Φιλελευθερισμός και Κράτος Δικαίου

Τα αιτήματα της πολιτικής φιλοσοφίας για τη νομιμοποίηση του Κράτους πάνω στην ιδέα της ελευθερίας και της ισονομίας, αιτήματα που αρχικά υπήρξαν όπλα στον αγώνα χειραφέτησης από το παραδοσιακό Κράτος, φαίνεται να βρίσκουν στο κράτος της αστικής κοινωνίας την πραγματική πολιτική τους βάση. Επικρατεί η αντίληψη ότι στο εγκαθιδρυμένο κράτος της αστικής κοινωνίας δεν υπάρχει νομιμοποίηση της εξουσίας παρά μόνο εφ’ όσον αυτή ασκείται μέσα σε ορισμένα όρια και κάτω από ορισμένους όρους. Πρέπει δηλαδή, να διασφαλίζει την προσωπικότητα και την περιουσία των διοικουμένων, και να εξασφαλίζει συνθήκες ισονομίας· με άλλα λόγια, ό,τι συμπεριελάμβανε ο Rousseau στην ιδέα της γενικής βούλησης.

Η ύπαρξη του Κράτους στηρίζεται στην ιδέα του δικαίου, η οποία είναι έκφραση της νέας σχέσης μεταξύ του Κράτους και της Κοινωνίας (ο Hegel έγραφε, πανηγυρίζοντας, ότι μετά από τη Γαλλική Επανάσταση, η ανθρωπότητα στέκεται με το κεφάλι (την Ιδέα) κάτω και τα πόδια επάνω, δηλαδή ότι στηρίζεται στο δίκαιο). Το κράτος που στηρίζεται στο δίκαιο είναι Κράτος Δικαίου. Δεν κυβερνούν εδώ άτομα, αλλά το δίκαιο και ο νόμος. Έτσι, και από την πλευρά της νομιμοποίησης, προκύπτει ένας νέος, σε σχέση με τους παραδοσιακούς, τύπος εξουσίας. Ο τύπος αυτός δεν στηρίζεται στην παράδοση, αλλά έχει ορθολογικό χαρακτήρα (πρβλ. την τυπολογία του Max Weber), στηρίζεται δηλαδή στην πίστη ότι οι κανόνες που ισχύουν είναι νόμιμοι και ότι οι ασκούντες εξουσία δικαιούνται να κυβερνούν και να νομοθετούν βάσει ακριβώς αυτών των κανόνων. Στοιχεία αυτού του τύπου νομιμοποίησης είναι:

  • ότι οι ισχύοντες νομικά κανόνες είναι δεσμευτικοί για όλα τα μέλη της κοινωνίας, και για τη διοίκηση·
  • ότι για την τήρησή τους είναι επιφορτισμένα ανεξάρτητα δικαστήρια, τα οποία μπορούν βάσει του νόμου να ακυρώνουν πράξεις της διοίκησης όταν αυτές έρχονται σε αντίθεση με τους ισχύοντες κανόνες·
  • ότι η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να προσαρμοστεί στις αποφάσεις των δικαστηρίων (νομιμότητα της διοίκησης)·
  • τέλος, ότι υπάρχει εγγύηση ότι το Κράτος θα σεβαστεί και θα προστατεύσει τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των πολιτών του.

Η τυπικότητα του δικαίου και η νομιμότητα της διοίκησης ως στοιχεία του Κράτους Δικαίου εξασφαλίζουν τον πολίτη από τις αυθαιρεσίες της πολιτικής εξουσίας, και του επιτρέπουν να προβαίνει σε προβλέψεις και υπολογισμούς κατά την ανάπτυξη της οικονομικής του δραστηριότητας, μέσα σε δεδομένα λίγο-πολύ πλαίσια θεσμών και συμπεριφορών του Κράτους. (Πρβλ. τις σχετικές αναλύσεις του Max Weber). Στην ιστορική εξέλιξη των αστικών κοινωνιών ήταν, όπως είδαμε, αμφισβητούμενο ζήτημα κατά πόσο οι αρχές αυτές θα πρέπει να εξασφαλίζονται με κατευθείαν έλεγχο από την πλευρά των διοικουμένων, καθώς επίσης και σε ποια πλαίσια και με ποιες διαδικασίες θα πρέπει να ασκείται αυτός ο έλεγχος (Locke, Tocqueville).

Μια ενιαία απάντηση στα προβλήματα συγκρότησης της κοινωνίας και της πολιτικής στην κοινωνία της ελεύθερης ανταγωνιστικής αγοράς επιχείρησε να δώσει ο φιλελευθερισμός. Διαμορφώνεται ως θεωρία από τα τέλη του 18ου αιώνα· ωστόσο, οι πνευματικές του ρίζες μπορούν να αναζητηθούν στην ιδέα της αυτονομίας του ατόμου όπως διαμορφώνεται στη Δύση μετά την Αναγέννηση. Στο έργο του Α. Smith, ο φιλελευθερισμός εμφανίζεται ως οικονομική θεωρία που αναλύει τις συνέπειες ατομικών δραστηριοτήτων στην κοινωνία της αγοράς. Ο A. Smith διαβλέπει ότι ο κοινωνικός πλούτος πηγάζει από την κοινωνική εργασία, η απόδοση της οποίας μεγαλώνει με τον καταμερισμό της, αλλά, στην κοινωνία της αγοράς, συνδέεται εξίσου μετις σχέσεις ιδιοκτησίας και με τους όρους ανταλλαγής του προϊόντος, οι οποίοι εκφράζονται στην τιμή του. Η τιμή αυτή, που διαμορφώνεται στην αγορά σε συνθήκες ανταγωνισμού, καλύπτει τα συνολικά έξοδα του επιχειρηματία, δηλαδή το μισθό, το κέρδος του κεφαλαίου και τη γαιοπρόσοδο. Τα προβλήματα ανάλυσης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας συνδέονται έτσι με προβλήματα επιχειρηματικών επιλογών, που χρησιμοποιούν την εργασία, το κεφάλαιο και τη γη ως μέσα για την επιδίωξη επιχειρηματικού κέρδους.

Τα μεθοδολογικά και επιστημονικά προβλήματα, τα οποία τίθενται με αυτή την προβληματική, απασχολούν, ως τις μέρες μας, τις κοινωνικές επιστήμες που ασχολούνται με τα προβλήματα συγκρότησης της αστικής κοινωνίας. Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις στην κοινωνία στο σύνολο της, όταν οι αποφάσεις στα πλαίσια της παίρνονται από άτομα με αντιτιθέμενα συμφέροντα, άτομα που βρίσκονται σε ανταγωνισμό και επομένως δεν συντονίζουν τη δράση τους; Ποια είναι η σχέση του οφέλους που επιδιώκει, δρώντας οικονομικά, το άτομο για τον εαυτό του με τους κοινωνικούς όρους παραγωγής, οι οποίοι διαμορφώνονται μέσα από τη δράση του; Η απάντηση του φιλελευθερισμού είναι ότι στην αστική κοινωνία δρουν μηχανισμοί που δεν έχουν σχεδιασθεί από κανέναν, αλλά προκύπτουν αυτόματα (δρα ένα «αόρατο χέρι») και επιτρέπουν να δίνονται άριστες λύσεις στα βασικά προβλήματα της κοινωνικής παραγωγής, να παράγονται οι αναγκαίες ποσότητες προϊόντων για την αναπαραγωγή του πληθυσμού, των παραγωγικών μέσων και των πρώτων υλών, να κατανέμονται τα μέσα παραγωγής στους διάφορους τομείς της οικονομίας, έτσι ώστε οι πόροι (παραγωγικά μέσα και εργασία) να απασχολούνται πλήρως και να μεγιστοποιείται η κοινωνική ευημερία (Πρβλ. Δ. Καράγιωργας, σελ. 30).

Παράλληλα με την οικονομική θεωρία του φιλελευθερισμού, διαμορφώνεται μια πολιτική θεωρία του φιλελεύθερου κράτους. Η θεωρία αυτή περιέχει στοιχεία της κλασσικής θεωρίας της δημοκρατίας του Rousseau, της θεωρίας της διάκρισης των εξουσιών, των ιδεών της αγγλικής επανάστασης του 1688 («Ένδοξη Επανάσταση»), και των ιδεών για τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, όπως διατυπώνονται κατά την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση. Στις αρχές του 19ου αιώνα οι θεωρίες αυτές συμπυκνώνονται σε μια ενιαία θεωρία του κοινοβουλευτισμού.

Η έννοια του κοινοβουλευτισμού και η έννοια της δημοκρατίας τέμνονται αλλά δεν καλύπτονται πλήρως. Η έννοια της δημοκρατίας συσχετίζεται στην παράδοση του Rousseau με αξίες τις οποίες οφείλει να πραγματώνει το δημοκρατικό πολίτευμα, όπως η ελευθερία και ισότητα, που θεωρούνται ότι εκφράζουν τη γενική βούληση. Είναι ασαφές με ποιο τρόπο θα εκφρασθεί η γενική βούληση: κατευθείαν; με εκλογές; με δημοψήφισμα; Πολλές φορές στη θεωρία της δημοκρατίας διατυπώνεται δυσπιστία απέναντι στον κοινοβουλευτισμό· υποστηρίζεται ότι ενισχύει τις ιδιαίτερες βουλήσεις και αλλοιώνει τη γενική βούληση. Στη θεωρία του Rousseau γίνεται αποδεκτό ότι οι επί μέρους βουλήσεις θα πρέπει να «ταυτίζονται» με τη γενική βούληση των πολιτών με τον αξιολογικά ορθό νόμο (πρβλ. C. Schmitt). Πώς όμως θα ερμηνευτεί «αυθεντικά» η γενική βούληση, αν αποκλείσουμε το παιχνίδι συμφερόντων και συμβιβασμών μέσα σ’ ένα αντιπροσωπευτικό σώμα, στο οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφίες; Εκείνοι που θέλουν να καταλύσουν την δημοκρατία θα απαντήσουν ότι δεν μένει παρά η δικτατορία εν ονόματι της δημοκρατίας, η «παιδευτική δικτατορία», την οποία επικαλείται ο C. Schmitt, η οποία θα «πείσει» τους πολίτες ότι τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα τους θα τα διαχειρίζεται το κράτος και η αυταρχική κυβέρνηση, χωρίς έλεγχο από τους κυβερνωμένους.

Αντίθετα, στην ιδέα του κοινοβουλευτισμού δίνεται βάρος στην ιδιαιτερότητα των επιμέρους βουλήσεων που μπορούν να προκύψουν σε μια κοινωνία, αλλά θεωρείται ότι είναι δυνατός ένας άριστος συγκερασμός τους στο Κοινοβούλιο, έτσι ώστε η νομοθεσία να συμβάλλει ουσιαστικά στην πραγματοποίηση του μεγαλύτερου δυνατού οφέλους για τους πολίτες και να ελέγχεται ορθολογικά η κυβέρνηση. Το κοινοβούλιο αποτελείται από αντιπροσώπους του λαού, ο οποίος για τεχνικούς λόγους (λ.χ. πολυάριθμος πληθυσμός στα μεγάλα κράτη) δεν μπορεί να συνέρχεται ο ίδιος. Την εγγύηση ότι στο Κοινοβούλιο δεν θα επικρατήσουν οι επιμέρους εγωιστικές βουλήσεις ομάδων την παρέχουν οι δημόσιες διαβουλεύσεις, οι κοινοβουλευτικές συζητήσεις· επίσης, η δημοσιότητα, η κοινή γνώμη που διαμορφώνεται μέσα από τις δημόσιες συζητήσεις, μέσω του τύπου κλπ. κρίνει, επικροτεί ή επικρίνει την κυβέρνηση. Η συζήτηση διασφαλίζεται και στο εσωτερικό των κομμάτων. Οι πολίτες συμμετέχουν άμεσα μέσα στα κόμματα, διαμορφώνουν την πολιτική τους και φροντίζουν να εκλέγονται οι άριστοι.

Στη φιλελεύθερη πολιτική θεωρία επικρατεί η αντίληψη ότι με την ελευθερία στο εσωτερικό των θεσμών, επιτυγχάνεται αυτόματα η ισορροπία των πολιτικών τάσεων σε ένα επίπεδο που αντιστοιχεί στο «ορθό». Κύριος εκπρόσωπος αυτών των αντιλήψεων είναι ο Guizot (1787-1874). Πιστεύει στη διαμόρφωση ενός ορθού μέτρου και ορθού πλαισίου, μέσα στο οποίο ασκείται η πολιτική (Juste Milieu). Εγγύηση της διαμόρφωσης του ορθού μέτρου είναι η συμμετοχή της «μέσης τάξης» στο πολιτικό σύστημα, δηλαδή ανθρώπων που έχουν περιουσία χωρίς να αποτελούν την οικονομική ολιγαρχία, που είναι πνευματικά και οικονομικά «ισορροπημένοι». Η ιδέα της ισορροπίας κυριαρχεί σε όλο το θεωρητικό οικοδόμημα της φιλελεύθερης θεωρίας του κοινοβουλευτισμού: ισορροπία επιτυγχάνεται μέσα στο κοινοβούλιο μεταξύ συμφερόντων, μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας (Πρβλ. Μ. Prelot, G. Lescuyer σελ. 458 επ. και C. Schmitt).

Εξετάζοντας τις γενικές θεωρητικές παραδοχές της φιλελεύθερης θεωρίας της πολιτικής και του κοινοβουλευτισμού, επισημαίνουμε ότι τόσο η θεωρία της ισορροπίας και του μέτρου που χαρακτηρίζουν τον φιλελευθερισμό, όσο και η θεωρία της παραλληλότητας οικονομίας και πολιτικής (και στα δύο επίπεδα επικρατεί ανταγωνισμός, από τον οποίο προκύπτει ένα «άριστο» αποτέλεσμα) παρουσιάζουν σοβαρά μεθοδολογικά προβλήματα. Η ισορροπία και το μέτρο είναι δυνατόν να επικρατούν μόνο εφόσον πληρούνται ορισμένες ιστορικές συνθήκες, όπως διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, να υπάρχει δηλαδή κοινωνία πολλών μικρών και ανεξάρτητων οικονομικών μονάδων σε ανταγωνισμό. Είναι τότε δυνατόν οι συμβιβασμοί αυτών των μονάδων στο κοινοβούλιο να εμφανίζονται ως το γενικό ορθολογικό στοιχείο, που προκύπτει από τη διαπλοκή των πολλών ιδιαιτέρων συμφερόντων. Με την ανάπτυξη ωστόσο, του βιομηχανικού προλεταριάτου και των τάσεων συγκέντρωσης των μεγάλων καπιταλιστικών συγκροτημάτων, δημιουργούνται στο πολιτικό σύστημα αντιθέσεις που οδηγούν και τη θεωρητική σκέψη να σχετικοποιήσει τις αντιλήψεις σχετικά με την αυτόματη επίτευξη της αρμονίας και την πραγματοποίηση της ιδέας του μέτρου μέσα από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς.

Αλλά και ο παραλληλισμός οικονομίας και πολιτικής από τον φιλελευθερισμό είναι προβληματικός, γιατί η πολιτική εναρμόνιση των συμφερόντων διαφέρει σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική ισορροπία των δυνάμεων της αγοράς. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για συνειδητό συμβιβασμό στη βάση ρυθμίσεων που εξασφαλίζουν κοινά αποδεκτούς πολιτικούς όρους (λ.χ. απρόσκοπτο ανταγωνισμό), ενώ στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για οικονομικές διαδικασίες λειτουργίας της αγοράς, που δεν γίνονται συνειδητές σε όλη τους την έκταση στους δρώντες, όπως η διαδικασία εξισορρόπησης της προσφοράς προς τη ζήτηση μέσα από τον μηχανισμό του κέρδους. Η σχέση οικονομίας και πολιτικής γίνεται κατανοητή στο φιλελευθερισμό από τη σκοπιά των επιλογών μεμονωμένων ατόμων και όχι ως έκφραση των ιστορικά διαμορφωμένων κοινωνικών σχέσεων και του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας (παρόλο που το πρόβλημα του καταμερισμού της εργασίας είναι κεντρικό θέμα στην προβληματική των κλασσικών του φιλελευθερισμού, ιδίως στον Α. Smith). Έτσι, το κράτος εμφανίζεται ως «εξωγενής» παράγοντας, ως ένα ουδέτερο στοιχείο, που με την μη-παρέμβασή του εγγυάται ότι οι αυτόματοι μηχανισμοί της αγοράς θα αποκαταστήσουν από μόνοι τους το άριστο κοινωνικό όφελος.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s