Το πραξικόπημα του 1969 στη Λιβύη, με το οποίο ο Μοαμάρ Καντάφι ανέβηκε στην εξουσία, ήρθε ως συνέπεια της αυξανόμενης εσωτερικής δυσαρέσκειας για την πολιτική του βασιλιά Ίντρις Α’ και την κοινωνική κατάσταση.

Από την αρχή της εγκαθίδρυσης του καθεστώτος του Καντάφι, η Λιβύη βρέθηκε επαναλειμένα στο προσκήνιο του διεθνούς ενδιαφέροντος, εμφανιζόμενη ως πρωτοπόρος στον αγώνα εναντίον του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού, του μαρξισμού, του σιωνισμού και ως υπέρμαχος των αρχών του Κορανίου, της ένωσης των Αράβων, και της ελευθερίας των όλων των λαών. Συνδέθηκε με απελευθερωτικά κινήματα σε όλο τον κόσμο και αναμίχτηκε ενεργά στα εσωτερικά όλων σχεδόν των γειτονικών της χωρών, καθώς και των χωρών του αραβικού κόσμου, προκαλώντας στις περισσότερες περιπτώσεις αποσταθεροποίηση. Οι διεθνείς επιλογές προκάλεσαν την αντίδραση των δυτικών χωρών και κυρίως των ΗΠΑ, που κατηγόρησαν τον Καντάφι ως ανατροπέα της διεθνούς τάξης και τη χώρα του ως άντρο της τρομοκρατίας, αλλά και τις αντιδράσεις του ΟΗΕ που τελικά επέβαλε κυρώσεις στη Λιβύη.

Ο τελικός στόχος της πολιτικής της κυβέρνησης του Καντάφι ήταν η αύξηση της ισχύος της χώρας και η καθιέρωσή της ως πρότυπο και πρωταγωνιστή στον Αραβικό και Ισλαμικό κόσμο

ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Λιβύη είναι ένα αραβικό κράτος της βόρειας Αφρικής, που συνορεύει με την Αίγυπτο και το Σουδάν προς τα ανατολικα, με την Τυνησία και την Αλγερία προς τα δυτικά, με το Τσαντ και το Νίγηρα προς τα νότια και από βορρά βρέχεται από την Μεσόγειο.

Η συνολική της έκταση είναι 1,759,540 τ.μ., δηλαδή όσο η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Δανία μαζί, ο πληθυσμός της όμως είναι μόλις 4.9 εκατομμύρια (στοιχεία 1999), δηλαδή όσος περίπου είναι ο μόνος του ο πληθυσμός της Δανίας.

Το 91% της γης της είναι έρημος ή ημιέρημος, ενώ η καλλιεργήσιμη γη είναι μόλις το 1%. Ο φυσικός πλούτος της Λιβύης είναι τα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που υπάρχουν στον κόλπο της Σύρτης.

Το 97% των κατοίκων της είναι αραβικής και βερβερικής καταγωγής, και στο θρήσκευμα σουνίτες μουσουλμάνοι, και χωρίζονται σε πολλές φυλετικές ομάδες. Αυτές ενώθηκαν τεχνητά όταν η Λιβύη δημιουργήθηκε από την ένωση τριών επαρχιών, της Κυρηναϊκής, της Τριπολίτιδας και του Φεζάν.  Παρόλο που ως το 1969 η Λιβύη ήταν χώρα κυρίως νομάδων και κτηνοτρόφων, σήμερα το 70% του πληθυσμού κατοικεί στις πόλεις.

Ηλικιακά το 36% είναι μέχρι 14 χρονών, το 60% 15-64 και το 4% ανω των 65. Ο πληθυσμός της αυξάνεται κατά 2.4%, ενώ ανά 1000 κατοίκους έχουμε 27.3 γεννήσεις και μόλις 3.3 θανάτους, και αντιχτοιχούν 3.8 παιδιά ανά γυναίκα. Ο μέσος όρος ζωής είναι 75.7 χρόνια. Ο αριθμός των ικανών για στράτευση αρρένων είναι 816000.

Η επίσημη γλώσα είναι τα αραβικά, αλλά τα Ιταλικά και τα Αγγλικά είναι κατανοητά σε μεγάλες πόλεις. Ο αναλφαβητισμός φτάνει το 24%

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ          

Η οικονομία της βασίζεται κυρίως στο πετρέλαιο, που αντιστοιχει σε όλες τις εξαγωγές και φτάνει το 1/3 του ΑΕΠ. Έτσι, η οικονομία της δεν είναι σταθερή, αλλά επηρεάζεται από τις τρέχουσες τιμές πετρελαίου όπως για παράδειγμα το 1998, που η αύξηση του ΑΕΠ έπεσε στο – 1%.

Τα εισοδήματα από το πετρέλαίο σε συνδιασμό με τον μικρό πληθυσμό φέρνουν την χώρα πρώτη στην Αφρική σε κατά κεφαλή εισόδημα. Ωστόσο αυτό δεν σημαίναι ότι το βιοτικό επίπεδο είναι μεγαλύτερο από τις υπόλοιπες αφρικανικες χώρες, αφού υπάρχει άνιση κατανομή εισοδήματος, και πολύ μικρό μέρος του φτάνει μέχρι τα χαμηλά οικονομικά στρώματα του πληθυσμού.

Η γεωργία και κτηνοτροφία δεν ευνοούνται από τις κλιματολογικές συνθήκες και το έδαφος, και έτσι η Λιβύη εισάγει το 75% των αναγκών της σε τρόφιμα. Λόγω του κρατικού παρεμβατισμού, των περιορισμών των εισαγωγών και της περιορισμένης παραγωγής αγαθών παρουσιάζονται περιοδικές ελείψεις βασικών αγαθών και τροφίμων. Σε ηλεκτρική ενέργεια είναι αυτάρκης.

Τα οικονομικά στοιχεία της Λιβύης είναι:

  • ΑΕΠ: $38 δις, από αυτά   5% Γεωργική παραγωγή, 40% Υπηρεσίες, 35% πετρέλαιακη βιομηχανία,  20% λοιπή βιομηχανική παραγωγη
  • Αύξηση του ΑΕΠ: -1% (1998)
  • Κατά κεφαλήν εισόδημα: $6700
  • Πληθωρισμός: 24.2%
  • Εργατικό δυναμικό: 1 εκατομυριο (βιομηχανία 31%, υπηρεσίες 27%, κρατικός μηχανισμός 24%, γεωργία 18%)
  • Ανεργία 30%
  • Εξαγωγές: $6.8 δις, κυρίως πετρέλαϊκά προϊόντα
  • Εισαγωγές: $6.9 δις, μηχανήματα, αυτοκίνητα, τρόφιμα
  • Εμπορικοί Έταιροι: Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Τουρκία, Ελλάδα, Αίγυπτος, Αγγλία

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Το πολίτευμα της χώρας θεωρητικά είναι ένα είδος άμεσης δημοκρατίας, η δημοκρατία των μαζών όπως αυτοαποκαλείται. Το βασικό της στοιχείο είναι η δυνατότητα των πολιτών να συμμετάσχουν στην διοίκηση, όχι μέσω αντιπροσώπων, αλλά οι ίδιοι. Στην πράξη όμως το πολίτευμα  είναι στρατιωτική δικτατορία. Το πολιτικό σύστημα εσωτερικής οργάνωσης στην Λιβύη είναι αρκετά περίπλοκο και έχει διαμορφωθει ύστερα από μία σειρά απανωτών και μακροχρόνιων αλλαγών.

Το νομικό σύστημα είναι βασισμένο στον Ιταλικό και στον Ισλαμικό νόμο, ενώ υπάρχουν ισλαμικά δικαστήρια. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Γενικό Λαϊκό Κοινοβούλιο, τα μέλη του οποίου εκλέγονται από τις Λαϊκές Επιτροπές. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την Γενική Λαϊκή Επιτροπή, της οποίας ο Γραμματέας, που εκλέγεται από το Κοινοβούλιο είναι ο αρχηγός της κυβέρνησης.

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Στα τέλη του 19ου αι η Λιβυκή φανατικά Μουσουλμανική φυλή των Σεννουσί, οδηγούμενη από τον ηγέτη Μαχντι-εσ-Σενουσσί, άρχισε τον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας από την Οθωμανική αυτοκρατορία, της οποίας η Λιβύη αποτελούσε μέρος. Ωστόσο το 1911 η Ιταλία μετά τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο κατέλαβε τα παράλια της χώρας και δημιούργησε καθεστώς αποικιοκρατικό παρά την αντίδραση των γηγενών. Κατά τον Α Παγκόσμιο πόλεμο οι Σεννουσίττες, με ηγέτη τον γιό του Μάχντι τον Ίντρις, κατάφεραν να ελέγχουν όλη τη χώρα, αλλά οι διπλωματικοί χειρισμοί των Ιταλών όχι μόνο απέτρεψαν την ανεξαρτητοποίηση, αλλά τους απέφεραν τον έλεγχο όλης της χώρας. Με την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία, η χώρα υποτάχτηκε σταδιακά, ενσωματώθηκε βίαια και απέλεσε κάθε στοιχείο πολιτικής ιδιαιτερότητας, γινόμενη υπερπόντιο έδαφος της Ιταλίας, ενώ οι εξεγέρσεις των κατοίκων της καταστάλθηκαν βάναυσα με δολοφονίες, βασανισμούς και εξορίες, και ο Ίντρις εκπατρίστηκε.

Στα χρόνια του Β’ παγκοσμίου πολέμου η Λιβύη αποτέλεσε τη βάση των αξονικών δυνάμεων που επιδίωκαν να διασπάσουν το συμμαχικό μέτωπο της Αιγύπτου και στο έδαφός της έγιναν σκληρές μάχες, με σημαντικότερες εκείνες του Τομπρούκ (1941-42). Στις αρχές του 43 μετά από μεγάλες συγκρούσεις η χώρα πέρασε οριστικά στην κατοχή των συμμάχων και μαζί τους επέστρεψε και ο Ίντρις-ες-Σενουσσί, που πλέον εμφανιζόταν ως πολιτικός ηγέτης πανεθνικής εμβέλειας και κύρηκας της λιβυκής ανεξαρτησίας.

Η λήξη του πολέμου έφερε την Λιβύη σε καθεστώς ξένης κηδεμονίας, ως το Μάϊο του 1949, που ο Ίντρις κύρηξε ντε φάκτο τη λιβυκή ανεξαρτησία, και την οποία ακολούθησε το 1951, με σύμφωνη γνώμη του ΟΗΕ, η επίσημη ανακύρηξη της ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου της Λιβύης, που αποτελούνταν από τις επαρχίες της Τριπολίτιδας, της Κυρηναϊκής και του Φεζάν και είχε ως μονάρχη τον Ίντρις τον Α.

Η πολιτική που ακολούθησε το μοναρχικό καθεστώς του Ίντρις ήταν σε γενικές γραμμές η ακόλουθη:

  • Στα εσωτερικά χρησιμοποίησε αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης ενώ άφησε σχεδόν ανέγγιχτες τις καθυστερημένες κοινωνικές δομές της χώρας
  • Σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, τήρησε απόλυτα ευνοική στάση απέναντι στις Δυτικές δυνάμεις και ιδίως απέναντι στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρεττανία, που με ειδικές συνθήκες (1953-54) διατήρησαν και επέκτειναν τη στρατιωτική παρουσία τους στη Λιβύη
  • Στον οικονομικό τομέα στην ουσία εφάρμοσε την αρχή της περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας, με την σχεδόν ανεξέλεγκτη δράση των ξένων εταιριών, που ανέλαβαν με αποικιακού τύπου συμφωνίες την εκμετάλλευση των νεοανακαλυφθέντων πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η δυσαρέσκεια στους κόλπους της χώρας αυξανόταν και άρχισαν συνομωτικές κινήσεις στους κόλπους του στρατού από νασσερικους αξιωματικούς. Το 1963-64, ανδρώθηκε η οργάνωση των ελέυθερων Ενωτικών Αξιωματικών, που ηγέτης έμελλε να αναδειχτεί ο νεαρός τότε σπουδαστής της Στρατιωτικής Σχολής της Βεγγάζης Μουαμάρ Καντάφι. Οι αντιαμερικανικές και γενικότερα αντιδυτικές διαθέσεις των Λιβύων έγιναν πλέον έκδηλες μετά τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967, ο οποίος προκάλεσε κρίση στις σχέσεις μεταξύ του καθεστώτος Ίντρις και των ΗΠΑ.

ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΤΟΥ 1969

Το 1969 εκδηλώθηκε επιτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ίντρις, που απουσίαζε τότε στην Ελλάδα, και η εξουσία πέρασε σε ομάδα αξιωματικών του Επαναστατικού Εκτελεστικού Συμβουλίου με επικεφαλής τον 26χρονο λοχαγό Καντάφι. Το νέο καθεστώς κατέλυσε την μοναρχία και ανακύρηξε την ίδρυση της Αραβικής Λιβυκής Δημοκρατίας. Ανάμεσα στις εξαγγελίες του ήταν:

α. Απαλλαγή της χώρας από κάθε μορφής διεθνείς δεσμεύσεις,

β. Επικείμενες ευρύτατες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, εμπνευσμένες από τις αρχές του Ισλάμ, του σοσιαλισμού και του εθνικισμού

γ. Επαναστατικη συμμαχία με την Αίγυπτο και το Σουδάν

δ. Διάλυση των ξένων στρατιωτικών βάσεων, ενώ οι βρεττανικές και αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις που παραμένουν στη χώρα, διατάσσονται να αποχωρήσουν το 1970

ε. Απέλαση των ξένων κατοίκων αρχικά Βρεττανών και Αμερικάνων και κατόπιν Ιταλών και Εβραίων μέχρι το 1970 και δήμευση των περιουσιών τους

στ. Κρατικοποίηση των περιουσιακών στοιχείων των δυτικών εταιριών πετρελαίου – η διαδικασία ολοκληρώνεται το 1973

ζ. Υπαγωγή της οικονομίας σε εθνικό έλεγχο για την ανασυγκρότηση της

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, το νέο καθεστώς μεθόδευσε τη μονοπώληση της εξουσίας και το 1977 προχώρησε σε συνταγματικές αλλαγές με τις οποίες επαγγέλθηκε ότι θα εγκαθιδρύσει πολίτευμα άμεσης δημοκρατίας.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΙΒΥΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Από την αρχή της εγκαθίδρυσής του καθεστώτος του Καντάφι, η Λιβύη βρέθηκε επαναλειμένα στο προσκήνιο του διεθνούς ενδιαφέροντος, εμφανιζόμενη ως πρωτοπόρος στον αγώνα εναντίον του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού, του μαρξισμού, του σιωνισμού και ως υπέρμαχος των αρχών του Κορανίου, της ένωσης των Αράβων, και της ελευθερίας όλων των λαών. Συνδέθηκε με απελευθερωτικά κινήματα σε όλο τον κόσμο και αναμίχτηκε ενεργά στα εσωτερικά όλων σχεδόν των γειτονικών της χωρών, καθώς και των χωρών του αραβικού κόσμου, προκαλώντας στις περισσότερες περιπτώσεις αποσταθεροποίηση. Οι διεθνείς επιλογές προκάλεσαν την αντίδραση των δυτικών χωρών και κυρίως των ΗΠΑ, που κατηγόρησαν τον Καντάφι ως ανατροπέα της διεθνούς τάξης και τη χώρα του ως άντρο της τρομοκρατίας, αλλά και τις αντιδράσεις του ΟΗΕ που τελικά επέβαλε κυρώσεις στη Λιβύη.

Ο τελικός στόχος της πολιτικής της κυβέρνησης του Καντάφι ήταν η αύξηση της ισχύος της χώρας και η καθιέρωσή της ως πρότυπο και πρωταγωνιστή στον Αραβικό και Ισλαμικό κόσμο. Κινήθηκε στους παράκατω άξονες:

α. Αλλαγές στην εσωτερική διάρθρωση με σκοπό την εμφάνιση του κράτους ως πρότυπο δημοκρατίας εφαρμόζοντας οργανωτικές δομές άμεσης δημοκρατίας με ενεργή συμμετοχή πολιτών, σε αντιδιαστολή με τα μοναρχικά πολιτεύματα των περισσοτέρων αραβικών χωρών, αλλά και τα έμμεσα δημοκρατικά των Ευρωπαϊκών χωρών

β. Ανάπτυξη της οικονομίας με σκοπό την ισχυροποίηση της χώρας, και την ανάδειξή της σε περιφερειακή δύναμη

γ. Προσέγγιση με τα Αραβικά κράτη με σκοπό την επίτευξη ενοποίησης, σε αντίθεση με την παραδοσιακή διαίρεση των Αράβων σε ομάδες και φυλές

δ. Προσέγγιση  με τα ισλαμικά κράτη με σκοπό την αύξηση της επιρροής της

ε. Αντίθεση με τα δυτικά συμφέροντα και με τον ιμπεριαλισμό, προσέγγιση με την Σοβιετική Ένωση, για τήρηση ισορροπιών, αλλά επιλογή του ΄ανεξάρτητου δρόμου΄ και απαλλαγή από ξένες εξαρτήσεις και επιρροές, στα πλαίσια αμφισβήτησης του ρόλου των ΗΠΑ και την ανάδειξη της χώρας ως τοπικής δύναμης

στ. Υποστήριξη επαναστατικών, απελευθερωτικών και περιθωριακών ομάδων σε όλο τον κόσμο, θέση που τίθεται ως θέμα αρχής.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης του Καντάφι για την επίτευξη των στόχων του στους διάφορους τομείς αναλύονται στα επόμενα κεφάλαια..

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Οταν ο Καντάφι παρέλαβε την εξουσία, κλήθηκε να εισάγει διαρθρωτικές αλλαγές στον τρόπο διακυβέρνησης της χώρας για να αντιμετωπίσει αρκετά προβλήματα που είχαν συσσωρευτεί κατά την προηγούμενη κατάσταση: την κρατική οργανωτική αναποτελεσματικότητα, την απολυταρχία της κυβέρνησης του Ίντρις, την αδιαφορία των πολιτών για τα κοινά και τον τρόπο διακυβέρνησης, και προβλήματα εθνικού και πολιτικού συντονισμού.

Η ανακατασκευή της λιβυκής κοινωνίας που οραματίστηκε ο Καντάφι και που προετοίμαζε από το 1970, επίσημα ξεκίνησε από το 1973 με την ονοματισμένη πολιτιστική ή λαϊκή επανάσταση. Ο Καντάφι προέτρεψε τους πολίτες να αμφισβητήσουν, όπως είπε, τις παραδοσιακές εξουσίες και να γίνουν οι ίδιοι κυβερνητικά όργανα. Εισήγαγε τον θεσμό των «Λαϊκών Επιτροπών», ομάδων δηλαδή από πολίτες που καλούνταν να αποφασίσουν για διάφορα ζητήματα. Οι επιτροπές οργανώθηκαν σε τοπικό επίπεδο σε όλη την χώρα και τα μέλη τους καθορίζονταν με απευθείας εκλογή από το λαό που η κάθε μία αντιπροσώπευε. Εγκαταστάθηκαν σε κοινότητες και σε κάθε είδος οργανισμούς όπως πανεπιστήμια, ιδιωτικές εταιρίες, δημόσιο τομέα και ΜΜΕ Σταδιακά έγιναν υπεύθυνες για την τοπική και περιφερειακή διοίκηση. Το 1973 ήδη ο εκτιμώμενος αριθμός των Επιτροπών ήταν πάνω από 2000.

Οι αποφάσεις των Λαϊκών Επιτροπών διαβιβάζονταν σε υψηλότερου επιπέδου επιτροπές, στις Δημοτικές Επιτροπές. Σε αυτές τις επιτροπές τα μέλη προέρχονταν με κάποιο είδος επιλογής από τα μέλη που είχαν εκλεγεί στις τοπικές επιτροπές. Οι αποφάσεις των δευτεροβάθμιων αυτών επιτροπών μεταβιβάζονταν στις τριτοβάθμιες επιτροπές που ήταν πια κυβερνητικού επιπέδου και τα μέλη προέρχονταν από τα μέλη των δημοτικών επιτροπών. Για την θέσπιση των διοικητικών και εκλογικών τους κανόνων, οι Λαϊκές Επιτροπές εφάρμοσαν την θεωρία της Άμεσης Δημοκρατίας, που ο Καντάφι παρουσίασε στον πρώτο τόμο του «Πράσινου Βιβλίου» του.

Η οργάνωση του πολιτικού βίου με το σύστημα των Eπιτροπών ήταν για τον Καντάφι ένα μεταβατικό στάδιο πολιτικής δομής. Το όραμά του ήταν η υλοποίηση μίας πρακτικά άμεσης δημοκρατίας με συμμετοχή όλων των πολιτών, όχι μόνο δια των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους,  αλλά συνεχώς και ενεργά. Έτσι ως εξέλιξη της οργάνωσης επιτροπών διαρθρώθηκε η νέα πολιτική δομή, τα «Λαϊκά Κοινοβούλια».

Η φιλοσοφία του νέου συστήματος που υλοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1977, ήταν η εξής: Οι τοπικές επιτροπές αντικαθιστούνται από τα τοπικά «Βασικά Λαϊκά Κοινοβούλια», στα οποία έχουν δικαίωμα συμμετοχής και λόγου όλοι οι ενήλικες. Οι αποφάσεις των κοινοβουλίων μεταβιβάζονται στο «Γενικό Λαϊκό Κοινοβούλιο», ένα εθνικό αντιπροσωπευτικό σώμα, όπου λαμβάνονται υπόψη και εφαρμόζονται ως εθνική πολιτική. Ο αρχηγός του Κοινοβουλίου ονομάζεται Γενικός Γραμματέας. Άλλα όργανα είναι η Γενική Γραμματεία, που αποτελούνταν από τα πρώην μέλη της παλαιότερης κυβερνητικής επιτροπής, και η Γενική Λαϊκή Επιτροπή που αντικατέστησε το παλιό Συμβούλιο Υπουργών.

Το Γενικό Λαϊκό Κοινοβούλιο έχει σύμφωνα με το Σύνταγμα όλη την νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Στην πράξη όμως μεταβίβασε το μεγαλύτερο μέρος της εξουσίας του στην Γενική Λαϊκή Επιτροπή, που στην ουσία είναι η ομάδα των υπουργών, στην Γενική Γραμματεία, και στον Γενικό Γραμματέα, ο οποίος στην πράξη παίρνει τις αποφάσεις.

Αμέσως μετά την υιοθέτηση της νέας πολιτικής τάξης το Κοινοβούλιο επέλεξε ως Γενικό Γραμματέα του τον Καντάφι, και ανακήρυξε το νέο επίσημο όνομα της χώρας: Σοσιαλιστική Λαϊκή Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία. Ο όρος Τζαμαχιρία δεν μεταφράζεται επ’ ακριβώς, μπορεί να αποδοθεί όμως ως κράτος των ανθρώπων, ή Λαοκρατία, και εκφράζει την θέση του Καντάφι ότι ο λαός πρέπει να αυτοκυβερνείται, ελεύθερος από κάθε δέσμευση, και κυρίως από τις δεσμεύσεις του σύγχρονου γραφειοκρατικού κράτους.

Συμπληρώνοντας την πολιτική και διοικητική αναδιάρθρωση, ο Καντάφι εισήγαγε το 1977 και τον θεσμό των «Επαναστατικών Επιτροπών» που είχαν ως έργο «την απόλυτη επαναστατική εποπτεία της λαϊκής δύναμης», δηλαδή είχαν σκοπό να ελέγχουν τα Βασικά Λαϊκά Κοινοβούλια, να τα προστατεύουν από παρεκκλίσεις και αντιδράσεις και να καθοδηγούν την πολιτική συνείδηση και αφοσίωση των πολιτών στις ιδέες της επανάστασης. Οι επιτροπές αυτές, των οποίων τα μέλη ήταν πολιτικοί ζηλωτές, μέχρι το 1979 απέκτησαν τον έλεγχο των τοπικών Κοινοβουλίων. Παρόλο που δεν ήταν επίσημο κυβερνητικό όργανο, έγιναν κατεστημένο, ενώ η συνεισφορά τους είναι αμφισβητίσιμη, τόσο στην πολιτική οργάνωση της χώρας, όσο και στον θεσμό της δημοκρατίας και τα συμφέροντα του πολίτη. Στην πολιτική οργάνωση της χώρας έκαναν το σύστημα πιο περίπλοκο και δημιούργησαν προβλήματα σε πολλές περιπτώσεις στον συντονισμό και την συνεργασία μεταξύ όλων των οργάνων λόγω αντικρουομένων δικαιοδοσιών. Για τη λειτουργία της δημοκρατίας η καθοδήγηση των πολιτών και ο έλεγχος παρεκκλίσεώς τους μάλλον αποτελεί πλήγμα. Επιπλέον από τον σκοπό ύπαρξής τους είναι φανερό ότι τα συμφέροντα του πολίτη τοποθετούνται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στα συμφέροντα της επανάστασης.

Τον Μάρτιο του 1979 το Κοινοβούλιο ανακύρηξε ότι έχει σταθεροποιηθεί η δημοκρατία και έτσι μπορεί να γίνει ο διαχωρισμός του κράτους απ΄ την επανάσταση. Τυπικά διακυρήχτηκε δηλαδή ότι η περίοδος της κατοχής της εξουσίας από την “επανάσταση” έληξε και πλέον την εξουσία αναλαμβάνουν εκλεγμένοι αξιωματούχοι. Έτσι ο Καντάφι παραιτήθηκε από την Γενική Γραμματεία και από κάθε επίσημο τίτλο και ονομάστηκε άτυπα Ηγέτης της Επανάστασης, παραμένοντας μόνο ο ανώτατος διοικητής των ενόπλων δυνάμεων. Ουσιαστικά όμως αυτός συνέχισε να διοικεί την χώρα. Όλα τα υπουργεία πλην αυτών του πετρελαίου, βαριάς βιομηχανίας και εξωτερικών διοικούνται πλέον από μία ειδικευμένη λαϊκή επιτροπή με τον γραμματεα επικεφαλής. Παράλληλα εμφανίστηκε και η ιδέα δημιουργίας ‘λαϊκού στρατού’ σε αντικατάσταση των ενόπλων δυνάμεων, ιδέα που εφαρμόστηκε όμως πολύ αργότερα, το 1989, μετά τον πόλεμο με το Τσαντ.

ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Η αναδιάρθρωση της οικονομίας ξεκίνησε εξ΄αρχής. Οι πρώτες κινήσεις του Καντάφι ήταν η καταγγελία των αποικιοκρατικών συμφωνιών με τις δυτικές εταιρίες, η κρατικοποίηση της περιουσίας των δυτικών πετρελαϊκών εταιριών, όπως και η κρατικοποίηση των τραπεζών, που ήταν ως τότε στο σύνολό τους σχεδόν στα χέρια των Ιταλών. Από τις κινήσεις αυτές ωφελήθηκε βασικά το κράτος. Παράλληλα, η απέλαση των ξένων από την χώρα, που είχαν στα χέρια τους το εμπόριο και τον πλούτο από την εποχή της Ιταλικής κατοχής, έδωσε την ευκαιρία στους ίδιους τους Λίβυους να πάρουν την θέση τους και να ωφεληθούν οικονομικά και μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Στη συνέχεια η οικονομική πολιτική του Καντάφι επικεντρώθηκε στην αντιμετώπιση των σημείων αδυναμίας της Λιβυκής οικονομίας με μακρόπνοα σχέδια. Οι ιδιαιτερότητες της Λιβυκής οικονομίας, που γεννούσαν προβλήματα ήταν:

α. Η μεγάλη εξάρτησή της από τις τιμές του πετρελαίου, που αποτελει μεγάλο μέρος των εσόδων της, και που συνεπώς οι διακυμάνσεις τους επηρέαζαν την σημαντικά ευρωστία της,

β. Η μικρή γεωργική παραγωγή που ανάγκαζει την χώρα να εισάγει όλα της σχεδόν τα τρόφιμα,

γ. Η εξάρτησή της από ξένο εργατικό δυναμικό και ξένο εξειδικευμένο στην πετρελαϊκή βιομηχανία προσωπικό.

Οι προσπάθειες του Καντάφι επικεντρώθηκαν στην κατασκευή έργων υποδομής για την ανάπτυξη της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της βιομηχανίας. Έτσι θα αυξηθεί η παραγωγή, και συνεπώς θα μειωθεί η εξάρτηση από τις εισαγωγές, αλλά και θα ισχυροποιηθεί η οικονομία και συνεπώς θα αντισταθμιστεί η αστάθεια λόγω των διακυμάνσεων του πετρελαίου. Από τη δεκαετία του 70 εφαρμόζεται ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης που αφορά κυρίως τρόφιμα και οικοδομικά υλικά.

Το πιο φιλόδοξο σχέδιο του ήταν η μεταφορά υπογείων υδάτων από τη Σαχάρα στα παράλια της Μεσογείου, για τη χρησιμοποίησή του σε γεωργία και βιομηχανία. Το έργο αυτό ξεκίνησε το 1984 με την επίβλεψη ευρωπαϊκών και κορεατικών εταιριών και είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των αρδευόμενων εκτάσεων στον βορρά το 1991, που έγινε το άνοιγμα του πρώτου τμήματος του. Η επιβολή κυρώσεων από τον ΟΗΕ όμως το σταμάτησε πριν ολοκληρωθεί.

Στο πρόβλημα της εξάρτησης από ξένους εργάτες οι λύσεις που δίδονταν κατά διαστήματα είχαν κάθε φορά βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα και είχαν σχέση με την πολιτική. Η εσωτερική και εξωτερική πολιτική του Καντάφι οδήγησαν σε αποχώρηση ή εκδίωξη από την χώρα πολλών ξένων εργατών αλλά και ντόπιων, δημιουργόντας πρόβλημα στην οικονομία, από την άλλη όμως, η αποδοχή εργατών από άλλες χώρες με έντονη ανεργία, όπως με την Τουρκία, χρησιμοποιήθηκε σαν διπλωματικό μέσο.

Πέραν του πετρελαϊκου τομέα, των τραπεζών και των ασφαλειών, που ήταν καθαρά κρατική υπόθεση, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 70 η Λιβυκή οικονομία ήταν μικτή, και μεγάλο ρόλο έπαιζαν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις σε όλους τους τομείς.     Όμως ο δεύτερος τόμος του ‘Πράσινου Βιβλίου’ του Καντάφι το 1978, κατέστησε σαφές ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία πρέπει να περιοριστεί, και το κράτος ωφείλει να πάρει στα χέρια του το ιδιωτικό εμπόριο, όπως και να καθορίζει ενοίκια και μισθούς. Επιτροπές και συνεταιρισμοί εργαζομένων θα έπρεπε να λειτουργούν τις δημόσιες και ιδιωτικές εταιρίες. Έτσι απαγορεύτηκε με νόμο η κατοχή παραπάνω από ένα ιδιωτικά σχήματα, και έτσι πολλές εταιρίες πέρασαν στα χέρια των εργαζομένων σαν κρατικές. Το εμπόριο πέρασε στα χέρια του κράτους με θεωρητικό σκοπό οι πολίτες να μπορούν να αγοράζουν ό,τι θέλουν σε χαμηλές τιμές. Οι παρεμβατισμοί του κράτους στις εισαγωγές, οδήγησαν πολλές φορές στην έλλειψη βασικών αγαθών από τα καταστήματα αλλά και σε παρατεταμένη φτώχια. Η επιβολή κυρώσεων από τον ΟΗΕ το 1992 επιδείνωσε την κατάσταση. Από το 1981 το κράτος απέκτησε το δικαίωμα περιορισμένης πρόσβασης σε ιδιωτικούς λογαριασμούς τραπεζών με σκοπό την ανάληψη πόρων για χρηματοδότηση κυβερνητικών σχεδίων.

ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Τα μέτρα αυτά σίγουρα βοήθησαν τους φτωχότερους Λίβυους, αλλά έφεραν ισχυρές αντιδράσεις στις υπόλοιπες τάξεις, μέλη των οποίων άρχισαν να εγκαταλείπουν την χώρα. Ως το 1982 50.000 με 100.000 Λίβυοι είχαν μεταναστεύσει, και καθώς αυτοί άνηκαν στις εμπορικές και στις πιο μορφωμένες τάξεις η απώλειά τους ήταν σημαντική για την Λιβύη.

Πολλοί από τους εξόριστους σχημάτισαν ενεργές ομάδες αντίθεσης. Παρόλο που τα αποτελέσματα των ομάδων αυτών ήταν πενιχρά, ο Καντάφι προειδοποίησε τους αντικαθεστωτικούς να επιστρέψουν. Εκείνη την εποχή άρχισε ένα κύμα δολοφονιών των εξορίστων, ενώ οι περιουσίες τους δημεύτηκαν.

Αντίδραση στο εσωτερικό ήρθε από τη μεσαία τάξη, που φορτώθηκε το βάρος της μεταρρύθμισης, τους φοιτητές, που είχαν ιδεολογικές διαφορές, και τους ισλαμιστές για ανορθόδοξες αποδόσεις των δογμάτων του Ισλάμ, για την αμφισβήτηση της εξουσίας της θρησκείας και για την θέση ότι το ‘Πράσινο Βιβλίο’ ήταν βασισμένο στο Ισλάμ. Επίσης σημείο τριβής με τους τελευταίους ήταν η δήμευση μεγάλου μέρους της θρησκευτικής περιουσίας.

Η πιο σημαντική αντίδραση ήρθε από τις ένοπλες δυνάμεις. Το 1975 ο υπουργός σχεδιασμού Mihayshi και 30 αξιωματικοί ετοίμασαν πραξικόπημα, το οποίο όμως απέτυχε με αποτέλεσμα την φυγή του Mihayshi και μέρους της τεχνολογικής ελίτ, και την εκτέλεση 22 αξιωματικών το 1977. Περαιτέρω εκτελέσεις αξιωματικών έγιναν το 1979, ενώ τον Αυγουστο του 1980 αρκετές εκατοντάδες άτομα σκοτώθηκαν σε στρατιωτική εξέγερση στο Τομπρούκ.

 Ένα νέο πολιτικό σύστημα με δομές που διευκόλυναν την συμμετοχή όσο το δυνατό περισσότερων πολιτών στην διακυβέρνηση υιοθετήθηκε, αλλά στην πράξη η πολυπλοκότητά του οδηγούσε στη σύγχιση ενώ υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά του και τη δημοκρατικότητά του. Στο εσωτερικό της χώρας η κυβέρνηση προσπάθησε να κάνει αναδιανομή του πλούτου, μία ενέργεια που ικανοποίησε πολλούς, αλλά προκάλεσε και ισχυρές αντιδράσεις. Πολλοί Λίβυοι εξακολουθούσαν να μην ενδιαφέρονται για τα κοινά, ενώ άλλοι εξέφρασαν την αντίθεσή τους παθητικά ή ενεργητικά, στο εσωτερικό ή το εξωτερικό.

Τα έσοδα από το πετρέλαιο επενδύθηκαν σε γεωργικά και βιομηχανικά έργα, καθώς η κυβέρνηση ήλπιζε ότι θα εξασφάλιζε θέσεις εργασίας και θα μείωνε την εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές και τους ξένους εργάτες. Τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα, και η μείωση των τιμών πετρελαίου εξάλειψε τις δυνατότητες συνέχισης των οικονομικών και πολιτικών ενεργειών.

Η μείωση των εσόδων πετρελαίου, η συνεπαγόμενη οικονομική επιβράδυνση, η συνεχής εξάρτηση από ξένους ειδικούς, και σε μικρότερο βαθμό οι αντιδραστικές κινήσεις στο στρατό της και την κοινωνία ήταν τα μεγαλύτερα προβλήματα για το καθεστώς Καντάφι σε συνδιασμό με το γενικά αντίθετο κλίμα στις διεθνείς σχέσεις της. Η μεταρρύθμιση στα εσωτερικά της χώρας που έκανε πράξη ισχυροποίησε την οικονομία της χώρας, αν και όχι στον επιθυμητό βαθμό, έδωσε μεγαλύτερη δύναμη στον πολίτη καθώς και κίνητρα να ασχοληθεί με τα κοινά, αν και η κατάσταση στην πράξη δεν ήταν όπως διαφημίστηκε, ενώ οι όποιες αντιδράσεις πατάχτηκαν έγκαιρα, ή παρέμειναν χλιαρές. Το πολίτευμα του κράτους στην πράξη δεν είναι όπως διαφημίζεται δημοκρατικό, όχι τουλάχιστον σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Σε τελική ανάλυση, δεν αποτέλεσε πρότυπο για τα υπόλοιπα Αραβικά κράτη, ούτε βρήκε άλλους μιμητές, και αυτή η διαρθρωτική διαφορά της Λιβύης με τα άλλα καθεστώτα θεωρείται ότι έπαιξε αρνητικό ρόλο στις προσπάθειες του Καντάφι για παν-Αραβική ένωση.

 

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΓΙΑ ΑΡΑΒΙΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο Καντάφι παρουσιάστηκε ως ο μεγαλύτερος εκφραστής της Αραβικής ενότητας στην δεκαετία του 1970. Παρόλο που οι Αραβικές κυβερνήσεις συμφωνούσαν με την ιδέα της ένωσης θεωρητικά, οι περισσότερες από αυτές πίστευαν ότι οι συνθήκες δεν ήταν κατάλληλες για την πραγματοποίηση της, ή ότι η ενότητα θα έρθει ύστερα από μακρόχρονη διαδικασία ιστορικής εξέλιξης. Ο Καντάφι είχε άλλη άποψη. Πίστεψε ότι ήταν άμεσα πραγματοποιήσιμη, αν και θα απαιτούσε κάποια διαδοχικά και ενδιάμεσα βήματα ανάπτυξης,  και την έθεσε ως πρωταρχικό σκοπό της εξωτερικής πολιτικής του.

Ήδη από το 1970 ο Καντάφι ξεκίνησε επαφές με τους Αιγύπτιους και Σουδανούς ηγέτες για την εύρεση κάποιας φόρμας για ένωση. Ο Νάσσερ πέθανε το 1970, αλλά οι συνομιλίες συνεχίστηκαν με τον διάδοχό του Σαντάτ. Ο Καντάφι όμως ήταν αυτός που πήρε την θέση του Νάσσερ, σαν ιδεολογικός αρχηγός του Αραβικού εθνικισμού.

Οι συνομιλίες με το Σουδάν διεκόπησαν καθώς οι σχέσεις των δύο χωρών χειροτέρευαν. Κατόπιν όμως αιτήσεως του νέου ηγέτη της Συρίας, Ασσάντ, οι συνομιλίες για την ένωση επεκτάθηκαν για να συμπεριλάβουν και την Σύρια. Ύστερα από διασκέψεις οι τρείς ηγέτες ανακοίνωσαν τον Απρίλιο του 1971 τον σχηματισμό της ένωσης Λιβύης, Αιγύπτου και Συρίας, και τον Αύγουστο υπέγραψαν ένα σύνταγμα που εγκρίθηκε πανηγυρικά και στις τρείς χώρες. Ο Σαντάτ ονομάστηκε ο πρώτος πρόεδρος του συμβουλίου των ηγετών, που θα ήταν το κυβερνόν σώμα της Αραβικής Ένωσης (Federation of Arab Republics, FAR) από 1-1-72.

Φιλόδοξα σχέδια προετοιμαστήκαν για να πετύχουν μία όσο το δυνατόν ισχυρότερη ένωση, με κοινούς νόμους, δικαστικό σύστημα, εργασιακό καθεστώς, ένοπλες δυνάμεις και εξωτερική πολιτική. Διαφωνίες σε συγκεκριμένα μέτρα όμως ανάγκασαν την ένωση να μην προχωρήσει περισσότερο από συμβολικές κινήσεις όπως την υιοθέτηση κοινής σημαίας.

Για τον Καντάφι όμως το FAR ήταν ένα βήμα στον δρόμο για την επίτευξη του τελικού του στόχου, την συνολική και ουσιαστική ένωση του Αραβικού έθνους. Έτσι παρόλο που δεν ικανοποιήθηκε από την προσέγγιση που υιοθέτησαν η Συρία και η Αίγυπτος για το σχέδιο αντιμετώπισης του Ισραήλ, παρέμεινε ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της ένωσης, και επιπλέον πέρασε στο επόμενο στάδιο με την Αίγυπτο, ξεκινώντας με τον Σαντάμ νέες συνομιλίες για πλήρη ενοποίηση των δύο χωρών αυτή τη φορά μέσα στα πλαίσια του FAR.

Σε πρώτη άποψη η ένωση έμοιαζε με εντελώς αταίριαστη. Οι δύο χώρες παρουσίαζαν σημαντικές διαφορές στα γνωρίσματα τους. Παρόλο που η Λιβύη είχε μεγαλύτερη έκταση από την Αίγυπτο, ο πληθυσμός της Αιγύπτου ήταν 34 εκατομμύρια, ενώ της Λιβύης κάτω από 2. Η δυσαναλογία ήταν τεράστια. Όμως η οικονομία της Λιβύης ήταν πολύ πιο ισχυρή από της Αιγύπτου. Το κατά κεφαλήν εισόδημα της Λιβύης ήταν 14 φορές αυτό της Αιγύπτου. Τα έσοδα της το 1972 ήταν 2,5 δις $, 10 φορές αυτά της Αιγύπτου. Έτσι από την ένωση ο Καντάφι έβλεπε ωφέλη και για τις δύο χώρες: ο συνδιασμός του πλούτου της Λιβύης με το ανθρώπινο και στρατιωτικό δυναμικό της Αιγύπτου θα έφτιαχνε μία ισχυρή δύναμη, που θα λειτουργούσε σαν τροχοπέδη για την αραβική πάλη με το Ισραήλ.

Μετά το τέλος του συνεδρίου για την ένωση που έγινε τον Αύγουστο του 1972, ο Σαντάτ δήλωσε υποστηρικτής της ενοποίησης. Σύντομα όμως άρχισαν τα προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης και της προσωπικής διαφωνίας των δύο ηγετών σχετικά με το χρονοδιάγραμμα της ενοποίησης. Ο Καντάφι ζητούσε άμεση ενοποίηση με τις διεργασίες διάρθρωσης συντάγματος να ακολουθούν. Ο Σαντάτ επέμενε σε βηματική ενοπίηση με ανάλογη προετοιμασία. Κατά το 1973 ο Καντάφι έφτασε στο σημείο να προσφερθεί να παραιτηθεί από την διακυβέρνηση της χώρας του, αν η αναχώρηση του θα διευκόλυνε τον Σαντάμ, του οποίου ο ενθουσιασμός είχε πέσει επικίνδυνα. Ο Καντάφι επίσης οργάνωσε μία Ιερη παρέλαση στο Κάιρο 30.000 Λιβύων, για επίδειξη θέλησης για ενοποίηση, αλλά χωρίς ανταπόκριση. Η 1-9-1973, ημερομηνία που ο Σαντάμ είχε δεσμευτεί να απαντήσει για την ένωση πέρασε χωρίς να απαντήσει, γεγονός που δεν αποτέλεσε έκπληξη καθώς στο ενδιάμεσο διάστημα πολλοί Αιγύπτιοι και Λίβυοι είχαν τεθεί εναντίον της ένωσης. Η αντίθεση βασιζόταν στην ιστορική αντιπάθεια των δύο λαών και στα πολιτικά συστήματα τους που ήταν πολύ διαφορετικά, με την Αίγυπτο να είναι πολύ πιο δημοκρατική.

Κατά τον πόλεμο του 1973 Λιβυκά αεροπλάνα που είχαν μεταφερθεί μυστικά στην Αιγυπτιακή Αεροπορία χρησιμοποιήθηκαν στις επιχειρήσεις. Ήταν όμως αυτός ο πόλεμος που έφερε την ρήξη των σχέσεων των δύο χωρών. Η κοινή Αιγυπτο-συριανή επιχείρηση κατέπληξε τον Καντάφι, που είχε αποκλειστεί από τον σχεδιασμό. Ο Λίβυος ηγέτης χρέωσε στις δύο χώρες ότι σπατάλησαν δυνάμεις για περιορισμένους στόχους και άσκησε κριτική στον Σαντάτ για την βεβιασμένη κατάπαυση πυρός όταν το Ισραήλ αντεπιτέθηκε. Κατηγόρησε τον Σαντάτ για δειλία και για σαμποτάρισμα της ένωσης. Ο Σαντάτ φανέρωσε δημόσια ότι είχε παρεμβληθεί και ματαιώσει μία προγραμματισμένη επίθεση Λιβυκού υποβρυχίου στο Βρεττανικο πλοίο Queen Elizabeth II, ενω αυτό μετέφερε Ισραηλίτες τουρίστες στη Μεσόγειο. Έτσι οι σχέσεις των δύο ηγετων χειροτέρεψαν και σταμάτησαν οι συνομιλίες για ενοποίηση.

Κατά τα μέσα της δεκαετίας του 70, ο Καντάφι ανέλαβε ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα που χρηματοδοτούνταν από τα πολύ υψηλά πετρελαϊκά έσοδα που προέκυψαν μετά το 1973. Ήθελε να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στα διαδραματιζόμενα στη Μέση Ανατολή βασισμένος στην στρατιωτική ισχύ και στην αυξανόμενη δυσφορία για τις πολιτικές του Σαντάτ από τους αραβικούς πληθυσμούς. Για την απόκτηση όπλων υψηλής τεχνολογίας απευθύνθηκε στους Σοβιετικούς, με τους οποίους οι σχέσεις έγιναν στενότερες καθώς ο Σαντάτ έκλινε όλο και περισσότερο στην ειρηνική επίλυση του προβλήματος με το Ισραήλ. Αμοιβαίες υποψίες μεταξυ Καντάφι και Σαντάτ, καθώς και Αιγυπτιακές κατηγορίες για ανάμιξη της Λιβύης στα εσωτερικά της Αιγύπτου οδήγησαν τις δύο χώρες στον σύντομο αλλά αιματηρό συνοριακό πόλεμο τον Ιούλιο του 1977.

Οι Αιγυπτιακές δυνάμεις προωθήθηκαν σε μια μικρή απόσταση εντός της Λιβύης πριν η διαμεσολάβηση της Αλγερίας σταματήσει τον πόλεμο. Η αντιπαράθεση αυτή σηματοδότησε την αναχώρηση από την Λιβύη χιλιάδων Αιγυπτίων που εργάζονταν στην πετρελαιοβιομηχανία, αγροτική παραγωγή, εμπόριο, εκπαίδευση, κρατικό μηχανισμό με συνέπεια την δημιουργία προβλήματος στην οικονομική ζωή και δημόσιες υπηρεσίες της Λιβύης.

Το μεγάλο χάσμα μεταξύ των δύο χωρών έγινε με το ταξίδι του Σαντάτ στην Ιερουσαλήμ τον επόμενο Νοέμβριο και την συμφωνία χωριστής ειρήνης με το Ισραήλ το Σεπτέμβριο του 1978. Ακολούθησε διακοπή διπλωματικών σχέσεων, και η Λιβύη έπαιξε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του αντι-Αιγυπτιακού μετώπου αραβικών εθνών τον Δεκέμβριο του 1977. Τα μέλη του μετώπου ήταν η Λιβύη, η Αλγερία, η Συρία, η Ν. Υεμένη και η οργάνωση για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης, όλα αντίθετα με τις ειρηνευτικές διαδικασίες του Σαντάτ. Ο Καντάφι έβλεπε την απομόνωση της Αιγύπτου σαν τιμωρία για τον χειρισμο της σχετικά με το Ισραήλ, αλλά και σαν ευκαιρία για παν-Αραβική προσέγγιση. Τα προβλήματα με την Αίγυπτο συνεχίστηκαν και μετά την δολοφονία του Σαντάτ, με την συνέχιση της πολιτικής του από τον νέο πρόεδρο, τον Μουμπάρακ. Τα σύνορα με την Αίγυπτο παρέμειναν κλειστά μέχρι το 1989, που οι δυό ηγέτες συμβιβάστηκαν.

Μετά την αποτυχία του 1973 για επίτευξη ένωσης με τις ανατολικές αραβικές χώρες, οι προσπάθειες του Καντάφι στράφηκαν στην δύση. Η προταθείσα όμως ένωση με την Τυνησία το 1974, καταγγέλθηκε σχεδόν αμέσως από τον πρόεδρο της, τον Habib Bourguiba. Το περιστατικό αυτό μαζί με τις τυνησιακές κατηγορίες για ανάμιξη της Λιβύης στα εσωτερικά της, και οι διαφωνίες για τον διαμοιρασμό της υφαλοκρηπίδας με τα κοιτάσματα πετρελαίου, προκάλεσαν ρήξη στις σχέσεις των δύο χωρών. Στίς αρχές του 1980 μια ομάδα δυσαρεστημένων Τυνησίων σκηνοθέτησαν μία εξέγερση στην Gafsa, στην κεντρική Τυνησία ως επίθεση από την Αλγερία. Ο Bourguiba κατηγόρησε τον Καντάφι για το περιστατικό αυτό και διέκοψε διπλωματικές σχέσεις με την Τρίπολη. Ο Καντάφι αρνήθηκε τη συμμετοχή του. Σιγά σιγά οι σχέσεις των δύο χωρών ανέκαμψαν καθώς η Τυνησία είχε ανάγκη των θέσεων εργασίας στη Λιβύη και το 1982 υπέγραψαν συνθήκη συνεργασίας. Το 1984 όμως ο Καντάφι κατηγόρησε την Τυνησια για συμμετοχή σε επαναστατική επίθεση στο εσωτερικό τηε χώρας του, και το 1985 απέλασε 30000 Τυνήσιους εργάτες. Μέχρι το 1987 οι δύο χώρες είχαν διακόψει διπλωματικές σχέσεις.

Η αποτυχία της Τυνησίας έστρεψε την προσοχή της Λιβύης στη Συρία. Η Συρία ήταν και αυτή μία απομονωμένη διπλωματικά χώρα και απογοητευμένη από τον χειρισμό της Αιγύπτου για το θέμα του Ισραήλ. Τον Σεπτέμβριο του 1980 ο πρόεδρος Ασσάντ συμφώνησε για ένωση με την Λιβύη. Σαν μέρος της συμφωνίας η Λιβύη ανέλαβε να πληρώσει το χρέος της Συρίας στην Σοβιετική Ένωση για αγορές όπλων που έφτανε το 1$ δις. Η ένωση παρέμεινε μόνο στα χαρτιά, καθώς όπως φάνηκε, καμμία χώρα δεν ήταν διαθετημένη να αποκυρήξει την κυριαρχία της.

Από ειρωνία της τύχης όμως, η επιτυχημένη αυτή ένωση με τη Συρία σηματοδότησε την αρχή του τέλους για τις φιλοδοξίες του Καντάφι για παν-Αραβική ένωση. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος Ιράν – Ίρακ τον Σεπτέμβριο του 1980, η Συρία και η Λιβύη ήταν οι μόνες Αραβικές χώρες που υποστήριξαν το Ιράν. Έτσι διεκόπησαν οι διπλωματικές σχέσεις με Ιράκ και Σαουδική Αραβία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον Δεκέμβριο του 1981 έγινε μια αεροπειρατεία από Λιβανέζους Shias, οι οποίοι απαιτούσαν από την Λιβύη πληροφορίες για τον αρχηγό τους Imam Musa Sadr, που είχε εξαφανιστεί τον 1978, ενώ πραγματοποιούσε επίσκεψη στην χώρα. Τελικά τόσο η αεροπειρατία αυτή όσο και μία δεύτερη που έγινε για τον ίδιο σκοπό, έληξαν χωρίς να εμφανιστεί κανένα ίχνος του Sadr, γεγονός που έπληξε ισχυρά το κύρος της Λιβύης στους Shias του Λιβάνου, του Ιράν και αλλού.

Στις 13-8-1984 ένας γάμος από συμφέρον έγινε με το Μαρόκο με την συνθήκη της Ούντζα. Την εποχή εκείνη ο Καντάφι ήταν απομονωμένος από τις Αραβικές χώρες πλην της Συρίας και της Ν. Υεμένης. Και η συνθήκη σήμαινε έτσι το τέλος της απομόνωσης και την αναζωπύρωση των σχεδίων του για παν-αραβισμό. Τότε προσπάθησε να μεγαλώσει την συνθήκη ώστε να συμπεριλάβει την Αλγερία, Τυνησία  και την Συρία σαν ενδιάμεσο βήμα για παν-αραβική ένωση. Η επισύναψη στενότερων σχέσεων της Λιβύης με το Ιράν το 85 και η επίσκεψη του Ισραηλινού πρωθύπουργου Σιμόν Περές στο Μαρόκκο τον Ιούλιο του 86 όμως κατέληξαν στη διάλυση της ένωσης.

Το 1986 προτείνει ένωση με την Αλγερία, η οποία καταλήγει απλά σε μια σειρά βιομηχανικών συμφωνιών.

Τελικά τον Ιούνιο του 1988 με την Αλγερία, Τυνησία, Μαρόκο και Μαυριτανία ιδρύουν την Αραβική Ενωση του Maghrib, η οποία είναι περισσότερο οικονομικής φύσης για ελεύθερο εμπόριο, επενδύσεις, οικονομική συνεργασία και οικονομικές σχέσεις με Ευρώπη.

Για την αποτυχία των ενωτικών προσπαθείων ο Καντάφι κατηγόρησε τους Άραβες ηγέτες που ήταν αντίθετοι με τέτοιες ενέργειες. Ωστόσο οι ενέργειες του Καντάφι για την παρά ταύτα επίτευξή της: υπονόμευση, απειλές και ανάμιξη με τα εσωτερικά των άλλων αποδείχτηκαν ακόμη πιο ατυχείς χειρισμοί επειδή τελικά δούλεψαν ενάντια στο στόχο του της ενότητας, και άντλησαν σημαντικό ποσό χρημάτων. Οι μέθοδοί του απομάκρυναν πιθανούς συνεργάτες, και φόβησαν τους υποψήφιους για ένωση και τελικά απομόνωσαν την Λιβύη στα περιφερειακά ζητήματα. Στην καλύτερη περίπτωση ο Λίβυος ηγέτης εισέπραξε την ανοχή των Αράβων. Αρνητική αποδοχή έλαβε και η αυτοκύρηξή του σε φιλόσοφο των Αράβων, όπως επίσης και οι ξαφνικές Μακιαβελλικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική του.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παραδοσιακά οι Άραβες ήταν διαιρεμένοι σε φυλές, χαλιφάτα και αργότερα κράτη. Η παν-Αραβική ένωση μοιάζει πολύ φιλόδοξο σχέδιο, από τη στιγμή που το κάθε κράτος έχει διαφορετικούς στόχους, πολιτική και επιδιώξεις. Ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τις σχέσεις πολλών αραβικών κρατών και περιπλέκει τα πράγματα είναι ο μεγάλος ρόλος που παίζει στις διακρατικές τους σχέσεις η προσωπική σχέση των ηγετών τους και ο χαρακτήρας τους, γεγονός που απορρέει από την μορφή του πολιτεύματος τους (μοναρχικά, ή δικτατορίες κυρίως).

Ο Καντάφι τήρησε μία πολύ φιλόδοξη πολιτική στις σχέσεις του με τον Αραβικό κόσμο. Το όραμά του για Αραβική ενοποίηση έφτασε κοντά στην εκτέλεση αρκετές φορές (απο το 1969 ως το 1987 η Λιβύη συμμετείχε σε 7 ενωτικές προσπάθειες με Αραβικά κράτη), κάθε φορά όμως κάτι γινόταν και η συμφωνία απομακρυνόταν. Φταίει το γεγονός ότι το ήθελε και το επιδίωκε τόσο πολύ και με κάθε μέσο που δημιουργούσε καχυποψία και εχθρότητα στα υπόλοιπα κράτη; Φταίει το ότι συχνά έκανε τις προσωπικές του σχέσεις με άλλους ηγέτες κρατική υπόθεση; Φταίει το ότι στην πραγματικότητα τελικά δεν ήθελε ένωση, αλλά Λιβυκή ηγεμονία, γεγονός που καταλάβαιναν οι άλλοι ηγέτες έγκαιρα; ΄Εχει σχέση με κρυφή διπλωματία της Δύσης, που μία ανεξέλεγχτη Αραβική ένωση υπό του Καντάφι θα ήταν ενάντια στα συμφέροντά της; Το πιο πιθανό είναι ότι ο Καντάφι όπως φαίνεται από την στάση του ήταν πολύ φιλόδοξος για να είναι αγνός ιδεαλιστής, η επίκληση του κοινού εχθρού, του κράτους του Ισραήλ, περισσότερο είχε το χαρακτήρα της αραβικής πόλωσης, και η ένωση του κράτους του με άλλα αραβικά κράτη δεν μπορούσε παρά να είναι για εξυπηρέτηση των σκοπών της Λιβύης.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΑ ΙΣΛΑΜΙΚΑ ΚΡΑΤΗ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ

Η πολιτική του Καντάφι στην νοτίως την Σαχάρα Αφρική περιστρεφόταν γύρω από μερικούς βασικούς άξονες:

α. Η προσπάθεια για αύξηση της Λιβυκής επιρροής σε Μουσουλμανικές ή μερικώς Μουσουλμανικές χώρες

β. Η προώθηση της ενότητας του Ισλάμ,

γ. Η διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ

δ. Η έκφραση της πολιτικής του “τρίτου κόσμου” με την υποστήριξη επαναστατικών κινημάτων, και απελευθερωτικών αγώνων κρατών κάτω από αποικιακό ζυγό, και την οικονομική ενίσχυση αναπτυσσομένων κρατών

Το 1972 και 73 η Λιβύη έπαιξε μεγάλο ρόλο στην διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ από τις χώρες της Αφρικής. Με ισχυρή διπλωματία, χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του μέλους του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας (OAU) και συχνά με παροχή οικονομικής βοήθειας συντέλεσε ώστε 27 κράτη να διεκόψουν σχέσεις με το Ισραήλ μέχρι το Νοέμβριο του 73.

Ένας από τους σκοπούς του Καντάφι ήταν η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους της Σαχάρας, αλλά κατακρίθηκε ότι ενδιαφερόταν περισσότερο για την δημιουργία αυτοκρατορίας παρά για την προώθηση του Ισλαμ. Το παραπάνω σχέδιο του Καντάφι αφορούσε κυρίως το Τσαντ και το Σουδάν.

Η Λιβύη ανακατεύτηκε πολύ με τα εσωτερικά του Τσαντ στις αρχές της δεκαετιας του 70. Οι λόγοι της ανάμιξης περιλάμβαναν φυλετικές και θρησκευτικές προστριβές μεταξύ του βορείου Τσαντ και της νότιας Λιβύης, και μία αμφισβητούμενη κοινή συνοριακή γραμμή από την αποικιακή περίοδο. Το 1973 η Λιβύη κατέκτησε τη λωρίδα του Αόζου. Η περιοχή, που περιέχει κατά πάσα πιθανότητα σημαντικά αποθέματα ουρανίου και άλλων μετάλλων, αποτέλεσε την αρχή της ανάμιξης των Λιβύων στο Τσαντ. Από το Αόζου ο Καντάφι έδωσε ηθικη και υλική υποστήριξη στους αποσχιστιστές του βορρά κατά τον μακρόχρονο εμφύλιο πόλεμο.

Ύστερα από την απότυχία των μεσολαβητικών προσπαθείων της δεκαετίας του 70, στις οποίες η Λιβύη ανακατεύτηκε, ο Καντάφι προμήθευσε στρατεύματα και υλικό στους αντάρτες οι οποίοι έτσι τον Δεκέμβριο του 80 κατέλαβαν την πρωτεύουσα του Τσαντ Ντ΄ζαμένα. Τον Ιανουάριο οι επαναστάτες ξεκίνησαν τις συνομιλίες για ένωση των δύο χωρών, αλλά η κατακραυγή των δυτικοαφρικανικών κρατών και της Γαλλίας ήταν τόσο μεγάλη που η πρόταση απορρίφθηκε. Ακόμη και στους κύκλους των επαναστατών υπήρχε μεγάλη αντίθεση για την παρουσία και τις μεθοδεύσεις τις Λιβύης. Ύστερα από επίμονη διεθνής κριτική η Λιβύη απέσυρε τελικά τον Νοέμβριο του 1981 τα στρατεύματα της, που υπολογιζόταν σε 10.000-15.000 στο Αόζου.  Αυτό είχε σαν συνέπεια το χάσιμο του ελέγχου της πρωτεύουσας από τους επαναστάτες και την απόσυρσή τους στο βόρειο τμήμα της χώρας που ελεγχόταν από τη Λιβύη. Οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν ως το 1989 που η διαμεσολάβηση της Αλγερίας έφερε την υπογραφή ειρήνης. Οι δύο χώρες συμφώνησαν ότι η τύχη του Αόζου θα κριθεί από το διεθνές δικαστήριο, το οποίο το 1994 το επιδίκασε στο Τσαντ. Τον Μάιο ολοκληρώθηκε η ολική αποχώρηση της Λιβύης από το Τσαντ.

Κατά την δεκαετία του 70 οι σχέσεις Λιβύης και Σουδάν διαρκώς χειροτέρευαν. Στην αρχή της δεκαετίας ο Καντάφι  βοήθησε τον πρόεδρο του Σουδάν απέναντι σε αριστερούς πραξικοπηματίες. Αλλά στα μέσα της δεκαετίας οι σχέσεις έγιναν εχθρικές καθώς η Λιβύη κατηγορήθηκε για επεμβάσεις και θεωρήθηκε υπεύθυνη για αρκετές απόπειρες. Από τότε ο Σουδανός πρόεδρος τάχθηκε στους ορκισμένους εχθρούς του Καντάφι. Το 1980 το Σουδάν καταδίκασε την επέμβαση της Λιβύης στο Τσαντ, φοβούμενο την ανάλογη επέμβαση της Λιβύης στην ευαίσθητη συνοριακή περιοχή, το Νταρφούρ. Στις αρχές του 1981 ο Σουδανός πρόεδρος ζήτησε την αποπομπή της Λιβύης από την Αραβική Λήγκα και την συλλογική προσπάθεια για ανατροπή ή δολοφονία του Καντάφι. Λίγο αργότερα διέταξε τους Λίβυους διπλωμάτες να εγκαταλείψουν το Χαρτουμ, στον απόηχο βομβιστικής επίθεσης της πρεσβείας του Τσαντ που συνδεόταν με την Λιβύη. Μόλις το 1985, με την αλλαγή κυβέρνησης στο Σουδάν, οι σχέσεις των δύο χωρών βελτιώθηκαν, φτάνοντας μάλιστα το 1989 να μιλούν για ένωση, η οποία όμως τελικά δεν επιτεύχθηκε.

Η ανάμιξη της Λιβύης στην Ουγκάντα στην δεκαετία του ΄70, αποτέλεσε μία ειδική περίπτωση. Ο Καντάφι ενδιαφερόταν για την εγκαθίδρυση μίας φιλο-ισλαμικής κυβέρνησης ενάντια στην εσωτερική και εξωτερική αντίδραση, παρά για ένωση. Στις αρχές του 72, ο Καντάφι έδωσε οικονομική και στρατιωτική βοήθεια στον Idi Amin Dada με αντάλαγμα την διακοπή των στενών σχέσεων της Ουγκάντας με το Ισραήλ.

Από τότε ο Καντάφι υποστήριζε τον Αμίν, παρά την ευρεία κατακραυγή της βάρβαρης διακυβέρνησής του. Στα τέλη του 78 και αρχές του 79, όταν δυνάμεις της Ουγκάντας και της Τανζανίας ανέτρεψαν τον Αμίν, ο Καντάφι προσπάθησε να ανεφοδιάσει τον Αμίν με στρατό και εφόδια, και μετά την αποτυχία του Λιβυκού στρατού του προσέφερε προσωρινό άσυλο στην Τρίπολη.

Η Λιβύη επίσης υποστήριξε διάφορα απελεθερωτικά κινήματα σε άλλες χώρες της Αφρικής, παρόλο που η έκταση και η φύση της υποστήριξης δεν ήταν πάντα ξεκάθαρη. Η Λιβική υποστήριξη ήταν σημαντική στην Αγκόλα όπου υποστήριξε αρχικά την απελευθερωτική ομάδα του Holden Roberto, ενώ μετά του Agostinho Neto που νίκησε τον Roberto σε εμφύλιο), στην Γουινέα Μπισάου και στην Μοζαμβίκη στον αγώνα τους ενάντια στους Πορτογάλους, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι έδωσε βοήθεια στους αντάρτες της Ζιμπάμπουε και της Ναμίμπια. Χρησιμοποίησε τον ρόλο της ως μέλος του OAU, για να περάσει τις θέσεις της εναντίον της Δύσης και του Ισραήλ, και προσπάθησε να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στον οργανισμό. Σχεδόν πάντα σύμμαχοι της στην αντιδυτική πολιτική η Ζιμπάμπουε, η Ζάμπια, η Αγκόλα, η Μποτσουάνα, η Μοζαμβίκη και άλλες χώρες με καθαρά αντιαποικιοκρατική ιδεολογία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στην πολιτική της η Λιβύη απέναντι στις χώρες της Αφρικής εμφανίστηκε ως υπέρμαχος και εκφραστής της ιδεολογίας του “τρίτου κόσμου” και βρήκε αρκετούς συμμάχους. Επίσης εμφανίστηκε ως ο υπέρμαχος της απελευθέρωσης των κρατών, αλλά η βοήθεια που προσέφερε σε διάφορα επαναστατικά κινήματα ήταν πολλές φορές απερίσκεπτη (όπως στην περίπτωση της Αγκόλας). Αναμίχτηκε με τα εσωτερικά πολλών χωρών και τελικα της στοίχισαν οικονομικά πολύ όλες αυτές οι προσπάθειές της, τόσο που είναι αμφίβολο αν αυτά που πέτυχε άξιζαν την προσπάθεια και το κόστος. Σημαντική επιτυχία της η επίτευξη διπλωματικής απομόνωσης του Ισραήλ. Οι προσπάθειές της για ενοποίηση με τους γείτονές της, το Τσαντ και το Σουδάν απέτυχαν, αλλά τουλάχιστον απέκτησε καλές σχέσεις μαζί τους.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ – ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ

Στη δεκαετία του ΄70 και στις αρχες του ΄80, η Λιβύη ήταν ύποπτη για χρηματοδότηση διεθνών τρομοκρατικών ενεργειών και πολιτικών αναταραχών σε όλο τον κόσμο. Κατηγορήθηκε ότι εκπαίδευε μέλη διαφόρων εθνικών απελευθερωτικών κινημάτων στην χώρα στην Παναφρικανική λεγεώνα της, ενώ επίσημα χρηματοδοτούσε τις Παλαιστινιακές ενέργειες εναντίον του Ισραήλ. Επίσης υπήρχαν υποψίες για παροχή βοηθείας σε πολύ διαφορετικές ομάδες, όπως σε Λιβανέζους αριστεριστές, στον IRA, στους Βάσκους, στους Κορσικάνους, σε Μουσουλμάνους επαναστάτες στις Φιλιππίνες, και σε αριστερές οργανώσεις σε Ευρώπη και Ιαπωνία. Οι αμφιβολίες για το ότι η υποστήριξη ήταν μόνο λεκτική και όχι υλική μειώθηκαν το 1981, όταν το κοινοβούλιο της Λιβύης δήλωσε ότι η υποστήριξη απελευθερωτικών κινημάτων είναι θέμα αρχής. Η υποστήριξη της διεθνούς τρομοκρατίας, όπως χαρακτηρίζονταν από τη Δύση τα επαναστατικά κινήματα αυτά, που χρεωνόταν στην Λιβύη, ήταν ένα μεγάλο αγκάθι στις σχέσεις της με την Δύση.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΥΤ. ΕΥΡΩΠΗ

Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 οι σχέσεις με τις ΗΠΑ γίνονταν όλο και χειρότερες. Για την Λιβύη η ΗΠΑ ήταν η αρχή του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού. Ο Καντάφι αντιτίθονταν στην παρουσία και στις ενέργειες των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και στην ενίσχυση του Ισραήλ. Ως διαμαρτυρία για την πολιτική των ΗΠΑ ως προς το Ιραν, διαδηλωτές έκαψαν την αμερικανική πρεσβεία στην Τρίπολη το 1979. Στα τέλη της δεκαετίας του 70 η Ουάσιγκτων εμπόδισε την παράδοση υλικών στην Λιβύη που θα μπορούσε να αποτελέσει πολεμικό, και το 1981 έκλεισε την πρεσβεία της Λιβύης.

Το σημαντικότερο όμως περιστατικό σχετίστηκε με την σοβαρότερη διαφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Λιβύης, το θέμα του καθεστώτος του κόλπου της Σύρτης. Η Λιβύη έχει χωρικά ύδατα 12 ν.μ. που καλύπτουν ένα μέρος του κόλπού της Σύρτης. Το διεθνές ναυτικό δίκαιο για την περίπτωση των κόλπων επιτρέπει τον χαρακτηρισμό τους σε εσωτερικά ύδατα μόνο υπό προύποθέσεις, μία εκ των οποίων είναι να έχουν άνοιγμα κάτω των 24 ν.μ. Το άρθρο αυτό δεν έχει εφαρμογή στον κόλπο της Σύρτης λόγω του μεγάλου ανοίγματος (άνω των 300 ν.μ.). Ωστόσο όμως δίνεται η δυνατότητα, εθιμικά, σε κράτη να κλείνουν τέτοιους κόλπους, όπως έγινε και στην περίπτωση της γειτονικής Ιταλίας με τον κόλπο του Τάραντα. Αυτό αποτελεί επιχείρημα για τη Λιβύη, πλην όμως, η σημαντική διαφορα είναι ότι ο κόλπος του Τάραντα παρουσιάζει μικρό ενδιαφέρον σε ξένα κράτη, ενώ για τον κόλπο της Σύρτης υπάρχουν τεράστια οικονομικά συμφέροντα λόγω του πετρελαίου. Έτσι η Λιβυκή θέση που διατυπώθηκε το 1973, δεν έγινε δεκτή, και τον Αύγουστο του 81 έγινε η πρώτη σημαντική κρίση μεταξύ των δυό χωρών, όταν αμερικανικά αεροσκάφη κατέρριψαν δύο λιβυκά στον κόλπο της Σίδρας στα πλαίσια της αμφισβήτησης του καθεστώτος του κόλπου της Σύρτης.

Τον ίδιο μήνα η Λιβύη υπέγραψε σύμφωνο συνεργασίας με την Αιθιοπία και την Ν. Υεμένη, το λεγόμενο Τριμερές Σύμφωνο με σκοπό την αντιμετώπιση των Δύτικών και κυρίως αμερικανικών συμφερόντων στην Μεσόγειο και τον Ινδικό. Η συμφωνία όμως δεν εφαρμόστηκε.

Το 1982 οι ΗΠΑ αποφασίζουν εμπάργκο στο πετρέλαιο της Λιβύης, καλούν όλους τους εργαζόμενους εκεί Αμερικάνους πολίτες να επιστρέψουν και σταματούν την μεταφορά τεχνολογίας στην Λιβύη. Τον Απρίλιο του 1986 με αφορμή την τοποθέτηση βόμβας σε μία disco του Βερολίνου και το θάνατο ενός Αμερικανού, 18 αμερικανικά αεροσκάφη βομβάρδησαν ένα αεροδρόμιο, ένα λιμάνι έξω από την Τρίπολη, στρατιωτικές μονάδες, και σταθμούς ανεφοδιασμού κοντά στη Βεγγάζη, για να τιμωρήσουν την Λιβύη, όπως δήλωσε ο πρόεδρός των ΗΠΑ, για την διεθνή τρομοκρατική της δραστηριότητα. Οι βόμβες έπεσαν και σε κατοικημένη περιοχή και ένα από τα θύματα  ήταν και η θετή κόρη του Καντάφι. Η ενέργεια αυτή των ΗΠΑ δίχασε το ΝΑΤΟ, καθώς σημειώθηκαν έντονες αντιδράσεις από μέλη του, όπως η Γαλλία. Παράλληλα και οι κυβερνήσεις των χωρών που υποστήριξαν την επίθεση, όπως η Βρεττανία, δέχτηκαν τα πυρά της αντιπολίτευσης. Επιπλέον οι κάτοικοι της Λιβύης, ακόμη και οι αντικαθεστωτικοί πήραν θέση υπέρ του ηγέτη τους του οποίου το προφίλ ενισχύθηκε, τόσο στο εσωτερικό όσο και στον Αραβικό κόσμο, αντίθετα από τους σκοπούς των ΗΠΑ.

Η πολιτική των κρατών της Δυτικής Ευρώπης, τα οποία είσαγαν πετρέλαιο από τη Λιβύη, ήταν μετριοπαθής, προκειμένου να εξασφαλίσουν μία συνεχή ροή πετρελαίου. Μετά το κύμα δολοφονιών Λίβυων πολιτικών εξορίστων στην Ευρώπη, αρκετές διαμαρτυρίες εγείρθησαν, αλλά μόνο η Βρεττανία που είχε δική της παραγωγή πετρελαίου πήρε σαφή θέση στο θέμα αυτό. Τον ίδιο χρόνο ο Καντάφι ζήτησε αποζημείωση από την Βρεττανία, την Γερμανία και την Ιταλία για καταστροφή της Λιβυκής περιουσίας στον Β παγκόσμιο πόλεμο, αλλά δεν πήρε απάντηση, παρά την απειλή του για δήμευση περιουσιών. Με την Ελλάδα και την Κύπρο η Λιβύη είχε πάντα παραδοσιακά καλές σχέσεις.

Απέναντι στην Σοβιετική Ένωση η πολιτική της Λιβύης ήταν αρχικά αρνητική, καθώς ο Καντάφι ήταν εναντίον του μαρξισμού. Από το 1974 και έπειτα όμως μετά την άρνηση των Δυτικών χωρών να του πουλήσουν όπλα, στράφηκε στη Σοβίετική Ένωση. Το 1978 με την ενίσχυση των σχέσεων Αιγύπτου – ΗΠΑ, οι σχέσεις των δύο χωρών έγιναν στενότερες και σταδιακά συνεχίστηκε η προσέγγισή τους χωρίς όμως να αφήσει ο Καντάφι την ανεξάρτητη πολιτική του και να γίνει δορυφόρος της Σοβιετικής Ένωσης.

Το Δεκέμβριο του 1988 ένα αεροσκάφος της PAN AM εκρυγνύεται στον αέρα πάνω από το Λόκερμπυ της Σκωτίας, και 270 άτομα σκοτώνονται. Οι έρευνες για τους ύποπτους κατέληξαν σε δύο Λίβυους, τους οποίους οι Αμερικάνοι ζήτησαν την έκδοσή τους στην Σκωτία ή στις ΗΠΑ για δίκη. Η Λιβύη αρνήθηκε και ζήτησε κάποια μορφή διεθνούς δικαστηρίου. Η άρνηση της Λιβύης δεν ήταν παράλογη αφού στις δύο χώρες αυτές οι πολίτες της δεν θα μπορούσαν να είχαν εκ των πραγμάτων δίκαιη δίκη. Ωστόσο ο ΟΗΕ επιβάλει στη Λιβύη κυρώσεις τον Απρίλιο του 1992 για την άρνησή της να εκδώσει τους υπόπτους, που συνίσταται σε αεροπορικό, οπλικό και υλικων επεξεργασίας πετρελαίου εμπαργκο, και πάγωμα περιουσιακών της στοιχείων στο εξωτερικό. Οι κυρώσεις παυόυν να είναι σε ισχύ, χωρίς όμως να αποσυρθούν τον Αυγουστο του 98, μετά την συμφωνία της Λιβύης να παραδωθούν οι ύποπτοι για δίκη στο Camp Zeist της Ολλανδίας. Από τότε οι σχέσεις της Λιβύης με τη Δύση καλυτερεύουν, αν και δεν έχουν ομαλοποιηθεί. Η κατάληξη της δίκης πού ξεκίνησε το Μάιο του 2000 μπορεί να τις επηρεάσει απρόβλεπτα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας των χρόνων της διακυβέρνησης του Καντάφι, η Λιβύη βρέθηκε στο επίκεντρο αρκετών διεθνών ζητημάτων, και ανακατεύτηκε σε ακόμη περισσότερα. Παρόλο που οικονομικοί και γεωστρατηγικοί λόγοι λειτουργούν πλεονεκτικά γι΄αυτή και την καθιστούν σημαντικό έταιρο με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, η φιλοσοφία της κυβέρνησής της, η σύνδεσή της με διεθνείς οργανώσεις που δρούσαν περιθωριακά, οι δολοφονίες των εξορίστων διαφωνούντων με το καθεστώς, οι επεμβάσεις της στη Β. Αφρική και τη Μέση Ανατολή που δημιουργούσαν αποσταθεροποίηση στην περιοχή και τελικά η υπόθεση της βομβιστικής ενέργειας στο Λόκερμπυ, προκάλεσαν σταδιακά εχθρότητα στις ΗΠΑ και Δυτική Ευρώπη και περιθωριοποίησαν τη χώρα.

ΣΥΝΟΨΗ

Πριν το πραξικόπημα του 1969 η Λιβύη ήταν μία χώρα που, παρόλη την δυναμική που της έδινε η ύπαρξη πετρελαίου, είχε κοινωνικά προβλήματα και φτώχεια, είχε έντονη στρατιωτική και οικονομική παρουσία της Δύσης και μία χλιαρή παρουσία στον Αραβικό κόσμο. Ο Καντάφι ήρθε αποφασισμένος να αλλάξει ριζικά την κατάσταση. Το όραμά του ήταν να φτιάξει μία ισχυρή Λιβύη, με ηγετικό ρόλο στον Αραβικό, Ισλαμικό και Τρίτο κόσμο, και σε πλήρη αντιδιαστολή με τη Δύση, που εκπροσωπούσε τον ιμπεριαλισμό.

Έτσι, αναδιάρθρωσε τις πολιτικές δομές στο εσωτερικό της χώρας του, έκανε αναδιανομή πλούτου, πήρε την οικονομία της χώρας στα χέρια του με σκοπό να την ισχυροποιήσει, ενίσχυσε τον στρατό του, και παρουσίασε το κράτος του ως πρότυπο δημοκρατίας. Παράλληλα σε όλη τη διάρκεια της εξουσίας του προσπάθησε καθ΄επανάληψη να πετύχει την ένωση με τα Αραβικά κράτη με τελικό σκοπό την παν-αραβική ενοποίηση. Εργάστηκε στην σύναψη στενών σχέσεων με ισλαμικά κράτη της Αφρικής, αλλά και παρουσιάστηκε ως ο υπέρμαχος του “τρίτου κόσμου”, βοηθώντας και συμμαχώντας με Αφρικανικά κράτη και απελευθερωτικά κινήματα.

Για να πετύχει τα σχέδια του έδρασε με κάθε τρόπο, ευθέως, πλαγίως, υποχθόνια, με απειλές, με δωροδοκίες, με αλλαγές πολιτικής, με ανάμιξη σε διενέξεις κρατών ή στα εσωτερικά τους που κανονικά δεν θα τον αφορούσαν άμεσα. Εκμεταλλεύτηκε τα σημεία δύναμης της χώρας του: πετρέλαιο και γεωστρατηγική θέση, και με την επίκληση της κοινής καταγωγής και του κοινού εχθρού με τα Αραβικά κράτη, της κοινής θρησκείας με τα Μουσουλμανικά, των κοινών συμφερόντων με τα κράτη του τρίτου κόσμου, και των κοινών αγώνων με τα επαναστατικά κινήματα.

Σε τελική ανάλυση όμως, παρά τις όποιες επιτυχίες του, δεν μπόρεσε να πετύχει τα σχέδια ανάδειξης της Λιβύης σε περιφερειακής δύναμης. Το πολίτευμα του κράτους του δεν θεωρείται δημοκρατικό, και δεν βρήκε μιμητές, ούτε μέσα στον Αραβικό χώρο, η οικονομία της χώρας του δεν έφτασε τα αναμενόμενα επίπεδα, και πλήγηκε από το εμπάργκο. Χρησιμοποιώντας τις Μακιαβελλικές μεθόδους του, περισσότερο δυσπιστία ενέπνευσε στον Αραβικό κόσμο, έφερε διχασμό και αποσταθεροποίηση και μάλλον απομάκρυνε το παν-άραβικό όνειρο, ενώ σπατάλησε μεγάλο μέρος των πόρων του. Παράλληλα, οι δεσμοί του με περιθωριακές ανατρεπτικές ομάδες, και οι ακραίες θέσεις που έπαιρνε κατά διαστήματα τον απομόνωσαν σταδιακά πολιτικά και μετά το 92, ύστερα από απόφαση του ΟΗΕ, και οικονομικά. Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση τείνει να αλλάξει, αλλά ακόμη η χώρα δεν έχει αποκτήσει κύρος αξιόπιστης και σταθερής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • M. EL SHAHAT. ‘Libya begins the era of Jamahiriyat’,1978.
  • CLYDE R MARK Foreign Affairs and National Defense Division, USA “Libya”, Δεκ19, 1996
  • RAY TAKEYH ‘Lockerbie Trial At Last’, The Washington Institute for Near East Policy, Μάϊος 2000
  • CIA ‘The World Factbook 99-Libya’, 1999
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s