περ. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΙΟΥΝΙΟΣ 2006

Ο τρόπος που συζητά μια κοινωνία την εξωτερική   πολιτική συνήθως αποκαλύπτει πολλά για τις αδυναμίες της να κατανοήσει τον εαυτό της και τη θέση της στον κόσμο. Αυτό το τελευταίο επαληθεύεται   πανηγυρικά με τη συζήτηση που έχει προκαλέσει τα   τελευταία χρόνια η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Πρώτον, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι η αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ ωφέλησε πρωτίστως τη Ρωσία και απειλεί πρωτίστως την Τουρκία.

Η παρατεταμένη αστάθεια που δημιουργήθηκε στο Ιράκ ευνόησε την ανατιμητική κερδοσκοπία στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, πράγμα που ανέδειξε τη Ρωσία ως μια από τις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου, και μάλιστα σε εξαιρετικά υψηλές τιμές. Το ρωσικό πετρέλαιο έχει κόστος παραγωγής από 18 έως 22 δολάρια το βαρέλι. Όταν πουλιέται πάνω από 60 δολάρια το βαρέλι δίνει κέρδος της τάξης του 200-250%! Τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο ήδη χρηματοδοτούν την παλινόρθωση της Ρωσίας σε στάτους υπερδύναμης. Της Ρωσίας, που μέχρι προ εξαετίας ήταν ένας αχανής σωρός ερειπίων…

Δεύτερον, το πετρέλαιο δεν ήταν το μόνο ούτε το κύριο κίνητρο της αμερικανικής πολιτικής μετά το 2003. Όταν αποφάσισαν να πάνε στο Ιράκ, η τιμή του πετρελαίου δεν ξεπερνούσε τα 28 δολάρια το βαρέλι. Όταν κατέλαβαν το Ιράκ (Απρίλιος του 2002), η τιμή του πετρελαίου υποχώρησε στα 24 δολάρια το βαρέλι.

Σήμερα βρίσκεται γύρω στα 70 δολάρια το βαρέλι…

Η ιλιγγιώδης αύξηση της ενεργειακών τιμών τα τελευταία τρία χρόνια δεν οφείλεται σε περιορισμό της προσφοράς (όπως συνέβη με τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 70) ούτε σε υπέρμετρη αύξηση της τρέχουσας κατανάλωσης. Κάθε μέρα παράγονται 85 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και καταναλώνονται 83 εκατομμύρια. Άρα, ακόμα και σήμερα η παραγωγή υπερκαλύπτει την κατανάλωση. Γιατί, λοιπόν, το πετρέλαιο ανεβαίνει; Διότι, πέρα από την τρέχουσα κατανάλωση, υπάρχει και η (κερδοσκοπική) ζήτηση για αποθεματοποίηση. Με άλλα λόγια, επειδή υπάρχει προσδοκία περαιτέρω ανόδου της τιμής του πετρελαίου, κάποιοι ζητούν πετρέλαιο, όχι για να το καταναλώσουν αμέσως, αλλά για να το αποθεματοποιήσουν και να το πουλήσουν αργότερα, σε υψηλότερη τιμή.

Η ιλιγγιώδης άνοδος στην τιμή του πετρελαίου οφείλεται στις κερδοσκοπικές προσδοκίες και στην αποθεματοποίηση που προκάλεσε η προοπτική ανόδου της τιμής του πετρελαίου μελλοντικά, λόγω της αποσταθεροποίησης που προκάλεσε στη Μέση Ανατολή γενικότερα, όχι τόσο η επέμβαση των ΗΠΑ, όσο η αδυναμία των ΗΠΑ να ελέγξουν και να σταθεροποιήσουν το Ιράκ μετά την επιτυχή κατάληψη του.

Το πρόβλημα το 2003 δεν ήταν το πετρέλαιο. Πρόβλημα με την αγορά πετρελαίου δεν υπήρχε τότε (η τιμή του βαρελιού βρισκόταν στα 24-28 δολάρια). Αν τότε οι Αμερικανοί έκαναν «άνοιγμα» στον Σαντάμ Χουσέιν, ο Ιρακινός δικτάτορας θα έριχνε δεκάδες εκατομμύρια βαρέλια φθηνό ιρακινό πετρέλαιο ημερησίως στην παγκόσμια αγορά, θα εκτόνωνε κάθε ανησυχία και θα οδηγούσε σε κατάρρευση τις τιμές πετρελαίου, ενδεχομένως κάτω κι από τα 18 δολάρια το βαρέλι. Αν ενδιέφερε τους Αμερικανούς να ελέγξουν μέσο-βραχυπρόθεσμα την παγκόσμια αγορά πετρελαίου, η προφανής και «βέλτιστη» επιλογή τους θα ήταν να «ενσωματώσουν» τον Σαντάμ, όχι να τον ανατρέψουν.

Ταυτόχρονα, θα κρατούσαν έτσι και τη Ρωσία έξω από τη διεθνή αγορά ενέργειας. Διότι με το πετρέλαιο κάτω από τα 18 δολάρια, η ρωσική παραγωγή είναι μη οικονομικώς εκμεταλλεύσιμη…

Όμως, το πρόβλημα των Αμερικανών τότε ήταν πολύ διαφορετικό και πολύ ευρύτερο: Να νικήσουν τη διεθνή ισλαμική τρομοκρατία. Για να τη νικήσουν έπρεπε να αναδιατάξουν τα καθεστώτα και τα  σύνορα της Μέσης Ανατολής. Και για να το επιτύχουν αυτό οι Αμερικανοί πίστευαν ότι έπρεπε να επέμβουν στρατιωτικά, ενώ οι Ευρωπαίοι πίστευαν ότι μπορούσαν να το επιτύχουν με την παραδοσιακή διπλωματία.

Η παραδοσιακή λογική των Ευρωπαίων δεν οδηγούσε πουθενά. Αλλά και η σαρωτική λογική των Αμερικανών δεν μπορούσε να επιτύχει για δύο λόγους:

Πρώτον, διότι ήθελαν να αλλάξουν τα καθεστώτα της περιοχής, αλλά -αρχικά τουλάχιστον- δεν ήθελαν να αλλάξουν τα σύνορα. Όμως, στις μετά-αποικιακές «διευθετήσεις» αυτής της περιοχής, τα καθεστώτα είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτισμένα με τα σύνορα. Πολλές χώρες είναι τεχνητά δημιουργήματα, που δεν μπορούν να κυβερνηθούν παρά μόνο από δικτάτορες…

Δεύτερον, ενώ οι ΗΠΑ είχαν ανοίξει μέτωπο στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, ταυτόχρονα άνοιγαν νέο μέτωπο ανταγωνισμών με τη Ρωσία. Αλλά δεν μπορούν να νικήσουν το πολεμικό Ισλάμ χωρίς τη βοήθεια της Ρωσίας.  Και δεν μπορούν να σταθεροποιήσουν το Ιράκ και τη Μέση Ανατολή χωρίς τη συμπαράσταση της Ρωσίας. Η Ρωσία κερδίζει απ’ όλες τις πλευρές, ενώ οι ΗΠΑ έχουν βρεθεί σε αδιέξοδο – και η Ευρώπη το ίδιο…

Οι Ευρωπαίοι φοβούνται σήμερα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια στρατηγική αναδίπλωση των ΗΠΑ από το Ιράκ. Κι έτσι αναγκάζονται να συσπειρωθούν γύρω  από τους Αμερικανούς, ώστε να αποτρέψουν τα χειρότερα. Κυρίως προσπαθούν να φέρουν μια προσέγγιση ΗΠΑ-Ρωσίας.

Όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο το απεύχεται σφόδρα η Τουρκία.

Διότι μακροχρόνια σύγκλιση Ρωσίας-ΗΠΑ διαλύει και το Ιράν και το Ιράκ, αναδεικνύει το Κουρδιστάν, ενώ πλήττει πολλαπλά το ειδικό βάρος, το ρόλο και την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας.

Η οποία έρχεται αναγκαστικά σε όλο και μεγαλύτερη στρατηγική αντίθεση και με την Ευρώπη και με την Ουάσιγκτον και με την ίδια τη Ρωσία. Κι αυτά τα πολλαπλά μέτωπα που ανοίγει η Τουρκία πυροδοτούν εσωτερικές της αντιθέσεις και ανατρέπουν μακροχρόνιες εσωτερικές της ισορροπίες.

Κι όμως, μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης εύχεται να αποτύχουν πλήρως οι Αμερικανοί και να αναγκαστούν να  φύγουν άρον-άρον από το Ιράκ, όπως έφυγαν ταπεινωμένοι από το Βιετνάμ…

Δεν αντιλαμβάνονται ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ολέθριο για την ίδια την Ευρώπη. Δεν θα ωφελούσε ούτε τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής, που θα σαρωνόταν από αλλεπάλληλα κύματα  ισλαμικών επαναστάσεων. Δεν θα ωφελούσε ούτε τη διεθνή οικονομία, αφού το πετρέλαιο θα σταθεροποιούνταν μακροχρόνια πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Κάτι τέτοιο ωστόσο θα τίναζε στον αέρα και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, υπονομεύοντας και την ασφάλεια της Ευρώπης συνολικά, αλλά και των πιο ευπαθών περιοχών της, όπως τα Βαλκάνια.

Η ταπεινωτική αναδίπλωση των Αμερικανών από το Ιράκ θα  συνέβαλε στη σκλήρυνση της Τουρκίας προς όλες τις κατευθύνσεις και στην έξαρση της επιθετικότητας της. Πράγμα ιδιαίτερα απειλητικό για την Ελλάδα, που θα βρισκόταν τότε δίπλα σε μια πιο ανεξέλεγκτη και πιο επιθετική Τουρκία, με λιγότερη κάλυψη κι από την Ευρώπη και από το NATO, με αναζωπύρωση των εντάσεων στην άλλη πλευρά των συνόρων της -στα Βαλκάνια- και πάντα εξαρτημένη από το πετρέλαιο, που θα σκαρφάλωνε σε δυσθεώρητα ύψη. Αληθινά εφιαλτικό σενάριο…

Κι όμως, αυτό ακριβώς μοιάζουμε να «ευχόμαστε»…

Ιδεολογικές επιρροές και πολιτική αφασία

Πώς πέφτουμε τόσο απελπιστικά έξω; Πώς ευνοούμε το χειρότερο για εμάς ενδεχόμενο; Είναι η ακραία συνέπεια μιας προσέγγισης των διεθνών εξελίξεων από την ιδεαλιστική σκοπιά του «πώς θα φτιάξουμε τον κόσμο», όχι από τη ρεαλιστική οπτική εξασφάλισης των εθνικού συμφέροντος.

  • Μας απασχολεί το ερώτημα πώς θα νικηθεί ο «ιμπεριαλισμός», όχι τι συμφέρει την Ελλάδα και  την Ευρώπη.
  • Μας γοητεύουν ιδεολογήματα για την «παγκόσμια Ειρήνη», όχι εκτιμήσεις για την περιφερειακή σταθερότητα και την εθνική ασφάλεια.
  • Είμαστε πρόθυμοι να αποδεχθούμε κάτι που ευνοεί καταφανώς την Τουρκία και βλάπτει προφανώς την Ευρώπη, αρκεί να είναι «ταπεινωτικό» για τις ΗΠΑ.
  • Θεωρούμε ως δεδομένο ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν τα χειρότερα για όλους κι ότι στους σχεδιασμούς αυτούς πρέπει να αντιτασσόμαστε πάντα – αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε ούτε να επωφεληθούμε από αυτούς ούτε να τους αλλάξουμε ούτε να ελαχιστοποιήσουμε τις συνέπειες τους. Δεν διανοούμαστε να κάνουμε πολιτική με τις ΗΠΑ, όπως ακριβώς ένα μεσαιωνικός καλόγερος δεν διανοείτο να κάνει πολιτική με το Διάβολο…
  • Θεωρούμε ότι η Ευρώπη είναι «προοδευτική» μόνον όταν αντιτάσσεται στις ΗΠΑ. Δεν μας ενδιαφέρουν τα κίνητρα μιας τέτοιας αντίθεσης, δεν μας ενδιαφέρει αν αυτή διαλύει την Ενωμένη Ευρώπη, δεν μας ενδιαφέρει αν αυτή η αντίθεση οδηγεί σε αδιέξοδα, που την ίδια την Ευρώπη πλήττουν και απειλούν πρωταρχικά.
  • Για την παιδαριώδη προσέγγιση μας υπάρχει μόνο η σύγχρονη «Αυτοκρατορία των Κακού»-οι ΗΠΑ-από τη μια πλευρά, και  όλος ο υπόλοιπος κόσμος από την άλλη. Δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις εθνικών συμφερόντων, δεν υπάρχουν περιφερειακές ενώσεις με ιδιαίτερη θέση στους διεθνείς συσχετισμούς, δεν υπάρχουν συνθήκες ισορροπίας του διεθνούς συστήματος γεωπολιτικές και άλλες- υπάρχουν μόνο οι «κακοί Αμερικανοί» και όλοι οι υπόλοιποι, που είναι «καλοί» μόνο όταν εναντιώνονται στους Αμερικανούς.

Όσοι ενστερνίζονται αυτή τη λογική δεν δείχνουν ενδιαφέρον για τον κόσμο, επιδεικνύουν αδιαφορία. Και δεν χαρακτηρίζονται από συνέπεια, αλλά από κραυγαλέα υποκρισία:

Κόπτονται περί Ειρήνης, αλλά προσεύχονται να φύγουν ταπεινωμένοι οι Αμερικανοί από το Ιράκ, χωρίς να αναλογίζονται ότι,  αν συμβεί αυτό σήμερα, θα υπάρξει, πιθανότατα, αλυσίδα επαναστάσεων και πολέμων στη Μέση Ανατολή -και όχι μόνο- δηλαδή μακροχρόνια περίοδος αιματηρών συγκρούσεων διεθνώς.

Επικρίνουν συνεχώς τις συνθήκες κράτησης των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο, αλλά μόνον εκεί. Ποτέ δεν τους ακούσαμε να καταγγέλλουν τις συνθήκες κράτησης στις κουβανικές φυλακές, στις κινεζικές φυλακές,  στις φυλακές    του χομεϊνικού Ιράν ή, παλαιότερα, στις φυλακές του Σαντάμ Χουσέιν.

Δεν τους ενδιαφέρει η Ευρώπη και η ολοκλήρωση της, δεν   τους ενδιαφέρουν τα ανθρωπιστικά ιδεώδη και η υπεράσπιση τους, τα επικαλούνται μόνον ευκαιριακά, μόνον επιλεκτικά και  μόνο προσχηματικά όταν προσφέρονται για «αντι-ιμπεριαλιστική» ρητορική εναντίον των ΗΠΑ.

Πολύ συχνά η αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν είναι  υπερασπίσιμη, έτσι κι αλλιώς. Όπως και η ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Όπως και η εξωτερική πολιτική  οποιουδήποτε   κράτους. Όπως και η δική μας, εδώ που τα λέμε. Αλλά το ζήτημα εδώ δεν είναι να υπερασπιστείς ή να καταγγείλεις κάποιους.

  • Το ζήτημα είναι να προσεγγίσεις τις διεθνείς εξελίξεις από τη σκοπιά του εθνικού συμφέροντος κι από τη σκοπιά κάποιων εφαρμόσιμων διεθνών αρχών, που μπορούν να κάνουν τον κόσμο ασφαλέστερο.
  • Το πρόβλημα δεν είναι να λύσουμε όλα τα παγκόσμια ζητήματα. Το πρόβλημα είναι να λύσουμε το δικό μας πρόβλημα.
  • Το ζητούμενο δεν είναι να εκπροσωπήσουμε το «πανανθρώπινο καλό». Το ζητούμενο είναι να εκπροσωπήσουμε το καλό της χώρας και της κοινωνίας μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να πειστούν κι άλλοι ότι η δική μας άποψη τους βολεύει κι αυτούς.
  • Δεν είμαστε ιεραπόστολοι που πασχίζουν «να φτιάξουν τον κόσμο». Είμαστε μια μικρή αλλά όχι ασήμαντη χώρα, σε μια  κρίσιμη θέση, στην οποία προσπαθούμε να επιβιώσουμε και να προκόψουμε.
  • Δεν κάνουμε «σταυροφορία για τη σωτηρία της ανθρωπότητας», προσπαθούμε να κάνουμε εξωτερική πολιτική για την  Ελλάδα. Και να αντιληφθούμε τι μας συμφέρει και τι όχι, απ’ όσα  συμβαίνουν γύρω μας…

Προσεγγίζουμε ακόμα τη διεθνή πραγματικότητα, όπως κάναμε ως φοιτητές στα αμφιθέατρα των ταραγμένων χρόνων της  μεταπολίτευσης, όχι ως σύγχρονοι πολίτες μιας δημοκρατικής  χώρας.

Κάτι χειρότερο: Οι ανησυχίες μας της εποχής εκείνης είχαν τη φλόγα της αναζήτησης. Σήμερα είναι επικίνδυνες εμμονές.

Τότε ήταν απαραίτητο στάδιο διανοητικής και προσωπικής  ωρίμανσης. Σήμερα είναι τεκμήριο κραυγαλέας ανωριμότητας. Μ S

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s