Ι. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ

1.Τον Μάρτιο τού 1983 συμπληρώθηκε αιώνας από το θάνατο τού Μαρξ. Μέσα στα εκατό αυτά χρόνια, παράλληλα με τις κοσμογονικές αλλαγές στον επιστημονικό, τεχνολογικό και οικονομικοκοινωνικό τομέα πού γνώρισε και δοκίμασε ή ανθρωπότητα, εφαρμόσθηκε και το μαρξιστικό σύστημα στην πράξη.

  1. Με ευκαιρία αυτήν την επέτειο, θα ήταν ίσως χρήσιμη ή κριτική, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος, της μαρξιστικής θεωρίας και πράξης με βάση την ιστορική εμπειρία πού έχει ό σύγχρονος άνθρω­πος. Αλλά πριν άπ’ όλα, έχοντας ύπ’ όψη την μεγάλη σύγχυση  (σκόπιμη  ή  μη)  πού   υπάρχει πάνω στο θέμα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι είναι Μαρξισμός.   Μία   κριτική   δεν   μπορεί  να   είναι εποικοδομητική αν δεν ξέρουμε γιατί μιλάμε. Δεν είναι φιλοσοφικό αλλά πολιτικό σύστημα. Ό Μαρξ  με  την  βοήθεια  και  συμπαράσταση του Έγκελς διατύπωσε την θεωρία του με σκοπό να εφαρμοσθεί στην πράξη μετέχοντας ό ίδιος σε επαναστάσεις   του   καιρού   του   (γεγονότα   Ρη­νανίας, 1848), οργανώνοντας τις Εργατικές Διε­θνείς κ.τ.λ.
  2. Τα κύρια σημεία πάνω στα οποία στηρίζεται ή μαρξιστική θεωρία μπορεί να πει κανείς ότι είναι:

α) ή φιλοσοφία τού «Διαλεκτικού Υλισμού»

β) ή θεωρία της υπεραξίας της εργασίας

γ) ή Δικτα­τορία του προλετάριου

δ) ή αταξική κοινωνία

ε) ό Διεθνισμός του Μαρξιστικού κινήματος και

στ) ή απόλυτη άρνηση του Θείου.

  1. To μαρξιστικό σύστημα στην πράξη σκοπεύει στην δομική μεταβολή της αστικής (κεφαλαιοκρατικής) κοινωνίας σε σοσιαλιστική, δηλαδή μία κοινωνία όπου το κύριο γνώρισμα είναι ότι όλα τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κοινωνικό σύνολο, και αταξική, με την έννοια ότι δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, σε τάξεις ανά­λογα με τη σχέση πού έχουν (ή δεν έχουν) προς τα μέσα παραγωγής, αφού, αυτά δεν θα ανήκουν σε ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων, αλλά στο κοινωνικό σύνολο.

Κατά την μαρξιστική θεωρία ή αστική κοινωνία και ή ανάπτυξη του εγγενούς μέσα σ’ αυτήν κεφαλαιοκρατικού συστήματος, είναι αναγκαίος σταθμός στον δρόμο προς το σοσιαλισμό. Πέρα από αυτό ό μαρξισμός αποδέχεται πολλές φάσεις στην εξέλιξη αυτής της ίδιας της «σοσιαλιστικής κοινωνίας».

Η πρώτη φάση (αποκαλείται και «μεταβατική») χαρακτηρίζεται από την δικτατορία του προλετα­ριάτου πού μόλις αναλάβει «με επανάσταση» την πολιτική εξουσία πρέπει να δημιουργήσει κράτος αυταρχικό πού να εκφράζει και να υποστηρίζει αποκλειστικά τα συμφέροντα της πολυπληθέστε­ρης τάξης πού είναι, κατά τους μαρξιστές, oι προλετάριοι εργάτες και πού θα σύντριψη τα αστικά θεσμικά όργανα και θεσμούς. Ή κοινωνία θα είναι αταξική, αφού όλα τα μέσα παραγωγής θα ανήκουν στο κράτος (πού όπως είπαμε ανήκει στους προλετάριους και όχι στο κοινωνικό σύνο­λο), θα υπάρχουν όμως άνισα δικαιώματα. Ή αμοιβή εργασίας θα είναι επίσης άνιση αφού άνιση θα εξακολουθεί να είναι ή προσφερόμενη εργασία σε είδος, ποσότητα και ένταση.

Στην τελευταία φάση της ή σοσιαλιστική κοινωνία θα έχει επιτύχει την υπερπαραγωγή και άρα την ύπερπληθώρα των οικονομικών αγαθών με συνέπεια την κατάργηση της διαίρεσης της ερ­γασίας (άρα και της αμοιβής) ανάλογα με το είδος,  την ποσότητα  και την ένταση,  με άλλα λόγια θα Ισχύει τότε το γνωστό σύνθημα «από τον καθένα σύμφωνα με τις Ικανότητες του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Μέσα σ’ αυτήν την τελευταία φάση, ή Έννοια της κρατικής εξουσίας θα αποδυναμώνεται συνεχώς και θα υπάρξει ή απόλαυση των απολύτων δικαιωμάτων της ζωής και της ελευθερίας και ή δυνατότητα επιδίωξης της ευτυχίας (δικαιώματα πού αποδέ­χεται και ό Μαρξ)[1].

Ό χρόνος πού θα μεσολαβήσει μεταξύ της πρώτης και της τελευταίας φάσεως δεν καθορί­ζεται ούτε από τον Μαρξ ούτε από τον Έγκελς. Μπορεί να είναι χρόνια, μπορεί αιώνες. Αλλά ας αναφέρομε τώρα μερικά στοιχεία πού διασαφηνίζουν τα κύρια σημεία τού μαρξιστικού συστήματος πού ήδη μνημονεύσαμε.

Διαλεκτική και διαλεκτικός  υλισμός

  1. Ό «διαλεκτικός υλισμός» είναι φιλοσοφικό σύστημα πάνω στο όποιο βασίζεται το πολιτικό σύστημα του Μαρξισμού. Ό διαλεκτικός υλισμός σαν φιλοσοφία, ερμηνεύει και εξηγεί τα Ιστορικά γεγονότα, δηλαδή το παρελθόν (Ιστορικός υλι­σμός), αναφέρεται στο μέλλον προσδιορίζοντας τις κοινωνικές εξελίξεις πού πρόκειται να συμβούν και αποτελεί την πηγή αναφοράς και δικαιολόγησης πού δίνει ή πού πρέπει να δίνει ή μαρξιστική κοινωνία σε καθημερινά προβλήματα στρατηγικής και τακτικής[2]

Ό διαλεκτικός υλισμός έχει σαν βάση την «Δια­λεκτική» του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου Εγέλου, σύμφωνα με την οποία κάθε αλλαγή στην ανθρώπινη Ιστορία πέρασε από τρεις φάσεις. Την «Θέση» πού είναι το κατεστημένο μιας καταστάσεως προσδιορισμένης κατά τόπο και χρόνο. Την «Αντίθεση» πού είναι ή άρνηση του κατεστημένου ή αποκοπή από αυτό. Την «Σύνθεση» πού είναι ή ενοποίηση της «Θέσεως» και «Αντιθέσεως» με την δημιουργία μιας καταστάσεως πού είναι νέα και διαφορετική από την παλαιά «Θέση» και «Αντίθεση», πού συνάμα αποτελεί πρόοδο συγκρινόμενη με αυτές και πού είναι ή νέα «Θέση».

Ή διαφοροποίηση μεταξύ Διαλεκτικής και Διαλε­κτικού Υλισμού έγκειται στο ότι α) σε αντίθεση προς τη Εγελιανή άποψη ότι oι διαδοχικές φάσεις της θέσεως – αντιθέσεως – συνθέσεως έ­χουν σαν γενεσιουργό αιτία εκείνο πού ό Έγελος αποκάλεσε «’Απόλυτη Ιδέα» και πού είναι ξένη και ανεξάρτητη προς τον υλικό κόσμο, οι Μαρξ και Έγκελς δέχονται ότι ή εξέλιξη των κοινωνιών, μέσα από τις διαδοχικές φάσεις της θέσεως -αντιθέσεως – συνθέσεως είχαν πάντα σαν αιτία συγκεκριμένες οικονομικές ανάγκες των ανθρώ­πων και

β) ενώ ή Διαλεκτική δεν ασχολείται με το μέλλον, αντίθετα ό Διαλεκτικός Υλισμός καθορί­ζει ποια θα είναι ή εξέλιξη στο μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας[3] με βάση ότι «θέση» είναι ή «αστική κοινωνία», «αντίθεση» είναι «το εργα­τικό προλεταριάτο» και «σύνθεση» ή «σοσιαλι­στική κοινωνία» πού περιγράψαμε και, πού θα προέλθει από την ήττα και συντριβή της θέσεως (αστικής κοινωνίας) από την αντίθεση (εργατικό προλεταριάτο).

  1. Σύμφωνα με την θεωρία της υπεραξίας της εργασίας, ή αμοιβή πού λαμβάνει ό εργάτης για την παρεχόμενη εργασία του (πού είναι και αυτή οικονομικό αγαθό) προσδιορίζεται από το MI­NIMUM πού απαιτείται για να καλύψει τις στοι­χειώδεις βιοτικές ανάγκες. Έτσι αν λ.χ. ή αμοιβή του εργάτη είναι ίση προς την αξία 6 ωρών εργασίας του, αλλά είναι υποχρεωμένος από τον νόμο να εργάζεται οκτάωρο, τις επιπλέον δύο ώρες της εργασίας του εργάτη τις καρπούται ό εργοδότης αφού στην τιμή πωλήσεως του προϊόντος πού έχει παράγει εργάτης, ό εργοδό­της έχει συνυπολογίσει και την αξία αυτών των δύο ωρών. Αυτή ή αξία πού καλείται «υπεραξία της εργασίας», αποτελεί το κέρδος του εργοδότη.

Σύμφωνα με την μαρξιστική άποψη, σε μία αστική κοινωνία, το σύνολο των κερδών της βιομηχανίας είναι ίση προς το σύνολο της υπε­ραξίας της εργασίας των εργατών της βιομη­χανίας. Υπεραξία υπάρχει και στην σοσιαλιστική κοινωνία, μόνο πού εκεί την καρπούται το κοινω­νικό σύνολο και όχι oι Ιδιώτες.

  1. Ό διεθνιστικός χαρακτήρας τού μαρξισμού πηγά­ζει από την   άποψη   ότι   οι   επιδιώξεις   και  τα συμφέροντα των προλετάριων εργατών, σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, ανεξάρτητα από φυλή και χρώμα, είναι ταυτόσημα, πράγμα πού επιβάλλει    ενότητα    σε    υπερεθνικό    (SUPRA­NATIONAL) επίπεδο και κοινή δράση στον διεθνή στίβο. Όπως αναφέρει ό Μαρξ, οι «εργάτες δεν έχουν πατρίδα». Για το εργατικό προλεταριάτο δεν υπάρχουν εθνικά σύνορα ούτε εθνικά συμ­φέροντα,  αλλά  μόνο ταξικά συμφέροντα.  Κατά την μαρξιστική θεωρία και το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, στην προάσπιση των συμφερόντων του και την πραγμάτωση των επιδιώξεων του.  Εξ άλλου, σ ίνα έθνος με προηγμένη κεφαλαιοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να μιλάει κανείς για εθνική ενότητα εξ αιτίας του μεγάλου χάσματος μεταξύ του προλεταριάτου και των αστών. Σύμ­φωνα με τους μαρξιστές στην περίπτωση αυτή υπάρχουν «δύο έθνη»[4].
  2. ‘Επίσης θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι στοι­χείο της μαρξιστικής θεωρίας είναι και ή απόλυτη και ανεξήγητη άρνηση του θείου. Ό μαρξισμός δεν αρνείται απλώς την θρησκεία, αποκλείει και απορρίπτει την ύπαρξη Θεού.

Ή προφητεία του Μαρξ    για το μέλλον

9  Θα  κλείσουμε την περιγραφή  του  μαρξιστικού συστήματος αναφέροντας συνοπτικά πώς προβλέπει ό Μαρξ στο «Κεφάλαιο» την εξέλιξη της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας με βάση τον διαλε­κτικό υλισμό. Σύμφωνα με τον Μαρξ, ή κοινωνία βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και τον αντα­γωνισμό. Ό ανταγωνισμός είναι το κίνητρο για πιο αποτελεσματικές μεθόδους παραγωγής πού συνεπάγονται όλο περισσότερες και ταχύτερες μηχανές και όλο ολιγότερους εργάτες και ημε­ρομίσθια.

Άρα από την μία μεριά θα υπάρχει αύξηση της προσφοράς των αγαθών και από την άλλη μείω­ση της αγοραστικής δυνάμεως (αφού ή αύξηση της παραγωγής συνεπάγεται λιγότερα ημερομί­σθια). Υπάρχει επομένως εδώ αντινομία αφού ή οικονομική ανέχεια της εργαζόμενης τάξης προ­καλείται από την πληθώρα των αγαθών πού παράγει ή οικονομία. Τα δύο αυτά οικονομικά φαινόμενα (πληθώρα των αγαθών και μείωση αγοραστικής δυνάμεως) οδηγεί τους βιομηχά­νους, κάτω από το καθεστώς του ανταγωνισμού σε περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας (πού σημαίνει ακόμη λιγότερους ανθρώπους και ακό­μη περισσότερες μηχανές) δηλαδή σε φαύλο κύκλο από τον όποιο ό βιομήχανος μπορεί να βγει μόνο με την διάθεση των προϊόντων του σε ξένες αγορές.

Ή ανάγκη αυξήσεως της παραγωγικότητας συ­νεπάγεται επενδύσεις μεγάλης εντάσεως πού απαιτούν τεράστια χρηματικά ποσά τα όποΤα μόνο μεγάλες βιομηχανίες μπορούν να δανει­σθούν. Αυτό οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερες βιομηχανικές μονάδες με ποσοστό κέρδους κατά μονάδα παραγομένου προϊόντος πού συνεχώς ελαχιστοποιείται, ώστε στο τέλος κάθε κλάδος της βιομηχανίας να είναι ένας ενιαίος οικονομικός οργανισμός.

Ή κατάληξη του κεφαλαιοκρατικού συστήματος θα είναι μια οικονομία υψηλής παραγωγικότητας, στπ γίριπ ήλίνΐιΐν (Ίτοιιΐιΐν νπ ιιή ιιποηπ πιπ νπ λειτουργήσει γιατί αποφέρει μηδαμινά κέρδη στους ιδιοκτήτες της αφού δεν θα υπάρχουν πια αγορές για την διάθεση των προϊόντων της. Ακόμη και oi αγορές του εξωτερικού είναι πεπε­ρασμένης δυναμικότητας. Από την άλλη πλευρά θα υπάρχει ένα πολυπληθές εργατικό προλετα­ριάτο πού θα ζει κάτω από συνθήκες μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας πού θα την έχει προ­καλέσει ή ανάγκη αυξήσεως της παραγωγικότη­τας της οικονομίας και το όποιο δεν μπορεί να

απόλαυση τα αγαθά πού μπορεί να παράγει αυτή ή οικονομία, επειδή oi ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (κεφάλαιο και Γή) σταμάτησαν την λειτουργία τους για έλλειψη κέρδους. Κατά τον Μαρξ είναι αναπόφευκτη σ αυτό το στάδιο ή βίαιη Ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής από το προλεταριάτο ώστε να αρχίσουν πάλι να παρά­γουν, αλλά χάριν του κοινωνικού συνόλου.

II ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ

Ι.Όλοι, μαρξιστές και άντιμαρξιστές, συμφωνούμε ότι το ποθούμενο είναι μια κοινωνία όπου κάθε άνθρωπος, καθ δ μέτρο δεν αναιρούνται σε τοπικό, εθνικό ή διεθνές επίπεδο τα αντίστοιχα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων, θα πρέπει να μπορεί να απολαύει τα απόλυτα δικαιώματα του «εϋ ζεΐν», της ελευθερίας (λόγου και ενεργείας) και της επιδίωξης της ευτυχίας. Το ερώτημα όμως πού τίθεται σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο είναι, αν ή μαρξιστική θεωρία και πράξη είναι το κατάλληλο μέσο για να μπόρεση ή ανθρωπότητα να πλησίαση, όσο πιο κοντά γίνε­ται, το Ποθούμενο. Η απάντηση μας είναι αρνητική.

Το ιστορικό επιχείρημα

  1. Πρώτα άπ’ όλα, από την ιστορία μαθαίνουμε ότι από τότε πού διατυπώθηκε ή μαρξιστική θεωρία μέχρι σήμερα καμιά αστική κοινωνία με ανεπτυ­γμένο κεφαλαιοκρατικό σύστημα δεν μεταβλή­θηκε σε σοσιαλιστική κοινωνία είτε βίαια, με επανάσταση του προλεταριάτου, είτε ακόμη οι­κειοθελώς με την αβίαστη και γνήσια θέληση της πλειοψηφίας.

Ή Ρώσικη επανάσταση του 1917, και ή Κινεζική επανάσταση 1945-49 ανέτρεψαν αγροτικές κοι­νωνίες με έντονο φεουδαρχικό χαρακτήρα και με ασήμαντα ανεπτυγμένες αστικές τάξεις. Το ίδιο ισχύει και με την επανάσταση του φ. Κάστρο στην Κούβα. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τα σοσιαλιστικά καθεστώτα όλων των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης επεβλήθησαν Όχι με επα­ναστάσεις, αλλά με πραξικοπήματα, παρόντος του Σοβιετικό Στρατού και κάτω από την ομπρέλα των συμφωνιών της Γιάλτας, 1943, για την δημιουργία προστατευτικής ζώνης (BUFFER ZONE) γύρω από την Σοβιετική Ένωση. Ή κεφαλαιοκρατική κοινωνία στα τελευταία 100 χρόνια δεν εξελίχθηκε όπως προφήτευσε ή μαρ­ξιστική θεωρία.

Ό Μαρξ βασίσθηκε σε οικονομικούς κανόνες για να απόδειξη την θεωρία του για κατάρρευση του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Δεν έκανε όμως ορθή εκτίμηση των κοινωνικών φαινομένων πού θα προκληθούν από την λειτουργία των οικονο­μικών αυτών κανόνων[5] και προ παντός των επιδράσεων πού θα έχουν τα φαινόμενα αυτά πάνω στους Ίδιους τους οικονομικούς νόμους πού τα προκάλεσαν.

Εξ άλλου, ό Μαρξ παίρνει σαν δεδομένο ότι θα συντρέχουν πάντοτε οι ίδιες ψυχολογικές αντι­δράσεις ανθρώπων ή ομάδων ανθρώπων και όχι άλλες π.χ. θεωρεί προκαταβολικά σαν δεδομένο ότι οι «κεφαλαιοκράτες» μέχρι τέλους, θα ενδιαφέρονται μόνο για το κέρδος, θα παραμένουν αδιάφοροι στην οικονομική ανέχεια των πολλών με μια λέξη θα «θεώνται τα γενόμενα» και ή μόνη αντίδραση των στην έλλειψη κέρδους θα είναι το κλείσιμο της επιχειρήσεως, ότι κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν θα μπορέσουν ποτέ να συνεννοηθούν γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι κ.ο.κ. Οι αντιδράσεις αυτές μπορούσαν να συντρέξουν όπως τις προέβλεψε ό Μαρξ, μπορούσαν όμως και όχι[6].

Ό σύγχρονος άνθρωπος διαπιστώνει ότι στις αστικές κοινωνίες με ανεπτυγμένο κεφαλαιοκρατικό σύστημα (χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, δηλαδή Η.Π.Α., ‘Ιαπωνία, Δυτ. Ευρώπη κ.τ.λ.) δηλαδή αυτές τις ίδιες τις κοινωνίες πού είχε ύπ όψη του ό Μαρξ, ό γιγαντισμός και ή αύξηση της παραγω­γικότητας, πού πράγματι είναι φαινόμενα των καιρών μας, βάδισαν (αντίθετα με την πρόβλεψη του Μαρξ) μαζί με την αύξηση του εργατικού εισοδήματος και την έλλειψη ανεργίας.

Στις κοινωνίες αυτές, οι αξιώσεις και τα αιτήματα του εργατικού προλεταριάτου τα τελευταία 100 χρόνια — πού σε μεγάλο βαθμό τα πέτυχε — ήσαν να απόκτηση το προλεταριάτο τα ίδια αγαθά και τον ίδιο τρόπο ζωής πού είχαν οι αστοί. Με άλλα λόγια, το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός δείχνει ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη προλε­ταριακή ηθική και ιδιαίτερος προλεταριακός τρό­πος ζωής, όπως πίστευε και υποστήριζε ό Μαρξ.

Ό κοινός άνθρωπος, αδιάφορο αν είναι εργάτης, υπάλληλος, επαγγελματίας, επιστήμονας, εργο­δότης, έμπορος, αγρότης, ή μάζα δηλαδή, θέλει να έχει, γι αυτόν και την οικογένεια του, καλή διατροφή, το δικό του σπίτι και μεταφορικό μέσο, ψυχαγωγία, εκπαίδευση, εκδρομές και ταξίδια, καλές κοινωνικές ασφαλίσεις και Ιατρική περί­θαλψη, δρόμους, πάρκα, δικαιοσύνη και ελευ­θερία ενέργειας και λόγου. Όταν τα έχει όλα αυτά αδιαφορεί για το είδος και την μορφή του κοινωνικοπολιτικού συστήματος πού του παρέχει αυτές τις δυνατότητες.

Οι αστικές κοινωνίες πού λίγο πολύ μπόρεσαν να εξασφαλίσουν αυτό το είδος ζωής στις μάζες τους έχουν σήμερα αναντίρρητα το πρόβλημα της διατηρήσεως επεκτάσεως και βελτιώσεως της ήδη κεκτημένης στάθμης ζωής πού περιγρά­ψαμε. Το πώς θα το επιτύχουν και σε ποιο βαθμό θα το επιτύχουν δεν είναι του παρόντος. Ένα πράγμα όμως είναι βέβαιο: το μαρξιστικό σύστη­μα δεν θα είναι ή επιλογή, αφού για τις κοινωνίες αυτές το σύστημα αυτό είναι πια παρωχημένο. Είναι σαν να θέλουμε να λύσουμε την μόλυνση και το κυκλοφοριακό της ‘Αθήνας αντικαθιστών­τας τα λεωφορεία με αραμπάδες. Δεν είναι άσχετο με τα ανωτέρω, το γεγονός ότι τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης έχουν στην ουσία απορρίψει σε σημαντικό βα­θμό την μαρξιστική θεωρία και πράξη.

Ή δικτατορία   του προλεταριάτου   και ή νέα τάξη

  1. Μνημονεύσαμε την μαρξιστική   αντίληψη   περί δικτατορίας   του   προλεταριάτου.   Σύμφωνα   με τους   Μαρξ   και  Έγκελς,   ή   εργατική   τάξη   θα στελεχώνει το κράτος με δικούς της εκπροσώ­πους, εκλεγόμενους όμως με ελεύθερες και δημοκρατικές διαδικασίες από την Ίδια την εργα­τική τάξη. Στο ερώτημα πώς μια τάξη όπως οι εργάτες πού ούτε πείρα, ούτε κατάρτιση, ούτε αυτοπειθαρχία είχαν, θα μπορούσαν να αναδεί­ξουν κατάλληλα και ικανά κρατικά στελέχη, ό Μαρξ απαντούσε ότι θα υπάρξουν Ικανοί, καταρ­τισμένοι και έντιμοι κομμουνιστές εκτός εργατι­κής τάξης, πού θα μπορούσαν να στελεχώσουν το σοσιαλιστικό κράτος, με την εξυπακουόμενη όμως προϋπόθεση ότι πάντοτε θα ετύγχαναν της εμπιστοσύνης του προλεταριάτου, διοριζόμενοι αλλά και ανακαλούμενοι ελεύθερα από το ίδιο το εργατικό προλεταριάτο μέσα από γνήσιες δημο­κρατικές διαδικασίες και υπεύθυνοι μόνο απέναν­τι σ’ αυτό.

Ή θεωρητική αυτή σύλληψη της εννοίας της δικτατορίας του προλεταριάτου παραμορφώθηκε αφάνταστα όταν εφαρμόσθηκε στην πράξη. Αν ρίξουμε ένα βλέμμα για να δούμε πώς λειτουργεί αύτη ή δικτατορία στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και συγκεκριμένα στην Σοβιετική Ένωση, (μια μαρξιστική κοινωνία πού έχει 65 χρόνια ζωής) παρατηρούμε ότι oi δημόσιοι λει­τουργοί από τις κατώτατες μέχρι τις ανώτατες βαθμίδες, δεν διορίζονται ούτε εκλέγονται από τα εργατικά συνδικάτα. Μέσα σ’ αυτά τα ίδια τα συλλογικά κομματικά όργανα, τα στελέχη πού προέρχονται από τα σπλάχνα της εργατικής τά­ξης, δηλαδή πού ήσαν ή είναι oi ίδιοι, εργάτες αποτελούν ασήμαντο ποσοστό[7]. Ακόμη χειρότε­ρα, οι ίδιοι oi ηγέτες των συνδικαλιστικών ορ­γανώσεων δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι απο­λαύουν της εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας των μελών των οργανώσεων των, αφοί απαραίτητη προϋπόθεση για να θέσουν υποψηφιότητα ε­κλογής είναι να είναι μέλη και να έχουν την έγκριση του κόμματος.

Στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού υπάρχει σήμερα το φαινόμενο της παντοδυναμίας ενός κόμματος, του κομμουνιστικού, κάτι πού δεν είχαν προβλέψει ή φαντασθεί oi Μαρξ και Έγκελς. Μέσα σ’ ένα πολυκομματικό καθεστώς είναι φυσικό και οι κομμουνιστές να οργανώνονται σε κόμμα. Όταν όμως ή κοινωνία είναι μαρξιστική και τα μέσα παραγωγής έχουν κρατικοποιηθεί, προσωπικά πιστεύω ότι oi μαρξιστές θα ήσαν συνεπείς με την θεωρία τους αν μέσα σ’ αυτήν την κοινωνία ανεγνώριζαν σαν πολιτικούς οργανισμούς, μόνο τα εργατικά συνδικάτα, γιατί αυτά και μόνον, σύμφωνα με τις θεωρίες του Μαρξ είναι οι φυσικοί φορείς της προλεταριακής εξουσίας το δε κομμουνιστικό κόμμα θα έπρεπε να αυτοδιαλυόταν. Σε μιά συνεπή μαρξιστική κοινωνία δεν θα έπρεπε να υπάρχει κομμουνι­στικό κόμμα.

Όπως όμως βλέπουμε στις μαρξιστικές χώρες όχι μόνο υπάρχουν κομμουνιστικά κόμματα, αλλά είναι αυτά πού κυβερνούν. Τα κόμματα αυτά έχουν EX OFFICIO αναλάβει την εκπροσώπηση του εργατικού προλεταριάτου, ή ίδιότης του μέλους του κόμματος είναι προϋπόθεση εξελίξεως μέσα στην κρατική Ιεραρχία, και ή συμπλή­ρωση του μεγαλυτέρου μέρους των ανωτέρων και ανωτάτων κρατικών θέσεων γίνεται από το ίδιο το κόμμα.

Αύτη ή εξέλιξη έχει οδηγήσει στην δημιουργία μιας νέας κοινωνικής τάξης, ορισμένοι την ονομά­ζουν «κρατική γραφειοκρατία» άλλοι «νομενκλα­τούρα», πού αποτελείται από τα μέλη του κόμμα­τος και τους υπαλλήλους του κράτους, πολυ­πληθής (Στην Σοβιετική Ένωση υπολογίζονται 6τι ανέρχονται σε 3 εκατομμύρια) αν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι στις χώρες αυτές σχεδόν όλες oi κοινωνικό-οικονομικές δραστηριότητες γίνονται από το κράτος[8] ξένη και διαφορετική από το εργατικό προλεταριάτο και τους αγρότες, πού παρ’ όλα αυτά, κυβερνά απολυταρχικά έν ονόματι και για λογαριασμό του προλεταριάτου και των αγροτών, χωρίς όμως να έχει την δεδηλωμένη θέληση των άνω τάξεων, διαπιστούμενη κατά τρόπο γνήσιο και δημοκρα­τικό.

Ή νέα αυτή τάξη, την ύπαρξη της οποίας ούτε ό Μαρξ ούτε ό Έγκελς είχαν ποτέ φαντασθεί, έχει βαθμιαία δημιουργήσει ίδια συμφέροντα και προνόμια (λ.χ. ξεχωριστά καταστήματα, χρησιμο­ποίηση νομίσματος αυξημένης αγοραστικής δυνάμεως, καλλίτερη κατοικία κ.τ.λ.).

Είναι ό μη δογματικός και πραγματιστής Λένιν πού έριξε τους σπόρους για την δημιουργία της νέας τάξης[9].

Πρώτα άπ’ όλα, ανήγαγε την μαρξιστική θεωρία σε αλάνθαστο δόγμα και απαγόρευσε την ελεύ­θερη κριτική της μαρξιστικής θεωρίας και πρά­ξης, κάτι τι πού είναι τελείως αντίθετο προς την ουσία του διαλεκτικού υλισμού ότι «τα πάντα ρεϊ» μέσα από τις φάσεις θέσεως – αντιθέσεως -συνθέσεως των Ιστορικών γεγονότων. Δεύτερο, υπεστήριξε την άποψη ότι, αντίθετα με ότι συμ­βαίνει με την συνδικαλιστική συνείδηση το προ­λεταριάτο δεν μπορεί, με τις ίδιες του δυνάμεις, να απόκτηση μαρξιστική συνείδηση, ή οποία είναι επίκτητη και πρέπει να την διδαχτεί «έξωθεν». Με αφετηρία και βάση τις δύο αυτές αρχές, ό Λένιν, αποβλέποντας στην ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος, οργάνωσε το Κ. Κ. της Ρωσίας μέσα δε στο κόμμα δημιούργησε μια δεύτερη οργάνωση από έμπειρους αφοσιωμένους και καταρτισμένους ανθρώπους τους «επαναστάτες»[10], οι όποιοι θα ήσαν οι καθοδηγητές και oi επικεφαλής των προλεταρίων στην ‘Επανάστα­ση, όπως και έγινε.

Μετά την επικράτηση της ‘Οκτωβριανής ‘Επανα­στάσεως του 1917 οι επαγγελματίες αυτοί επα­ναστάτες στελέχωσαν τον κομματικό μηχανισμό του Κ. Κ. και του νέου κράτους και έγιναν οι πρώτοι γραφειοκράτες στην Σοβιετική Ένωση μέχρι της εποχής των μεγάλων εκκαθαρίσεων (1934-1939) του Στάλιν και της σε μεγάλο βαθμό αντικαταστάσεως των από νέα στελέχη πού είχαν διοριστεί σε κομματικές και κυβερνη­τικές θέσεις μετεπαναστικά μετά το XII Συνέδριο του Κ.Κ. το 1922.[11]Ή ανωτέρω λενινιστική αντίληψη ότι ή μαρξι­στική θεωρία είναι αλάνθαστη και ότι πάντοτε υπάρχει ανάγκη «απ’ έξω» διεισδύσεως μέσα στην εργατική τάξη για την δημιουργία και διατή­ρηση της μαρξιστικής συνειδήσεως στις εργατι­κές μάζες, έδωσε το πρόσχημα στα κομμουνι­στικά κόμματα του υπαρκτού σοσιαλισμού και στις κομματικές των οργανώσεις για να παίξουν τον ρόλο του αυθεντικού «από καθέδρας» ερμηνευτή της μαρξιστικής θεωρίας και για να αναλά­βουν, αποκλειστικά, το έργο εφαρμογής της θεωρίας αυτής στην πράξη μέσω της κρατικής εξουσίας.

Ή υπεραξία της εργασίας

  1. Ή θεωρία   της   υπεραξίας   της   εργασίας  πού σαγήνευσε τις εργατικές μάζες και συνέβαλε όσο τίποτα άλλο στην πλατειά διάδοση του μαρξισμού δεν αποδείχθηκε ποτέ επιστημονικά. Αν ή μαρξιστική αντίληψη περί της υπεραξίας, πού ήδη περιγράψαμε, ήταν ορθή θα έπρεπε στην περίπτωση όπου δύο βιομήχανοι παράγουν το ίδιο προϊόν σε ποσότητα και ποιότητα, αλλά ό ένας χρησιμοποιεί λιγότερα μηχανήματα και πε­ρισσότερους εργάτες, ενώ ό άλλος περισσότερα μηχανήματα και λιγότερους εργάτες, ό πρώτος βιομήχανος να αποκομίζει περισσότερα κέρδη από τον δεύτερο.

Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στην πράξη[12]. Αντίθετα αυτός πού χρησιμοποιεί περισσότερες μηχανές και λιγότερους εργάτες έχει μεγαλύτερο κέρδος.

Άρα, δεν είναι αλήθεια:

α) Ότι ή αξία ενός αγαθού στην αγορά (αγοραία αξία) είναι ανάλογη προς τον χρόνο της ανθρώπινης εργασίας πού χρειάσθηκε για την κατασκευή του και ότι όσος περισσότερος χρόνος εργασίας χρησιμοποιήθηκε τόσο μεγαλύτερη θα είναι ή αγοραία αξία του αγαθού   και

β)   ότι   ή   διαφορά   μεταξύ   αξίας κόστους και αγοραίας αξίας του αγαθού (άρα το κέρδος) αντιπροσωπεύει εξ ολοκλήρου μέρος της αξίας εργασίας για την κατασκευή του αγαθού αυτού.

Πιο συγκεκριμένα αν για την κατασκευή ενός προϊόντος ξοδεύθηκαν για πρώτες ύλες δρχ. 8, για εργατικά δρχ. 10, για ενέργεια δρχ. 4, για αποσβέσεις, φόρους κτλ. δρχ. 3, δηλαδή συνο­λικά δρχ. 25 και το προϊόν αυτό πουλιέται στην αγορά για δρχ. 28, το ποσόν των δρχ. 3 (δρχ. 28—25=3), πού είναι το εισπραττόμενο από τον βιομήχανο, για δικό του βέβαια λογαριασμό δεν αντιπροσωπεύει αξία εργασίας πού έκανε ό εργάτης για να κατασκευάσει το προϊόν και έμεινε απλήρωτη, όπως αυθαίρετα υποστηρίζουν οι Μαρξιστές.

Την υπεραξία (μεγάλη ή μικρή) ενός προϊόντος την εισπράττει βέβαια ό βιομήχανος σαν κέρδος, αλλά δεν την αφαιρεί από εκείνο πού δικαιωμα­τικά έπρεπε να πάρει ό εργάτης για αμοιβή εργασίας.

Τα καθοριστικά στοιχεία του μεγέθους της υπε­ραξίας είναι πολλά, όπως το είδος της τεχνολο­γίας, ή ποιότης της εργασίας, ή Ικανότης του βιομηχάνου, το MARKETING αλλά προ πάντων ή ζήτηση του προϊόντος, όπως εύστοχα παρατήρη­σαν οι σοσιαλιστές της φαβιανής ‘Εταιρίας τον περασμένο αιώνα στην Αγγλία. Αλλιώς πα­ραμένει ανεξήγητο το γεγονός πώς το ίδιο προϊόν έχει διαφορετική τιμή σε διαφορετικούς τόπους ή σε διαφορετικές εποχές.

Στην σημερινή εποχή το πρόβλημα είναι άλλου. Ανεξάρτητα από τους παράγοντες πού συμβάλ­λουν στο μέγεθος της υπεραξίας, το ερώτημα είναι σε ποιών τα θυλάκια πρέπει αυτή να πηγαίνει, σε τί ποσοστό κατανομής και με ποια μέθοδο.

Όπως είπαμε υπάρχει, σύμφωνα με την μαρξι­στική αντίληψη, υπεραξία από την πώληση των προϊόντων και στις σοσιαλιστικές κοινωνίες, όπου την καρπούται το «κοινωνικό σύνολο». Στις χώρες όμως του υπαρκτού σοσιαλισμού την υπεραξία την καρπούται το κράτος, πού στην συνέχεια την διανέμει στο «κοινωνικό σύνολο».

Άραγε όμως στον υπαρκτό σοσιαλισμό πόση από την υπεραξία αυτή πάει πραγματικά στους εργάτες και πόση στην νέα τάξη των γραφειο­κρατών πού ελέγχει και κυβερνά;[13] ‘Αντίθετα από αυτό πού υποστηρίζουν οι μαρξιστές, «κρά­τος» και «κοινωνικό σύνολο» δεν ταυτίζονται. Στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού όπου έχει γίνει δόγμα ή αντίληψη ότι ή υπεραξία αντιπρο­σωπεύει αξία κλεμμένης εργασίας του εργάτη, θα έπρεπε όταν μια κρατική βιομηχανία παρουσιάζει κέρδη, οι συγκεκριμένοι εργάτες της συγκεκριμέ­νης βιομηχανίας να παίρνουν μερίδιο από αυτά τα κέρδη. Κάτι όμως τέτοιο δεν συμβαίνει αφοί στο σύνολο τους αποδίδονται ατά κράτος και έτσι χάνονται για το εργατικό προσωπικό. Αντί για κέρδη, οι εργάτες με ύπεραπόδοση στις παραπά­νω χώρες, παίρνουν παράσημα.

Πόσο αταξική είναι

  1. Όσα είπαμε μέχρι τώρα διευκολύνουν την κριτική εξέταση της μαρξιστικής αρχής περί αταξικής κοινωνίας. Πρέπει να τονίσουμε πάλι ότι ή μαρξι­στική κοινωνία είναι αταξική γιατί «δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ των μελών της κοινωνίας όσον άφορα τις σχέσεις τους προς τα κοινωνικά μέσα παραγωγής»[14] Αλλά αρκεί ή κρατικοποίηση μό­νο των μέσων παραγωγής για να χαρακτηριστεί μια κοινωνία σαν αταξική;

Κοινωνικές τάξεις με αντίθετα οικονομικά συμ­φέροντα εξακολουθούν να υπάρχουν και σε κοινωνίες με κρατικοποιημένα τα μέσα παραγω­γής. Τα συμφέροντα (οικονομικά) των αγροτών, των εργατών και των υπαλλήλων, αναγόμενα κυρίως στο μερίδιο πού θα λάβουν από το σωρευμένο στα θυλάκια του κράτους εθνικό εισόδημα, είναι διάφορα και αντιτιθέμενα και στην πιο ιδεώδη μαρξιστική κοινωνία. Ειδικά στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού υπάρχει σαφής οικονομική εκμετάλλευση όλων των άλλων κοινωνικών τάξεων (εργατών, αγροτών κυρίως) από την κυρίαρχη τάξη των γρα­φειοκρατών, ή οποία έχοντας τα χέρια της στα θυλάκια του κράτους, καρπούται ανέλεγκτα την μερίδα του λέοντος.

‘Αλλά πέρα από αυτό και στην δήθεν «αταξική» σοσιαλιστική κοινωνία, όπως και σε κάθε άλλη κοινωνία, υπάρχουν και αναπτύσσονται, διάφο­ρες κοινωνικές ομάδες με διάφορα, πολλές φορές έντονα εχθρικά, συμφέροντα πού πηγά­ζουν από λόγους μη οικονομικούς (όπως διαφο­ρετική γλώσσα, θρησκεία, έθιμα, πολιτιστική καταβολή κτλ.).

  1. Τα συμβάντα του 20ου αιώνα αναιρούν την άλλη μαρξιστική θέση ότι το κίνημα έχει διεθνιστικό χαρακτήρα. Τα συνθήματα έμειναν συνθήματα. Δεν μπορούσε άλλωστε να συμβεί και αλλιώς αφοί οι θεωρητικοί του μαρξισμού, παράβλεψαν ότι μια κοινωνία, ένα έθνος δημιουργήθηκε γιατί συνέτρεξαν κάποτε ορισμένοι, «συνεκτικοί», θα έλεγα, οικονομικοί και μη, λόγοι, όπως μόνιμη διαμονή ενός αριθμού ανθρώπων σε συγκε­κριμένη γεωγραφική περιοχή και ή εκμετάλλευση από αυτούς της περιοχής, κοινή λατρεία, γλώσσα, ήθη, έθιμα κτλ. Οι λόγοι αυτοί είναι εκείνοι οι οποίοι δημιουργούν τα λεγόμενα «εθνικά» και «γεωπολιτικά» συμφέροντα ενός λαού, μιας κοι­νωνίας, ενός έθνους, μιας χώρας. Όσο διηρημένη ταξικά και αν είναι μία κοινωνία, τα εθνικά και γεωπολιτικά συμφέροντα ενώνουν τους πάντες, εργοδότες και προλετάριους, αγρό­τες και υπαλλήλους της κοινωνίας αυτής. 01 διαμάχες μεταξύ Σοβιετικής Ενώσεως και Κίνας, Βιετνάμ και Κίνας, απέδειξαν ότι τα εθνικά και γεωπολιτικά συμφέροντα είναι εξίσου έντονα και υπαρκτά στις σοσιαλιστικές χώρες όπως και στις άλλες χώρες και κοινωνίες του κόσμου και κατίσχυσαν κάθε ιδέας περί παγκοσμιότητας του κομμουνιστικού συστήματος.

III. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η Πρόσφορα ΤΟΥ ΜΑΡΞ

  1. Από όσα αναφέραμε συνάγεται ότι ή μαρξιστική θεωρία δεν μπόρεσε ποτέ να εφαρμοστεί ατόφια στην πράξη. Έδωσε όμως το κάλυμμα και δάνεισε το όνομα της σε πολυποίκιλα καθεστώτα σ’ όλο τον κόσμο.

Ή θεωρία γράφτηκε από ένα μεγάλο Πνεύμα με αφετηρία τις άθλιες κοινωνικό-οικονομικές συν­θήκες μες’ τις όποιες ζούσαν οι μεγάλες εργατι­κές μάζες της Δυτικής Ευρώπης τον 19ο αιώνα, από ένα ‘Εβραίο πού είχε τις καταβολές αιώνων αδικίας και διώξεων σε βάρος ομοφύλων του, oi όποιοι μέχρι και την εποχή του ζούσαν περιθω­ριακά, σε γκέτο, πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Γράφτηκε σε εποχή «ακράτου επιστημονισμού», στην Γερμανία πού τα πάντα έπρεπε να έχουν την θεωρητική τους θεμελίωση, άρα και τα κοινωνικά φαινόμενα και oi εξελίξεις. Κάτι το παρόμοιο συνέβαινε την ίδια εποχή με την έρευνα του ρωμαϊκού δικαίου από την ‘Ιστορική Σχολή και τους Πανδεκτιστές. Αύτη όμως ή τάση στον τομέα των εν γένει κοινωνικών επιστημών, οδηγούσε πολλές φορές σε διαστρέβλωση των φαινομένων και διαπιστώσεων, για να μπορέ­σουν να χωρέσουν στα καλούπια και στις φόρμουλες της «Θεωρητικής Θεμελιώσεως», και πού συνάμα έπαιζαν τον ρόλο προκρούστιας κλίνης. Τα στοιχεία αυτά προσδιορίζουν και την φυσιο­γνωμία του έργου του Μαρξ. Το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», αλλά προπάντων το «Κεφάλαιο», είναι έργα οργής πού συναρπάζουν. Με οξυδέρκεια, πάθος και γλαφυρότητα επισημαίνονται και αναλύονται τα κακώς κείμενα της εποχής πού ζούσε ό Μαρξ, πράγμα πού διευκόλυνε την μεγάλη διάδοση του μαρξισμού στις πλατειές μάζες, σαν μηνύματος διαμαρτυρίας.

Εξ άλλου, ή μαρξιστική θεωρία είναι άψογα διατυπωμένη επιστημονικά. Τα άφθονα πραγμα­τικά στοιχεία πού αναφέρονται είναι ακριβή, τα συμπεράσματα δε του διαλεκτικού υλισμού, με όποια μέθοδο και αν βγαίνουν, είτε την επαγω­γική είτε την απαγωγική, είναι σύμφωνα με την λογική. Εδώ όμως είναι το μεγάλο λάθος. Αν μη τί άλλο, ή λογική των ανθρωπίνων σχέσεων δεν έχει καμία σχέση με την λογική του Καρτέσιου ή του Λάιμπνιτς, με άλλα λόγια, με την λογική του εργαστηρίου με την οποία μοιραία είχε γαλουχηθεί και δεν μπόρεσε ποτέ να απαλλαγή ό Μαρξ.

Τα επιστημονικώς άμεμπτα αυτά συμπεράσματα, είτε αναφέρονται στο παρελθόν είτε αφορούν το μέλλον, δεν σημαίνει ότι είναι και αληθινά. Είδαμε ότι ή εξέλιξη της αστικής κοινωνίας στην Δύση, τα τελευταία 100 χρόνια, δεν μπαίνει σε κανένα από τα καλούπια της μαρξιστικής θεωρίας. Το χάσμα μεταξύ αστών και εργατών αντί να βαθαίνει, εξομαλύνεται καθώς προχωρούμε προς μια «αστικοποίηση» όλων των κοι­νωνικών τάξεων. Η ανθρωπότητα δεν κινδυ­νεύει σήμερα από τις συνέπειες μιας παγκόσμιας αναμετρήσεως του προλεταριάτου με το κεφά­λαιο, αλλά από εκείνες μιας συγκρούσεως αντι­θέτων εθνικών και γεωπολιτικών συμφερόντων.

2.Τά παραπάνω δεν σημαίνουν ότι ή μαρξιστική θεωρία και πράξη δεν επηρέασε και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, τις κοινωνικές εξελίξεις του αιώνα μας.

Πρώτα απ’ όλα, όπως παρατήρησε ό Ε. Γουίλσον[15] ό Μαρξ ήταν ό πρώτος πού επεσή­μανε ότι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα όπως και ή φεουδαρχία, έχει αρχή και θα κάποτε έχει και τέλος. Το πέρασμα όμως από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα σε κοινωνίες ανώτερης βαθμίδας, πού δεν θα είναι του τύπου πού προκαθόρισε ό Μαρξ, μπορεί να γίνει ομαλά μέσα από δημοκρα­τικές, εξελικτικές διαδικασίες με την βοήθεια της επιστήμης και της τεχνολογίας πού συνεχώς αναπτύσσονται.

Ή μεγαλύτερη πάντως προσφορά του μαρξισμού είναι ότι ξύπνησε από την νάρκη την ανθρωπότη­τα, μας υποχρέωσε να κυττάξωμε γύρω μας και έδειξε τι δεν πρέπει να κάνουν οι αστικές κοι­νωνίες αν δεν θέλουν να αυτοκαταστραφούν. Έδωσε τα παραδείγματα προς αποφυγήν. Θε­σμοί και μέτρα όπως οι εθνικοποιήσεις βασικών τομέων της οικονομίας (ενέργεια, συγκοινωνίες, τηλεφωνά κ.τ.λ.), κοινωνικές ασφαλίσεις, επιδό­ματα ανεργίας, δωρεάν περίθαλψη και παιδεία, ιδιόκτητη στέγη για όλους. Ίσες ευκαιρίες εξελίξεως, ανάπτυξη του θεσμού του μικρομετόχου, δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος κ.τ.λ. απέκλεισαν τις εξελίξεις πού προφήτευσε ό Μαρξ. Βλέποντας τα πράγματα κάτω από αυτό το πρίσμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι ό μαρξι­σμός αντί να σημάνει το τέλος της αστικής κοινωνίας αποτέλεσε στην ουσία ένα ακόμα σταθμό στην περαιτέρω εξέλιξη της. ‘Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι το μαρξιστι­κό σύστημα εξυπηρέτησε τα εθνικά και γεωπολι­τικά συμφέροντα ορισμένων χωρών όπου ε­φαρμόσθηκε. Αν ζούσε ο Έγελος σήμερα ίσως υπεστήριζε ότι ό Λένιν και οι επαγγελματίες κομμουνιστές του υπήρξαν, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα, εργαλεία μιας μεγάλης κοινωνικό-πολιτικής αλ­λαγής στην πολυεθνική Ρωσία που ήταν ιστορικά αναγκαία για την διατήρηση της συνοχής της. Σε εποχή εθνικών αφυπνίσεων πού ακολούθησε το τέλος του 1ου παγκοσμίου Πολέμου, το μαρξι­στικό σύστημα, όπως το τροποποίησε στην πρά­ξη ό Λένιν, ίσως ήταν ό μοναδικός τρόπος για την διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της αχανούς χώρας πασών των Ρωσιών, σήμερα Σοβιετικής  ‘Ενώσεως.

Είναι προσωπική μου γνώμη ότι oι Ρώσοι Σοσιαλδημοκράτες πού ανέτρεψαν το Τσαρικό καθεστώς το Φεβρουάριο του 1917, παρά τις οποιεσδήποτε αγαθές και γνήσια πατριωτικές προθέσεις των, δεν θα ήσαν σε θέση, αν παρέμεναν στην εξουσία, να αποφύγουν τον κατακερματισμό της χώρας.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Μαρξ, Κριτική του Προγράμματος GOTHA,  1875

[2] Το περίεργο είναι ότι δεν υπάρχει μονογραφία του Μαρξ ειδικά για την θεωρία του διαλεκτικού υλισμού. Ή θεωρία αυτήν διατυπώνεται έμμεσα θα έλεγε κανείς από τον Μαρξ στο βιβλίο του «Το Κεφάλαιο», όπου την χρησιμοποιεί για την εξήγηση των οικονομικών φαινομένων.

 [3] Ε. Wilson, (To the Finland Station)

[4] Λένιν, (On Utopian and Scientific Socialism), σελ. 29

[5] Ε. Wilson, ενθ. άνωτ. σελ. 323

[6] Ε. Wilson, ενθ. άνωτ. σελ. 328

[7] Μ. Βοσλένσκυ, «Ή Νομενκλατούρα» σελ. 48

[8] Βλ. Μ. Βοσλένσκυ, ίνθ. άνωτ. σελ. 91

[9]  Λένιν «Τί πρέπει να κάνουμε;»

 [10] Μ. Βοσλένσκυ, ενθ. άνωτ. σελ. 35

 [11] Μ. Βοσλένσκυ ίνθ. άνωτ. σελ. 58 έπ. 63 έττ

[12] Ε. Wilson ίνθ. άνωτ. σελ. 299

[13] Στοιχεία   για   το   πώς   κατανέμεται   ή   υπεραξία   στην Σοβιετική «Ένωση δίνει ο Μ. Βοσλένσκυ, ίνθ. άνωτ. σελ. 109 έττ.

[14] Βλ. Λένιν, «Κράτος και Επανάσταση»

[15]  ενθ. άνωτ. σελ. 323

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s