Οι δημοκρατικές ιδέες που διαμορφώθηκαν τον 17ο αιώνα στην Αγγλία βρήκαν πρόσφορο έδαφος στην Αμερική. Εκεί, είχαν ιδρυθεί αποικίες, βόρεια του ποταμού Hudson, από πουριτανούς που είχαν καταδιωχθεί από την Αγγλία λόγω των ιδεών τους, από τις αρχές του 17ου αιώνα. Οι αποικίες, παρά την εξάρτησή τους από την Αγγλία, είχαν αυτοδιοίκηση. Στο Νότο επικρατεί μια αριστοκρατία γαιοκτημόνων που χρησιμοποιεί την εργασία των μαύρων για τις καλλιέργειες καπνού και βαμβακιού, ενώ παράλληλα στο Βορρά αναπτύσσονται βιοτεχνία και εμπόριο. Από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι αποικίες έρχονται σε σύγκρουση με τη μητρόπολη, διεκδικούν ανεξαρτησία και αμφισβητούν το δικαίωμα του αγγλικού κοινοβουλίου να τις φορολογεί (No Taxation without Representation). Στις 4 Ιουλίου του 1776, δεκατρείς Πολιτείες της Νέας Αγγλίας υπογράφουν τη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» που συνέταξε ο Jefferson. Η Διακήρυξη υποστηρίζει την ισότητα όλων των ανθρώπων και τα απαράγραπτα δικαιώματά τους στη ζωή, ελευθερία και επιδίωξη της ευτυχίας. Μεταξύ του λαού και της κυβέρνησης υπάρχει ένα κοινωνικό συμβόλαιο, και ο λαός δικαιούται να διαλύσει το συμβόλαιο αυτό και να ασκήσει το δικαίωμά του της αντίστασης εφόσον η κυβέρνηση είναι καταπιεστική. Σε διακηρύξεις επιμέρους Πολιτειών, όπως της Πολιτείας της Βιργινίας, καθιερώνονται η ελευθερία της ψηφοφορίας και της ιδιοκτησίας, το δικαίωμα στο φυσικό δικαστή, η προστασία της κατοικίας και του τύπου, η ανεξιθρησκεία, και εγγυήσεις απέναντι στην αυθαίρετη σύλληψη. Οι αντιλήψεις της Διακήρυξης είναι σαφώς επηρεασμένες από τον Locke και την ιδεολογία των Whigs.

Οι ιδέες αυτές γίνονται συστατικά στοιχεία της Πολιτείας στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο τίθεται σε ισχύ το 1787, Σ’ αυτό εισάγονται οι θεσμοί της προεδρίας (ο πρόεδρος εκλέγεται έμμεσα από εκλέκτορες) και του Κονγκρέσσου (αποτελείται από Γερουσία και από Βουλή των Αντιπροσώπων) και ρυθμίζεται η οργάνωση της δικαστικής εξουσίας και οι σχέσεις ομοσπονδίας και πολιτειών.

Ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς που επηρέασαν τη διατύπωση του Συντάγματος είναι ο A. Hamilton, εκπρόσωπος του ομοσπονδιακού κόμματος, το οποίο εκφράζει τις απόψεις των εμπορικών και βιομηχανικών κύκλων του Βορρά και από το οποίο προέρχεται το μετέπειτα ρεπουμπλικανικό κόμμα που υποστηρίζει μια ισχυροποιημένη κεντρική ομοσπονδιακή εξουσία. Ο Jeferson αντίθετα προέρχεται από το Νότο, όπου επικρατούν ιδέες που τονίζουν τα δίκαια των επιμέρους πολιτειών. Το κόμμα του Jefferson ονομαζόταν αρχικά ρεπουμπλικανικό και απ’ αυτό προήλθε αργότερα το δημοκρατικό κόμμα. Τα κόμματα αρχίζουν να διαμορφώνουν ισχυρούς μηχανισμούς από την εποχή του (δημοκρατικού) προέδρου Jackson.

Ο Hamilton έβλεπε την πολιτική σαν μια επιστήμη που μπορεί να βασιστεί σε ακριβείς υπολογισμούς. Το αντικείμενό της είναι η ανθρώπινη φύση και οι θεσμοί που ταιριάζουν σ’ αυτήν. Η ανθρώπινη φύση συγκροτείται από εγωιστικά κίνητρα (self interest). Το πρόβλημα της πολιτικής είναι να συνδυάσει το self-interest με το δημόσιο αγαθό (Public good). Ο Hamilton θεωρούσε ότι οι πολιτικοί θεσμοί πρέπει να εγγυώνται πως τα εγωιστικά κίνητρα των ατόμων δεν θα θέσουν σε κίνδυνο, την πολιτεία. Ξεχώριζε μεταξύ των πολιτών τους «πολλούς», δηλαδή τις μάζες, και τους «λίγους», που διέθεταν πολιτική κρίση. Οι πράξεις των πολλών καθορίζονται από τα πάθη τους, ενώ των λίγων από λογικά επιχειρήματα. Συνέδεε τους λίγους με τις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις που έχουν ιδιοκτησία. Η κυβέρνηση, κατά την άποψή του, πρέπει να είναι ισχυρή, συγκεντρωτική και να βασίζεται στη διάκριση των εξουσιών. Δεχόταν τη θεωρία του Locke περί συμβολαίου εμπιστοσύνης μεταξύ λαού και κυβέρνησης.

Είδαμε ότι και ο Jefferson υποστήριξε παρόμοιες απόψεις που πήραν έκφραση στη «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» (1776). Οι απόψεις αυτές του Jefferson μεταβάλλονται μετά τη διαμονή του στη Γαλλία (υπήρξε διπλωματικός απεσταλμένος στη Γαλλία από το 1784 ως το 1789). Υπό την επίδραση της επαναστατικής κατάστασης στη Γαλλία, στρέφεται προς μια αντίληψη της δημοκρατίας ως κυρίαρχου λαού ο οποίος αποτελείται από άτομα που επιδιώκουν τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία. Τα απαράγραπτα δικαιώματα του κυρίαρχου λαού προστατεύει η κυβέρνηση. Η κυβέρνηση είναι περισσότερο τεχνικό εργαλείο στα χέρια του κυρίαρχου και αυτοκυβερνώμενου λαού. Οι αντιλήψεις αυτές ξεφεύγουν από την παράδοση του Locke, στην οποία επικρατεί η αντίληψη περί δημοκρατίας ως πολιτικής διαδικασίας, και μαρτυρούν την επίδραση του γαλλικού φυσικού δικαίου και της «γενικής βούλησης» του Rousseau. Η επίδραση αυτή εκφράστηκε στην αμερικανική πολιτική με δημοκρατικές ιδέες επηρεασμένες από τον Jefferson, που υποστήριζε ότι οι μικροί ιδιοκτήτες γης, και όχι οι λίγοι πλούσιοι αποτελούν τα βασικά στοιχεία που απαρτίζουν τον κυρίαρχο λαό. Στην αμερικανική πολιτική επιτυγχάνεται τελικά ένας συγκερασμός των ιδεών του Hamilton και των ιδεών του Jefferson για τη δημοκρατία.

Ενώ το αμερικανικό σύνταγμα του 1781 εγκαθίδρυε ασθενή κεντρική εξουσία, το δεύτερο σύνταγμα που τίθεται σε ισχύ το 1787 (Hamilton, Madison, Washington) ενισχύει τη θέση του προέδρου και της κεντρικής ομοσπονδιακής εξουσίας και θεσπίζει Veto του προέδρου απέναντι στις αποφάσεις του Κονγκρέσου. Η οικονομική ανάπτυξη που γνωρίζει ο Αμερική του 19ου αιώνα συνοδεύεται από σύγκρουση ανάμεσα στην ομοσπονδιακή αρχή με ενισχυμένα κεντρικά όργανα και στην αποκεντρωτική αρχή, που είναι ταυτόχρονα μια σύγκρουση ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις των αγροτικών περιοχών του Νότου, οι οποίες διεκδικούν αυτονομία και αποκέντρωση και προσπαθούν να διατηρήσουν τη δουλεία, και στους «ομοσπονδιακούς» βιομηχάνους και τους εμπόρους του Βορρά, οι οποίοι επιδιώκουν εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας της αγοράς. Η σύγκρουση αυτή οδηγεί στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο και βρίσκει τη λύση της σ» αυτόν κατά τη δεκαετία του ’60.

Μερικά από τα σημαντικότερα προβλήματα που παρατηρούνται στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα αναλύονται στο βιβλίο του Alexis de Tocqueville, για τη «Δημοκρατία στην Αμερική» («De la Democratie en Amerique», ελλ. «Ανατομία της Δημοκρατίας»). Το έργο αυτό είναι κλασικό για την Πολιτική Επιστήμη, γιατί επιτυγχάνει με τρόπο διαυγή και χωρίς δογματισμούς να περιγράψει και να αξιολογήσει τους πολιτικούς θεσμούς και να τους συνδέσει με κοινωνικά συμφέροντα, με πολιτισμικά ζητήματα και με ιστορικούς και γεωγραφικούς παράγοντες που επέδρασαν πάνω τους.

Ο Tocqueville πήγε στην Αμερική το 1831, όταν ήδη είχαν διαμορφωθεί βασικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού πολιτικού συστήματος και της πολιτικής συμπεριφοράς. Ο ίδιος ήταν γάλλος αριστοκρατικής καταγωγής, αλλά η πρόθεσή του δεν ήταν να απορρίψει τη δημοκρατική κοινωνία και να γίνει κήρυκας αριστοκρατικών αξιών. Από την άλλη μεριά, δεν την αποδέχεται χωρίς κριτική. Ασκεί κριτική στον ισοπεδωτικό χαρακτήρα της αμερικανικής πολιτικής δημοκρατίας του 1830 (δημοκρατία «τύπου Jackson»), για την οποία πιστεύει ότι χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια και τυποποίηση που εμποδίζουν την ανάπτυξη ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων με πολιτική συνείδηση και δεν επιτρέπουν διαφοροποίηση στα επιχειρήματα και κριτική. Ταυτόχρονα ασκεί κριτική στο γαλλικό Ancien Regime (στην προεπαναστατική πολιτική τάξη πραγμάτων). Γι’ αυτόν η επανάσταση και η δημοκρατία είναι μια πραγματικότητα μη αντιστρέψιμη. Το πρόβλημά του είναι να περιγράψει τη δημοκρατία, για την οποία λέχθηκε ότι υφίσταται ως γεγονός: «Ανεζήτησα (…) την εικόνα της ίδιας της δημοκρατίας με τις τάσεις της, τον χαρακτήρα της, τις προκαταλήψεις της και τα πάθη της, ώστε να διδαχθώ τι έχομε να φοβόμαστε και τι να ελπίζουμε από την πρόοδό της» («Ανατομία…», σελ. 41).

Η ανάλυση του Tocqueville περιέχει τελεολογικά και αξιολογικά στοιχεία. Η ιδέα της ισότητας, που είναι η κεντρική ιδέα της δημοκρατίας, εμφανίζεται ως περιεχόμενο μιας ιστορικής τελεολογίας («θείας προνοίας») που οδηγεί στην πολιτική εξέλιξη από την παραδοσιακή κοινωνία των οικογενειακών προνομίων, της φεουδαρχίας, στους σύγχρονους δημοκρατικούς θεσμούς. Η ισότητα πραγματώθηκε μέσα από πολέμους, ανακαλύψεις, συγκρούσεις ανάμεσα στις παραδοσιακές τάξεις, ανάπτυξη του μορφωτικού επιπέδου (πρβλ. την κατασκευή της ιστορικής τελεολογίας στην «Ιδέα…» του Καντ, «Δοκίμια», σελ. 24 επ.). Η δημοκρατία που στο τέλος εγκαθιδρύθηκε είναι το αντικείμενο μιας «νέας πολιτικής επιστήμης» («Ανατομία», σελ. 34) η οποία θέτει προβλήματα των αξιών και της ανάπτυξης πολιτικής παιδείας στο σύγχρονο κόσμο. Η επιστήμη αυτή συγκροτείται κατά τη μετάβαση από μια κοινωνία παραδοσιακών αξιών που δεν υπάρχουν πια (αυτονόητης παραδοσιακής νομιμοποίησης της πολιτικής, θρησκευτικής πίστης, αρετής των ευγενών) προς μία κοινωνία δημοκρατικών αξιών, όπως την οραματίζεται ο Tocqueville, στην οποία θα επικρατούν αμοιβαία εμπιστοσύνη, συνεργασία, αλτρουισμός και σεβασμός στο νόμο-αξίες που δεν έχουν πραγματωθεί αλλά προς τις οποίες οφείλει να προσανατολίζεται η Πολιτική Επιστήμη.

Κεντρικά προβλήματα που απασχόλησαν τον Tocqueville είναι το πρόβλημα της σύστασης του πολιτικού συστήματος και της λειτουργίας του. Προσπαθεί να κατανοήσει τον αμερικανικό «εθνικό χαρακτήρα» ανατρέχοντας στα διαμορφωτικά του στοιχεία: προέλευση και αξίες των μεταναστών, πολιτική συμπεριφορά, γεωγραφική κατανομή τους, στάση τους απέναντι στη θρησκεία. Εξετάζει προβλήματα σχέσης των αποικιών με τη μητρόπολη και προβλήματα αυτοδιοίκησης στις νεοσύστατες αμερικανικές πολιτικές κοινωνίες, και επισημαίνει αντιθέσεις ανάμεσα στη δημοκρατική διαδικασία ψήφισης των νόμων και σε ορισμένα από τα περιεχόμενά τους. Επισημαίνει τύπους μετάβασης από την παραδοσιακή κοινωνία προέλευσης των μεταναστών στη σύγχρονή του αμερικανική κοινωνία, προβαίνοντας σε αναλύσεις επιμέρους θεσμών (όπως λ.χ. του κληρονομικού δικαίου, όπου αναλύει τις συνέπειες του αστικού απέναντι στο προαστικό κληρονομικό δίκαιο για τη συγκρότηση της δημοκρατικής κοινωνίας και της αστικής οικονομίας ).

Ο Tocqueville έστρεψε ιδιαίτερα την προσοχή του στη διαμόρφωση των ομοσπονδιακών θεσμών στην Αμερική και στη σχέση τους με τους θεσμούς των επιμέρους πολιτειών. Αναλύει την τάση για ένωση και κεντρικούς ομοσπονδιακούς θεσμούς σαν μια ανάγκη που προκύπτει από την κοινή προσπάθεια να αποτιναχθεί η αποικιακή εξάρτηση («Ανατομία…», σελ. 82 επ.). Η τάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την τάση διαφύλαξης δικαιωμάτων και συμφερόντων της κάθε πολιτείας. Το σύνταγμα του Washington εξισορροπεί τις δύο τάσεις, εξασφαλίζοντας για το σύνολο των πολιτειών πολιτικούς όρους αναφερόμενους σε κοινά τους συμφέροντα (εξωτερική πολιτική, σύσταση στρατού, οδοποιία-λειτουργίες που χρηματοδοτούνται από ομοσπονδιακούς φόρους) και

Στα κράτη με φεουδαρχικό κληρονομικό δίκαιο η κτηματική περιουσία περιέρχεται στον πρωτότοκο, ενώ κατά την αστική νομοθεσία μοιράζεται, σε όλους τους απογόνους. Ο Tocqueville επισημαίνει συνέπειες αλλαγής του κληρονομικού δικαίου και της καθιέρωσης της ελεύθερης κτηματικής συναλλαγής για την παραγωγικότητα της εργασίας (αυξάνεται η παραγωγικότητα επειδή ενισχύεται το ατομικό συμφέρον) και για την εγκαθίδρυση της ισότητας στο πολιτικό σύστημα.

διαφυλάσσοντας ταυτόχρονα την αυτοκυβέρνηση της κάθε πολιτείας. Το πρόβλημα που είχε τεθεί από τον Montesquieu και τον Rousseau, της αντιστοιχίας των πολιτικών θεσμών προς το μέγεθος της επικράτειας, βρίσκει έτσι μια λύση στην εξισορρόπηση των ιδιαίτερων συμφερόντων προς τα κοινά συμφέροντα.

Ξεκινώντας από την προβληματική της αντίθεσης μεταξύ συμφερόντων, ο Tocqueville επεξεργάζεται θεωρητικές έννοιες για την κατανόηση του ρόλου των κομμάτων στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Αν σε κάθε περιοχή διαμορφώνονταν απλώς κοινά συμφέροντα όλων των κατοίκων που θα ήταν αντίθετα προς τα συμφέροντα των κατοίκων άλλων περιοχών, θα προέκυπταν διαμάχες μεταξύ περιοχών και όχι μεταξύ ομάδων στην ίδια περιοχή. «Αλλά όταν οι πολίτες έχουν διαφορετικές γνώμες επάνω σε θέματα που ασκούν την ίδια επίδραση σ’ ολόκληρη τη χώρα (όπως λ.χ. οι αρχές επάνω στις οποίες βασίζεται η διεξαγωγή της διακυβέρνησης), τότε ανακύπτουν ορισμένες διαφοροποιήσεις, τις οποίες, πολύ σωστά, ονομάζουμε «κόμματα». Τα κόμματα είναι ένα αναγκαίο κακό στα ελεύθερα καθεστώτα, αλλά έχουν πάντοτε τον ίδιο χαρακτήρα και τις ίδιες ροπές» (σ.93). Οι ροπές των κομμάτων για τις οποίες μιλάει ο Tocqueville είναι η ροπή προς «περιορισμό» και ροπή για «απειροεπέκταση» της εξουσίας του λαού. Στην Αμερική οι ροπές αυτές εκφράστηκαν ως προβλήματα οργάνωσης της δημοκρατίας και ερμηνείας της έννοιας της ισότητας. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις του παλιού «ομοσπονδιακού» κόμματος (του Hamilton), η δημοκρατική έκφραση της λαϊκής βούλησης θα έπρεπε να περιορίζεται, όχι όμως από έναν τύραννο, αλλά από το ίδιο το σύνταγμα το οποίο είχε τη συναίνεση του λαού και το οποίο καθιέρωνε διαδικασίες που ρυθμίζουν την άσκηση των κυριαρχικών λαϊκών δικαιωμάτων και σχέσεις εξισορρόπησης μεταξύ των εξουσιών. Αντίθετα, στο παλιό ρεπουμπλικανικό, και μετέπειτα δημοκραρικό κόμμα (του Jefferson) εκδηλώθηκε η ροπή προς άμεση λαϊκή συμμετοχή σε διαδικασίες και θεσμούς και προς διαρκή έλεγχο της εξουσίας από τον δήμο. Η ανάλυση του Tocqueville δείχνει ότι οι δύο αυτές ροπές στην ιστορική τους εξέλιξη συγκλίνουν σε ορισμένες δημοκρατικές αρχές που αποτελούν τη βάση του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Στη βάση αυτή, τα κόμματα επεξεργάζονται πλαίσια συσχετισμού συμφερόντων που να μπορούν να εξασφαλίζουν τη συσπείρωση πολλών κοινωνικών ομάδων, και «αρχές» ή «δόγματα» γενικού χαρακτήρα που να μπορούν να δώσουν στο κόμμα μια ταυτότητα προς τα έξω. Είναι φανερή η προσπάθεια του Tocqueville να αντιδιαστείλει αφενός τις κοινωνικές δυνάμεις που εκφράζονται με διάφορες απόψεις, και αφετέρου τις πολιτικές δυνάμεις όπως εμφανίζονται στον εκάστοτε συσχετισμό μεταξύ πολιτικών κομμάτων. Οι κοινωνικές αντιθέσεις και αντιγνωμίες υπάρχουν και δρουν στο κοινωνικό σύνολο, έστω κι αν στο πολιτικό σύστημα το κόμμα που πλειοψήφισε εμφανίζει ομογνωμία.

Οι δημοκρατικοί θεσμοί, αν αξιολογηθούν ως προς το δημόσιο όφελος που πηγάζει από αυτούς, οδηγούν κατά τον Tocqueville σε μεγαλύτερη ευημερία απ’ ό,τι οι παραδοσιακοί αριστοκρατικοί θεσμοί. Έτσι, η νομοθεσία στη δημοκρατία είναι έκφραση της βούλησης της πλειοψηφίας, η οποία κυριαρχικά αποφασίζει τι είναι ωφέλιμο γι’ αυτήν και όχι για την κατοχύρωση των συμφερόντων των λίγων. Το πλεονέκτημα αυτό αντισταθμίζει την έλλειψη εμπειρίας που παρατηρείται κατά τη δημοκρατική νομοθετική λειτουργία σε σχέση με την, νομικά και τεχνικά, πιο άρτια νομοθετική λειτουργία του παραδοσιακού κράτους. Το ίδιο ισχύει και για τους δημόσιους λειτουργούς, που στα δημοκρατικά καθεστώτα εμφανίζουν προσωπικές αδυναμίες, σε αντίθεση με τη διοίκηση του παραδοσιακού κράτους της αριστοκρατικής Ευρώπης, που είναι λειτουργικά ανώτερης ποιότητας, αλλά προσανατολισμένη στη διαφύλαξη των προνομίων των παραδοσιακών τάξεων. Κι εδώ ο Tocqueville διαπιστώνει τη δράση «μυστικών ροπών» στα πλαίσια του πολιτικού συστήματος οι οποίες, μέσα στο δημοκρατικό πολίτευμα οδηγούν τις διάφορες πολιτικές δραστηριότητες, και μάλιστα ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δρώντων, στην πραγμάτωση του δημόσιου οφέλους. Διαφαίνεται εδώ η ιδέα του φιλελευθερισμού ότι μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες εξισορρόπησης τάσεων και συμφερόντων των ομάδων πραγματοποιούνται τα άριστα για τη συνολική κοινωνία πολιτικά αποτελέσματα.

Ωστόσο, η πραγματοποίηση ενός άριστου αποτελέσματος δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία, αλλά επηρεάζεται από τις αξίες που ισχύουν σε μια κοινωνία, από το «δημόσιο πνεύμα» που κι αυτό υπόκειται σε μεταβολές στη διαδικασία εκδημοκρατισμού της κοινωνίας. Στις παραδοσιακές κοινωνίες αναπτύχθηκαν αρετές και συμπεριφορές, όπως η πίστη προς τη θρησκεία και την οικογένεια, ο σεβασμός για την παράδοση και η εμπιστοσύνη στην παραδοσιακή εξουσία. Αυτές οι αξίες νομιμοποίησαν το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, παρόλο που αυτό δεν στηρίχθηκε στην ιδέα της δημοκρατικής συμμετοχής. Σε μεταβατικές περιόδους, όπως αυτή που διανύει, κατά τον Tocqueville, η Αμερική στην εποχή του, οι αξίες αυτές τίθενται σε αμφισβήτηση και επικρατεί εγωισμός, δυσπιστία προς την παράδοση και τους νόμους, κάμψη του πατριωτισμού. Σε τέτοιες περιόδους τίθεται το πρόβλημα μιας εκ νέου θεμελίωσης των πολιτισμικών αξιών, στα πλαίσια όμως της δημοκρατίας, έτσι ώστε να επικρατήσει σεβασμός προς το νόμο, πολιτική συμμετοχή και ταύτιση του πολίτη με τους δημοκρατικούς θεσμούς. Προς μια τέτοια αξιολογική δημοκρατία προσανατολίζεται η σκέψη του Tocqueville. Αρνείται να ταυτίσει την αξιολογική δημοκρατία, στην οποία πραγματώνεται η δικαιοσύνη, με τις αποφάσεις της εκάστοτε πλειοψηφίας. Στη δικαιοσύνη αποδίδει ένα πανανθρώπινο περιεχόμενο. Λέει ότι «έχει συνταχθεί και καθιδρυθεί όχι από την πλειοψηφία τούτου ή εκείνου του λαού, αλλά από την πλειοψηφία της ανθρωπότητας» (σ. 120). Επειδή ακριβώς η εκάστοτε πλειοψηφία μπορεί να σφάλει απέναντι στην ιδέα της δικαιοσύνης (που μας θυμίζει τη «γενική βούληση» του Rousseau), πιστεύει στην ανάγκη μετριασμού της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων στο δημοκρατικό πολίτευμα. Ο μετριασμός αυτός δεν είναι μετριασμός της δημοκρατικής αρχής από την αριστοκρατική και την απολυταρχική (όπως συμβαίνει στη θεωρία του Μοντεσκιέ για τις ενδιάμεσες εξουσίες), αλλά μετριασμός στα πλαίσια των διαδικασιών οι οποίες προκύπτουν στο πολιτικό σύστημα που βασίζεται στη δημοκρατική αρχή. Μπορεί να πραγματοποιηθεί με ακριβή καθορισμό των αρμοδιοτήτων των διαφόρων οργάνων, με τον χωρισμό των εξουσιών μέσα στο δημοκρατικό πολίτευμα, με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την προστασία των μειοψηφιών και τη διασφάλιση της λειτουργίας μιας κριτικής δημοσιότητας. Αν δεν πραγματοποιείται μία τέτοια οργάνωση του πολιτικού συστήματος, θα υπάρχει πάντα ο κίνδυνος τυραννίας εκ μέρους πλειοψηφιών και απομάκρυνσης από την αξιολογική αρχή της δικαιοσύνης. Έναν τέτοιο κίνδυνο διαβλέπει ο Tocqueville και για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα της εποχής του. Ο Tocqueville δεν θεμελιώνει τις αξιολογικές αρχές που πρέπει να διέπουν τη δημοκρατία πάνω σ’ ένα μεταφυσικό σύστημα, αλλά τις εισάγει σε σχέση με μια κριτική της παράδοσης, εκτιμώντας τα θετικά παραδοσιακά εκείνα στοιχεία, τα οποία πρέπει να διασωθούν με νέα μορφή στον καινούργιο δημοκρατικό πολιτισμό που ανατέλλει. Ξεκινώντας από την κριτική των κακώς εχόντων της σύγχρονής του δημοκρατικής κοινωνίας, θα διατυπώσει θετικές αρχές πολιτικής αλληλεγγύης και συμμετοχής στη δημοκρατία. Αντιμετωπίζει κριτικά το πρόβλημα της σχετικοποίησης κάθε παράδοσης στη δυναμική αμερικανική κοινωνία, και της μετατροπής του παραδοσιακού δεδομένου σε απλή πληροφορία. Μ’ αυτή την έννοια, ο Tocqueville είναι πρόδρομος μιας σύγχρονης κριτικής της τεχνοκρατίας και της αντίληψης που αντιμετωπίζει την πρόοδο μόνο με ποσοτικά κριτήρια, χωρίς όμως να οδηγείται με την κριτική του στο μυστικισμό, ή να στρέφεται εναντίον του διαφωτισμού. Διαφωτισμός και ορθολογισμός σημαίνουν πάντοτε και κριτική, που στηρίζεται στην ερμηνεία του παρόντος όπως εξελίχθηκε ιστορικά. Το έργο του Tocqueville δεν επιδιώκει να θεμελιωθεί το σήμερα στο χθες· επιδιώκει τη δημιουργία συνθηκών ισότητας και δημοκρατίας που θα εξασφαλίζουν στον καθένα τη δυνατότητα να σκέφτεται ελεύθερα και κριτικά, και να ζει σ’ έναν κόσμο χωρίς κοινωνικές και πνευματικές εξαρτήσεις.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s