Φιλιπ Α. Κροουλ

Περιγραφοντας τα χρονιά που πέρασε στην Ουάσιγκτον ως υπουργός Στρατιωτικών (1940-1945), ο Χένρυ Α. Στίμσον αναφερόταν με λύπη στην «περίεργη ψυχολογία» που επικρατούσε στους κύκλους του υπουργείου Ναυτικού, οι οποίοι συχνά έδιναν την εντύπωση πως είχαν αποσυρθεί από το χώρο της λογικής σ’ ένα μισοσκότεινο Θρησκευτικό κόσμο όπου Θεός ήταν ο Ποσειδώνας, προφήτης του ο Μάχαν και μόνη αληθινή εκκλησία του το ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών». Ο «προφήτης» τον οποίο υπαινισσόταν ο Στίμσον στο αρνητικό αφιέ­ρωμα του, βρισκόταν πια στο μνήμα του εδώ και τριάντα χρόνια. Είχε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του στην ενεργό υπηρεσία ως αξιωματικός του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών και είχε αποστρατευθεί το 1896 με το βαθ­μό του πλοιάρχου. Μόνο μετά από τα πενήντα του αναδύθηκε από την ανωνυμία μιας όχι και τόσο λαμπρής σταδιοδρομίας στο ναυτικό, οπότε και απέκτησε διεθνή φήμη ως ιστορικός, στρατηγιστής. ιμπεριαλιστής και ναυτικός ειδήμων, συναναστράφηκε με προέδρους, πρωθυπουργούς ακόμα και Ευρωπαίους μονάρχες και το όνομα του έγινε σεβαστό σ’ όλο τον κόσμο. Πρόκειται για μια αξιοθαύμαστη ιστο­ρία που αποδεικνύει τη δύναμη που έχει ο γραπτός λόγος.

Ι

Ο Αλφρεντ Θάγιερ Μάχαν γεννήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1840 στο Ουέστ Πόιντ. της Νέας Υόρκης, όπου ο πατέρας του, Ντένις Χαρτ Μάχαν, ήταν πρύτανις και κα­θηγητής της πολιτικής και στρατιωτικής μηχανικής στη Στρατιωτική Ακαδημία των Ηνωμένων Πολιτειών. 0 πρεσβύτερος Μάχαν είχε γράψει δύο ελάσσονα κλασσικά στρατιωτικά βιβλία, το Οχυρώσεις και το Στοιχειώδης Μελέτη για την Άνοδο και την Πρόοδο της Τακτικής και ήταν προσωπικά υπεύθυνος για τη στρατιωτική διαπαιδα­γώγηση εκατοντάδων ευελπίδων, οι οποίοι στο διάστημα του Εμφυλίου Πολέμου διοίκησαν τις δυνάμεις της Συνομοσπονδίας και της Ένωσης. Κύρια πηγή για τα κείμενα και τα μαθήματα του ήταν ο Ελβετός στρατηγιστής βαρόνος Αντουάν-Ανρί Ζομινί, αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις πως μεταλαμπάδευσε κάποιες απ’ τις γνώσεις αυτές στον μεγαλύτερο γιο του, ο οποίος κάποια ημέρα έμελλε να γίνει ο διασημότερος Αμερικανός οπαδός του Ζομινί. Δεν είχε άλλωστε και την ευκαιρία να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί ο Αλφρεντ ήταν μόλις 12 χρονών όταν τον έστειλαν οικοτροφείο Σαιντ Τζέημς στο Χαγκερστάοον του Μέρυλαντ. Το 1854. εισήχθη στο Κολέγιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης και για δυο χρόνια έζησε στο σπίτι του θείου του Μάιλο Μάχαν, καθηγητή της εκκλησιαστικής ιστορίας στο Γενικό θεολογικό Σεμινάριο. 0 Αγγλο-καθολικός αυτός επισκοπιανός κληρικός, εκκλησιαστικός ιστο­ρικός και χριστιανός αριθμολόγος χρημάτισε ως το θάνατο του, το 1870, ως πνευ­ματικός σύμβουλος του ανεψιού του και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ιδίως τις απόψεις του για την ιστορία την οποία και θεωρούσε ως εκδήλωση ενός θεϊκά καταστρωμένου σχεδίου2.

Μετά από διετή παραμονή στο Κολούμπια, ο νεαρός Μάχαν, παρά την αντί­θετη γνώμη του πατέρα του, εισήλθε στη Ναυτική Ακαδημία των Ηνωμένων Πολι­τειών στην Αννάπολη του Μέρυλαντ και τρία χρόνια αργότερα, το 1859. αποφοίτησε δεύτερος στην τάξη του. Ανάμεσα στους συναδέλφους του δοκίμους δημιούργησε περισσότερους εχθρούς παρά φίλους κι έτσι άρχισε μια μοναχική καριέρα ως κάποιος που δεν ταίριαζε και πολύ στο χώρο του ναυτικού, αφού έμοιαζε αλαζο­νικός και εσωστρεφής σ’ ένα επάγγελμα όπου έπαιζε μεγάλο ρόλο η κοινωνικότη­τα και η συντροφικότητα. Ωστόσο, η Αννάπολη του χάρισε την πρώτη ευτυχισμένη του εμπειρία με τα ιστιοφόρα, έναν τύπο πλοίων τα οποία έμελλε να εξαφανίσει σύντομα η μετατροπή των ιστιοφόρων πολεμικών πλοίων σε ατμοκίνητα. Για το εκπαιδευτικό του ταξίδι με το πολεμικό πλοίο Plymouth. μια τρικάταρτη φρεγάτα του πολεμικού ναυτικού, έγραψε: «Όταν το πλοίο σκαμπανέβαζε δαρμένο απ’ τον σφοδρό άνεμο, ένιωσα μια άγρια απόλαυση που δεν είχα νιώσει άλλη φορά»3. Εί­κοσι έξι χρόνια αργότερα, ταξιδεύοντας με το Chicago, το πιο σύγχρονο ατμοκίνη­το καταδρομικό του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών, παραπονιόταν λέγοντας: «Είχα ξεχάσει τι διαβολικά πράγματι είναι τα πλοία και πόσο ανόητο είναι να τα­ξιδεύεις συχνά μ’ αυτά»4. Αργότερα, όταν καταπιάστηκε με τη συγγραφή της ναυτικής ιστορίας, η προηγούμενη αγάπη του για τα μεγάλα ιστιοφόρα με τα τε­τράγωνα πανιά, της νιότης του, τον ενέπνευσε και τον ώθησε να γράψει με τρυφε­ρότητα για τις ναυτικές τακτικές της εποχής των ιστιοφόρων. Κατά τον ίδιο τρό­πο, η απέχθεια που ένιωθε για τα θορυβώδη, άβολα και όλο καπνό ατμοκίνητα πλοία της ανδρικής του ηλικίας τον έκανε ν’ αποφεύγει πρόθυμα τη θαλασσινή υπηρεσία και να προτιμά το πιο οικείο έργο της συγγραφής βιβλίων και άρθρων στην ξηρά.

Δύο χρόνια μετά την αποφοίτηση του, ξέσπασε ο Εμφύλιος Πόλεμος που για τον Μάχαν δεν ήταν παρά πληκτικές περιπολίες στ’ ανοιχτά των ακτών της Συνομοσπονδίας. Για μικρό χρονικό διάστημα χρημάτισε εκπαιδευτής στη Ναυτική Ακαδημία (η οποία είχε μεταφερθεί προσωρινά στο Νιουπορτ του Ροντ Άιλαντ) και βρέθηκε για λίγο υπό τις διαταγές του Στέφεν Μπ. Λιους. ο οποίος έμελλε να γίνει αργότερα ο μέντορας και φύλακας-άγγελός του. Με το τέλος του πολέμου, ο Μάχαν ήταν είκοσι έξι πια χρονών και υποπλοίαρχος, έναν βαθμό πολύ υψηλό να τον εγκαταλείψει ελαφρά τη καρδία. Έτσι, παρά τις αμφιβολίες του, παρέμεινε στο ναυτικό για τα επόμενα είκοσι χρόνια και αναδείχθηκε στο βαθμό του πλοιάρ­χου, υπηρέτησε σε ναύσταθμους, χρημάτισε μέλος της διοίκησης της Ναυτικής Ακαδημίας (που είχε μεταφερθεί ξανά στην Αννάπολη) και υπηρέτησε σε πλοία στην Ασιατική Βάση έξω από τις δυτικές ακτές της Νότιας και Δυτικής Αμερικής. Ενώ υπηρετούσε ως πλοίαρχος στο σαραβαλιασμένο ατμοκίνητο καταδρομικό (μια εξαρτισμένη σκούνα με μια προπέλα) του πολεμικού ναυτικού των Ηνωμένων Πο­λιτειών Wachuseti έξω από τις ακτές του Περού, δέχθηκε από τον πλοίαρχο πια Λιους την πρόσκληση να ενταχθεί στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού που επρόκει­το να ιδρυθεί με διευθυντή τον ίδιο τον Λιους στο Νιουπορτ. 0 κυριότερος τίτλος του Μάχαν για να πάρει αυτή τη θέση ήταν ένα μικρό βιβλίο που είχε γράψει με θέμα τη ναυτική ιστορία του Εμφυλίου Πολέμου και που είχε κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά με τον τίτλο Ο Κόλπος και τα Εσωτερικά Ύδατα. Δεν μπορούσε να ξέρει πως ήταν ο τρίτος που είχε καλέσει ο Λιους γι’ αυτή τη θέση και γεμάτος νοσταλγία και απηυδισμένος από τη θάλασσα του απάντησε στις 4 Σεπτεμβρίου 1884: «Ναι θα ήθελα να έρθω».

 Μετά από μια αγωνιώδη καθυστέρηση στο Wachuseti και. στη συνέχεια, ένα χειμώνα εντατικής μελέτης στις βιβλιοθήκες της Νέας Υόρκης, ο νεόκοπος ιστορι­κός παρουσιάστηκε στο Νιουπορτ, το καλοκαίρι του 1886. Φθάνοντας όμως εκεί ανακάλυψε πως ο Λιους είχε αποσταλεί και πάλι σε πλοίο και πως ο ίδιος, που είχε μόλις προαχθεί σε πλοίαρχο, θα ήταν καθηγητής στην έδρα της ναυτικής ιστο­ρίας και στρατηγικής και πρόεδρος της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού των Ηνω­μένων Πολιτειών. Επρόκειτο για μια μέγιστη στροφή στη ζωή του. Η Σχολή Πολέ­μου του Ναυτικού έμελλε να γίνει η αφετηρία για μια καινούργια καριέρα ως ναυ­τικού ιστορικού, στρατηγιστή, δημοσιολόγου και παγκοσμίως αναγνωρισμένου -«κήρυκα της ναυτικής ισχύος».

Όταν ανέλαβε το παλιό πτωχοκομείο που είχε μετατραπεί σε έδρα της πρώ­της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού στον κόσμο, βρήκε το χώρο άδειο με μερικά μόνο σκόρπια δανεικά καθίσματα και θρανία κι ένα μεγάλο χάρτη του Τραφάλγκαρ που ήταν η αγαπημένη του ναυμαχία. Τον πρώτο χρόνο μαθητές του ήταν μόνο 8 υποπλοίαρχοι και το δεύτερο οι μαθητές του έφθασαν τους 20, εκ των οποίων οι περισσότεροι είχαν αποσταλεί στο Νιουπορτ παρά τη θέληση τους για μια εκπαιδευτική περίοδο 2-3 μηνών. Ο Μάχαν δίδασκε ναυτική ιστορία και στρα­τηγική (κυρίως βρετανική), ενώ το ολιγάριθμο διδακτικό προσωπικό του δίδασκε την τακτική του στρατού, τη στρατιωτική σημασία της Καραϊβικής, διεθνές δίκαιο, λογιστική, τα ναυτικά πυροβόλα, τη ναυτική τακτική και ναυτική υγιεινή7. Ωστόσο, ο νέος πρόεδρος ξόδευε μεγάλο μέρος της δραστηριότητας του προσπαθώντας να συγκεντρώσει διδακτικά μέσα, να μαζέψει χρήματα για να πληρώσει τη θέρμανση και για να αντιστέκεται στις γραφειοκρατικές πιέσεις για ένταξη της Σχολής στον γειτονικό Ναυτικό Σταθμό Τορπιλών ή για τη μεταφορά της στην Αννάπολη ή για ολοκληρωτική κατάργηση της. Εν τω μεταξύ. προσπαθούσε να οργανώσει τα μα­θήματα του και να τους δώσει μορφή βιβλίου. Η προσπάθεια αυτή στέφθηκε με επιτυχία με την έκδοση το 1890 του έργου Η Επίδραση της Θαλάσσιας Ισχνός στην Ιστορία 1660-1783, ενώ ο συγγραφέας του μόλις και μετά βίας κατάφερε να ξεφύγει από μια διαταγή της υπηρεσίας ναυτιλίας για επιστροφή του στη θαλάσσια υπη­ρεσία. «Δεν είναι δουλειά ενός αξιωματικού του ναυτικού να γράφει βιβλία», είχε πει ο επικεφαλής της υπηρεσίας πλωτάρχης Φράνσις Μ. Ράμσεϋ, κάτι που διαψεύ­στηκε τα επόμενα χρόνια, αλλά που ο ίδιος ο Μάχαν το βρήκε «αναμφίβολα νόμι­μο», καθώς «είχε έρθει η σειρά μου για θαλάσσια υπηρεσία»8. Μέσα στους κόλ­πους του ναυτικού υπήρχε ζωηρή αντίθεση κατά της Σχολής όχι απαραίτητα εξαι­τίας κάποιας προσωπικής αντιπάθειας προς αυτόν, όπως πίστευε ο Μάχαν. ή λόγω απλής γραφειοκρατικής στενοκεφαλιάς. Απλώς σε μια εποχή που η τεχνολογία άλ­λαζε ταχύτατοι, πολλοί από τους αξιωματικούς πίστευαν πως πράγματα όπως οι ελιγμοί του Νέλσονα στο Τραφάλγκαρ ήταν ξεπερασμένα και άσχετα. Έβρισκαν λοιπόν πως η ιδιαίτερη σημασία που έδινε ο Μάχαν στην ιστορία ήταν αντιδραστι­κή και το χειρότερο μη πρακτική. Η απάντηση του ήταν πως για έναν αξιωματικό δεν υπήρχε πιο πρακτικό πράγμα από το να μάθει μέσω της ιστορίας τη διαμόρ­φωση των αρχών και των μεθόδων με τις οποίες μπορεί να διεξαχθεί ένας πόλεμος με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα9.

Προσωρινά πάντως, το θέμα λύθηκε υπέρ του Μάχαν. Υπηρέτησε δύο θητείες ως πρόεδρος της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού (από το 1886 μέχρι το 1889 και από το 1892 μέχρι το 1893) και όταν έφυγε για να αναλάβει τη διοίκηση του πο­λεμικού πλοίου Chicago, ο κύκλος της διδασκαλίας του στο Νιούπορτ είχε επιβλη­θεί τόσο πολύ που κατά την απουσία του τα μαθήματα του διαβάζονταν φωναχτά σε κάθε καινούργια τάξη. Η παράξενη αυτή τακτική έκανε τον πλωτάρχη Ράμσεϋ να παρατηρήσει πως μολονότι εκτιμούσε απόλυτα την αξία των βιβλίων του πλοιάρχου Μάχαν. «μου φαίνεται πολύ ανόητο το να στέλνονται αξιωματικοί στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού για να τα διαβάζουν» .Την έλλειψη ενθουσιασμού του Ράμσεϋ δεν τη συμμερίστηκαν καθόλου στη Μεγάλη Βρετανία όπου το βιβλίο του Μάχαν Η Επιρροή τής Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία 1600-1783 έγινε αμέσως δεκτό με ενθουσιασμό.

Όταν ο Μάχαν έφθασε, στα. τέλη του Ιουλίου του 1893. στο Σαουθάμπτον με το Chicago και βγήκε στη στεριά, ανακάλυψε πως είχε γίνει το πρόσωπο της χρο­νιάς. Τότε, αλλά και στην επίσημη επίσκεψη του πλοίου του την επόμενη χρονιά, έγινε δεκτός από τη βασίλισσα Βικτωρία, τον εγγονό της κάιζερ Γουλιέλμο, που βρισκόταν στην Αγγλία ως επισκέπτης, τον πρίγκιπα της Ουαλίας (μετέπειτα βα­σιλιά Εδουάρδο Η’). τον πρωθυπουργό λόρδο Ρόζμπερυ, τον βαρόνο Ρότσιλντ και από τη Λέσχη του Βασιλικού Ναυτικού – ήταν ο πρώτος ξένος στον οποίο απονε­μήθηκαν τέτοιες τιμές. Τα πανεπιστήμια του Καίμπριτζ και της Οξφόρδης του απένειμαν την ίδια εβδομάδα και τα δύο τιμητικά διπλώματα και οι Times του Λονδίνου τον ανακήρυξαν «Νέο Κοπέρνικο». Οι Βρετανοί βέβαια ήταν ικανοποιη­μένοι που ένας Αμερικανός συγγραφέας είχε χειροκροτήσει ολόθερμα το αυτοκρα­τορικό μεγαλείο της χώρας τους και έμειναν ακόμα περισσότερο ευχαριστημένοι όταν το 1892 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο του Μάχαν Η Επιρροή της Θαλάσσιας Ισχύος κατά τη Γαλλική Επανάσταση και την αυτοκρατορία, 1793-1812. Για το δίτομο αυτό έργο ο ναυτικός ιστορικός Τζων Νοξ Λωτον έγραψε πως ήταν, από την αρχή ως το τέλος, ένας θαυμαστός πανηγυρικός για το αγγλικό θάρρος και την αγγλική αντοχή, την αγγλική επιδεξιότητα και την αγγλική δύναμη»». Τέτοια κολακεία ήταν όντως βάλσαμο παρηγοριάς για ένα έθνος που είχε αρχίσει να πάσχει από αμφιβολίες, καθώς η εποχή της Pax Brittanica όδευε προς το τέλος της.

Όταν ο Μάχαν επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, δίδαξε στη Σχολή Πολέ­μου του Ναυτικού, το 1895 και το 1896, οπότε και παραιτήθηκε από την ενεργό υπηρεσία. Μπορούσε πια να επιδοθεί αποκλειστικά στη συγγραφή η οποία απο­δείχθηκε πλούσια και για την οποία ανταμείφθηκε απλόχερα. Το πλήρες corpus των έργων του περιλαμβάνει 20 βιβλία και 137 άρθρα, τα οποία έγραφε συνήθως αντα­ποκρινόμενος στις αιτήσεις περιοδικών όπως The Atlantic Monthly, Forum, North American Review και Century Magazine. Από τα άρθρα αυτά τα πιο σημαντικά τα συ­γκέντρωνε και τα εξέδιδε υπό μορφήν βιβλίου. Οι άλλες του εκδόσεις περιλαμβά­νουν πέντε ιστορίες του ναυτικού, δύο ιστορίες του πολέμου των Μπόερς, τρεις βιογραφικές μελέτες, μία αυτοβιογραφία και μία ομολογία χριστιανικής πίστεως. Εν τω μεταξύ, συνέρρεαν από παντού τιμές. Το Χάρβαρντ (1896), το Γέιλ (1897), το Κολούμπια (1900), το ΜακΓκίλ (1909), καθώς και το Πανεπιστήμιο του Ντάρμουθ (1903), του έστειλαν όλα τους τιμητικά διπλώματα. Το 1902 η Αμερικανική Ιστορική Ένωση τον εξέλεξε πρόεδρο της, αλλά δεν έλειψε και. η επίσημη αναγνώ­ριση. Όταν το 1898 ξέσπασε ο πόλεμος με την Ισπανία, ο Μάχαν εκλήθη, ενώ έπαιρνε μέρος σ’ ένα ιταλικό γεύμα, να υπηρετήσει στο Συμβούλιο Ναυτικού Πο­λέμου, το οποίο είχε δημιουργηθεί πρόσφατα, ώστε να προσφέρει τις στρατηγικές συμβουλές του στον υπουργό Ναυτικών και στον πρόεδρο. Το 1899 διορίστηκε σύμβουλος στην αμερικανική αντιπροσωπία που έλαβε μέρος στη Συνδιάσκεψη Ει­ρήνης της Χάγης. Εκεί, σύμφωνα με τον επικεφαλής της αντιπροσωπείας Αντριου Ντ. Χουάιτ, οι απόψεις του αποτέλεσαν «ένα πρώτης τάξεως τονωτικό» που βοή­θησε «να μην παρασυρθούμε από συναισθηματισμούς».

Στη συνέχεια όμως. και παρά την αυξανόμενη φήμη του. είχε ελάχιστες προ­σκλήσεις για την ανανέωση της δημόσιας υπηρεσίας του. Ένας παλιός φίλος του, ο πρόεδρος Θεόδωρος Ρούζβελτ, τον διόρισε σε αρκετές επιτροπές για να προαγάγει την αναδιοργάνωση του υπουργείου Ναυτικών, αλλά η προσπάθεια, αυτή δεν ευοδώθηκε. Το 1906, ένα νόμος του Κογκρέσου προήγαγε σε αντιναυάρχους όλους τους απόστρατους πλοιάρχους του πολεμικού ναυτικού οι οποίοι είχαν υπηρετήσει κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο. 0 Μάχαν αποδέχθηκε την προαγωγή, αλλά τα κείμενα του συνέχισε να τα υπογράφει με τον τίτλο του πλοιάρχου. Με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, έθεσε μονομιάς την πολυγραφότατη πένα του στην υπεράσπιση της Βρετανίας. Όμως, στις 4 Αυγούστου του 1914, ο πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον έδωσε εντολή πως όλοι οι αξιωματικοί, τόσο οι εν ενεργεία όσο και οι εν αποστρατεία, όφειλαν να αποφεύγουν να κάνουν δημόσια σχόλια για τον πόλεμο. Ο Μάχαν διαμαρτυρήθηκε στον υπουργό Ναυτικών Τζόζεφους Ντάνιελς. «Προσωπικά, στην ηλικία των εβδομήντα τεσσάρων ετών. μου είναι αδύνατον να σωπάσω και μάλιστα σε μια στιγμή όπου συγκεκριμένες έρευνες τριάντα πέντε περίπου ετών μπορεί να είναι χρήσιμες στο κοινό». Η διαμαρτυρία του όμως δεν εισακούστηκε. Δεν υπήρχε περίπτωση να γίνουν εξαιρέσεις ακόμα και για τον πιο διακεκριμένο ναυτικό ιστορικό του κόσμου. Τρεισήμισι μήνες αργότερα, την 1η Δε­κεμβρίου 1914, ο Μάχαν πέθανε από καρδιακή ανεπάρκεια στο ναυτικό νοσοκο­μείο της Ουάσιγκτον.

II

Η φήμη  του Μάχαν ως ιστορικού βασίζεται κυρίως στα δύο βιβλία του Η Επίδραση της Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία 1760-1783 και Η Επίδραση της Θαλάσσιας Ισχύος κατά την Γαλλική Επανάσταση και την αυτοκρατορία 1793-1812, από τα οποία το πρώτο κυκλοφόρησε το 1890 και το δεύτερο το 1892. Και τα δύο μαζί ξεπερνούν τις 1.300 σελίδες και είναι αφιερωμένα κυρίως στη ναυτική ιστορία της Βρετανίας από το 1660 μέχρι το 1812 με μια μικρή παράλειψη η οποία καλύπτει τα έτη 1784-1793.Η αφήγηση αποτελείται κυρίως από την εξιστόρηση των ναυμαχιών με τους Ολ­λανδούς, τους Ισπανούς, τους Δανούς και κυρίως τους Γάλλους, τα πολιτικά γεγο­νότα που οδήγησαν σ’ αυτές καθώς και τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές συνέπειες που οι ναυμαχίες αυτές είχαν, Μόλο που τα έργα αυτά ξεκίνησαν ως μια σειρά μαθημάτων που επρόκειτο να διδαχθούν στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού, υπάρχουν ενδείξεις πως από την αρχή κιόλας ο Μάχαν είχε την πρόθεση να τα δη­μοσιεύσει με τη μορφή βιβλίων.

Η αρχική ιδέα να διδάσκονται οι αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού ναυτική ιστορία ανήκε στον πλωτάρχη Λιους, όταν είχε χρηματίσει πρώτος διευθυντής της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού. Μόλο που δεν έχουμε την επιστολή που έστειλε στον Μάχαν το 1884 για να τον προσκαλέσει στη Σχολή, το περιεχόμενο της μπο­ρούμε να το αντλήσουμε από ένα άρθρο που ο Λιους είχε δημοσιεύσει τον προη­γούμενο χρόνο στο περιοδικό United States Naval Institut Proccedingw. Στο άρθρο αυτό ο Λιους υποστήριζε πως οι αξιωματικοί του πολεμικού ναυτικού θα έπρεπε «να οδηγηθούν σε μια φιλοσοφική μελέτη της ναυτικής ιστορίας, πράγμα που θα τους έδινε τη δυνατότητα να εξετάσουν τις μεγάλες ναυμαχίες του κόσμου με την ψυ­χρή ματιά του επαγγελματία, κριτικού και να διαγνώσουν σε ποια σημεία είχαν εφαρμοστεί οι αρχές της επιστήμης και σε ποια η παραβίαση των παραδεδεγμέ­νων κανόνων είχε οδηγήσει στην ήττα και την καταστροφή». Αργότερα, στην εναρκτήρια ομιλία του προς τους σπουδαστές της Σχολής Πολέμου, ο Λιους ήταν πιο επεξηγηματικός. «Σήμερα, η ναυτική ιστορία μάς προσφέρει άφθονο υλικό με το οποίο μπορεί να οικοδομηθεί μια, επιστήμη… Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι ναυμαχίες του παρελθόντος μάς παρέχουν άφθονα στοιχεία, τα οποία αρκούν για τη διαμόρφωση νόμων και αρχών που μόλις εφαρμοστούν θα ανυψώσουν… μέσω της συγκριτικής μεθόδου… τον κατά θάλασσαν πόλεμο στο επίπεδο της επιστή­μης». Για τον Λιους, η συγκριτική μέθοδος σήμαινε το να βρει κανείς τις αναλο­γίες που υπήρχαν ανάμεσα στον χερσαίο και τον κατά θάλασσα πόλεμο, ανάμεσα στη στρατιωτική και τη ναυτική επιστήμη, ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Με λίγα λόγια, αναζήτησε ένα χρησιμοποιήσιμο παρελθόν: Η ιστορία οφείλει να μας διδάσκει με τη μορφή θεμελιωδών αρχών.

Τέτοιες ήταν οι κατευθυντήριες οδηγίες και τέτοιες οι δεσμεύσεις που αποδέ­χθηκε ο Μάχαν όταν συμφώνησε να διδάξει στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού. Τις γνώσεις που είχε ο ίδιος για το αντικείμενο της διδασκαλίας του τις είχε αντλήσει από τυχαίες αναγνώσεις των έργων του Τζων Λόθροπ Μότλυ, του Λέοπολτ φον Ράνκε, του Φρανσουά Πιέρ Γκιγιώμ Γκιζό και του Ρόμπερτ Κορνέλις Νάπιερ. Όταν το φθινόπωρο του 1884 το πλοίο του είχε βρεθεί στο λιμάνι του Καλάο, ο Μάγαν είχε επισκεφθεί την αγγλική λέσχη στη Λίμα και στη βιβλιοθήκη της είχε βρει το έργο του Θεόδωρου  Μόμσεν Ή Ιστορία της Ρώμης. Αργότερε έγραψε πως καθώς το φυλλομετρούσε «μου ήρθε ξαφνικά η σκέψη ποσό διαφορετικά θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αν ο Αννίβας είχε εισβάλει στην Ιταλία από τη θάλασσα ή μπορούσε μετά την άφιξη του εκεί να έχει ελεύθερη δια θαλάσσης επικοινωνία με την Καρχη­δόνα». Εκεί ακριβώς βρισκόταν το κλειδί της ανόδου και της πτώσης των αυτο­κρατοριών. Στον έλεγχο ή μη των θαλασσών. Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, ο ναυτικός που μετετράπη σε διανοούμενο έψαξε και βρήκε και άλλα δευτερεύοντα έργα, όπως ιστορίες του βασιλικού ναυτικού από τον σερ Τζωρτζ Αουγκούστους Έλιοτ, τον σερ Μόνταγκιου Μπαργκόυν και τον σερ Τσαρλς Έλκινς, την Ιστορία τον Γαλλικού Ναυτικού, του Λεονάρ Λ. Λα. Πεϊρούζ Μπονφίλ. και την τρίτομη Λαϊκή Ιστορία της Γαλλίας από την Πρώτη Επανάστα­ση ως τη Σύγχρονη Εποχή του Ανρύ Μαρτέν. Τελικά, στα τέλη Ιανουαρίου του 1886 και έξι μήνες προτού αρχίσει τη σειρά των μαθημάτων του. στράφηκε προς το βα­ρόνο Ζομινί. Απ’ αυτόν διδάχθηκε πως «λίγες, πολύ λίγες» από τις αρχές του χερ­σαίου πολέμου μπορούσαν να εφαρμοστούν κατ’ αναλογία στον κατά θάλασσα πό­λεμο. Όμως, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο Μαχαν μνημόνευε αργότερα, δεν όφει­λε τη μεγάλη έμπνευση του σε καμία από αυτές τις πηγές. Υπηρετούσε ακόμα στο Wachuseti όταν είχε φωτιστεί η εσώτερη συνείδηση του και η σκέψη πως «ο έλεγχος των θαλασσών ήταν ένας ιστορικός παράγοντας που δεν είχε μέχρι τότε εκτιμηθεί και εξεταστεί συστηματικά» είχε αναβρύσει από «μέσα» του. «Από τη στιγμή που η σκέψη αυτή διαμορφώθηκε συνειδησιακά», δήλωνε, «έγινε ο πυρήνας των κειμέ­νων μου για τα επόμενα είκοσι χρόνια… Και αυτό δεν το οφείλω σε κανέναν».

0 αντικειμενικός σκοπός του Μάχαν ήταν, όπως δήλωσε ο ίδιος στον πρόλογο του πρώτου βιβλίου του Η Επιρροή της Θαλάσσιας Ισχύος επί της Ιστορίας 1660-1783. να εκτιμήσει «τα αποτελέσματα της θαλάσσιας ισχύος στην πορεία της ιστορίας και στην ευμάρεια των εθνών. Τον όρο «θαλάσσια ισχύς» τον είχε εφεύρει, όπως υποστήριζε ο ίδιος, για να μπορέσει, όπως έγραφε αργότερα, «να ελκύσει την προσοχή». Δυστυχώς όμως, αμέλησε να τον προσδιορίσει επακριβώς. Καθώς ο όρος αυτός εμφανίζεται σ’ όλα του τα έργα παρουσιάζονται δύο κύριες έννοιες του: (1) η κυριαρχία στη θάλασσα μέσω της ναυτικής υπεροπλίας και (2) ο συνδυ­ασμός Θαλάσσιου εμπορίου, υπερπόντιων κτήσεων και προνομιακής πρόσβασης σε ξένες αγορές, ο οποίος παράγει «εθνικό πλούτο και μεγαλείο». Οι δύο αυτές έν­νοιες αλληλοεπικαλύπτονται. Έχοντας στο νου του την πρώτη, ο Μάχαν γράφει για «αυτήν την αγέρωχη ισχύ η οποία αποδιώχνει από τη θάλασσα τον αντίπαλο ή του επιτρέπει να εμφανίζεται μόνο φευγαλέα». Η δεύτερη έννοια δηλώνεται πολύ πιο λακωνικά: «(1) παραγωγή, (2) ναυπηγήσεις, (3) αποικίες και αγορές – με μια λέξη θαλάσσια ισχύς». Ωστόσο, πολλές φορές ο αναγνώστης αμφιβάλλει ποια απ’ αυτές τις δυο έννοιες είχε στο νου του ο συγγραφέας εάν δεν είχε στο νου του και τις δύο σε κάθε δεδομένη περίπτωση. Όμως, ο Μάχαν, ο πιστός αυτός χριστιανός, θα είχε στο νου του μια ακόμα έννοια όταν έγραφε γι’ αυτήν «την υπέροχη και μυστηριώδη δύναμη» την οποία θεωρεί «ένα περίπλοκο οργανισμό, προικισμένο με μια δική του ζωή, που δέχεται και ενσωματώνει αμέτρητους παλ­μούς, κινείται από χιλιάδες ρεύματα τα οποία αλληλοσυμπλέκονται και κυκλώνουν το ένα το άλλο με μια. ατελεύτητη ευελιξία». Στο νου του συγγραφέα δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τη δύναμη που βρίσκεται πίσω απ’ αυτήν τη δύναμη: Πρόκειται για την «επίδειξη μιας Προσωπικής Βούλησης η οποία δρα πάντα με συ­γκεκριμένο και συνεχή σκοπό προς επίτευξη μη ακόμα ορατών αποτελεσμάτων», αλλά στο παρελθόν «έτεινε σ’ έναν μόνο σκοπό – τη ναυτική υπεροχή της Με­γάλης Βρετανίας».

Η «ναυτική υπεροχή της Μεγάλης Βρετανίας», που είναι το υπέρτατο παρά­δειγμα της επί το έργων ναυτικής ισχύος αποτελεί την ουσία των δύο κυριοτέρων βιβλίων του Μάχαν. Το κεντρικό του θέμα είναι απλό: Σε κάθε φάση του μακρο­χρόνιου ανταγωνισμού μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, από το 1688 μέχρι την πτώση του Ναπολέοντα, ο έλεγχος των θαλασσών με τη ναυτική κυριαρχία ή η έλλειψη του καθόρισε την έκβαση της διαμάχης αυτής. Έτσι, στον πόλεμο της Ένωσης του Αουγκσμπουργκ (1688-1698), η αδυναμία του Λουδοβίκου ΙΔ’ να παράσχει ικανο­ποιητική ναυτική υποστήριξη στην εισβολή του εκθρονισμένου Άγγλου βασιλιά Κα­ρόλου του Β’ στην Ιρλανδία και «η βαθμιαία εξαφάνιση από τους ωκεανούς των .μεγάλων γαλλικών στόλων» οδήγησαν στην ειρήνη του Ρύσβικ, η οποία ήταν «ιδι­αίτερα επαχθής για τη Γαλλία». 0 Πόλεμος για τη Διαδοχή του Ισπανικού Θρόνου, μολονότι διεξήχθη κυρίως στην ηπειρωτική Ευρώπη με χερσαίες δυνάμεις, τε­λείωσε επ’ ωφελεία των Άγγλων, οι οποίοι «χρηματοδότησαν τον ηπειρωτικό πό­λεμο και τον στήριξαν ακόμα και με δικά τους στρατεύματα, αλλά οι οποίοι ταυτόχρονα οικοδομούσαν τη ναυτική τους δύναμη, την ισχυροποιούσαν, την επέκτειναν και προστάτεψαν το εμπόριο τους με την κατάληψη ναυτικών θέσεων. – εν ολίγοι- θεμελιώνοντας και αναπτύσσοντας τη ναυτική τους δύναμη πάνω στα ερεί­πια της ναυτικής δύναμης των αντιπάλων τους». Επίσης η ναυτική ισχύς υπαγορευσε την έκβαση του Επταετούς Πολέμου (1756-1768.) όχι άμεσα, αλλά εμμέ­σως… με τις επιδοτήσεις που ο μεγάλος πλούτος και αξιοπιστία της Αγγλίας της επέτρεψαν να δώσει στον Φρειδερίκο [τον Μεγάλο]… και δεύτερον με την παρε­νόχληση που προκάλεσαν στη Γαλλία οι επιθέσεις της Αγγλίας σ’ όλες της τις αποικίες και στις ίδιες της τις ακτές, καθώς και με την καταστροφή του εμπορίου των Γάλλων και συνεπώς με τα χρήματα… που οι Γάλλοι υποχρεώθηκαν να δαπα­νήσουν για το ναυτικό χους». Όσο γιο: τον αμερικανικό Πόλεμο της Ανεξαρτησί­ας, «η ευτυχής κατάληξη» στο Γιορκτάουν οφειλόταν στον έλεγχο της θάλασσας και στη «θαλάσσια ισχύ των Γάλλων που εμπόδισαν το βασιλικό ναυτικό να βοη­θήσει τον λόρδο Κορνουώλις».

Ο τελικός θρίαμβος της θαλάσσιας ισχύος, τόσο με τη στρατιωτική όσο και με την οικονομική έννοια, ήταν η ήττα του Ναπολέοντα. Στο σημείο αυτό ο Μάχαν φθάνει στα όψη της καθόλου ευκαταφρόνητης ευγλωττίας του. Ακόμα και πριν από την περίφημη νίκη του Νέλσονα στο Τραφάλγκαρ (19 Οκτωβρίου 1805.) και ενώ ο Βοναπάρτης συγκροτούσε ένα εκστρατευτικό σώμα στη Βουλώνη για μια αμφίβια εισβολή στην Αγγλία, «τα θαλασσοδαρμένα και απομακρυσμένα πλοία του βρετανικού ναυτικού τα οποία η Μεγάλη Στρατιά δεν είχε ποτέ της δει στά­θηκαν ανάμεσα σ’ αυτήν και την κυριαρχία του κόσμου». Μετά το Τραφάλγκαρ ήταν η ναυτική ισχύς, «αυτή η αθόρυβη πίεση πάνω στα ζωτικά σημεία της Γαλ­λίας», η οποία απέκοψε τις γαλλικές πηγές εφοδιασμού και κατέστρεψε τη Γαλ­λία, «έτσι όπως ένα φρούριο πέφτει μετά από αποκλεισμό». Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Μάχαν, αυτό που ανάγκασε τον Ναπολέοντα να προχωρήσει στον αποκλεισμό των αγγλικών πλοίων και προϊόντων από τα ευρωπαϊκά λιμάνια, εν είδει αντιποίνων, ήταν ο οικονομικός στραγγαλισμός της Γαλλίας μέσω του ναυτικού αποκλεισμού. Αυτό το «Ηπειρωτικό Σύστημα» εν συνεχεία προκάλεσε τόσες στερήσεις στην Ευρώπη που πείσθηκε ο τσάρος Αλέξανδρος ο Α να αντιπαραταχθεί στον Γάλλο αυτοκράτορα, ο οποίος βάδισε τότε κατά της Ρωσίας και προς την πτώση του. «Οι Αγγλοι πολιτικοί δεν στερέωσαν το θρίαμβο της πατρί­δας τους με μεγάλες χερσαίες επιχειρήσεις, αλλά με τον έλεγχο των θαλασσών και μέσω των θαλασσών με τον έλεγχο τους σ’ ολόκληρο τον εκτός Ευρώπης κόσμο».

Οι μετέπειτα γενεές βρήκαν σημαντικά λάθη σ’ αυτήν την ανάλυση, σημειώνοντας πως αυτή παρέλειπε πολλά πράγματα και γινόταν έτσι υπεραπλουστευτική. Πρώτη αντίρρηση ήταν πως οι γενικές θεωρίες του Μάχαν για τη συμβολή της Θαλάσσιας ισχύος στην ιστορία δεν λάμβαναν υπ’ όψιν τους την άνοδο κάποιων φανερά μη ναυτικών αυτοκρατοριών, όπως η ρωσική, η αυστρα-ουγγρική, η τουρ­κική υπό τους Οθωμανούς και η γερμανική υπό τον Μπίσμαρκ. Έτσι πιο πειστικός είναι ο ισχυρισμός πως για να εξηγηθούν οι αγγλικές νίκες κατά της Γαλλίας, στην περίοδο 1688-1815, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν και πολλοί άλλοι παράγοντες πλην της ναυτικής υπεροχής. Η κυριαρχία στη θάλασσα ήταν οπωσδήποτε ένας σημα­ντικός παράγοντας, αλλά εξίσου σημαντικές ήταν και οι χερσαίες επιχειρήσεις των Αγγλων και των συμμάχων τους στην ηπειρωτική Ευρώπη. Το ίδιο σημαντικές ήταν και οι διπλωματικές επιτυχίες που σημείωσαν οι Άγγλοι πολιτικοί στο χειρι­σμό της ισορροπίας ισχύος κατά της Γαλλίας, όταν οργάνωναν και υποστήριζαν εχθρικούς προς αυτήν συνασπισμούς των Ευρωπαίων γειτόνων της.

Για παράδειγμα, στον πόλεμο της Ένωσης του Άουγκσμπουργκ, οι Άγγλοι έστειλαν στην Ευρώπη έναν αρκετά πολυάριθμο στρατό και χρηματοδότησαν ακό­μα πιο πολυάριθμα ολλανδικά και γερμανικά στρατεύματα, έτσι ώστε «εκείνο που ανάγκασε κυρίως τον Λουδοβίκο τον ΙΔ’ να συνάψει ειρήνη το 1697 ήταν η μακρο­χρόνια αιμορραγία της Γαλλίας στην ηπειρωτική Ευρώπη». Στον Πόλεμο της Ισπανικής Διαδοχής, οι νικηφόρες χερσαίες εκστρατείες του δούκα του Μάρλμποροου και του πρίγκιπα Ευγένιου της Σαβοΐας έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη δια­μόρφωση του αποτελέσματος. Εξάλλου, η στρατιωτική ιδιοφυΐα του Φρειδερίκου του Μεγάλου δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί και να θεωρηθεί ως ένα απλό υποπροϊόν της βρετανικής βοήθειας η οποία του δόθηκε λόγω της ναυτικής υπεροχής που διέθε­ταν οι Άγγλοι. Σύμφωνα με τον Τζέραλντ Σ. Γκρέιαμ, «δεν υπάρχει τίποτα που να υποδηλώνει πως η παρεμπόδιση [από το βασιλικό ναυτικό] του εμπορίου με τις αποικίες επηρέασε υλικά την γαλλική στρατηγική θέση στην Ευρώπη… Η απώλεια του «ελέγχου των θαλασσών» μείωσε αλλά ποτέ σε επικίνδυνο βαθμό τους γαλλι­κούς πόρους και την αναχαιτιστική ισχύ. Δεν υπήρξε «στραγγαλισμός» της Γαλλί­ας από την αγγλική ναυτική ισχύ», Στον αμερικανικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, παρά τη σημασία της γαλλικής επέμβασης στο Τσίζαπηκ Μπει, έξω από το Γιόρκταουν, η «ναυτική ισχύς από μόνη της», σύμφωνα με τα λόγια του Πωλ Μ. Κένεντυ, δεν ήταν αρκετή για να συντρίψει την αμερικανική εξέγερση. Η μορφή της αντίστασης, το μέγεθος της χώρας όπου διεξαγόταν ο αγώνας, οι ατελείς επικοινωνίες. το οικονομικό βάρος που είχε επωμιστεί η μητρική χωρά και η πολιτική αντίθεση κατά του πολέμου η οποία υπήρχε στη μητρόπολη δημιουργούν αμφιβο­λίες αν το Γιορκτάουν υπήρχε πράγματι ο κρίσιμος παράγοντας που συνέβαλε αποφασιστικά στην έκβαση της επανάστασης. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή ακόμα πιο σημαντικό είναι πως. αντίθετο: με ό.τι συνέβαινε στους πέντε άλλους αγγλο-γαλλικούς πολέμους που διεξήχθησαν από το 1688 εως το 1815, δεν υπήρ­χαν στην ηπειρωτική Ευρώπη εχθροί της Γαλλίας οι οποίοι να της περισπούν την προσοχή κι έτσι αυτή είχε τη δυνατότητα να δώσει απλόχερα οικονομική, στρατι­ωτική και ναυτική βοήθεια στους αποίκους.

Όσο για τους Ναπολεόντειους Πολέμους και τη μεγάλη σημασία που έδινε ο Μάχαν στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ. αξίζει να σημειωθεί πως ο Βοναπάρτης είχε εγκαταλείψει ήδη τα σχέδια του για εισβολή στην Αγγλία πριν και όχι μετά από τη ναυμαχία και πως οι μεγάλες νίκες του στο Ουλμ. στο Αούστερλιτς. στην Ιένα και στο Βάγκραμ σημειώθηκαν στην περίοδο 1805-1809. όταν η κυριαρχία των Βρετανών στη Θάλασσα ήταν αδιαμφισβήτητη, ενώ την ίδια ακριβώς περίοδο η κυριαρχία του Γάλλου αυτοκράτορα στην Ευρώπη απόλυτη. Άλλωστε το Ηπει­ρωτικό Σύστημα δεν ήταν το μόνο υπεύθυνο για την επανάληψη των γαλλο-ρωσικών εχθροπραξιών το 1812. Υπήρχαν και άλλοι λόγοι τους οποίους παραλείπει ο Μάχαν. Μερικοί απ’ αυτούς ήταν η έντονη γαλλοφοβία του μεγαλύτερου τμήματος της ρωσικής αριστοκρατίας, η μνησικακία του Ναπολέοντα για τη διάψευση των ελπίδων του να παντρευτεί την αδελφή του τσάρου και το σημαντικότερο ο γαλλο-ρωσικός ανταγωνισμό; ως προς το ποιος θα έπαιρνε την Πολωνία. Τελικά, ο Μάχαν, περατώνοντας την αφήγηση του στο 1812. δεν ανέφερε καθόλου την κα­ταστροφική αποτυχία της ρωσικής εκστρατείας του Βοναπάρτη, τον «Απελευθε­ρωτικό Πόλεμο», τη μάχη της Λειψίας, όπου οι Γάλλοι έχασαν 300.000 άνδρες, και βέβαια την τελειωτική καταστροφή στο Βατερλώ. Στις περιπτώσεις αυτές, το απο­τέλεσμα δεν προήλθε από τα «απομακρυσμένα ανεμοδαρμένα καράβια».

Πρέπει να συμπεράνουμε πως ο Μάχαν ήταν μόνιμα υπεύθυνος γι’ αυτό που ο Νταίηβιντ Χάκετ Φίσερ ονομάζει «απλουστευτική πλάνη [που] ανάγει την πολυ­πλοκότητα σε απλουστευτικότητα ή τη διαφορετικότητα σε ομοιομορφία», συγχέοντας ένα αναγκαίο αίτιο με το επαρκές αίτιο. Η ναυτική ισχύς ήταν το ανα­γκαίο αίτιο (ίσως μάλιστα το πιο σημαντικό) για το θρίαμβο της Βρετανίας επί της Γαλλίας τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα. Δεν ήταν όμως και το επαρ­κές. Η αποτυχία του Μάχαν στη λογική (και συνεπώς και ως ιστορικού) οφείλεται κυρίως στη μεθοδολογία του: Άρχισε το έργο του διαισθητικά από ένα φως που ανέτειλε στην «εσώτερη συνείδηση» του και στη συνέχεια η διαίσθηση του ισχυ­ροποιήθηκε και τον οδήγησε σ’ ένα προαποφασισμένο συμπέρασμα.. Έτσι, τα γε­γονότα έπαιξαν το ρόλο αποδείξεων και διευκρινίσεων.

Όμως, θα πρέπει να ειπωθεί πως ο ιστορικός μας δεν προέβαλε αξιώσεις επι­στημονικής αντικειμενικότητας ούτε ισχυριζόταν πως είχε φθάσει στα συμπερά­σματα του αυτά μετά από εξονυχιστικές έρευνες. Στην ομιλία του επί τη αναλήψει της προεδρίας της Αμερικανικής Ιστορικής Ένωσης, το 1902. ο Μάχαν υπο­στήριξε ψυχρά πως η γραπτή ιστορία πρέπει να αποτελείται «από την έντεχνη συγκέντρωση δευτερευουσών λεπτομερειών γύρω από μια κεντρική ιδέα», πως ορισμένα γεγονότα «δεν ήταν όντως άξια ώστε να κάνει κανείς τον κόπο να τα διερευνήσει» και πως «το πάθος του μελετητή για βεβαιότητα μπορεί να τον οδη­γήσει σε αδυναμία να λάβει αποφάσεις», ενώ «τα γεγονότα πρέπει να συγκε­ντρώνονται όπως και τα στρατεύματα» και να υποτάσσονται στο «κεντρικό ζή­τημα». Αυτή η τελευταία διατύπωση μοιάζει ενοχλητικά με την πασίγνωστη μορφή του Χάμπτυ Ντάμπτυ ως προς τη σωστή σχέση ανάμεσα στα Λόγια και το χρήστη τους: «Το ερώτημα είναι… ποιος πρέπει να κάνει κουμάντο, αυτό είναι όλο». Σε κάθε περίπτωση, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την πολύ συχνά μνημο­νευόμενη φιλοδοξία του Λέοπολντ Φον Ράνκε, «να δείξει μόνο αυτό που όντως συνέβη».

ΙΙΙ

«Αν το πολεμικό ναυτικό υπάρχει, όπως συμφωνούμε όλοι, για να προστατεύει το εμπόριο, προκύπτει αναπόφευκτα πως σκοπός του στον πόλεμο θα πρέπει να εί­ναι το να αποστερήσει τον εχθρό απ’ αυτόν τον μέγιστο πόρο. Ούτε είναι άλλωστε εύκολο να φανταστούμε σε ποια άλλη ευρεία στρατιωτική χρήση μπορεί να βοη­θήσει η οποία να συγκρίνεται με την προστασία ή την καταστροφή του εμπορίου». Έτσι έγραφε ο πλοίαρχος Μάχαν σ’ ένα από τα πρώτα άρθρα που ξεπήδησαν από την πένα του μετά το 1890. Μόλο που πολλές φορές υποστήριζε τη χρήση του ναυτικού για την παράκτια άμυνα, η παραπάνω δήλωση του αντιπροσωπεύει την κύρια βάση της στρατηγικής σκέψης του. «Η παύση του εμπορίου», έγραφε αρ­γότερα, «οδηγεί αναγκαστικά σε ειρήνη». Οι πόλεμοι κερδίζονται με τον οικονο­μικό, μέσω της θάλασσας, στραγγαλισμό του αντιπάλου, αφού «η συντριπτική ισχύς στη θάλασσα είναι εκείνη που κάνει τον αντίπαλο ν’ αποσυρθεί απ’ αυτήν ή του επιτρέπει να εμφανίζεται μόνο φευγαλέα». Όσοι δεν μπορέσουν να αποτρέ­ψουν έναν τέτοιο στραγγαλισμό της χώρας τους νικήθηκαν. Πρωταρχική, λοιπόν, λειτουργία του πολεμικού ναυτικού είναι ο μέσω της κυριαρχίας της θάλασσας έλεγχος του θαλάσσιου εμπορίου.

Αυτό, κατά την άποψη του Μάχαν. ήταν και το μείζον μάθημα της ιστορίας, χαρακτηριστικό παράδειγμα του οποίου ήταν ο τελικός θρίαμβος της Αγγλίας επί των ηπειρωτικών εχθρών της μετά από ενάμιση αιώνα διαρκών πολέμων. Όμως. η στρατηγική που είχαν ακολουθήσει οι ναύαρχοι της κατά την περίοδο της ιστιοφό­ρου ναυτιλίας ήταν άραγε εφαρμόσιμη και την εποχή του ατμού; «Η εμπειρία των ξύλινων ιστιοφόρων ήταν άραγε χρήσιμη για το σημερινό πολεμικό ναυτικό; Δεν υπήρχε καμιά εμπειρική απόδειξη. Εκτός από την καθόλου διδακτική ναυμαχία της Λίσα, η οποία διεξήχθη τον Ιούλιο του 1866. δεν υπήρχε κάποια πρόσφατη εμπλοκή μεταξύ ατμοκίνητων πολεμικών πλοίων. Ο Μάχαν λοιπόν, λόγω της ελ­λείψεως τέτοιων ενδείξεων, αλλά και λόγω της ροπής του, άρχισε να ψάχνει για ανάλογες περιπτώσεις οι οποίες θα αποδείκνυαν τις ακλόνητες θεμελιώδεις αλή­θειες του πολέμου, εκείνα τα «μαθήματα που δίνει η ιστορία τα οποία δεν αλλά­ζουν και τα οποία, επειδή έχουν παγκόσμια εφαρμογή, μπορούν να ανυψωθούν στη βαθμίδα των γενικών αρχών του πολέμου». Τέτοιου είδους αρχές, όπως εφαρμόζονταν στις επιχειρήσεις των στρατευμάτων, τις είχε διευκρινίσει ήδη ο Ζομινί. Ο Λιους είχε συστήσει την εφαρμογή της «συγκριτικής μεθόδου», δηλαδή «την προσφυγή στους γνωστούς κανόνες της πολεμικής τέχνης ώστε αυτοί να εί­ναι εφαρμόσιμοι και στις πολεμικές κινήσεις ενός στόλου». Ο Μάχαν υποσχέθηκε στον Λιους πως θα είχε πάντα υπ’ όψιν του την «αναλογία μεταξύ χερσαίου και ναυτικού πολέμου». Στράφηκε λοιπόν στον Ζομινί.

Οι είκοσι επτά τόμοι της στρατιωτικής ιστορίας του μεγάλου Ελβετού στρατηγιστή. οι οποίοι καλύπτουν τους πολέμους του Φρειδερίκου του Μεγάλου, της Γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα, μπορούσαν να προσφέρουν άπειρα στοιχεία για να αντληθούν αναλογίες μεταξύ χερσαίων και θαλάσσιων επιχειρήσε­ων. Όμως, ο περιορισμένος χρόνος που είχε στη διάθεση του ο Μάχαν δεν αρκού­σε ακόμα και για έναν τόσο ευσυνείδητο δουλευτή όπως αυτός να ερευνήσει σε βάθος το έργο του Ελβετού, προτού ετοιμάσει τα μαθήματα του για την Σχολή Πολέμου. Πάντως η Τέχνη του Πολέμου τού προσέφερε σε συμπυκνωμένη μορφή τις θεμελιώδεις αρχές που αυτός αναζητούσε. Απ’ αυτές η πιο βασική ήταν η αρχή της συγκέντρωσης την οποία ο Ζομινί περιέγραφε σε τέσσερα θεωρήματα:

  1. Ρίξε διαδοχικά, με στρατηγικές κινήσεις, τον κύριο όγκο του στρατού στα κρίσι­μα σημεία του θεάτρου των πολεμικών επιχειρήσεων, καθώς και στις επικοινωνίες του αντιπάλου, όσο το δυνατόν πιο νωρίς, χωρίς, όμως να βάζεις σε κίνδυνο τις δι­κές σου επικοινωνίες.
  2. Φρόντισε να ελιχθείς έτσι ώστε να εμπλέξεις τμήματα, του αντιπάλου στρατού με όλο τον όγκο των δυνάμεων σου.
  3. Στο πεδίο της μάχης, ρίξε τον κύριο όγκο των δυνάμεων στο καίριο σημείο ή στο τμήμα εκείνο της εχθρικής παράταξης η καταστροφή του οποίου έχει πρωταρχική σημασία.
  4. Φρόντισε ώστε ο όγκος του στρατού να μη ριχτεί απλώς στο καίριο σημείο, αλλά να εμπλακεί δυναμικά την κατάλληλη στιγμή.

Παρόλο που ο Ζομινί υπογραμμίζει κατά καιρούς, όπως και ο Κλαούζεβιτς, τον «αποφασιστικό» ρόλο που παίζουν οι ευνοϊκές γεωγραφικές θέσεις, θεωρεί πως ο πρωταρχικός στρατηγικός αντικειμενικός σκοπός των στρατιωτικών επιχει­ρήσεων είναι ο στρατός του εχθρού. «0 επιτιθέμενος στρατός», γράφει, «πρέπει κυρίως να αποπειραθεί να κατακερματίσει τον εχθρικό στρατό με μια επιδέξια επιλογή των αντικειμενικών σημείων των ελιγμών. Στη συνέχεια, θα πρέπει να θε­ωρήσει ως αντικείμενα των μεταγενέστερων επιχειρήσεων του τις γεωγραφικές θέσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης σημασίας». Μια από τις συμπληρωτικές αργίες του Ζομινί είχε να κάνει με την επιλογή της «γραμμής επιχειρήσεων», έτσι ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός «της μεταφοράς της δράσης στο αποφασιστικό σημείο… με την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη δύναμη». Τέτοιου είδους επιλογή εξαρτιόταν βέβαια από τη διάταξη του αντιπάλου στο πεδίο της μάχης, αλλά και από το αν αυτός είχε διαιρεμένες τις δυνάμεις του, οπότε κάθε τμήμα τους θα έπρεπε να προσβληθεί διαδοχικά από τον κύριο όγκο του στρατού, ενώ ένα «σώμα παρατη­ρητών» έπρεπε να αποσπασθεί από την κύρια δύναμη για να κρατά υπό έλεγχο τα υπόλοιπα τμήματα. Ένας τέτοιος ελιγμός μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα από μια κεντρική θέση κατά μήκος των «εσωτερικών γραμμών».

Τελικά, μόλο που το θέμα ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο για να συμπεριληφθεί σ’ ένα απλό θεώρημα ή αρχή, ο Ζομινί έδινε ιδιαίτερη σημασία στη λογιστική υποστή­ριξη – τον γενικό αυτό όρο τον χρησιμοποιούσε για να περιγράφει ένα πλήθος παραμέτρων στρατιωτικών λειτουργιών στις οποίες περιλαμβανόταν η τροφοδοσία των στρατευμάτων, η προμήθεια πυρομαχικών, ιατρικές υπηρεσίες και η εξασφάλιση των γραμμών επικοινωνιών μεταξύ των χωριστών τμημάτων ενός στρατού και μεταξύ της βάσης των επιχειρήσεων του στρατού και του θεάτρου του πολέμου.

Τα τρία αυτά συστατικά της τέχνης του πολέμου του Ζομινί η αρχή. δηλαδή, της συγκέντρωσης, η στρατηγική αξία της κεντρικής θέσης και των εσωτερικών γραμμών και η στενή σχέση μεταξύ λογιστικής υποστήριξης και μάχης, τα δανεί­στηκε ο Μάχαν για να δημιουργήσει το πλαίσιο του δικού του συστήματος ναυτι­κής στρατηγική. Η λέξη «σύστημα» είναι βέβαια υπερβολική, αφού ο Μάχαν ηεν ήταν συστηματικός όπως ο Ζομινί. Οι απόψεις του για τη στρατηγική βρίσκονται διάσπαρτες σ’ όλες τις ιστορίες του για το ναυτικό, στις βιογραφίες του και στα άρθρα του στα περιοδικά. Ως ενα βαθμό πάντως, συγκεντρώθηκαν σε μια. σειρά μαθημάτων που έδωσε για πρώτη φορά το 1877 στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού και τα οποία στη συνέχεια επανελήφθησαν είτε από τον ίδιο είτε από κάποιους άλλους αξιωματικούς που διάβαζαν τα κείμενα του. Η σειρά αυτή των μαθημάτων δημοσιεύθηκε αναθεωρημένη και σε μορφή βιβλίου το 1911. με τον άστοχο τίτλο Ναυτική Στρατηγική: Συγκρινόμενη και Αντιπαραβαλλόμενη με τις Αρχές και την Πρακτική των Χερσαίων Στρατιωτικών Επιχειρήσεων.

0 Μάχαν. αντλώντας από τον Ζομινί, επέμενε πως πρώτιστη αρχή του ναυτι­κού πολέμου «ήταν η συγκέντρωση. «Όπως το άλφα και το βήτα των Ελλήνων έδω­σε το όνομα του τόσο στο δικό τους όσο και στο δικό μας αλφάβητο, η συγκέντρω­ση εμπεριέχει και όλους τους άλλους παράγοντες, ολόκληρο το αλφάβητο της στρατιωτικής αποτελεσματικότητας στον πόλεμο». Σύμφωνα μ’ αυτόν, τούτο ισχύει τόσο για τη ναυτική τακτική όσο και για τη ναυτική στρατηγική. Τη διαχω­ριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο τη χάραζε εκεί που έρχονταν σ’ επαφή οι αντί­παλες δυνάμεις, όταν δηλαδή «συγκρούονταν οι στόλοι». Και στις δύο όμως περι­πτώσεις, είτε επρόκειτο για την εφαρμογή τακτικών ανάπτυξης είτε για στρατιω­τικούς ελιγμούς, η σωστή γραμμή δράσης ήταν αυτή «που κατένεμε τις δυνάμεις με τέτοιο τρόπο ώστε αυτές να είναι ανώτερες σ’ ένα σημείο από εκείνες του αντι­πάλου, ενώ στα υπόλοιπα σημεία να διατηρούν τον έλεγχο για αρκετό χρόνο, ώστε να μπορέσει η κυρίως επίθεση να φθάσει σε πλήρες αποτέλεσμα». Εδώ ακρι­βώς βρίσκεται και το πλεονέκτημα της κεντρικής θέσης το οποίο και απολάμβανε η Αγγλία έναντι των αντιπάλων της της ηπειρωτικής Ευρώπης: Έχανε εφικτή τη θαλάσσια επίθεση κατά. μήκος εσωτερικών γραμμών που ξεκινούσαν από το κέ­ντρο και έδιναν στον επιτιθέμενο τη δυνατότητα να κρατά τον αντίπαλο του διαι­ρεμένο και συνεπώς κατώτερο «με το να συγκεντρώνει την επίθεση του εναντίον μιας μονάδας, ενώ κρατούσε τις υπόλοιπες υπό έλεγχο»48.

Όμως, η κεντρική θέση είναι «βοηθητική και όχι πρωταρχική… Έχει πολύ λίγη σημασία το να κατέχεις μια κεντρική θέση όταν ο εχθρός είναι ισχυρότερος και στις δύο πλευρές. Με λίγα λόγια, η δύναμη συν την κεντρική θέση αποτελεί απλώς πλεονέκτημα σε σχέση με τη δύναμη χωρίς κεντρική θέση. Η εσωτερική θέση βοη­θά να φθάσει κανείς πιο γρήγορα. Όμως, εδώ τελειώνει και το πλεονέκτημα». Τα «μόνα αληθινά αποφασιστικά στοιχεία στον κατά θάλασσα πόλεμο» είναι οι συ­γκρουόμενοι στόλοι49.

Είναι συζητήσιμο αν πρέπει κανείς να δημιουργήσει ένα ναυτικό αποτελούμε­νο από «μερικά μεγάλου εκτοπίσματος50 πλοία ή από πολυάριθμα μεσαίου εκτο­πίσματος», δεν υπάρχει, όμως, η παραμικρή αμφιβολία πως το ναυτικό, γισ. να παίξει αποφασιστικό ρόλο στον πόλεμο, πρέπει να διαθέτει πάνω απ’ όλα κύρια πλοία, πράγμα που στο λεξικό του Μάχαν σήμαινε θωρηκτά51. Ούτε, όμως, υπάρ­χει αμφιβολία πως «η μέγιστη επιθετική δυνατότητα ενός στόλου… και όχι η μέγι­στη πολεμική δυνατότητα ενός και μόνο πλοίου είναι το πραγματικό αντικείμενο της κατασκευής ενός θωρηκτού»52.

Από την προϋπόθεση αυτή προκύπτει και το πολυσυζητημένο απόφθεγμα του Μάχαν: «Μη διαιρείτε ποτέ το στόλο!». Ακόμα και αν το μόνο επίτευγμα της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού, «ήταν το να κάνει τους αξιωματικούς του ναυτικού να συνειδητοποιήσουν σε βάθος πόσο λάθος είναι να διαιρεί κανείς τις δυνάμεις του στόλου, τόσο σε καιρό ειρήνης όσο και σε καιρό πολέμου, τότε αυτό θα ήταν αρ­κετό για να δικαιολογήσει την ύπαρξη της και τις δαπάνες της».

Αν στις ναυμαχίες τα συγκεντρωμένα πυρά του στόλου είναι το πρωταρχικό μέσον για να παγιωθεί η ναυτική ισχύς, ο προτιμούμενος στόχος τέτοιων πυρών είναι ο στόλος του εχθρού. 0 Μάχαν στο θέμα αυτό είναι απόλυτος: Πρώτιστη αποστολή ενός στόλου είναι να εμπλακεί με το στόλο του αντιπάλου. «Το ένα και συγκεκριμένο αποτέλεσμα το οποίο αποτελεί τον αντικειμενικό σκοπό όλης της δράσης του ναυτικού είναι η εκμηδένιση της οργανωμένης δύναμης του αντιπάλου και η απόκτηση του ελέγχου των θαλασσών». Και βεβαιώνει για μια ακόμα φορά πως «σύμφωνα με τη σωστή γενική αρχή, ο πιο σημαντικός απ’ όλους τους αντι­κειμενικούς σκοπούς ενός στόλου είναι ο στόλος του εχθρού, στην περίπτωση βέ­βαια που μπορεί να τον πλησιάσει, διότι με την εξασθένηση του εχθρικού στόλου επιτυγχάνεται ο έλεγχος της θάλασσας, ο οποίος είναι και ο καθοριστικός παρά­γοντας στον ναυτικό πόλεμο».

Συνεπώς, τόσο από απόψεως στρατηγικής όσο και τακτικής, η χρησιμοποίηση του πολεμικού ναυτικού πρέπει να είναι επιθετική. Σύμφωνα με τον Μάχαν «στον ναυτικό πόλεμο η άμυνα των ακτών είναι ο αμυντικός παράγοντας και το ναυτικό ο επιθετικός». Παραθέτοντας τον Φάραγκουτ: «0 καλύτερος τρόπος για να προστατευθούμε από τα πυρά του εχθρού είναι τα καλώς κατευθυνόμενα πυρά από τα δικά μας πυροβόλα». Το μεγάλο λάθος των Γάλλων κατά τον δέκατο όγδοο αι­ώνα ήταν πως ηθελημένα και συνεχώς «χρησιμοποιούσαν το στόλο τους για αμυ­ντική δράση». Από τακτική άποψη, αυτό σημαίνει πως παραχωρούσαν το πλεονέ­κτημα του καιρού στους Άγγλους, άφηναν δηλαδή να παίρνουν αυτοί τις θέσεις προς την κατεύθυνση που φυσούσε ο άνεμος, που ήταν και οι ευνοϊκότερες στις περιπτώσεις που έπρεπε να διαφύγουν κατά τη διάρκεια μιας ναυμαχίας ή για να αποφύγουν εντελώς μια ναυμαχία. Στρατηγικά σήμαινε την υπερβολική εξάρτηση από τον la uerre de course, ο οποίος καθοριζόταν ως «η χρησιμοποίηση κατά των εχθρών όχι μεγάλων στόλων, αλλά μικρών πλοίων ως καταστροφέρων του εμπορί­ου». Αυτή η πρακτική «ισοδυναμούσε», σύμφωνα με τον Μάχαν, «με εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας για την απόκτηση του ελέγχου των θαλασσών».

Επειδή ο Μάχαν έδινε μεγάλη σημασία στο θαλάσσιο εμπόριο, ήταν ο τελευ­ταίος που θα ελαχιστοποιούσε τη σημασία που είχε για τον αντίπαλο η παρεμπό­διση του. «Η ενόχληση και η δυσφορία που δημιουργείται σε μια χώρα από μια σοβαρή επέμβαση στο εμπόριο της είναι κάτι στο οποίο συμφωνούν όλοι». Προσέ­θετε όμως πως «ως πρωταρχικό και θεμελιώδες μέσον ικανό από μόνο του να. συ­ντρίψει έναν εχθρό αποτελεί μάλλον μια παραίσθηση και μάλιστα μια παραίσθηση ιδιαίτερα επικίνδυνη». Το να επιπίπτει κανείς στα εμπορικά πλοία του αντιπάλου δεν αρκεί για να εξαλείψει τους πόρους του και να επιτύχει τον οικονομικό στραγ­γαλισμό του. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν προσβάλει και κατανικήσει ή εναλλακτικά ακινητοποιήσει τις ναυτικές του δυνάμεις. Τότε το εμπορικό του ναυτικό δεν μπορεί να πλεύσει στις θάλασσες. Βέβαια, ένας στενός αποκλεισμός μπορεί να επιτύχει στο να κρατήσει φυλακισμένα στα λιμάνια τους τόσο τα εμπο­ρικά όσο και τα πολεμικά πλοία. Όταν όμως τα εχθρικά πολεμικά πλοία βγουν αναπότρεπτα στα ανοικτά, πρέπει κανείς να τα καταδιώξει και να τα καταστρέ­ψει. Όπως έλεγε σε κάποια άλλη περίπτωση ο Ζομινί, η θεμελιώδης αρχή του πο­λέμου είναι να ρίξει κανείς τις δυνάμεις του στο καίριο σημείο ενός θεάτρου επι­χειρήσεων και να μεριμνήσει όπως αυτές «εμπλακούν δυναμικά την κατάλληλη στιγμή» .

0 Ζομινί όμως έδινε και μεγάλη σημασία στη λογιστική υποστήριξη που ο Μά­χαν, για λόγους άγνωστους, προτιμούσε να την περιγράφει με τον όρο «επικοινω­νίες». Όπως και στην περίπτωση του όρου «θαλάσσια ισχύς», χρησιμοποιούσε τον όρο αυτόν αορίστως. Από τη μια, χαρακτηρίζει τις επικοινωνίες «ως έναν γενικό όρο που καθόριζε τις γραμμές κίνησης από τις οποίες ένα στρατιωτικό σώμα… βρίσκεται σε ζωντανή επαφή με την εθνική δύναμη» και από την άλλη δήλωνε πως «επικοινωνίες δεν σήμαιναν ουσιαστικά γεωγραφικές γραμμές, όπως οι δρό­μοι που είναι υποχρεωμένος ν’ ακολουθεί ένας στρατός, αλλά όλα εκείνα τα ανα­γκαία., όλες εκείνες τις προμήθειες τις οποίες τα πλοία δεν μπορούν να μεταφέρουν στα κύτη τους εκτός περιορισμένων ποσοτήτων». Και τα είδη αυτά διευκρίνιζε πως ήταν «πρώτον, τα καύσιμα. δεύτερον, τα πυρομαχικά και τελευταία τα τρό­φιμα». Όμως. και με τους δυο αυτούς χαρακτηρισμούς οι καθαυτό ναυτικές βά­σεις και η πρόσβαση σ’ αυτές ενός στόλου είναι ουσιώδη συστατικά για μια επιτυ­χή θαλάσσια στρατηγική. Αυτό είχε γίνει ακόμα πιο αναγκαίο μετά την έλευση του ατμού για τον προφανή λόγο ότι κανένα ατμοκίνητο πλοίο δεν μπορούσε να διανύσει σημαντικές αποστάσεις χωρίς ανεφοδιασμό.

Συνεπώς. οι μακρινοί σταθμοί ανθράκευσης ήταν αναγκαίοι για έναν στόλο που έπρεπε να κινηθεί, τουλάχιστον εν καιρώ πολέμου, πολύ πιο πέρα από τα χω­ρικά του ύδατα. 0 Μάχαν, μολονότι αναγνώριζε την αναγκαιότητα των σταθμών ανθράκευσης, αντιμετώπιζε καχύποπτα την εγκατάσταση τους για σκοπούς που ξεπερνούσαν την άμυνα του δυτικού ημισφαιρίου. «Οι οχυρωμένες βάσεις επιχει­ρήσεων», παραδεχόταν, «είναι τόσο χρήσιμες σ’ έναν στόλο όσο και σ’ έναν στρα­τό», όμως «ο αριθμός των σημείων όπου αυτές βρίσκονται πρέπει να μειωθεί όσο πιο πολύ γίνεται ώστε ν’ αποστραγγίζουν όσο το δυνατόν Λιγότερη δύναμη από τη μητρική χώρα και να της επιτρέπουν έτσι να επικεντρώνεται σ’ όσες απ’ αυτές εί­ναι ζωτικής σημασίας». Σε κάποιο άλλο σημείο προειδοποιεί πως «ο πολλαπλασια­σμός τέτοιου είδους βάσεων μόλις υπερβεί τα όρια της λογικής ανάγκης μεταβάλ­λεται σε πηγή αδυναμίας, καθώς πολλαπλασιάζει τα εκτεθειμένα σημεία και συνε­πάγεται τη διαίρεση των δυνάμεων».

Η διαίρεση της ναυτικής δύναμης αποτελούσε για τον Μάχαν σωστό ανάθε­μα. Αυτός είναι προφανώς και ο λόγος που δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή στον αμ­φίβιο πόλεμο και στη θέση που αυτός κατέχει στο πλαίσιο της ναυτικής στρατη­γικής. Η παραμέληση αυτή είναι ακόμα πιο απρόσμενη δεδομένου πως ο Ζομινί, στο έργο του Η Τέχνη τον Πολέμου, αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο σ’ αυτό που ο ίδιος ονόμαζε στρατιωτικές «εισβολές» στις εχθρικές ακτές. Όπως και να ‘χει πάντως το πράγμα, ο Μάχαν ήταν πολύ επιφυλακτικός όταν πραγματευόταν τη «ναυτική επιχείρηση σε απομεμακρυσμένα μέρη». Σημείωνε πως το «ιδιαίτερο χαρακτηριστικό» τέτοιου είδους επιχειρήσεων ήταν «πως οι στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονταν επιβιβασμένες στα πλοία ήταν αβοήθητες κατά τη διάρκεια του πλου». Προειδοποιούσε πως «μπορούσε να θεωρήσει χάνεις την κατοχή ασφα­λή μόνο αν είχε επιβάλει τη ναυτική υπεροχή του» και παρότρυνε για την όσο το δυνατόν ταχύτερη αποδέσμευση του ναυτικού μετά από μια αποβατική επιχείρη­ση, έτσι ώστε ο στόλος να είναι σε θέση ν’ αναλάβει τις επικοινωνίες και να «βρεθεί στο στοιχείο του, δηλαδή τη θάλασσα». Προειδοποιούσε ακόμα πως αν ο ρό­λος του στόλου περιοριζόταν απλώς στη φύλαξη «μιας ή περισσοτέρων θέσεων στις ακτές, το ναυτικό θα κατέληγε να γίνει ένας κλάδος του στρατού», ενώ «ο πραγματικός σκοπός του ναυτικού πολέμου… είναι να επικρατήσει κανείς επί του ναυτικού του εχθρού και να επιτύχει έτσι τον έλεγχο της θάλασσας», πράγμα που μπορεί να το κατορθώσει μόνο αν επιτίθεται σε κάθε ευκαιρία κατά: των εχθρικών πλοίων και στόλων.

Στην πραγματικότητα, ο Μάχαν αντιμετώπιζε με δυσπιστία οποιαδήποτε άλλη χρησιμοποίηση των ναυτικών δυνάμεων σε χερσαίες επιχειρήσεις. Η εμπειρία και η γνώση που είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού των επάκτι­ων οχυρώσεων της Συνομοσπονδίας από το ναυτικό της Ένωσης, στην περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, τον είχαν προδιαθέσει αρνητικά ως προς την αποτελε­σματικότητα του ναυτικού βομβαρδισμού των επάκτιων πυροβολαρχιών. «Ένα πλοίο δεν μπορεί να αντιπαραταχθεί πλέον σ’ ένα φρούριο που κοστίζει όσο ένα πλοίο περισσότερο από όσο θα μπορούσε να ανταγωνιστεί το φρούριο σ’ έναν αγώνα, δρόμου με ένα πλοίο», έγραφε. Και προσέθετε «η υπεράσπιση των ακτών σε περιπτώσεις ευθείας προσβολής τους από τα πλοία είναι σχετικά εύκολη διό­τι… τα πλοία… έχουν ένα ολοφάνερο μειονέκτημα όταν αγωνίζονται εναντίον φρουρίων».

Έτσι ο Μάχαν παρέβλεπε εντελώς την προώθηση δυνάμεων από τη θάλασσα, αυτή δηλαδή τη ναυτική επιχείρηση η οποία απέκτησε αύξουσα σημασία κατά τον εικοστό αιώνα. Ακόμα πιο αξιοσημείωτη είναι η αδυναμία του να αντιληφθεί τη σημασία της αλληλεξάρτησης στρατού και ναυτικού κατά τη διάρκεια του πολέ­μου. Μόλο που αφιερώνει μισή σχεδόν σελίδα στην εκστρατεία του σερ Τζων Μουρ στην Ισπανία το 1808, στο μεγαλύτερο μέρος των δύο βασικών βιβλίων του (Επίδραση κ.τ.λ..) αντιμετωπίζει το βασιλικό ναυτικό ως ένα αυτόνομο τμήμα που δρα ανεξάρτητα από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ηπειρωτική Ευρώπη και που δεν ενδιαφέρεται ούτε επηρεάζεται από τα αποτελέσματα των χερσαίων μα­χών. Η αλήθεια είναι πως ο συντονισμός μεταξύ χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων δεν ήταν από τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά των πολέμων κατά τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα. Παρ’ όλα αυτά, σε μια μελέτη η οποία θέλει να φωτίσει τις θεμελιώδεις και αμετάβλητες αρχές του ναυτικού πολέμου, η αδιαφο­ρία που δείχνει γενικά ο Μάχαν για τη χρησιμότητα του ναυτικού πυροβολικού και των από θαλάσσης μεταφερομένων δυνάμεων πεζικού προκειμένου να πλήξουν παράκτιους στόχους αποτελεί εντυπωσιακή παράλειψη .

Μολονότι ο Μάχαν υπερτόνιζε την αυτονομία της θαλάσσιας ισχύος ως πολε­μικού μέσου, δεν παρέλειπε να υπενθυμίζει στους αναγνώστες και στους ακροατές του πως. στην πραγματικότητα, η ισχύς αυτή ήταν ένα. εργαλείο. Για μια. ακόμα, φορά αντλούσε από τον Ζομινί ο οποίος είχε αφιερώσει το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Η Τέχνη του Πολέμου στις σκέψεις που οδηγούν έναν πολιτικό να απο­φασίσει αν ένας πόλεμος είναι αναγκαίος, ευκαιριακός ή απαραίτητος και ποιες επιχειρήσεις είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί ο αντικειμενικός σκοπός του πολέ­μου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Μάχαν, ήταν ο Ζομινί «που του εμ­φύσησε μια σταθερή δυσπιστία για το απερίσκεπτα αποδεκτό δόγμα πως οι πο­λιτικοί και οι στρατιωτικοί δρουν εν γένει σε μη σχετιζόμενους τομείς». «Εξαιτίας αυτής της παρανόησης», προσέθετε, «δημιούργησα ένα δικό μου αξίωμα που λέει πως ο πόλεμος είναι μια βίαιη πολιτική ενέργεια». Η υπαγωγή της στρατηγικής στην πολιτική ήταν κεντρικό σημείο μέσα στο γενικό πλαίσιο της σκέψης του, όπως ήταν και για τον Καρλ φον Κλαούζεβιτς, το βιβλίο του οποίου Περί Πολέμου δεν το διάβασε παρά το 1910 πια, αλλά και τότε σε συντομευμένη μορφή. «Ο πό­λεμος», έγραφε ο Μάχαν το 1896, «είναι απλώς μια πολιτική ενέργεια, αν και βί­αιη και ξεχωριστή ως προς το χαρακτήρα της»68. Και επαναλάμβανε πως «μόνο όταν ληφθεί η πολιτική απόφαση. έχουμε διαθέσιμα τα στοιχεία ακόμα και για να δηλώσουμε απλώς το στρατιωτικό πρόβλημα. Γι’ αυτό. όπως πάντα, το στρατιω­τικό σκέλος εξυπηρετεί τα πολιτικά συμφέροντα και υπόκειται σ’ αυτά και την πολιτική-εξουσία του κράτους».

Κατά την άποψη του Μάχαν, το ναυτικό είναι καλύτερο όργανο από το στρα­τό για την άσκηση εθνικής πολιτικής. Λιγότερο τραχύ, λιγότερο συμβολικό επιθε­τικών προθέσεων, αλλά και πιο ευέλικτο και συνεπώς πιο ευαίσθητο στην πολιτική διεύθυνση, μπορούσε να καταστήσει «αισθητή την παρουσία του εκεί που οι εθνι­κοί στρατοί δεν έχουν τη δυνατότητα να φθάσουν». Αυτό αλήθευε ιδίως για τις Ηνωμένες Πολιτείες οι οποίες την εποχή εκείνη δεν είχαν «ούτε την παράδοση ούτε κάποιο σχέδιο για υπερπόντια επιθετική δράση», ενώ ταυτόχρονα είχαν να

«προστατέψουν πολύ σημαντικά υπερπόντια συμφέροντα τους»Καθώς ο Μά­χαν απευθύνθηκε σε ακροατήριο: πολύ ευρύτερα από τους σπουδαστές της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού, ο καθορισμός αυτών των πολύ «σημαντικών υπερπόντιων συμφερόντων» έμελλε να γίνει ένα από τα κυρία μελήματα του.

IV

«Όσον αφορά τις απόψεις μου», έγραφε εκ των υστέρων ο Μάχαν, το 1901, «μπο­ρώ να πω πως μέχρι το 1885 ήμουν παραδοσιακά αντιμπεριαλιστής. Όμως το 1890, η μελέτη της επίδρασης της θαλάσσιας ισχύος και των ομοειδών της επεκτα­τικών δραστηριοτήτων στη μοίρα των εθνών μ’ έκαναν ν’ αλλάξω γνώμης. Μ’ εξαίρεση κάποιο αρχικό ενδιαφέρον το οποίο είχε δείξει για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Καραϊβική και στην Κεντρική Αμερική, η μνήμη του δεν τον απατούσε. «Δεν ξέρω πώς αισθάνεσαι εσύ», είχε γράψει στον μόνο στενό φίλο του Σάμιουελ Α. Ας, στα τέλη του Ιουλίου του 1884, «όμως εμένα ακόμα και η πιο μικρή υποψία ιμπεριαλιστικής πολιτικής μου είναι απεχθής… Μόλο που ανήκω, δυ­στυχώς, στο στρατιωτικό επάγγελμα, φοβάμαι πως η διατήρηση αποικιών ή συμ­φερόντων πέρα από τα σύνορα καθιστούν αναγκαίες μεγάλες στρατιωτικές εγκα­ταστάσεις». Όμως, το 1890, άρχισε, ως έναν τουλάχιστον βαθμό, ν’ αλλάξει πο­ρεία. Οι αναγνώστες του πρώτου από τα βιβλία του (Επίδραση κ.τ.λ.), το οποίο κυκλοφόρησε εκείνη την ίδια χρονιά δεν μπόρεσαν να μην προσέξουν το θαυμασμό που έτρεφε ο συγγραφέας για τη βρετανική αυτοκρατορία ή να παραβλέψουν τις έντονες προτροπές του πως οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να στραφούν προς το βρετανικό πρότυπο και να το μιμηθούν. Μόλο που οι περισσότερες σελίδες του βι­βλίου του ήταν αφιερωμένες στην εξιστόρηση των αγγλικών ναυτικών επιχειρήσε­ων, το πρώτο κεφάλαιο του είναι πρόδηλα διδακτικό. Σ’ αυτό ο Μάχαν. με το πρόσχημα πως εξετάζει «τα στοιχεία θαλάσσιας ισχύος», παρεκκλίνει από την ιστορία της Βρετανίας κατά τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα και δια­τυπώνει έξι «γενικές συνθήκες που επηρεάζουν τη θαλάσσια ισχύ», οι οποίες, υπο­δεικνύει, είναι διαχρονικές και καθολικές ως προς το χαρακτήρα τους. Αυτές είναι: (1) γεωγραφική θέση, (2) φυσική μορφή του χώρου, (3) έκταση του εδάφους, (4) αριθμός κατοίκων, (5) εθνικός χαρακτήρας και (6) χαρακτήρας και πολιτική των κυβερνήσεων.

Οι σχολιαστές πρόσεξαν το τμήμα αυτού του βιβλίου περισσότερο απ1 όσο του άξιζε, ίσως γιατί ο Μάχαν σ’ αυτό είναι πολύ πιο συστηματικός απ’ όσο στα υπόλοιπα κείμενα του. Το επιχείρημα του εφάπτεται με την κύρια γραμμή της σκέψης του και η περιγραφή των έξι «γενικών συνθηκών» μπορεί να κατανοηθεί απλά ως ένα επιδέξιο τέχνασμα προκειμένου να εκθέσει τη θλιβερή καθυστέρηση που παρουσίαζε η Αμερική. 0 συγγραφέας λέει πως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν παραμελήσει, όπως είχε ακριβώς παραμελήσει και η Γαλλία, τα θαλάσσια συμφέ­ροντα τους προς χάριν της εσωτερικής ανάπτυξης τους. Η κυβέρνηση τους, όντας δημοκρατική, δεν έχει την τάση να διαθέτει κονδύλια για το στρατό περισσότερο απ’ όσο είχε η γαιοκτημονική αγγλική αριστοκρατία1 το εμπορικό ναυτικό τους έχει εξαφανιστεί, ενώ το πολεμικό ναυτικό τους φθίνει. Δεν υπήρχαν αρκετοί άν­θρωποι πρόθυμοι να ακολουθήσουν επαγγέλματα συνδεόμενα με τη θάλασσα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν στο εξωτερικό «εγκαταστάσεις αποικιακές ή στρα­τιωτικές» και συνεπώς δεν διέθεταν «σημεία ανάπαυσης», όπου τα πολεμικά πλοία τους θα μπορούσαν να ανεφοδιαστούν σε καύσιμα και να κάνουν επισκευές. Παρ’ όλ’ αυτά, υπήρχε ελπίδα. Με την επικείμενη κατασκευή μιας διώρυγας στον ισθμό της Κεντρικής Αμερικής, η θάλασσα της Καραϊβικής θα γινόταν «μια από τις μεγαλύτερες λεωφόρους του κόσμου». Η θέση των Ηνωμένων Πολιτειών «θα μοιά­ζει με εκείνη που έχει η Αγγλία στη Μάγχη». Αυτό θα παρακινήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες να δημιουργήσουν πολεμικό ναυτικό και θα τις αναγκάσει να δημιουρ­γήσουν στην περιοχή βάσεις οι οποίες «θα τους δώσουν τη δυνατότητα να έχουν τους στόλους τους τόσο κοντά στη σκηνή όσο και οι αντίπαλοι».

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης αρχή του «ιμπεριαλισμού» του Μάχαν. Καμιά άλλη προοπτική για υπερπόντια επέκταση της Αμερικής δεν είλκυσε τόσο πολύ την προσοχή του ή δεν του προκάλεσε τόσο ενθουσιασμό. Από τη δεκαετία του 1880 ήδη είχε γράψει στο φίλο του Λιους πως μια διώρυγα «θα μπορούσε να φέρει σε σύγκρουση τα συμφέροντα μας με τα συμφέροντα των ξένων εθνών» και επομένως «πρέπει χωρίς καμιά απολύτως αργοπορία ν’ αρχίσουμε να δημιουργού­με πολεμικό ναυτικό που να είναι τουλάχιστον ισάξιο με το ναυτικό της Αγγλίας» και πως «η δημιουργία ενός τέτοιου ναυτικού θα πρέπει ν’ αρχίσει μόλις πέσει η πρώτη φτυαριά στον Παναμά». Την επόμενη δεκαετία, τα συμφέροντα της Αμε­ρικής στον ισθμό του Παναμά πολλαπλασιάστηκαν και το ίδιο συνέβη και με το ενδιαφέρον του Μάχαν. Το πρώτο του άρθρο στην περίοδο αυτή είχε τον τίτλο «Οι Ηνωμένες Πολιτείες Κοιτάζουν προς τα Έξω». Δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 1890, στο τεύχος του περιοδικού Atlantic Monthly, και προειδοποιούσε για τους «πολλούς λανθάνοντες και απρόβλεπτους για την ώρα κινδύνους που απειλούσαν την ειρήνη του δυτικού ημισφαιρίου», μετά τη διάνοιξη μια διώρυγας στον ισθμό της Κεντρικής Αμερικής. Υπαινισσόταν ακόμα πως υπήρχε περίπτωση γερμανικής παρείσδυσης στην περιοχή και προέβλεπε «μεγάλη αύξηση της εμπορικής και δια­μετακομιστικής δραστηριότητας σ’ όλη την Καραϊβική». Σημείωνε, επιπλέον, πως οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν αξιοθρήνητα ανέτοιμες ν’ ασκήσουν στην Καραϊβική και την Κεντρική Αμερική επιρροή ανάλογη με το μέγεθος των συμφερόντων τους και υποστήριζε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να ενισχύσουν το ναυτικό τους. ώστε αυτό να είναι ικανό να αντεπεξέλθει στην απειλή.

Τρία χρόνια αργότερα, το ίδιο περιοδικό δημοσίευσε το άρθρο του Μάχαν «Ο Ισθμός και η θαλάσσια Ισχύς». Στο άρθρο αυτό ο Μαχαν υποστήριζε πως οι πιο δραστήριες ευρωπαϊκές χώρες, και κυρίως η Γερμανία, θα απέβλεπαν αναμφίβολα στο να αποκτήσουν τη ναυτική υπεροχή σε μια τόσο καίρια περιοχή όπως η Κα­ραϊβική και πως ένα από τα βασικά πολιτικά αποτελέσματα της κατασκευής της διώρυγας 6α ήταν το να φέρει πλησιέστερα στη δυτική ακτή τους μεγάλους πο­λεμικούς στόλους της Ευρώπης και πως, επομένως, αυτό «από στρατιωτική άπο­ψη ήταν ένα στοιχείο μεγάλης αδυναμίας». Ένας τεχνητός υδάτινος Βρόμας που θα διασχίζει την Κεντρική Αμερική θα επέτρεπε «στις ατλαντικές ακτές [των Ηνωμένων Πολιτειών] να συναγωνιστούν με ίσους ως προς την απόσταση όρους τους Ευρωπαίους στις αγορές της Ανατολικής Ασίας και τελικά πως πρέπει να «πείσουμε τον εαυτό μας να παραδεχθεί πως η ελευθερία της υπερωκεάνιας διέ­λευσης εξαρτάται από τη θαλάσσια υπεροχή στην… Καραϊβική θάλασσα» και πως η υπεροχή αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί πρωτίστως με τη ναυτική παρουσία τους στο χώρο αυτό.

Το 1899, και αφού ο πόλεμος με την Ισπανία φάνηκε να δικαιώνει τις ανησυ­χίες του για την περιοχή, ο Μάχαν υποστήριξε πως το Πουέρτο Ρίκο ήταν για τη μελλοντική διώρυγα του Παναμά και τη δυτική ακτή ό,τι η Μάλτα για τα βρετανι­κά συμφέροντα στην Αίγυπτο και πέρα απ’ αυτήν. Όμως. αυτή δεν ήταν η τελευ­ταίο: φορά που ασχολήθηκε με το θέμα αυτό. Το 1909, έξι χρόνια μετά την «κα­τάληψη του Παναμά» από τον Θεόδωρο Ρούζβελτ, ο Μάχαν έγραφε πως τα αμε­ρικανικά διακυβευόμενα στην Καραϊβική ήταν πολύ μεγαλύτερα σήμερα απ’ όσο ήταν όταν είχε αναλάβει να τα μελετήσει για πρώτη φορά τη στρατηγική τους ση­μασία, πριν από είκοσι χρόνια.

Αμέσως μετά, στην κατάταξη των αμερικανικών υπερπόντιων συμφερόντων έρχονταν τα νησιά Χαβάη. Το 1890. ο Μάχαν προειδοποίησε πως η διάνοιξη της διώρυγας του Παναμά θα έβαζε σε άμεσο κίνδυνο τις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών και πως «θα πρέπει να είναι απαράβατη απόφαση της εθνικής μας πο­λιτικής όπως καμιά ξένη δύναμη δεν πρέπει στο εξής ν’ αποκτήσει σταθμό ανθράκευσης σε απόσταση 3.000 μιλίων από τον Αγιο Φραγκίσκο-μια απόσταση η οποία περιλαμβάνει τα νησιά Χαβάη και Γκαλαπάγκος, καθώς και τις ακτές της Κεντρικής Αμερικής». Τον Ιανουάριο του 1893, μετά την εξέγερση των Αμερικα­νών κατοίκων της Χονολουλού, την ανατροπή της βασίλισσας Λιλουοκσλάνι και την εγκαθίδρυση δημοκρατίας, ο Μάχαν έστειλε ένα γράμμα στους New York Times, όπου πρότεινε την προσάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες «των νησιών Σάντουιτς» και «τη μεγάλη επέκταση της ναυτικής μας ισχύος», ως προληπτική ενέρ­γεια για την ημέρα που η Κίνα «θα σαρώσει τα προς ανατολάς εμπόδια της» σε «ένα κύμα βάρβαρης εισβολής».

Μετά από αυτή την επιστολή, ο Γουώλτερ Χάινς Πέιτζ, εκδότης του περιοδι­κού Forum ζήτησε από τον Μάχαν ένα πλήρες άρθρο γι’ αυτό το θέμα. 0 Μάχαν ανταποκρίθηκε και έγραψε το άρθρο «Η Χαβάη και η Μελλοντική Θαλάσσια Ισχύς μας», το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Μαρτίου. Μετά από μια σύντομη παύση στις αναφορές του περί της σημασίας που είχε η θέση των νησιών στο κέ­ντρο των μεγάλων εμπορικών δρόμων του Ειρηνικού, παρότρυνε για μια ακόμα φορά την άμεση προσάρτηση τους με αιτιολογία τη στρατιωτική τρωτότητα της δυτικής ακτής, καθώς και την ανάγκη να ελέγχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες το εμπό­ριο που θα διοχετευόταν τελικά μέσω της διώρυγας του Παναμά. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στο άρθρο του «Μια Πρόβλεψη για τον Εικοστό Αιώνα», το οποίο δη­μοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 1897 στο Harpers Magazine, προειδοποιούσε για μια ακόμα φορά. για τον «κίτρινο κίνδυνο» που πήγαζε από την Κίνα και για τον υφέρποντα κίνδυνο που παρουσίαζε η δημιουργία από οποιαδήποτε ξένη δύναμη ενός σταθμού ανεφοδιασμού σε τόση απόσταση από τις αμερικανικές δυτικές ακτές όση μπορούσε να καλύψει ένα ατμόπλοιο.

Έτσι, πριν από το 1898, και με εξαίρεση κάποιες ανεξήγητες εμπορικές ευ­καιρίες που ανέμεναν τους Αμερικανούς στην Ανατολική Ασία, η ιμπεριαλιστική προοπτική του Μάχαν δεν εκτεινόταν πέρα από την Καραϊβική, τον ισθμό της Κε­ντρικής Αμερικής και τα νησιά Χαβάη. Τότε ακριβώς, και συγκεκριμένα την 1η Μαΐου του 1898. ο πλωτάρχης Τζωρτζ Ντιούι εισέβαλε θαρραλέα στον κόλπο της Μανίλας και μέσα σε δώδεκα ώρες εκμηδένισε την αδύναμη ισπανική μοίρα η οποία ναυλοχούσε στα ανοικτά του Καβάιτ. Περί τα τέλη του Ιουλίου, μετά από αίτημα του Ντιούι, είχαν αποσταλεί στη Λουζόν 11.000 περίπου Αμερικανοί στρα­τιώτες. Επακολούθησε η κατάκτηση ολοκλήρου του αρχιπελάγους. Η νήσος Γκουάμ, στις Νότιες Μαριάνες, κατελήφθη από το αμερικανικό πολεμικό Charleston, κα­θώς αυτό έπλεε προς τη Μανίλα. Τελικά, τα νησιά Χαβάη προσαρτήθηκαν και το ίδιο έγινε και με τις Φιλιππίνες. Το νησί Γουέικ κατελήφθη με την πρόθεση να δη­μιουργηθεί σ’ αυτό σταθμός τηλεγράφου, αλλά τελικά για το σκοπό αυτό χρησι­μοποιήθηκε το νησί Μιντγουέι. Εντελώς ξαφνικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν γίνει αυτοκρατορία. Όπως λέει και ο Τζέημς Φηλντ «μπορούμε να πούμε πως ο ιμπερι­αλισμός μας προήλθε από τη νίκη του Ντιούι».

Η προσαρμογή του Μάχαν σ’ αυτή τη γρήγορη εξέλιξη των γεγονότων στάθηκε πολύ πιο αργή απ’ οσο θα περίμενε κανείς από κάποιον που σύμφωνα με ορι­σμένους ιστορικούς υπήρξε το πρότυπο του ιμπεριαλιστή. Στις 27 Ιουλίου του 1898, ενώ τα στρατεύματα των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονταν ακόμα έξω από τη Μανίλα, ο Μάχαν συμβούλεψε τον Χένρυ Καμποτ Λοτζ πως «μολονότι ήταν ένας απ’ αυτούς που πίστευαν στην επέκταση, δεν συμφωνούσε απόλυτα με την ιδέα» για την κατάληψη των Φιλιππίνων και είχε τη γνώμη πως θα ήταν ίσως «σο­φότερο να καταληφθούν μόνον τα νησιά Λαντρόνες [Μαριάνες] και η Λουζόν, ενώ οι Καρολίνες και το υπόλοιπο των Φιλιππίνων να αφεθεί στην Ισπανία ως μια μορ­φή παραχώρησης στην «τιμή» και στις απαιτήσεις της». Ωστόσο, πριν περάσει πολύς καιρός προσαρμόστηκε και Ο Μάχαν θεώρησε, όπως και ο πρόεδρος Μακ-Κίνλεϋ, την προσάρτηση ως θέλημα Θεού. Υποστήριξε, όμως, την αμερικανική κα­τάκτηση του συνόλου των νησιών με πολύ πιο γήινους όρους, λέγοντας πως απο­τελούσε συμφέρουσα υποστήριξη της ναυτικής βάσης στο λιμάνι της Μανίλας. Για τον Μάχαν, όπως και για τους περισσότερους συγχρόνους του, κατά πάσα πιθα­νότητα εκείνο που προκάλεσε τους Αμερικανούς να επιζητήσουν την κυριαρχία στον Δυτικό Ειρηνικό ήταν ο πόλεμος με την Ισπανία και όχι το αντίστροφο. Μέχρι εκείνη την εποχή, όπως παραδεχόταν και ο ίδιος, οι βλέψεις του, όπως και όλων των άλλων που ήταν υπέρμαχοι της θαλάσσιας ισχύος και της επέκτασης, «δεν έφθασαν πέρα από τη Χαβάη».

Όμως lappetite vient en mangeant (τρώγοντας έρχεται η όρεξη) και σε σύντομο χρονικό διάστημα οι βλέψεις του Μάχαν και όλων των υπολοίπων κινήθηκαν ακόμα δυτικότερα προς την ηπειρωτική Ασία. Ενώ ο υπουργός των Εξωτερικών Τζων Χέι δημοσιοποιούσε την πολιτική του των ανοικτών θυρών και στην Κίνα ξέσπασε η Εξέγερση των Μπόξερ. ο απόστρατος αλλά πάντα δραστήριος πλοίαρχος έγραψε τέσσερα άρθρα που ανατύπωσε και δημοσίευσε με τον γενικό τίτλο Το Πρόβλημα τις Ασίας. Το πιο πιεστικό, κατά τη γνώμη του, «πρόβλημα» ήταν η Ρωσία, την επέκτα­ση της οποίας στην Ανατολική Ασία δεν είχε μπορέσει να αναχαιτίσει η Ιαπωνία. Ο Μάχαν αποδεχόμενος πως η Μαντζουρία επρόκειτο, έτσι ή αλλιώς, να προσαρτηθεί από το μεγάλο σλαβικό κράτος, πρότεινε μια συμμαχία. των τεσσάρων ναυτικών δυ­νάμεων Γερμανίας, Αγγλίας. Ιαπωνίας και Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες με τις «θέσεις τους στην ανατολική πλευρά της Ασίας θα εμπόδιζαν την επέκταση από τη βόρεια πλευρά». Εκείνο που είχε ιδίως στο νου του, όπως εξήγησε στον αντιπρόε­δρο Θεόδωρο Ρούζβελτ, ήταν η επέκταση της ναυτικής ισχύος ως τη λεκάνη του πο­ταμού Γιανγκτσέ. Ατενίζοντας το μακρινό μέλλον, ο Μάχαν προέβλεψε έναν κίνδυνο ακόμα πιο δυσοίωνο απ’ αυτόν που αντιπροσώπευσε η ρωσική απειλή, τον κίν­δυνο της Κίνας. «Είναι δύσκολο να σκέπτεται κανείς ατάραχος αυτή την τεράστια μάζα, των τετρακοσίων εκατομμυρίων της Κίνας, η οποία όταν ενοποιηθεί απο μια αποτελεσματική πολιτική οργάνωση και εξοπλιστεί με σύγχρονα όπλα αποκλείεται να παραμείνει σ ένα έδαφος που της είναι ήδη στενόχωρο». Για τις δυτικές δυνά­μεις η απάντηση στον κίνδυνο αυτό ήταν να εντάξουν τους ασιατικούς λαούς στην οικογένεια των χριστιανικών κρατών, όχι τόσο με την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, όσο με την ειρηνική εμπορική διείσδυση, στην πορεία της οποίας «μπορούμε να ελ­πίζουμε πως θα ακολουθήσουν εκείνα τα ηθικά και πνευματικά ιδεώδη η ιδιοποίηση των οποίων έχει μεγαλύτερη αξία από τον υλικό πλούτο». Ως προς τα οικονομικά οφέλη τα οποία θα προέκυπταν από μια τέτοια διείσδυση, «αυτά είναι πιθανόν να μην υστερήσουν των ευοίωνων ελπίδων του εμπορίου τις οποίες υποδεικνύει η απλή αναφορά των λέξεων «τετρακόσια εκατομμύρια άνθρωποι».

Η τελευταία αυτή παρατήρηση του Μάχαν εγείρει το ερώτημα για το οικονο­μικό περιεχόμενο των απόψεων του ως προς το ναυτικό, τις αποικίες και την αυ­τοκρατορική επέκταση. Όπως λέει ο Κένεθ Χάγκαν, «δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτι­στικός για το τι ακριβώς καθιστούσε τις αποικίες τόσο πολύτιμες για τη μητρική χώρα» – ούτε, και για οποιαδήποτε άλλη οικονομική πλευρά του ιμπεριαλισμού. Όμως, το ερώτημα δεν μπορεί να παρακαμφθεί απλώς και μόνο επειδή κάποιοι Αμερικανοί ιστορικοί της Νέας Αριστεράς -και κυρίως ο Γουώλτερ ΛαΦέμπρ-έχρισαν τον Μάχαν ως τον σημαντικότερο των υποστηρικτών, στα τέλη του δέκα­του ένατου αιώνα, εκείνου που αποκλήθηκε η «Νέα Αυτοκρατορία». Με λίγα λό­για, το επιχείρημα τους είναι το ακόλουθο: 0 Μάχαν πίστευε πως το παραγωγικό πλεόνασμα της Αμερικής έπρεπε ν’ αναζητήσει καινούργιες εξωτερικές αγορές και πως οι αγορές αυτές βρίσκονταν στη Νότια Αμερική και κυρίως στην Κίνα. Υπο­στήριζε λοιπόν πως οι Ηνωμένες Πολιτείες, για να εκμεταλλευτούν αυτές τις δυνα­τότητες, έπρεπε να ελέγχουν τη διώρυγα του Παναμά, τις Φιλιππίνες και τη Χαβάη ως «πατήματα προς τα δυο μεγάλα έπαθλα, τις αγορές δηλαδή της Νότιας Αμερι­κής και της Κίνας». Συνεπώς, ο ρόλος του ναυτικού σ’ ένα τέτοιο σενάριο ήταν «να εξασφαλίζει τις γραμμές επικοινωνίας και να τις προστατεύει, καθώς και να διευ­θετεί τις συγκρούσεις τις οποίες θα προκαλούσε αναπόφευκτα ο εμπορικός αντα­γωνισμός, καθιστώντας έτσι ασφαλή την πρόσβαση τις ξένες αγορές για τη διάθε­ση του πλεονάσματος των προϊόντων τους».

Η άποψη αυτή της  Νέας Αριστεράς είναι αναμφίβολα ένα ένοχο παράδειγμα «της υπαγωγής στην ιστορική θεραπεία» που πρέσβευε ο Μάχαν. Όμως. όπως και η ακαδημαϊκή επιστημοσύνη του Μάχαν αν πάσχει, κι αυτή από υπερβολική επιλεκτι­κότητα και ρέπει προς την πλευρά των παραλείψεων. Το οτι ο ευαγγελιζόμενος τη θαλασσιά ισχύ αναγνώριζε την αλληλεξάρτηση του πολεμικού ναυτικού, του ωκεάνιου εμπορίου και των υπερπόντιων αγορών είναι αρκούντως φανερό. Όπως έλεγε και ο ίδιος, «οι πολιτικές, εμπορικές και στρατιωτικές ανάγκες είναι τόσο συνυφασμένες που η αμοιβαία αλληλεπίδραση τους συνθέτει ένα και μόνο πρόβλη­μα». Είναι, επίσης, φανερό πόσο υπερβολικές ήταν οι προσδοκίες του για το κύμα εμπορίου που θα περνούσε από τη διώρυγα του Παναμά και που ξεπερνώ­ντας τη Χαβάη θα όδευε προς την Ανατολή, όπου ανέμεναν ένα σωρό αγορές. Ήταν, όμως, πολύ λιγότερο αισιόδοξος για τις εμπορικές ικανότητες της Ανατολι­κής Ασίας και μόλο που υποστήριζε το δόγμα των ανοιχτών θυρών, τον απασχο­λούσε περισσότερο η στρατιωτική απειλή που θα αντιπροσώπευε μια εκσυγχρονι­σμένη Κίνα παρά η γοητευτική προοπτική μιας επιπλέον αγοράς τετρακοσίων εκα­τομμυρίων ανθρώπων. Όσο για τη δυναμικότητα των αγορών της Νότιας Αμερι­κής, ο Μάχαν αδιαφορούσε εντελώς και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που πρότεινε τον αποκλεισμό από το Δόγμα Μονρόε ολόκληρης της πέρα από την κοιλάδα του Αμα­ζονίου ηπείρου. Η μόνιμη ανησυχία του για την Καραϊβική πήγαζε κυρίως από την άποψη του πως η περιοχή αυτή είχε στρατηγική σημασία, για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών και το μέλλον του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού.

Όντως, όπως συμπεραίνει ο Γουώλτερ Μίλις, «είναι δύσκολο να αποφεύγει κανείς την εντύπωση πως η κύρια διάθεση του Μάχαν ήταν να προσφέρει απλώς ένα επιχείρημα για περισσότερες ναυπηγήσεις πολεμικών πλοίων». 0 Πήτερ Κάρστεν συμφωνεί πως πριν απ’ όλα ο Μάχαν ήταν ένας απλός ναυτικός στρατηγιστής. 0 Γουίλιαμ Ε Λάιβζυ συναινεί πως «:για τον Μάχαν το ναυτικό αποτελούσε το κεντρικό ζήτημα και η προώθηση της καριέρας του σ’ αυτό είχε γι’ αυτόν πρω­ταρχική σημασία». Ακόμα και ο αρχικός μέντορας του Στέφεν Β. Λιους πίστευε πως γύρω στο 1897 ο Μάχαν «είχε επιτρέψει στις απόψεις ενός ναυτικού στρατηγιστή να κυριαρχήσουν πάνω στις ιδέες του πολιτικού οικονομολόγου». Μιλώντας για τον ίδιο του τον εαυτό στο θέμα του πολεμικού ναυτικού των Ηνωμένων Πο­λιτειών, ο Μάχαν έδινε ξεκάθαρα το στίγμα του. «0 στόλος μας πρέπει να είναι επαρκής, λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτούς που πρόκειται να μας αντιταχθούν είτε στην Ανατολή είτε στην Καραϊβκή… πρέπει να είμαστε ικανοί να αντιτάξουμε ναυτικές δυνάμεις τόσο στον Ειρηνικό όσο και στον Ατλαντικό, έχοντας πάντα υπ’ όψιν μας πως η λειτουργία της μελλοντικής διώρυγας μπορεί να διακοπεί είτε με τη βία είτε με προδοσία». Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο το ότι το καίριο μέλημα ενός αξιωματικού ήταν η εξασφάλιση της εθνικής άμυνας μέσω της κυριαρχίας στη Θάλασσα.

Ωστόσο, στα κείμενα του Μάχαν υπάρχει ένα ακόμα κυρίαρχο στοιχείο που παραβλέπουν καμιά φορά όσοι δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους το θεϊκό στοιχείο. Κι αυτό είναι ο μαχητικός χριστιανισμός του, η πίστη του πως ο πόλεμος έχει μια αναγεννητική πνευματική δύναμη, η άποψη του πως η ιμπεριαλιστική εξάπλωση είναι εκδήλωση της θείας βούλησης και η πεποίθηση του πως συναφείς με την αυτοκρατορία είναι οι χριστιανικές υποχρεώσεις οι οποίες είναι πολύ πιο σημαντικές από τις αναμενόμενες υλικές ανταμοιβές. Μολονότι γνώριζε ή δεν ήταν καθόλου αντίθετος με τη χρήση των κλισέ του κοινωνικού δαρβινισμού, αντλούσε την έμ­πνευση του για τη δική του Weltanschauung (κοσμοθεώρηση) όχι από τον Χέμπερτ Σπένσερ και τους ομοίους του, αλλά από τη Βίβλο. Αναφέροντας ότι η δική του εξουσία ήταν η «θρησκεία του Χριστού», έγραφε: «Η σύγκρουση είναι όρος όλων των μορφών ζωής, υλικής ή πνευματικής, και η πνευματική ζωή αντλεί τις πιο πα­ραστατικές εικόνες της και τις υψηλότερες εμπνεύσεις της από τις εμπειρίες των στρατιωτών». Αναφερόμενος «στην απρόθυμη εκ μέρους της Αμερικής κατάληψη των Φιλιππίνων», γράφει πως «είναι τόσο φανερό πως προετοιμάστηκε για εμάς και όχι από εμάς, ώστε να ενθαρρύνει ακόμα και τους ελάχιστα αλαζόνες να δουν στο γεγονός αυτό το χέρι της Θείας Πρόνοιας». Και από όλα τα εδάφη που είχαν αποκτήσει πρόσφατα οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν «μηδαμινής έκτασης… συγκρι­νόμενη με τις προηγούμενες κτήσεις μας ή με τις προσαρτήσεις στις οποίες προέ­βησαν τα ελάχιστα τελευταία έτη τα ευρωπαϊκά κράτη», αμφέβαλλε δε κατά πό­σον τα υλικά κέρδη θα ήταν ουσιώδη. Βεβαίωνε, όμως, πως «αυτό που το έθνος κέρδισε από την επέκταση ήταν μια ανανεωτική γι’ αυτό ιδέα, μια άνοδος του φρονήματος του, ένας σπόρος για μια μελλοντική ωφέλιμη δραστηριότητα του, μια έξοδος από τον εαυτό του προς τον κόσμο, προκειμένου να μοιραστεί μ’ αυτόν τα δώρα που είχε τόσο απλόχερα δεχθεί».

Φράσεις σαν κι αυτές μάς θυμίζουν πόσο παρωχημένη είναι η θεώρηση του Μάχαν για τον κόσμο. Ποιο δημόσιο πρόσωπο σήμερα, μετά τη σφαγή των δύο παγκοσμίων πολέμων και την έκρηξη του Τρίτου Κόσμου, θα τολμούσε να μιλήσει με τέτοιο τρόπο; Η φωνή του Μάχαν είναι η φωνή ενός ανθρώπου πριν από το Σεράγεβο. Ωστόσο, η φήμη του για την οξυδέρκεια του σε ναυτικά θέματα επιβιώνει ακόμα και σήμερα και η επιρροή του, στους κύκλους τουλάχιστον του ναυτικού, μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερη απ’ όση ήταν πριν από το θάνατό του, το 1914

V

Στο δοκίμιο της στην πρώτη έκδοση του Οι Δημιουργοί της Σύγχρονης Στρατηγικής, η Μάργκαρετ Σπραουτ δήλωνε ανεπιφύλαχτα: «Κανένας άλλος δεν επηρέασε τόσο άμεσα και τόσο βαθιά τη θεωρία της θαλάσσιας ισχύος και της ναυτικής στρατη­γικής όσο ο Αλφρεντ Θάγιερ Μάχαν. Επιτάχυνε και καθοδήγησε μια εκκρεμούσα επί μακρόν επανάσταση στην αμερικανική ναυτική πολιτική». Μια πιο επισταμέ­νη εξέταση δείχνει πως ο Μάχαν δεν ήταν ο μόνος που «επιτάχυνε» την αλλαγή της ναυτικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών κατά την τελευταία δεκαετία του δεκάτου ένατου αιώνα. Το ότι αυτή η «επανάσταση» εκκρεμούσε επί μακρόν εί­ναι πάντως αλήθεια.

Μέσα σε μια πενταετία από την παράδοση του Λη στο Απομάτοξ, το ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών συρρικνώθηκε και από 700 πλοία συνολικού εκτοπίσμα­τος 500.000 τόνων με 5.000 κανόνια μειώθηκε σε 200 πλοία συνολικού εκτοπίσμα­τος 200.000 τόνων και 1.300 κανόνια. Ενώ οι ευρωπαϊκές και οι νοτιο-αμερικανικές χώρες ναυπηγούσαν θωρακισμένα ατσάλινα και ατμοκίνητα σκάφη και τα εξόπλι­ζαν με οπισθογεμή κανόνια ραβδωτής κάνης, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν τα ξύλινα καταδρομικά που διέθεταν πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο, τα οποία ήταν εξοπλισμένα με εμπροσθογεμή κανόνια λείας κάνης και ως βοηθητική κινη­τήρια δύναμη έφεραν πλήρη εξάρτυση ιστίων. Η ναυτική στρατηγική των Ηνωμέ­νων Πολιτειών απέβλεπε στην προστασία των λιμένων με σιδερένια βαριά οπλι­σμένα πλοία ακτοφυλακής και στην αποστολή καταδρομικών σε μακρινές θάλασ­σες για να υπάρχει επίδειξη της σημαίας.

Μικρότερος, αριθμός πλοίων, όμως, σημαίνει και λιγότερους άνδρες. Το ενερ­γό προσωπικό που το 1865 αριθμούσε 58.000 αξιωματικούς και ναύτες μειώθηκε στην περίοδο της ειρήνης σε 9.361. Λιγότεροι μόνιμοι αξιωματικοί, όμως, σήμαι­νε μια ανησυχητική μείωση στις προαγωγές, ιδίως των νεοτέρων αξιωματικών οι οποίοι είχαν αποφοιτήσει μετά το τέλος του πολέμου. Για παράδειγμα οι 12 πρώ­τοι στην τάξη τους απόφοιτοι από τη Ναυτική Ακαδημία το 1868 ήταν το 1889 ακόμα υποπλοίαρχοι. Γι’ αυτούς η μόνη ελπίδα για μια μελλοντική επαγγελμα­τική προαγωγή ήταν η επέκταση του ναυπηγικού προγράμματος. Ο Μάχαν ως απόφοιτος του 1859 είχε γλιτώσει απ’ αυτή την στασιμότητα. Είχε προαχθεί σε υποπλοίαρχο το 1861, σε ύπαρχο το 1865 και σε κυβερνήτη πλοίου το 1872. Όσον αφορά αυτόν, το ναυτικό δεν ήταν αδιέξοδο και η άνθηση της σκέψης του περί τα ναυτικά κατά τη δεκαετία του 1880 δεν μπορεί να αποδοθεί σε αγωνία για τη σταδιοδρομία του. Μπορεί, όμως. τα πράγματα να ήταν διαφορετικά με τους νεαρούς αξιωματικούς οι οποίοι συδαύλιζαν τις φλόγες ενός νέου επαγγελματι­σμού που είχε ως κέντρο του το Ναυτικό Ινστιτούτο των Ηνωμένων Πολιτειών το οποίο ιδρύθηκε στην Αννάπολη το 1873.

Το ινστιτούτο διοργάνωνε μηνιαίες συναντήσεις στη διάρκεια των οποίων δια­βάζονταν διάφορα κείμενα τα οποία στη συνέχεια τυπώνονταν και κυκλοφορούσαν μεταξύ των συνεχώς αυξανομένων μελών του ινστιτούτου, ανάμεσα στα οποία ήταν και ο Μάχαν. που χρημάτισε κάποια στιγμή αντιπρόεδρος. Τα καλύτερα δο­κίμια που υποβάλλονταν για καθορισμένα επαγγελματικά θέματα βραβεύονταν και τα άρθρα που δημοσιεύονταν στα Proccedings του ινστιτούτου μιλούσαν για τη στενή σχέση που υπήρχε ανάμεσα στο ωκεάνιο εμπόριο και στη ναυτική δύναμη, εξηγούσαν την ιστορική σχέση μεταξύ θαλάσσιας ισχύος και εθνικού μεγαλείου και παρακινούσαν για τη δημιουργία περισσότερων σταθμών ανθράκευσης για τα πλοία των Ηνωμένων Πολιτειών. Υποστήριζαν, επίσης, τον αμερικανικό έλεγχο του ισθμού της Κεντρικής Αμερικής και προκαλούσαν τη ναυπήγηση μεγάλων πλοίων και την ενσωμάτωση τους στους μάχιμους στόλους. Όντως, όλα τα κύρια επιχει­ρήματα και οι ιδέες που είχε εκθέσει ο Μάχαν στα πρώτα του έργα προωθήθηκαν στη δεκαετία του 1880 από τους συνεργαζόμενους με το ινστιτούτο, 0 πιο τακτι­κός ανάμεσα σ’ αυτούς, αν και βέβαια όχι χαμηλόβαθμος αξιωματικός, ήταν ο Στέφεν  Β. Λιους. Από το 1883 έως το 1889 είχε δημοσιεύσει άρθρα τα οποία εμπερι­είχαν εκκλήσεις για την επιμόρφωση των αξιωματικών του ναυτικού, επιχειρήματα για την αναδιοργάνωση του υπουργείου Ναυτικών και ισχυρή επιχειρηματολογία για τη δημιουργία ενός ναυτικού συγκροτημένου από θωρηκτά. Είναι φανερό πως ο δρόμος για την έκφραση της φιλοσοφίας του Μάχαν ως προς τη θαλάσσια ισχύ είχε προετοιμαστεί μέσα στο ίδιο το ναυτικό. Έτσι, αυτός δεν προχώρησε σε άγνωστα νερά ούτε ήταν μόνος του.

Ωστόσο, στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτοί που καθόριζαν τη ναυτική πολιτική και ενέκριναν τις ναυπηγήσεις πλοίων δεν ήταν αξιωματικοί του ναυτικού. Αυτές , τις αρμοδιότητες τις είχε το Κογκρέσο και ο εκτελεστικός κλάδος της ομοσπονδι­ακής κυβέρνησης. Έτσι τη «ναυτική επανάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες» δεν την «επιτάχυνε» ο Μάχαν. αλλά ο Μπενζαμιν Φράνκλιν Τρέισυ, υπουργός των Ναυτικών από το 1889 ως το 189ο και τη συνέχισε ο διάδοχος του Χίλαρυ Α. Χέρ­μπερτ (189:1-1897). Πρέπει να ειπωθεί πως και οι δυο τους ήταν υπόχρεοι στον Μάχαν για τον εντυπωσιακό εξοθρολογισμό των αναγκών της χώρας σε θωρηκτά. Ο Τρεισυ, έχοντας επαναδιορίσει τον Μάχαν πρόεδρο της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού το 1889, συσκεπτόταν μαζί του και είναι πολύ πιθανόν να είχε διαβάσει το πρώτο βιβλίο (Επίδραση κ.τ.λ.) προτού υποβάλλει στον πρόεδρο Μπένζαμιν Χά­ρισον, τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, την έκθεση του με την οποία ζητούσε τη ναυ­πήγηση δώδεκα νέων θωρηκτών που θα οργανώνονταν σε δύο στόλους. Ο Χάρι­σον ζήτησε από το Κογκρέσο οκτώ και εκείνο ενέκρινε τρία -τα Indiana, Massachusertti και Oregon– εκτοπίσματος το καθένα τους 10.000 τόνων και εξοπλισμένα με κανόνια ραβδωτής κάνης των 13 και των 8 ιντσών.

0 Νόμος περί Ναυτικού του 1890 σηματοδοτεί τη γέννηση του νέου ναυτι­κού97. Η επόμενη όμως προεδρία (η δεύτερη του προέδρου Κλήβελαντ – 1893-1897.) σκεπτόταν να μειώσει τις δαπάνες για το ναυτικό, ενώ ο Χίλαρυ Χέρμπερτ ήταν αποφασισμένος να καταργήσει την Σχολή Πολέμου του Ναυτικού. Ευτυχώς, καθώς πήγαινε προς το Νιούπορτ, τον Αύγουστο του 1893, τον έπεισαν να διαβά­σει το δεύτερο βιβλίο Επίδραση κ.τ.λ. του Μάχαν και έκτοτε άλλαξε γνώμη. Αργό­τερα διάβασε και το πρώτο απ’ αυτά τα βιβλία και αποφάσισε, όπως διευκρίνισε αργότερα στο συγγραφέα, «να χρησιμοποιήσω στην έκθεση που ετοίμαζα τις πλη­ροφορίες που περιέχονται σ’ αυτά ως επιχειρήματα για τη ναυπήγηση θωρη­κτών». Προτού αποχωρήσει ο Κλήβελαντ από την προεδρία, ο Χέρμπερτ έπεισε το Κογκρέσο να χορηγήσει πιστώσεις για πέντε ακόμα θωρηκτά. Ήταν ο πρώτος σπουδαίος και προπαντός ο πιο σημαντικός προσήλυτος του Μάχαν.

Ο Θεόδωρος Ρούζβελτ και ο Χένρυ Κάμποτ Λοτζ δεν χρειάστηκε να προση­λυτιστούν στο ναυτισμό. Ωστόσο, δεν μπορούσαν παρά να είναι ευτυχείς αφού εί­χαν τη δυνατότητα να παρουσιάζουν τις απόψεις τους ενισχυμένες από την ολο­φάνερα εξαντλητική μελέτη του Μάχαν. 0 Λοτζ ενσωμάτωσε στην έκθεση του προς την επιτροπή εξωτερικών σχέσεων της Γερουσίας το άρθρο του Μάχαν «Η Χαβάη και η Μέλλουσα Θαλάσσια Ισχύς μας» και στις συνεδριάσεις της Γερουσίας μνημόνευε συχνά τον Μάχαν. Το ίδιο έχαναν και άλλα ταγμένο, υπέρ του ναυτικού μέλη του Κογκρέσου στα οποία συμπεριλαμβάνονταν ο γερουσιαστής Τζων Τ. Μόργκαν και Ο βουλευτής Γουίλιαμ ΜακΑντού. Ανάμεσα στους άλλους θαυμα­στές του με επιρροή ήταν ο Άλμπερτ Σόου, εκδότης του περιοδικού Review of Reviews, και ο πρεσβευτής και μετέπειτα υπουργός των Εξωτερικών Τζων Χει, μόλο που αυτός κάποια φορά παρατήρησε πως ήταν «πολύ ευτυχής που ο Μάχαν είχε αναγνωριστεί δημόσια κι έτσι ο Θεόδωρος δεν θα αισθάνεται πια την ανάγκη να μας υποχρεώνει… να πηγαίνουμε στις διαλέξεις του».

0 «Θεόδωρος» θεωρούσε τον Μάχαν ως προσωπική ανακάλυψη του. Όταν διάβασε για πρώτη φορά το βιβλίο του Η Επίδραση της Θαλάσσιας Ισχύος επί της Ιστο­ρίας, ο Ρούζβελτ έγραψε στο συγγραφέα: «Είναι το πιο διαυγές και πιο διδακτικό γενικής μορφής έργο που έχω διαβάσει. Είναι ένα πολύ καλό βιβλίο – αξιοθαύμα­στο». Η κριτική του για το έργο αυτό στο Atlantic Monthly, τον Οκτώβριο του 1890, ήταν εξίσου επαινετική. Όταν έγινε υφυπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Μακ-Κίνλευ, ο Ρούζβελτ παρότρυνε τον Μάχαν να του γράφει «κάπου κάπου», «θα ήθελα πάρα πολύ να σας συναντήσω», πρόσθετε, διότι υπάρχουν ορισμένα πράγ­ματα για τα οποία θα ήθελα τη συμβουλή σας». Ζήτησε ειδικότερα να του σχολι­άσει το σχέδιο για το πολεμικό ναυτικό εν όψει

του επικείμενου πολέμου με την Ισπανία και όταν έλαβε τα σχόλια του Μάχαν διεμήνυσε στον αποστολέα: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως μας ξεπερνάτε όλους κατά πολύ. Μας δώσατε τις συμβου­λές που χρειαζόμαστε». Στη συνέχεια, όταν εγκατέλειψε τη θέση του υφυπουργού και εντάχθηκε στους Σκληρούς Καβαλάρηδες, ο Ρούζβελτ φρόντισε τη θέση του στο Συμβούλιο του Πολεμικού Ναυτικού να την πάρει ο Μάχαν.

Θα ήταν όμως υπερβολικό να λέγαμε πως η φιλοσοφία του Μάχαν ως προς τη θαλάσσια ισχύ έκανε την είσοδο της στον Λευκό Οίκο με την είσοδο σ’ αυτόν του Θεοδώρου Ρούζβελτ. Ο πρόεδρος, όπως και κατά το παρελθόν, είχε βρει στον πλοίαρχο μια χρήσιμη αυθεντία στην οποία μπορούσε ν’ αναφέρεται κάθε φορά που γινόταν συζήτηση για τη ναυτική ετοιμότητα της χώρας. Όμως τώρα, ο ναυτισμός του ξεπερνούσε κατά πολύ το ναυτισμό του Μάχαν. Ο Ρούζβελτ ήταν ταγ­μένος υπέρ της κατασκευής μεγάλων θωρηκτών ανάλογων με τα νέα βρετανικά Dreadnoughts τα οποία είχαν εκτόπισμα 18.000 τόνους και ήταν εξοπλισμένα με αυτόνομες συστοιχίες, κανονιών των 12 ιντσών. Ο Μάχαν, ο οποίας έβλεπε με καχυ­ποψία κάθε νέα τεχνολογία, εισηγήθηκε τη ναυπήγηση περισσοτέρων πλοίων μι­κρότερου εκτοπίσματος. Για το θέμα αυτό άνοιξε συζήτηση στα Proceedings του Ναυτικού Ινστιτούτου μ’ ένα λαμπρό ύπαρχο τον Γουίλιαμ Σ. Σιμς, υπέρ των από­ψεων του οποίου τάχθηκε τελικά ο Ρούζβελτ. Υπερκερασμένος από την ανώτερη τεχνική γνώση του αντιπάλου του, ο Μάχαν απεσύρθη από τη διαμάχη. Στα εξή­ντα επτά χρόνια του, ο πιο διάσημος στρατηγιστής του ναυτικού παραδέχθηκε πως «είμαι πολύ γέρος και υπερβολικά απασχολημένος για να συνεχίσω».

Το γεγονός αυτό είναι ενδεικτικό της φθίνουσας επιρροής που είχε ο Μάχαν στο ναυτικό τη τελευταία δεκαετία πριν από την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. 0 Μπράντλεϋ Φισκ. ο οποίος το 1903 είχε γοητευτεί από τις διαλέξεις του Μάχαν στο Νιούπορτ, πίστευε το 1907 πως αυτός «είχε εκθρονιστεί από τη θέση του ως ιθύνων νους του ναυτικού». Ένας άλλος πρώην υποστηρικτής του, ο πλοίαρχος Κάσπαρ Φ. Γκούντριτς, σημείωσε ότι «συνήθιζα να σκέφτομαι όπως ο Μάχαν. αλλά εδώ και μερικά χρόνια έχω αλλάξει γνώμη». Ακόμα και ο Λιους δια­φώνησε κάποια στιγμή με τον πρώην μαθητή του πάνω στο θέμα των μεγάλων πλοίων και δεν ήταν μόνο αυτό. Όταν το 1911 ο αντιναύαρχος Ρέιμοντ Μ. Ρότζερς ζήτησε από τον Μάχαν να σχολιάσει το νέο στρατιωτικό σχέδιο της Σχολής Πολέμου του Ναυτικού για την κατανίκηση της Ιαπωνίας (Πορτοκαλί Σχέδιο), ο Μάχαν απάντησε στέλνονται του ένα λεπτομερές σχέδιο για μια ναυτική επίθεση μέσω του Βορείου Ειρηνικού από την Κίσκα. Το σχέδιο αυτό η Σχολή το απέρριψε ως μη πραγματοποιήσιμο. 0 Μάχαν αποδέχθηκε την άρνηση αδιαμαρτύρητα, αλλά ήταν πια προφανές πως είχε απολέσει το γόητρο του.

Στο εξωτερικό, εντούτοις, τα βιβλία του είχαν ελκύσει την ευνοϊκή προσοχή των ναυτικών και κυβερνητικών κύκλων. Έχουμε ήδη αναφέρει τις τιμές που απέδωσε στο συγγραφέα τους η Βρετανία. Δεν μπορεί όμως να πει κανείς πως τα κείμενα του επηρέασαν την πορεία της ναυτικής στρατηγικής των Βρετανών πέρα από το ότι επιβεβαίωσαν και εκλαΐκευσαν ειλημμένες ήδη αποφάσεις. Το 1889. ένα χρόνο δηλαδή πριν από την έκδοση του πρώτου από τους δύο τόμους του Η επί­δραση της Θαλάσσιας Ισχύος επί της Ιστορίας, το κοινοβούλιο είχε ψηφίσει το Νόμο περί Ναυτικής Αμύνης, ο οποίος καθιέρωνε την αρχή πως το βασιλικό ναυτικό «θα έπρεπε να είναι ισοδύναμο με το ναυτικό οποιωνδήποτε δύο άλλων χωρών». Το 1889 υπήρξε κίνδυνος για μια πιθανή συνεργασία των ρωσικών και γαλλικών ναυτικών δυνάμεων στη Μεσόγειο, ενώ κατά τα τέλη του αιώνα ο πιθανός κίνδυ­νος ήταν η Γερμανία.

Στη χώρα αυτή τα έργα του Μάχαν είχαν γίνει πολύ γνωστά. Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Β’, ενθουσιώδης υποστηρικτής του ναυτικού από τα παιδικά του  χρόνια, διάβασε τον πρώτο τόμο της Επίδρασης κ.τ.λ. και γοητεύτηκε. Τον Μάιο του 1894, τηλεγράφησε στον Πώλτνυ Μπίγκλοου του New York Herald: «Διαβάζω ή μάλλον καταβροχθίζω το βιβλίο του πλοιάρχου Μάχαν και προσπαθώ να το αποστηθίσω. Είναι μια πρώτης τάξεως εργασία, κλασσική από κάθε άποψη. Υπάρχει σε όλα μου τα πλοία και μνημονεύεται συνέχεια από τους πλοιάρχους και τους αξιωματικούς μου». 0 κάιζερ όμως θα πρέπει να μην είχε προσέξει ένα από τα κύρια σημεία του συγγραφέα.. Απευθυνόμενος στην Ακαδημία Πολέμου, τον Φε­βρουάριο του 1896, τάχθηκε υπέρ της κατασκευής νέου στόλου καταδρομικών. Ο ναύαρχος όμως Άλφρεντ φον Τίρπιτς, υπουργός του Αυτοκρατορικού Ναυτικού  από τις αρχές του Ιουνίου του 1897, είχε κατανοήσει πολύ καλύτερα τις απαιτήσεις της θαλάσσιας ισχύος. Το πρώτο του υπόμνημα προς τον αυτοκράτορα υπο­γράμμιζε πως «η στρατιωτική κατάσταση εν σχέσει με την Αγγλία απαιτεί όσο το δυνατόν περισσότερα θωρηκτά» και πως «η αναλογία μεταξύ καταδρομικών και θωρηκτών πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρή», Είναι αμφίβολο αν ο Τίρ­πιτς είχε διαβάσει τον Μάχαν προτού σχηματίσει αυτή τη γνώμη, Στα απομνημο­νεύματα του, τα οποία έγραψε το 1919, επέμενε πως το δόγμα της τακτικής του για την ανάπτυξη θωρηκτών ήταν ανεξάρτητο από τον Μάχαν και όταν διάβασε αργότερα το έργο του Αμερικανού πλοιάρχου ξαφνιάστηκε από την «καταπληκτι­κή σύμπτωση» των ταυτόσημων απόψεων τους. Παρ’ όλα αυτά, ο ναύαρχος είχε υποδεχθεί ευμενώς το τύπωμα από τη Γερμανική Αποικιακή Εταιρεία 2.000 αντι­τύπων του έργου  Επίδραση της Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία, ως μέρος της προ­παγανδιστικής εκστρατείας για να πεισθεί το Ράιχσταγκ να εγκρίνει κονδύλια για έναν στόλο θωρηκτών. 0 επακολουθήσας, το 1898, Νόμος περί Πολεμικού Ναυτι­κού ήταν ο πρώτος εκ των τεσσάρων νόμων που υποδαύλισαν τον ναυτικό αντα­γωνισμό με τη Βρετανία με όλες τις πολύ γνωστές συνέπειες του. Όμως, ο ρόλος του Μάχαν σ’ όλα αυτά υπήρξε σαφώς περιορισμένος και η παρατήρηση του σερ Τσαρλς Γουέμπστερ (αν την έχει αναφέρει σωστά ο Τζέραλντ Γκρέιαμ) πως ο Μάχαν ήταν μια από τις αιτίες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πρέπει να θεωρηθεί ως απλή υπερβολή.

0 Μάχαν στην αυτοβιογραφία του αναφέρει πως απ’ όσο ήξερε τα έργα του είχαν μεταφραστεί στα ιαπωνικά πολύ περισσότερο απ’ όσο σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα του κόσμου. Δεν αποκλείεται να είναι έτσι. Είναι πάντως αλήθεια πως έγιναν δεκτά στην Ιαπωνία με ενθουσιασμό. Το 1897, η Ανατολική Εταιρεία του Τόκιο τον ειδοποίησε πως το πρώτο απ’ αυτά είχε μεταφραστεί από τη Λέσχη των Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού και κυκλοφορούσε μεταξύ των μελών του συνδέσμου ο οποίος περιλάμβανε 1.800 ανώτερους υπαλλήλους, μέλη της βουλής, στρατιωτικούς και πολιτικούς αξιωματούχους, εκδότες, τραπεζίτες και εμπόρους. Αντίτυπα τους δόθηκαν ως δώρο στον αυτοκράτορα και στο διάδοχο και είχαν πε­ριληφθεί με αυτοκρατορικό διάταγμα στα διδακτικά προγράμματα όλων των σχο­λείων μέσης, ανωτέρας και τυπικής εκπαίδευσης της Ιαπωνίας. Εν όψει των γεγο­νότων που έμελλε να συμβούν, είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως τα βιβλία αυτά είχαν υιοθετηθεί απ’ όλες τις ναυτικές και στρατιωτικές σχολές της Ιαπωνίας στις οποί­ες και διδάσκονταν.

Με το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μάχαν, που ήταν πια νε­κρός εδώ και τέσσερα, χρόνια, έγινε για τους ναυτικούς κύκλους των Ηνωμένων Πολιτειών ένας μυθικός ηρώας. Στην Αννάπολη έδωσαν προς τιμήν του το όνομα του σε μια αίθουσα και στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού σε μια βιβλιοθήκη. Σε ποιο βαθμό, όμως, οι απόψεις του συνέχισαν να επηρεάζουν τη ναυτική σκέψη εί­ναι κάτι που δεν μπορεί να καθοριστεί εύκολα. Το 1918, ο καθηγητής της Ναυτι­κής Ακαδημίας Αλαν Τουέσκοτ δημοσίευσε μια ανθολογία των έργων του Μάχαν η οποία για τρία χρόνια ήταν υποχρεωτικό ανάγνωσμα στα μαθήματα ναυτικής ιστορίας που παρακολουθούσαν όλοι οι δόκιμοι της τρίτης τάξης. Όμως. μετά το 1922. το βιβλίο αυτό αποσύρθηκε και αντικαταστάθηκε από ένα πιο συμβατικό συγγραφέας του οποίου ήταν ο καθηγητής Γουέσκοτ.

Τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού έπαψαν να δίνουν τόση σημασία στη μελέτη της ιστορίας. Τα έργα του Μάχαν περι­λαμβάνονταν «στα υποχρεωτικά μαθήματα, αλλά δεν κατείχαν τόσο εξέχουσα θέση όσο τα έργα άλλων ναυτικών στοχαστών όπως ο σερ Τζούλιαν Κόρμπετ, ο σερ Χέρμπερτ Ου. Ρίτσμοντ και ο ναύαρχος Ραούλ Κάστεξ. Όντως, μπορούμε να πούμε πως στο Νιούπορτ οι συμβατικές ακαδημαϊκές σπουδές κάθε είδους είχαν παραχωρήσει την προτεραιότητα στα πολεμικά παίγνια. Οι σπουδαστές κάθε χρό­νιο έπεζαν στον πίνακα παιγνίων τη ναυμαχία της Γιουτλάνδης.

Σ’ αυτήν την έντονη ενασχόληση με μια αμφίρροπη ναυμαχία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μπορεί κανείς να διακρίνει τη συνεχή παρουσία του φαντάσμα­τος του Άλφρεντ Θάγιερ Μάχαν. Αυτή τουλάχιστον ήταν η άποψη ενός απογοητευ­μένου αξιωματικού ο οποίος απέδιδε στην απέχθεια του Μάχαν για τον geurre de course την παραμέληση εκ μέρους του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών της μελέ­της του υποβρυχίου πολέμου παρά τα πικρά μαθήματα που Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. «0 λόγος γι’ αυτήν την ολοφάνερη έλλειψη ενδιαφέροντος για τις απώ­λειες του εμπορικού ναυτικού από τις επιθέσεις των υποβρυχίων κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου», συμπέραινε, «ήταν… η μεγάλη εμμονή στα θωρηκτά την οποία υποστήριζε ένα στρατηγικό δόγμα που ήταν επικεντρωμένο στις αντιλήψεις του Μάχαν περί αποφασιστικής μάχης, όπου τα θωρηκτά κατέχουν τη πρώτη θέση». Η ίδια προσκόλληση κυριαρχούσε προφανώς και στο ετήσιο «παίγνιο», έναν εικονικό θαλάσσιο πόλεμο μεταξύ του γαλάζιου (ΗΠΑ) και του πορτοκαλί (Ιαπωνία). Παρόλο που εθεωρείτο δεδομένη η χρησιμοποίηση αεροπλα­νοφόρων, η τακτική κλιμάκωση του πολέμου ήταν μια μάχη μεταξύ θωρηκτών. Κα­νένα απ’ αυτά τα παίγνια δεν προέβλεπε τελική εισβολή στην Ιαπωνία ή αεροπορι­κό βομβαρδισμό της. Η αποστολή τελείωνε με την επιβολή ενός οικονομικού αποκλεισμού από το νικηφόρο πολεμικό ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Ίσως αυτά τα παίγνια να διαιώνισαν μεταξύ εκείνων που λάμβαναν μέρος σ’ αυτά τις αντιλήψεις του Μάχαν για τη στρατηγική σε μια εποχή όπου υπήρχε σαφώς πτωτι­κό ενδιαφέρον για τα κείμενα του. Ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που ο πλοίαρ­χος Γουίλιαμ Ντ. Πούλεστον μπορούσε, το 1939. να πει με βεβαιότητα πως «σήμε­ρα στο αμερικανικό ναυτικό κάθε αξιωματικός που ετοιμάζει ή συζητεί έναν πόλεμο ακολουθεί τις μεθόδους και επικαλείται τις ιδέες του Μάχαν. Ίσως αυτό επίσης εξηγεί την επίθεση κατά του υπουργείου Ναυτικών την οποία, όπως αναφέραμε στην αρχή αυτής της μελέτης, εξαπέλυσε ο υπουργός Στρατιωτικών Στίμσον.

Είναι πάντως εκπληκτικό το ότι μερικοί ιστορικοί επιμένουν να περιγράφουν .τη νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών επί της ιαπωνικής αυτοκρατορίας κατά τον Δεύ­τερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως αξιοποίηση «των αρχών της στρατηγικής τις οποίες ο Μάχαν είχε διευκρινίσει και εκλαϊκεύσει τόσο επιτυχώς» ή ως «θρίαμβο του Μά­χαν στον κατά θάλασσα πόλεμο»

Μολονότι κατά τον πόλεμο διοικητής των ναυτικών επιχειρήσεων ήταν ο ναύ­αρχος Έρνεστ Τζ. Κινγκ. ο οποίος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως οπαδός του Μάχαν. Ο πόλεμος στον Ειρηνικό δεν διεξήχθη απόλυτα σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Ούτε όμως και διεξήχθη σύμφωνα με τους αυστηρούς κανόνες του Μαχαν, οι οποίοι προέβλεπαν μια κλιμακούμενη ναυμαχία μεταξύ στόλων συγκροτημένων απο θωρηκτά. Μια τέτοια κλιμακούμενη ναυμαχία δεν έλαβε ποτέ χώρα ακόμα και μεταξύ αεροπλανοφόρων – ούτε στο Μιντγουέι ούτε στη θάλασσα των Φιλιπ­πίνων ούτε στον κόλπο του Λέιτε. Επιπλέον, το δόγμα του Μάχαν δεν μπορεί να επεκταθεί ώστε να περιλάβει την ανακατάληψη από το στρατηγό ΜακΆρθουρ των μεγάλων περιοχών που κατείχαν οι Ιάπωνες στον Νοτιο-δυτικό Ειρηνικό, τις δια­δοχικές αμφίβιες επιθέσεις στον Κεντρικό Ειρηνικό οι οποίες έγιναν εφικτές από τον παρατεταμένο ναυτικό βομβαρδισμό των παράκτιων οχυρώσεων, το βομβαρ­δισμό της Ιαπωνίας από τα αεροπλάνα Β-29 της αμερικανικής αεροπορίας ή τον πολύ επιτυχημένο guerre de course που εξαπέλυσαν τα αμερικανικά υποβρύχια κατά του ιαπωνικού εμπορικού ναυτικού. Η νίκη στον Ειρηνικό ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού των όπλων και δεν προήλθε από τις αυτόνομες επιχειρήσεις του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι εξελίξεις μετά το 1945 επέτειναν την αλληλεξάρτηση όλων των όπλων και έσβησαν, σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να τον φανταστεί ποτέ ο Μάχαν, τις ως τότε διαχωριστικές γραμμές που υπήρχαν μεταξύ χερσαίων, αεροπορικών και ναυ­τικών δυνάμεων.

Ο Λώρενς Γ, Μάρτιν, θέτει το θέμα ως εξής:

Στο δεύτερο ήμισυ του αιώνα, οι εξελίξεις που σημειώθηκαν στην πρόωση των πλοί­ων, στην αεροπορία, στους πυραύλους, στα εκρηκτικά και στις τεχνικές υπολογι­σμού ανέτρεψαν πλήρως το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ενέργειες του στόλου ήταν το επίκεντρο της στρατηγικής, Τα υποβρύχια, τα αεροπλάνα και οι πύραυλοι έγι­ναν επικίνδυνοι εχθροί των μεγάλων πλοίων επιφανείας, ενώ οι πρωταρχικοί στόχοι των πλοίων αυτών βρίσκονται στην ξηρά. Ο βομβαρδισμός της ξηράς, που ήταν κά­ποτε ένα από τα πιο ταπεινά ναυτικά καθήκοντα, έχει γίνει το κυρίαρχο μέλημα των μεγαλύτερων δυνάμεων του πολεμικού ναυτικού — στρατηγικά, με πυραύλους που εκτοξεύονται από υποβρύχια, και τακτικά, από αεροπλάνα που έχουν βάση στη θάλασσα.

Παρ’ όλα αυτά, στους ναυτικούς κύκλους, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πό­λεμο, το όνομα του Μάχαν εξακολουθούσε να αναφέρεται με σεβασμό. Εμφανιζό­ταν συχνά σε άρθρα στα Proceedings της Ναυτικής Ακαδημίας των Ηνωμένων Πο­λιτειών και στο Naval War College Review. Στο Νιούπορτ δεν ήταν σπάνιες οι διαλέξείς με θέματα όπως «Ο Μάχαν στην Πυρηνική Εποχή». Ακόμα και το 1972, ο υποναύαρχος Στάνσφηλντ Τέρνερ, εγκαινιάζοντας τη φωτισμένη και ανανεωτική προεδρία του στη Σχολή Πολέμου του Ναυτικού, απέτισε φόρο τιμής στην παρά­δοση, φτάνοντας στο σημείο να πει: «Μακάρι να υπάρξει σ’ αυτή ή την επόμενη τάξη ένας καινούργιος Άλφρεντ Θάγιερ Μάχαν. Δεν έχουμε τα περιθώρια να τον χάσουμε».

Αν παραμερίσουμε όμως την παράδοση, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις πως σήμερα το ναυτικό των Ηνωμένων Πολιτειών πρεσβεύει τις απόψεις του Μάχαν για τη στρατηγική που εξαίρει τη θαλάσσια ισχύ και την τοποθετεί υπεράνω όλων των άλλων μορφών στρατιωτικής δραστηριότητας, απαιτεί για το ναυτικό έναν αυτό­νομο χώρο στον πόλεμο και θεωρεί πως ο έλεγχος των θαλασσών ισοδυναμεί με νίκη. Σύμφωνα με την δήλωση των Θέσεων του επικεφαλής των ναυτικών επιχειρή­σεων για το οικονομικό έτος 1984: «Η ναυτική στρατηγική μας δεν βασίζεται μόνο στις ναυτικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά εξαρτάται επίσης από τη συνεισφορά και των άλλων χερσαίων και αεροπορικών δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και των δυνάμεων των φίλων και συμμάχων μας». 0 υπουργός Στίμσον θα ενέκρινε οπωσδήποτε μια τέτοια δήλωση. Για μια φορά ακόμα, Θεός του πολέμου δεν ήταν ο Ποσειδώνας αλλά ο Αρης.

Πρέπει, ωστόσο, να ειπωθεί πως αν και οι απαντήσεις που δίνει ο Μάχαν δεν είναι πια οι κατάλληλες, τα ερωτήματα που έθεσε παραμένουν. Ζητούσε επανει­λημμένα από τους ακροατές και τους αναγνώστες του να δώσουν μεγαλύτερη ση­μασία σε θέματα όπως τα εθνικά συμφέροντα, οι ηθικές διαστάσεις της στρατιω­τικής δύναμης, οι ευθύνες καθώς και οι ευκαιρίες μιας παγκόσμιας δύναμης, η μορ­φή της αμερικανικής εξάρτησης από τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνιών, η σύν­θεση των στόλων, οι λογιστικές απαιτήσεις του πολέμου και πάνω απ’ όλα η χρή­ση του ναυτικού ως μέσου για την άσκηση εθνικής πολιτικής. «Όλος ο κόσμος γνωρίζει κύριοι», ανήγγειλε στην τάξη του 1892 της Σχολής Πολέμου του Ναυτι­κού, «ότι δημιουργούμε ένα καινούργιο ναυτικό. Ωραία. Όταν όμως αποκτήσουμε αυτό το ναυτικό, τι θα το κάνουμε;»122. Αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι το ερώτημα.

ΠΗΓΗ: PETER PARET: Οι δημιουργοί της σύγχρονςη στρατηγικής, Εκδόσεις Τουρίκη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s