Στην Αγγλία του 19ου αιώνα, η θεωρητική συζήτηση για τον χαρακτήρα μιας αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης συνδέθηκε με το πνευματικό κίνημα του ωφελιμισμού, κυριότεροι εκπρόσωποι του οποίου ήταν οι J. Bentham, James Mill και J.S. Mill.

Στο αγγλικό πολιτικό σύστημα έχει γίνει ήδη από το 18ο αιώνα ισχυρή η εξουσία του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, από το 1760 έχει αρχίσει η «βιομηχανική επανάσταση», η ανάπτυξη δηλαδή της παραγωγής στη βάση της καπιταλιστικής βιομηχανικής επιχείρησης, η οποία επιβάλλει ως αναγκαία την εισαγωγή τεχνικών νεωτερισμών που αποσκοπούν στη μείωση των επιχειρησιακών εξόδων και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της, προωθώντας με τον τρόπο αυτό την τεχνολογική εξέλιξη στο επίπεδο της συνολικής κοινωνίας. Η οικονομική ανάπτυξη που στηρίζεται στο εμπόριο και στη βιομηχανία, θα κάνει την Αγγλία για έναν αιώνα και περισσότερο, την κυρίαρχη στον κόσμο οικονομική δύναμη.

Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα γίνονται φανερές oι αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις της εκβιομηχάνισης, καθώς πλατιές εργατικές μάζες συνωστίζονται στις πόλεις σε συνθήκες εξαθλίωσης και απειλούνται διαρκώς από την ανεργία. Η μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου το 1832, μολονότι επέτρεψε στις μεσαίες αστικές τάξεις να συμμετάσχουν στο πολιτικό σύστημα και οδήγησε στην αναμόρφωση της δομής των κομμάτων (από τους Torries και τους Whigs ξεπηδούν οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι), ωστόσο δεν αναγνώρισε πολιτικά δικαιώματα στις εργατικές μάζες. Αποτέλεσμα των κοινωνικών αυτών συνθηκών ήταν η δημιουργία του κινήματος των Χαρτιστών (Χάρτης του 1838), ενός ευρύτατου εργατικού κινήματος με αιτήματα την αναγνώριση του δικαιώματος της γενικής, ίσης και μυστικής ψηφοφορίας, τη μεταρρύθμιση του Κοινοβουλίου και τις ετήσιες εκλογές. Από τους κόλπους του κινήματος αυτού θα ξεπηδήσουν στα μέσα του 19ου αιώνα τα πρώτα αγγλικά εργατικά συνδικάτα (1868).

Η «ωφελιμιστική» πολιτική θεωρία αποτελεί μιαν αντίδραση απέναντι στη νέα πραγματικότητα. Η κοινωνική ηθική που διατυπώνεται στα έργα των κυριοτέρων εκπροσώπων της θεωρίας αυτής και οι ωφελιμιστικές ιδέες για το «σωστό» πολίτευμα, είναι επηρεασμένες από τη νέα αυτή πραγματικότητα των μεταβαλλόμενων κοινωνικών σχέσεων, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση τις κλασσικές φιλελεύθερες ιδέες. Και οι ωφελιμιστές έχουν φιλελεύθερες ρίζες· η προβληματική τους στηρίζεται στον σκοπό που διατύπωσε ο Hutcheson για την πολιτική: να πραγματοποιεί τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων. Πως μπορεί όμως να πραγματοποιηθεί ο σκοπός αυτός, όταν στην αναπτυσσόμενη αστική κοινωνία ένα διαρκώς αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού, οι βιομηχανικοί εργάτες, είναι αποστερημένο από περιουσία και δικαιώματα;

Ο κλασσικός φιλελευθερισμός θεώρησε ότι οποιαδήποτε απόπειρα (λ.χ. μέσω της φορολογίας και των κοινωνικών παροχών) να μεταφερθεί εισόδημα από τους πλούσιους ιδιοκτήτες στους φτωχούς εργαζόμενους ή ανέργους, θα αποτελούσε παρέμβαση στον αυτοματισμό της φιλελεύθερης αγοράς, με αποτέλεσμα να μειωθεί η απασχόληση και η κοινωνική ευημερία σε σχέση με το άριστο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να επιτευχθεί αν δεν γινόταν η παραπάνω παρέμβαση. Αν, αντίθετα, τα μεμονωμένα άτομα αφήνονταν ελεύθερα να επιδιώκουν τους ατομικούς τους σκοπούς, θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί η ευτυχία του συνόλου στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Τέτοιες αντιλήψεις διατυπώνουν και συγγραφείς του 19ου αιώνα, που βρίσκονται κοντά στην προβληματική του ωφελιμισμού, όπως λ.χ. ο J. Austin. Ο Austin δέχεται ότι η πολιτική εξουσία πρέπει να συμβαδίζει με την ιδιοκτησία. Το καθεστώς ιδιοκτησίας προϋποθέτει ένα καθεστώς νομικών ρυθμίσεων που συμπίπτει με την πολιτική εξουσία, δηλαδή με διαταγές που μπορούν να βρουν εφαρμογή (υπακοή) στην κοινωνία. Η αρχή που νομιμοποιεί όλες αυτές τις ρυθμίσεις και τις αντίστοιχες διαταγές είναι η κρατική κυριαρχία. Oι ιδέες αυτές είναι πολύ κοντά στην κατασκευή του Hobbes. Ωστόσο, στην ωφελιμιστική θεωρία εισέρχεται και ένα στοιχείο που μετριάζει το στοιχείο του ατομικού εγωισμού (ο οποίος αποτελεί τη βάση του μοντέλου του Hobbes και του κλασσικού φιλελευθερισμού). Είναι το στοιχείο της κοινωνικής αλληλεγγύης που υπάρχει ήδη διατυπωμένο στο έργο του Α. Smith και βασίζεται στην ιδέα ότι μέσα στη κοινωνική και πολιτική ζωή διαμορφώνεται στα δρώντα άτομα η επίγνωση πως εξαρτώνται όχι μόνο από τα τυφλά αποτελέσματα των οικονομικών αυτοματισμών, αλλά και από την εκτίμηση που τρέφουν γι’ αυτά οι άλλοι, από τη φιλία και την καλοπροαίρετη αντιμετώπιση των συνανθρώπων τους. Η επίγνωση αυτή οδηγεί τα δρώντα άτομα σε τύπους ενάρετης και αλληλέγγυας συμπεριφοράς, που είναι ενδεδειγμένη για να τους εξασφαλίζει κοινωνική αποδοχή. Το εγωιστικό συμφέρον, να εξασφαλίζει κανείς για τον εαυτό του ωφελήματα, δεν έρχεται σε αντίθεση με το ηθικό αίτημα μιας ενάρετης συμπεριφοράς προσανατολισμένης προς τις ιδέες της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Η ευδαιμονία προς την οποία προσανατολίζεται ο ωφελιμισμός προϋποθέτει την πραγμάτωση αξιών μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο. Ήδη, στον αυστηρό ωφελιμισμό του Bentham, που έχει ως αφετηρία την ιδέα της ποσοτικοποίησης των αισθημάτων ηδονής-δυσαρέσκειας των ατόμων και αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση του συνολικού ποσού ηδονής, υπάρχουν αξιολογικά στοιχεία (πρβλ. Κ. Ψυχοπαίδη, «Γέννεση και θεμελίωση Κανόνων στην Πολιτική θεωρία», Τομ. «Άμητος», Αθήνα 1984, σελ. 276 επ.). Ο Bentham ορίζει ως σκοπό της νομοθεσίας την ευτυχία της κοινότητας, ενώ θεωρεί ως ψευδή σκοπό την επιδίωξη της «ευτυχίας μιας μειονότητας, που ζημιώνει και ελαττώνει την ευτυχία της πλειονότητας». Ο Bentham εισάγει με τον τρόπο αυτό μια κριτική διάσταση στη θεωρία του, η οποία θέτει σε αμφισβήτηση την εξουσία όταν αυτή τείνει προς την κατεύθυνση να υποστηρίζει τα προνόμια των λίγων σε βάρος των πολλών. Η κοινωνική ευδαιμονία αυξάνει με την εξασφάλιση της διατροφής, της ευμάρειας, της ασφάλειας και της ισότητας για όλη την κοινωνία, ενώ αυτή μειώνεται με την άνιση κατανομή των μέσων εξασφάλισης της ευτυχίας (περιουσία) καθώς και με την άνιση κατανομή της ίδιας της εξουσίας. Από τις ιδέες αυτές του Bentham συνάγεται μια κριτική των μοναρχικών και αριστοκρατικών πολιτευμάτων, ενώ συνάμα διατυπώνεται το αίτημα διαμόρφωσης τέτοιων θεσμών που να βρίσκουν την πλατιά συναίνεση των κυβερνωμένων.

Προς ανάλογες κατευθύνσεις στρέφει την επιχειρηματολογία του και ο φίλος και συνεργάτης του Bentham, o James Mill, ο οποίος εντοπίζει την προσοχή του σε προβλήματα αποτελεσματικής λειτουργίας των αντιπροσωπευτικών θεσμών. «Καλή διακυβέρνηση» είναι για τον J. Mill η αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση η οποία συνοδεύεται από ένα σύστημα ελέγχων που αποκλείει τις καταχρήσεις της κυβερνητικής εξουσίας. Οι αντιπρόσωποι που επιλέγει η κοινότητα πρέπει να ελέγχονται από ένα σώμα ελεγκτών, το οποίο με τη σειρά του θα πρέπει να ελέγχεται από τους εκλογείς, ώστε να περιορίζεται στην άσκηση της εξουσίας του (J. Mill, An Essay on Government, VI, VII, VIII). Ο J. Mill αντιλαμβάνεται το βρετανικό συνταγματικό πολίτευμα ως ένα σύστημα εξισορροπήσεων και ελέγχων μεταξύ των εξουσιών, και προτείνει, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του, τη συντόμευση της θητείας των εκλεγμένων οργάνων ώστε να περιοριστεί η δυνατότητα κατάχρησης της εξουσίας. (Ενα τέτοιο αίτημα είχαν θέσει και οι χαρτιστές).

Με τον J.S. Mill (1806-1875) γιο του James Mill, ο ωφελισμός παίρνει την πιο επεξεργασμένη μορφή του. Εκείνο που τονίζεται ιδιαίτερα στα έργα του είναι ο αξιολογικός-ηθικός χαρακτήρας του ωφελιμισμού. Ο J.S. Mill υποστηρίζει, ακολουθώντας την παράδοση του Bentham, ότι οι κανόνες που διέπουν τις επιμέρους πράξεις μπορούν να αναχθούν στην ηδονή που αυτές παρέχουν στα άτομα, εξαρτά δε την ηδονή από ποιοτικά κριτήρια, όπως η μόρφωση και το ηθικό ποιόν. Πιστεύει ότι σ’ ένα φιλελεύθερο σύστημα, οι ηθικές στάσεις που συνδέουν την ατομική ευδαιμονία με αξίες αλληλεγγύης και συνεργασίας, ευνοούνται και αναπτύσσονται. Βάση της δημοκρατικής θεωρίας είναι το ηθικά συγκροτημένο και αναπτυγμένο άτομο, που βλέπει μέσα στο γενικό καλό και το δικό του καλώς εννοούμενο συμφέρον.

Ο J.S. Mill υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο το σύστημα πολιτικών δικαιωμάτων που επικρατεί στην εποχή του, επειδή αποκλείονται με αυτό από την πολιτική συμμετοχή οι μεγάλες μάζες των εργαζομένων. Στους πολιτικούς θεσμούς επιβάλλονται οι απόψεις των εργοδοτών και των ανωτέρων τάξεων. Ο αποκλεισμός των πολλών από την πολιτική συμμετοχή εμποδίζει την ανάπτυξη ενεργών πολιτών, οι οποίοι να αισθάνονται την Πολιτεία ως χώρο όπου μπορούν να δραστηριοποιηθούν, να ασκήσουν δημόσια κριτική και να μεταρρυθμίσουν παρωχημένους θεσμούς. Τονίζει την παιδευτική λειτουργία της δημοκρατίας όπως αυτή πραγματοποιείται με τη συμμετοχή των πολιτών στα δικαστήρια και στην τοπική αυτοδιοίκηση, θεωρεί ότι ο απώτερος σκοπός της πολιτικής πρέπει να είναι η συμμετοχή όλων στην εξουσία, πράγμα που εξασφαλίζεται στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό στις σύγχρονες κοινωνίες με την «αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση».

Ο J.S. Mill, στο δοκίμιό του για την «Αντιπροσωπευτική Διακυβέρνηση», εντοπίζει το ενδιαφέρον του σε προβλήματα που προκύπτουν στα πλαίσια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από τη συμμετοχή των εργατικών μαζών στην εκλογική διαδικασία. Αν επιχειρηματολογούσε κανείς από τη σκοπιά των εργοδοτών, θα διέκρινε τον κίνδυνο να σχηματιστούν πλειοψηφίες στο Κοινοβούλιο, που θα αντιπροσώπευαν τα ταξικά συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων και θα έπαιρναν αποφάσεις οι οποίες θα έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα όχι μόνο των πλουσίων, αλλά και της κοινωνίας στο σύνολό της (λ.χ. αποφάσεις περιορισμού του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας, ή ματαίωσης επενδύσεων, που θα είχαν ως αποτέλεσμα απολύσεις). Ο J.S.Mill δεν ταυτίζεται πλήρως με τέτοια επιχειρήματα, ενώ η προβληματική του φτάνει μέχρι το σημείο να δεχτεί ότι τυχόν σοσιαλιστικά μέτρα μπορούν να μειώσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας, κι έτσι την κοινωνική ευτυχία. Επιμένει ότι είναι ο αναγκαίος περιορισμός των ταξικών εγωιστικών συμφερόντων για κάθε πλευρά, όπως επίσης και η εξισορρόπηση των ταξικών συμφερόντων μέσω του κοινοβουλίου. Αίτημά του είναι η δημοκρατία να «οργανωθεί με τέτοιο τρόπο, που καμιά τάξη, ούτε η πιο πολυάριθμη, να μην είναι σε θέση να οδηγήσει σε πολιτική αποδυνάμωση όλες τις άλλες τάξεις εκτός από τον εαυτό της, ούτε να διευθύνει τη νομοθετική και τη διοικητική εξουσία σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα». Αυτός ο τύπος οργάνωσης της δημοκρατίας δεν θα πρέπει να επιδιωχθεί με την θέσπιση περιορισμών στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος, αφού η συμμετοχή στους δημοκρατικούς θεσμούς είναι εκείνη που επιτρέπει την πολιτική ωρίμανση των πλατιών μαζών (Ο J. S. Mill αναφέρεται εδώ στη μαρτυρία του Tocqueville για την παιδευτική λειτουργία των αμερικανικών δημοκρατικών θεσμών). Οι εργαζόμενοι θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στον πολιτικό διάλογο και στις πολιτικές αποφάσεις, διαμορφώνοντας έτσι κριτήρια για το τι απαιτεί κάθε φορά το κοινό όφελος. Για τους λόγους αυτούς ο J.S. Mill συνηγορεί υπέρ της γενίκευσης του εκλογικού δικαιώματος σε όλους τους πολίτες (με εξαίρεση τους αγράμματους, όσους έχουν καταδικαστεί για χρέη ή όσους ζουν από ελεημοσύνες). Επισημαίνει ωστόσο τον «κίνδυνο» ότι με τη γενίκευση του εκλογικού δικαιώματος μπορεί να παίρνονται αποφάσεις «χαμηλής στάθμης», ή αποφάσεις με αποκλειστικά ταξικά κριτήρια. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός προτείνει ένα σύστημα παροχής περισσοτέρων ψήφων από μία σε ορισμένους ψηφοφόρους (στους μορφωμένους και σε όσους ασκούν επαγγέλματα που απαιτούν διανοητική και όχι χειρονακτική εργασία). Με τον τρόπο αυτό ελπίζει ότι είναι δυνατόν να εξισορροπηθεί ο κίνδυνος επιβολής των ταξικών συμφερόντων της πλειοψηφίας των εργαζομένων χωρίς να θιγεί το δημοκρατικό-αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης.

Με τις θεωρητικές αυτές αντιλήψεις του J.S. Mill φανερώνονται τα θεωρητικά και ιστορικά όρια της πολιτικής θεωρίας του ωφελιμισμού. Ο ίδιος ο J.S. Mill κατανοούσε ότι η έννοια του «γενικού οφέλους» σε μια κοινωνία δεν προκύπτει μηχανικά από την πρόσθεση των αντιλήψεων περί του ατομικού οφέλους που θεωρείται ότι έχει το επιμέρους άτομο στην κοινωνία αυτή, αλλά, αντίθετα, είναι ένα πρόβλημα που τίθεται σε σχέση με το ιστορικό σύστημα δικαιωμάτων και προνομίων που ισχύουν στην κοινωνία, όπως επίσης και σε σχέση με την κριτική που ασκείται από τις μη προνομιούχες ομάδες στο σύστημα αυτό.

Ο ωφελιμισμός, αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα που προέκυπταν από την ανάπτυξη της αστικής κοινωνίας της αγοράς, έθεσε το ζήτημα της ενσωμάτωσης της αναπτυσσόμενης εργατικής τάξης στα πλαίσιά της, μέσω του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος χωρίς να τεθεί σε αμφισβήτηση το ισχύον καθεστώς της ιδιοκτησίας.

Μετά τον J.S. Mill, στα πλαίσια της εξελισσόμενης αστικής κοινωνίας, δεν μπόρεσε να επικρατήσει το σύστημα της πολλαπλής ψηφοφορίας που ο ίδιος είχε προτείνει με στόχο την εξασφάλιση της κοινωνίας από την αμφισβήτηση της αναπτυσσόμενης εργατικής τάξης. Ωστόσο, η γενίκευση του εκλογικού δικαιώματος, στα πλαίσια της υποχώρησης της φιλελεύθερης οικονομίας και ανάδυσης της μονοπωλιακής οργάνωσης της καπιταλιστικής επιχείρησης, συνοδεύτηκε από την διεύρυνση και την ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας, τάση που οι προσανατολισμένοι προς τον φιλελευθερισμό ωφελιμιστές είχαν απορρίψει.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s