Η Κοινωνία των Εθνών

 Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια, κατά τον 20ο αιώνα, για επίτευξη των βασικών σκοπών ενός καλύτερου κόσμου, την εξασφάλιση δηλαδή διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, έγινε μετά το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κατά την σύναψη της συνθήκης των Βερσαλλιών το 1919 (μεταξύ των συμμάχων και των αποκαλούμενων Συνδεδεμένων δυνάμεων με την Γερμανία), με την δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ). Εμπνευστής και κύριος θεμελιωτής της ιδέας ενός διεθνούς οργανισμού με κεντρικό έλεγχο για την εξασφάλιση και την επικράτηση του δικαίου, της ελευθερίας και της παγκόσμιας ασφάλειας, ήταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Γούδροου Ουίλσον (εξελέγη το 1913 νικώντας με σημαντική διαφορά τον Ρούσβελτ). Η ιδέα και ο σχεδιασμός της οργάνωσης αυτής  ανακοινώθηκε για πρώτη φορά στην αμερικανική Γερουσία, μέσω του μεγαλεπήβολου διαγγέλματος του Ουίλσον, στης 22 Ιανουαρίου του 1917, στον οποίο αναλύονταν οι βασικές αρχές πάνω στις οποίες θα θεμελιωνόταν η σχεδιαζόμενη (μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) ειρήνη του κόσμου. Ακολούθησε ο περίφημος λόγος του Προέδρου Ουίλσον στο Αμερικάνικο Κογκρέσο, τον Ιανουάριο του 1918, στον οποίο περιλαμβάνονταν οι περιώνυμοι δεκατέσσερις όροι. Ο δέκατος τέταρτος όρος του Προεδρικού λόγου αφορούσε την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας όλων των κρατών, και ουσιαστικά είναι το προοίμιο της ίδρυσης της ΚτΕ. Το άρθρο 10 του συμφώνου της ΚτΕ, το οποίο θεωρείτε και η καρδιά της, αποτελεί αντιγραφή του 14ου όρου του λόγου του Ουίλσον.

Ο Ουίλσον ήταν πραγματικά μια αντιφατική προσωπικότητα, άνθρωπος θεωρητικός και όχι πρακτικός, ιδεαλιστής και οραματιστής αλλά ταυτόχρονα ανένδοτος και ασυμβίβαστος στην θεώρηση των απόψεων του. Κατά την κρίσιμη και αποφασιστική όμως εκείνη εποχή, για την τύχη και την ζωή του κόσμου, είναι ο εμπνευστής και θεμελιωτής της ΚτΕ. Η Κοινωνία των Εθνών του Ουίλσον στηριζόταν στην κοινή γνώμη και τις διεθνείς σχέσεις. Η νέα υπό διαμόρφωση εποχή χαρακτηριζόταν από την ανοιχτή ή φανερή διπλωματία, την δημοσίευση των συνθηκών, την προσπάθεια κωδικοποίησης των βασικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου, την συλλογική ασφάλεια και την χρήση του βήματος της ΚτΕ, για την καταδίκη των παράνομων αποφάσεων στις συνειδήσεις των ελευθέρων λαών. Ο Γούδροου Ουίλσον ήθελε την ΚτΕ να είναι το δικαστήριο της κοινής γνώμης, στο οποίο η συνείδηση του κόσμου θα μπορούσε να εκδώσει την ετυμηγορία της, “the general judgment of the world as to who is right”. Έτσι, η ΚτΕ στηριζόταν στην αντίληψη, ότι η εποχή της Δημοκρατίας είχε έρθει, καθόσον υπήρχε ένας επαρκής αριθμός εθνών, ενωμένων σε μία οργάνωση, για την διατήρηση και διαφύλαξη της παγκόσμιας ειρήνης. Οι ιδέες και οι αρχές αυτές σκιαγραφούνται στο Σύμφωνο της ΚτΕ, το οποίο εγγυάται την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία των κρατών αυτών. Οι θεμελιωτές της ΚτΕ δέχθηκαν σαν βασική αρχή και προϋπόθεση για την είσοδο ενός κράτους στη ΚτΕ, την ανεξαρτησία και κυριαρχία του, τις Μεγάλες Δυνάμεις οι επικρατούντες συνεταίρους  και την Ευρώπη σαν κεντρικό πυρήνα του παγκόσμιου πολιτικού συστήματος.

Η ΚτΕ επέζησε σαν οργανισμός από το 1920 έως το 1946, όπου διαλύθηκε επίσημα. Στα 26 χρόνια ζωής του οργανισμού, συμμετείχαν κατά περιόδους 63 έθνη εκ των οποίων 28 ήταν εξαρχής και παρέμειναν μέχρι τέλους μέλη. Η πρώτη συνεδρίαση της ΚτΕ έγινε στην Γενεύη στις 15 Νοεμβρίου του 1920, με την συμμετοχή αντιπροσώπων από 42 έθνη.

Η ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ

Αφού είχε προηγουμένως προπαρασκευασθεί το έδαφος από την ομολογουμένως νευρώδη ηγεσία του Ουίλσον, η συνδιάσκεψη της ειρήνης μπόρεσε να παρασκευάσει, με ολιγοήμερη εργασία της επιτροπής, ένα κείμενο στο οποίο δόθηκε η ονομασία «Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών». Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1919, και υπέστη πολλές και διάφορες κριτικές, ειδικά στις ΗΠΑ, όπου το άστρο του Ουίλσον είχε αρχίσει ήδη να δύει, όπως επίσης και από άλλα ουδέτερα κράτη της Ευρώπης τα οποία δεν συμμετείχαν επίσημα στην σύνταξή του. Τελικά το σύμφωνο έγινε καλόπιστα αποδεκτό από τους υπολοίπους, και το τελικό κείμενο τροποποιημένο και αναθεωρημένο ψηφίσθηκε την 28η Απριλίου 1919, ομόφωνα από την διάσκεψη ειρήνης των Παρισίων.

Το Σύμφωνο ήταν ένα σύντομο και περιεκτικό κείμενο αποτελούμενο από 26 άρθρα, τα οποία αποτέλεσαν και ουσιαστικό μέρος της συνθήκης των Βερσαλλιών. Το Σύμφωνο μεταξύ άλλων αναφερόταν στην μείωση των εξοπλισμών, στην συλλογική ασφάλεια και ειρηνική διευθέτηση των διαφορών, στην ακεραιότητα και ανεξαρτησία των κρατών μελών, στην αλληλοβοήθεια και κοινή τους δράση έναντι απειλών πολέμου, σε οικονομικές κυρώσεις σε παραβάτες του Συμφώνου, στην υπό διαμόρφωση ανοικτή διπλωματία, στην ίδρυση του συστήματος των Εντολών και σε θέματα παγκόσμιας οικονομικής και κοινωνικής συνεργασίας και υποστήριξης ανθρωπιστικής βοήθειας (υποστήριξη Ερυθρού Σταυρού).

Το Σύμφωνο της ΚτΕ δεν έγινε ποτέ αποδεκτό από τον Αμερικανικό λαό και την Αμερικανική Γερουσία και έτσι ενώ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ουσιαστικά ο εμπνευστής και θεμελιωτής της και ουσιαστικός συντάκτης των στόχων και οραμάτων της, η χώρα του δεν έγινε ποτέ ενεργό μέλος της οργανώσεως.  Ο Ουίλσον συνάντησε δογματικές αντιδράσεις τόσο από την πλειοψηφία του Αμερικανικού λαού αλλά κυρίως από τον γερουσιαστή Λόντζ, πιστό συνεχιστή της πολιτικής Ουάσιγκτον, περί μη συμμετοχής σε συμμαχίες και τήρηση της πατροπαράδοτης πολιτικής της απομονώσεως. Ο Λόντζ επικέντρωσε τις αντιθέσεις του στο Σύμφωνο, λέγοντας ότι δέσμευσε της ΗΠΑ και τις υποχρέωνε να υποβάλλουν κάθε διεθνή τους διαφορά στην ΚτΕ, η οποία, ως εκ τούτου, θα ήταν εξουσιοδοτημένη να εκδικάζει θέματα εσωτερικής δικαιοδοσίας. Οι αντιδράσεις εστιάζονταν στο άρθρο 10 του Συμφώνου, το οποίο κατά τον Λόντζ και τους Ρεπουμπλικάνους Γερουσιαστές ακύρωνε το δόγμα Μονρόε και μπορούσε να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σε πόλεμο «αποφάσει άλλων κρατών». Ο Ουίλσον στην προσπάθεια να εξουδετερώσει τις κατηγορίες των επικριτών του επέφερε (τέσσερις) τροποποιήσεις στο Σύμφωνο, αλλά οι πεισματικές αντιδράσεις των Ρεπουμπλικάνων επικεντρώθηκαν στο άρθρο 10 του Συμφώνου, το οποίο φυσικά δεν ήταν δυνατόν να τροποποιηθεί αφού ήταν στην ουσία η καρδιά του Συμφώνου της ΚτΕ. Βάση του άρθρου 10, κατά την γνώμη των Ρεπουμπλικάνων, η ΚτΕ είχε την δυνατότητα να διατάξει τις ΗΠΑ να πολεμήσουν ή να επιβάλλουν οικονομικούς αποκλεισμούς εναντίον άλλων κρατών. Όλα αυτά όμως ήταν απαράδεκτα, γιατί αντέβαιναν προς το Σύνταγμα των ΗΠΑ, δυνάμει του οποίου το Κογκρέσο κηρύσσει πόλεμο και επιπλέον όλα τα νομοσχέδια, που αφορούν τον προϋπολογισμό, πρέπει να τύχουν της εγκρίσεως του Κογκρέσου. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι όπως αναφέρθη ο Ουίλσον δεν ήταν άνθρωπος των υποχωρήσεων και συνθηκολογήσεων και έτσι δεν βοήθησε την όλη προσπάθεια για εξεύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης. Μια μικρή κατανόηση και υποχώρηση του άκαμπτου Προέδρου θα ήταν επαρκής να συμβιβάσει τα φαινομενικά ασυμβίβαστα και να οδηγήσει την πλειοψηφία της Γερουσίας στην επικύρωση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και κατά συνέπεια και της ΚτΕ. Ως προς τον Αμερικανικό λαό, ο Ουίλσον είχε στηρίξει όλες τις ελπίδες του σε αυτόν και περίμενε, ότι η κοινή γνώμη θα δικαίωνε την πολιτική του και θα εδραίωνε την ΚτΕ. Τα γεγονότα όμως απέδειξαν, ότι ο Ουίλσον έσφαλε και έναντι της Γερουσίας, η οποία καταψήφισε την Συνθήκη, στις 19 Μαρτίου 1920, με 49 ψήφους υπέρ και 35 κατά της Συνθήκης (μη συμπληρώνοντας το απαιτούμενο του Αμερικανικού Συντάγματος για επικύρωση συνθηκών), αλλά και έναντι του λαού, ο οποίος καταψήφισε το κόμμα του στις προεδρικές εκλογές του 1920.

ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Τα όργανα της ΚτΕ ήταν: η Συνέλευση, το Συμβούλιο, η Γραμματεία, το Διεθνές Δικαστήριο, οι Διεθνείς Οργανώσεις, και οι επιτροπές.

Η Συνέλευση αποτελούταν από αντιπροσώπους όλων των κρατών-μελών της ΚτΕ. Κάθε κράτος μπορούσε να έχει τρεις αντιπροσώπους και μία ψήφο. Η συνέλευση συνερχόταν αυτοδικαίως κατ’έτος στην Γενεύη, έδρα της ΚτΕ, αλλά μπορούσε να συνεδριάσει έκτακτα κατόπιν αναλόγου αποφάσεως της ίδιας ή του Συμβουλίου. Μέσα στις αρμοδιότητές της οι πιο βασικές ήταν η αποφάσεις αναγνωρίσεως των υποψηφίων μελών, η αναθεώρηση των συνθηκών, ο καθορισμός του προϋπολογισμού και των δαπανών της ΚτΕ, η απόφανση για κάθε τροποποίηση του Συμφώνου της ΚτΕ και την εκλογή των δικαστών του Διεθνούς Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις της λαμβάνονταν παμψηφεί εκτός κάποιων περιπτώσεων, όπως π.χ.  η αποδοχή νέων μελών, για την οποία απαιτούταν πλειοψηφία των δύο τρίτων.

Το Συμβούλιο αποτελούταν από τα μόνιμα και μη μόνιμα μέλη. Μόνιμα μέλη ήταν οι μεγάλες Δυνάμεις, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (με κενή έδρα – empty chair), η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ιαπωνία. Έτσι, ουσιαστικά τα μόνιμα μέλη ήταν τέσσερα, τη δε μόνιμη πέμπτη μόνιμη θέση κατέλαβε η Γερμανία το 1926, οπότε επετράπη και η αναγνώρισή της και η συμμετοχή της στην ΚτΕ. Τα μη μόνιμα μέλη ήταν αρχικά τέσσερα (Βέλγιο, Βραζιλία, Ελλάδα και Ισπανία) αυξήθηκαν σε έξι το 1922 και εννέα το 1926. Το Συμβούλιο, που συνερχόταν μία φορά τον χρόνο στην Γενεύη, ήταν το διευθύνον όργανο της ΚτΕ μαζί με την Συνέλευση, για κάθε ζήτημα που αναγόταν στον κύκλο δράσεως της ΚτΕ. Το Συμβούλιο μπορούσε, για να ανταποκριθεί και να εκπληρώσει την αποστολή του, να διατάξει την λήψη διαφόρων μέτρων, όπως εμπορικούς και οικονομικούς αποκλεισμούς για κάθε κράτος που δεν συμμορφωνόταν μα τις αποφάσεις και συστάσεις του.

Η Γραμματεία, ήταν το τρίτο όργανο της Κοινωνίας των Εθνών, και ήταν εγκατεστημένη μόνιμα στην Γενεύη, έδρα της ΚτΕ, διατελώντας υπό την διεύθυνση του Γενικού Γραμματέα της. Αποτελούταν από τον Γραμματέα και το προσωπικό του. Ο Γραμματέας διοριζόταν από το Συμβούλιο, κατόπιν εγκρίσεως της Συνελεύσεως, και είχε πολύ σημαντική θέση με πληρότητα ευθυνών καθώς ήταν ταυτόχρονα και Γενικός Γραμματέας της Συνελεύσεως και του Συμβουλίου της ΚτΕ. Η Γραμματεία ήταν ουσιαστικά το διοικητικό όργανο της ΚτΕ και μέσω αυτής τηρούνταν οι σχέσεις μεταξύ της ΚτΕ και των κρατών-μελών της.

Το Διεθνές Δικαστήριο ιδρύθηκε το 1921, με έδρα την Χάγη (η ίδρυσή του προβλεπόταν από το άρθρο 14 του Συμφώνου της ΚτΕ). Οι Διεθνείς Δικαστές εκλέγονταν με απόφαση της Συνελεύσεως και του Συμβουλίου. Το Διεθνές Δικαστήριο συστήθηκε για την επίλυση των αναφυόμενων νομικών διαφορών των κρατών-μελών της ΚτΕ και επιζητούσε την επικύρωση τω κανόνων του Διεθνούς Δικαίου για την εφαρμογή του σε κάθε αντιδικία. Το Διεθνές Δικαστήριο βοήθησε σημαντικά στην βελτίωση του συστήματος τόσο του Διεθνούς όσο και του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου, επιλύνοντας διαφορές που του υποβλήθηκαν από τα διάδικα μέρη και εκφράζοντας και υποβάλλοντας συμβουλευτικές γνώμες χρήσιμες για τις εργασίες των οργάνων της ΚτΕ.

ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Η ΚτΕ μπορεί αναμφίβολα να θεωρηθεί ως η προβολή και η συστηματοποίηση των προηγούμενων προσπαθειών δημιουργίας Διεθνών οργανισμών. Σαν τέτοιος οργανισμός η ΚτΕ είχε πολιτική αλλά και νομική φύση.

Από νομικής απόψεως, η ΚτΕ αποτελεί την πρώτη συνειδητή προσπάθεια δημιουργίας ενός πρότυπου για την οργάνωση και διευθέτηση των διεθνών σχέσεων. Το πολυκρατικό σύστημα εξοπλίστηκε με ένα κεντρικό όργανο, στοιχείο πρωτοποριακό της εποχής. Για πρώτη φορά επεξεργάστηκε η ιδέα της κεντρικής διοικήσεως στο σύγχρονο κόσμο με την προσπάθεια μετατροπής των διαφόρων διεθνών οργανισμών της εποχής σε όργανα ενός και του αυτού οργανισμού. Η ΚτΕ ήταν υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου, υπό την έννοια ότι αντλούσε απευθείας δικαιώματα και επωμιζόταν τις υποχρεώσεις της Διεθνούς Δικαιοταξίας. Όμως, η ΚτΕ δεν αποτελούσε «υπερκράτος», γιατί στερούταν σαφώς εξουσίας επάνω στα κράτη-μέλη της. Έτσι, δεν είχε μόνιμο όργανο με το κεκτημένο το δικαίωμα του «αποφασίζειν», δεδομένου ότι, βάση της γενικής αρχής της ομοφωνίας στην οποία βασιζόταν το πλαίσιο λειτουργίας της ΚτΕ, τα υπ’αυτήν όργανα (Συνέλευση, Συμβούλιο) δεν μπορούσαν να λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς την σύμφωνη γνώμη όλων των αντιπροσώπων των κρατών-μελών που συμμετείχαν σε αυτά τα όργανα. Το θέμα λοιπόν του νομικού χαρακτήρα της ΚτΕ αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτατων και διεξοδικών συζητήσεων.

Η ΚτΕ όμως ήταν σαφώς και ένα πολιτικό σώμα. Η βασική της πολιτική λειτουργία ήταν να προάγει τη διεθνή συνεργασία και να πετύχει την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Και ενώ είναι γενικά παραδεκτό ότι αυτός ήταν ο αντικειμενικός σκοπός της ΚτΕ, υπάρχει ασυμφωνία ως προς το εάν η ΚτΕ συνιστά πολιτικό σώμα και αν λόγω της οργανικής της συνθέσεως θα μπορούσε όντως να εξασφαλίσει την ειρήνη και την ασφάλεια. Η πολιτική της ιστορία, από την ίδρυση μέχρι και την διάλυση της, δείχνει ότι η αποδυναμωμένη κατά καιρούς σύνθεση της κατέστησε πολιτικά αδύναμη και ανίσχυρη να επιβάλει την θέληση της. Η πολιτική ζωή της ΚτΕ διακρίνεται σε τέσσερις περιόδους.

Α’ περίοδος 1920-1923

Η περίοδος χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της ΚτΕ και την αύξηση των μελών της (σε 54). Το πολιτικό κατόρθωμα της περιόδου ήταν ο διακανονισμός των συνόρων Πολωνίας-Γερμανίας στην Άνω Σιλεσία και η διάσωση της Αυστρίας από την οικονομική κατάρρευση της.

Β’ περίοδος 1924-1931

Στο διάστημα αυτό των επτά ετών ο κόσμος ήταν ήσυχος από ένοπλες διαμάχες, και οι δευτερευούσης φύσεως προστριβές και φιλονικίες, τις οποίες είχε να αντιμετωπίσει το Συμβούλιο της ΚτΕ, έληξαν μέσω συμβιβασμού και διαιτησίας και δεν απείλησαν την σταθερότητα της ΚτΕ ή την ειρήνη του κόσμου. Επίσης, η είσοδος της Γερμανίας στην ΚτΕ κρίθηκε ως σπουδαίος παράγοντας που μπορούσε να συμβάλει στην ανόρθωση της ερειπωμένης Ευρώπης.

Στη περίοδο αυτή, δύο επικίνδυνες έριδες, μία μεταξύ Αγγλίας και Τουρκίας για το αν η Μουσούλι και η περιοχή της ανήκαν στην Τουρκία ή το Ιράκ, και η άλλη εγειρόμενη από τη διαμάχη περί των συνόρων μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας το 1925, διακανονίσθηκαν και διευθετήθηκαν με επιτυχία (αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση του Συμβουλίου ήταν κατά της Ελλάδας).

Γ’ περίοδος 1931-1936

Αυτή είναι η περίοδος των διαφωνιών και ανοίγει με την αιφνιδιαστική επίθεση της Ιαπωνίας κατά της Μαντζουρίας, το Σεπτέμβριο του 1931. Η ενέργεια αυτή ήταν μια καθαρά πολεμική πράξη που παραβίαζε το Σύμφωνο της ΚτΕ. Παρά το γεγονός ότι η ΚτΕ έστειλε διερευνητική επιτροπή στην Μαντζουρία, η έκθεση της οποίας έγινε ομόφωνα αποδεκτή από την Συνέλευση της ΚτΕ, η Ιαπωνία δεν την αποδέχτηκε, αποχωρώντας από την ΚτΕ τον Φεβρουάριο του 1933. Έτσι, το 1933 η ΚτΕ απέτυχε ως προς το να προστατέψει την Κίνα εναντίον επιθέσεως, ως προς τον αφοπλισμό, ως προς την αποχώρηση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας από την ΚτΕ και επί πλέον απέτυχε κατά το ίδιο έτος η Παγκόσμια Οικονομική Συνέλευση. Η Σοβιετική Ένωση, φοβούμενη την Γερμανία και την Ιαπωνία άλλαξε συμπεριφορά και ζήτησε την εισδοχή στην ΚτΕ, την οποία δεν τις αρνήθηκαν φυσικά τα μέλη της ΚτΕ μιας και δεν επιθυμούσαν μια ακόμα μεγάλη δύναμη, εκτός των ΗΠΑ, να παραμένει στην κατάσταση της απομονώσεως, άλλα να αναλάβει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Σύμφωνο της ΚτΕ για αυτήν.

Δ’ περίοδος 1936-1939

Το Μάρτιο του 21936 ο Χίτλερ αρνήθηκε το Σύμφωνο Λοκάρνο και η Ιταλία με την Γερμανία σχημάτισαν τον γνωστό άξονα Ρώμης – Βερολίνου, στον οποίο προσχώρησε αργότερα και η Ιαπωνία. Οι τρεις αυτές χώρες έγιναν εχθροί και πολέμιοι της ΚτΕ. Το Σεπτέμβριο του 1939 ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος χωρίς να υποβληθεί καμία αίτηση στη Γενεύη. Τον ίδιο χρόνο η Φιλανδία ζήτησε την βοήθεια της ΚτΕ εναντίον της σοβιετικής επιθέσεως και το Συμβούλιο της ΚτΕ απέπεμψε την Σοβιετική Ένωση από τα μέλη της. Καμία άλλη συνεδρίαση της Συνελεύσεως η του Συμβουλίου της ΚτΕ δεν εκτελέστηκε κατά την διάρκεια του πολέμου.

Στις 24 Οκτοβρίου του 1945 ιδρύθηκε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ο οποίος διαδέχθηκε την ΚτΕ στα καθήκοντά της. Στις 19 Απριλίου1946, η ΚτΕ έπαυσε και τυπικά να υφίσταται (εκδόθηκε το ψήφισμα διαλύσεως της).     

 ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ

Είναι κοινά αποδεκτό, ότι η ΚτΕ δεν πέτυχε τους στόχους της, τουλάχιστον κατά τον τρόπο που τους είχε οραματιστεί ο πρόεδρος Ουίλσον. Η ΚτΕ αποτέλεσε την πρώτη συστηματική προσπάθεια της κοινότητας των εθνών, να θέση υπό έλεγχο τη χρήση βίας μεταξύ τους, και όπως εύλογα αναμενόταν παρουσίασε αδυναμίες τόσο ως προς την συνταγματική δομή της, όσο και από την υποστήριξη που θα τύχαινε από τα μέλη της. Πραγματικά ήταν μικρή η συμβολή της ως προς την ειρηνική διευθέτηση μεταξύ των κρατικών διαφορών, τα οποία αποδέχονταν την διευθέτηση, πράγμα που μπορεί να επιβεβαιωθεί από το γεγονός ότι συνέβαλε στο να ασκηθεί πίεση σε ορισμένα κράτη, ώστε να αναγκαστούν να διευθετήσουν μόνα τους τις διαφορές τους. Σε ορισμένες πάντως περιπτώσεις η ΚτΕ αποσόβησε τον πόλεμο ή τουλάχιστον έθεσε τέρμα στις εχθροπραξίες.

Οι βασικές αδυναμίες της ΚτΕ ήταν :

(α) η έλλειψη εξουσίας για επιβολή των αποφάσεων στα μέλη της,

(β) η έλλειψη μηχανισμού και αρμοδιότητος για αποτελεσματική χρήση των οικονομικών κυρώσεων, και

(γ) η παντελής έλλειψη δυνάμεως για χρήση ένοπλης βίας κατά των επιτιθεμένων. Η αποτυχία της ΚτΕ, ως προς αυτά τα σημεία, είναι φυσικά αποτυχία των μελών της. Η ΚτΕ μπορούσε να επιτύχει πλήρως, αν τα μέλη της ήταν πρόθυμα, κατά τις πρώτες συρράξεις, να την ενισχύσουν με την λήψη στρατιωτικών μέτρων, τα οποία όμως η ίδια δεν είχε εντολή να αναλάβει.

Το βασικό ερώτημα που διατύπωσε η ιστορική πορεία της ΚτΕ είναι, «ποιος απέτυχε, η Κοινωνία ή τα μέλη της». Η φράση αυτή, που διατυπώθηκε και στη τελευταία Συνέλευση της ΚτΕ το 1946, είναι αναμφίβολα σωστή, αν σημαίνει, ότι τα μέλη της Κοινωνίας δεν ακολούθησαν πάντα τα ιδανικά της, ότι δεν έλυσαν πάντα τις διαφορές τους ειρηνικά, ότι πολλά μέλη παραβίασαν την πολιτική και εδαφική ακεραιότητα των άλλων μελών, ότι στην πλειοψηφία τους δεν συμφώνησαν οικονομικής πολιτικής και αφοπλισμού, και ότι τέλος ορισμένα μέλη, αν και ήταν βασικά για την εξελικτική πορεία του οργανισμού, αποχώρησαν υπακούοντας στα εθνικά τους συμφέροντα. Αν όμως σημαίνει ότι ο μηχανισμός της ΚτΕ ήταν επαρκής, όπως σχεδιάστηκε, για την εξασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης με μόνο κατασταλτικό όπλο για την αποφυγή  ή την καταστολή του πολέμου την απειλή οικονομικών μέτρων, η φράση φαίνεται ανεδαφική υπό το φως της ακολουθούμενης από την ΚτΕ πρακτικής.

Εν τούτοις, θα ήταν άδικο να καταλογίσουμε την αποτυχία της Κοινωνίας να προλάβει τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, αποκλειστικά στα μέλη της Κοινωνίας. Η απουσία των Ηνωμένων Πολιτειών από την Κοινωνία μείωσε την αποτελεσματικότητα της ευθύς εξαρχής. Όπως και σήμερα, έτσι και εκείνη την εποχή, οι ΗΠΑ διέθεταν τεράστιο ηθικό κύρος μεταξύ των μικρότερων κρατών, με δεσπόζουσα οικονομική θέση σε όλο τον κόσμο και η παρουσία τους σίγουρα αποτελούσε εγγύηση για το αξιόπιστο και αξιόλογο της αναλαμβανόμενης προσπάθειας. Κάθε απόφαση των ΗΠΑ, σε οποιοδήποτε θέμα, επηρέαζε άμεσα τις διεθνείς σχέσεις και την όλη πορεία της διεθνούς καταστάσεως. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, ο διεθνής αυτός οργανισμός παρουσίαζε σαφείς αδυναμίες λήψεως αποφάσεων και επιβολής τους στα κράτη-μέλη.

Αναμφισβήτητα, η απουσία των ΗΠΑ από την ΚτΕ επέδρασε δυσμενώς στην ζωή και την δράση της Κοινωνίας στα μεγάλα διεθνή προβλήματα, τα οποία αντιμετώπισε, όπως η εισβολή της Ιαπωνίας στην Μαντζουρία, η επίθεση της Ιταλίας κατά της Αιθιοπίας, ο αφοπλισμός κ.λ.π. Σε όλα αυτά τα προβλήματα, ζητήθηκε η συμπαράσταση των ΗΠΑ, πράγμα που μας οδηγεί ασφαλώς στο συμπέρασμα, ότι η έκβαση τους θα ήταν πολύ διαφορετική, αν η ΗΠΑ ήταν μέλος της Κοινωνίας των Εθνών. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος πιθανόν να είχε αποφευχθεί, αν οι ΗΠΑ βρίσκονταν στην Γενεύη την κρίσιμη εκείνη εποχή. Όμως δεν ήταν μόνον οι ΗΠΑ που απουσίασαν την καθοριστική εκείνη περίοδο από την ΚτΕ. Θα πρέπει τέλος να θυμηθούμε. Ότι το 1939, οι δυνάμεις του άξονα δεν ήταν πλέον μέλη της ΚτΕ, αλλά αντιθέτως, οι πλέον θανάσιμοι εχθροί της.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ ΣΤΟΝ ΟΗΕ

Η αποτυχία της ΚτΕ να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και να διευθετήσει τις διεθνείς διαφορές στη περίοδο 1919 – 1945 και ο πόλεμος των Συμμαχικών δυνάμεων εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, προκάλεσαν έντονο προβληματισμό μεταξύ των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων (ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, ΕΣΣΔ, Κίνα) για την φύση της μεταπολεμικής διεθνούς κοινωνίας. Η δεύτερη μεγάλη προσπάθεια, κατά τον 20ο αιώνα, για την επίτευξη των σκοπών ενός καλύτερου κόσμου, που θα πρεσβεύει η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια, γίνεται με την δημιουργία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Οι πρωτοβουλίες ίδρυσης του νέου διεθνούς Οργανισμού για την προάσπιση της ειρήνης ξεκίνησαν με τη Διασυμμαχική Δήλωση της 12ης Ιουνίου 1941 από τις Συμμαχικές Δυνάμεις, εν συνεχεία με τον Χάρτη του Ατλαντικού (14 Αυγούστου 1941) και τη Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών (1 Ιανουαρίου 1942) όπου χρησιμοποιήθηκε επίσημα για πρώτη φορά ο όρος «Ηνωμένα ‘Έθνη». Όπως η ΚτΕ, έτσι και ο ΟΗΕ είναι ένας οργανισμός, που στηρίζεται στην αρχή της ελεύθερης συνεργασίας των μελών του, έχοντας σαν πρωταρχικό σκοπό την διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (ΗΕ) προβλέπει το είδος των υποχρεώσεων των εθνών – μελών, τα όργανα, και την δικαιοδοσία τους κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνο του Συμφώνου της ΚτΕ. Ο Χάρτης υπήρξε με άλλα λόγια η βελτιωμένη εμφάνιση του Συμφώνου της ΚτΕ, με πολλές ομοιότητες με αυτό. Το γεγονός αναδεικνύει την σπουδαιότητα των ιδεών του προέδρου Ουίλσον, οι οποίες όπως μεταφέρθηκαν στον Χάρτη των ΗΕ, επέζησαν, διαδραμάτισαν, και αναμένεται να διαδραματίσουν και στο μέλλον σημαντικό ρόλο στην επίλυση δυσεπίλυτων διεθνών διαφορών και διαφωνιών τις οποίες καλείται ο ΟΗΕ σήμερα, όπως η ΚτΕ στο παρελθόν, να αντιμετωπίσει. Τα περισσότερα δε άρθρα του Χάρτη των ΗΕ αποτελούν  αυτούσια μεταφορά άρθρων και κειμένων του Συμφώνου της ΚτΕ.

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών εγκρίθηκε και υπογράφτηκε στις 26 Ιουνίου  1945 από τα 50 κράτη που συμμετεί­χαν στη διάσκεψη του San Francisco (η Πολωνία, που δεν εκπροσωπήθηκε στις εργασίες της Διάσκεψης, υπέγραψε αργότερα και έγινε το 51ο ιδρυτικό μέλος). Η 24η Οκτωβρίου 1945, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο Χάρτης, θεωρείται και ημέρα ίδρυσης του ΟΗΕ. O Χάρτης είναι το βασικό κείμενο, σαν σύνταγμα, όπου διατυπώνονται οι σκοποί και οι αρχές πάνω στις οποίες στηρίζεται ο Οργανισμός Ηνωμένων Eθνών. Eίναι επίσης μια διεθνής σύμβαση την οποία υπογράφει μια χώρα και συμφωνεί να τη σέβεται όταν γίνεται μέλος του Oργανισμού. O Xάρτης περιέχει 19 Κεφάλαια που συνολικά περιέχουν 111 Άρθρα. Tο Kαταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου, μολονότι είναι μια ξεχωριστή σύμβαση, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του Xάρτη. Kάθε χώρα που γίνεται μέλος του OHE αυτομάτως συμμετέχει και στο Kαταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου.

Ο οργανισμός σήμερα αριθμεί συνολικά 188 κράτη με την ιδιότητα του πλήρους μέλους, ενώ παράλληλα ένας σημαντικός αριθμός κρατών , εθνικό-απελευθερωτικών κινη­μάτων και διεθνών οργανισμών εκπροσωπούνται στον ΟΗΕ με το καθεστώς του παρατηρητή.

Κατά την πολυετή πορεία του, ο ΟΗΕ έχει αναλάβει σημαντική δράση σε τομείς, όπως η προάσπιση της δημοκρατίας, η προώθηση της ανάπτυξης, η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η προστασία του περιβάλλοντος, η ενίσχυση του διεθνούς δικαίου, η βελτίωση των παγκόσμιων εμπορικών σχέσεων και η ανθρωπιστική βοήθεια. 

ΣΥΝΟΨΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η ιδέα της ενοποίησης των εθνών, επί τον σκοπό δημιουργικής και αποτελεσματικής συνεργασίας, ήταν, όπως άλλωστε και κάθε ευγενής ιδέα και προσπάθεια, απόρροια του αρχαίου Ελληνικού πνεύματος. Τα αμφικτιονικά συνέδρια ήταν μια μορφή  οργάνωσης για την προστασία και διασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας των Αθηνών στην αρχαιότητα.

Η υλοποίηση και η προσαρμογή της πραγματικά πρωτοποριακής αυτής ιδέας στον σύγχρονο κόσμο, ήρθε με την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από ένα διορατικό και εμπνευσμένο άνθρωπο τον Πρόεδρο Γούδροου Ουίλσον, που εισήγαγε νέα δεδομένα στην διεθνή διπλωματία. Οι ιδέες του που αποκρυσταλλώθηκαν στα περίφημα 14 σημεία ή όρους του, οδήγησαν στην δημιουργία της ΚτΕ, το Σύμφωνο της οποίας αποτελεί συντακτική αντιγραφή των όρων του προέδρου.

Η ΚτΕ, αποτελεί την πρώτη διεθνή οργάνωση που είχε ως σκοπό την εγγύηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, την ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ των εθνών, και την επικράτηση του διεθνούς δικαίου. Η ΚτΕ επέζησε, ως πολιτικό και νομικό σώμα, για 27 χρόνια (από το 1919 έως την τελευταία Συνέλευσή της το 1946),  διευθετώντας κυρίως διακρατικές υποθέσεις και διεκδικήσεις. Δεν κατάφερε όμως να επιλύσει και να αντιμετωπίσει επιτυχώς τα μεγάλα προβλήματα και τις σημαντικές συγκρούσεις της εποχής με κυριότερα την επίθεση της Ιταλίας στην Αιθιοπία, τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, την εξωτερική επέμβαση στον εμφύλιο της Ισπανίας, την Γερμανική επιδρομή στην Πολωνία, την Ρωσική επίθεση κατά της Φιλανδίας, την Γερμανική επιδρομή κατά της Σοβιετικής Ενώσεως και την Ιαπωνική επίθεση στο Pearl Harbor, και απέτυχε στην εδραίωση του δόγματος διεθνούς συνεργασίας  και της αυτοδιαθέσεως των λαών στο οποίο προσέβλεπε ο Ουίλσον. Τελικά η αποτυχία της, που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη μηχανισμού και εξουσίας επιβολής των αποφάσεων και των κυρώσεων της καθώς και στην απουσία της μεγάλης δύναμης της εποχής, των ΗΠΑ, από τον οργανισμό, οδήγησε αναπόφευκτα στο ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η αποτυχία της ΚτΕ και ο πόλεμος των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον αυτών του Άξονα, οδήγησαν στον επαναπροσδιορισμό της ανάγκης διεθνούς συνεργασίας και ανέδειξαν την σπουδαιότητα των ιδεών του Προέδρου Ουίλσον. ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών είναι η έκφραση της ανάγκης αυτής στην εποχή μας. Το καταστατικό του οργανισμού, ο «Χάρτης των ΗΕ», υπογράφτηκε στις 26 Ιουνίου 1945 στο San Francisco. Και ορίζει τον οργανισμό ως «…ένα κέντρο για να εναρμονίζονται οι πράξεις των εθνών…». Ο οργανισμός λειτουργεί από τότε, με βασικό σκοπό να διατηρήσει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, να αναπτύξει τις φιλικές σχέσεις μεταξύ των εθνών, να προωθήσει την κοινωνική πρόοδο, το βιοτικό επίπεδο και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Είναι γνωστά σε όλους μας τα έργα και οι ημέρες του οργανισμού. Είναι βέβαιο, ότι σε έναν κόσμο που μαστίζεται από συγκρούσεις, ο ΟΗΕ παρέχει τα μέσα για άμεσες διαβουλεύσεις μεταξύ κυβερνήσεων καθώς και το βήμα για την αντιμετώπιση μακροχρόνιων προβλημάτων. Ωστόσο, το νέο περιβάλλον ασφαλείας, που διαμορφώνεται με το τέλος της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, χαρακτηρίζεται από αύξηση κρίσεων και διενέξεων (κυρίως εσωτερικών και επί εθνικιστικών, θρησκευτικών, μειονοτικών και γλωσσικών ζητημάτων), οι οποίες εκλαμβάνονται κυρίως ως απόρροια της κατάρρευσης του Ανατολικού Συνασπισμού και της συνακόλουθης δημιουργίας νέων κρατών. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ τα πρώτα σαράντα χρόνια συγκροτήθηκαν μόλις 13 επιχειρήσεις, από το 1988 μέχρι σήμερα αναπτύχθηκαν 36 νέες από τις οποίες 17 βρίσκονται σε εξέλιξη. Η αντιμετώπιση των δυσεπίλυτων προβλημάτων της νέας αυτής εποχής, είναι ολοφάνερο, ότι απαιτεί αλλαγή στις δομές και τους ιδεολογικούς στόχους του Καταστατικού. Η αναδιάρθρωση του Συμβουλίου Ασφαλείας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ομαλή και αποτελεσματική ένταξη του εκτελεστικού οργάνου του ΟΗΕ στο συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Η ικανοποίηση του αιτήματος για αναδιάρθρωση του Συμβουλίου Ασφαλεί­ας προϋποθέτει διεύρυνση της σύνθεσής του με αντίστοιχη αύξηση των μονίμων και μη μονίμων μελών , περιορισμό της άσκησης του δικαιώματος αρνησικυρίας και τροποποίηση των διαδικαστικών κανόνων (Rules of Prοcedure) του οργάνου71.


ΠΙΝΑΚΑΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

  1.  Basic Facts About the United Nations, Νέα Υόρκη: United Nations Publications 1998.
  2. Ο ΟΗΕ στο Κατώφλι της Μεταψυχροπολεμικής Εποχής. Ελληνική εταιρία διεθνούς δικαίου και διεθνών σχέσεων. Αθήνα, Εκδόσεις Ι. Σίδερης, 1998.
  3. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΛΤΣΑΣ. Ο Πρόεδρος Γούδροου Ουίλσον και η Κοινωνία των Εθνών, 1968.
  4. Boutros-Ghali, Boutros, An Agenta for Development, 1995, New York, United Nations.
  5. 1948-1998, 50 Years UN PEACEKEEPING, United Nations Publications 1998.
  6. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΧΟΡΤΑΤΟΣ. Η Παγκοσμιότης των Ηνωμένων Εθνών και ο Ρόλος των Περιφερειακών Οργανώσεων στην Διατήρηση της Ειρήνης και Ασφάλειας. Αθήνα-Κομοτηνή 1990, εκδόσεις Αντ. Ν. Σακκούλα.
  7. Ευρωπαϊκή Ασφάλεια και Διεθνείς Οργανισμοί. ΕΠΥΕΘΑ, Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, Σταθάτος ΑΕΒΕ Αθήνα Απρίλιος 1999.
  8. The UN in brief, επίσημη ιστοσελίδα των Ηνωμένων Εθνών στο διαδίκτυο: www.un.org.
  9. European Security and the CSE, Alexander M., NATO review, No4, Vol. 39, Αύγουστος 1991.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s