Θρησκευτικοί πόλεμοι

Όταν μιλάμε σήμερα για θρησκευτικούς πολέμους, σκεφτόμαστε κυρίως μια ενδεχόμενη σύγκρουση ανάμεσα στον μουσουλμανικό και τον δυτικό κόσμο, αντίληψη την οποία ενθάρρυναν ορισμένοι πολιτικοί ηγέτες ή σχολιαστές μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, χρησιμοποιώντας ένα λεξιλόγιο με θρησκευτικές συνηχήσεις. Έτσι σήμερα γίνεται λόγος για «σταυροφορίες» που θα ευοδωθούν «χάρη στη βοήθεια του Θεού» και οι οποίες απαντούν στις εκκλήσεις για ιερό πόλεμο ενάντια στους άπιστους τις οποίες κάνουν οι ριζοσπαστικοί ισλαμιστές. Όμως μια τόσο μαναχαϊστική αντίληψη δεν αντιστοιχεί στη γνώμη της πλειονότητας των πληθυσμών που πιστεύουν σε μια θρησκεία.

Προκειμένου να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα των συγκρούσεων που θεμελιώνονται σε αποκλίσεις θρησκευτικής τάξης, αρμόζει να επανεξετάσουμε την Ιστορία και τα χαρακτηριστικά των διαφόρων θρησκειών, οι οποίες συχνά χαρακτηρίστηκαν «όπιο του λαού».

Η σύγκρουση που βιώνει η Βόρεια Ιρλανδία μπορεί βέβαια να παρουσιαστεί ως αντιπαράθεση μεταξύ καθολικών και προτεσταντών, κάτι που μας παραπέμπει στους θρησκευτικούς πολέμους που γνώρισε η Ευρώπη τον δέκατο έκτο και τον δέκατο Έβδομο αιώνα.  Ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία έφερε αντιμέτωπους καθολικούς Κροάτες και Ορθόδοξους Σέρβους. Μπορούμε επίσης να εντοπίσουμε μια θρησκευτική διάσταση στην αντιπαράθεση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν ή μεταξύ Ισραήλ και αραβικών χωρών.  Στην πραγματικότητα όμως, η πολιτική διάσταση πάντοτε υπερισχύει της θρησκευτικής στις συγκρούσεις αυτές, ακόμα κι όταν η τελευταία είναι περισσότερο ορατή.  Στις Αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα όμως, τα σχόλια όσον αφορά έναν ενδεχόμενο θρησκευτικό πόλεμο θυμίζουν κυρίως το φόβο που νιώθει ο δυτικός κόσμος απέναντι στον ριζοσπαστικό ισλαμισμό, φόβος που πρόσφατα ενισχύθηκε λόγω των επιθέσεων στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου.

Το Ισλάμ φοβίζει, διότι συχνά συνδέεται με τη μορφή του φονταμενταλιστή.  Δεν γίνεται μόνον αντιληπτό ως μια ριζική αμφισβήτηση της δυτικής κυριαρχίας στον πλανήτη, αλλά επίσης ως μια κριτική των θεμελιακών αξιών του δυτικού κόσμου της δημοκρατίας, της πολιτικής εναλλαγής, του ανθρώπου.

Στον υποβιβασμό της εικόνας του Ισλάμ συνέβαλε η ιρανική επανάσταση του 1979, με τις τεράστιες μάζες που διακήρυτταν το μίσος τους για τους Αμερικανούς και έφτασαν μέχρι το σημείο να πιάσουν ομήρους ορισμένους διπλωμάτες της αμερικανικής πρεσβείας-κάτι που παραβίαζε την παλαιότερη γενικώς αποδεκτή αρχή στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων, δηλαδή το σεβασμό των εκπροσώπων και των απεσταλμένων των άλλων εθνών.

Η δολοφονία, από έναν εξτρεμιστή, του προέδρου Σαντάτ, ενόχου για το γεγονός ότι συνήψε ειρήνη με το Ισραήλ, ο πόλεμος του Λιβάνου και οι επακόλουθες φρικαλεότητές του-μεταξύ των οποίων, και στην περίπτωση αυτή, η ομηρεία  δυτικών δημοσιογράφων και διπλωματών-,η πραγματοποίηση τρομοκρατικών επιθέσεων στην Ευρώπη, η εικόνα των «τρελών του Θεού» των έτοιμων για όλα, συμπεριλαμβανομένης της θυσίας της ίδιας τους της ζωής, όλα τούτα συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας εικόνας σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια ανυπέρβλητη και αμείωτη αντίθεση μεταξύ δυτικού και μουσουλμανικού κόσμου.

Τον κόσμο αυτόν τον αναλύουμε βεβιασμένα ως σκοταδιστικό, για να μην πούμε δικτατορικό.  Εάν βρίσκονται στην αντιπολίτευση, οι ισλαμιστές θεωρούνται τρομοκράτες και, σε περίπτωση που βρίσκονται στην εξουσία, δικτάτορες που εφαρμόζουν μιαν αρχαϊκή αντίληψη της δικαιοσύνης, που νομιμοποιεί το λιθοβολισμό ή τον ακρωτηριασμό όσων κρίνονται ένοχοι.  Οι αναμνήσεις των αραβικών εισβολών στην Ευρώπη τον όγδοο αιώνα, η μνήμη, στη Γαλλία, του πολέμου της Αλγερίας τροφοδοτούν τους παραπάνω φόβους.  Για πολλούς ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός μετατρέπεται ταχύτατα στην κυριότερη απειλή κατά της παγκόσμιας ειρήνης και της ασφάλειας, αντικαθιστώντας την κομμουνιστική απειλή, που εξαφανίστηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο πρώην γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Βέλγος Γουίλι Κλάες, έφτασε μάλιστα μέχρι το σημείο να κάνει τις ακόλουθες δηλώσεις σε μια γερμανική εφημερίδα το 1993. «Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός και η δημοκρατία δεν μπορούν να συμφιλιωθούν, αλλά το ΝΑΤΟ μπορεί να συνεισφέρει στην αποσόβηση της απειλής που αντιπροσωπεύει ο ισλαμικός εξτρεμισμός, διότι είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια στρατιωτική συμμαχία».

Αυτή η απειλή είναι ακόμα μεγαλύτερη όσο βαραίνει πάνω στους ισλαμιστές ηγέτες η υποψία ότι δεν συμμερίζονται την ορθολογικότητα των δυτικών, εν αντιθέσει προς τους Σοβιετικούς που σκέφτονταν με τα ίδια κριτήρια.

Οι επιθέσεις αυτοκτονίας, οι οποίες πολλαπλασιάστηκαν πρόσφατα με την έναρξη της δεύτερης Ιντιφάντα και, εν συνεχεία, με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στην καρδιά της Αμερικής, αποδεικνύουν πόσο δοξάζεται η ώθηση προς το μαρτύριο και πόσο επικίνδυνη γίνεται.  Η προσφυγή στην τρομοκρατία και τα καλέσματα σε Τζιχάντ (σε ιερό πόλεμο) προκαλούν φόβο.  Η θέληση ορισμένων μουσουλμανικών χωρών να εφοδιαστούν με όπλα μαζικής καταστροφής (πυρηνικά, βιολογικά, χημικά) και με βαλλιστικούς πυραύλους εγείρει το φάσμα πυρηνικών οπλοστασίων που δεν θα χρησίμευαν πλέον για την αποτροπή αλλά για την καταστροφή.

Ο κίνδυνος όμως του θρησκευτικού ριζοσπαστισμού δεν αφορά μόνο τους μουσουλμάνους, ακόμα κι αν η αμφισβήτηση που εκφράζουν φαντάζει πιο θεαματική, δεδομένου ότι αντιτάσσεται στην παρούσα παγκόσμια κατάσταση της δυτικής επικυριαρχίας.

Στο Ισραήλ, πολυάριθμοι πολίτες ανησυχούν για την αυξανόμενη επιρροή των φανατικών στην καθημερινή ζωή τους.  Αυτοί οι εξτρεμιστές, που απορρίπτουν την ειρηνευτική διαδικασία με τις αραβικές χώρες, αρνούνται την αρχή που προβλέπει την επιστροφή των υπό παράνομη ισραηλινή κατοχή από το 1967 εδαφών ως αντάλλαγμα για την ειρήνη, ειδικά με τους Παλαιστινίους.  Κατ’ αυτούς, τα εν λόγω εδάφη είναι ιερά και ανήκουν ιστορικά στον εβραϊκό λαό.  Οι πιο εξτρεμιστές δεν διστάζουν να τεθούν υπέρ της απέλασης όλων των Παλαιστινίων, για να διατηρήσουν την κατοχή του συνόλου των εδαφών, ή υπέρ της οργάνωσης επιθέσεων εναντίον τους έφτασαν μάλιστα μέχρι το σημείο να δολοφονήσουν τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Γιτζάκ Ραμπίν, ένοχο, στα μάτια τους, για το γεγονός ότι συνδιαλεγόταν με τον Παλαιστίνιο ηγέτη Γιασέρ Αραφάτ. Ένα κομμάτι της ισραηλινής κοινωνίας κινητοποιείται εναντίον τους, διότι δεν αποδέχεται την ηθική τάξη πραγμάτων που θέλουν να επιβάλουν.

Θα πρέπει να αποδώσουμε στην απειλή που εκπροσωπεί το ριζοσπαστικό Ισλάμ για τον δυτικό κόσμο της πραγματικές της διαστάσεις, λόγω μιας σειράς παραγόντων.

Ο πρώτος αφορά τον εξαιρετικά ετερόκλητο χαρακτήρα αυτού του μουσουλμανικού κόσμου. Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε το Πακιστάν και την Ινδονησία, χώρες στενά συνδεδεμένες με τη Δύση, την Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, τη Σαουδική Αραβία, πιστή σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών, να επιτίθενται συμμαχώντας μεταξύ τους ή με άλλα κράτη στον δυτικό κόσμο.  Εάν υπάρχει κίνδυνος σύρραξης, αυτός εντοπίζεται περισσότερο μεταξύ των μουσουλμανικών χωρών, μεταξύ των οποίων υπάρχουν έντονες εσωτερικές αντιπαλότητες, πέραν των διακηρύξεων ενότητας.  Ο μουσουλμανικός κόσμος είναι πολύ κατακερματισμένος για να έχει έναν και μοναδικό ηγέτη ικανό να συνασπίσει το σύνολο των εν λόγω χωρών.  Εντούτοις, αυτό δεν εμπόδισε τη συγκρότηση διεθνών τρομοκρατικών οργανώσεων, εκ των οποίων μία είναι και «το νεφέλωμα Μπιν Λάντεν»,για το οποίο υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι είναι ιθύνων νους των ενεργειών της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Εξάλλου, οι χώρες αυτές είναι, από στρατιωτική άποψη, πολύ πιο αδύναμες από τις δυτικές χώρες.  Μόνο το Πακιστάν κατέχει ένα υποτυπώδες πυρηνικό οπλοστάσιο, το οποίο μπορεί να του χρησιμεύσει ως αποτρεπτική δύναμη απέναντι στην Ινδία, αλλά θα αδυνατούσε να απειλήσει μια δυτική χώρα.

Ακόμα κι αν πολλές μουσουλμανικές χώρες θέλουν να εφοδιαστούν με βαλλιστικούς πυραύλους, αυτοί παραμένουν μικρού βεληνεκούς και περιορισμένου αριθμού.  Ο πόλεμος του κόλπου μας έδωσε μιαν εικόνα της δυσαναλογίας ανάμεσα στο οπλοστάσιο του Ιράκ- του οποίου ο στρατός παρουσιαζόταν εσφαλμένα ως τέταρτος στον κόσμο, πριν από την έναρξη της σύρραξης-και αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Τέλος, ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός συνιστά πρωτίστως μιαν απειλή για τις μουσουλμανικές χώρες, όπως ο εβραϊκός εξτρεμισμός απειλεί κατ’ αρχάς το Ισραήλ.  Οι διαμάχες δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά με βάση τον θρησκευτικό παράγοντα.  Μπορεί να υπάρξουν πόλεμοι μεταξύ λαών ή εθνών που ανήκουν σε διαφορετικές θρησκείες, όπως επίσης υπάρχουν πολλοί- μάλλον περισσότεροι-οι οποίοι φέρνουν αντιμέτωπους λαούς και έθνη που πιστεύουν στον ίδιο Θεό. Ένας θρησκευτικός πόλεμος σχετίζεται μάλλον με τη φαντασίωση παρά με την πραγματικότητα.  Πολύ συχνά, οι θρησκείες είναι διαιρεμένες και κατακερματισμένες (Ισλάμ των σιιτών ή των σουνιτών, ελληνική ή σλαβική Ορθοδοξία, προοδευτικοί ή αντιδραστικοί καθολικοί και τα λοιπά).  Εντούτοις τα πρόσφατα γεγονότα που συνέβησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες αναζωπυρώνουν αυτή την υπόθεση περί πολέμου μεταξύ θρησκευτικών μπλόκ, την οποία και ενθαρρύνει ο πολλαπλασιασμός των εκκλήσεων για χρήση βίας και για πραγματοποίηση ιερού πολέμου.  Οι θρησκείες αυτές καθαυτές δεν αποτελούν μείζονα παράγοντα για να ξεκινήσει μια σύγκρουση.  Μπορούν όμως να συμβάλλουν σ’ αυτήν αν συνδυαστούν με άλλες αντιπαλότητες (κοινωνικές, εθνικές, πολιτικές, εθνοτικές, οικονομικές κ.τ.λ).  Στην πραγματικότητα, οι θύλακοι εξαθλίωσης πολλαπλασιάζονται και, σε πολλές περιπτώσεις η αντίληψη για την ύπαρξη συμπυκνώνεται στην επιλογή μεταξύ φυλάκισης και θυσίας για μια υπόθεση που θεωρείται «ευγενής». Συχνά προτάσσεται η θρησκεία αλλά, στην πραγματικότητα, εκείνο που εκφράζεται πριν απ’ όλα είναι οι πολιτικές διεκδικήσεις.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s