Από τα τέλη του 17ου αιώνα διαμορφώνεται στην Πρωσία ένα απολυταρχικό κράτος, στο οποίο ο βασιλιάς συγκεντρώνει τη νομοθετική και δικαστική εξουσία, και τίθεται επικεφαλής της συγκεντροποιημένης κρατικής διοίκησης. Χωρίς να εξαφανιστούν οι θεσμοί της παλιάς κοινωνίας των φεουδαρχικών «Νομικών Τάξεων», η κεντρική εξουσία αφαιρεί από αυτούς τους θεσμούς, που είχαν την ιδιότητα του φορέα δημόσιας εξουσίας παραδοσιακά, ορισμένες λειτουργίες (εκτός από εκείνες που αφορούσαν την άσκηση δικαστικής εξουσίας από τους γαιοκτήμονες στους χωρικούς «τους», κ.α.).

Με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648), το Ράιχ έχει κατατμηθεί σε περισσότερα από 250 κρατίδια και εδαφικές ενότητες. Τα αστικά στρώματα των γερμανικών πόλεων, που είχαν ανθίσει τον 16ο αιώνα, βγαίνουν από τον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648) αποδυναμωμένα, και δεν κατορθώνουν μέχρι τον 19ο αιώνα να αναπτυχθούν τόσο, ώστε να μπορούν να παίξουν αποφασιστικό πολιτικό ρόλο. Ενεργοποιούνται κυρίως στα πλαίσια του κρατικού μηχανισμού, ως νομικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, επιστήμονες. Αντίθετα, οι ευγενείς (οι μεγαλοκτηματίες και οι κάτοιχοι των ανωτέρων και στρατιωτικών κρατικών θέσεων) διατηρούν την ισχύ τους. Έτσι τα αιτήματα της αστικής τάξης δεν διατυπώνονται με την οξύτητα και τη σιγουριά που έχουν διατυπωθεί στο έργο του Ρουσώ. Είναι σαφή ως προς τα περιεχόμενά τους, αλλά είναι φανερό ότι δεν υπάρχει αυτοδύναμος τρόπος να πραγματοποιηθούν. Παραμένουν αιτήματα της πολιτικής φιλοσοφίας για δημοκρατικές εξελίξεις, για ισοτιμία, για κατάργηση των προνομίων των ευγενών, αιτήματα που απευθύνονται προς τον διαφωτισμένο μονάρχη, και προς κάθε φωτισμένο άνθρωπο, αλλά που δεν μπορούν να επιβληθούν δια της βίας, στην περίπτωση που δεν μπορούν να εισακουστούν από την εξουσία.

Ο γερμανικός ιδεαλισμός αντιπαραθέτει στην ιστορική πραγματικότητα ένα σύστημα αξιών που θεωρούνται προϋποθέσεις της ανθρώπινης γνώσης και κατευθυντήριες αρχές της πράξης. Στο δοκίμιο του «Για την αιώνια ειρήνη», ο Καντ προβάλλει το αίτημα να έχει κάθε πολιτικό σύνταγμα σε κάθε κράτος τη μορφή πολιτείας που διέπεται από νόμους (res publica). Υποστηρίζει ότι η έννομη πολιτεία απορρέει από την ιδέα του δικαίου, δηλαδή την ιδέα της συμβίωσης και της ρύθμισης των περιουσιακών σχέσεων σε καθεστώς που διέπεται από γενικούς αστικούς νόμους. Μόνο ένα τέτοιο «ρεπουμπλικανικό» πολίτευμα έχει την προοπτική να οδηγήσει τα κράτη στην παγκόσμια ειρήνη. Η ανάλυση του Καντ περιέχει μια διάκριση μεταξύ δημοκρατικής και ρεπουμπλικανικής αρχής που μας θυμίζει την αντίστοιχη διάκριση του Ρουσώ. Η διάκριση του Καντ μπορεί να αναχθεί σε μια διάκριση μεταξύ τύπου διακυβέρνησης (forma regiminis) και τύπου κατεξουσιασμού (forma imperii) στο πολιτικό σώμα.

Ο τύπος διακυβέρνησης αναφέρεται στη σύσταση της γενικής πολιτικής βούλησης που πρέπει να θεωρήσουμε ότι υπάρχει σε μια πολιτεία, και μπορεί να είναι είτε δεσποτικός είτε ρεπουμπλικανικός. Ο ρεπουμπλικανικός τύπος διακυβέρνησης προϋποθέτει ότι η εκτελεστική εξουσία δεν καθορίζει τα περιεχόμενα των πράξεών της με αφετηρία δικά της συμφέροντα (λ.χ. τα προσωπικά συμφέροντα ενός ηγεμόνα), αλλά τα αναζητάει έξω από τον δικό της χώρο, στον χώρο της νομοθεσίας, όπου τα περιεχόμενα των νόμων είναι καθορισμένα με γενικό τρόπο από την πολιτική φιλοσοφία και συνίσταται στην ελευθερία, στην ισονομία (κατάργηση προνομίων) καθώς και στην κριτική λειτουργία της δημοσιότητας. Με αυτή την έννοια, ο «ρεπουμπλικανισμός» συνεπάγεται τον «χωρισμό» των εξουσιών. Εάν αυτός ο χωρισμός δεν πραγματοποιηθεί, εάν δηλαδή ο μονάρχης δίνει την υποχρεωτική μορφή νόμων στο οποιοδήποτε περιεχόμενο της ατομικής του βούλησης, τότε υπάρχει δεσποτισμός.

Ως προς τον τύπο κατεξουσιασμού στο πολιτικό σώμα, ο Καντ διακρίνει μεταξύ αυτο-κρατίας, αριστοκρατίας και δημοκρατίας. Το κριτήριο διάκρισης αναφέρεται στον αριθμό των προσώπων που ασκούν την εκτελεστική εξουσία (είτε ένας, ο μονάρχης, είτε λίγοι ενωμένοι μεταξύ τους, είτε όλος ο δήμος). Στο δοκίμιό του για την «Αιώνια Ειρήνη», ο Καντ απορρίπτει τη δημοκρατία ως τύπο κατεξουσιασμού, συσχετίζοντάς την με τον δεσποτικό τύπο διακυβέρνησης, μια και, όπως υποστηρίζει, μπορεί να εγκαθιδρύσει την τυραννία των πολλών πάνω στους λίγους, ή έστω πάνω σε έναν, και έτσι να οδηγήσει σε αντίφαση της γενικής βούλησης με τον εαυτό της..

Πώς όμως μπορεί να διαμορφωθεί πολιτικό σύστημα που να εκφράζει τη γενική βούληση; Η καντιανή απάντηση είναι ότι ένα τέτοιο πολιτικό σύστημα πρέπει να στηρίζεται στην αρχή της αντιπροσώπευσης, όχι με την έννοια της αντιπροσωπευτικής εκλογής των κυβερνώντων, αλλά με την έννοια της υλοποίησης των ρεπουμπλικανικών ιδεωδών από την κυβέρνηση, και μάλιστα από τη μοναρχική «αυτοκρατορία». Ο Καντ πιστεύει ότι στη δημοκρατία «θέλει ο καθένας να κάνει, τον κύριο». Αν όμως ο καθένας είναι, φορέας δημόσιας εξουσίας, υπάρχει ο κίνδυνος σύγκρουσης μεταξύ των πολλών φορέων και ακύρωσης του ρεπουμπλικανικού ιδεώδους. Αν, αντίθετα ο εξουσιάζων είναι ένας, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα να θελήσει να προσαρμόσει την πολιτική του πράξη στα φιλοσοφικά ιδεώδη. Εδώ ο Καντ φαίνεται να συγχέει αφενός την προαστική, και μάλιστα προαπολυταρχική, δημόσια εξουσία που διαχέεται σε διάφορους φορείς προνομίων στο πλαίσιο του φεουδαρχικού δικαίου (νομικές τάξεις, Stande) και αφετέρου το σύστημα κρατικής εξουσίας μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων της αστικής τάξης στο κοινοβούλιο· θεωρεί και τις δύο μορφές κρατικής οργάνωσης «δημοκρατικές», μη ανταποκρινόμενες προς το ρεπουμπλικανικό ιδεώδες, και τις απορρίπτει. Επιλέγει για τη Γερμανία ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που θα πραγματωθεί από τον μονάρχη χωρίς αστική επανάσταση, και που βαθμιαία θα αυξήσει τις ρυθμίσεις σύμφωνα με τη γενική αστική νομοθεσία, έστω κι αν ο νομοθέτης δεν ελέγχεται από τους πολίτες. Στις σκέψεις αυτές περιέχεται η ιστορική εκτίμηση ότι στη Γερμανία ένα κοινοβουλευτικό σύστημα θα έφερνε στο κοινοβούλιο κυρίως εκπροσώπους των ευγενών, οι οποίοι είχαν την πραγματική ισχύ, και όχι εκπροσώπους της ασθενούς αστικής τάξης και της διανόησης. Η έλλειψη ενός γερμανικού gentry θα έκανε ίσως τον κοινοβουλευτισμό στη Γερμανία του τέλους του 18ου αιώνα έναν μοχλό στα χέρια των ευγενών, ενάντια στα μεταρρυθμιστικά προγράμματα της αστικής τάξης και της διανόησης, αλλά και της απολυταρχίας.

Στο δοκίμιό του κατά του Χομπς (πρβλ. ελλ. μετάφραση Ε. Παπανούτσου, Ι. Καντ, «Δοκίμια», εκδ. Δωδώνη, σελ. 128 επ.), ο Καντ αναπτύσσει τις αρχές ενός πολιτεύματος στηριγμένου στο νόμο. Σε αντίθεση με τη σύσταση κράτους, όπως την κατασκευάζουν οι θεωρίες των κοινωνικών συμβολαίων (δηλαδή ως συμφωνίες που προωθούν συλλογικούς σκοπούς), η σύσταση πολιτείας, αν θεωρηθεί συμβόλαιο, έχει κατά τον Καντ το χαρακτηριστικό ότι είναι αυτοσκοπός και συνίσταται στη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων από ένα πλαίσιο αναγκαστικών νόμων που εξασφαλίζει την ελευθερία τους. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ζει κάτω από «δημόσιους νόμους αναγκασμού», που ρυθμίζουν το τι ανήκει στον έναν και τι ανήκει στον άλλον. Κατά τον Καντ, η ιδέα του δικαίου απορρέει από την έννοια της ελευθερίας ως «εξωτερικής σχέσης». Γενικά η ελευθερία συνίσταται στο να μπορεί κανείς να πράττει ή να παραλείπει κατά το δοκούν. Η ελευθερία στην εξωτερική σχέση του ενός με άλλους ανθρώπους έχει τη μορφή του δικαίου και προκύπτει ως περιορισμός της ελευθερίας του καθενός, ώστε να πληρούται ο όρος της συμφωνίας της με την ελευθερία των άλλων ανθρώπων σύμφωνα με γενικούς νόμους. Η έννοια του περιορισμού εισάγεται έτσι στο εσωτερικό της έννοιας της ελευθερίας. Η πολιτική ελευθερία προϋποθέτει περιορισμό της αυθαιρεσίας και των προνομιακών ρυθμίσεων. Με την έννοια αυτή και ο καταναγκασμός, ως περιορισμός των εμποδίων της ελευθερίας, είναι ελευθερία.

Βάσει των θεωρητικών αυτών αναπτύξεων, ο Καντ οδηγείται στην ιδέα ενός πολιτεύματος που στηρίζεται στο Λόγο (γιατί ο «καθαρός Λόγος» θέλει την ελευθερία, και τις νομικές μορφές πραγματοποίησής του). Το πολίτευμα αυτό στηρίζεται σε αρχές, οι οποίες κατά τον Καντ είναι οι αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αυτοτέλειας. Από την κατασκευή των αρχών αυτών προκύπτει η ιδιοτυπία της καντιανής πολιτικής θεωρίας αφενός να στηρίζεται στο Λόγο και αφετέρου να αναζητά τρόπο προσαρμογής στις ισχύουσες εξουσιαστικές συνθήκες για να μπορέσει έτσι να υπηρετήσει κατά το δυνατόν τα φιλοσοφικοπολιτικά της ιδεώδη:

  • Η ελευθερία προσιδιάζει στο μέλος της κοινότητας «ως ανθρώπου», δηλαδή ως ελλόγου όντος, το οποίο είναι ώριμο να αποφασίζει ελεύθερα για τις πράξεις του (Πρβλ. το δοκίμιο «Απόκριση στο ερώτημα: τι είναι Διαφωτισμός»). Το ελεύθερο ον έχει δικαιώματα που συνιστώνται και προστατεύονται από το νόμο της ελευθερίας. Σε αντίθεση προς την ιδέα του νόμου και της ελευθερίας έρχεται η ιδέα της «πατρικής κυβέρνησης», του «στοργικού ηγεμόνα» που φροντίζει για τους «πολίτες-παιδιά του», μην αφήνοντάς τους να αποφασίζουν ελεύθερα (σε συμφωνία με τον Λόγο) για τον εαυτό τους.
  • Η ισότητα προσιδιάζει, στο μέλος της κοινότητας «ως υπηκόου». Ο Καντ συνάγει την ιδέα της ισότητας ως ισονομίας από την ιδέα της ελευθερίας. (Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι με εξαίρεση την κεφαλή του κράτους, τον μονάρχη, ο οποίος, σύμφωνα με την απαίτηση του φιλοσοφικού λόγου, πρέπει να εγγυάται την ισονομία). Παρόλο που η πολιτική νομική ισότητα δεν καταργεί τις κοινωνικές ανισότητες (λ.χ. των φτωχών σε σχέση με τους πλούσιους, των γυναικών σε σχέση με τους άντρες), συνεπάγεται τη θεσμοθέτηση ουσιαστικών μέτρων για την πολιτική κοινωνία, όπως την ισότητα ευκαιριών για την κατάληψη δημόσιων θέσεων (που μέχρι τότε καταλαμβάνονταν μόνο από τους ευγενείς «κληρονομικώ δικαιώματι»).
  • Η αυτοτέλεια προσιδιάζει στο μέλος της κοινότητας «ως πολίτη», που σημαίνει ως συννομοθέτη (Πρβλ. «Δοκίμια», σελ. 135 επ.). Η ιδιότητα του πολίτη αποδίδεται από τον Καντ σε όσους είναι «κύριοι του εαυτού τους», δηλαδή σε όσους έχουν ιδιοκτησία (σ’ αυτήν εμπίπτει και η «τέχνη, χειροτεχνία, ή καλλιτεχνία, ή επιστήμη») από την οποία ζουν. Έτσι, αποκλείει τους υπηρέτες και τους εργάτες. Ταυτόχρονα καταργεί τον χωρισμό μεταξύ των ευγενών και των αστών αφού ζητάει να θεωρούνται ίσοι όλοι οι κατέχοντες -είτε είναι μεγάλοι γαιοκτήμονες, είτε είναι αστοί-, ως μέλη του ιδεατού νομοθετούντος σώματος. Μ’ αυτή την ιδιότητα που πηγάζει από την αυτοτέλεια, δηλαδή την ιδιότητα του συννομοθέτη, συνδέεται η καντιανή κατασκευή του κοινωνικού συμβολαίου που είναι, όπως είδαμε, αυτοσκοπός για κάθε κοινωνία.

Σε αντίθεση με την αντίληψη του Χομπς περί κοινωνικού συμβολαίου, ο Καντ συνδέει την ιδέα του συμβολαίου με τις αρχές της γενικότητας, της ελευθερίας και της «ουννομοθεσίας», οι οποίες είναι δεσμευτικές για τον νομοθέτη. Απορρίπτει όμως, συμφωνώντας εδώ με τον Χομπς όπως είδαμε, την εγκαθίδρυση μηχανισμών ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας (λ.χ. από εκλεγμένα κοινοβούλια). Ο

Π

*
ρβλ. «Δοκίμιο», σελ. 137, όπου ο Καντ θέτει το ζήτημα που έχει θέσει ο Ρουσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» (1,9), ότι δηλαδή η ιδιοκτησία νομιμοποιείται μόνο όταν προέρχεται από την εργασία του ίδιου του ιδιοκτήτη.

νομοθέτης (ηγεμόνας) αυτοδεσμεύεται με το να είναι υποχρεωμένος να νομοθετεί σαν να προερχόταν η νομοθεσία από την ενωμένη βούληση όλου του λαού. Η υποχρέωσή του αυτή δεν είναι εξωτερική δέσμευση, αλλά ελεύθερη πράξη του που συμμορφώνεται με τις αρχές του ανθρώπινου λόγου και τα διδάγματα της πολιτικής φιλοσοφίας.

Πάντως ο Καντ αποκλείει ότι υπάρχει ένα δικαίωμα αντίστασης των κυβερνωμένων, ακόμα και στην περίπτωση που η κρατική δράση δεν συμμορφώνεται προς τις αρχές του λόγου με το επιχείρημα ότι η αντίσταση δημιουργεί συνθήκες φυσικής κατάστασης χομπσιανού τύπου. Οι αντιλήψεις λοιπόν του Καντ για μια ελεύθερη και δημοκρατική πολιτεία εισάγουν τις αρχές της αυτονομίας και της συννομοθεσίας ως κανονιστικές αρχές που πρέπει να διέπουν τη νομοθεσία. Ως προς την κανονιστικότητα αυτή, μπορούν να τοποθετηθούν στην παράδοση του έργου του Ρουσώ. Ως προς την ιδέα του μη ελέγξιμου της κρατικής εξουσίας, οι αντιλήψεις αυτές πλησιάζουν τις απόψεις του Χομπς, του μεγάλου αντιπάλου του Καντ.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s