Η ανάπτυξη του νέου μεθοδολογικού πλαισίου που έμελλε να επηρεάσει αποφασιστικά την ακαδημαϊκή σκέψη στις κοινωνικές επιστήμες τον 20ο αιώνα οφείλεται στον Μαξ Βέμπερ (Το κλασικό του έργο «Οικονομία και Κοινωνία» δημοσιεύεται το 1992). Ο Βέμπερ διατυπώνει μια ριζοσπαστική κριτική στη παραδοσιακή θεωρία επιδιώκοντας να θέσει τις βάσεις μιας αυστηρής κοινωνικής επιστήμης. Για τον σκοπό αυτό θέτει το αίτημα του μεθοδικού «χωρισμού» ορισμένων στοιχείων, τα οποία στην παραδοσιακή θεωρία της κοινωνίας και της πολιτικής ήταν με αυτονόητο τρόπο συνδεδεμένα. Οι χωρισμοί αυτοί επιτρέπουν στον Μαξ Βέμπερ την κατασκευή ενός εννοιολογικού οικοδομήματος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την οριοθέτηση του αντικειμένου της κοινωνικής επιστήμης και την συγκεκριμένη κοινωνικο-επιστημονική ανάλυση. Τέτοιοι χωρισμοί στους οποίους θα πρέπει να προβαίνει ο κοινωνικός επιστήμονας είναι κατά τον Βέμπερ ο χωρισμός εξήγησης και αξιολόγησης και ο χωρισμός της ιστορίας από την κοινωνική επιστήμη.

Στην κοινωνική πραγματικότητα απαντούν ως «δεδομένα» αξιολογήσεις των δρώντων (συμπάθειες, αντιπάθειες, προτιμήσεις, αξίες, στις οποίες «πιστεύουν» οι άνθρωποι). Οι αξιολογήσεις αυτές δεν μπορούν να εξηγηθούν πλήρως «αιτιακά» λ.χ. να αναχθούν σε ένα συμφέρον του δρώντος ατόμου. Όπου αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί θα πρέπει να λαμβάνονται ως σταθερές. Όπως κάθε άνθρωπος, έτσι και οι επιστήμονες «αξιολογούν», κυρίως όταν θέτουν κριτήρια για το τι ζήτημα είναι «σημαντικό» και «άξιο» να ερευνηθεί. Κάθε επιλογή στοιχείων από τον επιστήμονα και κάθε υπόθεση που αυτός κάνει μπορεί να κατανοηθεί ως αξιολόγηση (επιλογή του αντικειμένου και «ορισμός» των στοιχείων που το συγκροτούν βάσει της σημαντικότητάς του).

Η παραδοσιακή θεωρία πίστευε στην ύπαρξη αξιολογήσεων που ανάγονται σε «αντικειμενικές ιστορικές αξίες» (λ.χ. ελευθερία, ισότητα) και είναι δεσμευτικές για την διαμόρφωση του προβληματισμού και τον καθορισμό των κριτηρίων της επιστήμης. Ο Μαρξισμός υπέβαλε τις αξίες της παραδοσιακής θεωρίας σε κριτικό έλεγχο, ξεκινώντας από την κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας ως αντικειμενικής, ως συνόλου αντικειμενικών ιστορικών σχέσεων (λ.χ. καπιταλιστική ή φεουδαρχική διάρθρωση της κοινωνίας και της οικονομίας) που διαμορφώνουν και τις κοινωνικές αξίες.

Σε αντίθεση προς αυτές τις αντιλήψεις για την διαπλοκή αξιών και κοινωνικών δεδομένων ο Βέμπερ εγείρει το μεθοδολογικό αίτημα του χωρισμού αξιολόγησης και εξήγησης στις κοινωνικές επιστήμες. Οι επιστήμονες δεν θα πρέπει να επιδιώκουν τον προσανατολισμό των ερωτημάτων τους προς μια ιστορικά «αντικειμενική» θεωρία της πραγματικότητας(γιατί μια τέτοια θεωρία δεν υπάρχει κατά Βέμπερ), αλλά προς εννοιολογικά σχήματα, τα οποία μπορούν να κατασκευάσουν κατά το δοκούν αξιολογώντας ελεύθερα ποιες πλευρές της πραγματικότητας από τις άπειρες δυνατές επιθυμούν να διερευνήσουν. Οι υποκειμενικές αυτές θεωρητικές κατασκευές (τύποι) συγκροτούν το αξιολογικό στοιχείο της θεωρίας. Αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια, λ.χ. αναφερόμενα στο κατά πόσον μία ιστορική σχέση είναι «ουσιώδης» ή όχι, δεν υπάρχουν κατά τον Βέμπερ.

Στα πλαίσια της κάθε θεωρητικής κατασκευής είναι δυνατή μία αιτιακή εξήγηση των φαινομένων, τα οποία στις κοινωνικές επιστήμες συγκροτούνται από ατομικές πράξεις. Η αιτιακή εξήγηση της πράξης συνίσταται σε αναγωγή των αποτελεσμάτων της σε αιτίες που αποτελούν τα «κίνητρα» των πράξεων (λ. χ. αιτία της πράξης είναι ένα οικονομικό συμφέρον, ή μια ηθική πεποίθηση). Η κατ’ εξοχήν εργασία του κοινωνικού επιστήμονα συνίσταται στην ανακατασκευή της αιτιακής σχέσης μεταξύ κινήτρων και αποτελεσμάτων των πράξεων μεμονωμένων ατόμων. Οι Κοινωνικές σχέσεις προκύπτουν ως συνθέσεις τέτοιων πράξεων (ενώ αντίθετα στη μαρξιστική προβληματική η κατανόηση των ιστορικά διαμορφωμένων κοινωνικών σχέσεων είναι προϋπόθεση για να κατανοήσουμε τα κίνητρα μεμονωμένων ατομικών πράξεων).

Κατά τον Βέμπερ ή πρόταξη του προβλήματος των ιστορικών σχέσεων, στις οποίες διαπλέκεται η πράξη, δεν είναι μεθοδολογικά επιτρεπτή αφού η αυστηρή αιτιακή ανάλυση προϋποθέτει προσωπικό υποκείμενο του πράττειν, ενώ οι σχέσεις δεν έχουν υποκείμενο. Δέχεται ωστόσο ότι ο προβληματισμός πάνω στις ιστορικά ισχύουσες κοινωνικές σχέσεις, στο κοινωνικό σύστημα κλπ. αποτελεί χρήσιμη προεργασία πριν αρχίσει η κατ’ εξοχήν ανάλυση που, συνίσταται σε «εξήγηση» της πράξης (στη βεμπεριανή έννοια της «εξήγησης» ανήκει και η κριτική προσφορότητας της πράξης, δηλ. η διερεύνηση αν χρησιμοποιήθηκαν τα κατάλληλα μέσα για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού του δρώντος).

Με την τοποθέτησή του στο θέμα της αξιολόγησης ο Βέμπερ καταστρέφει την ιδέα της συνοχής της πραγματικότητας ως ιστορικής ενότητας που μπορεί να περιγραφεί εννοιολογικά στα ουσιαστικά της στοιχεία- μία συνοχή που είχε δεχθεί η παραδοσιακή θεωρία και ο μαρξισμός.

Για «πραγματικότητα» μπορούμε να μιλάμε μόνο σε σχέση μ’ ένα σύνολο κοινωνιολογικών θεωριών που κάθε φορά θεωρείται ότι ισχύουν, που είναι αναγκαστικά μονόπλευρες και φωτίζουν- συγκροτούν πλευρές από τα άπειρα εμπειρικά στοιχεία που αποτελούν το κοινωνικό είναι. Οι έννοιες των επιστημών είναι «τύποι», μονόπλευρες θεωρητικές κατασκευές, όχι ιστορικά δεσμευτικές θεωρίες που να αντιστοιχούν στο ιστορικά «αντικειμενικό» (λ.χ. η έννοια «καπιταλισμός» είναι έννοια (τύπος), ή μάλλον διαπλοκή εννοιών (γενετικός τύπος)που μπορεί να χρησιμεύσει για την κατανόηση ορισμένων πλευρών της πραγματικότητας.

Παρ’ ότι ο Βέμπερ αποχωρίζει τις κατηγορίες του από τα ιστορικά τους περιεχόμενα και τις συγκροτεί μόνον κατά την μορφή τους («φορμαλισμός»), ως σχέσεις αιτίας προς το αποτέλεσμά της, η προβληματική του επηρεάζεται (έλκεται) από προβλήματα που προέκυψαν ιστορικά, όπως το πρόβλημα της ιστορικής διαμόρφωσης της σύγχρονης κοινωνίας της αγοράς. Θεωρεί ότι στην σύγχρονη κοινωνία επικρατεί ο τύπος πράξεων που αντιστοιχούν σε κίνητρα σκοπιμότητας (σε έναν «ορθολογισμό του σκοπού») δηλ. πράξεις που επιδιώκουν την προώθηση ατομικών συμφερόντων με την επιλογή των πιο πρόσφορων γι’ αυτό μέσων, σε αντίθεση με παραδοσιακές κοινωνίες όπου είναι συχνότερες πράξεις που έχουν ως κίνητρο ηθικές ή παραδοσιακές αξίες. Ωστόσο και στις σύγχρονες κοινωνίες, απαντούν δίπλα στον ορθολογισμό των σκοπών ο ορθολογισμός των αξιών και τα παραδοσιακά κίνητρα. Η βαθμιαία επικράτηση ορθολογικών τύπων συμπεριφοράς σκοπιμότητας, η αντικατάσταση παραδοσιακών κανόνων που διέπουν τις πράξεις από «εκλογικευμένες» συμπεριφορές που επιτρέπουν ακριβή υπολογισμό των συνεπειών και του οφέλους που προκύπτει για τους δρώντες είναι χαρακτηριστικά της δυτικής καπιταλιστικής κοινωνίας και απαντά σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής -και στον χώρο του κράτους και της πολιτικής.

Ο Βέμπερ κατανοεί το κράτος ως σύνδεσμο, δηλ. ως εξουσιαστική κοινωνική σχέση, στην οποία οι ιθύνοντες χρησιμοποιούν έναν διοικητικό μηχανισμό για να επιβάλλουν τη βούλησή τους. Έχει χαρακτήρα ιδρύματος, με την έννοια ότι εισάγει κανόνες που είναι υποχρεωτικοί για όλα τα μέλη του για τα οποία συντρέχουν ορισμένα γνωρίσματα (γέννηση, διαμονή). Διεκδικεί το μονοπώλιο νόμιμης βίας στο χώρο του για την υλοποίηση των κανόνων που ισχύουν σ’ αυτόν. Γνωρίσματα του δυτικού κράτους όπως διαμορφώθηκε ιστορικά μέσα από την παραδοσιακή κοινωνία είναι, ότι οι κανόνες του τείνουν να έχουν την μορφή ορθολογικού τυπικού δικαίου και ότι ο διοικητικός του μηχανισμός (γραφειοκρατία) έχει ορθολογικό χαρακτήρα. Οι αποφάσεις των Δικαστηρίων και οι πράξεις της διοίκησης στη δυτική κοινωνία μπορούν σε μεγάλο βαθμό να προβλεφθούν και να υπολογισθούν εκ των προτέρων από τους διοικουμένους, μιας και ακολουθούν εκ των προτέρων γνωστούς κανόνες (και δεν προκύπτουν από περίπτωση σε περίπτωση, όπως γίνεται π.χ. με τις αποφάσεις του Ισλάμη Καδή). Αυτό επιτρέπει στους διοικουμένους να μπορούν να ρυθμίσουν με ορθολογικό τρόπο την δική τους συμπεριφορά σύμφωνα με τα ατομικά τους συμφέροντα (λ.χ. κατά τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες λαμβάνουν ως «δεδομένα» το αστικό και ποινικό δίκαιο, την εργατική νομοθεσία, την νομοθεσία δασμών κλπ.).

Η κρατική εξουσία στο σύγχρονο δυτικό κράτος «νομιμοποιείται» έτσι (δικαιολογείται στην συνείδηση των εξουσιαζομένων) σε μεγαλύτερο βαθμό, λόγω του χαρακτηριστικού της να είναι νόμιμη εξουσία. Οι εξουσιαζόμενοι δηλ. την αποδέχονται, επειδή ισχύουν σ’ αυτήν νομικά κατοχυρωμένοι κανονισμοί και αρμοδιότητες καθ’ ύλην της διοίκησης που καθορίζονται από ορθολογικούς κανόνες (παράλληλα απαντά ως ένα βαθμό και η νομιμοποίηση της εξουσίας μέσω της προσωπικής ακτινοβολίας, του «χαρίσματος», πολιτικών ηγετών, που θεωρούνται ότι είναι προσωπικά «κλητοί» και «προορισμένοι» να κυβερνούν.

Ο Βέμπερ εκτός από τους τύπους νόμιμης και χαρισματικής νομιμοποίησης διακρίνει και τον τύπο «παραδοσιακής» νομιμοποίησης της εξουσίας.

Ο τύπος του σύγχρονου κράτους στηρίζεται λοιπόν στο ορθολογικό δίκαιο και την ορθολογική διοίκηση. Οι κανόνες που διέπουν την διοίκηση και οι κανόνες που εφαρμόζονται από τη δικαιοσύνη είναι στις γενικές τους γραμμές εκ των προτέρων γνωστοί στους διοικουμένους και οι τελευταίοι τους αντιμετωπίζουν ως μέσα για την πραγματοποίηση των ιδιωτικών τους σκοπών και ως τέτοια μέσα τους «αποδέχονται». Η διοίκηση είναι οργανωμένη σε «υπηρεσίες», ανάλογα με τους σκοπούς που επιδιώκει σε κάθε τομέα. Οι υπηρεσίες αυτές αποτελούν την κρατική γραφειοκρατία (αντίστοιχα ο ιδιωτικός τομέας είναι οργανωμένος με ορθολογικό τρόπο σε ιδιωτικοοικονομικές επιχειρήσεις). Χαρακτηριστικά της γραφειοκρατίας, όπως αναπτύχθηκε ιστορικά στη Δύση ως τις μέρες μας είναι: η ιεραρχική διάρθρωση της κάθε υπηρεσίας και ο καθορισμός με κανόνες των αρμοδιοτήτων στην κάθε ιεραρχική βαθμίδα, καθώς και μεταξύ των υπηρεσιών, η τήρηση αρχείων και γενικά η δράση που εξασφαλίζει την συνέχεια και ομοιομορφία των διοικητικών πράξεων· η ρύθμιση με κανόνες του ποσού και του είδους των μέσων που θα χρησιμοποιήσει η διοίκηση σε κάθε περίπτωση· ο διορισμός υπαλλήλων βάσει προσόντων και η αμοιβή τους με μισθούς που τους εξασφαλίζουν την διαβίωση και τους επιτρέπουν να χωρίζουν την υπαλληλική τους δραστηριότητα από την ιδιωτική σφαίρα ζωής και συμφερόντων τους. Η γραφειοκρατική δράση είναι ορθολογική, δηλ. βασίζεται σε ακριβή υπολογισμό των καταλλήλων μέσων για την επίτευξη των σκοπών των επί κεφαλής της διοίκησης και στα πλαίσια των ισχυόντων κανόνων.

Ο αντικειμενικός και απρόσωπος αυτός χαρακτήρας της γραφειοκρατίας την κάνει, κατά τον Βέμπερ να υπερέχει τεχνικά απέναντι σε κάθε άλλη μορφή οργάνωσης. Εξασφαλίζει επαγγελματικότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων της, ακρίβεια, ενιαίο των ρυθμίσεων, στοιχεία που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οικονομίας για υπολογισιμότητα και προβλεψιμότητα (κατά το Βέμπερ μόνο η ιδιωτική επιχείρηση «υπερέχει» της γραφειοκρατίας, επειδή γι’ αυτήν (την ιδιωτ. επιχείρηση) η αποδοτικότητα είναι ζήτημα επιβίωσης).

Ο Βέμπερ επισημαίνει ότι η ανάπτυξη της σύγχρονης μαζικής δημοκρατίας συνοδεύεται από μία γραφειοκρατικοποίηση των μηχανισμών των κομμάτων που εξασφαλίζει την πειθαρχία των μηχανισμών στις ηγεσίες και την αποτελεσματική κινητοποίηση των ψηφοφόρων στις εκλογές. Η ανάπτυξη κομματικών και κρατικών γραφειοκρατιών, δίνει στην έννοια της δημοκρατίας ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο: Εκδημοκρατισμός δεν σημαίνει αυτόματα μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στις πολιτικές αποφάσεις· αντίθετα, αφού συνοδεύεται από γραφειοκρατικοποίηση μπορεί να σημαίνει μείωση της προσωπικής τους επιρροής πάνω στους πολιτικούς μηχανισμούς.

Με τον όρο «εκδημοκρατισμός» που υλοποιείται με τη γενίκευση του δικαιώματος του εκλέγειν από τα τέλη του 19ου αιώνα εννοούμε την πραγμάτωση της ισονομίας, και την ελεύθέρη πρόσβαση σε κρατικές θέσεις για όσους έχουν τα προσόντα. Βάσει αυτών των κριτηρίων μπορεί να υποστηριχθεί ότι η δημοκρατία, παρ’ ότι συμβαδίζει με την γραφειοκρατία, είναι εχθρός της εξουσίας της γραφειοκρατίας στην οποία παρεμβάλλει ρήγματα και εμπόδια.

Ο Βέμπερ έχει αναπτύξει σε διάφορες αναλύσεις του (οι οποίες έχουν δημοσιευθεί με τον συλλογικό τίτλο «Κοινωνιολογία του κράτους» και έχουν ενσωματωθεί στο έργο του «Οικονομία και Κοινωνία) θέσεις που αναφέρονται στη σχέση γραφειοκρατίας, πολιτικής ηγεσίας και πολιτών. Οι θέσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως στοιχεία μιας βεμπεριανής θεωρίας της δημοκρατίας και βρίσκονται στις αρχές μιας εξέλιξης στο χώρο της πολιτικής θεωρίας, που επιχειρεί να κατανοήσει την δημοκρατική διαδικασία ξεκινώντας από τις πρωτοβουλίες και δραστηριότητες ηγεσιών και υποβαθμίζοντας την συμβολή των «λαϊκών μαζών» στη διαδικασία αυτή.

Η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται κατά τον Βέμπερ από την συνύπαρξη κρατικών γραφειοκρατιών και γραφειοκρατιών των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι γραφειοκρατίες αυτές υλοποιούν με ορθολογικό τρόπο τους σκοπούς που εισάγονται σ’ αυτές από τους ηγέτες τους, δηλ. τους επαγγελματίες πολιτικούς και τους επιχειρηματίες. Έτσι οι ίδιες οι γραφειοκρατίες λειτουργούν ως «μέσον», ως εργαλείο για την πραγμάτωση εξωγενών σκοπών. Πιστός στην μεθοδολογία του ο Βέμπερ αναπτύσσει το πρόβλημα της θέσης σκοπών, ως πρόβλημα πρωτοβουλίας των ηγετικών προσωπικοτήτων και δεν το συνδέει αναγκαστικά με κοινωνικές ανάγκες και αιτήματα των μαζών.

Κατ’ αυτόν η κοινωνική ανάγκη δεν μπορεί να είναι «αιτία» πολιτικής βούλησης, αφού το τι είναι κάθε φορά ανάγκη, είναι κάτι που μπορεί να χειραγωγηθεί ή και να δημιουργηθεί ακόμη από τους ίδιους τους πολιτικούς. Το ενεργητικό στοιχείο στην πολιτική και στην οικονομία είναι οι πρωτοβουλίες και οι αποφάσεις των πολιτικών και οικονομικών ηγετών. Οι μάζες είναι το παθητικό στοιχείο που υπόκειται στις αποφάσεις αυτές. Μεθοδολογική συνέπεια των αντιλήψεων αυτών του Βέμπερ είναι ότι στη βάση της επιχειρηματολογίας του, η αυστηρή ανάλυση της πολιτικής διαδικασίας θα πρέπει να επιδιώξει την ανακατασκευή των συμπεριφορών των ηγεσιών ως αιτιακή σχέση μεταξύ κινήτρων και πράξεων των ηγεσιών αυτών. Αντίθετα μία ανάλυση που θα ξεκινούσε από ανάγκες της κοινωνίας ή προβλήματα καταμερισμού της εργασίας για να κατανοήσει την πολιτική διαδικασία θα κινδύνευε (επιχειρηματολογούμε πάντα βεμπεριανά) να υποτιμήσει το στοιχείο αυτόνομης πρωτοβουλίας των ηγετικών ομάδων και να οδηγηθεί σε εμπλοκή του στοιχείου «εξήγησης» ενός φαινομένου με αξιολογικά στοιχεία, τα οποία περιέχονται σε ιδέες όπως «ανάγκες της κοινωνίας» ή «αιτήματα του λαού».

Συγκρίνοντας τις κρατικές γραφειοκρατίες με τις γραφειοκρατίες των ιδιωτικοοικονομικών επιχειρήσεων ο Βέμπερ δέχεται, ότι η ύπαρξη των τελευταίων αποτελεί στοιχείο μετριασμού της ισχύος των γραφειοκρατιών γενικά (ως στοιχείο ανταγωνισμού στο εσωτερικό τους), άρα και ελέγχου της κρατικής γραφειοκρατίας που σε διαφορετική περίπτωση θα γινόταν παντοδύναμη. Με την έννοια αυτή η συνύπαρξη δημόσιων και ιδιωτικοοικονομικών γραφειοκρατιών (δηλ. η ύπαρξη του καπιταλισμού) ενισχύει την δημοκρατία και εγγυάται την επιβίωση υπολειμμάτων ατομικής πρωτοβουλίας και ελευθερίας σε ένα γραφειοκρατούμενο κόσμο.

Οι κεντρικές αυτές ιδέες του Βέμπερ διέπουν και τις αντιλήψεις του περί κοινοβουλευτισμού. Γνήσιος κοινοβουλευτισμός υπήρξε κατά τον Βέμπερ μόνον όσο υπήρξαν τα κόμματα προσωπικοτήτων του παρελθόντος σε σύστημα δικομματισμού με επιλογή των αρίστων ηγετών (ο κοινοβουλευτισμός αυτός όπως εμφανίσθηκε στην Αγγλία, δεν ήταν βέβαια «δημοκρατικός», επειδή στηριζόταν σε περιορισμένο δικαίωμα ψήφου και στο δικαίωμα πολλαπλής ψήφου για ορισμένα άτομα). Για το σύγχρονο κράτος της βιομηχανικής κοινωνίας, ο Βέμπερ δέχεται, ότι χαρακτηρίζεται από πολυκομματισμό, στον οποίο σημαντικό ρόλο παίζουν σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα. Η εκλογική επιτυχία των σύγχρονων κομμάτων στηρίζεται στη μαζική εκλογική προπαγάνδα, η οποία έχει ως προϋπόθεση την οργάνωση των κομμάτων σε ορθολογικούς και πειθαρχημένους οργανισμούς με επαγγελματικά στελέχη, δικά τους οικονομικά μέσα και κομματικό τύπο. Επί κεφαλής των κομματικών μηχανισμών βρίσκονται επαγγελματίες πολιτικοί («αναπόφευκτο προϊόν της εκλογίκευσης και εξειδίκευσης της κομματικής δουλειάς στη βάση εκλογών που συμμετέχουν οι πλατειές μάζες»). Είναι κατά τον Βέμπερ χαρακτηριστικό του εκδημοκρατισμού στις σύγχρονες κοινωνίες, ότι η υποψηφιότητα και η ανάδειξη σε ηγέτη ενός πολιτικού δεν βασίζεται στην εκτίμηση που χαίρει σε ένα κύκλο πολιτικών προσωπικοτήτων ή στην θετική παρουσία του στις κοινοβουλευτικές συζητήσεις, αλλά στην ικανότητά του να εξασφαλίζει την εμπιστοσύνη και μάλιστα την πίστη των μαζών στο πρόσωπό του, δηλ. στην ικανότητά του να εξασφαλίζει ισχύ με δημαγωγικά μέσα.

Οι πολιτικοί ηγέτες τείνουν να. θεμελιώσουν την ισχύ τους κατ’ ευθείαν στην λαϊκή συναίνεση, αλλά το «καισαριστικό» αυτό στοιχείο μετριάζεται κατά τον Βέμπερ από το κοινοβουλευτικό στοιχείο. Ο κοινοβουλευτισμός εξασφαλίζει σταθερότητα στις πολιτικές επιλογές· έλεγχο των ηγεσιών· διατήρηση των εγγυήσεων που παρέχει η νομική τάξη στους πολίτες απέναντι σε προσβολές των δικαιωμάτων τους (που μπορούν να προέρχονται από τους ίδιους τους ιθύνοντες πολιτικούς)· τέλος διαδικασίες συμμετοχής των πολιτικών ηγετών στις κοινοβουλευτικές εργασίες και διαδικασίες ομαλής αντικατάστασής τους, αν χάσουν την εύνοια των πλατειών μαζών.

Η επιχειρηματολογία του Βέμπερ διέπεται από δυσπιστία απέναντι στην ευθυκρισία των «μαζών» να αναδείξουν πολιτικές ηγεσίες που να ανταποκρίνονται στα συμφέροντά τους ή σε «πραγματικές» κοινωνικές ανάγκες. Μεθοδολογική συνέπεια αυτής της δυσπιστίας είναι η βεμπεριανή αντίληψη αυστηρής πολιτικής ανάλυσης που πρέπει να προσανατολίζεται στην ανάλυση των σκοπών των ατόμων και των μέσων που χρησιμοποιούν για να τους πετύχουν και όχι σε ιστορικά διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις που αποτελούν όρους της ατομικής δράσης (Η έννοια του ορθολογισμού που χρησιμοποιεί η βεμπεριανή πολιτική ανάλυση αποδίδεται αποκλειστικά σε συμπεριφορές μεμονωμένων προσώπων).

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s