Χαρακτηριστικό του αντικειμένου των Κοινωνικών Επιστημών είναι η ιστορικότητά του. Στην ιστορία δεν υπάρχει η «κοινωνία», αλλά υπάρχουν «Κοινωνίες» που βρίσκονται σε διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης και έχουν διαφορετικά γνωρίσματα. Προκύπτουν έτσι ερωτήματα που αναφέρονται στον χαρακτήρα των «κοινών» χαρακτηριστικών και των διαφορών των κοινωνιών καθώς και των κριτηρίων ιστορικής εξέλιξης ή στασιμότητάς τους. Αν διατυπώσουμε έναν ορισμό της Κοινωνίας θα πρέπει αυτός ο ορισμός να συμπεριλάβει όλες τις Κοινωνίες. Σημαίνει αυτό ότι ο ορισμός θα είναι α-ιστορικός, ή υπέρ-ιστορικός; Θα μπορούσαμε λ.χ. να δεχθούμε την προσέγγιση του αμερικανού κοινωνιολόγου Τ. Parsons, ο οποίος ορίζει την κοινωνία με αφετηρία το ερώτημα, τι προβλήματα θα πρέπει να «λύσει» η κοινωνία αυτή (λειτουργισμός).

Έτσι κάθε κοινωνία θα πρέπει

α) να εξασφαλίσει την φυσική ύπαρξη των μελών της παρέχοντάς τους τα μέσα επιβίωσης

β) να καθοδηγήσει τα μέλη της προς ορισμένους στόχους

γ) να καθορίσει τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων

δ) να εξασφαλίσει την σταθεροποίηση των ψυχικών συγκρούσεων των μελών της.

Στα τέσσερα αυτά «προβλήματα» αντιστοιχούν «όψεις» της κοινωνίας, που εξετάζονται από επιστήμες όπως η οικονομία, η πολιτική, η κοινωνιολογία και η ψυχολογία.

Ερωτήματα σαν αυτά που θέτει, ο Parsons μπορούν να απαντηθούν μόνον αν διερευνηθεί το πως συνδέονται τα αναλυτικά επίπεδα «οικονομία», «πολιτική» κλπ. σε ιστορικές κοινωνίες. Η διερεύνηση αυτή μας απομακρύνει από την θεωρία του Parsons, καθώς θέτει το πρόβλημα της ιστορικής συγκρότησης του αντικειμένου των κοινωνικών επιστημών. Ήδη μια πρώτη προσέγγιση της σχέσης των δύο πρώτων επιπέδων της οικονομίας και της πολιτικής, μας αποκαλύπτει ενδιαφέρουσες διασυνδέσεις μεταξύ τους: Η «λύση» του οικονομικού προβλήματος συμπίπτει για μια κοινωνία με την διαδικασία της αναπαραγωγής της, δηλ. με τον τρόπο κατά τον οποίο αναπαράγεται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου το προϊόν που «καταναλώνει» η κοινωνία, το οποίο συνίσταται στα καταναλωτικά αγαθά που είναι αναγκαία για την επιβίωση των μελών της κοινωνίας κατά την περίοδο αυτή και στα κεφαλαιουχικά αγαθά, πρώτες ύλες κλπ. που καταναλώθηκαν στην διαδικασία της παραγωγής αυτής της περιόδου, θα πρέπει δηλ. με κάποιο τρόπο στην κοινωνία να αποφασισθεί τι θα παραχθεί, πως, πόσο και πότε θα παραχθεί καθώς και πως θα διανεμηθεί (γνωστά ερωτήματα από τα οικονομικά εγχειρίδια). Με τα ερωτήματα αυτά συνδέεται το ερώτημα ποιό είναι το υποκείμενο που θα πάρει αυτές τις αποφάσεις. Είναι προφανές ότι το υποκείμενο αυτό διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία. Μπορεί να είναι ένας τυραννικός εξουσιαστής, μια δημοκρατική συνέλευση, μια υπηρεσία προγραμματισμού ή η αγορά. Είναι σημαντικό να συγκρατήσουμε ότι σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν να είναι αυθαίρετες, αλλά υπόκεινται σε περιοριστικούς παράγοντες κοινωνικο-οικονομικού χαρακτήρα. Ο εξουσιαστής, οι προγραμματιστές κλπ. θα πρέπει να έχουν λάβει υπόψη τους κατά τους υπολογισμούς τους της πορείας της παραγωγικής διαδικασίας και της διανομής του προϊόντος, τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας «τους», όπως έχουν διαμορφωθεί στην βάση του συγκεκριμένου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, δηλ. την διαθέσιμη κοινωνική εργασία, τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, τις τεχνικές δυνατότητες και τις αντίστοιχες κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των δρώντων στην συγκεκριμένη κοινωνία.

Θα πρέπει να κατανείμουν τους «πόρους» στους τομείς της κοινωνίας (όχι μόνο στους οικονομικούς τομείς, αλλά και σε τομείς που εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη συνέχιση της οικονομικής ζωής, όπως είναι η άμυνα και η παιδεία) εξασφαλίζοντας έτσι την σύνολη αναπαραγωγή της. Εάν οι αποφάσεις που θα λάβουν δεν προσανατολισθούν σε πραγματικά μεγέθη και ανάγκες, η κοινωνία θα οδηγηθεί σε δυσλειτουργίες (λ.χ. δεν πρόβλεψαν να εξασφαλίσουν σπόρο για τις καλλιέργειες της επομένης περιόδου, δεν εξασφάλισαν την άμυνα απέναντι σε επιθετικούς γείτονες). Οι δυσλειτουργίες αυτές οδηγούν κατά κανόνα σε τραντάγματα και αμφισβητήσεις του ίδιου του ρόλου της εξουσίας, των προγραμματιστών κλπ. (κρίση νομιμοποίησης).

Διαπιστώνουμε έτσι την εξάρτηση της διαδικασίας αποφάσεων από τα «δεδομένα», στα οποία αναφέρεται ρυθμιστικά, δηλ. από τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας.

Ο τρόπος που προσεγγίσαμε το πρόβλημα των αποφάσεων σε σχέση με την κοινωνική αναπαραγωγική διαδικασία φαίνεται να προϋποθέτει ότι αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις «ελέγχουν» την κοινωνία τόσο από οικονομική, όσο και από πολιτική άποψη. Πράγματι στο μοντέλο μας οι δύο αυτές απόψεις δεν μπορούν να αποχωρισθούν. Το να αποφασίζω αποτελεσματικά ότι θα διατεθούν Χ ώρες εργασίας στις αγροτικές καλλιέργειες συγκεκριμένου τύπου ή στην άμυνα, σημαίνει ότι έχω την δυνατότητα να υποχρεώσω αν χρειασθεί συγκεκριμένους ανθρώπους να αναλάβουν τις δραστηριότητες αυτές. Την δυνατότητα αυτή μπορεί να μου την παρέχει μια οπλισμένη φρουρά (εφ’ όσον τα άλλα μέλη της κοινωνίας είναι άοπλα), η οποία κι αυτή με την σειρά της θα πρέπει να αναπαραχθεί από το συνολικό κοινωνικό προϊόν. Το στοιχείο δηλ. της οικονομικής αναπαραγωγής και της πολιτικής εξουσίας συγχέεται σ’ ένα τέτοιο μοντέλο. Αντίθετα σε κοινωνίες της αγοράς η αυτονόητη αυτή σύνδεση οικονομικού και πολιτικού στοιχείου φαίνεται να εξαφανίζεται. Πρώτον από την πλευρά της κοινωνικής αναπαραγωγής δεν υπάρχει το ένα προνομιακό κέντρο αποφάσεων (υπηρεσία προγραμματισμού), το οποίο θα λάβει τις βασικές αποφάσεις για την αναπαραγωγή της κοινωνίας, αλλά οι («οικονομικές») αυτές αποφάσεις «διαχέονται» σε όλη την κοινωνία, στους μεμονωμένους επιχειρηματίες και στους εργαζόμενους οι οποίοι, αποφασίζουν με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Δεύτερον από την πλευρά της οργανωμένης εξουσίας (κράτος) λαμβάνονται αποφάσεις (που αφορούν λ.χ. δραστηριότητες στην άμυνα και στην παιδεία) που υλοποιούνται βάσει πόρων που εξασφαλίζονται από αναγκαστικές εισφορές των μελών της κοινωνίας (π.χ. φορολογικό σύστημα). Παράλληλα το κράτος εγγυάται την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, και τους όρους λειτουργίας της αγοράς. Η εργασία και το κεφάλαιο κατευθύνονται προς τους τομείς της παραγωγικής και ευρύτερης κοινωνικής δραστηριότητας βάσει νόμων προσφοράς και ζήτησης. Αλλά το πως θα ενεργοποιηθούν οι νόμοι αυτοί, δηλ. πως θα ενεργοποιηθούν οι ιδιωτικές αποφάσεις καθώς και πως θα ενεργοποιηθεί η κρατική διαμόρφωση όρων λειτουργίας της αγοράς δηλ. πως θα ενεργοποιηθούν οι δημόσιες αποφάσεις εξαρτάται και εδώ από τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και από τις παραγωγικές δυνατότητες και αντίστοιχες «ανάγκες» (λ.χ. σε άμυνα, σε παιδεία κλπ.).

Καταμερισμός της εργασίας και Πολιτική σε παραδοσιακές κοινωνίες

Χρησιμοποιήσαμε έναν όρο που είναι κεντρικός στις κοινωνικές επιστήμες και συνδέεται με την έννοια της πολιτικής: τον όρο «καταμερισμός της εργασίας». Με τον όρο αυτό έχουν συνδεθεί δύο σημαντικές ιδέες. Η πρώτη προέρχεται από τον Σκώτο θεωρητικό Adam Ferguson, στο έργο του «Δοκίμιο για την Ιστορία της Αστικής Κοινωνίας» (1767), ο οποίος ενδιαφέρεται για τον τρόπο που σε μια συνολική κοινωνία μοιράζονται οι διάφορες -σημαντικές για την αναπαραγωγή της – κοινωνικοοικονομικής δραστηριότητας στα μέλη της (και με τον τρόπο αυτό πραγματοποιείται – ασυνείδητα για τα κοινωνικά άτομα-μια μορφή κοινωνικής αλληλεξάρτησης και «αλληλεγγύης»). Η δεύτερη ιδέα προέρχεται από τον επίσης Σκώτο θεωρητικό και θεμελιωτή της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας, τον Α. Smith, στο κλασικό του έργο «Εξέταση της φύσης και των Αιτίων του Πλούτου των Εθνών» (1776). Στο έργο αυτό ο Α. Smith, χωρίς να αγνοεί το στοιχείο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, τονίζει ιδιαίτερα και το στοιχείο του οικονομικού καταμερισμού της εργασίας ως αποτέλεσμα της ροπής για αύξηση της παραγωγής επιμερίζεται μια, αρχικά ενιαία σύνθετη εργασιακή διαδικασία σε στοιχειώδεις εργασιακές διαδικασίες πράγμα που επιτρέπει μεγαλύτερη εξειδίκευση των εργατών που αναλαμβάνουν την επί μέρους διαδικασία, και οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας στην όλη παραγωγική μονάδα. Οι δύο αυτές έννοιες του καταμερισμού της εργασίας συνδέονται μεταξύ τους, πράγμα που γίνεται ήδη συνειδητό στα έργα των δύο κλασικών. Πράγματι αλλαγές στην τεχνική οργάνωση και στις εργασιακές δομές των επί μέρους παραγωγικών μονάδων έχουν συνέπεια για την εξέλιξη της δομής των κοινωνικών δραστηριοτήτων, των επαγγελμάτων κλπ. σε επίπεδο της συνολικής κοινωνίας. Και αντίστροφα συγκεκριμένες εξελίξεις στην σχέση των κοινωνικών δραστηριοτήτων μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγές στην οργάνωση και τον καταμερισμό της εργασίας στο εσωτερικό των επί μέρους οικονομικών μονάδων. Ο θεωρητικός που επεχείρησε συνειδητά μια σύνδεση των δύο όψεων του καταμερισμού της εργασίας είναι ο Karl Marx ήδη στην «Γερμανική Ιδεολογία» (1845/46), αλλά και στο «Κεφάλαιο». Στην «Γερμανική Ιδεολογία» ο Μαρξ εντοπίζει ως σημαντική φάση στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας τον χωρισμό Πόλης και Υπαίθρου, όπως διαμορφώνεται ιστορικά στην μεσαιωνική κοινωνία. Θεωρητικοί όπως οι W. Sambart και Max Weber έδειξαν τις συνέπειες του χωρισμού αυτού για την διαμόρφωση της σχέσης κοινωνίας και πολιτικής.

Οι πρώτες «πόλεις» διαμορφώνονται αρχικά σε περιοχές αγορών και εμπορικών συναντήσεων, σε τοποθεσίες ευνοϊκές για το εμπόριο και κάτω από την προστασία βασιλέων και ευγενών. Η προστασία αυτή παρέχεται από οχυρωμένες θέσεις και κάστρα (Burg), από τα οποία παίρνουν το όνομά τους και οι πολίτες/ αστοί BUrger, Bourgeois. Οι κάτοικοι είναι έμποροι και τεχνίτες στους οποίους οι κύριοι του κάστρου, οι ευγενείς, παρέχουν εμπορικές ελευθερίες και προνόμια. Με την συγκέντρωσή τους στην πόλη λαμβάνει χώρα μια σημαντική εξειδίκευση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας ανάμεσα στις διάφορες ειδικότητες και στα επαγγέλματα. Σε μία πρώτη φάση ανάπτυξης των πόλεων η πολιτική εξουσία ανήκει αποκλειστικά στους ευγενείς, οι οποίοι, «νομιμοποιούν» την εξουσία τους βάσει φεουδαλικών τίτλων καταγωγής και ιδιοκτησίας και την ασκούν μέσω υπαλλήλων (αστυνομική, Φορολογική, τελωνειακή, δικαστική αρχή, νομισματοκοπείο είναι χαρακτηριστικές υπηρεσίες μιας πόλης του 12ου αιώνα). Οι κύριοι του κάστρου (και της πόλης), είναι παράλληλα κύριοι της αγροτικής περιοχής γύρω από το κάστρο, στο οποίο ζουν εξαρτημένοι χωρικοί που δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την περιοχή και αποδίδουν μέρος της εσοδείας στον κύριο ως φόρο. Οι κύριοι ασκούν λοιπόν πολιτική εξουσία στην πόλη και στην ύπαιθρο, έχουν δε εισοδήματα τόσο από τα δοσίματα των χωρικών, όσο και από την φορολόγηση των αστών.

Η οικονομική ζωή των πόλεων είναι οργανωμένη με την ανάπτυξη των πόλεων σε συντεχνίες κατά επαγγέλματα, στις οποίες ισχύουν αυστηροί κανόνες που ρυθμίζουν το μέγεθος της παραγωγής, αλλά και τις τεχνικές μεθόδους, καθώς και τις σχέσεις μεταξύ των μελών τους: μαστόρων, μαθητευομένων κλπ. (ένα μέλος συντεχνίας δεν μπορεί να αλλάξει επάγγελμα, να μετακινηθεί κλπ. χωρίς την άδεια της συντεχνίας).

Είδαμε ότι η πολιτική εξουσία ασκείται μέσω ενός εξουσιαστικού μηχανισμού που αναπαράγεται μέσω της φορολόγησης του κοινωνικού προϊόντος της πόλης και της υπαίθρου. Καθώς αυξάνει όμως η δύναμη των πόλεων θέτουν οι κάτοικοι των πόλεων (συχνά μέσα από τις συντεχνιακές εκπροσωπήσεις) σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή νομιμοποίηση της εξουσίας στην βάση του φεουδαλικού δικαίου και εγείρουν την αξίωση να επηρεάζουν οι ίδιοι την δραστηριότητα της διοίκησης θέτοντας κανόνες σ’ αυτήν και ελέγχοντας την υλοποίησή τους. Τα συμβουλευτικά όργανα που έχουν σε πολλές περιπτώσεις συγκροτηθεί για να γνωμοδοτούν απέναντι στον ευγενή κύριο της πόλης εμφανίζουν την τάση να ασκήσουν πραγματική διοίκηση και να απονείμουν δικαιοσύνη, ακόμη και να ασκήσουν «εξωτερική πολιτική» συνάπτοντας συμφωνίες με άλλες πόλεις. (Ο Max Weber μιλάει για τάση «απαλλοτρίωσης» της εξουσίας από μέρους των αστών).

Οι αστοί θέτουν το πρόβλημα της νομιμοποίησης της εξουσίας σε σχέση με την προώθηση των συμφερόντων τους. Επιδιώκουν τον αφοπλισμό της φρουράς των φεουδαλικών εξουσιαστών της πόλης και την εγκατάσταση δικών τους διοικήσεων και στρατιωτικών τμημάτων. Προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση των επιδιώξεων αυτών ήταν η ανάπτυξη της οικονομικής ισχύος και των δυνατοτήτων των πόλεων να οργανωθούν στρατιωτικά. Στο βαθμό που οι προϋποθέσεις αυτές εκπληρούνται ιστορικά αναλαμβάνουν την διοίκηση των πόλεων μέσα από διαδικασίες κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων εκπρόσωποι των εμπόρων και των βιοτεχνών. Μεταβάλλεται έτσι ο τύπος πολιτικού κατεξουσιασμού ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καταμερισμού της εργασίας και της δημιουργίας ισχυρών εμπορικο-βιοτεχνικών κοινωνικών στρωμάτων στις πόλεις. Ωστόσο η κυρίαρχη πόλη θα περιέλθει πάλι με το τέλος του μεσαίωνα σε εξάρτηση από την διαμορφούμενη κεντρική-κρατική εξουσία και θα αποτελέσει έναν από τους δυναμικούς εκείνους παράγοντες που οδήγησαν στον καπιταλισμό.

Αλλαγές των παραδοσιακών πολιτικο-οικονομικών σχέσεων και η διαμόρφωση του καπιταλισμού

Οι αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις που σχηματικά περιγράψαμε είχαν περιγραφεί από θεωρητικούς όπως ο Karl Marx και μετά από αυτόν οι W. Sombart και Max Weber. Οδηγούν στη διαμόρφωση ενός συστήματος του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, του οποίου τα ουσιώδη οικονομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά έχουν περιγραφεί ως «καπιταλιστικές» σχέσεις. Οι σχέσεις αυτές διαμορφώνονται σταδιακά στη δυτική Ευρώπη από τον 13ο έως τον 16ο αιώνα και παίρνουν την μορφή που περιέγραψε ο Marx ως «ιδιαίτερο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής» τον 19ο αιώνα με την γενίκευση της εμπορευματικής αγοράς (και της αγοράς εργασίας), την συγκρότηση του βιομηχανικού προλεταριάτου και την παραγωγή στην βάση της μηχανοποιημένης βιομηχανίας, στοιχεία που αποτελούν έκφραση συστηματικής ανάπτυξης του καταμερισμού της εργασίας και της τεχνικής βάσης της κοινωνίας.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού προϋποθέτει την ύπαρξη «ελεύθερων» εργατών που έχουν αποσπασθεί από τον παραδοσιακό τρόπο ζωής (εξάρτηση από το κτήμα και τις φεουδαλικού τύπου υποχρεώσεις απέναντι στον κύριο) και έχουν καταφύγει στις πόλεις, όπου μη έχοντας άλλο πόρο ζωής, αποτελούν διαθέσιμα εργατικά χέρια για την διαμορφούμενη καπιταλιστική βιοτεχνία που διαδέχεται το συντεχνιακά οργανωμένο παραδοσιακό εργαστήρι. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιας απελευθέρωσης εργατικής δύναμης από τις παραδοσιακές σχέσεις εξάρτησης και της εμπλοκής της σε νέου τύπου καπιταλιστική εξάρτηση είναι η εκδίωξη των αγροτών από τα κτήματα στην Αγγλία (όπου η αγροτική παραγωγή αντικαθίσταται με την επικερδέστερη κτηνοτροφία για την εκμετάλλευση του μαλλιού) και η διάλυση των φεουδαλικών στρατών στις αρχές του 16ου αιώνα.

Παράλληλα με τον χωρισμό των παραγωγών από τις παραδοσιακές βιοτικές συνθήκες που εξασφάλιζαν την επιβίωση τους λαμβάνει χώρα και η «απελευθέρωση» του κεφαλαίου από τις συντεχνιακές δεσμεύσεις και υποχρεώσεις του. Επεκτείνονται οι ελεύθερες ανταλλακτικές σχέσεις στον βαθμό που διευρύνεται η ζήτηση για υφάσματα, επεξεργασμένο ξύλο, προϊόντα μεταλλουργίας και ναυπηγικής καθώς και πυροβόλα όπλα. Εμπόριο, ναυσιπλοΐα και επικοινωνίες διευρύνονται, Η παραδοσιακή παραγωγή σε συντεχνιακή βάση είναι ανεπαρκής για τις διευρυνόμενες νέες ανάγκες. Την θέση της παίρνει η καπιταλιστική βιοτεχνία, στην οποία η παραγωγή διευθύνεται από έναν επιχειρηματία που καταβάλλει μισθούς και προμηθεύεται τις α’ ύλες και τα μέσα παραγωγής για να κάνει δυνατή την παραγωγή και να πραγματοποιήσει κέρδη χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις παραδοσιακές οργανωτικές μορφές της συντεχνίας (έρχεται μάλιστα σε σύγκρουση με την συντεχνιακά οργανωμένη βιοτεχνία και επιβάλλεται σ’ αυτήν). Στην θέση του καταμερισμού της εργασίας μεταξύ συντεχνιών διευρύνεται ο καταμερισμός της εργασίας στο κάθε εργαστήρι.

Το αναπτυσσόμενο εμπορικό και βιοτεχνικό κεφάλαιο αποζητά προστασία απέναντι στα φεουδαλικά προνόμια και την αυθαιρεσία των ευγενών σε μια ισχυρή πολιτική δύναμη. Ενισχύει γι’ αυτό την κεντρική βασιλική εξουσία απέναντι στην πολιτική πολυδιάσπαση της φεουδαλικά οργανωμένης παραδοσιακής κοινωνίας. Επιδιώκει ενιαία σύνορα, ενιαία φορολογία, ένα νόμισμα.

Η καπιταλιστική παραγωγή που επιβάλλεται ιστορικά απέναντι στον παραδοσιακό συντεχνιακά οργανωμένο τρόπο παραγωγής με τον χωρισμό μέσων παραγωγής και εργασίας που συνεπάγεται και την επανασύνδεση των δύο αυτών στοιχείων βάσει των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών του επιχειρηματία επιτρέπει μεγαλύτερη ευλυγισία απέναντι στην ζήτηση και κάνει δυνατή την εισαγωγή οργανωτικών και τεχνικών καινοτομιών.

Με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι συμπτωματικές και σποραδικές τεχνικο- οργανωτικές καινοτομίες γενικεύονται και εξασφαλίζονται μέσω του ανταγωνισμού. Ο καταμερισμός της εργασίας μεγαλώνει καθώς διαφορετικές τέχνες συνδυάζονται σε μια ενιαία παραγωγή, ενώ παράλληλα διαφορετικές εργασιακές διαδικασίες μιας τέχνης αναλύονται σε μια σειρά μεμονωμένων εργασιών. Η διαδικασία εξειδίκευσης και τεχνικής βελτιώσεων συνεχίζεται μέχρι την βιομηχανική επανάσταση στα τέλη του 18ου αιώνα, οπότε και επαναστατικοποιείται αγκαλιάζοντας οργάνωση της εργασίας σε μεγάλη κλίμακα και εξειδίκευση, σχεδιασμένη ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας στο εσωτερικό της επιχείρησης, παράλληλη ασχεδίαστη ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας σε επίπεδο της συνολικής κοινωνίας είναι η εικόνα της κοινωνίας που αποκρυσταλλώνεται μετά την βιομηχανική επανάσταση. Την κοινωνία αυτή περιέγραψε ο Karl Marx ως κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, στην οποία τόσο το κοινωνικό προϊόν όσο και τα μέσα παραγωγής και η διαθέσιμη εργασιακή δύναμη έχουν την μορφή εμπορεύματος και διατίθενται στην αγορά.

Οι παραδοσιακές τάξεις μετατρέπονται σε νέες τάξεις σε ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής και μη- ιδιοκτήτες («προλεταριάτο»). Οι νέες αυτές τάξεις προέρχονται από τις παραδοσιακές, από τους εμπόρους και κτηματίες της παραδοσιακής κοινωνίας και παύουν να δραστηριοποιούνται στο παραδοσιακό καθεστώς των συντεχνιακών ρυθμίσεων και προνομίων και συμπεριφέρονται ως τάξεις της αγοράς, ως ελεύθεροι επιχειρηματίες. Και από τους αγρότες, κολήγους, στρατιώτες κλπ. της παραδοσιακής κοινωνίας που στρέφονται προς την διαμορφούμενη αγορά εργασίας για να εξασφαλίσουν τα μέσα επιβίωσης.

Ο Marx ξεκινάει από την προϋπόθεση ότι στο σύνολο της κοινωνίας, στην πόλη και στην ύπαιθρο, επιβάλλονται σχέσεις καπιταλιστικού τύπου. Η ανθρώπινη εργασία με το να είναι αδέσμευτη από παραδοσιακούς τεχνικούς-οργανωτικούς όρους και να διατίθεται στην αγορά ως εμπόρευμα αποκτά αφηρημένο χαρακτήρα, κινητικότητα μεταξύ των κλάδων της οικονομίας και προσαρμοστικότητα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της παραγωγής (δηλ. στην ζήτηση εργασίας). Ο συνολικός χρόνος εργασίας τον οποίο διαθέτει η κοινωνία «υλοποιείται» στο τέλος μιας περιόδου στο συνολικό κοινωνικό προϊόν, του οποίου ένα μέρος που συνίσταται σε καταναλωτικά αγαθά (αντίστοιχο προς το σύνολο των μισθών) ιδιοποιούνται οι εργαζόμενοι εξασφαλίζοντας μ’ αυτό την αναπαραγωγή τους ενώ τα λοιπά μέρη ιδιοποιούνται οι ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής βάσει της ιδιοκτησιακής σχέσης και του κεφαλαίου το οποίο διαθέτουν. Συγκεκριμένα οι ιδιοκτήτες ιδιοποιούνται ένα μέρος του προϊόντος συνιστάμενο σε καταναλωτικά αγαθά για την αναπαραγωγή της τάξης τους καθώς και ένα μέρος συνιστάμενο σε κεφαλαιουχικά αγαθά, α’ ύλες κλπ. για την αντικατάσταση του φθαρέντος εξοπλισμού (αλλά και για νέες επενδύσεις). Οι ιδιοκτήτες διαθέτουν ελεύθερα το κοινωνικό προϊόν το οποίο ιδιοποιούνται διοχετεύοντας τους πόρους σε νέα παραγωγή σύμφωνα με κριτήρια μεγιστοποίησης του κέρδους. Ιστορικά και κοινωνικά ειδωμένες είναι βέβαια οι «αποφάσεις» αυτές ουσιωδώς καθορισμένες από τον βαθμό ανάπτυξης του καταμερισμού της εργασίας και την τεχνικο-οργανωτική βάση της κοινωνίας, δηλ. οι αποφάσεις λαμβάνονται στην βάση ιστορικά δυνατών εναλλακτικών λύσεων και έχουν σε μεγάλο βαθμό (ακριβώς λόγω της ανταγωνιστικής κατάστασης μέσα στην οποία λαμβάνονται) «αναγκαίο» χαρακτήρα.

Παραδοσιακά και σύγχρονα χαρακτηριστικά του Κράτους

Θα θέσουμε το ερώτημα τι σημαίνει από την άποψη διαμόρφωσης πολιτικών σχέσεων η μετάβαση από την παραδοσιακή κοινωνία στην σύγχρονη αστική κοινωνία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και της αγοράς.

Η ανάπτυξη της αγοράς προϋποθέτει την εξαφάνιση ή τουλάχιστον τον περιορισμό ενός συστήματος προνομίων που παρείχε η παραδοσιακή εξουσία (απολυταρχικοί μονάρχες, πρίγκιπες κλπ.) σε εμπόρους, βιοτέχνες κλπ. για την αποκλειστική εκμετάλλευση ορισμένων κλάδων της οικονομικής ζωής. Τα προνόμια αυτά περιελάμβαναν άδειες για το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής και εξαγωγής εμπορευμάτων ή καλλιέργειας συγκεκριμένων προϊόντων, για την χρησιμοποίηση συγκεκριμένων τεχνικών παραγωγής, για την απασχόληση προσωπικού κλπ. Η παραδοσιακή πολιτική εξουσία παραχωρούσε τα προνόμια αυτά με αντάλλαγμα χρηματικές ή άλλες παροχές των ευνοουμένων από τα προνόμια προς αυτήν. Στο βαθμό που τα αστικά εμπορο- βιοτεχνικά στρώματα ισχυροποιούνται διεκδικούν απάλειψη των παραδοσιακών προνομίων και μονοπωλίων και θέσπιση γενικών κανόνων που να ρυθμίζουν τα πλαίσια της οικονομικής δραστηριότητας. Οι διεκδικήσεις αυτές στρέφονται κατά των επί μέρους ευγενών, των οποίων τα δημόσιου χαρακτήρα δικαιώματα σε μια επικράτεια εκφράζουν τον κατακερματισμό και την πολυδιάσπαση της δημόσιας εξουσίας και αποτελούν εμπόδιο για την ανάπτυξη της οικονομικής ζωής (λ.χ. ένας έμπορος που θέλει να μεταφέρει ένα φορτίο από το Στρασβούργο στην Βρέμη θα πρέπει να περάσει από δεκάδες μικρά «Κράτη», να φορολογηθεί από το καθένα χωριστά, να πληρώσει σε διαφορετικά νομίσματα κλπ.). Έτσι οι διεκδικήσεις των ανερχομένων αστικών στρωμάτων έχουν ως περιεχόμενο την αντικατάσταση της πολυδιασπασμένης εξουσίας με μία ενιαία εξουσία για μια επικράτεια (απολυταρχισμός) και την διευκόλυνση των συναλλαγών σ’ αυτήν. Βοηθούν την κεντρική εξουσία να επιβληθεί απέναντι στην τοπική εξουσία, ταυτόχρονα διεκδικούν την κατάργηση των προνομίων των εμπόρων και βιοτεχνών που ασκούν μονοπωλιακή δραστηριότητα βάσει «αδειών» της πολιτικής αρχής. Η κεντρική απολυταρχική διοίκηση που διαμορφώνεται, έτσι σε περισσότερα Κράτη της Δυτικής Ευρώπης τον 17ο και τον 18ο αιώνα σε μεγάλο βαθμό ικανοποιεί τα αιτήματα κατάργησης των προνομίων και των μονοπωλίων. Με τον τρόπο αυτό όμως τίθεται για το Κράτος το πρόβλημα της μεταβολής της ίδιας του της αναπαραγωγικής βάσης. Ενώ παραδοσιακά η αναπαραγωγή του στηριζόταν σε ανταλλάγματα για την εκχώρηση φεουδαλικών προνομίων και μονοπωλίων, θα πρέπει, στο βαθμό που υποστηρίζει αιτήματα διεύρυνσης του ελεύθερου ανταγωνισμού να «αποσυρθεί» από τις επεμβάσεις στην οικονομική ζωή και να αναπαράγεται ως πολιτικό και μόνο Κράτος μέσω κάποιας μορφής «γενικής» φορολογικής επιβάρυνσης των νέων τάξεων της κοινωνίας της αγοράς. Μια σειρά προβλήματα προκύπτουν εδώ σχετικά με το πρόβλημα της φορολογίας. Ποιος θα επιβαρύνεται και σε τι βαθμό; (Μια από τις κύριες αιτιάσεις των αστικών επαναστάσεων είναι οι φοροαπαλλαγές των ευγενών και του κλήρου). Ποιος θα ελέγχει προς τα πού θα κατευθυνθούν οι πόροι που εξασφαλίζονται μέσω της φορολογίας (λ.χ. οι πολυτελείς δαπάνες υπέρ της Αυλής, για εξοπλισμούς, υπέρ ποίου, εναντίον ποίου;). Για τις ανερχόμενες αστικές τάξεις η αναπαραγωγή της κρατικής εξουσίας δεν νομιμοποιείται παραδοσιακά, αλλά σε σχέση με την εξασφάλιση προστασίας της κοινωνίας και την θέσπιση γενικών κανόνων και ελευθεριών (πρβλ. την διένεξη μεταξύ Filmer και J. Locke τον 17ο αιώνα). Το πρόβλημα των κρατικών εσόδων και δαπανών θα πρέπει με κάποιο τρόπο να «ελέγχεται» από εκπροσώπους των ανερχομένων αστικών τάξεων. Στον βαθμό που το απολυταρχικό Κράτος δεν απεδέχθει την λογική αυτή οι διαμάχες εξελίχθηκαν συχνά σε αιματηρές επαναστάσεις όπως η αγγλική του 1688 και η γαλλική του 1789, μέσα από τις οποίες διαφοροποιείται η δομή του παραδοσιακού Κράτους και διαμορφώνεται ένα σύγχρονο Κράτος που αντιστοιχεί λειτουργικά στον νέο καταμερισμό της εργασίας των αστικών κοινωνιών της αγοράς.

Έκφραση αυτής της διαφοροποίησης είναι και οι αλλαγές στον θεσμό του Κοινοβουλίου. Κοινοβούλια είναι στο προαστικό κράτος συμβουλευτικά σώματα στα οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι των εμπόρων, βιοτεχνών κλπ. και εκφέρουν γνώμη για τα διάφορα κοινωνικά και οικονομικά φορολογικά κ.ά. μέτρα που αφορούν τις τάξεις αυτές (Αγγλία). Ή δικαστήρια που δημοσιεύουν τους Κρατικούς νόμους και τα διατάγματα ασκώντας εμμέσως έναν έλεγχο σ’ αυτούς μέσω του τυπικού ελέγχου εναρμόνισης των επί μέρους διατάξεων μέσα στο όλο νομικό πλαίσιο (Γαλλία).

Με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας οι εκπρόσωποι των κοινωνικών αυτών δυνάμεων στα Κοινοβούλια πίεζαν για ουσιαστικό έλεγχο των πολιτικών αποφάσεων, ιδιαίτερα αυτών που αφορούν στην φορολογία και την δημόσια δαπάνη. Αξιώνουν οι επί μέρους αποφάσεις να νομιμοποιούνται όχι πλέον μόνο ύστερα από απλή γνωμοδότηση, αλλά μετά από έγκριση των κοινοβουλίων. Στις συγκρούσεις που διαμορφώνονται μεταξύ των κοινοβουλίων και της παραδοσιακής εκτελεστικής εξουσίας (απολυταρχικό κράτος), το αίτημα αυτό οξύνεται. Καταλήγει στην αξίωση νομιμοποιημένοι κανόνες να είναι μόνον οι κανόνες που θεσπίζει το ίδιο το Κοινοβούλιο, αλλά και στην αξίωση οι επί κεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας (υπουργοί) να έχουν και έγκριση των κοινοβουλίων. Μέσα από επαναστατικές διαδικασίες η αντίληψη αυτή για την νομιμοποίηση της εξουσίας και την σχέση της νομοθετικής προς την εκτελεστική εξουσία επιβάλλεται στην Αγγλία τον 17ο αιώνα (Ένδοξη Επανάσταση). Παράλληλα δρομολογείται μια διαδικασία που διήρκεσε περισσότερο από δύο αιώνες και συνίστατο στην διεύρυνση της εκλογικής βάσης των κοινοβουλίων και στην εκπροσώπηση σ’ αυτά πλατιών αστικών και (από τον 19ο αιώνα) εργατικών στρωμάτων. Μέσα από τις πολιτικές αυτές διαδικασίες μορφοποιείται το Κοινοβουλευτικό σύστημα που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

Με την επικράτηση της αντίληψης ότι το Κράτος εγγυάται τους γενικούς όρους λειτουργίας της κοινωνίας και της οικονομίας χωρίς να παρεμβαίνει ενεργά στην οικονομική ζωή αλλάζει και η έννοια του κρατικού καταναγκασμού και του δικαίου. Πρώτον επιβάλλεται η τάση για ενιαία αντιμετώπιση της αξιόποινης πράξης από το ποινικό δίκαιο, το οποίο σε παραδοσιακές κοινωνίες θέσπιζε διαφοροποιήσεις κατά κοινωνικές τάξεις. Ακόμη επιβάλλεται η άποψη στον χώρο του αστικού δικαίου ότι όλα τα άτομα στην κοινωνία είναι ίσα και ελεύθερα να συνάπτουν δικαιοπραξίες, χωρίς περιορισμούς από την γέννηση, καταγωγή ή άλλη παραδοσιακή σχέση τους. Η σχέση εργασίας ρυθμίζεται από την ελεύθερη συναίνεση των συμβαλλομένων (του εργαζόμενου και του εργοδότη), χωρίς να επηρεάζεται από παραδοσιακές σχέσεις (όπως της πρόσδεσης του αγρότη στο κτήμα και του εργάτη στην συντεχνία). Το Κράτος προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία και παρεμβαίνει, όπου μια συμβατική υποχρέωση δεν τηρείται. Έτσι θεωρείται ότι τα άτομα δεν υποχρεούνται πλέον πρωτογενώς σε κανενός τύπου συμπεριφορά από την δημόσια εξουσία, αλλά «αυτοδεσμεύονται» από συμβατικές υποχρεώσεις που έχουν τα ίδια επιλέξει (και καταναγκάζονται από το Κράτος δευτερογενώς μόνον, εφ’ όσον δεν ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, να τηρήσουν τα υποσχεθέντα ή να αποζημιώσουν το μέρος με το οποίο έχουν συμβληθεί). Διαμορφώνεται έτσι η εικόνα της κοινωνίας ελευθέρων ατόμων που βρίσκονται μεταξύ τους σε ανταγωνισμό συνάπτουν συμφωνίες, και συνδέονται μέσω των ατομικών συμφερόντων, σκοπών κλπ. στην αγορά.

Στην κοινωνία που χαρακτηρίζεται από σχέσεις που διαμορφώνονται στην αγορά αντιστοιχεί το «ορθολογικό» κράτος που αποδεσμεύεται βαθμιαία από τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά της εξουσίας. Ο ορθολογισμός εκδηλώνεται πρώτα απ’ όλα στην οργάνωση της στρατιωτικής υποδομής του Κράτους.

Εκδηλώνεται ακόμα στην αυξανόμενη «γραφειοκρατικοποίηση» (Μαξ Βέμπερ) του Κράτους. Διαμορφώνονται οργανωμένες οικονομικές και αστυνομικές υπηρεσίες από επαγγελματίες υπαλλήλους που εξαρτώνται από την μισθοδοσία που παρέχει το Κράτος, που τυποποιούν τις πρακτικές τους βάσει γενικών κανόνων, τηρούν βιβλία, προβλέπουν και επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν ορθολογικά διοικητικά προβλήματα. Η συμπεριφορά της διοίκησης, όπως άλλωστε και των δικαστηρίων γίνεται έτσι προβλέψιμη, μπορεί να «υπολογισθεί» εκ των προτέρων από τα οικονομικά δρώντα άτομα, πράγμα που με την σειρά του διευκολύνει τις συναλλαγές, τις νέες επενδύσεις κλπ.

Το Κράτος λαμβάνει υπό την πίεση της βιομηχανίας και του εμπορίου μέτρα για την οικονομική ανάπτυξη, όπως η δημιουργία οδικού δικτύου, ενιαίου νομίσματος, πρόσφορου τελωνειακού συστήματος κλπ. Πολλοί συγγραφείς του 18ου αιώνα όπως ο Rousseau ελέγχουν ωστόσο το δημοσιονομικό σύστημα ως ανορθολογικό, όσο είναι εξαρτημένο από την παραδοσιακή εξουσία και δεν ελέγχεται από τις τάξεις του εμπορίου και της βιομηχανίας.

Οι εξελίξεις αυτές συνδέθηκαν με αλλαγές στους παραδοσιακούς τρόπους ερμηνείας της πολιτικής ζωής. Η παλιά τάξη πραγμάτων ερμηνευόταν από τους δρώντες μέσα από θρησκευτικές έννοιες έτσι ώστε το πολιτικό και το θρησκευτικό στοιχείο να μη μπορούν να αποχωρισθούν. Λόγω του χαρακτήρα αυτού των παραδοσιακών ερμηνειών έπαιρνε και η δράση εκείνη που προσανατολίζονταν στην αμφισβήτηση της παραδοσιακής κοινωνίας και πολιτικής θρησκευτική μορφή. Ο Μαξ Βέμπερ ανέλυσε την προβληματική αυτή σε σχέση με τον προτεσταντισμό, τον οποίο συνδέει με ένα ιδιαίτερο «πνεύμα» του καπιταλισμού που συνεπάγεται την υπευθυνότητα του ατόμου, την προθυμία για επιχειρηματικό κίνδυνο, την τάση για εξοικονόμηση κλπ. Η προτεσταντική διδασκαλία για την «θεία χάρη» αποδεσμεύει το πρόβλημα της «σωτηρίας της ψυχής» από την υποχρέωση αποφυγής ορισμένων συμπεριφορών (επικερδείς επιχειρήσεις, τοκισμός του κεφαλαίου κλπ) και έτσι ευνοεί ακριβώς τις συμπεριφορές αυτές που είναι χαρακτηριστικές για το σύγχρονο οικονομικό σύστημα.

Η ανάπτυξη του σύγχρονου Κράτους μπορεί να περιγραφεί ως σταδιακή απελευθέρωσή του από τις παραδοσιακές, θρησκευτικές μορφές της πολιτικής, απλευθέρωση που λαμβάνει χώρα αρχικά με θρησκευτικά επιχειρήματα: Οι πόλεμοι που ξεσπούν τον 16ο και 17ο αιώνα μεταξύ αφενός των παραδοσιακών δυνάμεων που προσπαθούν να διατηρήσουν ένα σύστημα φεουδαλικών προνομίων και αφετέρου των δυνάμεων που ευνοούν την ανάπτυξη κεντρικών απολυταρχικών κρατών έχουν την μορφή «πολέμων πίστεως». (πρβλ. την καθολική Λίγκα στην Γαλλία ή τις συγκρούσεις πουριτανών και Καλβινιστών με την κρατική – θρησκευτική (αγγλικανή) εξουσία στην Αγγλία).

Τον 18ο αιώνα με την ανάπτυξη του διαφωτισμού τα παραδοσιακά θρησκευτικά περιεχόμενα σχετικοποιούνται (πρβλ. την διδασκαλία της ανεξίθρησκείας στον Lessing και τον Βολταίρο). Επικρατεί η αντίληψη ότι η πολιτική πρέπει να στηρίζεται στα ορθολογικά ιδεώδη της ελευθερίας και της ισότητας και ότι θρησκευτικά περιεχόμενα που αντιτίθενται σ’ αυτές τις αρχές δεν είναι έγκυρα.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s