.
Όπως είναι επόμενο, όλα αυτά παρασύρουν τον εργαζόμενο και τον καθιστούν εύκολα καθοδηγήσιμο σε αγώνες που αρχίζουν και τελειώνουν μόνο για μερικά ΕΥΡΩ ακόμη. Αφού πρώτα κάποιοι έχουν φροντίσει να στενέψουν πιεστικά τα υλικά όρια της ζωής του, στη συνέχεια τον παροτρύνουν να διοχετεύσει όλη την αγωνιστική διάθεσή του για μικροποσά, τα οποία έπρεπε ήδη να του είχαν δοθεί κι έτσι τον κρατούν αιχμάλωτο σε μια εύκολα κατευθυνόμενη δράση, η οποία εξυπηρετεί φυσικά άλλους στόχους.
Αντί το συνδικαλιστικό κίνημα να είναι παράγοντας σταθεροποίησης κι επέκτασης της δημοκρατίας, αντιθέτως, μαζί με το συνεταιριστικό κίνημα στη χώρα μας εξυπηρετούν το συγκεντρωτισμό και φυσικά αυτός ο συγκεντρωτισμός με τη σειρά του εξυπηρετεί τέλεια το πολιτικό κατεστημένο.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό πως η δυνατότητα παρέμβασης του πολιτικού στοιχείου στο συνδικαλισμό και η καθοδήγηση του, δεν προέρχεται από κάποιες υπερφυσικές δυνατότητες του πολιτικού κατεστημένου στον τόπο μας. Το πολιτικό στοιχείο βρήκε πρόσφορο έδαφος και άλωσε, για να μην πούμε ότι δεν άφησε καθόλου να ανθήσει, το συνδικαλιστικό κίνημα. Το έδαφος αυτό το δημιούργησε και το δημιουργεί ο τρόπος εξέλιξης της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας στην Ελλάδα. Όπως ήταν φυσικό, οι πολιτικοί μας περπάτησαν και περπατούν πάνω στο συνδικαλιστικό μας κίνημα από τα μονοπάτια της πελατειακής νοοτροπίας που οι ίδιοι χάραξαν πάνω του.
Η μη συμμετοχή των εργαζόμενων πολιτών, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, στη λήψη των αποφάσεων, για ζητήματα τουλάχιστον που τους αφορούν άμεσα, δεν αναπληρώνεται στη χώρα μας από αυτόνομες συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες θα ήταν ικανές να αμφισβητήσουν ή και να εξουδετερώσουν τις αντιλαϊκές ενέργειες του πολιτικού στοιχείου.
Οι καθοδηγούμενοι μεμονωμένοι συνδικαλιστικοί αγώνες και μάλιστα με τους στόχους που επιδιώκουν να ικανοποιήσουν, εκτός του ότι εκθέτουν την αγωνιζόμενη συνδικαλιστική ομάδα στα μάτια του υπόλοιπου κοινωνικού σώματος, επιπλέον δεν είναι ικανοί να δημιουργήσουν στους εργαζόμενους μια μόνιμη αίσθηση αξίας και δύναμης. Αυτή η απουσία αίσθησης της ευθύνης και της προσωπικής αξίας και ταυτόχρονα συνειδητοποίησης της ατομικής αδυναμίας είναι τα κεντρικά προβλήματα της κοινωνίας μας γενικότερα.
Ο επαγγελματίας συνδικαλιστής στον τόπο μας, σήμερα, για να διατηρήσει τη θέση του, που σημαίνει γι’ αυτόν κύρος, κάποια εξουσία, ατομικές διευκολύνσεις, αλλά και προοπτική ανόδου, θα πρέπει να έχει την υποστήριξη της ηγετικής φατρίας κάποιου κόμματος. Φυσικά, είναι αυτονόητο ότι έτσι γίνεται υποχείριο της τελευταίας και πειθήνιο εκτελεστικό όργανό της. Ιδιαίτερα τα παραδείγματα πολλών ηγετών συνδικαλιστικών ομάδων που ανήλθαν στα κομματικά κλιμάκια, στην πολιτική, ακόμη και σε κρατικές θέσεις, επηρεάζουν ψυχολογικά και καθιστούν βέβαιη την πρόσδεση της συνδικαλιστικής ηγεσίας στο άρμα κάποιας κομματικής ηγεσίας, με αντίστοιχη «προδοσία» της συνδικαλιστικής οργάνωσης, του συνδικαλιστικού κινήματος, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, η οποία επιμένει, μάταια φυσικά, να θεωρεί το συνδικαλισμό μέσο ελέγχου της αυθαιρεσίας της πολιτικής ηγεσίας του τόπου.
Η συμπεριφορά των συνδικαλιστικών ομάδων, των μόνων ομάδων πλέον που είναι ικανές να προστατέψουν την κοινωνία από το κράτος, με τη σειρά της συμβάλλει στη διαμόρφωση ανάλογης πολιτικής κουλτούρας και για το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα. Μιας πολιτικής κουλτούρας συγκεντρωτικής εξουσίας, υποτέλειας και δουλοπρέπειας. Αν δεν υπάρξουν ανακατατάξεις και κυρίως γενικότερες θεσμικές αλλαγές, δεν μπορούμε να περιμένουμε από τα άτομα να αλλάξουν την πολιτική κουλτούρα τους.
Έτσι κι αλλιώς, η δουλειά ήταν για τον άνθρωπο η μεγαλύτερη πράξη αυτοπειθαρχίας.1 Ήταν και είναι μια πράξη αυτοπεριορισμού της ελευθερίας του. Αυτό γίνεται εντονότερο στην εξαρτημένη εργασία. Η όποια επομένως προσπάθεια πρέπει να κατατείνει προς την αποφυγή της αλλοτρίωσης του ατόμου, την οποία δημιουργεί κυρίως η εξαρτημένη εργασία. Σήμερα, η εργασία, στις περισσότερες περιπτώσεις, αντιμετωπίζεται ως αναγκαίο κακό, προκειμένου μέσω αυτής να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα μέσα βιοπορισμού. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί, όπως είπαμε, το κέντρο βάρους στην κοινωνία μας σήμερα (που έχει μετατραπεί σχεδόν ολοκληρωτικά σε κοινωνία κατανάλωσης) έχει μετατεθεί προς την κατανάλωση μέσω του δανεισμού και όχι προς την παραγωγή. Επόμενο λοιπόν είναι η ατομική ολοκλήρωση να αναζητείται μέσα από την καταναλωτική επίδειξη και όχι από την παραγωγική επίδειξη. Από την άλλη, ο βομβαρδισμός των ατόμων με εμπορική προπαγάνδα (διαφήμιση) αυξάνει συνεχώς τις καταναλωτικές ανάγκες και οδηγεί το άτομο στο άγχος της εξεύρεσης ακόμη περισσότερων οικονομικών μέσων, προκειμένου να καλύψει όσο το δυνατόν περισσότερες ανάγκες.2
Όμως, πέρα από οποιαδήποτε αξίωση για περισσότερα οικονομικά μέσα, το άτομο αισθάνεται την πίεση των ενστίκτων του για διάκριση και αναγνώριση στον ίδιο το χώρο της δουλειάς του. Δεν αντέχει να αισθάνεται ότι αποτελεί απλώς ένα γρανάζι μιας παραγωγικής μηχανής, το οποίο αντικαθίσταται εύκολα, χωρίς να έχει προσωπική οντότητα. Εφόσον ο μόνος κρίκος που συνδέει πλέον το άτομο με την εξαρτημένη κατά βάση εργασία του είναι μόνον ο μισθός του, το άτομο υποφέρει εσωτερικά. Δεν μπορεί να βρει ολοκλήρωση στη δουλειά του. Οι θεωρίες για την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου του εργαζομένου ή για ανθρώπινες σχέσεις μέσα στη δουλειά του, δεν λύνουν το πρόβλημά του, που είναι η αίσθηση της αλλοτρίωσης του, του ξεπουλήματός του σαν ένα τυχαίο εμπόρευμα.3
Σε μια οικονομία ελεύθερης αγοράς αναπτύσσεται πάντα αναπόφευκτα, παρά τις όποιες νεότερες θεωρήσεις, μια αντίθεση μεταξύ της εξαρτημένης εργασίας και του κεφαλαίου, τόσο σε ό,τι αφορά τη διανομή του κοινωνικού εισοδήματος όσο και σε ό,τι αφορά την εκτίμηση της συνεισφοράς της κάθε πλευράς στην παραγωγική διαδικασία.4 Η συνδικαλιστική δράση θα πρέπει να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Η «επαιτεία», έστω και εκβιαστικά, μερικών ΕΥΡΩ παραπάνω δεν προσφέρει πολλά στο πρόβλημα της διανομής του κοινωνικού εισοδήματος και της εκτίμησης της συνεισφοράς εργασίας, στην παραγωγική διαδικασία και κατ’ επέκταση στην εκτίμηση της προσωπικότητας του εργαζομένου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. αναλυτικότερα Β. Φίλια «Όψεις της διατήρησης και της μεταβολής του κοινωνικού συστήματος», (1979), εκδ. Νέα Σύνορα, τ. Β’.
2. Επί των θεμάτων αυτών γενικότερα βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ.11 επ. και 45-46.
3. Γενικότερα βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 22 επ.
4. Σχετική αναφορά βλ. Β. Φίλια, όπ. αν., σελ. 22.


«Τίποτε δεν οδηγεί καλύτερα σε μεγάλες επιτεύξεις, όσο η τέχνη
του να ζεις ελεύθερος».ΑΛΕΞΙΣ ΝΤΕ ΤΟΚΒΙΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ: ΝΕΟΛΑΙΑ-ΠΑΙΔΕΙΑ

Μια νεολαία με αδιέξοδα, μια παιδεία υποβαθμισμένη, χωρίς στόχους

Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναπτύχθηκαν ορισμένα θέματα που έχουν σχέση με την εργασία. Ανάλογα τώρα με τη στάση της απέναντι στην εργασία, κάθε κοινωνική ομάδα διαπαιδαγωγεί τα νεότερα μέλη της. Το ήθος της εργασίας, δηλαδή η ηθική δικαιολόγηση της στάσης της κοινωνίας απέναντι στην εργασία, αποτελεί, όπως σωστά έχει παρατηρηθεί, τον κυριότερο οδηγό διαπαιδαγώγησης των νέων σε ηλικία ατόμων.1
Η ηθική της κοινωνίας μας, που επιβραβεύει το εύκολο κέρδος και την καταναλωτική επίδειξη μέσω της σπατάλης, ενώ ταυτόχρονα περιφρονεί κάθε κοπιαστική εργασία, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι διαποτίζει τους νέους μας. Παράλληλα, η σταθερή άποψη του γονιού πως πρέπει να βρεθεί ένα «μέσο» για να βολευτεί κάποιος στο Δημόσιο, μεταφέρει στον νέο το «όραμα» αυτό και γίνεται κτήμα του. Το ρουσφέτι επιβιώνει, η δουλοπρέπεια ανθεί και η πολιτική ηγεσία του τόπου έχει πλέον εύκολα θύματα να εκμεταλλευτεί.
Έχει γίνει ήδη αντιληπτό πως το πολιτικό στοιχείο, στη νεότερη ιστορική διαδρομή, έχει βάλει φυσικά το χέρι του, ώστε να ωθηθούν τα πράγματα προς την κατεύθυνση της κοινωνικής ηθικής που είδαμε. Ένα από τα μέγιστα εγκλήματα που συντελέσθηκε ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας, ήταν ο κατευθυνόμενος από πάνω κομματισμός μέσα στα σχολεία. Οι παλαιοκομματικές φατρίες έπαιρναν το νέο άνθρωπο, ακόμη και από το δημοτικό σχολείο, πλέον απροκάλυπτα και τον πρόσδεναν στο άρμα των προσωπικών συμφερόντων τους. Οι γονείς, η κοινωνία ολόκληρη, ήταν αδύνατον πλέον να αντιδράσουν σ’ αυτό το αυτονομημένο «μόρφωμα».
Οι νέοι, αγνοί και ανιδιοτελείς όπως είναι, και με την ελλιπή φυσικά πείρα και παιδεία, πριν ακόμη καταλάβουν τι σημαίνει πολιτική και δημοκρατία, γίνονται εύκολα θύματα της προπαγανδιστικής μόνης αλήθειας που τους σερβίρουν τα διάφορα κομματικά επιτελεία. Φανατίζονται, ποδοσφαιροποιούνται και ζουν με παρωπίδες για μια ολόκληρη ζωή. Αγωνίζονται με ανιδιοτελή ορμή και μαχητικότητα, εξυπηρετώντας, χωρίς να το γνωρίζουν και να το θέλουν, τα προσωπικά και λοιπά συμφέροντα προσώπων που δεν αξίζουν τέτοια μεγαλειώδη προσπάθεια και θυσία. Επιπλέον, με την ποδοσφαιροποίηση των νέων επιτυγχάνεται με το χρόνο μόνιμη εκλογική πελατεία οπαδών-ψηφοφόρων του κάθε κόμματος.
Η αιτία όλων αυτών είναι τα ισχυρά προσωπικά και άλλα συμφέροντα των κομματικών ηγετικών ομάδων. Αν επομένως αποδιοργανώνονταν αυτές οι κατεστημένες ομάδες με την απόλυτη εξάρτησή τους από την κομματική βάση, θα εξασθένιζε και η κομματική προσπάθεια μέσα στα σχολεία, αλλά και την εξωσχολική νεολαία γενικότερα και οι νέοι θα έμεναν ελεύθεροι και απερίσπαστοι να δημιουργήσουν τη δική τους ελεύθερη και αυτόνομη προσωπικότητα.
Ο νέος άνθρωπος έχει ανάγκη από αντικειμενική, πολύπλευρη μόρφωση και πληροφόρηση στο πνεύμα της γνήσιας δημοκρατικής διαπαιδαγώγησης. Η διατήρηση του νέου σε μια κατάσταση υπανάπτυκτης κατευθυνόμενης παιδείας προετοιμάζει γι’ αργότερα έναν πολίτη που θα είναι εύκολα υποχείριο των διαφόρων συμφερόντων και όχι ελεύθερος, με εξουσίες στα χέρια του και με γνώση χρήσης αυτών των εξουσιών που του αναγνωρίζει η γνήσια δημοκρατία.
Η πολιτεία θα έπρεπε να ενισχύει τα ιδανικά και τα όνειρα των νέων. Να τους ενισχύει, με τον παραδειγματισμό μέσω της αξιοκρατίας, την πεποίθηση πως μπορούν με μοναδικό εφόδιο την αξία τους και την προσπάθειά τους να αναλάβουν τα πιο υψηλά κοινωνικά αξιώματα. Να γίνει συνείδηση στους νέους ανθρώπους ότι τίποτε δεν είναι κατεστημένο και ότι μπορούν οι ίδιοι με τις ιδέες τους και τον αγώνα τους να επιφέρουν αλλαγές στην υπάρχουσα κατάσταση. Αντί όλων αυτών η Πολιτεία δίνει καθημερινά παραδείγματα στους νέους ανθρώπους πως οποιαδήποτε προσπάθεια είναι μάταιη και καταδικασμένη να τσακιστεί, αν δεν ακολουθηθεί ο δρόμος της «επαιτείας», μέσα από τα κανάλια της πολιτικής πατρωνείας.
Σήμερα, οι νέοι οδηγούνται εκεί ακριβώς που θέλουν να τους οδηγήσουν εκείνοι που έχουν συμφέροντα να εξουδετερώσουν αυτή τη μεγάλη δύναμη ανατροπής του πολιτικού κατεστημένου. Ακόμη και τα συστήματα διαπαιδαγώγησης στα σχολεία, αντί να προετοιμάζουν τον αυριανό αυτόνομο πολίτη, προετοιμάζουν τον άνθρωπο της μάζας, την εξαρτώμενη προσωπικότητα, που θα είναι έτοιμος να εκτελεί μόνον εντολές, χωρίς ποτέ να συμμετέχει στον καθορισμό της ζωής του, ούτε να διεκδικεί δικαιώματα.
Η αλλοτρίωση του νέου ανθρώπου αρχίζει ήδη από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς και συνεχίζεται μέσα από την υποβαθμισμένη παιδεία και την κομματικοποίηση. Όλα οδηγούν το νέο άνθρωπο στην ομοιομορφοποίηση, τη μαζικοποίηση, την υποταγή.
Στη χώρα μας, από τα πρώτα σχολικά χρόνια, ο νέος άνθρωπος συνειδητοποιεί σιγά σιγά ότι δεν υπάρχει προοπτική. Οι ιδέες του και οι ανησυχίες του μια μέρα θα ταφούν. Τον πνίγει το άδικο. Η λύση που συνειδητοποιεί, αργά ή γρήγορα, ο νέος στον τόπο μας, είναι πλέον μία και μοναδική. Να υπάρξει κάποιο «μέσο», να γίνει το ρουσφέτι να βρεθεί το «δόντι» και να τοποθετηθεί κάπου. Όλα τα περιμένει από μια άλλη δύναμη ανώτερη, έξω και πέρα απ’ αυτόν. Μερικοί τα καταφέρνουν, άλλοι όχι. Μερικοί πάλι μένουν ασυμβίβαστοι και καταστρέφονται μέσα σε ένα σύστημα που τους θεωρεί περιθωριακά, «αρρωστημένα» κύτταρα και τους αποβάλλει.
Ο υπερβολικός συγκεντρωτισμός της εξουσίας σε ένα «υπέρτατο ον» και η απογύμνωση των υπηκόων οδηγούν τον νέο, με βία, στη συνειδητοποίηση της ασημαντότητας και της αδυναμίας του. Τον μετατρέπουν σε ένα άβουλο πλάσμα. Τον φορτώνουν με γνώσεις αμφίβολης ποιότητας, κουβαλά τις «γνώσεις» σε τσάντες που δεν μπορεί ούτε να τις σηκώσει, και τον έχουν «στην αναμονή». Κάποιοι άλλοι πριν από αυτόν θα αποφασίσουν γι’ αυτόν. Εκείνος απλώς παρακολουθεί μοιρολατρικά. Κανένας δεν ενδιαφέρεται για την προσωπικότητά του, τις ιδέες του, την ανάπτυξη των πρωτοβουλιών του, που είναι ο σφυγμός της ζωής. Αποχαυνωμένο πλάσμα, μέσα σε μια κακώς εννοούμενη καταναλωτική κοινωνία, έτοιμος να ριχθεί βορά σε μια ανθρωποφάγο μηχανή.
Από την άλλη, ο ψίθυρος που εξαπολύει το κατεστημένο, σχηματίζεται στα χείλη των απλοϊκών και ανυποψίαστων ανθρώπων: «Φταίνε οι νέοι»΄. Όχι, βέβαια. Φταίει το σύστημα που κοινωνικοποιεί τους νέους. Φταίνε τα καλοβολεμένα εξαρτήματα του ισχύοντος κοινοβουλευτισμού, που αρνούνται να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, που τρέμουν τις νέες ιδέες οι οποίες θα έθεταν υπό αμφισβήτηση την «αυθεντικότητα» τους. Η παιδεία κρατείται τεχνηέντως υποβαθμισμένη, ενώ παράλληλα έχουμε πλήθος πτυχιούχων, χωρίς να τους έχουν παρασχεθεί ουσιαστικά επιστημονικά εφόδια.

Το μέλλον ανήκει στους νέους και οι νέοι πρέπει να συμμετέχουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτού. Πρέπει από τα πρώτα βήματά του ο νέος άνθρωπος να μάθει να είναι και να ενεργεί ως πολιτικό ον και όχι ως βαστάζος κάποιων συμφερόντων. Να συμμετέχει σε δημοκρατικές διαδικασίες και να σέβεται τις συλλογικές αποφάσεις, να αναπτύσσει πρωτοβουλίες και να δοκιμάζει τις ιδέες του. Να αναπτύσσει ελεύθερη κριτική σκέψη. Να αντιμετωπίζει τις αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας με περίσκεψη και αμφιβολία, για να αποφύγει την εξαπάτηση.
Η κομματική προπαγάνδα, η οποία εκπορεύεται από παντού και συνεχώς, «βιάζει» πνευματικά τον νέο και του δημιουργεί ψυχική αναλγησία. Ο νέος άνθρωπος γίνεται με αυτόν τον τρόπο ένας παραδομένος πλέον οπαδός, μισεί τον αντίπαλο, είναι στρατευμένος ψηφοφόρος, χωρίς να διανοείται να ακούσει άλλη γνώμη. Είναι στρατευμένος «χούλιγκαν» που μπορεί να σκοτώσει για το τίποτα. Κύρια προσπάθεια της κατεστημένης πολιτικής ολιγαρχίας -και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό- είναι η αποφυγή δημιουργίας ολοκληρωμένων και ως εκ τούτου επικίνδυνων προσωπικοτήτων, σε περίπτωση δε εμφάνισης τέτοιων προσωπικοτήτων, το «σπάσιμό» τους.
Η παιδεία μας δεν πρέπει να αρκείται μόνο στο πέρασμα στον νέο κάποιων γνώσεων, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις είναι ανούσιες μικρολεπτομέρειες. Πρώτιστο μέλημα της παιδείας θα πρέπει να είναι η διαμόρφωση ελεύθερων και αυτόνομων προσωπικοτήτων η εκμάθηση του δύσκολου δρόμου να ζεις ελεύθερος. Πρέπει ο νέος να μάθει να συμμετέχει στα κοινά και τον καθορισμό του μέλλοντός του. Να ακούγεται η φωνή του και προπάντων να είναι διαρκώς ανοικτοί μπροστά του οι δίαυλοι της ανόδου σε όλους τους τομείς, κοινωνικούς και πολιτικούς. Μια άνοδος που θα πρέπει να γίνει συνείδηση ότι μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ατομική ικανότητα του καθενός. Τα αδιέξοδα, τα οποία δεν υπερνικώνται με οποιαδήποτε ατομική προσπάθεια και ικανότητα, αλλά απαιτούν και άλλες «παραμέτρους», δημιουργούν στους νέους μοιρολατρικές στάσεις απέναντι στη ζωή και την κοινωνία. Δημιουργούν μια νεολαία παράλυτη και αυτό συνεπάγεται, αύριο, μια κοινωνία ισοπέδωσης και παρακμής.
Ο νέος άνθρωπος κοινωνοικοποιείται αναγκαστικά κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος της συγκεκριμένης κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Η καθαρή συνείδηση του όμως τον κάνει να υποφέρει και να αντιδρά έντονα σε αρρωστημένα κατεστημένα πρότυπα, τα οποία καλείται να αφομοιώσει. Δεν συμμετέχει στη διαμόρφωση του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, απλώς καλείται να κοινωνικοποιηθεί παθητικά. Αυτή η κοινωνικοποίηση γίνεται πάντα στο πλαίσιο του κατεστημένου και κάτω από τον έλεγχό του. Ο νέος τύπος ανθρώπου που δημιουργείται, είναι ο εξωκατευθυνόμενος, ο ευάλωτος κι εξαρτημένος άνθρωπος.
Η υπανάπτυξη της παιδείας και η συγκέντρωση της εξουσίας είναι δύο δρόμοι που διασταυρώνονται. Μια κοινωνία με υπανάπτυκτη παιδεία δεν μπορεί να αναπτύξει αυτόνομα δημιουργικές πρωτοβουλίες και δυναμική, με αποτέλεσμα να εναποθέτει τις τύχες της στην κρατική μηχανή και από εκεί κατευθείαν στα χέρια του πολιτικού στοιχείου. Το να πούμε στη συνέχεια ότι η υπερσυγκεντρωμένη εξουσία, για το δικό της συμφέρον, από την πλευρά της, υποβαθμίζει σκόπιμα την παιδεία, αυτό το κατανοεί ο καθένας.
Ζούμε όχι για το παρελθόν, αλλά για το μέλλον. Η κάθε ενέργειά μας, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αποβλέπει να δώσει αποτέλεσμα σε κάποιον επόμενο χρόνο. Αυτό το μέλλον όμως δεν είναι πραγματικό γεγονός, ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας. Οι ιδέες είναι εκείνες που υλοποιούμενες θα πραγματώσουν το μέλλον. Χρειαζόμαστε λοιπόν ελεύθερους ανθρώπους με ιδέες και όχι παρελθοντολογικά απομεινάρια με συντηρητικούς προσανατολισμούς, που καλλιεργεί μια σκόπιμα υποβαθμισμένη παιδεία. Το αν μια ιδέα είναι γόνιμη ή όχι αρμόδιο να απαντήσει είναι μόνο το ίδιο το κοινωνικό σύνολο, που το αφορά. Και θα απαντήσει με διάλογο, ανταλλαγή απόψεων και τελικώς επιλογή μέσα από συλλογικές διαδικασίες.
Η ελεύθερη προσωπικότητα και το αίσθημα ευθύνης τρομάζουν τον κατεστημένο κομματισμό. Η αμφισβήτηση είναι προ των θυρών. Η λύση όμως είναι έτοιμη: Χιλιάδες άτομα, τόσο στα μαθητικά θρανία όσο και στα πανεπιστημιακά έδρανα. Όμως δεν παρέχεται σ’ αυτά τα άτομα ουσιαστική παιδεία, αλλά γνώσεις χωρίς πρακτική εφαρμογή, αφού είναι εκ των προτέρων καθορισμένο ότι δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσουν ποτέ αυτά που μαθαίνουν. Η υπανάπτυκτη παιδεία αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την επίτευξη των στόχων της προπαγάνδας. Επομένως, εκείνους που θέλουν να περνούν την προπαγάνδα τους, τους εξυπηρετεί να υπάρχει υπανάπτυκτη παιδεία.
Γίνεται μια συστηματική προσπάθεια από «πάνω» για ισοπέδωση, για εξαφάνιση και γκρέμισμα των αξιών. Η προώθηση, επιδεικτικά και απροκάλυπτα, ανίκανων και σαφώς ανάξιων ατόμων σε κρατικές, πολιτικές και κομματικές θέσεις αποβλέπει σταθερά: α) να κόψει τον «αέρα» όσων αισθάνονται άξιοι και δυνατοί και να τους θέσει υπό την εξουσία ανικάνων, β) να κάνει τους νέους ανθρώπους να αισθανθούν το μάταιο οποιουδήποτε αγώνα και γ) να υποδείξει στους νέους πως, αν θέλουν να προχωρήσουν, να μη βασίζονται στις δικές τους δυνάμεις, να συνειδητοποιήσουν τη μικρότητά τους απέναντι σε κάτι άλλο έξω από αυτούς και να τους κάνει να στραφούν με δουλοπρέπεια σε εκείνη την πηγή εξουσίας που ικανοποίησε και τα ανίκανα άτομα.
Όποιος ακολουθεί αυτή την τελευταία οδό, στο τέλος, αν φτάσει επιτέλους κάπου, θα έχει αλλοτριωθεί και «πουληθεί» τόσο πολύ, που φυσικά θα είναι ανίκανος να προσφέρει το παραμικρό στο κοινωνικό σύνολο.
Ποιος φταίει; Μήπως ο ίδιος ο λαός, όπως προσπαθούν να μας πείσουν; Μα, όση χαλύβδινη θέληση και αγάπη στην αποστολή του και αν διαθέτει ο οποιοσδήποτε δάσκαλος, όταν κάποιος λιγότερο ικανός ευνοείται από «πάνω», θα απογοητευτεί και θα τα παρατήσει. Όσο γνώστης της επιστήμης, αδέκαστος και ακέραιος και αν είναι ο δικαστής, όσο πολιτικό ανάστημα κι αν διαθέτει ένας βουλευτής, όταν το σύστημα δεν τους προσφέρει τις κατάλληλες εκείνες προϋποθέσεις, ώστε να μπορούν να ολοκληρωθούν ως προσωπικότητες και να διοχετεύσουν την ενεργητικότητά τους και το ζήλο τους σε σωστή κατεύθυνση, θα εγκαταλείψουν τις προσπάθειες τους και θα ακολουθήσουν το συρφετό.
Έχει γίνει πλέον αντιληπτό πως ο Έλληνας που δρα έξω από την ελληνική επικράτεια, μεγαλουργεί, είτε αυτός είναι πανεπιστημιακός δάσκαλος είτε στέλεχος επιχειρήσεως είτε οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο ακριβώς άτομο, αν έχει την «απρονοησία» να έλθει στην Ελλάδα, μεταμορφώνεται σε άλλον άνθρωπο. Ποιος άραγε φταίει; Φταίει το άτομο; Ή μήπως φταίει το σύστημα, μέσα στο οποίο ενσωματώθηκε και αναγκάστηκε να παίξει το ρόλο του ως στοιχείου του συστήματος, γιατί αν ενεργούσε διαφορετικά, θα αποβαλλόταν από αυτό;
Πρέπει να μάθουμε να αγωνιζόμαστε για το καλύτερο μέσα από συνθήκες αβεβαιότητας. Η νίκη μας θα είναι η ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μας. Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε χωρίς να επιδιώκουμε το βόλεμα και τη σιγουριά. Η αναζήτηση της σιγουριάς φέρνει την εξάρτηση, την πνευματική αλλοτρίωση και την παράδοση άνευ όρων σε άλλους, οι οποίοι θα σκέπτονται και θα προγραμματίζουν για μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Αναλυτικότερα βλ. Β. Φίλια «Όψεις της διατήρησης και της μεταβολής του κοινωνικού συστήματος», (1979), εκδ. Νέα Σύνο-ρα, τ. Β’., σελ. 14 επ.


«Περιμένω τον καλλιτέχνη…. τον ικανό να στήσει,
αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας,
το «μνημείο στον άγνωστο ιδιώτη»…
…Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη τον
Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο φως πάνω στην πίσσα της
Ευρώπης που θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης
που μοιάζει να γεννιέται……

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ1

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το κεντρικό μήνυμα αυτού του βιβλίου είναι

ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ.

Ο 20ός αιώνας τελείωσε και μαζί του έφθιναν οι μεγάλες φιλοσοφικές τάσεις και τα τέκνα τους, οι ιδεολογίες. Τις ανώτερες διανοητικές λειτουργίες, οι οποίες χάνουν συνεχώς έδαφος, έρχονται να αντικαταστήσουν πρωτόγονα ένστικτα.
Η προοπτική του σύγχρονου πολιτισμού είναι μια προοπτική μοναξιάς. Διεθνώς, παρατηρείται κάμψη των αξιών. Το άτομο, αντί να είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας, έγινε απλό ενεργούμενο. Εξάρτημα χωρίς καμία αξία.
Η στροφή στον άνθρωπο, λοιπόν, είναι ο αναπόφευκτος πλέον δρόμος της Ιστορίας• μια στροφή που θα πρέπει να παρέμβει στο κοινωνικό – πολιτικό – φυσικό περιβάλλον του:
α) Στο κοινωνικό περιβάλλον θα πρέπει να εξασφαλίσει εκείνες τις διαδικασίες που θα ευνοούν την πραγματικά ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ολοκλήρωση του ατόμου.
β) Στο πολιτικό περιβάλλον θα πρέπει να επιφέρει εκείνες τις θεσμικές αλλαγές που θα αποσπούν την εξουσία από τα χέρια της οποιασδήποτε ολιγαρχίας συμφερόντων και θα τη μεταφέρουν στα χέρια του απλού ατόμου.
γ) Και, τέλος, θα πρέπει να προστατεύσει αποτελεσματικά το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και κινείται ο άνθρωπος. Δεν πρέπει να μετατραπεί ο άνθρωπος σε παράσιτο που καταστρέφει το δένδρο πάνω στο οποίο ζει.
Η εποχή που έρχεται δεν θα πρέπει να είναι εποχή υποταγής του ανθρώπου στην τεχνολογία και φυσικά στα συμφέροντα που την εξουσιάζουν, αλλά εποχή υπαγωγής της τεχνολογίας στην υπηρεσία του ανθρώπου. Εμείς ως λαός χάσαμε τόσο το τρένο της βιομηχανικής ανάπτυξης όσο και το τρένο της τεχνολογίας κι επομένως είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε στην εξάρτηση. Όμως η ζωή, ο πολιτισμός και η πρόοδος δεν είναι «δουλειές» για μοιρολάτρες.
Είναι πλέον καιρός εμείς οι ξεχασμένοι, ακόμη και από εμάς τους ίδιους, να τολμήσουμε το «ακατόρθωτο». Να ξεκινήσουμε έναν αγώνα για την καλυτέρευση της ζωής της ανθρώπινης ύπαρξης. Χάσαμε το τρένο της βιομηχανικής ανάπτυξης, αλλά μπορούμε να εξάγουμε ιδέες και πολιτισμό. Χάσαμε το τρένο της τεχνολογίας, αλλά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία των άλλων για ανάπτυξη της δημοκρατίας και του πολιτισμού.
Όταν άλλοι λαοί ασχολούνται με την κατασκευή εξοντωτικών όπλων και ανάπτυξη διαστημικών προγραμμάτων, εμείς επιβάλλεται να ασχοληθούμε με την προαγωγή και τελειοποίηση των διαδικασιών της ανθρώπινης συμβίωσης και της ολοκλήρωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Πρέπει να βάλουμε στόχο, όχι απλώς την καλυτέρευση της κοινωνικής μας ανέλιξης, αλλά να τεθούμε στην πρωτοπορία του αγώνα για μια ανώτερη δημοκρατική κοινωνία, πρότυπο ζωής. Η δημοκρατία δεν είναι στατικό, αλλά δυναμικό φαινόμενο, που επιδέχεται συνεχείς θεσμικές αλλαγές, μέχρι να φτάσουμε το όραμα της τέλειας αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης.
Η τεχνολογία -και ιδιαίτερα η ηλεκτρονική- μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο για την αναζήτηση νέων δημοκρατικών δρόμων. Θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα συνεχούς έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας μέσω των ηλεκτρονικών μέσων. Αυτό μπορεί αρχικά να ξεκινήσει πειραματικά σε επίπεδο μικρών κοινωνιών, με ταυτόχρονη ανάπτυξη της πληροφόρησης, της παιδείας και της εκπαίδευσης πάνω σε θέματα δημοκρατίας.
Τόσο οι άμεσα αναγκαίες θεσμικές αλλαγές, μερικές από τις οποίες είδαμε στο βιβλίο αυτό, όσο και αργότερα ο πειραματισμός για την υλοποίηση της δημοκρατικής αρχής, μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, θα έχουν αποτέλεσμα να συγκεντρώσουν τα παγκόσμια φώτα της δημοσιότητας πάνω στη χώρα μας και την ως εκ τούτου εξαγωγή του νέου ελληνικού πολιτισμού.
Η ανησυχία, η συνεχής υπέρβαση και η συνεχής αναζήτηση του αληθινού πνεύματος της δημοκρατικής αρχής θα αποτελέσουν σίγουρα το αντίδοτο στο σύγχρονο ολοκληρωτισμό της σκέψης, που εξυπηρετεί συμφέροντα ξένα προς εκείνα των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων. Κυρίως, όμως, θα αποτελέσουν νέα καθοδηγητική πορεία στα πανανθρώπινα προβλήματα, για μια κοινωνία ανθρώπων που θα γνωρίζουν πλέον ότι δεν πρέπει απλώς να επιβιώνουν, αλλά να βιώνουν την ύπαρξη τους.
Η δημοκρατία στο τέλος τέλος, στην ανώτατη μορφή της, δεν θα πρέπει να είναι άλλο ένα εξουσιαστικό σύστημα θα πρέπει να είναι η άρνηση οποιουδήποτε συστήματος• να είναι ένα ζωντανό και διαρκές «γίγνεσθαι», με τη συμμετοχή ενεργών ανθρώπων, οι οποίοι έχοντας πλήρη συνείδηση του πραγματικού Είναι τους, αλλά και του υπ’ αυτών τεθέντος προορισμού του ανθρώπινου όντος, θα βιώνουν την ύπαρξή τους.
Η ανώτατη αυτή μορφή είναι ένα όραμα, ένας στόχος προς επίτευξη. Προς το παρόν, μπορούμε και πρέπει να ανοίξουμε ορισμένα θεσμικά μονοπάτια.
Τη χώρα μας τη χωρίζει ένα βήμα από την οριστική υπανάπτυξη και ένα βήμα από την πρωτοπορία στο δρόμο προς την αληθινή δημοκρατία και την ανάπτυξη. Η επιλογή βαρύνει τον καθένα μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Βλ. Οδ. Ελύτη «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», (1990), εκδ. Ίκαρος, σελ. 38-39.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αλιβιζατος κ. νικοσ, Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγμα-τική Ιστορία, τεύχος α’, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθή­να, 1981.
  • ANDREWS A.., Η τυραννία στην αρχαία Ελλάδα, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1982.
  • Ανδριανόπουλος ανδρεασ, Ο θρίαμβος του δημοκρατικού καπιταλισμού, LIBRO, 1988.
  • Αριστοτέλης, Πολιτικά Γ’, Ελληνικός Εκδοτικός Οργανι­σμός.
  • βεγλερησ φαιλων, Κόμματα και πολιτικές αποφάσεις στην Ελλάδα, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλά­δα, Εξάντας, 1977.
  • βερναδακησ χριστ. – μαυρησ γιαννησ, Κόμματα και κοι­νωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα – Οι προ­ϋποθέσεις της μεταπολίτευσης, Εξάντας, Αθήνα, 1991.
  • CERRONI UMBERTO, Θεωρία του πολιτικού κόμματος, Πα­ρατηρητής, Θεσσαλονίκη, 1986.
  • DE ROMILLY JACQUELINE, Η αρχαία Ελλάδα σε αναζήτηση της ελευθερίας, Εκδόσεις Το Αστυ, Αθήνα, 1992.
  • DE TOCQUEVILLE ALEXIS, Η δημοκρατία στην Αμερική, Εκδόσεις Α. Καραβιά, Αθήνα, 1987.
  • δερτιλησ Γιώργος, Η αυτονομία της πολιτικής από τις κοι­νωνικές αντιθέσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοι­νωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Εξάντας, 1977.
  • Δημητράκος δημ., Η ιδεολογία των κομμάτων στη σύγ­χρονη Ελλάδα, από την ανωτέρω έκδοση.
  • EINSTEIN ALBERT, Πώς βλέπω τον κόσμο, Εκδόσεις Μαρή.
  • ελυτησ οδυσσεασ, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, Ικαρος, 1990.
  • GORZ ANDRE, Αντίο προλεταριάτο, Νέα Σκέψη, Αθήνα, 1986.
  • ήλιου Φ. ηλιασ, Το μήνυμα του Θουκυδίδη, Κέδρος, 1980.
  • καστοριαδησ Κορνήλιος, Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, Υψιλον/Βιβλία, Αθήνα, 1986.
  • κοντογιωργησ δ. γιωργοσ, Οι Ελλαδικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην ύστερη τουρκοκρατία. Οι συνθή­κες διαμόρφωσης της κοινωνικής και πολιτικής πάλης και οι μεταπελευθερωτικές συνέπειες, από το βιβλίο της Ελλη­νικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πο­λιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Εξάντας, 1977.
  • κουκκου Ε. ελενη, Ιωάννης Καποδίστριας, Ο Ανθρωπος –Ο Διπλωμάτης (1800 – 1828), Οργανισμός Εκδόσεως Διδα­κτικών Βιβλίων, Αθήνα, 1990.
  • LENK KURT, Πολιτική Κοινωνιολογία, Παρατηρητής, Θεσ­σαλονίκη, 1990.
  • MACRIDIS ROY, Σύγχρονα Πολιτικά Συστήματα (Ευρώπη), Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 1981, β’ έκδοση.
  • ΜακρυγιΑννης ιωαννησ, Απομνημονεύματα, τρεις τόμοι, Εκδόσεις Χ. Γιοβάνης.
  • μανεσησ Ι. Αριστόβουλος, Συνταγματικά Δικαιώματα, α’ ατομικές ελευθερίες, Εκδοτικός Οίκος Σάκκουλα, Θεσσα­λονίκη, 1982, δ’έκδοση.
  • MARCUSE HERBERT, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Εκδόσεις Παπαζήση.
  • μαυρογορδατοσ γιωργοσ, Οι διαστάσεις του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα: Παραδείγματα από το Μεσοπό­λεμο, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επι­στήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Εξάντας, 1977.
  • MEYNAUD J., Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, «Μπάυρον», Αθήνα, 1974.
  • μιχαλεασ ρεννοσ, Αμεση συμμετοχική δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου, Εκδόσεις ΘΕΡΣΙΤΗ, Αθήνα, 1982.
  • μοσκωφ κωστησ, Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, γ’ έκδοση, Αθήνα 1978.
  • μουζελησ νικοσ, Ταξική δομή και συστήματα πολιτικής πελατείας: Η περίπτωση της Ελλάδας, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Εξάντας, 1977.
  • μουζελησ νικοσ, Κοινοβουλευτισμός και εκβιομηχάνιση στην ημι- περιφέρεια – Ελλάδα, Βαλκάνια, Λατινική Αμερι­κή, Θεμέλιο, Αθήνα, 1987.
  • μουζελησ νικοσ, Νεοελληνική κοινωνία – Οψεις υπανά­πτυξης, Εξάντας, Αθήνα, 1978, β’ έκδοση.
  • ΜΠΑΚΟΠΑΝΝΗΣ παυλοσ, Ο σύγχρονος πολυκομματισμός σε κρίση, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλά­δα, Εξάντας, 1977.
  • OSSOWSKI ST., Η ταξική δομή στην κοινωνική συνείδηση, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα, 1973.
  • παπακωνσταντινου μιχαλησ, Πολιτική συγκρότηση και προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, Εστία, Αθή­να 1992,β’ έκδοση.
  • πετριδησ Β. παυλοσ, Ελληνική πολιτική και κοινωνική ιστορία 1821- 1940 – Επισκόπηση, Παρατηρητής, Θεσσαλο­νίκη, 1986.
  • πετριδησ Β. παυλοσ, Οι αντιμοναρχικοί αγώνες του Γ. Παπανδρέου στον Μεσοπόλεμο, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθή­να, 1993.
  • PETROPOULOS A. JOHN, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833 – 1843), Α’ – Β’, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1985.
  • πουλαντζασ α. νικοσ, Φασισμός και δικτατορία, Ολκός, 1974.
  • ραϊκοσ γ. αθανασιοσ, Παραδόσεις Συνταγματικού Δικαίου (Κατά το Σύνταγμα του 1975), τόμος Α’, Αθήνα, 1979, έκδο­ση έβδομη.
  • ραϊκοσ Γ. αθανασιοσ, Παραδόσεις Γενικής Πολιτειολο-γίας, Αθήνα, 1979, έκδοση έβδομη.
  • ρηγοσ αλκής, Πολιτικές εκφράσεις στη Β’ Ελληνική Δη­μοκρατία, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλά­δα, Εξάντας, 1977.
  • ροζακησ χρηστός, Γύρω από την ιδεολογία και την οργά­νωση των κομμάτων στη Δυτική Ευρώπη, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Εξάντας, 1977.
  • σβώλος ι. αλ., Τέσσερα άρθρα στην εφημερίδα «ελεύθερο βήμα» 17, 18, 19, και 20 Μαρτίου 1926, από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής.
  • SCHWARTZENBERG G. R., ο. κ., Πολιτική Κοινωνιολογία, τόμοι Ι και ΙΙ, Παρατηρητής, 1984, τρίτη έκδοση.
  • σημειώσεις συνταγματικού δίκαιου, Γενικό μέρος, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα.
  • σύνταγμα της ελλαδοσ 1975, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα.
  • σω μπερναρ, Τα κοινωνικά συστήματα, Εκδοτικός Οργανι­σμός Διαγόρας.
  • TOFFLER ALVIN, Το τρίτο κύμα, Κάκτος, 1982.
  • τριτσησ Σ. αντωνησ, Και όμως υπάρχει δρόμος, Ριζοσπα­στικές εκδόσεις, Αθήνα, Δεκέμβριος 1989.
  • τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Εξάντας, 1977.
  • φίλιας βασιλησ, Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1983.
  • φίλιας βασιλησ, Όψεις της διατήρησης και της μεταβολής του κοινωνικού συστήματος, εκδόσεις νέα σύνορα Α. Λιβά-νης, τόμοι Α’ και Β’, Αθήνα, 1980.
  • φίλιας βασιλησ, Το πρόβλημα της οργάνωσης των κομμά­των στην Ελλάδα, από το βιβλίο της Ελληνικής Εταιρίας Πολιτικής Επιστήμης: Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Εξάντας, 1977.
  • φρομ εριχ, Πέρα από τα δεσμά της αυταπάτης, εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1977.

Περιεχόμενα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ            3

ΕΙΣΑΓΩΓΗ            5

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ:  ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ            8

Πρώτη εικόνα            8

Περίοδος 1821-1880            9

Περίοδος 1922-1935            17

Περίοδος 1945-1967            19

Περίοδος 1974 σήμερα            20

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ            27

Μια σκληρή πραγματικότητα            27

Μπορεί να καλυτερεύσει αυτή η κοινωνία;            30

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ:  Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ            33

Μια πολιτική που προσβάλλει τη δημοκρατία            33

Πώς λειτουργούν οι πολιτικές φατρίες            34

Ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης            36

Ανάγκη για μια άλλη πολιτική που να μας αξίζει            37

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ:  ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ            39

Ένα θεσμικό σύστημα που δεν μας ταιριάζει            39

Μειονεκτήματα του κοινοβουλευτικού συστήματος γενικά και ειδικότερα στη χώρα μας            41

Προς ένα νέο δημοκρατικό θεσμικό σύστημα            44

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ            46

Η συγκέντρωση της εξουσίας αναιρεί τη δημοκρατία και καταστρέφει το άτομο            46

Αποκέντρωση: στροφή προς τον Άνθρωπο            49

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ            55

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ:  ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ΣΥΣΤΗΜΑ            56

Τα κόμματα σήμερα είναι παράγοντες αντι-δημοκρατίας            56

Πώς τα κόμματα στη χώρα μας μπορούν να γίνουν παράγοντες δημοκρατίας και προόδου            62

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ:  ΤΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ            65

Η αντιπροσωπεία του λαού είναι ανύπαρκτη            65

Πρόταση για μια πραγματική λαϊκή αντιπροσωπεία            68

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΟΟ:  ΤΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ            72

Ταυτόχρονη ύπαρξη των θεσμών του Πρωθυπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν λύνει τα προβλήματα            72

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ:  Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ            77

Πολλά τα προβλήματα            77

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ:  ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ            79

Δεν υπάρχει ουσιαστική Τοπική Αυτοδιοίκηση            79

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ:  ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ            85

Ένας συνδικαλισμός ενάντια στο συμφέρον του εργαζόμενου, αλλά και το κοινωνικό συμφέρον            85

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ: ΝΕΟΛΑΙΑ-ΠΑΙΔΕΙΑ            91

Μια νεολαία με αδιέξοδα, μια παιδεία υποβαθμισμένη, χωρίς στόχους            91

ΕΠΙΛΟΓΟΣ            96

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ            98

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s