Μακκιαβέλλι: Η αναγέννηση της τέχνης του πολέμου

Φηλιξ Γκιλμπερτ

ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΘΕ ΛΟΓΗΣ ΠΟΛΕΜΟΙ και εξεγέρσεις που σημειώθηκαν στην    Ιταλία έχουν δώσει την εντύπωση πως έχει εκλείψει πια η στρατιωτική ικανότητα, στην πραγματικότητα εκείνο που φταίει είναι η αποτελεσματικότητα των παλιών μεθόδων πολέμου και η αδυναμία μας να εφεύρουμε και­νούργιες. Ένας νέος ηγέτης που μόλις έχει ανέλθει στην εξουσία θα καταστήσει τη μέγιστη δυνατή φήμη μόνο εάν ανακαλύψει καινούργιες μεθόδους και κανόνες». Με τα λόγια αυτά από το φημισμένο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Ο Ηγε­μόνας το επιγραφόμενο «Επίκληση για την Απελευθέρωση της Ιταλίας από τους Βαρβάρους», ο Μακκιαβέλλι εκφράσει μια άποψη η οποία επανέρχεται συχνά στα κείμενα του. ότι δηλαδή ένα από τα πιο επείγοντα και θεμελιώδη αιτήματα του καιρού του είναι η δημιουργία νέων στρατιωτικών θεσμών και νέων πολεμικών διαδικασιών. Κατά κανόνα, ο Μακκιαβέλλι θεωρείται πως εγκαινίασε μια καινούργια εποχή —τη σύγχρονη- στην ανάπτυξη της πολιτικής σκέψης. Η πεποίθηση του πως η στρατιω­τική οργάνωση των ιταλικών κρατών της εποχής του χρειαζόταν αλλαγή στάθηκε το κύριο μέλημα του, η κινητήρια δύναμη όλων των απόψεων του για τον κόσμο της πολιτικής. Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολικό αν έλεγε κανείς πως ο Μακκιαβέλλι έγινε πολιτικός μελετητής επειδή υπήρξε στρατιωτικός μελετητής. Η άποψη του για τα στρατιωτικά προβλήματα του καιρού του διαμόρφωσε ολόκληρη την πολι­τική θεωρία του.

Ο Μακκιαβέλλι κατέχει μοναδική θέση στο χώρο της στρατιωτικής σκέψης, επειδή οι ιδέες του βασίζονται στην αναγνώριση της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στις αλλαγές που συνέβησαν στη στρατιωτική οργάνωση και στις επαναστατικές αλλαγές που σημειώθηκαν στον κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Για τον συνήθη παρατη­ρητή η σχέση αιτίου και αποτελέσματος στις στρατιωτικές εξελίξεις είναι ολοφά­νερη. Η ανακάλυψη της πυρίτιδας και η εφεύρεση των πυροβόλων όπλων και του πυροβολικού σήμαινε πως οι πανοπλίες των ιπποτών ήταν πια καταδικασμένες και πως η κατάρρευση της στρατιωτικής οργάνωσης του Μεσαίωνα, οπού οι ιππότες έπαιζαν τον κύριο ρόλο, ήταν αναμενόμενη. Στο επικό ποίημα του Orlando Furioso (Ορλάνδος Μαινόμενος) (1516) ο Αριόστο, σύγχρονος και συμπατριώτης του Μακκιαβέλλι. εξιστορεί πώς ο Ορλάνδος, ο ήρωάς του, ο οποίος είναι η προσωποποίηση όλων των ιπποτικών αρετών, βρέθηκε υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει έναν αντί­παλο οπλισμένο με πυροβόλο όπλο.

Και τότε μονομιάς η αστραπή λάμπει

τραντάζει το έδαφος

κι ο προμαχώνας σειέται και αντιλαλεί το βρόντο.

Το κακό που δεν σπαταλά μάταια τις δυνάμεις του

αλλά τραυματίζει όλα όσα τολμούν ν’ αντισταθούν

στο πέρασμα του

σκίζει ορμητικά τον αέρα βουίζοντας.

Όταν ο ανίκητος Ορλάνδος καταφέρνει και νικά αυτόν τον τρομερό εχθρό και μπορεί να διαλέξει από την πλούσια λεία:

Απ’ όλα τα λάφυρα της νικηφόρας ‘κείνης μέρας το μόνο που διάλεξε να πάρει ο νικητής ήτανε κείνο τ’ όργανο που η ανίκητη ορμή του είχε την ταχύτητα κεραυνού.

Στη συνέχεια ο Ορλάνδος ανοίγεται στο πέλαγος και ρίχνει στη θάλασσα το όπλο αναφωνώντας.

Ω. καταραμένη μηχανή

ταπεινό όργανο θανάτου

φτιαγμένη στα μαύρα τάρταρα του κάτω κόσμου

και σχεδιασμένη από την κακόβουλη τέχνη του Βελζεβούλ

για να εξοντώσεις όλη την ανθρώπινη ράτσα.

Άμποτε να μη βρεθεί ιππότης

στην ανάγκη να σε αντιμετωπίσει

ή αποκρουστικός δειλός για να πολεμήσει με

τη βοήθεια σου

και να επιτεθεί από πλεονεκτική πια θέση

σ’ έναν ευγενικό αντίπαλο.

Μείνε για πάντα θαμμένη εδώ

σε τούτη την άβυσσο.

Μ’ άλλα λόγια αν δεν είχαν εφευρεθεί τα πυροβόλα όπλα ή αν αυτά είχαν απορριφθεί ως όργανα της μάχης, ο κόσμος των ιπποτών θα συνέχιζε να ζει για πάντα με όλο του το μεγαλείο.

Αυτή η δραματική εξήγηση της παρακμής των ιπποτών έχει ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα. Η ιστορία των στρατιωτικών θεσμών δεν μπορεί να αποκοπεί από τη συνολική ιστορία μιας δεδομένης περιόδου. Η στρατιωτική οργάνω­ση στους μεσαιωνικούς χρόνους ήταν αναπόσπαστο τμήμα ολόκληρου του μεσαι­ωνικού κόσμου και παρήκμασε όταν διαλύθηκε η δομή της μεσαιωνικής κοινωνίας. Πνευματικά αλλά και οικονομικά ο ιππότης ήταν τυπικό προϊόν του Μεσαίωνα. Σε μια κοινωνία όπου επικεφαλής της ιεραρχίας ήταν ο ίδιος ο Θεός, σε όλες τις μη θρησκευτικές δραστηριότητες είχε αποδοθεί-θρησκευτικό νόημα, Το κατ’ εξοχήν καθήκον των ιπποτών ήταν να προστατεύουν και να υπερασπίζουν τους κατοίκους της χώρας. Όταν οι ιππότες έκαναν πόλεμο υπηρετούσαν το Θεό. Έβαζαν τη στρατιωτική τους ικανότητα στη διάθεση του κυρίου τους (φεουδάρχη) στον οποίο η εκκλησία είχε εμπιστευθεί την επίβλεψη όλων των μη θρησκευτικών δραστηριο­τήτων. Όμως, ο στρατιωτικός δεσμός μεταξύ υποτελούς (βασάλου) και κυρίου, εκτός από την πνευματική θρησκευτική πλευρά, είχε και νομικές και οικονομικές παραμέτρους. O κύριος χορηγούσε στον ιππότη ένα κομμάτι γης-το φέουδο- και αυτός σε αντάλλαγμα αναλάβαινε την υποχρέωση να τον υπηρετήσει στρατιωτικά σε περίπτωση πολέμου. Επρόκειτο μ’ άλλα λόγια για μια μορφή ανταλλαγής όπου κάποιες υπηρεσίες πληρώνονται με αγαθά, πράγμα που ταίριαζε απόλυτα με την αγροτική δομή και το φεουδαρχικό σύστημα του Μεσαίωνα.

Οι παράγοντες που καθόριζαν τις μορφές της στρατιωτικής οργάνωσης, κα­θώς και τις μεθόδους πολέμου στο Μεσαίωνα ήταν η θρησκευτική αντίληψη περί πολέμου (ο οποίος εθεωρείτο πράξη απονομής δικαιοσύνης), ο περιορισμός της στράτευσης αποκλειστικά στην τάξη των γαιοκτημόνων ιπποτών και των υποτακτικών τους κι ένας ηθικο-νομικός κώδικας που λειτουργούσε ως ο κύριος συνεκτι­κός δεσμός του στρατού. Οι μεσαιωνικοί στρατοί συγκροτούνταν για ένα συγκε­κριμένο σκοπό, ξεκινούσαν για μια συγκεκριμένη εκστρατεία και διατηρούνταν όσο διαρκούσε η εκστρατεία αυτή. O εντελώς πρόσκαιρος χαρακτήρας της στρα­τιωτικής υπηρεσίας, καθώς και η ισότητα των ευγενών πολεμιστών καθιστούσαν δύσκολη ή ακόμα και αδύνατη την ύπαρξη αυστηρής πειθαρχίας. Συχνά μια μάχη εξελισσόταν σε μονομαχία μεταξύ μεμονωμένων ιπποτών η έκβαση της οποίας έπαιζε αποφασιστικό ρόλο όταν οι μονομάχοι ήταν οι ηγέτες των αντιπάλων στρα­τευμάτων. Επειδή ο πόλεμος αντιπροσώπευε την εκπλήρωση ενός θρησκευτικού ηθικού καθήκοντος, κυριαρχούσε η τάση να διεξάγεται σύμφωνα με ορισμένους σταθερούς κανόνες και έναν καθιερωμένο κώδικα.

Η στρατιωτική αυτή οργάνωση ήταν το πιο χαρακτηριστικό προϊόν του κοινωνικού συστήματος του Μεσαίωνα και κάθε αλλαγή σ’ αυτό το σύστημα είχε αναγκαστικά ανάλογες επιπτώσεις και στον στρατιωτικό τομέα. Όταν η ραγδαία επικράτηση της χρηματικής οικονομίας κλόνισε την αγροτική βάση της μεσαιωνικής κοινωνίας, τα αποτελέσματα της εξέλιξης αυτής στους στρατιωτικούς θεσμούς υπήρξαν άμεσα. Οι πρωταγωνιστές των νέων οικονομικών εξελίξεων —δηλαδή οι πόλεις και οι πλούσιοι χωροδεσπότες- είχαν τη δυνατότητα να κάνουν ευρύτερη χρήση των νέων ευκαιριών στον στρατιωτικό τομέα: Συγκεκριμένα αντί για υπη­ρεσίες να δέχονται χρήματα ή να εξασφαλίζουν τις υπηρεσίες προσφέροντας χρη­ματικές αμοιβές και μισθούς. Οι χωροδεσπότες δέχονταν χρήματα απ’ αυτούς που δεν ήθελαν να εκτελέσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, ενώ ταυτόχρονα μπορούσαν, με την υπόσχεση τακτικών χρηματικών καταβολών, να κρατούν μετά τον πόλεμο και για περισσότερο χρόνο εκείνους τους ιππότες οι οποίοι θα συνέχι­ζαν να υπηρετούν στο στρατό τους. Μπόρεσαν έτσι να βάλουν τις βάσεις για ένα μόνιμο επαγγελματικό στρατό και να πάψουν να εξαρτώνται από τους υποτελείς τους (βασάλους).

Η μεταμόρφωση του φεουδαρχικού στρατού σε επαγγελματικό και του φεουδαρχικού κράτους σ’ ένα κράτος γραφειοκρατικό και απολυταρχικό έγινε με πολύ αργό ρυθμό και έφθασε στην ολοκλήρωση της μόλις τον δέκατο όγδοο αιώνα. Όμως, το αληθινό πνεύμα της ιπποσύνης που χαρακτήριζε τον φεουδαρχικό στρατό πέθανε πολύ πιο γρήγορα και πολύ νωρίτερα. Απεικόνιση αυτής της αλλαγής μάς δίνει μια μπαλάντα του δέκατου πέμπτου αιώνα η οποία περι­γράφει τη ζωή στο στρατό του Καρόλου του Τολμηρού της Βουργουνδίας2. Τον δέκατο πέμπτο αιώνα, η Βουργουνδία ήταν ένας πολιτικός σχηματισμός που είχε δημιουργηθεί εντελώς πρόσφατα και που οι παλιότερες δυνάμεις τον θεωρούσαν κάπως υποδεέστερο. O Κάρολος ο Τολμηρός, που ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να νο­μιμοποιήσει τη θέση του κράτους με την αυστηρή τήρηση των παλιών παραδόσεων και εθίμων, κατέληξε τελικά να γίνει ο ηγέτης μιας ρομαντικής αναβίωσης της ιπ­ποσύνης. Η μπαλάντα όμως αυτή είναι επίσης ιδιαίτερα αποκαλυπτική, επειδή δεί­χνει «τον ιππότη, τον ακόλουθο, το λοχία και τον υποτακτικό» να έχουν όλοι τους μια και μόνο έννοια «Πότε θα’ ρθει ο ταμίας;». Έτσι πίσω από τη λαμπρή πρόσο­ψη της ιπποσύνης υπάρχει η πεζή πραγματικότητα του υλικού συμφέροντος.

Στους στρατούς των μεγαλυτέρων δυνάμεων, όπως ήταν η Γαλλία, η Αραγωνία και η Αγγλία, τα παλιά και νέα στοιχεία, ο φεουδαρχικός στρατός και ο επαγγελματικός στρατός συνυπήρχαν. Οι μεγάλες όμως οικονομικές δυνάμεις της επο­χής, μ’ άλλα λόγια οι ιταλικές πόλεις, κατέληξαν να βασίζονται απόλυτα στους επαγγελματίες στρατιώτες (μισθοφόρους). Από τον δέκατο τέταρτο αιώνα και μετά η Ιταλία είχε γίνει «η γη της επαγγελίας» για όλους εκείνους τους ιππότες για τους οποίους ο πόλεμος ήταν κυρίως ένας τρόπος για να κερδίζουν χρήματα. Τις διάφορες ομάδες των περιπλανώμενων/τυχοδιωκτών πολεμιστών (condottieri di ventura) τις έτρεφαν και τις πλήρωναν οι αρχηγοί τους οι κοντοτιέροι (condottieri), οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε όποιον είχε να πληρώσει την τιμή που  ζητούσαν. Έτσι στην Ιταλία το επάγγελμα του στρατιώτη έγινε ένα αναγνωρισμένο επάγγελμα εντελώς ξεχωριστό από τις υπόλοιπες δραστηριότητες των πολιτών.

Η επίδραση της χρηματικής οικονομίας προσέφερε μεγαλύτερες δυνατότητες για τη συγκρότηση στρατών. Το χρήμα προσέλκυσε στο στρατό νέες τάξεις ανθρώπων απαλλαγμένων από τις προϋπάρχουσες στρατιωτικές παραδόσεις και η είσο­δος των νέων αυτών ανθρώπων συνέβαλε στην ανάπτυξη και την εισαγωγή και­νούργιων όπλων και νέων μορφών μάχης. Οι τοξότες και το πεζικό εμφανίστηκαν στην Αγγλία και τη Γαλλία στη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου, ενώ η ήττα του Καρόλου του Τολμηρού από τους Ελβετούς, στα τέλη του δέκατου πέμπτου αιώνα, έδωσε νέα ισχυρή ώθηση στην τάση για την εφαρμογή νέων στρατιωτικών μεθόδων. Στις μάχες του Μορά και του Νανσύ (1476) οι ιππότες του Καρόλου του Τολμηρού δεν κατάφεραν να διαλύσουν τους σχηματισμούς των Ελβετών πεζικάριων και να περάσουν μέσα από το δάσος των μακρών τους δοράτων, με αποτέλε­σμα να ηττηθούν κατά κράτος. Το γεγονός δημιούργησε αίσθηση στην Ευρώπη. Το πεζικό είχε κερδίσει πια τη θέση του στη στρατιωτική οργάνωση της εποχής.

Η σημασία της εφεύρεσης της πυρίτιδας πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο πλαίσιο αυτών των γενικών εξελίξεων. Την ανάπτυξη, δηλαδή, της νοηματικής οικονομίας, την προσπάθεια των φεουδαρχών να απεξαρτηθούν από τους υποτελείς τους και να δημιουργήσουν ένα γερό θεμέλιο εξουσίας και την τάση για πειραμα­τισμούς στη στρατιωτική οργάνωση, πράγμα που απέρρεε από την εξασθένηση των φεουδαρχικών δεσμών.

Αιτία γι’ αυτές τις εξελίξεις δεν ήταν βέβαια τα πυροβόλα όπλα και το πυρο­βολικό. Αποτέλεσαν όμως σημαντικό παράγοντα που επιτάχυνε το ρυθμό των εξελίξεων. Πρώτα απ’ όλα ενίσχυσαν τη θέση των φεουδαρχών απέναντι στους υπο­τελείς τους. Η χρησιμοποίηση του πυροβολικού στις εκστρατείες ήταν έργο δύσκο­λο, διότι η μεταφορά των υπερβολικά βαρών κανονιών και των εφοδίων τους απαιτούσε πολλά οχήματα κι έκανε απαραίτητη την παρουσία μηχανικών και τεχνικών. Έτσι η όλη διαδικασία ήταν υπερβολικά δαπανηρή. Οι λογαριασμοί των στρατιω­τικών δαπανών εκείνης της εποχής δείχνουν πως οι δαπάνες για το πυροβολικό κά­λυπταν ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό της συνολικής δαπάνης3. Μόνο οι πολύ πλούσιοι ηγεμόνες ήταν σε θέση να διαθέτουν πυροβολικό. Επίσης, η βασική στρα­τιωτική συνέπεια της εφεύρεσης του πυροβολικού ήταν το ότι ευνοούσε τις μεγά­λες δυνάμεις οι οποίες βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση απέναντι στα μικρότερα κράτη και τα τοπικά ανεξάρτητα κέντρα εξουσίας.

Στα χρόνια του Μεσαίωνα, η ύψιστη επιβεβαίωση της θέσης του ιππότη ήταν πως αυτός μέσα στο φρούριο του ήταν σχετικά απρόσβλητος από επιθέσεις. Την εποχή εκείνη καλλιεργούνταν συ­στηματικά η οχυρωματική τέχνη4. Τα μικρότερα κράτη για να προστατευθούν ύψωναν κατά μήκος των συνόρων τους μια σειρά, φρουρίων τα οποία τους έδιναν τη δυνατότητα ν’ αμυνθούν αποτελεσματικά ακόμα κι εναντίον υπέρτερων δυνά­μεων. Όμως οι μεσαιωνικές αυτές οχυρώσεις ήταν τρωτές στο πυρ του πυροβολι­κού. Έτσι η στρατιωτική ισορροπία έγειρε αποφασιστικά προς τη μεριά του επιτι­θέμενου. O Φραντσέσκο Ντι Τζόρτζο Μαρτίνι, ένας από τους μεγάλους Ιταλούς αρχιτέκτονες του δέκατου πέμπτου αιώνα, ο οποίος είχε αναλάβει να οικοδομήσει φρούρια για το δούκα του Ούρμπινο, στη μελέτη του για τη στρατιωτική αρχιτε­κτονική εκφράζει το παράπονο του λέγοντας πως «εκείνος που θα μπορέσει να εξισορροπήσει άμυνα και επίθεση θα πρέπει να είναι Θεός και όχι άνθρωπος».

Οι αλλαγές στη σύνθεση των στρατευμάτων και στη στρατιωτική τεχνική με­ταμόρφωσαν και το πνεύμα της στρατιωτικής οργάνωσης6. Οι ηθικοί κώδικες, οι παραδόσεις και τα έθιμα που είχαν αναπτυχθεί κατά την περίοδο της φεουδαρχί­ας δεν ασκούσαν πια καμιά επίδραση στο ανθρώπινο υλικό από το οποίο τώρα στρατολογούνταν οι άντρες των στρατευμάτων. Τον κύριο όγκο των στρατευμάτων τον αποτελούσαν τυχοδιώκτες και κακοποιοί που επιζητούσαν τον πλουτισμό και τα λάφυρα και άνθρωποι που ενώ δεν είχαν τίποτα να χάσουν από τον πόλεμο μπορούσαν να κερδίσουν τα πάντα απ’ αυτόν. Αφού ο πόλεμος δεν ήταν πια θρη­σκευτικό καθήκον, σκοπός της στρατιωτικής θητείας έγινε το κέρδος. Ανέκυψε έτσι το ηθικό πρόβλημα αν ήταν ή όχι αμαρτία το να ακολουθήσει κανείς ένα επάγγελμα που στόχευε στο θάνατο άλλων ανθρώπων. Στα πιο πολιτισμένα μέρη της Ευρώπης, όπως για παράδειγμα την Ιταλία, ο κόσμος αντιμετώπιζε με περι­φρόνηση τους στρατιωτικούς και τη στρατιωτική σταδιοδρομία.

Οι περιστάσεις της προσωπικής ζωής του Μακκιαβέλλι συντέλεσαν αποφασιστικά στο να συνειδητοποιήσει τη γενικότερη κατάσταση και τα προβλήματα της εποχής του.

Η σταδιοδρομία του ως πολιτικού συγγραφέα άρχισε το 1512, με την επάνοδο δηλαδή στη Φλωρεντία των Μεδίκων, οι οποίοι και τον εξεδίωξαν από τη φλωρεντινή καγκελαρία, όπου για δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια είχε υπηρετήσει τη φλωρεντινή δημοκρατία. Όπως έχουν πει πολλοί και πρώτος ο ίδιος, τα γραπτά του εκθέτουν τα διδάγματα που αυτός άντλησε «από τη μακρόχρονη εμπειρία που είχε αποκτήσει συμμετέχοντας στα γεγονότα του καιρού του»7 και συμπυκνώνουν σε συμβουλές, κανόνες και νόμους όλα όσα αυτός είχε δει να διαδραμα­τίζονται στην πολιτική σκηνή κατά τη διάρκεια της θητείας του στην καγκελαρία της Φλωρεντίας.

Στην περίοδο της Αναγέννησης, οι εργαζόμενοι στις καγκελαρίες των ιταλικών πόλεων ήταν συνήθως άχρωμοι δημόσιοι υπάλληλοι οι οποίοι κατέγραφαν απλώς και διεκπεραίωναν τις αποφάσεις που έπαιρναν οι κυβερνητικοί κύκλοι. 0 Μακκια­βέλλι αποτέλεσε εξαίρεση. Από το 1498 μέχρι το 1512, έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στη φλωρεντινή δημοκρατία. Την εποχή που είχε πέσει σε δυσμένεια και είχε αποδεχθεί εξ ανάγκης μια ελάσσονα και σχεδόν γελοία αποστολή α ένα κληρικό συμβούλιο του τάγματος των Φραγκισκανών. ο Γκουιτσιαρντίνι του έγραφε περιπαιχτικά «εσύ που άλλοτε διαπραγματευόσουν με βασιλιάδες, δούκες και πρίγκιπες»8.

Οι λόγοι για τους οποίους ο Μακκιαβέλλι μέχρι το 1512 έπαιξε πολύ πιο σπου­δαίο ρόλο απ’ αυτόν που έπαιζαν συνήθως οι υπάλληλοι των διαφόρων καγκελαρι­ών είναι πολλοί. Οι Μακκιαβέλλι ήταν μια παλιά και εξαιρετικά αξιοσέβαστη οικογένεια και είχαν να παρουσιάσουν δώδεκα Σημαιοφόρους της Δημοκρατίας (Confalonieri) και εξήντα έξι υψηλόβαθμους αξιωματούχους. Ο Νικολό Μακκιαβέλλι προερχόταν από ένα μη νόμιμο κλάδο αυτής της οικογένειας κι έτσι δεν μπορούσε να είναι μέλος των συμβουλίων διακυβέρνησης ή να ενταχθεί στους κύκλους των μαγίστρων που χάραζαν την πολιτική. Όμως το όνομα του και η φιλία του με τον Νικολό Μακκιαβέλλι του Αλεσάντρο, έναν εξέχοντα πολιτικό, τον έκαναν να ξεχω­ρίζει από τους άλλους υπαλλήλους της καγκελαρίας9.

Εντούτοις, ο βασικός λόγος για την ξεχωριστή αυτή θέση του ήταν η στενή του σχέση με τον ισόβιο γκονφαλιονέρε Πιέρο Σοντερίνι10. Το αξίωμα του ισόβιου γκονφαλιονέρε είχε θεσπιστεί το 1502 από μια ομάδα Φλωρεντινών πατρικίων οι οποίοι ήλπιζαν πως ο γκονφαλιονέρε θα μπορούσε να περιστείλει τις εξουσίες και να μειώ­σει την επιρροή του Μεγάλου Συμβουλίου όπου κυριαρχούσαν οι μικροαστοί. Όμως, ο Σοντερίνι απογοήτευσε τους πατρικίους, διότι θεώρησε την εκλογή του ως εντολή για τη διατήρηση και τη σταθεροποίηση του λαϊκού καθεστώτος που αντιπροσώ­πευε το Μεγάλο Συμβούλιο. Ο Σοντερίνι ευνοούσε τον Μακκιαβέλλι και τον χρησι­μοποίησε σε ποικίλες κυβερνητικές αποστολές και καθήκοντα, ξέροντας πως στον αιώνα του ενάντια στους αριστοκράτες αντιπάλους του θα του ήταν πολύ χρήσιμο να έχει στην υπηρεσία του έναν άνθρωπο απόλυτα εξαρτημένο απ’ αυτόν.

Ο Μακκιαβέλλι ήταν μια όντως αξιοθαύμαστη προσωπικότητα, γι’ αυτό και δεν περιορίστηκε στα τυπικά του καθήκοντα, αλλά επέκτεινε τη δραστηριότητα του πέρα από το χώρο δράσης του μέσου κυβερνητικού υπαλλήλου και ανέλαβε τις ανάλογες ευθύνες. Δεν υπάρχουν αυθεντικές προσωπογραφίες του και οι κάθε λογής πίνακες και προτομές που υποτίθεται πως τον απεικονίζουν μας δείχνουν ένα πρόσωπο με αλεπουδίσια εξυπνάδα και ένα διφορούμενο χαμόγελο. Όλες τους όμως είναι κατασκευασμένες στα τέλη του δέκατου έκτου αιώνα, όταν ο Μακκιαβέλλι. είχε καταλήξει να θεωρείται η προσωποποίηση του υπολογισμού και της ανηθικότητας. Όμως, ο Μακκιαβέλλι δεν ήταν μόνο έξυπνος και ορθολογιστής. Μπορούσε να γίνει και συναισθηματικός και στη δίνη του πάθους μπορούσε να εξανεμιστεί κάθε είδους επιφύλαξη του. Του άρεσε να περιπαίζει τον εαυτό του και τους άλλους. Αυτό που τον συνέδεε με τους κυριότερους Φλωρεντινούς πολι­τικούς -τον Γκουιτσιαρντίνι. τον Φίλιππο Στρότσι και τον Φραντσέσκο Βετόρι-ήταν κυρίως το κοινό ενδιαφέρον όλων τους για τις πολιτικές εξελίξεις του καιρού τους και είναι βέβαιο πως οι Φλωρεντινοί αυτοί έβρισκαν τις αναλύσεις του Μακκιαβέλλι για την κατάσταση που επικρατούσε τότε όντως γοητευτικές.

0 Μακκιαβέλλι πάντως τους έκανε και πολλές άλλες εξυπηρετήσεις. Δεχόταν πρόθυμα να αναλάβει να επεξεργαστεί τις προτάσεις γάμου για τις κόρες του φί­λου του Γκουιτσιαρντίνι ή να οργανώσει ένα μεγαλοπρεπές συμπόσιο για τον Φί­λιππο Στρότσι. Ήξερε πως ενεργώντας ως maitre de plaisir καλλιεργούσε τη φιλία του με τους μεγάλους αυτούς άνδρες και έδινε στον εαυτό του την ευκαιρία να βρίσκεται σε επαφή με τα όσα γίνονταν τότε στον κόσμο. Η κατάσταση του, να είναι εξαρτημένος και σε μη σημαντική θέση, αλλά να αισθάνεται ίσος ή και ανώ­τερος σ’ εξυπνάδα απ’ αυτούς που είχαν το δικαίωμα και τη δύναμη να παίρνουν αποφάσεις, διαμόρφωσε τις προοπτικές και τις προσεγγίσεις του. 0 Μακκιαβέλλι ήταν έντονα αναμεμειγμένος στην πολιτική. Εντούτοις, την παρατηρούσε από απόσταση. Κανένας από τους συγχρόνους του δεν διέθετε τη δική του οξύτατη ματιά, η οποία έβλεπε τα πράγματα προοπτικά, κινούμενη αδιάκοπα μεταξύ εκεί­νου που υπήρχε και εκείνου που θα έπρεπε να υπάρχει11.0 Μακκιαβέλλι είχε από­λυτη συνείδηση της έντασης που ήταν εγγενής στη διφορούμενη θέση του. Στον πρόλογο του Mandragola λέει για το συγγραφέα του έργου πως «σ’ ολόκληρη την Ιταλία δεν αναγνωρίζει κανέναν ως καλύτερο του, αλλά υποκλίνεται δουλικά σ’ όποιον φορά ρούχα καλύτερα από τα δικά του»12.

Ένα από τα καθήκοντα του Μακκιαβέλλι στην καγκελαρία ήταν και του γραμ­ματέα στο Γραφείο των Δέκα. την κυβερνητική δηλαδή επιτροπή η οποία ήταν αρ­μόδια για τα θέματα του πολέμου και τα στρατιωτικά ζητήματα13.Έτσι ο Μακκιαβελλι βρέθηκε αναμεμειγμένος στις προσπάθειες της Φλωρεντίας να επανακτή­σει την Πίζα και τα επόμενα δέκα χρόνια ο πόλεμος κατά της πόλης αυτής ήταν η μόνιμη ενασχόληση του μέχρι την τελική της παράδοση το 1509. Στην πρώτη του κυβερνητική αποστολή του εκτός Φλωρεντίας διαπραγματεύτηκε το μισθό ενός κοντοτιέρε. τις οικονομικές απαιτήσεις του οποίου η φλωρεντινή κυβέρνηση είχε βρει υπερβολικές. Την εποχή εκείνη ο Μακκιαβέλλι πήρε μέρος και στις συζητήσεις που αφορούσαν την τύχη του Πάολο Βιτέλι. ενός από τους κοντοτιέρι που είχε προσλάβει η Φλωρεντία. Τα στρατεύματα του Βιτέλι είχαν καταλάβει έναν από τους προμαχώνες της άμυνας της Πίζας και η πόλη ανοιγόταν μπροστά τους απρο­στάτευτη. Όμως. ο Βιτέλι δίστασε να διατάξει τα στρατεύματα του να προχωρή­σουν και η ευκαιρία να καταλάβει την Πίζα χάθηκε. Η υπερβολική επιφυλακτικό­τητα του προκάλεσε υποψίες για προδοσία. Ο Βιτέλι παύθηκε, οδηγήθηκε στη Φλωρεντία, φυλακίστηκε και τελικά αποκεφαλίστηκε. Μεγάλο μέρος της αλληλο­γραφίας για το ζήτημα αυτό πέρασε από τα χέρια του Μακκιαβέλλι. Οι αμφιβο­λίες για το πόσο μπορούσε κανείς να βασίζεται στις υπηρεσίες των κοντοτιέρι. τις οποίες προκάλεσε η υπόθεση Βιτέλι στον Μακκιαβέλλι, θα πρέπει να ενισχύθηκαν όταν σε μια αποστολή του στο φλωρεντινό στρατόπεδο έξω από την Πίζα είδε με τα μάτια του το πώς συμπεριφέρθηκαν οι πεζοί μισθοφόροι και οι Γασκόνοι που ο βασιλιάς της Γαλλίας είχε στείλει ως σύμμαχος της Φλωρεντίας σ’ εκπλήρωση της υπόσχεσης του να τη βοηθήσει για να επανακτήσει την Πίζα. Τα στρατεύματα αυτά αρνήθηκαν να βαδίσουν ενάντια στην πόλη. παραπονούνταν για τους μι­σθούς και τη διατροφή τους. στασίασαν και τελικά εγκατέλειψαν το στρατόπεδο και εξαφανίστηκαν.

Η πιο φημισμένη και πολυσυζητημένη επίσημη αποστολή που ανέλαβε ο Μακ­κιαβέλλι ήταν αυτή προς τον Καίσαρα Βοργία τους τελευταίους μήνες του 1502. Ήταν παρών στην Σινιγκάλια όπου ο Καίσαρας Βοργίας διέταξε τους στρατιώτες του να σκοτώσουν όλους εκείνους τους εχθρικούς κοντοτιέρι τους οποίους είχε πεί­σει να συναντηθούν μαζί του. Ο βλακώδης τρόπος που οι κοντοτιέρι έπεσαν στην παγίδα του Καίσαρα επιβεβαίωσε για μια ακόμα φορά την περιφρόνηση που έτρε­φε ο Μακκιαβέλλι για το σύστημα τους. Η κοντόφθαλμη αντίληψη τους. η αναπο­φασιστικότητα τους και η δειλία τους του έκαναν αλγεινή εντύπωση, διότι την ίδια εκείνη ημέρα είχε συναντηθεί με τον Καίσαρα Βοργία, ο οποίος του φάνηκε πως διέθετε όλες τις αρετές ενός μεγάλου ηγέτη: φιλοδοξία, επιμονή για την κατάκτη­ση της υπέρτατης εξουσίας, ικανότητα για μυστικούς σχεδιασμούς, εχεμύθεια, τα­χύτητα στη δράση και. αν χρειαζόταν, σκληρότητα. Μολονότι οι απόψεις του Μακ­κιαβέλλι για τον Καίσαρα άλλαξαν με το πέρασμα του χρόνου, τα όσα είδε στη Σινιγκάλια τον βοήθησαν αποφασιστικά στο να συνειδητοποιήσει πως χρειαζόταν ένα καινούργιο είδος στρατιωτικής ηγεσίας.

Η κυριότερη επίσημη αντανάκλαση των απόψεων του Μακκιαβέλλι για τα στρατιωτικά ζητήματα είναι ο νόμος του Δεκεμβρίου του 1503. ο οποίος προέβλεπε τη δημιουργία μιας φλωρεντινής πολιτοφυλακής14. Ο νόμος αυτός συντάχθηκε από τον ίδιο τον Μακκιαβέλλι και η εισαγωγική έκθεση του παραθέτει ορισμένες απ’ τις πιο αγαπητές του ιδέες – πως, δηλαδή, το θεμέλιο της δημοκρατίας είναι «η δικαιο­σύνη και τα όπλα» και πως η μακρά εμπειρία, οι μεγάλες δαπάνες και οι κίνδυνοι έχουν αποδείξει πόσο αμφίβολης χρησιμότητας είναι οι μισθοφορικοί στρατοί. 0 νό­μος αυτός ο οποίος ονομάστηκε Ordinanza προέβλεπε τη δημιουργία μιας πολιτοφυλακής αποτελούμενης από 10.000 άνδρες από δεκαοκτώ έως πενήντα ετών, οι οποίοι θα προέρχονταν από τις περιοχές της Τοσκάνης που βρίσκονταν υπό την κυ­ριαρχία της Φλωρεντίας και τους οποίους θα επέλεγε μια κυβερνητική επιτροπή. Η πολιτοφυλακή θα ήταν διαιρεμένη σε λόχους των 300 ανδρών και κατά τα πρότυπα των Γερμανών πεζικάριων θα εκγυμνάζονταν τις ημέρες των αργιών. Η στράτευση περιοριζόταν στις αγροτικές μόνον περιοχές, διότι ο εξοπλισμός των κατοίκων των πόλεων οι οποίες βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο της Φλωρεντίας θα διευκόλυνε τις πόλεις αυτές να επαναστατήσουν. Δεν αναμενόταν πως οι πολίτες της Φλωρε­ντίας θα πείθονταν ν’ αναλάβουν αυτοί οι ίδιοι το βάρος κάποιας στρατιωτικής υπη­ρεσίας, μόλο που ο Μακκιαβέλλι ήλπιζε πως μελλοντικά θα γινόταν κι αυτό. Θεω­ρούσε πως η Ordinanza ήταν απλώς η αρχή. Εργάστηκε ανεπιτυχώς για να στρα­τευθούν εκτός από πεζοί και ιππείς. Τελικός σκοπός του ήταν η δημιουργία ενός στρατού υπό ενιαία διοίκηση και συγκροτημένου από άνδρες της Φλωρεντίας, των πόλεων της φλωρεντινής επικράτειας και των αγροτικών περιοχών της.

Η αναξιοπιστία των κοντοτιέρι και των μισθοφόρων ήταν ένας μόνο από τους λόγους που τον έκαναν να ενδιαφερθεί για τη δημιουργία ενός στρατού από κλη­ρωτούς. Πίστευε πως κάτι τέτοιο θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική της Φλωρεντίας. Μεγαλύτερη δηλαδή ανεξαρτησία στην εξωτερική πολιτική και μεγαλύτερη σταθερότητα στην εσωτερική κατάσταση. Οι διάφορες διπλωματικές αποστολές στις οποίες είχε λάβει μέρος τον είχαν διδάξει πως η αναγκαστική εξάρτηση από μισθοφόρους και ξένα στρατεύματα περιόριζε την ελευθερία δράσεως και δημιουργούσε εξαρτήσεις από άλλες δυνάμεις. Είχε αναγκαστεί να ζητήσει από τους ηγεμόνες άλλων ιταλικών πόλεων να επιτρέψουν στη Φλωρεντία να προσλάβει τους κοντοτιέρι και τους μισθοφόρους τους και σε μια αποστολή του στη Γαλλία είχε παρακαλέσει τον Γάλλο βασιλιά να στείλει γαλ­λικά στρατεύματα για να βοηθήσουν τη Φλωρεντία να επανακτήσει τον έλεγχο ορι­σμένων περιοχών που είχαν επαναστατήσει. Στις πρώτες δεκαετίες του δέκατου έκτου αιώνα, οι κίνδυνοι τους οποίους προκαλούσε η στρατιωτική αδυναμία εμφα­νίζονταν ιδιαίτερα μεγάλοι. Την ανατροπή της ισορροπίας των δυνάμεων στην Ιτα­λία, την οποία είχε προκαλέσει η γαλλική εισβολή το 1494, την είχε ακολουθήσει η άνοδος του Καίσαρα Βοργία που με την υποστήριξη του παπα και του Γάλλου βα­σιλιά είχε δημιουργήσει μια ασταθή και ρευστή κατάσταση όπου κάθε μεγαλύτερη δύναμη πίστευε πως μπορούσε να επεκταθεί και να απορροφήσει με τη χρήση βίας τους πιο αδύναμους γείτονες της. Στο πρώτο του πολιτικό μνημόνιο, το οποίο ο Μακκιαβέλλι έγραψε λίγο μετά την πρόσληψη του στην καγκελαρία, σημειώνει πως ένα κράτος έχει δυο μονάχα τρόπους να επιτύχει τους σκοπούς του «ο la forze o lo amore»15 και αμέσως μετά εξηγεί πως οι διαπραγματεύσεις και οι συμφωνίες -αυ­τές ήταν που εννοούσε με το amore- δεν μπορούν να οδηγήσουν ποτέ στους επι­θυμητούς στόχους. Οι κυβερνήσεις όφειλαν να βασίζονται στη δύναμη.

Γνώριζε επίσης πολύ καλά πως η πρόσληψη των κοντοτιέρι, ο καθορισμός των μισθών τους και ο υπολογισμός των δυνάμεων που χρειάζονταν για μια συγκεκρι­μένη στρατιωτική επιχείρηση αύξαναν τις εσωτερικές πιέσεις. Τα απαιτούμενα ποσά προέρχονταν κυρίως από δάνεια και φόρους που επιβάλλονταν στους πιο πλούσιους πολίτες. Συνεπώς οι ανώτερες τάξεις προσπαθούσαν πάντα να περιο­ρίζουν στο ελάχιστο τις έκτακτες αυτές δαπάνες. Σ’ ένα μνημόνιο του προς τον γκονφαλιονέρε, ο Μακκιαβέλλι επιτίθεται με δριμύτητα κατά των πλούσιων πολι­τών οι οποίοι προέβαλαν πάντα προσκόμματα τη στιγμή ακριβώς που περίμενε κανείς απ’ αυτούς να προβούν σε θυσίες1«. Στο προσχέδιο του για την Ordinanza, ο Μακκιαβέλλι έδινε ιδιαίτερη σημασία στις οικονομικές παραμέτρους του νόμου και εξέταζε τον διοικητικό μηχανισμό που έπρεπε να δημιουργηθεί για να εξασφα­λιστούν οι τακτικές πληρωμές. Επειδή οι κληρωτοί θα συγκεντρώνονταν για στρα­τιωτική εκπαίδευση μια ή δυο φορές το μήνα και για λίγες μόνο ώρες και θα πλη­ρώνονταν μόνον σε καιρό πολέμου, όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. οι δαπάνες της Ordinanza φαίνονταν να είναι προβλέψιμες και ικα­νές να καλυφθούν από τους τακτικούς φόρους. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα θα ήταν η εξασθένηση της επιρροής των πλουσίων οι οποίοι ήταν εχθρικοί προς τον Σοντερίνι και η αφαίρεση από τα χέρια τους του ελέγχου της εξωτερικής πολιτι­κής. Τελικά οι Φλωρεντινοί, ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Μακκιαβέλλι, περιόρισαν τη στρατολόγηση στους αγρότες, οι οποίοι καταπιέζονταν από τις πόλεις και προσέ­βλεπαν στη Φλωρεντία για βοήθεια, συνεπώς ήταν νομιμόφρονες. Για τον Μακκια­βέλλι ήταν ολοφάνερο πως η πολιτοφυλακή αυτή θα πολεμούσε πρόθυμα ή ακόμα και με ενθουσιασμό μόνο αν το κράτος μέσα στα όρια του οποίου ζούσε φερόταν καλά στα μέλη της. 0 Μακκιαβέλλι περίμενε ή τουλάχιστον ήλπιζε πως από τη στιγμή που η πολιτοφυλακή θα περνούσε με επιτυχία τις πρώτες δοκιμασίες της, τα πλεονεκτήματα ενός στρατού από κληρωτούς θα γίνονταν ολοφάνερα και πως η αντίδραση για την επέκταση της Ordinanza στην ίδια την πόλη της Φλωρεντίας θα μπορούσε να καμφθεί. Από την ώρα, όμως, που τα όπλα θα βρίσκονταν στα χέρια του λαού η επιρροή των ανωτέρων τάξεων θα εξασθενούσε και το λαϊκό καθεστώς θα σταθεροποιούνταν.

0 Μακκιαβέλλι έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τη σύνθεση της πολιτοφυλακής. Σε ορισμένες περιοχές τους άνδρες που θα υπηρετούσαν σ’ αυτήν τους επέλεξε αυτός ο ίδιος και επέβλεψε την εκπαίδευση τους. Κανόνισε ακόμα για μια παρέ­λαση της πολιτοφυλακής στην Plazza Della Sifnoria στη Φλωρεντία. Όταν η πολιτοφυλακή έλαβε μέρος στα τελικά στάδια της πολιορκίας της Πίζας, ο ουσιαστικός διοικητής των διαφόρων μονάδων της ήταν αυτός και η παράδοση της πόλης επι­βεβαίωσε την πίστη του στην ορθότητα των στρατιωτικών του απόψεων, στις οποίες παρέμεινε πιστός ακόμα και μετά την επιστροφή των Μεδίκων, ύστερα από την σκληρή ήττα που υπέστη η πολιτοφυλακή στο Πράτο.

Ο Μακκιαβέλλι στο βιβλίο του Ιστορία της Φλωρεντίας περιγράφει με ιδιαίτερη απόλαυση τις μάχες που έδωσαν οι κοντοτιέρι στο ιταλικό έδαφος τον δέκατο πέμπτο αιώνα. Το 1423, στη μάχη της Ζαγκονάρα, μια νίκη «φημισμένη σ’ όλη την Ιταλία, ο μόνος που σκοτώθηκε ήταν ο Λοντοβίκο ντέλι Ομπίτζι που μαζί με δυο από τους άνδρες του έπεσε από το άλογο του και πνίγηκε στη λάσπη». Στη μάχη του Ανγκιάρι, «που κράτησε από την 20η ως την 24η ώρα, σκοτώθηκε ένας μόνο άνδρας κι αυτός όχι επειδή πληγώθηκε ή γκρεμίστηκε από κάποιο γενναίο χτύπημα, αλλά επειδή έπεσε από το άλογο του και ποδοπατήθηκε θανάσιμα». Η περι­παιχτική όμως και χλευαστική αυτή εικόνα των Ιταλών κοντοτιέρι είναι εντελώς άδικη. Ορισμένοι απ’ αυτούς ήταν ικανοί στρατιωτικοί, θαρραλέοι, με καλό όνομα και έντονο το αίσθημα της τιμής17. Όμως, ο σκοπός του Μακκιαβέλλι δεν ήταν η ιστορική αλήθεια και η αντικειμενικότητα. Στα χρόνια που υπηρέτησε στην καγκε­λαρία, δόθηκαν τρεις μάχες που προκάλεσαν το φόβο και το θαυμασμό ολόκληρης της Ιταλίας. Η πρώτη ήταν η μάχη της Τσερινιόλα, όπου οι άριστα εκπαιδευμένοι Ισπανοί του Γκονσάλβο ντα Κόρντομπα νίκησαν τους Γάλλους και τους έδιωξαν από τη Νάπολη, η δεύτερη η μάχη στο Ανιαντέλο, όπου η σύγχυση των κοντοτιέρι κόστισε στη Βενετία τις ηπειρωτικές της κτήσεις στην Ιταλία και η τρίτη η μάχη της Ραβέννας η οποία θεωρείται ως η πιο αιματηρή μάχη όλου του αιώνα και στην οποία η θυελλώδης επίθεση του Γκαστόν ντε Φουά συνέτριψε τα ισπανικά και πα­πικά στρατεύματα. 0 Μακκιαβέλλι έδειξε στους συγχρόνους του, για τους οποίους η μάχη αυτή ήταν θέμα ατέρμονων συζητήσεων, πως όσον αφορά τον πόλεμο είχε ήδη αρχίσει μια καινούργια εποχή.

0 Μακκιαβέλλι στο βιβλίο του Ο Ηγεμόνας υπόσχεται φήμη στον καινούργιο ηγέτη ο οποίος θα εφαρμόσει στον πόλεμο νέους κανόνες και ο αναγνώστης μένει με τη βεβαιότητα πως ο Μακκιαβελλι γνώριζε ποιοι ήταν αυτοί οι καινούργιοι κανόνες. Είναι επίσης φανερό ότι το καινούργιο του επαναστατικό δόγμα θα το παρουσία­ζε στο βιβλίο του Η Τέχνη του Πολέμου. Όμως. οι μελετητές του βιβλίου αυτού θα εκπλαγούν και ίσως και θα απογοητευτούν όταν ανακαλύψουν πως το βιβλίο αυτό είναι κάτι τελείως διαφορετικό από μια «νέα» σύγχρονη ιστορία. Το πρόβλημα βρίσκεται στη λέξη «νέο». Μας κατέχει η απατηλή αντίληψη πως το «νέο» είναι πάντα καλύτερο από το «παλιό» και πως το σημερινό «νέο» είναι το αντίθετο του «παλιού». Όμως. προτού κατακτήσει την ευρωπαϊκή σκέψη η ιδέα της προόδου, οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι έβλεπαν να συμβαίνει γύρω τους ως μια πτώση από ένα ψηλό σημείο που είχε κατακτηθεί στο παρελθόν. Στην αρχή, η κατάσταση αυτή έθεσε τον ιδεώδη κανόνα για τους ουμανιστές της Αναγέννησης, ότι δηλαδή στους κλασσικούς χρόνους είχε υπάρξει ένας τέλειος κόσμος.

0 Μακκιαβελλι είχε πάρει ουμανιστική μόρφωση: Η Ρώμη ιδιαίτερα ήταν που, κατ’ αυτόν, είχε φανερώσει τη δυνατότητα να αναδειχθεί μια πόλη-δημοκρατία σε παγκόσμια δύναμη. Συνεπώς η Ρώμη αντιπροσώπευε γι’ αυτόν την ενσάρκωση της ιδεώδους δημοκρατίας.

Το πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξαν στη διαμόρφωση των απόψεων του αυτά που πίστευε πως ίσχυαν στην αρχαία Ρώμη το δείχνει το μνημόνιο που έγραψε ως γραμματέας του Συμβουλίου των Δέκα μετά την αποκατάσταση της φλωρεντινής κυριαρχίας στο Αρέτσο, το οποίο είχε επαναστατήσει. Όντως, στο προοίμιο του συγκεκριμένου μνημονίου, το οποίο αναφέρεται στο πώς έπρεπε να φερθούν στους κατοίκους αυτής της πόλης. μιλά για το πώς συμπεριφέρθηκε, σύμφωνα με τον Τίτο Λίβιο. ο Λούκιος Φούριος Κάμιλλος στους κατοίκους του επαναστατημένου Λατίου18.

Συνεπώς οι καινούργιοι νόμοι του πολέμου τους οποίους ο Μακκιαβελλι ήθελε να δει να εισάγονται στην Ιταλία ήταν στην πραγματικότητα οι παλιοί νόμοι της ρωμαϊκής στρατιωτικής τάξης. Στην ουσία, οι αρχές που διατυπώνονται για τον πόλεμο αποτελούν σε μεγάλο βαθμό προσπάθειες να δείξει, βασισμένος σε πηγές της αρχαιότητας, με ποιο τρόπο πολεμούσαν οι Ρωμαίοι. Θα πρέπει ωστόσο να έχουμε υπ’ όψιν μας πως στόχος του Μακκιαβέλλι δεν ήταν μια ιστορικώς ακριβής αναπαράσταση των γεγονότων. Ήθελε να προβάλει τους νόμους και τις αρχές που βρίσκονταν πίσω από τα γεγονότα της στρατιωτικής ιστορίας των Ρωμαίων και να δείξει πως αυτοί ήταν εφαρμόσιμοι και στο παρόν. Βέβαια, η ιδέα που είχε για τη Ρώμη ήταν ουτοπιστική και χρησιμοποίησε τα γεγονότα για να οικοδομήσει την εικόνα που ο ίδιος είχε ήδη στο νου του. Όμως, με τη συνεχή του προσπάθεια να ανακαλύψει τους γενικότερους κανόνες που υπήρχαν πίσω από κάποιο συγκεκρι­μένο γεγονός ή ακόμα και πίσω από κάποια ατομική ενέργεια διεισδύει στα βασι­κά θέματα του πολέμου και της στρατιωτικής τάξης.

Στη διάρκεια της ζωής του. απ’ τα πολιτικά του κείμενα εξεδόθη μόνο Η Τέχνη τον Πολέμου. Είναι πολύ πιθανόν πως την έγραψε έχοντας υπ’ όψιν του την απήχη­ση που θα είχε στο κοινό της εποχής του. Όντως ταίριαζε απόλυτα με τη φιλολο­γία και τις λόγιες συμβάσεις της εποχής19. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζει τις ιδέες του με τη μορφή ενός διαλόγου ανάμεσα σε κάποιους Φλωρεντινούς πατρικίους και τον κοντοτιέρε Φαμπρίτσιο Κολόνα-0. Η οργάνωση του ρωμαϊκού στρατού και οι ρωμαϊκές πολεμικές μέθοδοι περιγράφονται με βάση αρχαία κείμενα όπως αυτά του Βεγέτιου, του Φροντίνου και του Πολύβιου, από τα έργα μάλιστα του οποίου δίνει καμιά φορά μεταφρασμένα μεγάλα αποσπάσματα21. Σύμφωνα με τον Μακκιαβέλλι ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, σύμφωνα με τον Φαμπρίτσιο Κολόνα που είναι το κύριο πρόσωπο του διαλόγου, ο ρωμαϊκός στρατός ήταν μια προσε­κτικά επιλεγμένη πολιτοφυλακή οι άνδρες της οποίας προέρχονταν από αγροτικές περιοχές. Οι ρωμαϊκοί στρατοί ήταν μετρίου μεγέθους και ραχοκοκαλιά τους είχαν το πεζικό. Η χρησιμότητα του ιππικού στη διάρκεια μιας μάχης ήταν περιορισμέ­νη, μόλο που αυτό ήταν χρήσιμο για αναγνωριστικές επιχειρήσεις και για να εμπο­δίζει τον ανεφοδιασμό του εχθρού. Ο Μακκιαβέλλι με το να τονίζει πως η ραχοκο­καλιά του ρωμαϊκού στρατού ήταν το πεζικό επικρίνει και απορρίπτει έμμεσα τους κοντοτιέρι, η βάση του στρατού των οποίων ήταν το βαριά οπλισμένο ιππικό. Επιπλέον, όπως είχε αποδείξει η Οπϋη&ηζδ, οι ιταλικές πόλεις ήταν σε Θέση να ορ­γανώνουν πολιτοφυλακές, πράγμα που φανέρωνε πως η μίμηση του ρωμαϊκού πα­ραδείγματος ήταν εφικτή. Για τον Μακκιαβέλλι, αυτή η πιθανότητα της ανασύ­στασης του ρωμαϊκού στρατιωτικού συστήματος δικαιολογούσε μια λεπτομερή καταγραφή των όσων εφήρμοζε ο ρωμαϊκός στρατός. Περιγράφει λεπτομερώς τις διάφορες μονάδες στις οποίες ήταν διαιρεμένος, τη διοικητική του ιεράρχηση, την παράταξη του για μάχη, τις επιχειρήσεις στη διάρκεια της μάχης, την επιλογή του χώρου των στρατοπέδων και την επίθεση κατά των οχυρών θέσεων, καθώς και την άμυνα των θέσεων αυτών. Είναι φανερό πως ο Μακκιαβέλλι περιγράφει με μεγά­λη ευχαρίστηση το πώς ακριβώς προχωρούσαν οι Ρωμαίοι και είναι πολύ πιθανόν ο θαυμασμός που έδειχνε η Αναγέννηση για καθετί που προερχόταν από την κλασσική αρχαιότητα να έκανε όλ’ αυτά τα στοιχεία άκρως ενδιαφέροντα στους αναγνώστες του δέκατου έκτου αιώνα. Για τον σημερινό όμως μελετητή του Μακ­κιαβελλι. το βιβλίο του Η Τέχνη τον Πολέμον δεν είναι και το καλύτερο του.

Εντούτοις, δεν μπορούσε να είναι αφιερωμένο ολοκληρωτικά στην εξήγηση του ρωμαϊκού στρατιωτικού συστήματος, διότι ο Μακκιαβελλι έπρεπε να εξετάσει και τις προφανείς ενστάσεις ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του ρωμαϊκού συ­στήματος στην εποχή του. Η εφεύρεση του πυροβολικού ήταν ένα στοιχείο του πολέμου που έκανε να φαίνονται απαρχαιωμένες οι ρωμαϊκές μέθοδοι. Η απάντη­ση του Φαμπρίτσιο σ’ αυτή την ένσταση είναι σύντομη, όπως εξηγεί και ο ίδιος το θέμα αυτό συζητείται επισταμένα κάπου αλλού, κάνοντας έτσι έναν υπαινιγμό για το 7ο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου του Μακκιαβελλι Λόγοι.

Το κύριο επιχείρημα του Φαμπρίτσιο είναι πως το πυροβολικό δεν έχει ακρί­βεια, καθώς οι βολές του πάνε συνήθως ή πολύ ψηλά ή πολύ χαμηλά. Επιπλέον το πυροβολικό είναι αργό και δυσκίνητο. Σε μια μάχη είναι εύκολο να κυριέψει κανείς με έφοδο το πυροβολικό, ενώ το αποτέλεσμα μιας μάχης το αποφασίζει ο εκ του συστάδην αγώνας όπου δεν υπάρχει χώρος για το πυροβολικό. Υποστηρίζει, τέλος, πως το πυροβολικό είναι πιο χρήσιμο στους επιτιθέμενους παρά στους αμυνόμε­νους και ειδικά στις πολιορκίες των πόλεων και επομένως μια και η μέγιστη δύνα­μη του ρωμαϊκού στρατού βρισκόταν στην επιθετική του ικανότητα, το πυροβολι­κό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει τις ρωμαϊκές μεθόδους πολέμου. Δεν τις αχρήστευε22.

Όμως, η εξέταση ή πιο σωστά η αντίκρουση της επαναστατικής σημασίας της ανακάλυψης της πυρίτιδας δεν απομακρύνει εντελώς τον σύγχρονο κόσμο από τη βαθμιαία οικειοποίηση της ιδανικής Ρώμης του Μακκιαβελλι. Ο Μακκιαβελλι δηλώ­νει πως σκοπός του πολέμου είναι η αντιμετώπιση ενός εχθρού στο πεδίο της μά­χης και η κατανίκηση του. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να φθάσει «σε αίσιο πέρας ένας πόλεμος»23.

Το έργο του Μακκιαβελλι Η Τέχνη τον Πολέμου είναι χωρισμένο σε επτά βιβλία κι ένα μεγάλο μέρος του τρίτου βιβλίου, που βρίσκεται στο κέντρο του όλου έργου, καλύπτεται με την περιγραφή του ολέθρου σε μια φανταστική μάχη. Επιπλέον, η φανταστική αυτή μάχη είναι τοποθετημένη στην εποχή του Μακκιαβέλλι και κατα­γράφεται από αυτόπτες μάρτυρες. «Ακούς το πυροβολικό… βλέπεις με τι παλικα­ριά επιτίθενται οι άνδρες μας… βλέπεις πώς εμψυχώνει τους άνδρες του ο στρατη­γός μας και πώς τους διαβεβαιώνει για τη νίκη… για κοίτα τι σύγχυση προκαλούν οι άνδρες μας στον εχθρό… βλέπεις με πόση παλικαριά, αυτοπεποίθηση και ψυ­χραιμία πιέζουν τον εχθρό… τι σφαγή… πόσοι πληγωμένοι… οι εχθροί αρχίζουν να σκορπίζονται και να φεύγουν… η μάχη τελείωσε… κερδίσαμε μια ένδοξη νίκη…»24. Μόλο που το υπόλοιπο έργο ασχολείται με τις τεχνικές πλευρές της στρατιωτικής οργάνωσης -όπλα. διαταγές πορείας, τρόπους διοίκησης και οχυρώσεις το τμήμα που αναφέρεται στη μάχη επικεντρώνεται στις ανθρώπινες ποιότητες οι οποίες απαιτούνται στον πόλεμο- θάρρος, υπακοή, ενθουσιασμό και αγριότητα,

Έχουμε ήδη πει πως το έργο του Μακκιαβέλλι Η Τέχνη τον Πολέμου κάνει κά­ποιες παραχωρήσεις στις συμβατικότητες. 0 συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου γράφει πως παλιά οι ηγέτες φρόντιζαν να εμπνέουν σε όλους τους υπηκόους τους και ιδίως στους στρατιώτες εμπιστοσύνη, αφοσίωση, αγάπη για την ειρήνη και φόβο Θεού. «Ποιος μπορεί ν’ αγαπά την ειρήνη περισσότερο από τους στρα­τιώτες, οι ζωές των οποίων κινδυνεύουν στον πόλεμο;»25. Οι αναγνώστες του Ηγε­μόνα και των Λόγων θ’ αμφιβάλλουν αν οι φράσεις αυτές αποδίδουν τα αληθινά αι­σθήματα του Μακκιαβέλλι. 0 Ηγεμόνας και οι Λόγοι είναι βιβλία που αναφέρονται σε πολιτικούς κανόνες και συμπεριφορά και όχι στη στρατιωτική οργάνωση και στον πόλεμο. Αν θέλουμε όμως να διεισδύσουμε στις απόψεις του Μακκιαβέλλι για τον πόλεμο θα πρέπει να τα μελετήσουμε. Σ’ αυτά δεν υπάρχει τίποτα για το επιθυμητό της ειρήνης. Στον Ηγεμόνα και στους Λόγους, ο πόλεμος εμφανίζεται ως μια αναπόφευκτη, μεγαλειώδης και τρομακτική δύναμη. Στα έργα αυτά ο κόσμος παρουσιάζεται σε συνεχή ροή και ο Μακκιαβέλλι δεν συμμερίζεται την ευρέως δια­δεδομένη στην εποχή του άποψη πως ο κόσμος βρίσκεται στα χέρια της τύχης. Αναγνωρίζει όμως τη δύναμη της τύχης. Τα κράτη και οι άνθρωποι μόνον αν γί­νουν όσο πιο ισχυρά μπορούν θα είναι σε θέση να αντιστέκονται και να μη γίνονται παίγνια στα χέρια της. Είναι επομένως φυσικό για τα κράτη και τους ηγεμόνες τους να θέλουν να εξαπλώνονται και να κατακτούν. Ο πόλεμος είναι η πιο ουσιώ­δης δραστηριότητα της πολιτικής ζωής.

Το χαρακτήρα και τις μεθόδους του πολέμου τις διαμορφώνει η συνεχής ύπαρξη αγώνων και αβεβαιοτήτων. Δεν υπάρχει ασφαλής πορεία. Σ’ αυτό το όλο αβεβαιότητες και κινδύνους περιβάλλον πρέπει κανείς να παίρνει το ρίσκο και οι πόλεμοι να τελειώνουν όσο πιο γρήγορα γίνεται με την επίτευξη του τελικού σκο­πού, την ολοκληρωτική δηλαδή εκμηδένιση του εχθρού. Οι πόλεμοι πρέπει να είναι «σύντομοι και έντονοι»26. Όμως, μια γρήγορη απόφαση μπορεί να ληφθεί μόνο στο πεδίο της μάχης. Επειδή όλα εξαρτώνται από την έκβαση της, πρέπει να κάνει κα­νείς τα πάντα προκειμένου να εξασφαλίσει τη νίκη. Οφείλει να χρησιμοποιεί όλες του τις δυνάμεις ακόμα και όταν ο αντίπαλος φαίνεται να διαθέτει πολύ λιγότερες. Σκοπός κάθε στρατιωτικής επιχείρησης, η οποία πρέπει να είναι σχεδιασμένη εκ των προτέρων και συντονισμένη, είναι η αποφασιστική μάχη. Συνεπώς η διοίκηση πρέπει να ασκείται από έναν και μόνο. Αν τα κράτη είναι μοναρχίες, στρατηγός πρέπει να είναι ο ίδιος ο μονάρχης. Όμως, σε καιρό πολέμου οι δημοκρατίες πρέ­πει να εμπιστεύονται κι αυτές το στρατό τους σ’ έναν μόνο ηγέτη ο οποίος θα πρέπει να διαθέτει απεριόριστη εξουσία. Αυτό ακριβώς έκαναν και οι Ρωμαίοι οι οποίοι και άφηναν όλες τις λεπτομέρειες κάθε εκστρατείας «στη διακριτική ευχέ­ρεια και την εξουσία του Ύπατου»27.

0 Μακκιαβέλλι αναγνώριζε απόλυτα πως «ο σύντομος και έντονος» πόλεμος τον οποίο προέβλεπε απαιτούσε την προσωπική ανάμειξη των στρατιωτών και πως αυτός θα ήταν άγριος. Για τον Μακκιαβέλλι όμως, η εγγενής θηριωδία του πολέμου είχε αμφίρροπες συνέπειες. Περιέκλειε κινδύνους αλλά και δυνατότητες. Οι κίνδυνοι ήταν μήπως η μεγάλη μάζα των στρατιωτών, όταν η σύγκρουση κατέληγε να γίνει βίαιη και συγκεχυμένη, έπαυε να υπακούει κι άρχιζε να ενδιαφέρεται μόνο για τη δική της σωτηρία, οπότε υπήρχε περίπτωση να επιδοθούν αυτοί οι στρατιώ­τες σε λεηλασίες, προκειμένου να εκμεταλλευτούν τη σύγκρουση για προσωπικά τους οφέλη. Έτσι ο στρατός θα διαλυόταν. Στα βιβλία του Ο Ηγεμόνας και Λόγοι, τονίζει επανειλημμένα τη σημασία της πειθαρχίας και της εκγύμνασης. Το φυσικό θάρρος από μόνο του δεν είναι αρκετό. 0 Μακκιαβέλλι σημειώνει με ικανοποίηση πως οι γερμανικές πόλεις «τρέφουν μεγάλη εκτίμηση για την εκπαίδευση και για να τη διατηρούν έχουν πλήθος αυστηρούς κανονισμούς»28. Η εκπαίδευση ούτε ολο­κληρώνεται ούτε τελειώνει ποτέ. Ένας σώφρων ηγέτης πρέπει να έχει πάντα στο νου του την εκπαίδευση και να επιμένει σ’ αυτήν τόσο σε περιόδους ειρήνης όσο και σε περιόδους πολέμου. Όμως. ακόμα και οι δεσμοί που δημιουργούν η εκπαί­δευση και η πειθαρχία δεν εγγυώνται την υπακοή. Για να κρατήσει κανείς συγκρο­τημένο ένα πολιτικό σώμα, πρέπει αυτές να συνοδεύονται από το φόβο της τιμω­ρίας29. «Ο ηγεμόνας, προκειμένου να κρατήσει τους υπηκόους του πιστούς και ενωμένους, δεν πρέπει να διστάζει να φέρεται με σκληρότητα». «Είναι πιο ασφα­λές να σε φοβούνται παρά να σε αγαπούν». Σύμφωνα με τον Μακκιαβέλλι. αυτός ο γενικός πολιτικός κανόνας ταίριαζε ιδιαίτερα στη διοίκηση ενός στρατού. Η «απάνθρωπη σκληρότητα» του Αννίβα ήταν αναγκαία για να κρατηθούν ενωμένες οι δυνάμεις του «οι οποίες ήταν συγκροτημένες από ανθρώπους ποικίλουν εθνών και πολεμούσαν σε ξένες χώρες». Οι συγγραφείς που θαυμάζουν τον Αννίβα ως ήρωα και τον κατηγορούν για τη σκληρότητα του δεν διαθέτουν κρίση. Κύρια αιτία της επιτυχίας του ήταν η σκληρότητα του.

Ωστόσο, ο εξαναγκασμός έπρεπε να συμπληρώνεται με άλλα μέτρα πολύ δια­φορετικού χαρακτήρα. Έπρεπε να δημιουργηθεί ένας πνευματικός δεσμός ανάμε­σα στους στρατιώτες ενός στρατού ο οποίος θα τους ενέπνεε για την επιτέλεση ηρωικών πράξεων. Ένας τέτοιος δεσμός δημιουργείται κυρίως από ανάγκη. Ακόμα κι όταν η κατάσταση δεν είναι απελπιστική, ο στρατηγός πρέπει να υπογραμμίζει πως οι κίνδυνοι της ήττας είναι μεγάλοι, έτσι ώστε να κάνει τους στρατιώτες να πολεμούν με το θάρρος που δίνει η απελπισία. Πάντως, το κυριότερο κίνητρο για θάρρος και ενθουσιασμό το δίνει το αίσθημα της προσωπικής ανάμειξης και της ηθικής υποχρέωσης. Η συμμετοχή στον πόλεμο πρέπει να θεωρείται θρησκευτικό καθήκον30. 0 Μακκιαβέλλι πιστεύει πως στον αρχαίο κόσμο η μεγαλοπρέπεια και η θεαματικότητα των θρησκευτικών τελετουργιών – «η άγρια και αιματηρή φύση των θυσιών με τη σφαγή πολυάριθμων ζώων και η εξοικείωση μ’ αυτό το φοβερό θέαμα» διαπότιζε τους ανθρώπους με πολεμοχαρή ζήλο. Η χριστιανική θρησκεία εμπόδιζε την ανάπτυξη των πολεμικών αρετών, αφού θεωρούσε πως «η υπέρτατη ευτυχία βρίσκεται στην ταπεινότητα και την ταπεινοφροσύνη και στην περιφρόνη­ση των επίγειων αγαθών». Μ’ αυτόν τον τρόπο, έκανε τους ανθρώπους αδύνα­μους. Εντούτοις, μολονότι η σχέση μεταξύ θρησκείας και πολεμικού θάρρους η οποία υπήρχε στην αρχαιότητα δεν μπορούσε ν’ αναβιώσει, η χριστιανική θρησκεία ήταν συμβατή με τον πατριωτισμό και το να θυσιάζεται κανείς για την πατρίδα τον θεωρούνταν ισοδύναμο με τα μαρτύρια των αγίων. Για τον Μακκιαβέλλι η επίκλη­ση του πατριωτισμού θα μπορούσε να γίνει -και ήταν- ένας από τους πιο αποτε­λεσματικούς τρόπους για να εμπνεύσει κανείς σ’ ένα στρατό την έφεση για ηρωικά κατορθώματα.

Όμως, πατριωτικό ενθουσιασμό μπορούσε κανείς να περιμένει μόνο από ένα στρατό που θα τον συγκροτούσαν άνδρες που θα πολεμούσαν για τον τόπο τους. Η πιο θεμελιώδης άποψη του Μακκιαβέλλι, η οποία προβάλλει εμφατικά σ’ όλα του τα γραπτά, είναι πως οι στρατιωτικές δυνάμεις ενός ηγεμόνα ή μιας δημοκρα­τίας πρέπει να είναι συγκροτημένες από τους κατοίκους της χώρας την οποία ο στρατός αυτός καλείται να υπερασπιστεί. «Η παρούσα ερείπωση της Ιταλίας οφείλεται στην απόλυτη εξάρτηση από τους μισθοφόρους»31. Οι δυνάμεις αυτές των μισθοφόρων είναι «ασύνδετες, φιλόδοξες, απείθαρχες, μη νομιμόφρονες. υπέρ­μετρα τυραννικές απέναντι στους φίλους και δειλές απέναντι στον εχθρό. Δεν έχουν το φόβο Θεού και δεν τρέφουν καμιά αφοσίωση προς τους ανθρώπους». Τα αναγκαία προαπαιτούμενα για επιτυχία στον πόλεμο -εμπιστοσύνη και πειθαρ­χία- μπορούν να υπάρξουν μόνον όταν τα στρατεύματα είναι συγκροτημένα από άνδρες που προέρχονται από την ίδια χώρα κι έχουν ζήσει μαζί αρκετό καιρό. Έτσι, το πρώτο σημαντικό βήμα της στρατιωτικής μεταρρύθμισης την οποία ευαγ­γελίζεται ο Μακκιαβέλλι είναι η δημιουργία από το κράτος ενός στρατού συγκρο­τημένου από τους κατοίκους του κράτους αυτού, ώστε το κράτος να έχει τα «δικά τον όπλα» (proprie armi)32.

Εντούτοις, ο Μακκιαβέλλι είναι πεπεισμένος πως οι πολίτες θα είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν και να πεθάνουν για τον ηγεμόνα τους μόνο αν είναι ευχαρι­στημένοι από την κοινωνία μέσα στην οποία ζουν. «Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ’ ένα στρατό που είναι ευχαριστημένος και πολεμά για την υπόληψη του και ένα στρατό δυσμενώς προδιατεθειμένο και υποχρεωμένο να πολεμά για τα συμφέροντα των άλλων». Η άποψη του αυτή για τη στενή και αλληλένδετη σχέση ανάμεσα σε πολιτικούς και στρατιωτικούς δεσμούς δεν είναι μόνο η πιο εν­διαφέρουσα αλλά και η πιο επαναστατική απ’ όλες τις απόψεις του Μακιαβέλι33. Σε όλα του τα γραπτά, από το προσχέδιο του νόμου για την καθιέρωση ενός φλωρεντινού μόνιμου στρατού μέχρι τη δήλωση του ότι «la justitia et le armi» συ­νυπάρχουν, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει αυτή τη σχέση. Στον Ηγεμόνα γράφει πως «πρέπει να υπάρχουν καλοί νόμοι εκεί που υπάρχουν καλοί στρατοί κι εκεί που υπάρχουν καλοί στρατοί πρέπει να υπάρχουν καλοί νόμοι»34, ενώ στο τέλος του έργου του Λόγοι προβάλλει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την άποψη του για την αλληλεξάρτηση της πολιτικής και της στρατιωτικής οργάνωσης. «Αν και έχω υποστηρίξει σε άλλο σημείο πως θεμέλιο των κρατών είναι η καλή στρατιωτική οργάνωση, δεν είναι, νομίζω, περιττό να αναφέρω εδώ πως χωρίς μια τέτοια στρατιωτική οργάνωση δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε καλοί νόμοι ούτε οποιο­δήποτε άλλο καλό»35.

Το Η Τέχνη του Πολέμου του Μακκιαβέλλι ήταν ένα επιτυχημένο βιβλίο, Στο διά­στημα του δέκατου έκτου αιώνα έκανε είκοσι μία εκδόσεις και μεταφράστηκε στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα γερμανικά και στα λατινικά36. 0 Μονταίνιος θεω­ρούσε τον Μακκιαβέλλι αυθεντία σε στρατιωτικά θέματα και τον κατέτασσε δί­πλα στον Καίσαρα, τον Πολύβιο και τον Φιλίπ ντε Κομίν37. Μολονότι τον δέκατο έβδομο αιώνα οι αλλαγές που σημειώθηκαν στις στρατιωτικές μεθόδους έφεραν στο προσκήνιο και άλλους συγγραφείς, οι αναφορές στον Μακκιαβέλλι εξακολου­θούσαν να είναι συχνές. Τον δέκατο όγδοο αιώνα ο στρατάρχης ντε Σαξ, για τη συγγραφή του βιβλίου του Σκέψεις για την Τέχνη τον Πολέμου (1757) βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στον Μακκιαβέλλι και ο Αλγκαρότι -αν και όχι πολύ βάσιμα- θεώρήσε τον Μακκιαβέλλι ως το δάσκαλο που δίδαξε στον Φρειδερίκο τον Μεγάλο τις τακτικές εκείνες οι οποίες κατέπληξαν την Ευρώπη38. Ο Τζέφερσον. όπως και οι περισσότεροι που ασχολήθηκαν με τα στρατιωτικά ζητήματα, είχε το Η Τέχνη τον Πολέμου στη βιβλιοθήκη του39 και, όταν ο πόλεμος του 1812 αύξησε το αμερι­κανικό ενδιαφέρον για θέματα πολέμου, Η Τέχνη τον Πολέμου κυκλοφόρησε σε μια ειδική αμερικανική έκδοση40.

Αυτό το αδιάλειπτο ενδιαφέρον για τον Μακκιαβέλλι ως στρατιωτικό στοχα­στή δεν οφειλόταν μόνο στη φήμη του. Ορισμένες από τις προτάσεις που κάνει στο Η Τέχνη τον Πολέμου -αυτές για παράδειγμα που αναφέρονται στην εκπαίδευση, στην πειθαρχία και στη διαβάθμιση- απέκτησαν αύξουσα πρακτική σημασία στα πρώτα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, όταν οι στρατοί άρχισαν να συγκροτούνται με επαγγελματίες που προέρχονταν από εντελώς διαφορετικές τάξεις. Αυτό δεν ση­μαίνει πως η πρόοδος στη στρατιωτική τέχνη κατά τον δέκατο έκτο αιώνα —στην εκπαίδευση, στη διαίρεση των στρατευμάτων σε μονάδες, καθώς και στο σχεδια­σμό και στην οργάνωση των επιχειρήσεων- οφειλόταν στην επίδραση του Μακκιαβέλλι. Απλώς οι στρατιωτικοί ανανεωτές εκείνης της εποχής ήταν ευχαριστημένοι που είχαν βρει ένα έργο βάσει του οποίου ερμηνεύονταν και τεκμηριώνονταν πλευρές της πρακτικής τους. Επιπλέον, κατά τον δέκατο έκτο αιώνα ήταν διάχυτη η γνώση της αρχαίας φιλολογίας  καθώς για την κλασσική σοφία, γινόταν γενικά αποδεκτό πως οι Ρωμαίοι όφειλαν τους θριάμβους τους στην ιδιαίτερη σημασία που έδιναν στην πειθαρχία και την εκλπαίδευση . Η απόπειρα του  Μακκιαβέλλι να προβάλει την οργάνωση του ρωμαϊκού στρατού ως μοντέλο για τους στρατούς του δέκατου έκτου αιώνα δεν θεωρήθηκε υπερβολή. Για παράδειγμα, στα τέλη του δεκάτου έκτου αιώνα ο Γιουστους Λίψιους, στα κείμενα του τα σχετικά με τα στρατιωτικά ζητήματα, θεωρούσε τη ρωμαϊκή στρατιωτική οργάνω­ση ως μονίμως ισχύον πρότυπο. Εντούτοις, πρέπει να παραδεχθούμε πως σε πολ­λές περιπτώσεις ο Μακκιαβέλλι έκρινε λαθεμένα τι ήταν εφικτό και πραγματοποι­ήσιμο στις ημέρες του.

Στο παρελθόν και καμιά φορά ακόμα και σήμερα, ο Μακκιαβέλλι κατέχει μια εξέχουσα θέση στην ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης, επειδή υποστήριζε την καθολική στρατιωτική θητεία. Η στρατιωτική του σκέψη ήταν γόνιμη. Ήταν ικα­νός να προβλέψει τι θα συνέβαινε στο μέλλον. Μόλο που η παραδοχή του προφη­τικού χαρακτήρα των στρατιωτικών ιδεών του Μακκιαβέλλι μπορεί να είναι αρε­στή στους μελετητές των έργων του και στους θαυμαστές του, θα ήταν λάθος αν αποδίδαμε ιδιαίτερη σημασία στη συνηγορία του υπέρ της καθολικής στρατιωτικής θητείας. Η άποψη του για ένα στρατό συγκροτημένο από κληρωτούς που ταυτιζόταν με τη πολιτοφυλακή της πόλης-κράτους, με μια κατά διαστήματα εκτελούμενη υπηρεσία, ήταν διαμορφωμένη σύμφωνα με το πρότυπο των πόλεων-δημοκρατιών της Αρχαιότητας, ταίριαζε ελάχιστα στο στρατό ενός κράτους με μεγάλη εδαφική έκταση. Επιπλέον, το μέλλον τους επόμενους δύο τρεις, τουλάχιστον, μεταγενέστερους  αιώνες, δεν ανήκε στους στρατούς τους συγκροτημένους από κληρωτούς, αλλά σε εκείνο το είδος των στρατιωτικών που ο Μακκιαβέλλι είχε περιφρονήσει και αποποιήσει. Τους μισθοφόρους, τους επαγγελματίες.

Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε αποφασιστικά ένας παράγοντας που ο Μακκιαβέλλι  είχε παραβλέψει εντελώς. Και ο παράγοντας αυτός ήταν ο εξοπλισμός των στρατιωτών με πυροβόλα όπλα καθώς και ο ανανεωμένος ρόλος του πυροβολικού. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα το σχηματισμό του ενιαίου πυρήνα κάθε στρατού από εξειδικευμένο προσωπικό και μόνιμο στρατιωτικό επιτελείο. Οι δαπάνες και ειδικώς οι δαπάνες για το πυροβολικό μεγάλωναν συνεχώς. Μολονότι ο Μακκια­βελλι είχε επίγνωση των οικονομικών αναγκών της όποιας στρατιωτικής οργάνωσης, είναι βέβαιο πως δεν έλαβε όσο έπρεπε υπ’ όψιν του τις αναπτυσσόμενες δαπάνες του στρατιωτικού εξοπλισμού με πυροβόλα και τυφέκια, την αμοιβαία σχέση οι­κονομικής και στρατιωτικής ισχύος. Μόνον οι ηγέτες μεγάλων εδαφικών κρατών είχαν τα μέσα να οργανώσουν στρατούς και να εξαναγκάσουν με τη βοήθεια τους τους φεουδάρχες ή τους μικρότερους γείτονες τους να υπαχθούν στον έλεγχο τους. Η απολυταρχία ήταν αναγκασμένη να βασίζεται σε μόνιμο στρατό. Ανάμεσα σ’ αυτή και το στρατό υπήρχε πλήρης αλληλεξάρτηση.

Όμως, η επίδραση του Μακκιαβέλλι στη στρατιωτική σκέψη προχώρησε πολύ πιο πέρα από το τεχνικό-στρατιωτικό πεδίο. Αν η άποψη του για τον παραδειγ­ματικό χαρακτήρα της οργάνωσης του ρωμαϊκού στρατού τον οδήγησε στο να υποτιμήσει το ρόλο που έπαιξαν στις στρατιωτικές εξελίξεις τα νέα όπλα και η οι­κονομία, ο θαυμασμός του για τη Ρώμη τον βοήθησε να αντιληφθεί το ρόλο που έπαιζε ο πόλεμος στη σύγχρονη του εποχή. Στο Μεσαίωνα, η διεξαγωγή ενός πο­λέμου ήταν θέμα μιας ορισμένης κοινωνικής τάξης και είχε διαμορφωθεί από τις αξίες και τους κώδικες τιμής αυτής της τάξης. Το πρώτο και κύριο δίδαγμα που άντλησε ο Μακκιαβελλι από τη μελέτη του αρχαίου κόσμου ήταν πως η υπερά­σπιση ενός κράτους δεν ήταν καθήκον μιας συγκεκριμένης προνομιούχου ομάδας, αλλά χρέος όλων όσοι ζούσαν στην ίδια κοινωνία. Εκείνο, όμως, που έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία είναι πως η μελέτη των Ρωμαίων ιστορικών τον βοήθησε να καταλάβει το διεθνές σύστημα της εποχής του. Τα κράτη μεγάλωναν και επεκτεί­νονταν συνεχώς και βρίσκονταν μονίμως σε πόλεμο είτε για να αυξήσουν τη δύ­ναμη και τα εδάφη τους είτε για να περιφρουρήσουν την ύπαρξη τους αντιστεκό­μενοι σε όσους προσπαθούσαν να τα υποτάξουν. 0 Μακκιαβελλι ήταν ένας από τους πρώτους που συνέλαβε την ανταγωνιστική φύση του σύγχρονου συστήματος των κρατών —αυτό δηλαδή που έγραψε ο ακούσιος οπαδός του Φρειδερίκος ο Ε’ «Η εξάπλωση είναι η σταθερή αρχή της πολιτικής ενός κράτους» και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η ύπαρξη ενός κράτους εξαρτάται από την πολεμική του δεινότητα.

Επειδή η ύπαρξη ενός κράτους εξαρτάται από την αρτιότητα του στρατού του, οι πολιτικοί θεσμοί πρέπει να είναι οργανωμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να δη­μιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη λειτουργία της στρατιωτικής οργάνωση;. Αυτή είναι μια από τις απόψεις που ενυπάρχουν σε όλες τις στρατιωτικές συζητή­σεις που γίνονται στα βιβλία του Μακκιαβέλλι, Η Τέχνη τον Πολέμου, Ο Ηγεμόνας και Λόγοι. Μια άλλη άποψη του είναι πως σκοπός του πολέμου είναι να κάμψει τη θέ­ληση του εχθρού. Συνεπώς. μια στρατιωτική εκστρατεία πρέπει να είναι μια υπό ενιαία διοίκηση σχεδιασμένη επιχείρηση η οποία κορυφώνεται σε μια αποφασιστι­κή μάχη. Το ποια είναι τα απαραίτητα μέσα και η σωστή στρατηγική για να επι­τευχθεί ο σκοπός αυτός εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποί­ες διεξάγεται η εκστρατεία. Η εμβάθυνση του Μακκιαβέλλι στη φύση του πολέμου και στο ρόλο του παίζει το στρατιωτικό κατεστημένο στη δομή της κοινωνίας απο­τελούν τις βάσεις της στρατιωτικής του σκέψης. Τα προβλήματα που τα θέματα αυτά προκαλούν δεν είναι συνδεδεμένα με μια ορισμένη ιστορική περίοδο. Έτσι, ακόμα και όταν μετά τη Γαλλική Επανάσταση και την άνοδο του Ναπολέοντα, η στρατιωτική οργάνωση και η διεξαγωγή του πολέμου πήραν καινούργιες μορφές, οι ιδέες του Μακκιαβέλλι διατήρησαν την εγκυρότητα τους.

Η στρατιωτική σκέψη από τον δέκατο έκτο αιώνα και πέρα προχώρησε σε εκ­πληκτικό βαθμό πάνω στις βάσεις που είχε θέσει ο Μακκιαβέλλι, Αυτό δεν σημαί­νει πως οι θέσεις του έγιναν δεκτές ως η τελική αλήθεια. Εντούτοις, οι περαιτέρω συζητήσεις δεν ήταν αντίθετες προς τις ιδέες του, αλλά επέκτειναν μάλλον και δι­εύρυναν τις απόψεις του. Για παράδειγμα, όσο και αν ήταν ενδιαφέρουσα η άπο­ψη του για την αποφασιστικότητα της μάχης, έγινε σύντομα αντιληπτό πως υπήρ­χε ανάγκη για πιο λεπτομερείς αναλύσεις των συνεπειών της μάχης. Η στρατιωτι­κή Βεωρία δεν ήταν δυνατόν να πάψει να δημιουργεί κανόνες για το σχηματισμό της σωστής διάταξης της μάχης. Έπρεπε να εξετάσει προσεκτικά και την πορεία των γεγονότων κατά τη διάρκεια της μάχης. Απ’ την άλλη μεριά, αν μια μάχη εί­ναι το αποκορύφωμα ενός πολέμου, είναι φανερό πως ολόκληρη η εκστρατεία πρέ­πει να σχεδιαστεί και να αναλυθεί με βάση την αποφασιστική μάχη. Τέτοιες σκέ­ψεις δείχνουν πως ο ρόλος τον οποίο παίζει στον σύγχρονο πόλεμο η θεωρητική προπαρασκευή και η σχεδιασμένη κατεύθυνση της στρατιωτικής δράσης είναι πολύ μεγαλύτερος απ’ όσο πίστευε ο Μακκιαβέλλι. Είχε προβεί σε μια βεβιασμένη αναγνώριση της σημασίας του ρόλου του στρατηγού, αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε πει παρά ότι ο στρατηγός έπρεπε να γνωρίζει ιστορία και γεωγραφία. Αργότερα όμως, το πρόβλημα του σχεδιασμού από τη στρατιωτική ηγεσία καθώς και το πρόβλημα της πνευματικής καλλιέργειας των στρατηγών έγιναν κεντρικά θέματα της στρατιωτικής σκέψης. Η στρατιωτική σκέψη αναπτύσσοντας τους προ­βληματισμούς αυτούς προχώρησε πολύ πέρα από τον Μακκιαβελλι. Ωστόσο, τα σύγχρονα αυτά συμπεράσματα αποτελούν τη λογική συνέπεια της έρευνας που πρώτος αυτός άρχισε.

Πάντως, υπάρχει μια πλευρά της σύγχρονης στρατιωτικής σκέψης η οποία όχι μόνο δεν συνδέεται με τις απόψεις του Μακκιαβελλι, αλλά βρίσκεται σε άμεση αντίθεση μ’ αυτήν. 0 Μακκιαβελλι ενδιαφερόταν κυρίως για ένα γενικό μέτρο που θα μπορούσε να ισχύσει για τη στρατιωτική οργάνωση κάθε κράτους και κάθε εποχής. Η σύγχρονη στρατιωτική σκέψη τονίζει πως οι ενέργειες κάτω από διαφορετικές ιστορικές συνθήκες πρέπει να διαφέρουν και ότι οι στρατιωτικοί θεσμοί θα είναι ικανοποιητικοί μόνον όταν ταιριάζουν στη συγκεκριμένη συγκρότηση και στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε μεμονωμένου κράτους. Επιπλέον, ο Μακκιαβελλι δίνει ξεχωριστή σημασία στην καθιέρωση στρατιωτικών θεσμών και στη διεξαγωγή του πολέμου σύμφωνα με ορθολογικούς και γενικά έγκυρους κανόνες, προσδίδοντας μεγάλο βάρος στον ορθολογικό παράγοντα σε θέματα στρατιωτικά. Παρόλο που ο Μακκιαβέλλι ξεκίνησε ως δριμύς επικριτής των όμοιων με σκακιστικούς αγώνες, πολέμων του δέκατου πέμπτου αιώνα, οι στρατηγοί του δέκατου όγδοου αιώνα υιοθέτησαν ξανά, εν μέρει, τους πολέμους των ελιγμών και η εξέλιξη αυτή δεν εί­ναι εντελώς αντίθετη με τη γραμμή που εγκαινίασε στη στρατιωτική επιστήμη ο Μακκιαβελλι. Όταν ο πόλεμος θεωρείται ότι καθορίζεται από ορθολογικούς νόμους είναι λογικό να μην αφήνει κανείς τίποτα στην τύχη και να πιστεύει πως ο αντίπα­λος του θα παραδοθεί μόνο όταν αντιληφθεί πως το παιχνίδι έχει λογικά χαθεί. Το να θεωρείται ο πόλεμος ως μια απλή επιστήμη ή το να υπερεκτιμά κανείς το ορ­θολογικό στοιχείο στα στρατιωτικά ζητήματα οδηγεί εύκολα στην άποψη πως ένας πόλεμος μπορεί να αποφασιστεί στο χαρτί με την ίδια ευκολία που αποφασίζεται και στο πεδίο της μάχης.

Έκτοτε όμως. έχει γίνει κατανοητό πως ο πόλεμος δεν είναι μόνο επιστήμη αλλά και τέχνη. Μετά το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα και τον τερματισμό της Εποχής του Ορθού Λόγου, συνέβη μια ξαφνική αναγνώριση της σημασίας και άλ­λων παραγόντων πέραν των ορθολογικών και θεωρήθηκαν ως ύψιστης σημασίας όχι μόνο τα γενικότερα στοιχεία ενός φαινομένου, αλλά και τα ατομικά και τα μο­ναδικά. Οι αστάθμητοι παράγοντες θεωρήθηκε πως είχαν την ίδια επίδραση όσο και τα ορθολογικά και σταθμιζόμενα στοιχεία.

Η εισαγωγή αυτών των νέων τάσεων -η συνειδητοποίηση δηλαδή της σημασί­ας που είχε η μοναδικότητα και η εξατομίκευση, η αναγνώριση της δημιουργικό­τητας και του διαισθητικού στοιχείου παράλληλα με τα επιστημονικά- στη στρα­τιωτική θεωρία είναι συνδεδεμένη με το όνομα του Κλαούζεβιτς. Εντούτοις, είναι αξιοσημείωτο ότι ο Κλαούζεβιτς ο οποίος συνήθως αντιμετωπίζει εντελώς επικρι­τικά και περιφρονητικά τους άλλους στρατιωτικούς συγγραφείς, όχι μόνον εξετά­ζει πάρα πολύ προσεκτικά τις προτάσεις του Μακκιαβελλι, αλλά παραδέχεται πως αυτός είχε «μια πολύ σωστή κρίση σ’ ό,τι αφορούσε τα στρατιωτικά θέματα»41. Αυτό είναι μια ένδειξη πως ο Κλαούζεβιτς, παρά τα νέα στοιχεία τα οποία εισήγαγε στη στρατιωτική θεωρία και τα οποία βρίσκονται εκτός του πλαισίου της σκέψης του Μακκιαβέλλι. συμφωνεί μ’ αυτόν στο βασικό σημείο εκκίνησης του. Όπως ο Μακκιαβέλλι, ήταν κι αυτός πεπεισμένος πως η εγκυρότητα κάθε εξειδι­κευμένης ανάλυσης των στρατιωτικών προβλημάτων εξαρτιόταν από τη γενική θε­ώρηση και τη σωστή κατανόηση της φύσης του πολέμου. Όλα τα δόγματα του Κλαούζεβιτς προέρχονται από την ανάλυση της γενικής φύσης του πολέμου. Έτσι. ακόμα κι αυτός, ο πιο επαναστατικός από τους στρατιωτικούς στοχαστές του δέ­κατου ένατου αιώνα, όχι μόνον δεν ανέτρεψε τις βασικές θέσεις του Μακκιαβέλλι, αλλά τις ενσωμάτωσε στις δικές του.

ΠΗΓΗ: PETER PARET: Οι δημιουργοί της σύγχρονςη στρατηγικής, Εκδόσεις Τουρίκη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s