Στη Γαλλία, από τις αρχές του 17ου αιώνα στερεώνεται ο απολυταρχισμός. Μετά τους πολέμους εναντίον των Ουγενότων όμως, φαίνεται ότι και η αριστοκρατία διατηρεί την ισχύ της. Το απολυταρχικό κράτος επιδιώκει έναν συμβιβασμό από τη μια μεριά με την αριστοκρατία, και από την άλλη, με τα ανερχόμενα αστικά στρώματα, τα οποία στερούνται στην απολυταρχική Γαλλία του δικαιώματος της ενεργού συμμετοχής στην πολιτική εξουσία. Τα αστικά στρώματα εμφανίζονται ως τρίτη τάξη (Tiers Etat) δίπλα στον κλήρο και στους ευγενείς. Στα χρόνια του Λουδοβίκου του ΙΕ’ (1715-74), ισχυροποιείται η κριτική απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα (Ancien Regime) από πολλούς συγγραφείς, οι οποίοι προτείνουν θεσμικές ρυθμίσεις που ενισχύουν την πολιτική παρουσία της τρίτης τάξης. Οι συγγραφείς αυτοί ερευνούν τους αγγλικούς θεσμούς και αντλούν εμπειρίες από αυτούς, αποβλέποντας στην προσαρμογή τους στις γαλλικές συνθήκες ή και σε ριζοσπαστικότερες λύσεις.

Κριτική στην απολυταρχία περιέχει το έργο του Μοντεσκιέ. Η πολιτική θεωρία και η θεωρία του χωρισμού των εξουσιών που διατύπωσε ο Μοντεσκιέ αποτέλεσαν πηγή προβληματισμού της πολιτικής σκέψης ως τις μέρες μας και επηρέασαν την πολιτική θεωρία και την πολιτική πράξη της δημοκρατίας. Ο Μοντεσκιέ στο Πνεύμα των Νόμων (1748) (Esprit des Lois), προβάλλει το αίτημα της κυριαρχίας του νόμου, ο οποίος βασίζεται στον ανθρώπινο λόγο, προσπαθεί όμως να συμβιβάσει αυτό το γενικό ορθολογικό ιδεώδες με κριτήρια προσφορότητας της νομοθεσίας, τα οποία αναφέρονται στην φυσική ιδιοσυστασία της χώρας, σε κλιματικούς παράγοντες, στο μέγεθος των κρατών, και σε άλλους παράγοντες που επενεργούν στη διαμόρφωση του θετικού δικαίου κάθε χώρας (ιστορικισμός). Από τέτοιους παράγοντες προκύπτει σε κάθε τόπο το «γενικό πνεύμα» που πρέπει να δεσμεύει και τον νομοθέτη.

Ο Μοντεσκιέ, στο «Πνεύμα των Νόμων», εκθέτει τις απόψεις του περί δημοκρατίας στα πλαίσια της θεωρία του για τα πολιτεύματα, και τις ενσωμάτωνες στο θεωρητικό πλαίσιο της διάκρισης των εξουσιών. Διακρίνει τρεις μορφές πολιτευμάτων: το δημοκρατικό, στο οποίο οι ενέργειες προσδιορίζονται από την αρετή, το μοναρχικό και το δεσποτικό, στα οποία οι ενέργειες προσδιορίζονται αντίστοιχα από την τιμή και τον φόβο. Εκφράζει την αντίθεσή του προς τη δεσποτεία, και προβαίνει σε μια διερεύνηση των όρων λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Στο πολίτευμα αυτό δρουν ενάρετοι πολίτες που η πολιτική αρετή τους συνίσταται στην αγάπη των νόμων του κράτους και σε πολιτικές πράξεις που διέπονται από μια τέτοια αγάπη. Η ιδέα της δημοκρατίας προϋποθέτει ότι αυτοί οι οποίοι εκτελούν τους νόμους υποτάσσονται οι ίδιοι σ’ αυτούς. Αυτό απαιτεί αρετή από τους κυβερνώντες. Στις εξελίξεις του αγγλικού εμφυλίου πολέμου βλέπει ο Μοντεσκιέ αρχικά ένα παράδειγμα προσπάθειας εγκαθίδρυσης δημοκρατικών θεσμών από μη ενάρετους πολιτικούς. Την εξέλιξη του αγγλικού πολιτεύματος στα τέλη του 17ου αιώνα τη θεωρεί ως επιθυμητή εξισορρόπηση της δημοκρατικής ιδέας της αυτοκυβέρνησης με τη μοναρχική αρχή. Το δημοκρατικό ιδεώδες του πατριωτισμού και της ισότητας δεν μπορεί κατά τον Μοντεσκιέ να πραγματωθεί παρά μόνο στο βαθμό που υπάρχουν πολιτικές εγγυήσεις για μια ανεπηρέαστη εφαρμογή των νόμων. Τις εγγυήσεις αυτές τις παρέχει η μοναρχία, η οποία πρέπει να ασκεί την εκτελεστική εξουσία σε μια ευνομούμενη πολιτεία, ενώ η δημοκρατική αρχή εκφράζεται στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσίας. Αυτή ασκείται από αντιπροσώπους του λαού, που εκλέγονται κατά περιοχές από όλους τους πολίτες (εκτός από τους φτωχότερους και αθλιότερους). Ο Μοντεσκιέ αντιμετωπίζει το πρόβλημα μιας πιθανής σύγκρουσης κοινοβουλίου και εκτελεστικής εξουσίας καθώς και το πρόβλημα της αντίδρασης των ευγενών. Η ύπαρξη των προνομιούχων αυτών τάξεων και η συμμετοχή τους στη διακυβέρνηση συγκροτούν «ενδιάμεσες, υποδεέστερες και εξαρτημένες εξουσίες» και εγγυώνται ότι το σύστημα δεν θα περιπέσει σε λαοκρατία ή δεσποτεία. Η εκτελεστική εξουσία (ο μονάρχης) δεσμεύεται από τους νόμους και έχει δικαίωμα αρνησικυρίας απέναντι στη νομοθετική εξουσία· οι βουλές ελέγχουν η μία την άλλη καθώς και ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία. Με την αλληλεπίδραση αυτών των ελέγχων πραγματοποιείται κατά τον Μοντεσκιέ μια εξισορρόπηση δυνάμεων στο πολιτικό σώμα, πράγμα που είναι προϋπόθεση για την άριστη επίδραση της δημοκρατικής αρχής.

Στις απόψεις του Μοντεσκιέ από τη μια μεριά διαφαίνεται το αίτημα της τυποποίησης των πολιτευμάτων και της εμπειρικής περιγραφής τους, και από την άλλη εκτίθενται με σαφήνεια τα κανονιστικά-αξιολογικά κριτήρια που θα πρέπει να διέπουν το άριστο πολίτευμα για την εποχή του (και που ο ίδιος τα ανάγει σε εκτίμηση των συνθηκών). Τέτοια κριτήρια είναι η ιδέα της ελευθερίας, και η ιδέα της ισορροπίας των πολιτικών δυνάμεων και της ενάρετης πολιτικής πράξης.

Η αξιολογική θεώρηση των τύπων διακυβέρνησης εμφανίζεται με ριζοσπαστική μορφή στο έργο του Ρουσώ. Στη θεωρία της σύστασης πολιτικού σώματος που ανέπτυξε ο Ρουσώ υπάρχει η ιδέα ότι, παραλληλίζοντας το πολιτικό σώμα με ένα φυσικό πρόσωπο, μπορούμε να του αποδώσουμε (α) βούληση, και (β) τις δυνάμεις αυτές που θα πραγματώσουν τα περιεχόμενα της βούλησής του. Κατά τη σύσταση του κοινωνικού συμβολαίου (Βιβλίο Ι, Κεφ. VI) απαιτείται «ενωμένη δύναμη» των δρώντων, στην οποία συγκεντρώνονται οι επιμέρους δυνάμεις τους και με την οποία συνιστάται κοινότητα σύμφωνα με τη γενική βούληση. Στην πολιτική κοινωνία που έχει ήδη συσταθεί, η γενική βούληση προσδιορίζει τη νομοθεσία, ενώ η δύναμη εγγυάται την εκτέλεση των νόμων. Στην ιδέα αυτή θεμελιώνεται η διάκριση των εξουσιών: «Δυο αιτίες συμβάλλουν πάντα στο να παραχθεί κάθε ελεύθερη πράξη. Η μία είναι ηθική: η θέληση που αποφασίζει την πράξη. Η άλλη φυσική: η δύναμη που την εκτελεί (…) Το πολιτικό σώμα έχει κι αυτό τα ίδια κίνητρα: τη δύναμη και τη θέληση. Την πρώτη την ονομάζει με το όνομα εκτελεστική εξουσία, τη δεύτερη με το όνομα νομοθετική εξουσία. Τίποτα δεν γίνεται, ούτε και πρέπει να γίνεται δίχως τη σύμπραξη και των δύο». (Βιβλίο 3, Κεφ. 1). Ποιος είναι ο χαρακτήρας αυτής της σύμπραξης; Ο Ρουσώ λέει ότι η κυβέρνηση είναι όργανο της γενικής θέλησης (του κυριάρχου), αλλά η εκτελεστική εξουσία δεν ανήκει στον λαό· μπορεί δηλαδή να ασκείται από το παραδοσιακό προαστικό κράτος· η εξουσία όμως πρέπει να είναι νομιμοποιημένη. Ο Ρουσώ ονομάζει κυβέρνηση ή ανώτατη διοίκηση τη νόμιμη άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Η νομιμοποίηση επιτυγχάνεται με την εναρμόνιση των πράξεων της κυβέρνησης και των σκοπών της νομοθεσίας. Ξέρουμε ότι για να επιτευχθεί η εναρμόνιση αυτή δεν προκρίνονται κοινοβουλευτικές διαδικασίες αγγλικού τύπου, αλλά προτείνονται μορφές άμεσου ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας (συνελεύσεις). Εν πάση περιπτώσει, εάν ένας παραδοσιακός μονάρχης ασκεί την εξουσία έτσι ώστε να πραγματώνεται η ελευθερία, η ισονομία, η εξασφάλιση της προσωπικότητας και της περιουσίας σύμφωνα με γενικούς αστικούς νόμους, έχουμε διακυβέρνηση σύμφωνα με τη γενική βούληση.

Ο Ρουσώ εισάγει μια διάκριση μεταξύ νομιμοποιημένης πολιτείας και δημοκρατίας, την οποία, δυστυχώς, οι ελληνικές μεταφράσεις του «Κοινωνικού Συμβολαίου» (Λοσκόκκο, σελ. 36, Αλαγιαλόγλου, σελ. 47) δεν αποδίδουν. (Αυτή τη διάκριση θα την ξαναβρούμε στη γερμανική θεωρία του Κράτους Δικαίου, σε μια πρώτη της διατύπωση στην καντιανή διάκριση μεταξύ τρόπου διακυβέρνησης και τρόπου εξουσιασμού). Η έννοια της νομιμοποιημένης πολιτείας, της Res Publica, αποδίδεται με τον όρο Republique. Χαρακτηρίζεται από εκείνη τη διακυβέρνηση που οι πράξεις της διέπονται από γενικούς νόμους (κατά τον Ρουσώ, σε αντίθεση με τον Χομπς, οι προσταγές δεν αποτελούν νόμους), ανεξάρτητα από τη διοικητική τους μορφή (Βιβλίο 2, Κεφ. 6), δηλαδή αν είναι μοναρχική, αριστοκρατική ή δημοκρατική. Η δημοκρατία δεν ταυτίζεται με την Republique, αλλά ορίζεται ως προς τη μορφή κυβέρνησης/διοίκησης, δηλαδή ως προς τον αριθμό των αρχόντων. Είναι εκείνο το πολίτευμα στο οποίο η κυβέρνηση ανατίθεται (από τον κυρίαρχο) σε ολόκληρο το λαό (ή στο μεγαλύτερο μέρος του). Κατά πόσο πραγματώνονται σ’ αυτή τα ιδεώδη της Republique είναι κάτι που δεν περιέχεται αναγκαστικά στην έννοια της δημοκρατίας. Κατά πόσο είναι πρόσφορο για ένα λαό να εγκαθιδρύσει δημοκρατικό πολίτευμα εξαρτάται, κατά τον Ρουσώ, από τις συγκεκριμένες συνθήκες ζωής του λαού αυτού, το μέγεθος του κράτους, το πολιτικό ήθος. Υπάρχει δηλαδή στη σκέψη του Ρουσώ, στα πλαίσια της αξιολογικής του αντίληψης (που αναφέρεται στη νομιμοποίηση κάθε διακυβέρνησης) ένας σχετικισμός (αντίστοιχος με τον ιστορικισμό του Μοντεσκιέ) όσον αφορά την κατάλληλη μορφή διακυβέρνησης. Η ιδέα της αρετής, που κατά τον Μοντεσκιέ διέπει τη δημοκρατία, πρέπει κατά τον Ρουσώ να διέπει κάθε πολίτευμα.

Ως προς τη δημοκρατική διακυβέρνηση διατυπώνονται σχηματικά οι εξής επιφυλάξεις (Βιβλίο 3, Κεφ. 4):

Εάν δεν υπάρξει ο αναγκαίος χωρισμός μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, υπάρχει ο κίνδυνος να επικρατήσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντα κατά τον χειρισμό των δημόσιων υποθέσεων. Εννοείται ότι ο χωρισμός πρέπει να είναι πλήρης, χωρίς να τίθεται ζήτημα τυπικού ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική, διότι τότε θα προέκυπτε η χομπσιανή εκδοχή των δύο κυριάρχων, δηλαδή εμφύλιος πόλεμος.

Τα εκτελεστικά όργανα, όταν είναι μαζικά, δεν έχουν την απαραίτητη λειτουργικότητα και εξειδίκευση. Ιδιαίτερα στα σύγχρονα κράτη, τα οποία είναι μεγάλα και κοινωνικοοικονομικά διαφοροποιημένα, και δεν έχουν την απλότητα των ηθών των παραδοσιακών κοινωνιών, η δημοκρατική διακυβέρνηση μπορεί να οδηγήσει σε διαμάχες μεταξύ κομμάτων και σε νέες ανισότητες.

Οι επιφυλάξεις αυτές δεν σημαίνουν ότι ο Ρουσώ προκρίνει τη μοναρχική διακυβέρνηση. Στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» (Βιβλίο 3, Κεφ. 6) διατυπώνεται με οξύτητα το δίλημμα που υπάρχει στο μοναρχικό πολίτευμα μεταξύ πολιτικής συναίνεσης των αρχομένων και συμφέροντος των αρχόντων να ασκούν απόλυτο έλεγχο πάνω στους υπηκόους τους. Για να επιτύχουν πολιτική συναίνεση οι ηγεμόνες θα πρέπει να λάβουν μέτρα που θα εξασφαλίζουν ευημερία στους υπηκόους τους· έτσι όμως θα τους ενισχύσουν οικονομικά, άρα θα τους κάνουν και πολιτικά ισχυρούς. Με τον τρόπο αυτό αποδυναμώνεται ο πολιτικός έλεγχος των ηγεμόνων πάνω στο λαό και σχετικοποιείται η εξουσία τους.

(Το δίλημμα αυτό, το οποίο επισημαίνει ο Ρουσώ, είναι, η πολιτική έκφραση του οικονομικού διλήμματος του μερκαντιλισμού). Η εκτίμηση του Ρουσώ είναι ότι οι περισσότεροι ηγεμόνες θα προτιμήσουν έναν αδύναμο, άρα ελέγξιμο λαό, από έναν λαό που ευημερεί. Αυτό είναι και το δίδαγμα από το έργο του Μακιαβέλι κατά την άποψη του Ρουσώ.

Στο αυθαίρετο κράτος της προσταγής, ο Ρουσώ αντιπαραθέτει το αξιολογικό ιδεώδες του κράτους του νόμου, όπου η νομοθεσία του κυριάρχου υλοποιείται με τις πράξεις του ηγεμόνα. Δεν αμφισβητεί ότι η κυβέρνηση μπορεί να είναι ανεξάρτητη από κάθε έλεγχο ως προς την εσωτερική διάρθρωση και τη λειτουργία της (ιεραρχία, συμβούλια, τίτλοι), αλλά θεωρεί δεσμευτική για την εκτελεστική εξουσία την προσήλωση προς το Κράτος Δικαίου και προς τους γενικούς σκοπούς της κυρίαρχης λαϊκής βούλησης. Η μη εκούσια προσαρμογή της κυβέρνησης στους σκοπούς αυτούς συνεπάγεται την αμφισβήτηση της νομιμότητάς της από λαϊκές συνελεύσεις, δηλαδή επαναστατική κατάσταση. Αυτό είναι η εσωτερική συνέπεια της πρακτικής φιλοσοφίας του «Κοινωνικού Συμβολαίου».

Υπάρχει διένεξη στην επιστήμη κατά πόσο επέδρασαν οι ιδέες αυτές στην πράξη και κατά πόσο επηρέασαν τους ρήτορες στις συνελεύσεις κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Στην προεπαναστατική Γαλλία, συναντάμε σε εκπροσώπους της τρίτης τάξης τόσο ιδέες συμβιβασμού των τάξεων (Μοντεσκιέ), όσο και ιδέες ότι το έθνος ταυτίζεται με την τρίτη τάξη (Sieyes, Rousseau). Ένα μέρος της αριστοκρατίας έτεινε να συμβιβαστεί με την τρίτη τάξη, θαύμαζε τις ιδέες του Μοντεσκιέ, ωστόσο ένας συμβιβασμός δεν στάθηκε δυνατόν να πραγματοποιηθεί μεταξύ των αντιτιθέμενων απόψεων για τον χαρακτήρα του κράτους και τη σχέση των «εξουσιών». Απόψεις όπως του Νεκέρ για τη φορολογία των ευγενών δεν μπόρεσαν να επικρατήσουν. Το 1789 συγκαλείται συνέλευση των «γενικών τάξεων» η οποία αυτοκατανοείται ως συντακτική συνέλευση της τρίτης τάξης. Προστατεύεται από λαϊκά στρατιωτικά σώματα. Καταργεί τα φεουδαρχικά προνόμια και ψηφίζει τη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου». Το Σύνταγμα που Ψηφίζει το 1791 ακολουθεί τις συνταγματικές ιδέες, που καθιερώθηκαν στην Αγγλία με την «Ένδοξη Επανάσταση». Σύμφωνα με αυτό το Σύνταγμα, προκηρύσσονται εκλογές και εκλέγεται «νομοθετική» συνέλευση στην οποία επικρατούν οι μετριοπαθείς (Γιρονδίνοι). Εξωκοινοβουλευτικά δρουν λαϊκές συνελεύσεις. Στη νέα («συμβατική») βουλή, η οποία εγκαθιδρύει republique, επιβάλλονται οι «ορεινοί» Ιακωβίνοι του Δαντόν και του Ροβεσπιέρου.

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του 1789 περιέχει ιδέες που μπορούν να αναχθούν στον Ρουσώ: Οι άνθρωποι γεννώνται ελεύθεροι. Σκοπός της Πολιτείας είναι να διαφυλάσσει τα απαράγραπτα δικαιώματα των πολιτών. Πηγή της εξουσίας είναι το έθνος. Ο νόμος είναι έκφραση της πολιτικής βούλησης και ισχύει εξίσου για όλους. Όλοι έχουν πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα. Ισχύει ανεξίθρησκεία, ελευθερία στην κοινοποίηση των σκέψεων και στην ιδιοκτησία. Στις συνελεύσεις τίθεται το ζήτημα της έννοιας της ισότητας. Ισότητα μπορεί να σημαίνει ή την ισότητα των αντιπροσώπων στις ψηφοφορίες ή την εξισωτική ταύτιση των επιμέρους βουλήσεων με τη γενική βούληση και τον αποκλεισμό εκείνων των ιδιαίτερων βουλήσεων που έρχονται σε αντίθεση με τη γενική βούληση. Με την τελευταία αυτή έννοια αντιλαμβάνεται την ισότητα ο Ροβεσπιέρος. Η πτώση του Ροβεσπιέρου οδηγεί στην κυβέρνηση του Διευθυντηρίου και αργότερα στην εξουσία του Ναπολέοντα.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s