Στην Αγγλία του 17ου αιώνα, διαμορφώνεται μια αντίληψη για τη διακυβέρνηση ως σύστημα ελέγχου της διοίκησης από εκλεγμένα σώματα αντιπροσώπων, αντίληψη που επηρέασε σημαντικά τη θεωρία της δημοκρατίας ως σήμερα.

Στις αρχές του αιώνα, η διακυβέρνηση ασκείται από μια μοναρχία που είναι ανεξέλεγκτη και βρίσκεται επικεφαλής της ανεξάρτητης (από τη Ρώμη) αγγλικανικής εκκλησίας. Στην οικονομία, καπιταλιστικές σχέσεις αναπτύσσονται μέσα σ’ ένα σύστημα προνομίων και μονοπωλίων, που δίνονται στους εκλεκτούς τους Στέμματος. Σε αντίθεση προς το Στέμμα, τους μεγάλους ευγενείς και τα προνομιούχα εμπορικά στρώματα που έχουν μονοπωλιακά δικαιώματα, βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος των βιοτεχνών, των εμπόρων και ένα μέρος των ευγενών που συνδέονται μαζί τους (gentry). Τα συμφέροντά τους βρίσκουν έκφραση στο Κοινοβούλιο, το οποίο από συμβουλευτικό σώμα που ήταν αρχικά, διεκδικεί τώρα το δικαίωμα να εγκρίνει ή να απορρίπτει τους φόρους που επιβάλλει το Στέμμα, και να νομοθετεί. Η σύγκρουση Κοινοβουλίου-Στέμματος είναι μια σύγκρουση που έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό της έννοιας της Κυριαρχίας (που βρίσκεται η εξουσία;) και αντίστοιχα της σχέσης μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Η λύση στη σύγκρουση δίνεται με τον εμφύλιο πόλεμο κατά τον οποίο επιβάλλεται ο στρατός του Κοινοβουλίου (Oliver Cromwell).

Στις αρχές της επαναστατικής εξέλιξης του 17ου αιώνα δημοσιεύει ο Thomas Hobbes το έργο του «Leviathan» (1651). Ο τερματισμός του εμφυλίου σπαραγμού, η ειρήνευση και η ασφάλεια της Πολιτείας τίθενται εδώ ως θεωρητικά προβλήματα. Ο Hobbes επιδιώκει μια νέα ορθολογική θεμελίωση της πολιτικής και της επιστήμης, με αφετηρία την οποία προσεγγίζει και το θρησκευτικό φαινόμενο. Την θρησκεία κατανοεί ο Hobbes στο 12ο Κεφάλαιο του Leviathan ως έκφραση της ανθρώπινης τάσης να αναζητάει πίσω από τις αιτίες βαθύτερες αιτίες ως τις «τελευταίες» αιτίες των πραγμάτων. Οι άνθρωποι αποδίδουν σε φυσικά φαινόμενα θρησκευτικό χαρακτήρα λόγω του φόβου, της μέριμνας και της ανάγκης που διέπουν την ζωή τους. Η θρησκεία κατανοείται έτσι από τον Hobbes ως φαινόμενο της επιστήμης, δηλ. ως έκφραση της Ψυχολογικής επεξεργασίας του φόβου και της άγνοιας των «φυσικών αιτίων». Μέσα από την θρησκεία, δέχεται ο Hobbes, εγείρονται αξιώσεις κατεξουσιασμού και υλοποιούνται κρατικοί σκοποί. Για τους λόγους αυτούς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως σημαντικός πολιτικός παράγοντας, αλλά δεν θα πρέπει θρησκευτικές αξίες να θεωρούνται δεσμευτικές για την πολιτική πράξη.

Σε αντίθεση με την θρησκεία η Φιλοσοφία εργάζεται με ορθολογικά ελέγξιμες μεθόδους εξέτασης των «φυσικών αιτίων» των πραγμάτων. Ο Hobbes συνδέει ωστόσο αυτή την σύγχρονη αντίληψη περί επιστήμης με μια α-ιστορική κατανόηση της «φύσης του ανθρώπου». Δέχεται ότι οι ορμές και τα πάθη καθορίζουν την ανθρώπινη πράξη, ενώ ο Λόγος επιλέγει τα κατάλληλα μέσα για να πραγματοποιηθούν οι εγωιστικοί σκοποί των ατόμων. Σύμφωνα με την «φύση του ανθρώπου» λοιπόν μπορούμε να φανταστούμε τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων να διέπονται από ορμές, εμπάθειες και στρατηγικές επιβολής του ενός επί του άλλου. Στην ορθολογική αυτή θεώρηση εκφράζονται με αφηρημένη και απολυτοποιημένη μορφή οι εμπειρίες της κατάστασης εμφυλίου πολέμου του 17ου αιώνα. Η εμπειρία αυτή συγκρούσεων μεταξύ στέμματος και Κοινοβουλίου οδήγησε τον Hobbes στο συμπέρασμα, ότι το σημαντικότερο ιστορικό καθήκον της εποχής του θα ήταν η εγκαθίδρυση μιας ισχυρής δημόσιας εξουσίας που θα εγγυηθεί την ειρήνευση και τάξη. Αυτή η αναγκαιότητα αναπτύσσεται θεωρητικά στο Χομπσιανό σύστημα που έχει χαρακτήρα συστήματος «φυσικού δικαίου» (δηλ. κατασκευάζει τις κοινωνικές σχέσεις και την μορφή της πολιτικής εξουσίας σε μια κοινωνία ξεκινώντας από παραδοχές για την αναλλοίωτη «φύση του ανθρώπου»).

Επειδή ο φόβος και τα εγωιστικά συμφέροντα καθορίζουν τις πράξεις χωρίς να περιορίζονται από την δημόσια εξουσία υπάρχει ο κίνδυνος μιας εντατικοποίησης του ανταγωνισμού μεταξύ των ανθρώπων ή ομάδων ανθρώπων σε σημείο ώστε να αλληλοεξοντωθούν. Στην κατάσταση αυτή, την οποία ο Hobbes χαρακτηρίζει «φυσική» κατάσταση «πολέμου όλων έναντι όλων», δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ οικονομικού χαρακτήρα (που αποβλέπει σε ιδιοποίηση οικονομικών αγαθών) και πολιτικού-εξουσιαστικού χαρακτήρα της μεμονωμένης πράξης, δεδομένου ότι οι ιδιοποιήσεις είναι αυθαίρετες και βίαιες. Αλλά ακριβώς ο χωρισμός του πολιτικού από το οικονομικό στοιχείο αποτελεί το κεντρικό ιστορικό πρόβλημα κατά του Hobbes ώστε να περιορισθεί ο ανταγωνισμός στην οικονομική σφαίρα της αγοράς, και η πολιτική να συγκεντρωθεί σε ένα σημείο της κοινωνίας, στο Κράτος (Leviathan). Έτσι η εξουσία θα πάψει να είναι διάχυτη στην κοινωνία και δεν θα ενεργοποιείται πλέον αυθαίρετα από τους πολίτες, αλλά θα χρησιμοποιείται από το Κράτος προκειμένου να διασφαλισθούν οι γενικοί όροι κοινωνικο-οικονομικής συμβίωσης (ειρήνευση, αστυνόμευση, διευκόλυνση της επικοινωνίας).

Ο Hobbes θεωρεί ότι η περάτωση της φυσικής κατάστασης είναι «αναγκαία», προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιβίωση των κοινωνικών ατόμων. Τα άτομα κατανοούν τούτο ακολουθώντας τον Λόγο (το λογικό τους) που τους επιτρέπει να εγκαταλείψουν τις συνθήκες αβεβαιότητας και φόβου και να επιλέξουν μια ζωή που χαρακτηρίζεται από τις αξίες της εξασφάλισης, του αλληλοσεβασμού και της τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων. Οι «αξίες» αυτές δεν είναι στοιχεία της «φύσης του ανθρώπου», αλλά προκύπτουν και επιβάλλονται ως «συμφέρουσες» και απαραίτητες μέσα από την πρακτική και τις αρνητικές κοινωνικές εμπειρίες του εμφυλίου πολέμου. Οι άνθρωποι, εμπιστεύονται, κατά τον Hobbes την πραγματοποίηση αυτών των αξιών στον Κυρίαρχο (στο Κράτος) μέσα από ένα κοινωνικό συμβόλαιο που συνάπτουν μεταξύ τους το οποίο συνίσταται στην υποχρέωση να παραιτηθούν των μέσων εξουσιαστικής επιβολής που διαθέτουν (δηλ. βάσει του Κοινωνικού Συμβολαίου τύπου Hobbes οι δρώντες συναποδέχονται τον αλληλοαφοπλισμό τους). Μη συμβαλλόμενος στην συμφωνία αυτή και άρα μονοπωλητής της εξουσίας μένει ένας δρων ή μια ομάδα που συγκροτεί Κράτος. Η εξουσία του είναι ανεξέλεγκτη και απεριόριστη (δεδομένου ότι αν προεβλέπετο σύστημα αποτελεσματικού ελέγχου θα είχαμε δύο εξουσιαστικούς πόλους (δύο κυριάρχους), άρα εκ νέου την δυνατότητα εμφυλίου πολέμου). Ο Hobbes θεωρεί ότι η εξουσία αυτού του τύπου είναι προτιμότερη από οιαδήποτε πολυαρχία και ότι είναι προς το συμφέρον της να εξασφαλίσει ειρήνευση και ευημερία στην κοινωνία, από το παραγωγικό αποτέλεσμα της οποίας αναπαράγεται και η ίδια.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s