Ως διεθνείς κρίσεις ορίζονται μια σειρά αλληλεπιδράσεων οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ των κυβερνήσεων δύο ή περισσότερων χωρών οι οποίες βρίσκονται σε σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων. Οι αλληλεπιδράσεις αυτές δημιουργούν συνθήκες τέτοιες ώστε να αντιμετωπίζεται το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής δύναμης προκειμένου να επιτευχθούν οι εθνικοί στόχοι. Γενικά, οι κρίσεις είναι καταστάσεις όπου θεμελιώδεις αξίες βρίσκονται υπό απειλή, επικρέμαται ο κίνδυνος του πολέμου, και υπάρχει πίεση χρόνου.

Ο χειρισμός κρίσεων, υπό ευρεία έννοια, έχει τρεις διαστάσεις :

α.  Την πρόληψη μιας κρίσης.

β.  Τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων σε μια κρίση, αποφεύγοντας όμως κλιμάκωση και πόλεμο.

γ.  Τη μεθοδική μετάβαση σε πόλεμο, αν αυτό χρειαστεί.

Τρία είδη κρίσεων μπορεί να διακριθούν :

α.  Προσχηματικές κρίσεις, δηλαδή κρίσεις που προκαλούνται από κάποιο κράτος προκειμένου αυτό να δικαιολογήσει την έναρξη εχθροπραξιών τις οποίες έχει ήδη προσχεδιάσει (π.χ. η κρίση του Ντάντσιχ το 1939).

β.  Δευτερογενείς κρίσεις, δηλαδή κρίσεις με τρίτα μέρη που κάποιο κράτος αντιμετωπίζει ενόσω βρίσκεται σε εχθροπραξίες με τον κύριο αντίπαλό του (π.χ. η κρίση του «Λουζιτάνια» το 1915).

γ.  Κρίσεις αμφισβήτησης δεσμεύσεων/δικαιωμάτων, όπου μια δέσμευση που έχει αναλάβει ο αντίπαλος (π.χ. να μην επιτρέψει την εγκατάσταση ορισμένων οπλικών συστημάτων σε μία συγκεκριμένη περιοχή) τίθεται υπό ενεργό αμφισβήτηση, αναμένοντας υποχώρησή του (π.χ. κρίση των πυραύλων της Κούβας το 1962).

Οι ελληνοτουρκικές κρίσεις από το 1974 και ύστερα εντάσσονται στην τρίτη κατηγορία (κρίσεις εν αναμονή υποχώρησης). Όλες αυτές οι κρίσεις ξεκίνησαν με την Τουρκία να θέτει υπό αμφισβήτηση ελληνικά δικαιώματα στο Αιγαίο (υφαλοκρηπίδα, κυριαρχία βραχονησίδων) και να προσπαθεί να εξαναγκάσει την ελληνική πλευρά σε υποχώρηση. Καθώς εκτιμάται ότι η τουρκική πολιτική των διεκδικήσεων θα συνεχιστεί, θα πρέπει να αναμένουμε την περαιτέρω εμφάνιση τέτοιου είδους κρίσεων.

ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΡΙΣΕΩΝ

Oι ελληνοτουρκικές κρίσεις έρχονται σαν αποτέλεσμα τουρκικών διεκδικήσεων εις βάρος ελληνικών δικαιωμάτων. Αυτό σημαίνει ότι, με βάση τις διάφορες τουρκικές ενέργειες, μπορούμε, ως ένα βαθμό, να διακριβώσουμε τις τουρκικές διαθέσεις και να προβλέψουμε τις επερχόμενες κρίσεις. Τόσο η κρίση του 1987, όσο και η κρίση του 1996, ξεκίνησαν από επίσημες τουρκικές ενέργειες (έκδοση άδειας εξερεύνησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, ρηματική διακοίνωση διεκδίκησης των Ιμίων), οι οποίες ήταν γνωστές στην ελληνική Κυβέρνηση. Άρα, τέτοιου είδους ενέργειες από πλευράς Τουρκίας προσφέρουν στη χώρα μας μια κάποια προειδοποίηση για επερχόμενες κρίσεις. Τι μπορεί να γίνει όταν ξαναβρεθούμε αντιμέτωποι με τέτοιου είδους ενέργειες στο μέλλον; Τέσσερις προτάσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον :

α.  Αύξηση της προσπάθειας συλλογής πληροφοριών για τις προθέσεις του αντιπάλου.

β.  Ενίσχυση της αποτροπής. Μπορούμε να προβούμε σε δηλώσεις που δείχνουν την αποφασιστικότητά μας, καθώς και σε διπλωματικές επαφές. Επίσης, να θέσουμε στρατιωτικές δυνάμεις σε επιφυλακή ή ακόμη και να τις αναπτύξουμε σε περιοχές όπου υπάρχει υποψία ότι ο αντίπαλος σχεδιάζει να δράσει. Ενέργειες σαν αυτές έχουν κόστος (π.χ. οικονομικό, αλλά ενίοτε και πολιτικό), αλλά συχνά αξίζουν τον κόπο.

γ.  Ενέργειες με τις οποίες μειώνεται η τρωτότητα των Ε.Δ. μας σε αιφνιδιαστικό πρώτο πλήγμα (π.χ. αραίωση). Ο στόχος της ενέργειας αυτής είναι να αφαιρεθούν από τον αντίπαλο τα κίνητρα να κλιμακώσει την κρίση σε πολεμική σύρραξη. Με άλλα λόγια, καθώς τυχόν εχθρικό πρώτο πλήγμα θα έχει μειωμένη καταστρεπτικότητα, μειώνεται η πιθανότητα να μπει ο εχθρός στον πειρασμό να το πραγματοποιήσει.

δ.  Μελέτη των συνεπειών που θα έχει η εχθρική δράση που πιστεύουμε ότι επίκειται. Επανεξέταση των σχεδίων που έχουν καταρτισθεί σχετικά.

Στην περίπτωση που η προσπάθεια πρόληψης της κρίσης αποτύχει, περνάμε στον χειρισμό κρίσεων αυτό καθαυτό.

ΔΥΟ ΠΡΟΣΕΓΓΊΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΕΙΡΙΣΜΟ ΚΡΙΣΕΩΝ

Υπάρχουν δύο προσεγγίσεις αναφορικά με το ποια είναι η σημαντικότερη παράμετρος στον χειρισμό κρίσεων. Η πρώτη προσέγγιση αποδίδει καίρια σημασία στην ασυμμετρία συμφερόντων μεταξύ των αντιπάλων και τη συνακόλουθη ασυμμετρία αποφασιστικότητάς τους για περαιτέρω κλιμάκωση. Η δεύτερη προσέγγιση θεωρεί ως σημαντικότερο παράγοντα την ισορροπία ισχύος μεταξύ των αντιπάλων. Θα παρουσιάσουμε τις δύο αυτές προσεγγίσεις και, χωρίς να αγνοήσουμε τη δεύτερη, θα δείξουμε ότι η πρώτη προσέγγιση είναι η καταλληλότερη για τον χειρισμό των ελληνοτουρκικών κρίσεων του μέλλοντος.

Η πρώτη προσέγγιση πρεσβεύει την αύξηση του αμοιβαίου ρίσκου του πολέμου. Βασίζεται στον φόβο του εχθρού ότι τα πράγματα μπορεί να ξεφύγουν από τον έλεγχο και ο πόλεμος να προέλθει μάλλον από απροσεξία παρά από προηγούμενο σχεδιασμό. Η αξιοπιστία της στρατηγικής μας προέρχεται από τον φόβο του εχθρού ότι παραπέρα πίεσή του μπορεί να προκαλέσει μια παρορμητική και βίαιη αντίδραση εκ μέρους μας, αντί για μια ορθολογική και ελεγχόμενη. Οι απειλές που εκτοξεύουμε ενέχουν μεν ρίσκο και για τις δύο πλευρές, αλλά η ιδέα της όλης στρατηγικής είναι ότι ο αντίπαλος δεν θα τολμήσει να διακριβώσει εάν μπλοφάρουμε, ακριβώς γιατί το ρίσκο είναι μεγάλο («χειρισμός ρίσκου»). Αυτό που κάνει βέβαιο, ή έστω πιθανό ότι η στρατηγική του χειρισμού του αμοιβαίου ρίσκου του πολέμου θα πετύχει, είναι η ασυμμετρία συμφερόντων. Η στρατηγική αυτή προϋποθέτει ότι η άλλη πλευρά δεν έχει αυξημένο κίνητρο για προσφυγή σε πόλεμο. Αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις όπου τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι μεγαλύτερα για μας παρά για τον αντίπαλο. Με άλλα λόγια, η στρατηγική αυτή προσφέρεται για χώρες που υπερασπίζονται το status quo. Αυτός που υπερασπίζεται το status quo έχει μεγαλύτερο κίνητρο να επιδείξει αποφασιστικότητα από ό,τι αυτός που επιδιώκει να το αλλάξει. Έτσι, οι απειλές του πρώτου είναι εγγενώς πιο αξιόπιστες από αυτές του δεύτερου.

Η δεύτερη προσέγγιση είναι πιο προσεκτική. Βασίζεται στην προϋπόθεση ότι η άλλη πλευρά έχει αυξημένο κίνητρο για προσφυγή σε πόλεμο. Για να είναι αξιόπιστες οι απειλές μας θα πρέπει να είναι ορθολογικές και για να γίνει αυτό θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον εχθρό ότι του επιφυλάσσεται μεγαλύτερη ζημιά από όφελος σε περίπτωση που οι απειλές μας πραγματοποιηθούν. Επομένως, οι απειλές μας θα πρέπει είτε να βασίζονται σε αναμφισβήτητη στρατιωτική υπεροχή, είτε να μην εκτοξεύονται καθόλου.

Ας δούμε, απλουστευμένα, τα συμπεράσματα στα οποία οδηγεί η δεύτερη προσέγγιση. Τρία είναι τα πιθανά σενάρια για τις διαθέσεις του αντιπάλου κατά τη διάρκεια μιας κρίσης :

  1. Ο αντίπαλος επιζητεί σύγκρουση.
  2. Ο αντίπαλος δεν έχει επιλέξει απαραιτήτως τη σύγκρουση, αλλά δεν την αποκλείει.
  3. Ο αντίπαλος μπλοφάρει και θα πάει σε σύγκρουση μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Από την άλλη μεριά, η στρατιωτική ισχύς μας, μπορεί να είναι είτε επαρκής είτε ανεπαρκής για να τον αντιμετωπίσουμε.

Έξη είναι τα πιθανά σενάρια που προκύπτουν από τον συνδυασμό των διαθέσεων του αντιπάλου με τη στρατιωτική μας ισχύ :

  1. Ο αντίπαλος επιζητεί σύγκρουση και εμείς διαθέτουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ για να τον αντιμετωπίσουμε. Επιλογή της πιο ευνοϊκής στιγμής για την έναρξη των εχθροπραξιών.
  2. Ο αντίπαλος επιζητεί σύγκρουση και εμείς δεν διαθέτουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ για να τον αντιμετωπίσουμε. Υποχώρηση όσο επιβάλλει η αδυναμία, τάχιστος εξοπλισμός, αναζήτηση πολιτικών ερεισμάτων.
  3. Ο αντίπαλος δεν αποκλείει τη σύγκρουση και εμείς διαθέτουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ για να τον αντιμετωπίσουμε. Όχι υποχωρήσεις, αφήνοντας όμως διέξοδο στον αντίπαλο για αξιοπρεπή απεμπλοκή.
  4. Ο αντίπαλος δεν αποκλείει τη σύγκρουση και εμείς δεν διαθέτουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ για να τον αντιμετωπίσουμε. Αποφυγή προκλήσεων, τάχιστος εξοπλισμός, αναζήτηση πολιτικών ερεισμάτων.
  5. Ο αντίπαλος μπλοφάρει και εμείς διαθέτουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ για να τον αντιμετωπίσουμε. «Βλέπουμε» τη μπλόφα, σε εξωφρενικές απαιτήσεις του αντιπάλου πετυχαίνουμε νίκη.
  6. Ο αντίπαλος μπλοφάρει και εμείς διαθέτουμε επαρκή στρατιωτική ισχύ για να τον αντιμετωπίσουμε. Περιορισμένες, συμβολικού χαρακτήρα υποχωρήσεις, υποβάθμιση των προκλήσεων.

Το πρόβλημα με την παραπάνω συλλογιστική είναι ότι είναι δύσκολο να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις όπου διακυβεύεται η ίδια η πατρίδα σου. Ενώ για συμφέροντα που βρίσκονται έξω από τα σύνορά σου μπορείς κάλλιστα να κάνεις ορθολογιστικούς υπολογισμούς κόστους-οφέλους και να πράττεις ανάλογα, υποτίθεται ότι θα υπερασπιστείς την πατρίδα σου μέχρις εσχάτων, ακόμα και έναντι υπέρτερης ισχύος. Φυσικά, υπάρχουν παραδείγματα λαών που υποχώρησαν και αποδέχθηκαν ακόμη και ολοκληρωτική κατάκτηση αμαχητί (Τσέχοι 1938-39, Δανοί 1940). Τα όσα ακολουθούν στηρίζονται στην προϋπόθεση ότι σε περίπτωση απειλής κατά της εθνικής κυριαρχίας η χώρα μας θα επιδείξει συμπεριφορά ανάλογη με αυτή που επέδειξε το 1940.

Τα παραπάνω, φυσικά, δεν σημαίνουν ότι δεν θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα για τη διατήρηση μιας σχετικής έστω ισορροπίας ισχύος. Όσο μεγάλη και αν είναι η ασυμμετρία συμφερόντων υπέρ του αμυνομένου, αυτό δεν θα τον σώσει στην περίπτωση που η ισορροπία ισχύος είναι συντριπτικά υπέρ του επιτιθέμενου.

Συμπερασματικά, βλέπουμε ότι η μοναδική ελληνική επιλογή για τον χειρισμό των μελλοντικών ελληνοτουρκικών κρίσεων είναι η «διπλωματία στο χείλος του γκρεμού» (brinkmanship), δηλαδή ο χειρισμός του αμοιβαίου ρίσκου του πολέμου. Πρόκειται για έναν δρόμο που απαιτεί ατσάλινα νεύρα, συνειδητή επιλογή για ριψοκίνδυνη συμπεριφορά, και έντεχνη καλλιέργεια μιας φήμης για αποφασιστικότητα και ενίοτε ανορθολογισμό.

ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ

Ο όρος αυτός σίγουρα δεν ακούγεται ευχάριστος, αλλά απλούστατα δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Το κλειδί της συμπεριφοράς αυτής δεν είναι άλλο από τη διατήρηση ενός καλού «προσώπου» στη διεθνή κοινωνία, δηλαδή μιας πεποίθησης των άλλων κρατών ότι θα συμπεριφερθούμε μαχητικά και ανένδοτα σε ό,τι ζήτημα μας αφορά. Μετά την υποχώρηση στα Ίμια, η χώρα μας έχει ιδιαίτερη ανάγκη από την ανοικοδόμηση του «προσώπου» αυτού.

Κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, είναι μεγάλη υπόθεση το να μη φανείς αδύναμος. Δεν ξέρεις που μπορεί να οδηγήσει η αίσθηση τυχόν αδυναμίας σου. Οι διεθνείς σχέσεις σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν να κάνουν τόσο με τις δυνατότητές σου αυτές καθαυτές, αλλά με την προθυμία σου να αναλάβεις το ρίσκο να τις χρησιμοποιήσεις.

Το μυστικό σε μια κρίση είναι να κάνεις κινήσεις τέτοιες που κρύβουν μεν κίνδυνο πολέμου, αλλά δεν κάνουν τον πόλεμο αναπόφευκτο. Βέβαια, πάντα υπάρχει η πιθανότητα να ξεφύγουν τα  πράγματα από τον έλεγχο – αλλιώς δεν θα υπήρχε κρίση. Το θέμα είναι να χειριστείς το ρίσκο του πολέμου προς όφελός σου.

Η προηγούμενη συμπεριφορά ενός κράτους επηρεάζει σημαντικά το τι περιμένουν τα άλλα κράτη από αυτό στο μέλλον. Αν σε έναν παλιότερο ανταγωνισμό σε ανάληψη ρίσκου έχει υποχωρήσει, η φήμη του για αποφασιστικότητα έχει μειωθεί και τα άλλα κράτη λογικά αναμένουν ότι, σε παρόμοια περίσταση στο μέλλον, η υποχώρηση θα επαναληφθεί. Αντίστροφα ισχύουν για μια παλιότερη επικράτηση. Έτσι, η στάση μας στην κρίση του «Σισμίκ» ενίσχυσε τη φήμη μας για αποφασιστικότητα, ενώ η υποχώρησή μας στην κρίση των Ιμίων τη μείωσε.

Συχνότατα, κατά τη διάρκεια κρίσεων, εκτοξεύεις απειλές και αναλαμβάνεις δεσμεύσεις βασισμένες στο στρατιωτικό σου δυναμικό (π.χ. «δεν θα επιτρέψουμε στο «Σισμίκ» να πραγματοποιήσει έρευνες στην υφαλοκρηπίδα μας, και αν χρειαστεί θα το βυθίσουμε»). Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορείς να ωφεληθείς αν είσαι (ή φαίνεται πως είσαι) λίγο.τρελός ή αν δεν έχει (ή φαίνεται πως δεν έχεις) τον πλήρη έλεγχο.

Όμως, ακόμα και έτσι, δε σε πιστεύουν πάντα. Για να σε πιστέψουν σίγουρα, πρέπει «να βάλεις την πλάτη συ στον τοίχο». Πρέπει, δηλαδή, να τοποθετήσεις τον εαυτό σου σε θέση ώστε να μην έχεις άλλη επιλογή παρά να πραγματοποιήσεις την απειλή σου. Αφού το έχεις κάνει αυτό, στη συνέχει παραχωρείς την πρωτοβουλία – και μαζί και την ευθύνη της απόφασης που θα οδηγήσει σε πόλεμο – στον αντίπαλο.

Ένα παράδειγμα  αυτής της τακτικής είναι η αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο σημείο που θέλεις να προστατεύσεις. Η παρουσία των στρατευμάτων σου εκεί, μεταθέτει στον αντίπαλο το δίλημμα του τι θα κάνει με αυτά. Εάν, δε, τα πλήξει στρατιωτικά, δεν σου αφήνει άλλη επιλογή παρά να πολεμήσεις. Εδώ είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι οι ναυτικές και αερομεταφερόμενες δυνάμεις είναι ιδεώδεις για τέτοιες, συμβολικού χαρακτήρα, παρουσίες.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η ανάθεση διαταγών για την εκτέλεση της απειλής στους στρατιωτικούς (π.χ. οι διαταγές στον Ελληνικό στόλο να βυθίσει το «Σισμίκ» το 1987). Κατ΄αυτόν τον τρόπο, η ευθύνη μετατίθεται σε ένα τρίτο μέρος, αποστερώντας μας τον πλήρη έλεγχο. Επίσης, το ρίσκο σύγκρουσης, αυξάνεται, καθώς οι στρατιωτικοί θεωρούνται «θερμοκέφαλοι». Γενικά, είναι καλό να περνά προς τα έξω η εντύπωση ότι υπάρχει μια μερίδα «σκληρών» ή «θερμοκέφαλων», η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεών μας. Και επειδή είναι δύσκολο για – υπεύθυνα υποτίθεται – μέλη κυβερνήσεων να παίζουν αυτόν τον ρόλο, οι στρατιωτικοί είναι οι καταλληλότεροι για να κάνουν κάτι τέτοιο.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλα παραδείγματα. Αυτό που πρέπει να έχει κανείς κατά νου είναι ότι όσο πιο ασαφής είναι μια δέσμευση, τόσο περισσότερο ο αντίπαλος αναμένει υποχώρησή μας. Για παράδειγμα, η φράση «θα υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στο Αιγαίο» είναι πιο ασαφής από την αντίστοιχη «θα υπερασπιστούμε την ελληνική κυριαρχία στις βραχονησίδες Ίμια» (μια βραχονησίδα έχει σαφή όρια και επομένως υποτίθεται ότι μας είναι δύσκολο να υποχωρήσουμε). Επίσης, ότι μπορεί το αντικείμενο της δέσμευσής σου να είναι σαφές, αλλά η απειλή με την οποία συνοδεύεις τη δέσμευση μπορεί κάλλιστα να είναι ασαφής. Με άλλα λόγια, ο αντίπαλος δεν ξέρει τι ακριβώς θα κάνεις και έτσι επικρέμαται μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Εδώ υπεισέρχονται δύο ζητήματα. Το πρώτο, είναι το ζήτημα της στρατηγικής του λεγόμενου «ισοδύναμου τετελεσμένου», σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε επεκτατική κίνηση της Τουρκίας στο Αιγαίο θα απαντηθεί με μία αντίστοιχη ελληνική, η οποία θα έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα. Με βάση την αμέσως προηγούμενη επισήμανση, είναι εύκολο να διαπιστωθεί το μειονέκτημα αυτής της στρατηγικής : Γνωρίζοντας η Τουρκία ότι το κόστος το οποίο θα υποστεί θα είναι ισοδύναμο με αυτό το οποίο θα προκαλέσει και σε καμία περίπτωση μεγαλύτερο απ΄αυτό, θα μπορεί κάθε φορά να επιλέγει ενέργειες το κόστος των οποίων θα έχει προηγουμένως εκτιμήσει ως αποδεκτό. Οι υπολογισμοί κόστους-οφέλους θα είναι σχετικά εύκολο να γίνουν, καμία ασάφεια δεν θα υπάρχει.

Το δεύτερο ζήτημα, συναφές με το πρώτο, είναι το εάν η χώρα μας θα υιοθετήσει στρατηγική προληπτικού πρώτου πλήγματος (pre-emptive strike), εάν δηλαδή η αντίδρασή μας στην εχθρική ενέργεια θα μπορεί να συνίσταται και σε άμεση έναρξη εχθροπραξιών. Έχει υποστηριχθεί ότι η υιοθέτηση μιας τέτοιας στρατηγικής από τη χώρα μας θα έχει αποσταθεροποιητικές συνέπειες, θα προκαλέσει τον αντίπαλο και θα μας δημιουργήσει προβλήματα με τους συμμάχους μας. Όλα αυτά είναι σωστά. Είναι όμως προς το συμφέρον της χώρας μας να μην αποκηρύξει ρητά μια τέτοια στρατηγική, αλλά να διατηρήσει ασάφεια αναφορικά με το τι πρόκειται να πράξει. Η συνέπεια αυτού είναι να ενισχύεται η αποτροπή, καθώς ο αντίπαλος ποτέ δεν μπορεί να είναι σίγουρος ότι τα οφέλη που μπορεί να του δώσει η επεκτατική πολιτική του θα υπερβούν το κόστος που θα του προκαλέσει ένα ελληνικό πρώτο πλήγμα.

Κλείνοντας την ανάλυση της «διπλωματίας στο χείλος του γκρεμού», λίγα λόγια για την «τακτική του σαλαμιού». Οι περισσότερες δεσμεύσεις είναι ασαφείς στις λεπτομέρειές τους, για πολλούς λόγους (π.χ. αδυναμία λεπτομερειακού σχεδιασμού). Απαιτείται μια ορισμένου επιπέδου παραβίαση προκειμένου να λειτουργήσουν. Εδώ αρχίζουν τα τεχνάσματα : μια παραβίαση ήσσονος σημασίας στην αρχή, μετά μια λίγο μεγαλύτερη, μετά άλλο λίγο, και στο τα έλος κουρέλιασμα της δέσμευσης. Λίγη δόση «τρέλας» και μη προβλεψιμότητας αποτελεί ένα καλό αντίδοτο που αποθαρρύνει τέτοιες ενέργειες.

ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΑΠΟΦΥΓΗ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗΣ

Έχει ήδη αναφερθεί ότι ο χειρισμός κρίσεων έχει τις διαστάσεις της κατασφάλισης των εθνικών συμφερόντων και αποφυγής κλιμάκωσης και πολέμου. Η «διπλωματία στο χείλος του γκρεμού» αναφέρεται στην πρώτη διάσταση. Από την άλλη μεριά, προσοχή πρέπει να δοθεί ώστε να μη φτάσουμε σε αθέλητο πόλεμο, είτε από υπέρμετρη πρόκληση του αντιπάλου, είτε από ατύχημα. Για να επιτευχθεί αυτή η αυτοσυγκράτηση, θα πρέπει και οι δύο πλευρές να είναι ικανές και πρόθυμες να κινηθούν με βάση τις παρακάτω αρχές :

α.  Πολιτικός έλεγχος των στρατιωτικών επιλογών.

β.  Χρονικές παύσεις στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ώστε να δοθεί χρόνος στον αντίπαλο να εκτιμήσει την κατάσταση και να ανταποκριθεί σε προτάσεις.

γ.  Περιορισμός των στρατιωτικών σου κινήσεων σε αυτές που συνιστούν καθαρή επίδειξη της αποφασιστικότητάς σου και συμβαδίζουν με περιορισμένους στόχους εκ μέρους σου.

δ.  Στρατιωτικές κινήσεις στενά συντονισμένες με πολιτικο-διπλωματικές ενέργειες.

ε.  Αποφυγή στρατιωτικών κινήσεων που δείχνουν στον αντίπαλο ότι καταφεύγεις σε ευρείας κλίμακας εχθροπραξίες και συνεπώς του δημιουργούν κίνητρο για προληπτικό πλήγμα.

στ.  Επιλογή στρατιωτικών και διπλωματικών επιλογών που δίνουν στον αντίπαλο να καταλάβει ότι προτιμάς διαπραγματεύσεις από πόλεμο.

ζ.  Επιλογή στρατιωτικών και διπλωματικών επιλογών που επιτρέπουν στον αντίπαλο να εξέλθει της κρίσης χωρίς να θίγονται τα ζωτικά του συμφέροντα ή έστω διασώζοντας τα προσχήματα.

Οι αρχές αυτές, φυσικά, δεν έχουν απόλυτη, αλλά σχετική αξία, η οποία ποικίλλει ανάλογα με την περίσταση. Επίσης, εφαρμόζονται σε συνδυασμό με τα όσα προαναφέρθηκαν για τη «διπλωματία στο χείλος του γκρεμού» (π.χ. σε ό,τι αφορά στον πολιτικό έλεγχο των στρατιωτικών επιλογών, θα πρέπει να έχει κανείς κατά νου ότι, όπως προαναφέρθηκε, μπορεί να είναι χρήσιμο το να προβείς σε απειλές που συνεπάγονται κάποια απώλεια ελέγχου).

ΠΕΙΘΑΝΑΓΚΑΣΜΟΣ

Ας υποθέσουμε ότι, για οποιονδήποτε λόγο, η «διπλωματία στο χείλος του γκρεμού» που ασκήσαμε κατά τη διάρκεια μιας κρίσης απέτυχε. Επίσης ο αντίπαλος όχι μόνο δεν έχει συμμορφωθεί με τις παραπάνω αρχές για την αποφυγή κλιμάκωσης, αλλά αντίθετα έχει αρχίσει να μεταβάλλει το status quo  σε  βάρος μας, π.χ. με την κατάληψη εδάφους. Πριν την καταφυγή σε πόλεμο υπάρχει ένα τελευταίο βήμα, με το οποίο για μια ακόμη φορά επιδεικνύουμε την αποφασιστικότητά μας και πιέζουμε τον αντίπαλο να επιστρέψει στο status quo ante. Αυτό είναι η στρατηγική του πειθαναγκασμού (compellance).

Ο πειθαναγκασμός συνίσταται σε απειλές χρήσης βίας, καθώς και την σε περιορισμένη κλίμακα χρήση βίας προκειμένου να παραδειγματιστεί ο αντίπαλος και να υποχωρήσει. Στη στρατηγική αυτή, χρησιμοποιούμε μόνο τόση βία όση είναι αρκετή για να επιδείξουμε την αποφασιστικότητά μας να υπερασπιστούμε τα συμφέροντά μας και το ότι είμαστε διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουμε περισσότερη βία αν αυτό καταστεί απαραίτητο. Στον πειθαναγκασμό, προτού χρησιμοποιήσεις βία ή κλιμακώσεις τη χρήση της, δίνεις στον αντίπαλο μια ευκαιρία να σταματήσει ή να υποχωρήσει. Κατ΄αυτόν τον τρόπο, οι απειλές και η αρχικά περιορισμένη χρήση βίας συνδέονται με την αποστολή των κατάλληλων μηνυμάτων στον αντίπαλο. Μ΄άλλα λόγια, ο πειθαναγκασμός δεν εμπεριέχει μόνο βία και απειλές, αλλά και διαπραγματεύσεις και παζάρεμα.

Για να πετύχει ο πειθαναγκασμός, θα πρέπει να δημιουργήσουμε στον αντίπαλο την αίσθηση του επείγοντος – πρέπει να συμμορφωθεί με τις επιθυμίες μας το ταχύτερο δυνατό. Επίσης, πρέπει να πιστέψει ο αντίπαλος ότι υπάρχει ασυμμετρία συμφερόντων, και κατά συνέπεια κινήτρων, η οποία μας ευνοεί. Τέλος, θα πρέπει να δημιουργηθεί στον αντίπαλο ο φόβος ότι, αν οι απαιτήσεις μας απορριφθούν, θα επακολουθήσει μη αποδεκτή κλιμάκωση. Κατ΄αυτήν την έννοια, ο πειθαναγκασμός μοιάζει με τα τελεσίγραφα. Ένα τελεσίγραφο αποτελείται από μια συγκεκριμένη απαίτηση, ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα για συμμόρφωση, και μια απειλή που θα πραγματοποιηθεί σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

Η στρατηγική του πειθαναγκασμού είναι μια δύσκολη στρατηγική, η οποία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στην εκάστοτε περίσταση. Όταν εφαρμόζουμε πειθαναγκασμό, θα πρέπει συνεχώς να κάνουμε εκτίμηση του ρίσκου που συνεπάγονται οι ενέργειές μας (π.χ. τελεσίγραφα). Επίσης, υπάρχει αντίφαση μεταξύ της προσπάθειας να δοθεί στον αντίπαλο η αίσθηση του επείγοντος και της ανάγκης για επιβράδυνση των εξελίξεων ώστε να δοθεί χρόνος στον αντίπαλο να εκτιμήσει την κατάσταση (βλ. παραπάνω). Τόσο η εξαπόλυση των απειλών μας, όσο και η έναρξη των διαπραγματεύσεων, θα πρέπει να γίνουν την κατάλληλη στιγμή. Θα πρέπει πάντα να αφήνουμε στον αντίπαλο μια αξιοπρεπή οδό διαφυγής από την κρίση, πράγμα που σημαίνει ότι στον πειθαναγκασμό εκτός από το «μπαστούνι» θα πρέπει να υπάρχει μια θέση και για το «καρότο».

ΟΜΑΔΑ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ ΚΡΙΣΕΩΝ

Ποιοι είναι, ή θα πρέπει να είναι, αυτοί που θα χειριστούν τις μελλοντικές κρίσεις; Αυτή τη στιγμή, κέντρο σχεδιασμού – χειρισμού κρίσεων υπάρχει στα πλαίσια τόσο του ΓΕΕΘΑ, όσο και του ΥΠΕΞ. Έχει υποστηριχθεί ότι «η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολλά κέντρα σχεδιασμού – διαχείρισης κρίσεων, αλλά ένα που να λειτουργεί αποτελεσματικά». Εκτός αυτού, έχει ασκηθεί κριτική για το ότι κατά τη διάρκεια της κρίσης των Ιμίων οι χειρισμοί δεν έγιναν από το ΚΥΣΕΑ, αλλά από ένα ad hoc όργανο.

Ο ρόλος του ΚΥΣΕΑ στον χειρισμό κρίσεων δεν θα πρέπει να μεγαλοποιείται. Οι κρίσεις αποτελούν έκτακτα περιστατικά, διαφορετικού χαρακτήρα από τη γενική χάραξη πολιτικής. Η αποτελεσματικότητα δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των θεσμικών οργάνων. Συν τοις άλλοις, ad hoc όργανα έχουν στο παρελθόν χειριστεί κρίσεις με επιτυχία (π.χ. η Αμερικανική ΕxCom κατά την κρίση της Κούβας). Ένα ανάλογο πείραμα επαναλήφθηκε με επιτυχία με την άτυπη Επιτροπή Ετοιμότητας η οποία συγκροτήθηκε κατά τη μεγάλη τουρκική άσκηση του Ιανουαρίου 1998 υπό την προεδρία του ΥΦΕΞ. Επομένως, το όργανο που θα χειριστεί την επόμενη ελληνοτουρκική κρίση μπορεί κάλλιστα να μην είναι το ΚΥΣΕΑ.

Ποιοι θα συμμετέχουν στο όργανο αυτό; Σίγουρα ο Πρωθυπουργός, ο ΥΠΕΞ, ο ΥΠΕΘΑ και ο Α/ΓΕΕΘΑ. Στην πράξη, ηγετικές φυσιογνωμίες της εκάστοτε Κυβέρνησης πάντοτε συμμετέχουν σε τέτοιου είδους όργανα (π.χ. οι Υπουργοί Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας κατά την κρίση των Ιμίων) ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ενδοκυβερνητική συναίνεση στην πολιτική που αποφασίζεται. Στις ΗΠΑ ο Διευθυντής της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (DCI συμμετέχει ανελλιπώς σε όργανα χειρισμού κρίσεων. Στη χώρα μας, το status του Αρχηγού της ΕΥΠ δεν επιτρέπει κάτι το αντίστοιχο, τουλάχιστον για την ώρα. Αυτό επιβάλλεται να αλλάξει, σε συνδυασμό με την επιβεβλημένη αναβάθμιση της ΕΥΠ.

Πέραν των παραπάνω ατόμων, η σύνθεση της ομάδας χειρισμού κρίσεων μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις. Οι ΥΦΕΞ, ΥΦΕΘΑ και ΑΓΕ έρχονται στο μυαλό ως πιθανοί συμμετέχοντες, ενώ η αμερικανική εμπειρία έχει να παρουσιάσει την παραγωγική συμμετοχή μιας σειράς συγκριτικά χαμηλόβαθμων εμπειρογνωμόνων (π.χ. πρεσβευτής στον ΟΗΕ), ακόμη και ιδιωτών (πρώην ΥΠΕΞ).

Όλοι όσοι είναι βέβαιο ότι θα συμμετάσχουν στην ομάδα χειρισμού κρίσεων θα πρέπει να προετοιμάζονται εκ των προτέρων. Συμμετοχή σε σεμινάρια και προσομοιώσεις χειρισμού κρίσεων θα πρέπει να επιδιωχθεί, ενώ και η μελέτη βιβλίων που αναφέρονται σε παλαιότερες κρίσεις δεν είναι άσχημη ιδέα.

Όσο για τη δημιουργία κέντρων σχεδιασμού – χειρισμού κρίσεων σε διάφορες υπηρεσίες, αποτελεί θετικό βήμα. Αν μη τι άλλο, μπορούν να λειτουργήσουν ως επιτελεία του εκπροσώπου της κάθε υπηρεσίας στην ομάδα χειρισμού κρίσεων (ΥΠΕΘΑ, ΥΠΕΞ, Α/ΓΕΕΘΑ), έχοντας ετοιμάσει εκ των προτέρων σχέδια και εκτιμήσεις και συνεχίζοντας το επιτελικό τους έργο κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η αλήθεια είναι πως η κάθε υπηρεσία έχει τη δική της οπτική γωνία και εμπιστεύεται περισσότερο τους δικούς της ανθρώπους. Κατά συνέπεια, η λειτουργία περισσοτέρων του ενός κέντρων σχεδιασμού – χειρισμού κρίσεων δεν αποτελεί πρόβλημα. Αυτό όμως, υπό την προϋπόθεση ότι αφενός θα υπάρχει επικοινωνία και σύνδεση μεταξύ των διαφόρων κέντρων, και αφετέρου να μη γ γίνει από κανένα από αυτά προσπάθεια μονοπώλησης τρίτων (π.χ. ακαδημαϊκών) που θα μπορούσαν παραγωγικά να συμμετάσχουν σε περισσότερα από ένα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κλείνοντας, παρουσιάζουμε σε αποφθεγματική μορφή τα κυριότερα επιχειρήματα της παρούσας διάλεξης :

α.  Επαγρυπνείτε για ενέργειες ξένων κρατών που αποτελούν προοίμια κρίσεων.

β.  Μάθετε να χειρίζεστε το αμοιβαίο ρίσκο του πολέμου.

γ.  Μάθετε να «βάζετε την πλάτη σας στον τοίχο».

δ.  Μάθετε να δείχνετε αποφασιστικοί, ακόμη και παρορμητικοί ή ανορθολογικοί.

ε.  Δώστε χρόνο στον αντίπαλο.

στ.  Δώστε στον αντίπαλο μια αξιοπρεπή διέξοδο από την κρίση.

ζ.  Σταθμίστε τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα του αυτοματισμού των κινήσεών σας.

η.  Αν ο αντίπαλος παραβιάσει το status quo, να είστε έτοιμοι να τον επαναφέρετε στην τάξη με κλιμάκωση απειλών και χρήση βίας σε περιορισμένη κλίμακα (διπλωματία εξαναγκασμού). Μην αποκλείετε ποτέ εναλλακτικές λύσεις στην υπηρεσία των εθνικών συμφερόντων, όπως προληπτικό πλήγμα ή στρατηγικό αιφνιδιασμό (strategic surprise).

θ.  Προετοιμάστε ευέλικτες στρατιωτικές δυνάμεις (ναυτικές και αερομεταφερόμενες), οι οποίες θα σας βοηθήσουν να δείξετε την αποφασιστικότητά σας με έργα. Δώστε έμφαση σε C4I.

ι.   Η αποτελεσματικότητα στο χειρισμό κρίσεων δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των θεσμικών οργάνων. Ad hoc όργανα μπορούν κάλλιστα να χειριστούν κρίσεις με επιτυχία. Ταυτόχρονα όμως, απαιτείται η δημιουργία θεσμικού μηχανισμού χειρισμού κρίσεων.

ΠΗΓΗ: Κ. Κολίοπουλος, Λέκτορας Παντείου Πανεπιστημίου, ΕΛΕΣΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ Τ33

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s