Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου: Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις ενός εγκλήματος του 20ου στον 21ο αιώνα

του Δρ. Γεωργίου Κ. Φίλη, ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ, τ.4 Ιούνιος 2010

Η παρούσα ανάλυση σκοπό δεν έχει να ξεδιπλώσει για άλλη μία φορά τη θλιβερή ιστορία των Ελλήνων του Πόντου, η οποία κατ’ επέκταση αποτελεί και την ιστορία όλου του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Στόχος του εν λόγω άρθρου είναι η σκιαγράφηση της πιθανότητας ένα έγκλημα του 20ού αιώνα, το οποίο -όπως τόσα άλλα- η σύγχρονη Ελλάδα το «βάζει κάτω από το χαλάκι» (τουλάχιστον οι πολιτικοί της), να δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εφαλτήριο για την παρεμπόδιση των σύγχρονων γεωπολιτικών-γεωπολιτισμικών σχεδιασμών των φυσικών και ιδεολογικών απογόνων αυτών που αφά­νισαν με επιστημονική ακρίβεια 1 εκατομμύριο Έλληνες της Μικράς Ασίας και 7,5 εκατομμύρια Αρμένιους.

Στη δίνη των γεγονότων που σήμαναν την πτώση της οθωμανικής αυτοκρατορίας η οθωμανική ελίτ, τόσο η πανισλαμική όσο και η νεοτουρκική, προχώρησε σε μία σειρά πράξεων «εθνικής Κάθαρσης», δηλαδή γενοκτονιών, εναντίων των πολύπαθων λαών που διέμεναν στη Μικρά Ασία. Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι γνώρισαν τη φρίκη και το θά­νατο. Είναι δυνατόν η σημερινή Ελλάδα, αναδεικνύοντας το ζή­τημα της γενοκτονία των Ποντίων ως σημαία της εξωτερικής της πολιτικής -πέραν του καλώς εννοούμενου ανθρωπιστικού χαρακτήρα του θέματος που έχει να κάνει με το αίσθημα ακόμα της ιστορικής δικαιοσύνης-, να αποκομίσει και απτά γεωπολιτι­κά οφέλη; Με άλλα λόγια, μπορεί η χώρα μας μέσω του συγκε­κριμένου θέματος να βάλει στη φαρέτρα της ένα πειστικότατο όπλο το οποίο θα μπορέσει τουλάχιστον σε επίπεδο ακαδημαϊ­κό και θεωρητικό να εξουδετερώσει τον επελαύνοντα τουρκικό αναθεωρητισμό τόσο της νεοτουρκικής/κεμαλικης όσο και της πανισλαμικης/νεοθωμανικης ελίτ;

Είναι σαφές πως στην εποχή μας η επίκληση (κρατών ή/ και οργανισμών) της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμά­των αποτελεί επαρκή λόγο για επέμβαση, ακόμα και ένοπλη, σε κάθε μέρος του πλανήτη, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτή του Κοσσυφοπεδίου-Μετόχια. Το πρόσφατο δε παράδειγ­μα της προσπάθειας των Σκοπιανών, μετά τη Σύνοδο του Βου­κουρεστίου, όπου παρεμποδίστηκε η είσοδός τους στο NATO και στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ επέκταση, να κατηγορήσουν τη χώρα μας για την υιοθέτηση πρακτικών που χαρακτηρίζονται ως γενοκτονία είναι ενδεικτικό. Η αμερικανική στάση στην αξι­έπαινη και επίπονη αρμενική προσπάθεια ανάδειξη του ζητήματος της γενοκτονία καταδεικνύει το γεγονός πως ακόμα και ένα θέμα σαν αυτό της «γενοκτονίας» δεν είναι ανθρωπιστικό, αλλά πρωτίστως γεωπολιτικό. Με άλλα λόγια, η αναρρίχηση στις πρώτες θέσεις στην ατζέντα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής του εν λόγω ζητήματος μόνο παράλογη δεν θα μπο­ρούσε να χαρακτηριστεί, υπό τις παρούσες διεθνείς συνθήκες και συγκυρίες. Επιστρέφοντας στο ζητούμενο, το οποίο είναι η αντιμετώπιση του τουρκικού νεοθωμανικού αναθεωρητισμού σε γεωπολιτικό επίπεδο μέσω της χρησιμοποίησης τns γενοκτονίας των Ποντίων, η ανάλυση επιβάλλει ένα σύντομο ταξίδι τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν. Τι ακριβώς συνέβη το διάστημα 1914-1924 στον Πόντο; Γιατί η οθωμανική ηγεσία επέλεξε να εγκληματήσει; Πώς ακριβώς η γενοκτονία τον 20ό αιώνα μπορεί να συνδεθεί με τη νεοθωμανική πραγματικότητα στον 21ο; Αυτά είναι τα τρία ερωτήματα τα οποία θα γίνει προ­σπάθεια να προσεγγιστούν έστω και επιδερμικά στην παρούσα ανάλυση. ΠΟΝΤΟΣ 1914-1924: ΟΤΑΝ Η ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΛΕΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ –

Η γεωγραφική περιοχή η οποία προσδιορίζεται με τη λέξη «Πόντος» δεν θα πρέπει να ξεφύγει της προσοχής μας ισού­ται περίπου με τη μισή σύγχρονη Ελλάδα, αφού περικλείει μία έκταση 71.000 τ.χλμ. Μέσα στα συγκεκριμένα όρια ένας ακμά­ζων και σφριγηλός Ελληνισμός συμπλήρωσε πάνω από 2.500 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας. Οι Έλληνες δε του Πόντου παραδοσιακά αποτέλεσαν τον κυματοθραύστη των ασιατικών ορδών, οι οποίες διαχρονικά προσπάθησαν να εισβάλουν στο κέντρο του Ελληνισμού στη δυτική Μικρά Ασία και στα Νότια Βαλκάνια. Δεν είναι τυχαίο πως το χειρόγραφο με το «Έπος του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα» ανακαλύφθηκε στην Παναγιά τη Σουμελά (1873).

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Ελληνισμός του Πόντου εξα­κολουθούσε να αποτελεί σημαντικό ποσοστό του συνολικού αριθμού των κατοίκων της περιοχής. Από τους 2.100.000 κατοίκους τουλάχιστον οι 700.000 ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι με ελληνική συνείδηση. Οι περισσότεροι δε κατοικούσαν σε 11 πόλεις, 41 κωμοπόλεις και 1.013 χωριά. Σε γενικές γραμμές, οι Έλληνες του Πόντου αποτελούσαν το 35 με 40% του συ­νολικού πληθυσμού. Ο στυλοβάτης των Ελλήνων της περιοχής ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διατηρούσε στην περιοχή 6 μητροπόλεις, πάνω από 1.100 εκκλησίες, 22 μοναστήρια και 1.600 ιερείς. Το εκπαιδευτικό σύστημα των Ελλήνων ήταν και αυτό ιδιαιτέρως οργανωμένο, αφού λειτουργούσαν 7 ημιγυμνάσια, 3 γυμνάσια, 1 λύκειο, 1.047 σχολεία με 1.260 καθη­γητές και 76.000 μαθητές. Είναι αποδεδειγμένο πως το 1912, δύο μόλις έτη πριν από την έναρξη των σφαγών, το επίσημο οθωμανικό κράτος αναγνωρίζει την ύπαρξη 700.000 Ελλή­νων Ποντίων στην περιοχή, αφού σε υπόμνημα που υποβλήθη­κε στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης από τον Μητροπολίτη Τραπε­ζούντας Χρύσανθο, με ημερομηνία 2 Μαΐου 1919 (ημέρα που αποβιβαζόταν ο Ελληνικός Στρατός στη Σμύρνη) αναφέρεται ρητά ότι: «Το 1912 κυβέρνηση του Κιαμήλ-πασά, κατόπιν επίσημης συμφωνίας με το Πατριαρχείο, έδωσε επτά βουλευτικές έδρες στους Έλληνες του Πόντου… Έτσι η κυβέρνηση επίσημα αναγνώ­ρισε ότι υπήρχαν 700.000 Έλληνες στον Πόντο, δεδομένου ότι κατά τους τουρκικούς εκλογικούς νόμους ανά 100.000 κατοίκουs εκλεγόταν ένας βουλευτής στην τούρκικη Βουλή».

Όμως, από το 1911, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση για την οθωμανική αυτοκρατορία. Μετά τον ατυχή πόλεμο στη Λιβύη ενα­ντίων των Ιταλών και την απώλεια των Δωδεκανήσων, οι Οθωμα­νοί -τόσο ο Σουλτάνος όσο και οι Νεότουρκοι- βλέπουν τα βαλκα­νικά έθνη να βρίσκονται στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης και των Δαρδανελλίων. Τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913) διαδέχεται ο Α’ ΠΠ (1914-1918), με αποτέλεσμα οι Οθωμανοί να βλέπουν την περαιτέρω μείωση των εδαφών τους. Ακριβώς την εποχή εκείνη λαμβάνει χώρα η κορύφωση του δράματος της γενοκτονίας τόσο των Ποντίων όσο και των Αρμενίων. Έτσι, το 1918, ύστερα από ημιεπίσημη απογραφή του Πατριαρχείου, ο ποντιακός πληθυσμός φαίνεται να έχει μειωθεί κατά 260.000 άτομα. 0 αριθμός δε των απωλειών κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού Πολέ­μου στη Μικρά Ασία (1919-1922) θα φτάσει τα 128.000 άτομα. Με λίγα λόγια, μέσα σε 10 έτη (1914-1923) ο Ελληνισμός θρήνησε περί τους 388.000 Πόντιους. Αυτό σημαίνει πως

εξολοθρεύονταν 38.800 Έλληνες Πόντιοι ανά έτος, δηλαδή πάνω από 100 άτομα την ημέρα. Από τους 700.000 Ποντίους, επιβιώνουν και έρχονται στην Ελλάδα μόλις οι 312.000, δηλαδή το 44,57% του πληθυσμού, εκ των οποίων το 70% ήταν γυναικόπαιδα. Οι Οθωμανοί εξολόθρευσαν σε 10 χρόνια ένα ποσοστό άνω του 55% του συνολικού πληθυσμού, ενώ σχεδόν εξαφάνισαν τους άρρενες!

Συνιστά όμως η συγκεκριμένη οθωμανική πολιτική το έγκλημα της γενοκτονία; Ο ΟΗΕ για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας στο άρθρο 2 αναφέρει: «Στην παρούσα Σύμ­βαση ως γενοκτονία νοείται οποιαδήποτε από τις παρακάτω πρά­ξεις, η οποία γίνεται με πρόθεση την ολική ή μερική καταστροφή της εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής υπόστασης της ομάδος, δηλαδή: Όταν υπάρχουν δολοφονίες μελών της ομάδος. Πρόκληση σοβαρής βλάβης της σωματικής ή διανοητικής ακεραιό­τητας των μελών της ομάδος. Η συνειδητή υποβολή της ομάδας σε συνθήκες οι οποίες μπορούν να επιφέρουν την πλήρη ή τη μερική σωματική καταστροφή της. Μέτρα τα οποία αποβλέπουν στην πα­ρεμπόδιση των γεννήσεων στην υπό διωγμό ομάδα και η διά της βίας αφαίρεση και μεταφορά παιδιών μιας ομάδας εις τους κόλπους άλλης ομάδας». Αναφορικά με την περίπτωση των Οθωμανών θα πρέπει να σημειώσουμε τα εξής:

(1) Οι εγκληματία πράξεις των Οθωμανών έλαβαν χώρα κατά την περίοδο όπου δεν είχε «εφευρεθεί» η λέξη γενοκτονία, ο ορι­σμός της οποίας δόθηκε για να αντιμετωπίσει μεταγενέστερες καταστάσεις (Β’ ΠΠ).

(2) Η ύπαρξη των «ταγμάτων εργασίας» (αμελέ ταμπουρού), των πορειών (που ονομάστηκαν «λευκός θάνατος») στα χιονισμένα βουνά της Ανατολικής Τουρκίας που σκοπό είχαν τη φυσική εξό­ντωση των Ποντίων, των «Δικαστηρίων ανεξαρτησίας», τα οποία «αποκεφάλισαν» με συνοπτικές διαδικασία την ποντιακή ηγεσία, του παιδομαζώματος, των εξισλαμισμών, των ομαδικών εκτελέσε­ων και των βασανιστηρίων ουσιαστικά ικανοποιούν σημείο προς σημείο τον ορισμό της γενοκτονίας.

(3) Υπάρχουν τριών ειδών κατηγορίες μαρτύρων: τα ίδια τα θύματα, οι ξένοι υπήκοοι (διπλωμάτες και στρατιωτικοί οι οποί­οι βρίσκονταν στην περιοχή) και φυσικά οι ίδιοι οι Τούρκοι. Είναι χαρακτηριστικό πως όλοι τους μπορεί να μη χρησιμοποιούν τη μη υπαρκτή λέξη ακόμη, αλλά οι καταθέσει τους ουσιαστικά την περι­γράφουν πλήρως. Μερικές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούν είναι: «ημιεπίσημες εκτελέσεις», «σφαγές μαζικών διαστάσεων», «πολιτική εξόντωσης», «θηριωδία», «φοβερή τραγωδία», «έγκλη­μα», «προδιαγεγραμμένο σχέδιο», «ολοκληρωτική εξολόθρευση» ή «εξοντώνουν τους Έλληνες». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ, ο οποίος σε ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων (House of Commons. The Parliamentary Debates, Fifth Series, τόμ. 157) λέει: «…(στον Πόντο) δεκάδες χι­λιάδες (Έλληνες) άνδρες, γυναίκες και παιδιά απελαύνονταν και πέ­θαιναν. Ήταν καθαρή ηθελημένη εξολόθρευση. «Εξολόθρευση» δεν είναι δικιά μου λέξη. Είναι η λέξη που χρησιμοποιεί η Αμερικανική Αποστολή». Η περίφημη έκθεση Ρέντελ (20 Μαρτίου 1922), του τμήματος Εγγύς Ανατολής, του Υπουργείου Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας είναι ενδεικτική για την κατάσταση: «Οι κεμαλικοί είχαν ξεκάθαρη και απλή αντίληψη για το ζήτημα, θεωρούσαν τους Έλληνες αιτία ατελείωτων προβλημάτων και για αυτό αποφάσισαν να τους εξαφανίσουν διά παντός … Οι Τούρκοι ηγέτες δηλώνουν έτοιμοι να υπογράψουν οποιαδήποτε συμφωνία τούς ζητηθεί από τους συμμάχους για την προστασία των μειονοτήτων. Το θέμα είναι ότι δεν πρόκειται να την τηρήσουν και να τη σεβαστούν… Σκοπός των Τούρκων είναι να μην απομείνει κανένας Έλληνας». Ακόμα και οι σύμμαχοι των Οθωμανών. Αυστροούγγροι διπλωμάτες σημει­ώνουν σε αναφορές τους προς τη Βιέννη, ήδη από το 1914, ότι: «Οι Τούρκοι διαπράττουν… ένα μέγα λάθος και κανείς δεν λυπάται για αυτό τόσο, πολύ όπως εμείς οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί, στο λογαριασμό των οποίων θα πιστωθεί και αυτή η τελευταία βαρβα­ρότητα των Τούρκων». Προφανώς, τη συγκεκριμένη περίοδο η Βι­έννη φαίνεται να μη γνωρίζει για τις παροτρύνσεις του Λίμαν φον Σάντερς προς τους Νεότουρκους… Με άλλα λόγια, στο ερώτημα εάν αντιμετωπίζουμε μία περίπτωση γενοκτονίας, η απάντηση είναι ένα αβίαστο αλλά μελαγχολικό και γεμάτο θυμό «ναι».

ΠΑΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΥΝΕΒΗ Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΑΥΤΗ;

Για την απάντηση στο εν λόγω ζήτημα θα πρέπει πρωτίστως να σκιαγραφηθεί η πραγματική φύση του οθωμανικού κράτους. Η ανάδειξη του προβλήματος της ταυτότητας της οθωμανικής αυτο­κρατορίας θα καταδείξει και το λόγο τού γιατί η ηγεσία της επο­χής επέλεξε να εγκληματήσει. Το πρόβλημα της «ταυτότητας» του οθωμανικού κράτους αποτελεί τεράστιο θέμα, αλλά είναι και ένα ζήτημα «ταμπού» τόσο για την ελληνική όσο και για την τουρκική σύγχρονη ιστοριογραφία. Μόλις τα τελευταία χρόνια ξένοι κυρίως Τουρκολόγοι, αλλά και Βυζαντινολόγοι, αρχίζουν να προσεγγίζουν υπό ένα πιο επιστημονικό πρίσμα την οθωμανική πραγματικότητα, φέρνοντας στο φως νέα στοιχεία και προχωρώντας σε ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις. Στην παρούσα ανάλυση, αναφορικά με το εν λόγω θέμα, επιγραμματικά θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

Η οθωμανική περίοδος, σε σχέση με το ζήτημα της φύσης του κράτους, θα μπορούσε να χωριστεί σε τρεις ξεχωριστές περιόδους:

(1) Περίοδο2 1280-1520: Το οθωμανικό εμιράτο και μετέπει­τα η αυτοκρατορία είναι ένα κράτος όπου το σουνιτικό Ισλάμ και ο «τουρκισμός» ΔΕΝ ήταν το κυρίαρχο στοιχείο. Το μοντέλο που είχε ακολουθηθεί ήταν συνθετικό λαμβάνοντας υπόψη την κουλτούρα, τον πολιτισμό και τη θρησκεία των γηγενών της Μικράς Ασίας και των Βαλκανίων. Ακριβώς αυτός ήταν και ο λόγος που οι Οθωμανοί, ουσιαστικά ένα βυζαντινοτουρκικό ισλαμοχριοτιανικό «υβρίδιο», κατάφεραν να επιβληθούν σχετικά εύκολα και γρήγορα.

(2) Περίοδος 1520-1683: Η οθωμανική αυτοκρατορία οδη­γείται σε ισλαμοποίηση. Μέσω της κατάκτησης καθαρά σουνιτικών εδαφών (Συρία, Παλαιστίνη και Αίγυπτο όπου βρισκόταν και η έδρα του χαλίφη) μεταβάλλεται η σύσταση του πληθυσμού και κυριαρχεί το σουνιτικό και αραβικό στοιχείο. Στην οθωμανική ελίτ εισβάλλουν οι σκληροί σουνίτες Άραβες γραφειοκράτες των προσαρτούμενων χωρών. Αποτέλεσμα είναι να χαθεί η συνθετική μορφή του κράτους και να αρχίσουν να περιθωριοποιούνται όλα τα μη σουνιτικά- ισλαμικά στοιχεία.

(3) Περίοδος 1683-1923: Η οθωμανική αυτοκρατορία οδη­γείται σε τουρκοποίηση. Οι χριστιανικοί λαοί της αυτοκρατορίας, με πρωτοπόρους τους Έλληνες, βλέποντας την καθολική ισλαμοποίη­ση της προηγούμενης περιόδου και λόγω της μετατροπής τους σε πολίτες «β’ κατηγορίας» («ρεγιά»), μέσω των επαφών τους με τη Δύση ουσιαστικά «δυτικοποιούνται». Οι σουνίτες Οθωμανοί δεν τους εμπιστεύονται πλέον έτσι από την περίοδο εκείνη όλο και πε­ρισσότεροι τουρκικής καταγώγια αξιωματούχοι καταλαμβάνουν τις υψηλές θέσεις της αυτοκρατορία. Από τον 18ο αιώνα μία παρηκμασμένη οθωμανική αυτοκρατορία έχει να αντιμετωπίσει την εσωτερική αναταραχή και την εξωτερική πίεση. Η ισλαμοτουρκική οθωμανική ελίτ θεωρεί πως το «φάρμακο» βρίσκεται σε μία περί­πλοκη διαδικασία «εκσυγχρονισμού»/«δυτικοποίησης». Ακριβώς μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο η οθωμανική αυτοκρατορία επιδι­ώκει να δημιουργήσει ένα «εθνικά καθαρό κράτος» (Oπως δηλαδή συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη) στηριζόμενη ουσιαστικά στην «οθωμανική» ταυτότητα, η οποία δεν σημαίνει τίποτα άλλο από μία τουρκοϊσλαμική σύνθεση.

Όταν τα κινήματα και οι ιδεολογία των Νεοθωμανών (τελευταίο μισό του 19ου αιώνα) και των Νεότουρκων εμφανίζονται, ουσια­στικά η έννοια του «Οθωμανού» είναι πλέον συνυφασμένη με το σουνιτικό Ισλάμ και τον τουρκισμό (βέβαια υπάρχουν διαφορετικές «δοσολογίες» στο εν λόγω «μείγμα», ενώ υπάρχουν και κάποιοι λίγοι «ρομαντικοί», που για αυτούς ο Οθωμανισμός θα έπρεπε να εμπεριέχει τα αρχικά συνθετικά του χαρακτηριστικά). Η επανάσταση των Νεότουρκων ίου 1908, ενώ εξαγγέλλει «ελευθερία-ισότητα- αδελφότητα», στην πραγματικότητα υποκρύπτει έναν δυτικού τύπου σωβινισμό και εθνικισμό που θέλει να δημιουργήσει ένα εθνικά κα­θαρό δυτικού τύπου κράτος. Μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του συνεδρίου (Οκτώβρη 1911) της Επιτροπής της Ενώσεως & Προόδου, οι Νεότουρκοι υιοθετούν επισήμως την πολιτική «τουρκοποίησης» των πληθυσμών της O.A. Η κυνικότητα του κειμένου των πρακτικών που υιοθετούν είναι εντυπωσιακή. Μεταξύ άλλων σημειώνεται: «Η Τουρκία θα πρέπει να μεταβληθεί σε μία μουσουλμανική κυρίως χώρα. Κάθε άλλου είδους προπαγάνδα θα πρέπει να καταπολεμηθεί. Είναι όμως ξεκά­θαρο πως αυτό δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί μέσω της πειθούς, θα πρέπει να καταφύγουμε σε ένοπλη βία …Το δικαίωμα άλλων εθνοτήτων να διατηρήσουν δικούς τους οργανισμούς θα πρέπει να αρθεί- κάθε είδους αποκέντρωση και αυτονομία αποτελεί προδο­σία προς την τουρκική αυτοκρατορία. Οι εθνότητες αποτελούν μία αμελητέα ποσότητα, θα μπορούν να διατηρήσουν τη θρησκεία τους, αλλά όχι τη γλώσσα τους. Η εξάπλωση της τουρκικής γλώσσας αποτελεί τόσο ένα από τα κύρια μέσα εξασφάλισης της ισλαμικής θρησκείας όσο και της αφομοίωσης των μη ισλαμικών στοιχείων». Λαμβανομένου υπόψη όλων των προαναφερομένων, σε συνδυ­ασμό με τη γερμανική πολιτική κατά τον Α’ ΠΠ όπου ουσιαστικά υποβοήθησε αν όχι ενέπνευσε την οθωμανική/νεοτουρκική ελίτ στις εγκληματικές της ενέργειες, όλα τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΤΟΥ 21 ου ΑΙΩΝΑ Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ;

Ερχόμενοι στο σήμερα, είναι σαφές πως σε περίπτωση που το ζήτημα της γενοκτονίας λάβει τις διαστάσεις που πρέπει, τότε όλο το θεωρητικό, πολιτικό και πολιτιστικό οικοδόμημα τόσο της νεο- τουρκικής / κεμαλικης όσο και της πανισλαμικης / νεοθωμανις ελίτ θα καταρρεύσει. Γιατί; Η σημερινή τουρκική πολιτική σκηνή έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

(1) Στο εσωτερικό της Τουρκίας αυτήν τη στιγμή ερίζουν για την εξουσία δύο φατρίες. Η νετουρκική / κεμαλική και η πανισλαμική / νεοθωμανική. Είναι αξιοσημείωτο πως ενώ ακριβώς έναν αιώνα πριν οι Πανισλαμιστές ήταν στην εξουσία και οι Νεότουρκοι προ­σπαθούσαν να επιβληθούν, με αποτέλεσμα για λίγο καιρό να συ­νυπάρξουν, σήμερα οι Νεότουρκοι έχουν την εξουσία και οι Πανισλαμιστές ερίζουν για τα πρωτεία, ενώ την εποχή αυτή υπάρχει μία ευαίσθητη συνύπαρξη μεταξύ τους.

(2) Ενώ στο εσωτερικό μέτωπο οι δύο αυτές εξουσίες βρίσκονται σε μία κρίσιμη σύγκρουση θανάτου, στα εξωτερικά θέματα είναι σαφές πως υπάρχουν κοινοί στόχοι. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν «κακοί στρατηγοί» και «καλοί πολιτικοί» Αυτό είναι άλλη μία «κα­ραμέλα» των Ελλήνων πολιτικών για να βρίσκουν συνεχώς δικαι­ολογίες διαλόγου «με τους καλούς πολιτικούς» μη αναγκαζόμενοι να αντιδράσουν στις συνεχείς «στρατιωτικής» φύσης προκλήσεις της Άγκυρας.

(3) Οι Κεμαλιστές ακολουθούν μία εθνικιστική πολιτική, με όλη τους τη ρητορική να επικεντρώνεται στην ανάγκη «εξασφάλισης της επιβίωσης του χώρου της Μικράς Ασίας», με αποτέλεσμα να επι­ζητούν μία «ζώνη ασφαλείας» γύρω από αυτήν, ειδικά στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι Νεοθωμανοί, από την πλευρά τους ακολουθούν αυτοκρατορική πολιτική. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου μιλάει για τη μουσουλμανική παγκόσμια «Ούμα» («Κοινότητα») και το «στρατηγικό βάθος» της Τουρκίας, άλλη έκφραση για την περιγραφή του «ζωτικού χώρου», ο οποίος δεν είναι άλλος από το χώρο της πρώην οθωμανικής αυ­τοκρατορίας.

Με άλλα λόγια, για την Άγκυρα, είτε ακολουθώντας μία εθνικιστι­κή «αμυντικογενή» («προφύλαξη» της Μικράς Ασίας) πολιτική, είτε μία αυτοκρατορική «επιθετικογενή» (επανάκαμψη στην Ανατολική Μεσόγειο) πολιτική, ο στόχος είναι κοινός, ενώ το αποτέλεσμα για την Ελλάδα είναι το ίδιο. Κάποιοι δε έχουν ονομάσει την κεμαλική πολιτική ως «Σεβροφοβία», με αποτέλεσμα η σημερινή κατάσταση στο εσωτερικό της Τουρκίας να χαρακτηρίζεται ως «σχιζοφρενι­κή», δηλαδή ενυπάρχει συνύπαρξη πολιτικών άκρατου φόβου για το διαμελισμό της χώρας και ταυτοχρόνως άκρατης φιλοδοξίας για αυτοκρατορικό μεγαλείο. Το Κουρδικό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, αφού από τη μία υπάρχει ο φόβος του διαμελισμού και από την άλλη η Τουρκία προσπαθεί να καταστήσει την περιοχή του Βορείου Ιράκ «τσιφλίκι» της.

(4) Είναι σαφές πως ο Νεοθωμανισμός αποτελεί βολικό όχημα και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Οι μεν Νεοθωμανοί για να δώσουν αξιοπιστία στο όραμά τους χρειάζονται τις Ένοπλες δυνά­μεις. Δεν γίνεται αυτοκρατορία χωρίς στρατό. Οι δε Κεμαλιστές επι­βεβαιώνουν την ανάγκη ύπαρξής τους. Η ένοπλη δύναμη σε τέτοιες ιδεολογίες είναι πάντα απαραίτητη. Άρα, η ιδεολογία του Νεοθωμανισμού, παρά τα εσωτερικά προβλήματα, για τις εξωτερικές σχέσεις αποτελεί ένα θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο και οι δύο πλευρές επεν­δύουν, η κάθε μία με τον τρόπο της και σε διαφορετικό βαθμό.

(5) Για την ώρα φαίνεται πως η συγκεκριμένη θεωρία έχει εντυπωσιάσει τόσο τη Δύση, ειδικά τους Αγγλοσάξονες, οι οποί­οι μπορούν να αντιληφθούν την αξία ανάπτυξης γεωπολιτικών και γεωπολιτισμικών θεωρείων όσο και τις χώρες που αποτελούν το

«στρατηγικό βάθος» της νεοθωμανικής αυτοκρατορία. Με άλλα λόγια, η τουρκική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια, στην Ανατο­λική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, ακόμα ακόμα και στην Κε­ντρική Ασία φαίνεται να «περνάει». Έτσι, η υπενθύμιση του «οθωμανικού παραδείσου» κάνει θραύση τόσο στα Βαλκάνια (Αλβανία, Βοσνία, Σκόπια) όσο και στον αραβικό κόσμο (ειδικά μετά τη στάση της Άγκυρας απέναντι στο Ισραήλ).

Μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο, το μέγιστο ερώτημα αφορά το πως μπορεί η Αθήνα, η Λευκωσία, το Γιερεβάν, η Σόφια, το Βελι­γράδι, το Τελ Αβίβ και το Ερμπίλ να αντιμετωπίσουν μία γεωπολιτική-γεωπολιτισμική θεωρία σαν αυτή του Νεοθωμανισμού, η οποία είναι σαφές πως για εξωτερική «κατανάλωση» χρησιμοποιείται τόσο από τους Κεμαλιστές όσο και από του Πανισλαμιστές, ενώ εντυπωσιάζει τόσο τη Δύση όσο και τους δυνητικούς «υπηκόους» στην ευρύτερη περιοχή. Η απάντηση είναι μία: Μία πολιτική ιδεο­λογία, διότι περί αυτού πρόκειται, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αρχικώς σε θεωρητικό επίπεδο. Η πολιτική ιδεολογία θα πρέπει να χτυπηθεί στην ίδια της τη ρίζα, δηλαδή στο πεδίο όπου μία θεωρία αποκτά πολιτική νομιμοποίηση. Εάν ο Νεοθωμανισμός μπορεί να δεχθεί πλήγμα στο ζήτημα της προσφοράς του στην ανθρωπότητα και τον πολιτισμό, τότε ουσιαστικά θα καταστρα­φούν τα θεμέλιά του και η αποδόμησή του θα λάβει χώρα μπρο­στά στα μάτια όλου του κόσμου.

Είναι σαφές από τον «πατέρα» (τον καθηγητή Α. Νταβούτογλου) της ίδιας της νεοθωμανικης ιδεολογία, πως πρότυπο του είναι η οθωμανική ιδεολογία της περιόδου του 1683 και μετά. Δηλαδή, ο Α. Νταβούτογλου έχει ως πρότυπο μία οθωμανική αυτοκρατο­ρία η οποία είχε ισλαμοποιηθεί και είχε τουρκοποιηθεί πλήρως. Ο «ήρωας» του Α. Νταβούτογλου είναι ο Αμπντούλ Χαμίντ Β’ και όχι οι πρώτοι σουλτάνοι του οθωμανικού εμιράτου. Ο Ελληνισμός, και κάθε άλλος ο οποίος έχει «έννομο συμφέρον» την πάταξη της νεο-θωμανικης ιμπεριαλιστικής  ιδεολογίας, θα πρέπει να γνωστοποιή­σει στο κόσμο το «ποιόν» της θεωρίας αυτής. Πώς είναι δυνατόν μία ιδεολογική γεωπολιτική-γεωπολιτισμική προσέγγιση, η οποία έχει «φορτωθεί» τρομακτικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, να φι­λοδοξεί να αποτελέσει το νέο «μοντέλο» οργάνωσης του διεθνούς συστήματος του χώρου («στρατηγικό βάθος») στον οποίο απευθύνεται; Με άλλα λόγια, σαν η Γερμανία να προσπαθεί να οργανώσει την Ευρώπη («Ζωτικό Χώρο») με βάση μία νεοναζιστική προσέγγιση. Είναι σαφές πως ο «κακός πρότερος βιος» του ναζισμού σε καμία περίπτωση δεν συνιστά εχέγγυο την αναγέννησή του. Πως είναι δυνατόν να συμβεί αυτό με τον Οθωμανισμό τύπου Νταβούτογλου; Η Ελλάδα δεν έχει παρά να μετατρέψει σε σημαία της εξωτερικής της πολιτικήs το ζήτημα της γενοκτονίας και να καταδείξει τα ιστορι­κά στοιχεία -οι αποδείξει είναι άφθονες-, τους πρωτεργάτες των γενοκτονιών των Ελλήνων και των Αρμενίων οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τους:

(1) Τον πανισλαμιστή/οθωμανιστή σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β’, τον επονομαζόμενο και «ερυθρό σουλτάνο» από τις σφαγές κατά των χριστιανών και των Αρμενίων (1894) της Μικράς Ασίας και των Βαλκανίων.

(2) Τους Νεότουρκους/Οθωμανιστές πασάδες της τριανδρία Ταλαάτ, Εμβέρ και Ίζεμάλ οι οποίοι, ως μέλη του νεοτουρκικού κομιτάτου, ήδη από το 191 1 είχαν αποφασίσει να τουρκοποιήσουν με τη βία την οθωμανική αυτοκρατορία και εν πολλοίς τα κατάφεραν.

(3) Τον Νεότουρκο/εθνικιστή Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος με τις διαταγές του οδήγησε στον αφανισμό τους Έλληνες του Πόντου. Υπενθυμίζεται πως τον Αύγουστο του 1919 διέταξε την εξόντωση όλου του ανδρικού ποντιακού πληθυσμού από 18 ετών και άνω, ενώ ένα μήνα μετά αποφασίστηκε η επέκταση του μέτρου για όλους τους άρρενες από 15 ετών και άνω τον Μάιο δε του 1922 διατά­χθηκε η οριστική εξόντωση όλων των εκτοπισμένων. Η δήλωση (21/5/1922) του Ισμέτ Ινονού ενώπιον της Εθνοσυνέλευση5 εί­ναι αποκαλυπτική: «Η σφαγή των Γκιαούρηδων αποφασίστηκε γιατί αυτοί δολοφόνησαν πολλούς Τούρκους, ατίμασαν χανούμισσες, έκαναν καταστροφές. Τότε έδωσε διαταγή το Κέντρον (Μουσταφά Κεμάλ) στον Τοπάλ Οσμάν Αγά να ξεκινήσει τη σφαγή». Η διαβεβαί­ωση δε του Μουσταφά Κεμάλ προς τον μακελλάρη του Ποντιακού Ελληνισμού, τον Τοπάλ Οσμάν πως «με την πάροδο του χρόνου θα τους καθαρίσουμε όλους τους Ρωμιούς» δεν αφήνει χώρο για πα­ρερμηνεία.

Οι σημερινοί Έλληνες, Πόντιοι και μη, μέσω των πολιτικών επιλογών τους, είναι υποχρεωμένοι να εξασφαλίσουν, όχι μόνο απέναντι oτους προγόνους τους που αγωνίστηκαν, πολέμησαν και χάθηκαν αλλά και απέναντι στα παιδιά τους που δεν έχουν γεν­νηθεί ακόμα πως «η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει και άλλο». Αυτό θα επιτευχθεί μόνο μέσα από την αποφασιστική καταπολέμηση του Νεοθωμανισμού, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Η παρούσα σκοπό είχε να προσδώσει μία νέα διάσταση της γενοκτονίας και να επιστήσει την προσοχή στους κρατούντες αναφορικά με τη χρησιμότητά της ακόμα και ως ένα όπλο παραγωγής αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής, πεδίο στο οποίο η φαίνεται να πάσχει χαρακτηριστικά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s