ο όρος αποτελεί διεθνή και κοινώς αποδεκτό όρο, που σημαίνει γενικά αστάθεια και αναταραχή κάπου στην παγκόσμια σκηνή. Σχετικά πρόσφατα, όταν οι ασχολούμενοι με τις πολιτικές επιστήμες εστίασαν στην εν τω μεταξύ ονομασθείσα Διεθνή Κρίση (International Crisis) και προσπάθησαν να δώσουν ορισμό περί αυτής, δεν προέκυψε κάποιος κοινά αποδεκτός ορισμός. Παρά ταύτα από την εξέταση των ορισμών που έχουν δοθεί προκύπτει ότι οι περισσότεροι εξ αυτών περιλαμβάνουν αριθμό κοινών στοιχείων, που μπορεί να διακρίνει κανείς σε κάθε κρίση όπως :

  • Η αντίληψη (perception) του ότι υφίσταται κάποια σημαντική απειλή (ζημίες ή απώλειες, που δεν έχουν λάβει χώρα ακόμη αλλά αναμένονται).
  • Η μεγάλη ανησυχία από την πλευρά εκείνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις.
  • Η προσδοκία πιθανής βίας.
  • Η πεποίθησις ότι απαιτούνται σημαντικές, συχνά μακρόχρονης επιρροής (far reaching) αποφάσεις οι οποίες μάλιστα θα πρέπει να ληφθούν επί τη βάσει ελλειπών πληροφοριών  και υπό πίεσιν χρόνου.

Οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν επίσης ότι :

  • Πρόκειται περί καταστάσεως οξείας μάλλον παρά χρονίας μορφής και
  • Ότι η συνειδητοποίηση της υπάρξεως μίας κρίσεως είναι σχετικά όχι απόλυτη.

Τα προαναφερθέντα κοινά στοιχεία και χαρακτηριστικά καθιστούν την λήψη αποφάσεως κατά την κρίση διαφορετική από τη διαδικασία με την οποία μορφοποιείται συνήθως η εξωτερική πολιτική, καθ΄όσον οι σοβαροί περιορισμοί χρόνου ενδέχεται πιθανότατα να επιδράσουν αρνητικά επί της ορθότητος των λαμβανομένων αποφάσεων.

Τελικά μία καλώς προσεγγίζουσα περιγραφή του φαινομένου νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι ότι η Διεθνής Κρίση αντιπροσωπεύει μία μεταβολή στη μορφή ή αύξηση της εντάσεως της ρηξιγενούς αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών, με μία υψηλή πιθανότητα στρατιωτικών εχθροπραξιών η οποία στη συνέχεια αποσταθεροποιεί τις μεταξύ τους σχέσεις και συνιστά πρόκληση στη δομή ενός διεθνούς συστήματος.

Η μεταβολή ή η αύξηση της έντασης προκαλείται συνήθως από μία ενέργεια ή ένα γεγονός.

Το ΖΗΤΗΜΑ τώρα μιας κρίσεως είναι το συγκεκριμένο αντικείμενο της διαμάχης μεταξύ των αντιπάλων.

Ο ορισμός που δίδεται στο Ελληνικό Σύστημα Χειρισμού κρίσεων ευρίσκεται στο πλαίσιο των όσων προανέφερα.

Χαρακτηριστικά – Κατηγορίες/Είδη – Προέλευση

Η εξέταση μεγάλου αριθμού κρίσεων έδειξε ότι για την πλειοψηφία αυτών που παρουσίασαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μπορεί να γίνει κάποια ταξινόμηση σε μερικές κατηγορίες κοινών χαρακτηριστικών προέλευσης (origins), ίχνους ανάπτυξης (pattern of development) και πιθανότητες διευθετήσεως (probabilities of resolution).

Ξεχωρίζουν λοιπόν τρεις κύριες κατηγορίες, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει και μία τέταρτη, όχι βέβαια συχνή, ήτοι εκείνη των κρίσεων που δημιουργούνται κατά λάθος (by accident), όπου δηλαδή η πρόκληση, που τις πυροδοτεί, ήταν ανεπιθύμητη και άνευ εγκρίσεως από τους έχοντες την ευθύνη των αποφάσεων.

Οι τρεις μεγάλες κατηγορίες είναι :

α.  Κρίσεις που δημιουργούνται με σκοπό να δικαιολογήσουν μία προτιθέμενη έναρξη εχθροπραξιών (Justification of hostilities), να προσφέρουν δηλαδή ένα CASUS BELLI.

β.  Κρίσεις εκ δευτερογενούς επιδράσεως (Spin-offs), που δημιουργούνται συνεπεία κάποιας άλλης κυρίας σύγκρουσης και

γ.  Κρίσεις ασκήσεως πιέσεως στον αντίπαλο μέχρι το χείλος των εχθροπραξιών (Brinkmanship), για να υποχωρήσει σε απαιτήσεις μας ή να παραιτηθεί δικαιωμάτων του, με στόχο την αλλαγή του STATUS QUO.

Φάσεις

Σε κάθε κρίση διακρίνονται τέσσαρες φάσεις ή πεδία ενδιαφέροντος, σε κάθε μία από τις οποίες, εκείνο που κυρίως επιδιώκουν οι χειρισταί να διαγνώσουν μπορεί συνοπτικά να τεθεί με μία σειρά διπλών ερωτημάτων για κάθε φάση ήτοι :

  • Για την ΕΝΑΡΞΗ   :    Υπάρχει πράγματι ή όχι κρίσις;
  • Για την ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ   :    Διαγράφεται πορεία προς εχθροπραξίες ή όχι;
  • Για την ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ    :    Ο τερματισμός της κρίσης να γίνει με κάποια μορφή συμφωνίας (επίσημης ή ανεπίσημης) ή σιωπηρώς,
  • Για την ΕΠΙΠΤΩΣΗ    :    Θα επέλθει μείωση ή αύξηση της έντασης μεταξύ των αντιμαχομένων μετά την κρίση, και θα υπάρξουν ή όχι μεταβολές στο STATUS QUO;

Όσο απλή φαίνεται η διατύπωση αυτών των ερωτημάτων τόσο πολύπλοκη και λεπτή έχει αποδειχθεί στην πράξη η απάντησή τους.

Ένταση

Η ένταση μίας κρίσης διαμορφώνεται από ορισμένους παράγοντες που είναι και αυτοί αναγνωρισμένοι και καταγεγραμμένοι.

Οι γέφυρες μεταπτώσεως από σταδίου εις στάδιον μίας υφισταμένης αντιπαράθεσης είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Η σταδιακή μετάπτωση από τις ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΧΘΡΟΤΗΤΑΣ στην ΕΝΤΑΣΗ, τις ΕΙΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ, την ΚΡΙΣΗ και ενδεχομένως τελικά στον ΠΟΛΕΜΟ, μπορεί να περιγραφεί ως ένα αυτοεπανατροφοδοτούμενο κύκλωμα ενισχύσεως (amplifying feedback network). Κάθε στάδιο τείνει να μεγενθύνει την ένταση των προηγουμένων σταδίων και εκείθεν την πιθανότητα ενός ανανεωμένου κύκλου συγκρούσεως με αύξηση της πιθανότητος μετάβασης σε ένοπλη ρήξη.

Το πολιτικοστρατιωτικό περιβάλλον και οι σχετικές πολιτικοστρατιωτικές εκτιμήσεις αποβαίνουν κρίσιμες σε ότι αφορά στο εξαγόμενο μιας κρίσεως, διότι οι αποφασίζοντες (policy makers) επηρεάζονται στις αποφάσεις τους σοβαρότατα από τον βαθμό αδυναμίας αποφυγής του πολέμου, το πιθανό εξαγόμενο ενός τέτοιου πολέμου ή τις επιπτώσεις που αναμένεται να έχει ένας πόλεμος στην κοινωνία τους.

Οι εκτιμήσεις πάνω σ΄αυτά τα ζητήματα διαμορφώνουν τελικά και την προθυμία των υπεθύνων να διακινδυνεύσουν ή όχι πόλεμο.

Στις περισσότερες κρίσεις αμφότερες οι πλευρές επιθυμούν κατ΄αρχήν να τον αποφύγουν. Εν τούτοις ο κίνδυνος του πολέμου στην εξέλιξη μίας κρίσεως παραμένει πάντα μια ορατή πιθανότης, διότι οι κρίσεις αφ΄εαυτών περιέχουν ένα αυτόνομο στοιχείο κινδύνου και αβεβαιότητος. Είναι δηλαδή ενδεχόμενο μία κρίση να καταλήξει σε βία, όχι σαν αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών αλλά μέσα από κάποιες συγκυρίες, όπως λανθασμένη πληροφόρηση ή το χάσιμο του ελέγχου των εξελίξεων.

Βεβαίως ο πόλεμος ως κατάληξη μίας κρίσεως δεν εξαφανίζει ούτε αντικαθιστά την κρίση. Η τελευταία μάλλον εντείνεται από τον πόλεμο (ενδοπολεμική κρίση).

Έχει προκύψει από τις αναλύσεις, ότι οι ηγέτες συχνάκις αισθάνονται αναγκασμένοι να υιοθετήσουν επιθετικές εξωτερικές πολιτικές σε απάντηση πιεστικών εξωτερικών ή και εσωτερικών προβλημάτων.

Ενδέχεται επίσης στις κρίσεις τα κράτη να επιδείξουν μία πρόθεση να προχωρήσουν σε πόλεμο και τούτο με στόχο να φοβίσουν τον αντίπαλο και έτσι να αποφύγουν τον πόλεμο. Η εκδήλωση όμως μίας τέτοιας προθέσεως εμπεριέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει αντιστρόφως και να κάνει το ενδεχόμενο πολέμου πιθανότερο, διότι είναι πολύ πιθανόν να προκαλέσει απώλεια ελέγχου επί της πολιτικής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαπίστωση από την έρευνα ότι οι κρίσεις, ως το προτελευταίο στάδιο στην εξέλιξη από τις ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΧΘΡΌΤΗΤΑΣ στον ΠΟΛΕΜΟ, δεν παίζουν μόνο ένα σημαντικό ρόλο στις διεθνείς αντιπαραθέσεις,  να κρίνουν δηλαδή αν θα ξεσπάσει πόλεμος ή θα διατηρηθεί η ειρήνη, αλλά μπορεί να αποτελέσουν και σημεία καμπής για την πορεία προς το καλύτερο ή το χειρότερο αυτών των χρονίων ενίοτε αντιπαραθέσεων.

Τέλος, από τις μελέτες εμφανίζονται κάποιες βασικές συνθήκες κάτω από τις οποίες μια κρίση είναι πιθανότερο να κλιμακωθεί.

Διαχείριση ή Χειρισμός Κρίσεων

Σε επίπεδο μεγάλων Δυνάμεων με τον παρόντα συσχετισμό αφ΄ενός, και λόγω του κινδύνου πυρηνικού ολοκαυτώματος σε ενδεχόμενο πόλεμο αφ΄ετέρου, είναι πολύ πιθανό να υπάρξει μία περίοδος, που φαίνεται ότι ήδη διατρέχουμε, βαθμιαίας μετακίνησης από τη διαχείριση κρίσεων στην πρόληψη αυτών.

Παρά ταύτα δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη εγγύηση, όταν οι κρίσεις μεταξύ των υπερδυνάμεων θα εκλείψουν στο μέλλον (π.χ. εκμετάλλευση ενεργειακών πηγών, άνοδος Κίνας, σταδιακή μετάβαση της Ιαπωνίας στη θέση μεγάλης Δύναμης κ.λ.π.).

Στο επίπεδο των περιφερειακών ή τοπικών αντιπαραθέσεων οι κρίσεις δεν φαίνεται ότι μπορεί να εκλείψουν. Αντιθέτως από τη συμπεριφορά της ανθρωπότητος τα τελευταία 50 χρόνια φαίνεται πως μπορούμε να διακινδυνεύσουμε την διαπίστωση, ότι η πυρηνική εποχή είναι παράλληλα και η εποχή των κρίσεων στην περιφέρεια και του περιορισμένου τοπικού πολέμου.

Κατ΄ακολουθίαν είναι πολύ χρήσιμο να μελετάται ο τρόπος διαχειρίσεώς τους. Να μελετάται δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική κατά τη διάρκειά τους και ο τρόπος με τον οποίον οι αποφασίζοντες χειρίζονται τις πληροφορίες, σχηματοποιούν εναλλακτικούς τρόπους δράσεως και αντιμετωπίζουν το υψηλό επίπεδο στρες, το οποίο αποτελεί οργανικό χαρακτηριστικό των καταστάσεων αυτών.

Η διαχείριση των κρίσεων λοιπόν είναι ένα μείγμα «διμερούς ανταγωνισμού» από τη μία πλευρά και «αμοιβαίου κινδύνου» από την άλλη.

Κατά βάσιν ασχολείται αφ΄ενός μεν με τη διαδικασία ελέγχου και συντονισμού των πραγμάτων, ώστε να μη ξεφεύγουν από τον έλεγχο της πολιτικής και η κατάσταση οδηγηθεί σε πόλεμο, αφ΄ετέρου δε με την επίτευξη ευνοϊκού αποτελέσματος στη βάση της εξασφάλισης και προστασίας των ζωτικών συμφερόντων μιας χώρας.

Κατά τη διάρκεια των κρίσεων γίνονται συνεχείς προσπάθειες και από τις δύο πλευρές να εκτιμήσουν τις προθέσεις και να επηρεάσουν την αποφασιστικότητα του αντιπάλου. Η εικόνα που σχηματίζει μία πλευρά για τον αντίπαλο της ασκεί σημαντική επίδραση στη δική της συμπεριφορά.

Μεγάλο μέρος της τέχνης της διαπραγμάτευσης στην κρίση εξαρτάται από τον επηρεασμό αυτής της εικόνας προς την επιθυμητή κατεύθυνση και για τον λόγο αυτό χρησιμοποιούνται διάφορες κατά περίπτωσιν στρατηγικές και τακτικές.

Συχνά ο αποφασιστικός παράγων στη διαπραγμάτευση είναι η διαφορετική αξία, που οι αντιμαχόμενοι αποδίδουν στα υπό διαπραγμάτευση ζητήματα, καθ΄όσον το κόστος μίας υποχώρησης μπορεί να είναι πιο σημαντικό για τη μία πλευρά απ΄ότι τα οφέλη που προκύπτουν για την άλλη. Έτσι είναι ουσιώδες να μη ανεβαίνει αλόγιστα ο πήχυς των απαιτήσεων από τον αντίπαλο, καθ΄οσον είναι πολύ πιθανόν ότι, όσο περισσότερες απαιτήσεις του ζητούνται τόσο περισσότερο ανυποχώρητος θα γίνεται. Στο προκείμενο ιστορικό οι υπερδυνάμεις προσπάθησαν να επιλύσουν τις κρίσεις με όρους αμοιβαία ικανοποιητικούς, αποφεύγοντας στο μέτρο του δυνατού τους χαρακτηρισμούς του «νικητή» και του «ηττημένου».

Ο πολιτικός έλεγχος επί των στρατιωτικών επιχειρήσεων αποτελεί μία ιδιαίτερα σημαντική παράμετρο της διαχείρισης των κρίσεων. Οι απειλές χρήσης βίας και οι κινήσεις των στρατιωτικών δυνάμεων πρέπει να εφαρμόζονται προσεκτικά ως εργαλεία και όχι ως υποκατάστατα της διπλωματίας.

Ειδικώς για τις μεγάλες δυνάμεις εξ ίσου σημαντικός είναι και ο έλεγχος επί των συμμάχων τους. Καμία υπερδύναμη δεν έχει επιτρέψει στους συμμάχους ή τα κράτη πελάτες τους μεγάλα περιθώρια ελευθερίας κινήσεων. Όμως υπό όψη ότι και τα μικρά αυτά περιθώρια μπορεί σε περιφερειακό επίπεδο για κάποιους μικρούς να συνεπάγονται ολέθριες συνέπειες.

Ολίγα τώρα για τις στρατηγικές διαχείρισης των κρίσεων. Η αποτελεσματική διαχείριση των κρίσεων απαιτεί οι υπεύθυνοι για τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν στρατηγικές και τακτικές πολύ καλά  υπολογισμένες τόσο σε διπλωματικούς όσο και σε στρατιωτικούς υπολογισμούς.

Δεν υπάρχει μία μοναδική κυρίαρχη στρατηγική, που να είναι εξ ίσου κατάλληλη για τη διαχείριση κάθε κρίσεως. Μπορούμε να διακρίνουμε σε επιθετικές και αμυντικές στρατηγικές.

Οι επιθετικές στρατηγικές χρησιμοποιούνται από τους έχοντας την πρωτοβουλία προκλήσεως της κρίσεως, προκειμένου να επιτύχουν αλλαγές στο υπάρχον status quo εις βάρος του αντιπάλου.

Οι αμυντικές στρατηγικές διαχειρίσεως κρίσεων χρησιμοποιούνται όταν ο αμυνόμενος είναι ευαίσθητος στην πιθανότητα η απάντησή του να προκαλέσει κλιμάκωση, την οποία δεν επιθυμεί. Είναι δηλαδή σε δύσκολη θέση. Πρέπει να αναλάβει δράση για να εμποδίσει τη βλάβη των συμφερόντων του, αλλά, την ίδια στιγμή, εύχεται να μπορούσε να αποφύγει να το κάνει με τρόπο, που θα μπορούσε να καταλήξει σε πόλεμο.

Οι αμυντικές στρατηγικές στη βάση τους αποβλέπουν στο να αποτρέψουν τον αντίπαλο από του να επιχειρήσει ή να επιμείνει σε αλλαγή του status quo.

Αναφορικά, τέλος, με τον σωστό χειρισμό μίας κρίσεως δεν αρκεί απλώς μία καλή οργανωτική οδηγία για το Σ.Χ.Κ.. Ωσαύτως το να δίδεται έμφαση μόνο στις ενέργειες των ηγετών και τις πολιτικές τους κατά τη διάρκεια μίας κρίσεως, αντιστοιχεί με το να κοιτάμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου.

Μεγαλυτέρας σημασίας για να αντιληφθούμε τη συμπεριφορά της κρίσεως είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ελήφθησαν και εφαρμόστηκαν οι σχετικές αποφάσεις, επειδή αυτή η διαδικασία σε τελική ανάλυση αποτελεί την ουσία της πραγματικής πολιτικής.

Η Κρίσις στο Εθνικό Πλαίσιο

Από την αλληλουχία της Πολιτικής Εθνικής Ασφαλείας της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας και της Εθνικής Στρατιωτικής Στρατηγικής (Π.ΕΘ.ΑΣΦ, ΠΕΘΑ, Ε.Σ.Σ., Στρατιωτική Αξιολόγηση Κατάστασης, Κατευθύνσεις Αμυντικής Σχεδίασης, Στόχοι Εθνικής Άμυνας) προσδιορίζεται ότι το στρατιωτικό δόγμα της χώρας μας είναι ΑΜΥΝΤΙΚΟ, έναντι κάθε εξωτερικής απειλής και ότι ο κεντρικός άξονας της στρατιωτικής μας στρατηγικής είναι η ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ, που θεωρείται η κυρία απειλή και, δευτερευόντως, των κινδύνων από άλλες κατευθύνσεις σε συνδυασμό με την αποκλιμάκωση των εντάσεων.

Θεμελιώδες στήριγμα άσκησης της αποτροπής συνιστούν οι Ε.Δ. της χώρας, σε συνδυασμό με τις λοιπές συνιστώσες της εθνικής μας ισχύος.

Ο νόμος περί οργανώσεως και λειτουργίας του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης και διοικήσεως και ελέγχου των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, καθορίζει ότι,μεταξύ των άλλων ιδιαίτερα σοβαρών αρμοδιοτήτων του, το ΚΥΣΕΑ αποτελεί και το βασικό όργανο της Κυβερνήσεως για την οργάνωση αντιμετωπίσεως και τον χειρισμό των κρίσεων.

Για τις λειτουργίες του αυτές το ΚΥΣΕΑ, δια μεν την οργάνωση του Σ.Χ.Κ. δέχεται εισηγήσεις από τον ΥΕΘΑ, στον οποίον έχει εισηγηθεί σχετικά ο Α/ΓΕΕΘΑ μετά γνωμάτευση ΣΑΓΕ, για δε τον χειρισμό των κρίσεων υποστηρίζεται από την λειτουργία των λοιπών οργάνων και τις επιτελικές υπηρεσίες του Σ.Χ.Κ.

Όπως προείπον η κυρία απειλή για τη χώρα μας προέρχεται από την Τουρκία, η οποία εδώ και χρόνια εγείρει κλιμακούμενες απαιτήσεις εις βάρος των νομίμων κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και δη μέχρι ορίων CASUS BELLI.

Η γενική πολιτική της «Τ» έναντι της χώρας μας είναι επεκτατική και προκλητική και κατ΄ακολουθίαν η στρατηγική, που διαχειρίζεται τις μεταξύ μας κρίσις είναι ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ.

Αντιθέτως η Ελλάς τηρεί αμυντική στάση, αποβλέπουσα μέσω της εξισορρόπησης ή αν θέλετε της ισορροπίας δυνάμεων, στην ΑΠΟΤΡΟΠΗ εκδήλωσης εις βάρος μας ενεργειών εκ μέρους της γείτονος. Στο ίδιο κλίμα ευρίσκεται και η στρατηγική μας σε ότι αφορά τον χειρισμό κρίσεων, δηλαδή κινούμεθα στο πεδίο των αμυντικών στρατηγικών χειρισμού των κρίσεων, πρωταγωνιστής των οποίων μετά το 1974, συστηματικά εμφανίζεται η Τουρκία.

Η κατάσταση αυτή απετέλεσε υπόβαθρο πολλών κρίσεων κατά το παρελθόν και προσφέρεται αναμφισβήτητα για τη δημιουργία και νέων κρίσεων στο μέλλον. Θα πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε ότι, αν λάβουμε υπόψιν τις συνθήκες, που προσδιορίζουν οι επιστημονικές αναλύσεις ως βασικές συνθήκες κάτω από τις οποίες μία κρίση είναι ΠΙΘΑΝΩΤΕΡΟ να κλιμακωθεί, μπορούμε να διακρίνουμε ότι, στο Ελληνοτουρκικό σκηνικό, πληρούνται ήδη εκ προοιμίου ορισμένες εξ αυτών, οι δε λοιπές θα μπορούσαν να ισχύσουν οποτεδήποτε στο μέλλον, από εσωτερικές αιτίες ή λανθασμένες επιλογές.

Και για να γίνω πιο σαφής :

α.  Υπάρχουν ήδη :

(1)   Ένα περιβάλλον παρατεταμένης έντασης.

(2)   Η γεωγραφική γειτνίασις.

(3)   Μία πολιτικά καθεστωτική απόκλιση, και βεβαίως

(4)   Ενεργές διαφορές επί πολλών ζητημάτων.

β.  Μπορούν όχι δύσκολα να προκύψουν :

(1)   Μία πολυκεντρική δομή των συστημάτων ελέγχου.

(2)   Μία εσωτερική αστάθεια, τουλάχιστον σε ένα εκ των δύο μερών.

(3)   Μία βίαιη, προκλητική ενέργεια, τυχαία ενδεχομένως, και

(4)   Μία μεγάλη διαφορά ισχύος.

Από τις ανωτέρω συνθήκες, ειδικά εκείνη της μεγάλης διαφοράς ισχύος, στις περιπτώσεις που ισχύει, ευνοεί εντονώτατα την κλιμάκωση της όποιας υφισταμένης αντιπαράθεσης μεταξύ δύο χωρών. Συνεπώς θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να μεριμνούμε με ιδιαίτερη επιμέλεια για την Εθνική μας Ισχύ, αφού η όλη αμυντική μας στρατηγική έναντι της «Τ» βασίζεται στην αποτροπή και την ανταπόδοση. Διότι βεβαίως πειστική αποτροπή δεν είναι δυνατόν να υπάρχει άνευ ισορροπίας δυνάμεων. Επιθυμώ εδώ να τονίσω ότι οι γείτονές μας σέβονται ιδιαίτερα αυτή την αλήθεια και κατά τη λήψη των αποφάσεών τους συνεκτιμούν μετά προσοχής ό,τι έχει σχέση με την αμυντική ικανότητα των αντιπάλων τους.

Μπορούμε επομένως να καταλήξουμε ότι στα Ε-Τ, αν ξεφύγει η ζυγαριά της ισορροπίας δυνάμεων, ο κίνδυνος κλιμακώσεως θα υπερβαίνει σε πιθανότητα τον ούτως ή άλλως ελλοχεύοντα κίνδυνο αναφλέξεως στην οποιαδήποτε κρίση.

Εξ άλλου έτερο σημαντικό ζήτημα είναι ότι η επιθετική πολιτική της γείτονος έναντι της καθαρά αμυντικής δικής μας στρατηγικής, και το κατ΄ακολουθίαν γεγονός ότι η Τουρκία έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων, μειώνουν τα περιθώρια των δυνατοτήτων μας για την πρόληψη των κρίσεων. Η κατάστασις αυτή  επιβάλλει συνεχή εγρήγορση,  ώστε να μπορούμε να διαγνώσουμε, όσο μπορούμε νωρίτερα, την όποια επερχόμενη κρίση, και ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεών μας, ώστε να μπορούν άμεσα να περιέρχονται σε κατάσταση αντιμετωπίσεως κρίσεων.

Θα πρέπει βεβαίως να λαμβάνεται πάντα υπ΄όψιν ότι η κινητοποίηση των Ε.Δ. όταν η περί αυτών βούληση χρησιμοποιήσεως τυγχάνει αμφίβολος ή αρνητική είναι τουλάχιστον δαπανηρά.

Σχετικά με τη διαχείριση των κρίσεων, απ΄αυτά που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια (ΙΜΙΑ – S300 – Οτσαλάν) κατεδείχθη ότι στον τομέα αυτόν έχουμε πρόβλημα, και μάλιστα σοβαρό.

Λαμβάνονται έτσι από τους υπευθύνους αποφάσεις και γίνονται χειρισμοί, που καταλήγουν να ζημιώνουν το κύρος, την αξιοπιστία και τα συμφέροντα της πολιτείας.

Αυτό το κακό πρέπει κάποτε να σταματήσει.

Το Εθνικό Σ.Χ.Κ. είναι σύνολο Διοικητικών Οργάνων, Υπηρεσιών, Χώρων, Κωδικοποίησης ενεργειών και διαδικασιών με βάση υφιστάμενα κείμενα, τα οποία αποτελούν οδηγό και βοηθούν στην αντιμετώπιση της όποιας κρίσεως στον τομέα Ασφάλειας και Άμυνας.

Ο επιτελικός φορέας του ΓΕΕΘΑ, αρμόδιος για τη λειτουργία της θεσμοθετημένης διαδικασίας χειρισμού κρίσεων στο στρατιωτικό τομέα είναι το Κέντρο Χειρισμού κρίσεων (ΚΕΧΕΚ).

Τα όργανα χειρισμού κρίσεων είναι :

  • Το ΚΥΣΕΑ.
  • Το ΣΑΜ.
  • Ο ΥΕΘΑ.
  • Το ΣΑΓΕ και
  • Ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ ή Αρχιστράτηγος.

Δεν θα υπεισέλθω περαιτέρω στην περιγραφή του συστήματος διότι αυτά είναι γνωστά και καταγεγραμμένα˙ άλλωστε σεις είσθε εκείνοι που επιμελείσθε αυτής της υποθέσεως.

Θα τονίσω μόνο ότι για να έχουμε λάβει, όπως απαιτείται, τα μέτρα, που είναι απαραίτητα ως βάσις για να μπορούμε να ελπίζουμε σε σωστή διαχείριση κρίσεων, θα πρέπει τουλάχιστον :

  • Να γίνεται συνεχής προσεκτική ανάλυση του πολιτικοστρατιωκού περιβάλλοντος ενδιαφέροντός μας ώστε να έχουμε σωστή εκτίμηση της καταστάσεως και ορθή αναγνώριση ενδεχομένων πεδίων κρίσεων, βάσει των οποίων να ακολουθεί σχεδίαση αντιδράσεων σε ενδεχόμενες καταστάσεις (ενδεχόμενα Σχέδια) για κάθε ένα ενδεχόμενο σενάριο αντιπαράθεσης.
  • Να γίνεται προσδιορισμός των ορίων, που μπορούμε να φθάσουμε σε κάθε σενάριο, ώστε σε κάθε περίπτωση να ξέρουμε «που το πάμε» και έτσι με προσοχή, σοβαρότητα και αποφαστικότητα να χειρίσουμε αναλόγως και την αντίστοιχη κρίση. Λεονταρισμοί, που δεν έχουν αντίκρυσμα σε ξεκαθαρισμένες προθέσεις δράσεως καταλήγουν σε γελοιοποίηση, απογοήτευση, πτώση του ηθικού και εμπέδωση κλίματος υποχωρητικότητος, παραίτησης από νόμιμα δικαιώματα και παροχών.
  • Να υπάρχει καλή οργάνωση του Σ.Χ.Κ. η οποία να βελτιώνεται διαρκώς, με ιδιαίτερη έμφαση στο συντονισμό των εμπλεκομένων φορέων και τις διαδικασίες λήψεως των αποφάσεων. Επιθυμώ να τονίσω στο προκείμενο ότι ο καλός χειρισμός της κρίσεως εξαρτάται από ένα αριθμό πολιτικών κυρίως συνθηκών. Απαιτεί την ύπαρξη ενός περιβάλλοντος ανοικτής λήψεως των αποφάσεων, μία συνεκτική πολιτική ελίτ και μία σοβαρή αφοσίωση εκ μέρους εκείνων, που αποφασίζουν, στο να αποφύγουν τον πόλεμο, εάν το είδος της κρίσεως το επιτρέπει. Αυτές οι συνθήκες δεν είναι δυνατόν να δημιουργούνται με διατάγματα κατά τη διάρκεια της κρίσεως. Εάν υπάρχουν αποτελούν οργανικές ποιότητες του πολιτικού συστήματος και του πολιτισμού μιας χώρας. Οι πολιτικοί, παρά το ότι είναι ο πυρήνας και έχουν το τελευταίο λόγο στη λήψη των αποφάσεων, εν τούτοις από μόνοι τους δεν αρκούν για να ληφθεί μία σωστή απόφαση. Απαιτείται συνεργασία, συναντίληψη και συνεισφορά εκ μέρους όλων των λοιπών φορέων της πολιτείας, που εμπλέκονται στον χειρισμό της κρίσεως.

Εδώ υπάρχει ένα λεπτό, πολύ σημαντικό σημείο, που αφορά το ΓΕΕΘΑ. Υπάρχει δηλαδή διεθνώς η δικαιολογημένη τάση των στρατιωτικών να προτρέχουν των πολιτικών σε ότι αφορά την ανάληψη στρατιωτικής δράσης κατά τις κρίσεις. Αυτό το γεγονός αποτελεί ένα δεδομένο πεδίο εσωτερικών διχογνωμιών και τριβών, ιδιαίτερα σημαντικών για την έκβαση της κρίσης και ως εκ τούτου χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή για συντονισμό και αλληλοκατανόηση προς αποφυγή. Μία λάθος εκτίμηση ή ακόμη χειρότερα ενέργεια εκ μέρους των στρατιωτικών, σε οποιοδήποτε επίπεδο, μπορεί να οδηγήσει σε άσκοπες εχθροπραξίες, με ότι κακό μπορεί αυτές να συνεπάγονται για τη χώρα, ενώ από την άλλη πλευρά μία λάθος εκτίμηση ή δισταγμός εκ μέρους των πολιτικών θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για τη στρατιωτική μηχανή της χώρας, με τις όποιες δυσμενείς επιπτώσεις αυτό συνεπάγεται για τα συμφέροντα και το μέλλον της.

Για να επιτυγχάνεται τώρα αυτός ο υψηλού επιπέδου συντονισμός, που απαιτείται για τη λήψη αποφάσεων, χειρουργικής ευαισθησίας πολλές φορές, απαιτείται κατ΄αρχάς να διατίθεται κατάλληλο στρατηγείο, το οποίο να πληροί όλες τις προδιαγραφές, ασφαλείας, επικοινωνιών, συνεχούς ροής πληροφοριών πραγματικού χρόνου για ύπαρξη της σαφέστερης δυνατής εικόνας της καταστάσεως, σε όλα τα επίπεδα κ.λ.π., το οποίο να είναι εύκολα προσιτό στην πολιτική ηγεσία, η οποία θα πρέπει βεβαίως να το γνωρίζει πριν χρειαστεί να το χρησιμοποιήσει σε κρίση.

Ελπίζω ότι η παρούσα κατάσταση του ΕΘΚΕΠΙΧ ικανοποιεί τις απαιτήσεις. Χρειάζεται τέλος να γίνεται περιοδικά εκπαίδευση μέσω παιγνίων, όλων των εμπλεκομένων στον χειρισμό των κρίσεων και ιδίως της πολιτικής ηγεσίας.

Τον Πρόεδρο των ΗΠΑ τον καθίζουν κάτω και «παίζει» παίγνια κρίσεων μία-δύο φορές κάθε χρόνο. Στην ημετέρα πραγματικότητα εξ όσων έχω βιώσει…

Συναφώς με την εκπαίδευση θεωρώ πολύ χρήσιμο όπως οι εντεταλμένοι περί την οργάνωση του Σ.Χ.Κ. επιτελείς να ενημερώνονται και θεωρητικώς μέσω επιστημονικών κειμένων και μελετών, που αναφέρονται στο θέμα ΚΡΙΣΙΣ. Σήμερα υπάρχει μεγάλη διεθνής σχετική βιβλιογραφία.

Σχετικά τώρα με τον χειρισμό των κρίσεων :

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στην έγκαιρη αντίληψη της ενάρξεως αναπτύξεως κάποιας κρίσης. Υπ΄όψη ότι η κρίση κατά κανόνα είναι αποτέλεσμα μιας σταδιακά αναπτυσσόμενης καταστάσεως. Από κάπου δηλαδή ξεκινάει και αλλοίμονο σε όποιον αμυνόμενο, όπως εμείς,που τον αφορά δεν το πάρει είδηση, ώστε να αντιδράσει καταλλήλως από τα πρώτα της βήματα. Οι περιπτώσεις που κάποιοι δεν αντελήφθησαν ότι μία κρίσις άρχισε να αναπτύσσεται δεν είναι σπάνιες.

Εάν στην εξέλιξη των πραγμάτων έχει κριθεί ότι η ένοπλη σύγκρουση είναι αποδεκτή ή αναπόφευτκη, τότε καλόν θα είναι η πρωτοβουλία για έναρξη των εχθροπραξιών να μη θεωρείται δεδομένο ότι ανήκει κατ΄ανάγκην στον αντίπαλο, όσο και αν η στρατηγική μας είναι αμυντική. Ένα πρώτο καίριο κτύπημα μπορεί ενδεχομένως να κρίνει και την έκβαση των πραγμάτων. Κάτι τέτοιο όμως θέλει αυτοπεποίθηση, ψυχολογική προετοιμασία και κότσια.

Αναφορικά τέλος με την οφειλομένη διαρκή βελτίωση του Συστήματός μας για τον χειρισμό των κρίσεων θέλω να επισημάνω ότι άλλο πράγμα είναι η βελτίωση και άλλο πράγμα ο πειραματισμός. Χρειάζεται επομένως ιδιαίτερη προσοχή. Άκουσα φερ΄ ειπείν, προ ολίγων ετών, αν κατάλαβα καλά, για μία νέα σχετική οργάνωση στο ΥΕΘΑ με δύο φορείς, που ο ένας υπό τον Υπουργό θα παρακολουθεί την πολιτική κατάσταση και ο έτερος υπό τον Α/ΓΕΕΘΑ την στρατιωτική. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα!!

Το σύστημα χειρισμού των κρίσεων πρέπει να είναι ενιαίο και αδιαίρετο, όπως είναι και τα θέματα που χειρίζεται.

Εκείνο, που απαιτείται, είναι η σωστή επάνδρωσή του με ανθρώπους από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, πολιτικούς ή στρατιωτικούς, με ενεργό και κυρίαρχη εμπλοκή της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, που έχει και την τελική ευθύνη.

Θα ήθελα να κλείσω την παρέμβασή μου με τέσσαρες θεμελιώδεις, κατά την άποψή μου, επισημάνσεις  ότι δηλαδή :

Πρώτον : Ο χειρισμός των κρίσεων είναι ένα πολύ περίεργο μείγμα προκλητικότητος και μετριοπάθειας, αποφασιστικότητος και σωφροσύνης, ακαμψίας και συμβιβασμού ˙ είναι μία τεχνική ˙ μία τέχνη αν θέλετε, που για να είναι καλή απαιτεί δεξιοτεχνία. Απαιτεί κατάρτιση, προετοιμασία, οργάνωση, μεθοδικότητα, ΑΝΤΟΧΗ και βεβαίως όπου όλες οι τέχνες και ΤΑΛΕΝΤΟ. Είναι εξώφθαλμα προφανές ότι το αντικείμενο δεν προσφέρεται για ερασιτέχνες.

Δεύτερον : Η κάθε κρίσις ολοκληρώνει τον κύκλο της με την τέταρτη φάση της εξελίξεώς της, που λέγεται «ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ» ή αν θέλετε «ΟΥΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ», όπου γίνεται ο απολογισμός κερδών και ζημιών από κάθε άποψη. Επομένως η πεμπτουσία του καλού και επωφελούς ή όχι χειρισμού δεν σταματάει στο αν καταφέραμε ή όχι να αποφύγουμε την ένοπλη σύρραξη κατά την εξέλιξή της, όπως συμφέρει ενίοτε να παρουσιάζεται, αλλά στο τι τελικώς θα περιλάβει η ουρά της κρίσης. Ο αντίπαλος μετά την κρίση μπορεί να έχει επιτύχει τους στόχους του εις βάρος μας και χωρίς πόλεμο.

Τρίτον : Προϋποθέσεις για να μιλάμε σοβαρά, περί αντιμετωπίσεως κρίσεων αποτελούν αφ΄ενός η Εθνική Ισχύς, με ιδιαίτερη έμφαση στην ποιότητα (ποιότητα και επάρκεια υλικού, επάρκεια, ικανότητα και ηθικό προσωπικού) και ετοιμότητα (ενημέρωση, πληροφορίες, κινητοποίηση, ανάπτυξη) της Στρατιωτικής Ισχύος, και αφ΄ετέρου το υψηλό Ηθικό του Έθνους, διότι άνευ αυτών, τι είδους χειρισμό να κάνεις;

Τέταρτον : Όλα όσα αναφέραμε για τις κρίσεις λειτουργίας μέσα στο πλαίσιο της παιδείας, της αγωγής μας και του τρόπου που λειτουργούμε ως κοινωνία, του πολιτισμικού μας δηλαδή επιπέδου, το οποίο υπάρχει ανάγκη συνεχώς να βελτιώνουμε ˙ αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία.

ΠΗΓΗ: Ναυάρχος ε.α. Ε. Λαγάρας Π.Ν.,  Επίτιμος Αρχηγος ΓΕΝ, ΕΛΕΣΜΕ Τ33

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s