Κλαούζεβιτς

Πητερ Παρετ

Τα ερωτηματα στα οποία επιδίωξε τελικά ν’ απαντήσει ο Κλαούζεβιτς μέσα στα κείμενα του -Πώς μπορούμε ν’ αναλύσουμε τον πόλεμο; Τι είναι πόλεμος- έχουν αποκτήσει στη σημερινή πυρηνική εποχή μας πολύ μεγα­λύτερη σημασία από εκείνη που είχαν στην εποχή του. Από το 1792 ως το 1815 την Ευρώπη τη σάρωσαν κύματα βίας, τα οποία έφεραν το θάνατο και την κατα­στροφή σε χιλιάδες ανθρώπους, άλλαξαν τα σύνορα, αλλά επίσης άλλαξαν και άνοιξαν τις κοινωνίες. Όμως, όταν η πλημμυρίδα υποχώρησε, δεν παρατηρήθηκε ιδιαίτερη προθυμία για τη μελέτη και την εξήγηση του κατακλυσμού που είχε πια περάσει. Όπως γίνεται μετά από κάθε πόλεμο, οι άνθρωποι έγραψαν για τις εμπειρίες τους και για τα διδάγματα που είχαν αντλήσει απ’ αυτές για το μέλλον. Υπήρξε, όμως, ελάχιστο ενδιαφέρον να ψάξουν κάτω από την επιφάνεια της τακτι­κής και της στρατηγικής, για να διερευνήσουν το ίδιο το φαινόμενο του πολέμου, να μελετήσουν τη δομή του, την εσωτερική δυναμική του, τη σχέση του με τα άλλα στοιχεία της κοινωνικής δομής τα οποία πιθανόν να τον είχαν προκαλέσει και τα οποία είχαν αλλάξει ή και καταστραφεί εξαιτίας του. 0 πόλεμος συνέχισε να γίνε­ται αποδεκτός ως μια μόνιμη δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης, οι τεχνικές απόψεις περί της οποίας μπορεί ν’ αλλάζουν συν τω χρόνω, αλλά θα ήταν πάντα υπό έλεγ­χο.

0 Κλαούζεβιτς προχώρησε κι αυτός στην ασυνήθη και καινοτόμο ερευνά του. χωρίς να έχει την αίσθηση κάποιας πολιτισμικής ή ιστορικής κρίσης. Σήμερα, υπό την απειλή της διασποράς των πυρηνικών όπλων, δεν μπορούμε παρά να έχουμε αυτή την αίσθηση και να έχουμε επίσης συνειδητοποιήσει πως περνάμε μια κρίση η οποία επηρεάζει όχι μόνο τον τρόπο που σκεφτόμαστε για τους μελλοντικούς πολέμους, αλλά και για τους πολέμους του παρελθόντος. Η συνειδητοποίηση μας, λοιπόν, αυτή εντείνει το ενδιαφέρον μας για τις απόπειρες που έγιναν μέχρι τώρα να κατανοήσουμε τη φύση της βίας μεταξύ κρατών. Το πιο σημαντικό θεωρητικό έργο του Κλαούζεβιτς το Περί Πολέμου διαβάζεται σήμερα πιο πολύ απ’ όσο δια­βάστηκε από τότε που πρωτοκυκλοφορησε, τη δεκαετία του 1830. Αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, συμβαίνει όχι μόνο διότι το έργο απέκτησε την ποιότητα ενός μοναδικού κλασσικού επιτεύγματος που συνδυάζει πνευματικότητα και αισθητική και εμπλουτίζει την εποχή του Γκαίτε μ’ έναν απόλυτο ρεαλισμό, ο οποίος θα μπο­ρούσε να χαρακτηριστεί σύγχρονος, εάν ένας τέτοιος ρεαλισμός δεν ήταν σπάνιος οποίες ίσως να έχουν διαχρονική εγκυρότητα και έτσι να μπορεί να τις χρήσιμο ποιήσει, προκειμένου να δημιουργήσει τις δικές του θεωρίες, οι οποίες πιθανώς  να επηρεάσουν ακόμα και την εφαρμογή των ιδεών του.

Ένα περαιτέρω παράδειγμα ίσως αποσαφηνίσει το εν λόγω ζήτημα. Μερικά χρόνια μετά το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, ο Κλαούζεβιτς άρχισε να γρά­φει ένα δοκίμιο περί στρατηγικής. «Η αρχική μου πρόθεση», σχολίαζε αργότερα, «ήταν να καταγράψω εν συντομία τα συμπεράσματα μου πάνω στα κύρια στοι­χεία του θέματος, με σύντομες, ακριβείς και πυκνές προτάσεις, χωρίς να με απα­σχολεί το σύστημα ή η τυπολογική σύνδεση. Στο νου μου πλανιόταν αόριστα ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε το δικό του θέμα ο Μοντεσκιέ»1. Μόλις κατάλαβε πως αυτού του είδους η προσέγγιση δεν ταίριαζε με την τάση του προς συστημα­τική και εκτεταμένη ανάλυση, αναθεώρησε το κείμενο του. Όταν, παρ’ όλ’ αυτά, εκείνο εξακολουθούσε να μην είναι αυτό που προσδοκούσε το εγκατέλειψε και χρησιμοποίησε κάποια στοιχεία του για να οικοδομήσει ένα καινούργιο μεγαλύτε­ρο σε έκταση έργο, το Περί Πολέμου. Όμως, το γεγονός ότι είχε επιλέξει ως πρότυ­πο του τον Μοντεσκιέ μάς λέει κάποια πράγματα για τις προθέσεις του, ενώ θέτει επίσης ένα ερώτημα ως προς τις προθέσεις και τις προσδοκίες των αναγνωστών του. Δεν θα είναι άραγε κάτι ανάλογο με το ότι σήμερα διαβάζουμε το Πνεύμα των Νόμων όχι διότι ευελπιστούμε να ανακαλύψουμε μια συνολική θεωρία περί διακυ­βέρνησης την οποία μπορούμε να ενστερνιστούμε, αλλά για κάποιους άλλους δια­φορετικούς και λιγότερο άμεσα ωφελιμιστικούς λόγους; Αφ’ ενός, θέλουμε να γνωρίσουμε ένα έργο το οποίο κίνησε το ενδιαφέρον των αναγνωστών για δύο και πλέον αιώνες, αφ’ ετέρου το διαβάζουμε για να αναπτύξουμε τη σκέψη μας επί βασικών θεμάτων της πολιτικής τα οποία αναζωπυρώνουν οι απόψεις και τα επι­χειρήματα του Μοντεσκιέ. Στο θέμα του πολέμου, το Περί Πολέμου απαιτεί μια πα­ρόμοια προσέγγιση.

Όπως και το Πνεύμα των Νόμων, το έργο του Κλαούζεβιτς είναι απόλυτα προ­σωπικό και σε ορισμένα σημεία μάλιστα σχεδόν αυτοβιογραφικό, γεγονός που το απομακρύνει ακόμα περισσότερο από τις σύγχρονες εκδοχές της θεωρίας. Και τα δύο αυτά βιβλία αντικατοπτρίζουν το παρελθόν των συγγραφέων τους, τη θέση τους στην κοινωνία, το επάγγελμα τους. ορισμένα σημεία καμπής της ζωής τους. όπως η παραμονή του Μοντεσκιέ στην Αγγλία και του Κλαούζεβιτς στη Γαλλία. τις απόψεις τους για την ιστορία και τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Αμφότεροι ανέπτυξαν γενικεύσεις, υψηλά επίπεδα αφαίρεσης που προσδίδουν στα έργα τους μια διαχρονική αξία, μέσω του στοχασμού και της αντίδρασης σε ιδιάζουσες κα­ταστάσεις και εμπειρίες που είναι εμφανείς στα έργα τους. Θα μας βοηθήσει, όμως, να καταλάβουμε καλύτερα τις ιδέες του Κλαούζεβιτς. αν μάθουμε για το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε και για την προσωπική διαδρομή του.

Ι

Ο Καρλ φον Κλαούζεβιτς γεννήθηκε το 1780 στη μικρή πόλη Μποοργκ. εβδομήντα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του Βερολίνου. Ήταν το τέταρτο και μικρότερο παιδί μιας αστικής οικογένειας που ισχυριζόταν πως ήταν ευγενικής καταγωγής δυνάμει της οικογενειακής παράδοσης. Ο πατέρας του, συνταξιούχος υπολοχαγός που είχε υπηρετήσει στην τοπική υπηρεσία συλλογής φόρων, ήταν γιος ενός καθηγητή της Θεολογίας που κι αυτός ήταν γιος κι εγγονός λουθηρανών ιερέων. Ο πατέρας της μητέρας του ήταν διαχειριστής κάποιου βασιλικού κτήματος. Ο στρατός δέχθηκε τον Κλαούζεβιτς και τους δυο αδελφούς του ως ευέλπιδες μόνο μετά το θάνατο του Φρειδερίκου του Μεγάλου, ο οποίος τα τελευταία χρόνια της ζωής του έκανε ό,τι μπορούσε για να αποκλείσει την είσοδο κοινών θνητών στο σώμα των αξιωμα­τικών. Τόσο ο Κλαούζεβιτς όσο και τα αδέλφια του έφθασαν στο βαθμό του στρα­τηγού και η ένταξη τους στην τάξη των ευγενών έγινε το 1827 με βασιλικό διάταγ­μα. Όπως και πολλές άλλες οικογένειες εκείνη την περίοδο, οι Κλαούζεβηχ εντά­χθηκαν στην τάξη των ευγενών μέσω της εκκλησίας και του στρατού ή μέσω της γραφειοκρατίας του επεκτεινόμενου πρωσικού κράτους.

Ο Κλαούζεβιτς ήταν δώδεκα μόνο χρονών όταν πρωτοείδε μάχη στην εκστρα­τεία που έδιωξε τους Γάλλους από τη Ρηνανία, το χειμώνα και την άνοιξη του 1793. Μετά την ανακατάληψη του Μάιντς, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, το σύνταγμά του προέλασε νοτίως προς τα Βόζγια Όρη, όπου και αποδόθηκε σ’ έναν πόλεμο αποσπασμάτων, καταδρομών και ενεδρών. Μετά την αποστράτευση των ενόπλων δυνάμεων το 1795, ο Κλαούιεβιτς επέστρεψε στην Πρωσία έχοντας πια κάποιες εμπειρίες σχετικά με τις αψιμαχίες και την τακτική μικρών μονάδων σε αντίθεση με την πλειονότητα των αξιωματικών του πεζικού που το καίριο και μοναδικό σχε­δόν καθήκον τους στη μάχη ήταν να κρατούν τους άντρες τους σε πυκνούς σχημα­τισμούς και συνεχείς βολές. Ανεπαισθήτως, κατ’ αρχάς, η σταδιοδρομία του άρχι­σε να ακολουθεί μια κάπως ιδιόμορφη πορεία. Μερικά από τα επόμενα χρόνια τα πέρασε υπηρετώντας σε μια μικρή φρουρά, η θέση αυτή είχε εντούτοις ορισμένα πλεονεκτήματα. Ο διοικητής του συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε ήταν από τους πρωτοπόρους ως προς την στρατιωτική εκπαίδευση στην Πρωσία, Έτσι είχε οργανώσει σχολή για τα παιδιά των οπλιτών, καθώς και για τους εκτός αποστολών αξιωματικούς και τους κατώτερους αξιωματικούς του, ενώ προέτρεπε τους χαμηλόβαθμους αξιωματικούς να μελετούν θέματα του επαγγέλματος τους, λογοτεχνία και ιστορία. Σ’ αυτό το φιλικό αν και επαρχιακό περιβάλλον, ο Κλαούζεβιτς εξελί­χθηκε αρκετά, ώστε υπέβαλε αίτηση για την εισαγωγή του στη Στρατιωτική Σχολή του Βερολίνου και το καλοκαίρι του 1801, λίγο μετά τα εικοστά πρώτα γενέθλιά του, έγινε δεκτός για τριετή φοίτηση.

Η σχολή είχε αναδιοργανωθεί πρόσφατα από έναν νεοφερμένο στο στρατό, τον Γκέρχαρντ φον Σάρνχορστ, ο οποίος έμελλε να παίξει καίριο ρόλο στην ιστο­ρία της Πρωσίας και στη ζωή του Κλαούζεβιτς. Ο Σάρνχορστ, γιος ενός απόστρατου λοχία του ιππικού, είχε υπηρετήσει στο στρατό από τα δεκαέξι χρόνια του -πρώτα σ’ ένα μικρό γερμανικό πριγκιπάτο και στη συνέχεια στις ένοπλες δυνάμεις του Αννόβερου, όπου είχε αποκτήσει φήμη ως αξιωματικός του πυροβολικού και συγγραφέας στρατιωτικών θεμάτων. Μετά την είσοδο του Αννόβερου στον πόλε­μο εναντίον της Γαλλίας, το 1813. ο Σάρνχορστ έδειξε πως είναι κι ένας εξαιρετικά δραστήριος κατά τις μάχες αξιωματικός. Η φήμη του είχε σαν αποτέλεσμα να δε­χθεί από την Πρωσία μια πρόσκληση που τον καλούσε να υπηρετήσει ως συνταγ­ματάρχης, καθώς κι έναν τίτλο ευγενείας. Έτσι προσχώρησε στον πρωσικό στρα­τό, το 1801. Ανάμεσα στα πολλά άλλα καθήκοντα που ανέλαβε ήταν και. η διοίκη­ση της Στρατιωτικής Σχολής στο Βερολίνο, την οποία πολύ σύντομα μετέτρεψε σ’ έναν από τους αγωγούς μέσω των οποίων ήλπιζε πως θα μπορούσε να εισαγάγει σύγχρονες περί πολέμου ιδέες στον πρωσικό στρατό. Ο Σάρνχορστ ήταν ένας από τους πρώτους σ’ όλο τον κόσμο ο οποίος διέγνωσε και ανέλυσε αντικειμενικά την αλληλοσυνδεση των στρατιωτικών καινοτομιών και των κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών στους Επαναστατικούς Πολέμους. Το πρόβλημα που κατά τη γνώμη του αντιμετώπιζαν οι πολύ ασθενέστερες από τη Γαλλία δυνάμεις της Κεντρικής Ευ­ρώπης ήταν η έγκαιρη αξιοποίηση κάποιων ουσιωδών στοιχείων εκσυγχρονισμού, ώστε να αποτρέψουν τις εχθρικές επιδρομές της Δημοκρατίας και είχε την πεποί­θηση πως η Πρωσία μπορούσε να επιτύχει κάτι τέτοιο. Αυτός ο στοχαστής και στρατιωτικός ήταν ο καλύτερος δάσκαλος που θα μπορούσε να τύχει στον Κλαούζεβιτς. 0 Σάρνχορστ ενθάρρυνε τα ενδιαφέροντα του νεαρού σε θεωρητικά θέμα­τα, ενώ ταυτόχρονα καλλιέργησε τη δυσαρέσκεια του για το συντηρητισμό του πρωσικού στρατού.

Το 1804, ο Κλαούζεβιτς αποφοίτησε πρώτος στην τάξη του και διορίστηκε υπασπιστής του πρίγκιπα Αυγούστου της Πρωσίας. Σύχναζε στην αυλή κι εκεί γνωρίστηκε με την κόμισσα Μαρί Μπρυλ, η οποία ήταν κυρία επί των τιμών της βασιλομήτορος και την οποία σε μερικά χρόνια παντρεύτηκε. Ο Σάρνχορστ τον σύστησε στον εκδότη της πιο σημαντικής στρατιωτικής εφημερίδας στη Γερμανία και σ’ αυτήν ήταν που το 1805 δημοσίευσε το πρώτο άρθρο του, μια μακροσκελή αντίκρουση των στρατηγικών θεωριών του Χάινριχ φον Μπύλοβ. που την εποχή εκείνη ήταν ο πιο πολυδιαβασμένος ερμηνευτής των Ναπολεόντειων Πολέμων.

Ο Μπύλοβ πλεονεκτούσε κατά το ότι είχε επίγνωση πως οι πρόσφατες αλλα­γές στον πόλεμο αποτελούσαν επανάσταση. Όμως. δεν είχε μπορέσει να κατανο­ήσει την ουσία της επανάστασης. Κυρίως εκείνο που δεν ήταν σε θέση ν’ αντιλη­φθεί ήταν η καινούργια σημασία που είχαν αποκτήσει οι μάχες. Αρνιόταν, πάντως, ν’ απορρίψει τους νέους τρόπους ως πρόσκαιρα τεχνάσματα ή αναρχία, όπως έκα­ναν κάποιοι άλλοι συγγραφείς. Αντίθετα έψαχνε για μαθηματικές αρχές που θα αποδείκνυαν τη λογική δομή η οποία υπήρχε κάτω από τη φαινομενικά χαώδη επι­φάνεια. Τυπικό δείγμα των προσπαθειών του είναι ο ισχυρισμός του πως η καταλ­ληλότητα μιας στρατιωτικής επιχείρησης κρίνεται κυρίως από τη γεωμετρική σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον γεωγραφικό αντικειμενικό σκοπό της και στη βάση της Ο Κλαούζεβιτς είδε τον πόλεμο εντελώς διαφορετικά. Το άρθρο του εμπεριέ­χει τρεις βασικές επικρίσεις οι οποίες αξίζει να σημειωθούν, διότι δείχνουν την από­σταση που τον χωρίζει από το έργο ενός τόσο προικισμένου θεωρητικού του πολέ­μου. Διαφωνεί με τον Μπύλοβ ο οποίος ήθελε να μετατρέψει τη διεξαγωγή του πο­λέμου σ’ ένα είδος εφηρμοσμένων μαθηματικών και αναπτύσσει μια πραγματιστική και μεθοδολογικά αυστηρή προσέγγιση.

0 Κλαούζεβιτς πρωτίστως εναντιώθηκε στη μέθοδο του Μπύλοβ ως λανθα­σμένη. Για παράδειγμα ο Μπύλοβ προσδιόριζε τη στρατηγική ως «όλες τις στρα­τιωτικές κινήσεις που πραγματοποιούνται πέραν του βεληνεκούς των κανονιών ή του οπτικού πεδίου του εχθρού». Και ως τακτική προσδιόριζε «όλες εκείνες τις κι­νήσεις που πραγματοποιούνται εντός αυτού του βεληνεκούς». 0 Κλαούζεβιτς. απέρριπτε αυτόν το διαχωρισμό ως επιφανειακό, δέσμιο του χρόνου -αφού θα μπορούσε να επηρεαστεί από τεχνολογικές αλλαγές- και άσχετο, αφού δεν δήλω­νε ποιος ήταν ο σκοπός αυτών των δύο εννοιών. Αντί λοιπόν γι’ αυτή την ορολογία προτείνει ορισμούς που είναι λειτουργικοί και μπορούν να εφαρμοστούν σε κάθε πόλεμο που είχε διεξαχθεί στο παρελθόν ή θα διεξαγόταν στο παρόν και το μέλ­λον. «Η τακτική είναι η θεωρία της χρήσης των ενόπλων δυνάμεων κατά τη μάχη. Στρατηγική είναι η θεωρία για το πώς πρέπει να αξιοποιούνται οι μάχες στους σκοπούς του πολέμου». Δεν χρειάζεται βέβαια να πούμε πως με τον όρο «χρήση» ο Κλαούζεβιτς εννοούσε και την «απειλή χρήσης».

Επιπλέον ο Κλαούζεβιτς θεωρούσε τις περί πολέμου απόψεις του Μπύλοβ. ως μη ρεαλιστικές. 0 Μπύλοβ, βάσιζε την ανάλυση του στη γεωγραφία και τα μαθη­ματικά και δεν λάμβανε υπ’ όψιν του τις ενέργειες των αντιπάλων καθώς και τα φυσικά και ψυχολογικά αποτελέσματα της μάχης. «Στρατηγική, όμως, δεν νοείται χωρίς μάχη, διότι η μάχη είναι η πρώτη ύλη με την οποία λειτουργεί η στρατηγική, είναι το μέσον που αυτή χρησιμοποιεί».

Τελικά, ο Κλαούζεβιτς επέμενε -πράγμα που δεν κάνει ο Μπύλοβ- πως κάθε θεωρία που έχει νόημα θα έπρεπε να μπορεί να περιλάβει όλα εκείνα τα στοιχεία που έχουν άμεση σχέση με το θέμα της. 0 Μπύλοβ, στη βιασύνη του να κατανο­ήσει τη χρήση της βίας. να τη μετατρέψει σε επιστήμη και να την κάνει προβλέ­ψιμη, είχε αποκλείσει ουσιαστικές πλευρές του πολέμου. Μια περί πολέμου θεω­ρία δεν πρέπει να περιέχει μόνο στοιχεία «τα οποία επιδέχονται μαθηματικής ανάλυσης», αποστάσεις επί παραδείγματι και γωνίες προσέγγισης, αλλά και κάθε αστάθμητο παράγοντα, όπως το ηθικό των στρατιωτών και η ψυχολογία των δι­οικητών τους.

Μολονότι ο Κλαούζεβιτς ήθελε να δημιουργήσει όνομα δεν δίστασε να επιση­μάνει τη σύγχυση και τα λάθη του Μπύλοβ. Κύριο μέλημα του ήταν να οικοδομή­σει μια αξιόπιστη θεωρία βάσει της οποίας θα ήλεγχε τη θεωρία του Μπύλοβ και των άλλων και με την οποία θα μπορούσε να προχωρήσει ο ίδιος σε μια ανάλυση του πολέμου που θα ήταν πνευματικά υπερασπίσιμη. Ακόμα και σ’ αυτό το πρώ­ιμο στάδιο του, θεμέλιο της επιχειρηματολογίας του είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ παρατηρήσιμου παρόντος και υποθέσεων οι οποίες αφορούν τα μη υποκείμενα στις μεταβολές του χρόνου φαινόμενα του πολέμου, εκείνα που αποκαλύπτει η ιστορική μελέτη, ο κοινός νους και η λογική. Συμφωνούσε πως η άποψη του Μπύ­λοβ για τη σημασία που έχει η γεωμετρική σχέση ανάμεσα στη βάση των επιχει­ρήσεων και τον αντικειμενικό σκοπό τους ήταν ενδιαφέρουσα και θα μπορούσε να εξηγήσει μεμονωμένες ναπολεόντειες εκστρατείες. Όμως, αν η ιστορία αποδείκνυε πως νικηφόρες εκστρατείες είχαν πραγματοποιηθεί από βάσεις που ο Μπύλοβ τις θεωρούσε ακατάλληλες και μη νικηφόρες από βάσεις που ανταποκρίνονταν στα κριτήρια του και αν η λογική και ο κοινός νους καθώς και η ιστορία και η σύγχρο­νη πραγματικότητα αποδείκνυαν πως ένας αντικειμενικός σκοπός δεν χρειάζεται να είναι στάσιμος, αλλά ίσως είναι και ο στρατός του αντιπάλου, τότε η άποψη του Μπύλοβ δεν ευσταθούσε.

0 Κλαούζεβιτς υποδέχθηκε με αγαλλίαση τον πόλεμο του 1806 θεωρώντας πως αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να σταματήσει η εντατική εκστρατεία του Να­πολέοντα να θέσει υπό την κυριαρχία του την Ευρώπη. Όμως, δεν ήταν απόλυτα βέβαιος για τη νίκη. Ο πρωσικός στρατός ήταν πολυαριθμότερος, η ηγεσία του υπερβολικά διχασμένη ώστε να δύναται ο Σάρνχορστ, αρχηγός του επιτελείου της κύριας δύναμης, να επιβάλει τις απόψεις του, αφού και η οργάνωση του, η διοίκη­ση, ο ανεφοδιασμός του, καθώς και το δόγμα για την τακτική απέκλειαν τις ταχεί­ες επιχειρήσεις. Στη μάχη του Άουερστεντ. ο πρίγκιπας Αύγουστος, που ήταν επι­κεφαλής ενός τάγματος γρεναδιέρων. και ο Κλαούζεβιτς προσπάθησαν ν’ αντιμε­τωπίσουν την ευελιξία των Γάλλων με παρόμοια τακτική και ο Κλαούζεβιτς μετέ­τρεψε το ένα τρίτο των οπλιτών σε ακροβολιστές. Όταν η μάχη χάθηκε, το τάγμα αποτέλεσε τμήμα της οπισθοφυλακής του στρατού που υποχωρούσε μέχρι που εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά του και αναγκάστηκε να παραδοθεί. Ως ανιψιός του βασιλιά, ο πρίγκιπας Αύγουστος είχε μια κάποια αξία για τον Ναπολέοντα. Τον έστειλαν λοιπόν μαζί με τον υπασπιστή του στη Γαλλία όπου και στους δυο τους επιτράπηκε κάποια ελευθερία κινήσεων, αλλά μόνο το φθινόπωρο του 1807, πήραν την άδεια να επιστρέψουν στην Πρωσία.

Οι δέκα αυτοί μήνες, εκτός από την παραμονή του στη Ρωσία, ήταν η μακρύ­τερη περίοδος σ’ όλη τη ζωή του Κλαούζεβιτς που έζησε έξω από τη Γερμανία. Του δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τη γαλλική κοινωνία και τη γαλλική κουλτούρα και να δει υπό νέο πνευματικό και συναισθηματικό πρίσμα τις συνθή­κες που επικρατούσαν στην Πρωσία. Η κριτική που άσκησε για τη συμπεριφορά

και την πολιτική τις οποίες θεωρούσε υπεύθυνες γιο: την ήττα ήταν σκληρή. Η κυβέρνηση δεν είχε χρησιμοποιήσει τον πόλεμο ως όργανο της εξωτερικής πολιτικής της και είχε αφήσει τον εαυτό της να απομονωθεί από πιθανούς συμμάχους, ενώ στη συνέχεια είχε αναθέσει στους στρατιωτικούς ένα καθήκον που τους ήταν αδύ­νατον να το επιτελέσουν. 0 στρατός, παρόλο που ήταν απαρχαιωμένος και ανα­ποτελεσματικός, θα είχε επιτύχει πολύ περισσότερα αν οι ηγέτες του είχαν επιδι­ώξει τη μάχη και δεν επαφίεντο υπερβολικά στην αποτελεσματικότητα των ελιγ­μών προς και από ισχυρές θέσεις. Το κυριότερο, όμως, ήταν πως η πρωσική κοι­νωνία είχε παραμείνει αδιάφορη. Η χώρα αντιμετώπιζε τον πόλεμο ως έργο απο­κλειστικά και μόνο του στρατού. Επειδή η κυβέρνηση είχε κρατήσει την κοινωνία σε κατάσταση παθητικότητας και απόλυτης υποταγής, δεν είχε καταφέρει ν’ ανοί­ξει τους κρουνούς της δυνητικής ενέργειας και του ιδεαλισμού του πληθυσμού. Τώρα πια μόνο επαναστατικές αλλαγές θα μπορούσαν να σώσουν το κράτος5.

Στη διάρκεια των τελευταίων φάσεων του πολέμου, ο Σάρνχορστ έσπευσε ν’ αποδείξει, για μια ακόμα φορά, την αξία του ως μάχιμος στρατιωτικός και ως στρατηγικός σχεδιαστής, με αποτέλεσμα να επιλεγεί ως επικεφαλής μιας επιτρο­πής που έργο της θα είχε να καταστρώσει τα σχέδια για την αναδιοργάνωση του στρατού μετά το πέρας του πολέμου. Πολύ σύντομα ο Σάρνχορστ κατέστησε την επιτροπή αυτή κέντρο μιας νέας εκστρατείας για τον εκσυγχρονισμό των στρατιω­τικών θεσμών, η οποία εκκινούσε από το ανθρώπινο δυναμικό κι έφθανε ως το σχε­διασμό των μουσκέτων και την ανάπτυξη σύγχρονων επιχειρησιακών και τακτικών δογμάτων. Η αντίδραση υπήρξε άμεση και ισχυρή, Μεταρρυθμίσεις τόσο ρηξικέ­λευθες όπως αυτές που πρότεινε ο Σάρνχορστ δεν θα μεταμόρφωναν μόνο το στρατό, αλλά θα επηρέαζαν και την κοινωνία και την οικονομία της χώρας, θα κα­ταργούσαν το οιονεί μονοπώλιο της αριστοκρατίας στο σώμα των αξιωματικών και θα απελευθέρωναν τους απλούς πολίτες από τα δεσμά ενός πεπαλαιωμένου και συχνά απάνθρωπου συστήματος εκγύμνασης και πειθαρχίας. Η σύγκρουση για τις μεταρρυθμίσεις, η οποία στην ουσία ήταν μια σύγκρουση που αφορούσε τον ίδιο το χαρακτήρα του πρωσικού κράτους, συνεχίστηκε με σφοδρότητα επί πέντε ολόκληρα χρόνια. Όταν την άνοιξη του 1808 ο Κλαούζεβιτς άφησε το κατεχόμενο από τους Γάλλους Βερολίνο και πήγε στο Κένιξμπεργκ, την προσωρινή έδρα της πρωσικής κυβέρνησης, συμπεριεληφθη αμέσως στον στενό κύκλο των μεταρρυθμι­στών και απέκτησε μεταξύ των συντηρητικών τη φήμη ενός επικίνδυνου, πιθανόν, ριζοσπάστη. Η φήμη αυτή έμελλε να τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή.

Αρχικά, ο Σάρνχορστ πήρε τον Κλαούζεβιτς ως προσωπικό βοηθό του και ο Κλαούζεβιτς τον βοήθησε να λάβει μυστικά μέτρα για τον επανεξοπλισμό, ενώ πα­ράλληλα έγραφε άρθρα για να εξηγήσει και να προστατέψει τέτοιου είδους ευαί­σθητες καινοτομίες, όπως η αξιοκρατική επιλογή και προαγωγή των χαμηλόβαθ-μων αξιωματικών. Όταν η κυβέρνηση επέστρεψε στο Βερολίνο, ο Κλαούζεβιτς το­ποθετήθηκε επικεφαλής του γραφείου του Σάρνχορστ, μια θέση που τον έθεσε στο κέντρο του μεταρρυθμιστικού κινήματος. Μέσω της επιρροής του Σάρνχορστ. δι­ορίστηκε στο γενικό επιτελείο και στην καινούργια Σχολή Πολέμου όπου έδωσε διαλέξεις για τη στρατηγική και τον ανταρτοπόλεμο. Τον Οκτώβριο του 1810, δι­ορίστηκε στρατιωτικός εκπαιδευτής του διαδόχου του θρόνου και λίγους μήνες αρ­γότερα έγινε μέλος της επιτροπής η οποία είχε αρχίσει να συντάσσει τους νέους επιχειρησιακούς και τακτικούς κανονισμούς για το πεζικό και το ιππικό. Το εύρος των καθηκόντων του όλ’ αυτά τα χρόνια έδωσε στον Κλαούζεβιτς τη σπάνια ευ­καιρία να καταπιαστεί με τα πνευματικά, τεχνικά, οργανωτικά και πολιτικά προ­βλήματα της εκ θεμελίων αναδιοργάνωσης ενός στρατού.

Οι καινούργιες αυτές ευθύνες δεν μείωσαν το ενδιαφέρον του για την επιστη­μονική ανάλυση του πολέμου. Σε δοκίμια και άρθρα που έγραψε στη διάρκεια αυ­τών των χρόνων ξεκαθαρίζει τις ιδέες του για τους σωστούς στόχους και διαδικα­σίες μιας θεωρίας η οποία αναφερόταν σ’ ένα τόσο πολύπλοκο θέμα όσο αυτό του πολέμου. Προβαίνει στη σαφή διάκριση των διαφόρων δυνατοτήτων της θεωρίας – γνωστικών, παιδαγωγικών και ωφελιμιστικών. Στην πρώτη περίπτωση, η λει­τουργία της θεωρίας συνίσταται στο να οικοδομήσει πνευματικά την παρούσα και την παρελθούσα πραγματικότητα, να δείξει πως «κάθε πράγμα συνδέεται με κά­ποιο άλλο να διαχωρίσει το σημαντικό από το μη σημαντικό», να φθάσει στα μη απλοποιήσιμα περαιτέρω στοιχεία του φαινομένου πόλεμος και να ανακαλύψει τις λογικές και δυναμικές σχέσεις που τα συγκροτούν σε συνολικές δομές. Μια θεω­ρία, όμως, την οποία μπορεί να υπερασπίσει κανείς και λογικά και ιστορικά και η οποία αντικατοπτρίζει την παρούσα κατάσταση έχει και παιδαγωγική λειτουργία, αφού βοηθά τους σπουδαστές να οργανώνουν και να αναπτύσσουν για τον πόλε­μο ιδέες τις οποίες αντλούν από τις εμπειρίες τους, τη μελέτη και την ιστορία – η διερεύνηση του παρελθόντος επεκτείνει την πραγματικότητα που κάθε μεμονω­μένο άτομο μπορεί να βιώσει. Η θεωρία δεν οδηγεί ποτέ σε πλήρη κατανόηση, η οποία είναι πράγματι αδύνατον να επιτευχθεί, αλλά ενδυναμώνει και οξύνει την κρίση. Το πρωταρχικό καθήκον της θεωρίας δεν είναι να παράγει δόγματα, νό­μους και κανόνες δράσης. Η γνώση και η εκτέλεση είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά. Όμως, από έγκυρες θεωρίες είναι δυνατόν να προκύψουν χρήσιμα διδάγματα.

Η θεωρία οφείλει να είναι συνολική, να συμπεριλαμβάνει δηλαδή όλες τις πλευρές του αντικειμένου της, είτε του παρόντος είτε του παρελθόντος. Οφείλει ακόμη να βασίζεται επί των σταθερών ή των απολύτων του θέματος της και όχι σε φαινόμενα που μπορεί να είναι πρόσκαιρα ακόμα κι όταν δίνουν την εντύπωση ότι κυριαρχούν στον πόλεμο. Οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι ήταν ένα πρόσκαιρο φαινό­μενο. Παράδειγμα των απολύτων είναι η πολιτική και κοινωνική φύση του πολέμου και η ψυχολογία του στρατιωτικού διοικητή. Τα απόλυτα χρησιμεύουν ως οργα­νωτικές αρχές της θεωρίας. Όλα τα άλλα φαινόμενα εξαρτώνται απ’ αυτά και εί­ναι συνδεδεμένα -συχνά έμμεσα- το ένα με το άλλο. Πρόκειται για δεσμούς που η θεωρία οφείλει να τους αποκαλύψει. 0 Κλαούζεβιτς το 1808 σημείωνε πως το αντίθετο μιας τέτοιας διανοητικής κατασκευής, όπου αφήνεται κάποιος λογικού μεγέθους χώρος για κάθε είδους τρέχουσα ή συνακόλουθη παρατήρηση και εμβά­θυνση, είναι η πρακτική που ακολουθούν συγγραφείς όπως ο Μπύλοβ ή ο Ζομινί προκειμένου να οικοδομήσουν οριστικά δόγματα γύρω από σκέψεις και παραδο­χές στις οποίες κατέληξαν εντελώς τυχαία, να γενικεύσουν δηλαδή με βάση ιδέες που έχουν περιορισμένη ή πρόσκαιρη εγκυρότητα.

Η θεωρία οφείλει να υπόκειται συνεχώς στη δοκιμασία της πραγματικότητας. Δεν μπορεί εν ονόματι της λογικής να επιμένει κανείς σε κάτι που η πραγματικό­τητα το αντικρούει. Η πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή αποδεικνύεται στενότε­ρη της θεωρίας. Οι πόλεμοι, για παράδειγμα, του δέκατου όγδοου αιώνα δεν εξα­ντλούν όλες τις δυνατότητες του πολέμου, ούτε και οι εκστρατείες του Ναπολέο­ντα. Συγχρόνως όμως, επειδή η πραγματικότητα αλλάζει συνεχώς και σημαδεύε­ται από το απρόβλεπτο και το αστάθμητο, καμιά θεωρία δεν μπορεί να την αντα­νακλά πλήρως, πολλώ δε μάλλον να την εξηγεί. Η θεωρία οφείλει να είναι εύκα­μπτη και ανοικτή ώστε να λαμβάνει υπ’ όψιν της τα αστάθμητα και πρέπει να έχει δυνατότητες για περαιτέρω ανάπτυξη6.

Πολλές απ’ αυτές τις ιδέες ήταν δάνεικες από τη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού και την επιστημονική σκέψη της εποχής, πράγμα που δεν σημαίνει βέ­βαια πως ο Κλαούζεβιτς ασχολούνταν εις βάθος με τη φιλοσοφία. Ως νεαρός αξιω­ματικός είχε παρακολουθήσει κάποιες εισαγωγικές διαλέξεις για τη λογική και την ηθική τις οποίες έκανε ο Γιόχαν Γκότφριντ Κιζεβέτερ, ένας εκλαϊκευτής του Καντ, και στη συνέχεια αλλά και αργότερα διάβασε βιβλία και άρθρα για τα μαθηματικά, τη φιλοσοφία και τη θεωρία της αισθητικής για την οποία κατέληξε να πιστεύ­ει πως είχε κάποια σχέση με την ανάλυση του πολέμου – επί παραδείγματι, στο θέμα του χειρισμού του ταλέντου και της ιδιοφυΐας. Κυρίως άντλησε τις ιδέες του από δεύτερο και τρίτο χέρι μέσα από το πολιτισμικό περιβάλλον όπου ζούσε. Πα­ραδείγματος χάριν, η χρήση της έννοιας της πολικότητας -ο χωρισμός δηλαδή και η σύνδεση του ενεργητικού με το παθητικό και του θετικού με το αρνητικό- την οποία και εφήρμοσε για ν’ αναλύσει τη σχέση της άμυνας με την επίθεση, καθώς και η διαλεκτική ανάπτυξη των ιδεών με τη μέθοδο θέση-αντίθεση. η οποία ήταν κοινό κτήμα όλων των μορφωμένων Γερμανών της εποχής. Όμως, αν τα συστατικά του θεωρητικού συστήματος που διατύπωσε κατά τα χρόνια των μεταρρυθμίσεων ήταν παράγωγα, ο Κλαούζεβιτς στάθηκε μοναδικός στη συστηματική εφαρμογή αυτών των ιδεών πάνω σε φαινόμενα που η υπερβατική φιλοσοφία δεν τα θεωρού­σε «πραγματικά» ή τα θεωρούσε πραγματικά με μια απλοϊκή έννοια. Η πραγμα­τικότητα την οποία επιζητούσε να κατανοήσει ο Κλαούζεβιτς δεν ήταν η αφηρημέ­νη πραγματικότητα του καθαρού λόγου, αλλά τα συγκεκριμένα πνευματικά και ψυχολογικά συστατικά της πολιτικής και στρατιωτικής ζωής7.

Η έκρηξη του πολέμου ανάμεσα στην Αυστρία και τη Γαλλία, το 1809, έκανε τον Κλαούζεβιτς να ελπίσει πως ο Ναπολέων είχε ξεπεράσει τα όρια του. Ζήτησε να του δοθεί θέση στον αυστριακό στρατό και μόνο η ξαφνική ανακωχή, μετά τη γαλλική νίκη στο Βάγκραμ, τον κράτησε στην Πρωσία. Τα μετέπειτα χρόνια δεν απέρριψε ποτέ εντελώς την πιθανότητα μιας ένοπλης εξέγερσης στη Γερμανία. Όταν στα τέλη του 1811. ο Ναπολέων εξανάγκασε την Πρωσία να τον αφήσει να χρησιμοποιήσει το έδαφος της ως βάση για την εισβολή του στη Ρωσία και να συμ­μετάσχει στη Μεγάλη Στρατιά με 20.000 άνδρες, ο Κλαούζεβιτς ήταν ένας απ’ αυ­τούς που αντιτάχθηκε ανοικτά σ αυτό που ο ίδιος ονόμαζε παράδοση και η οποία ήταν γι’ αυτόν και αντιηρωική και πολιτικά άστοχη. Έτσι, μαζί με άλλους τριάντα περίπου αξιωματικούς, παραιτήθηκε από τη θέση του επιβεβαιώνοντας μ’ αυτήν του την κίνηση τη φήμη του πως ήταν ένας άνθρωπος που έβαζε τις προσωπικές του αξίες υπεράνω της πολιτικής του βασιλιά. Κατά τον πόλεμο του 1812, υπηρέτησε ως συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού σε διάφορες επιτελικές θέσεις όπου όμως ήταν λίγο πολύ παρατηρητής, διότι γνώριζε ελάχιστα ρωσικά. Ωστόσο, προς το τέλος της εκστρατείας βρήκε την ευκαιρία να καταφέρει ένα πλήγμα κατά των Γάλλων, καθώς βοήθησε να πεισθεί ο επικεφαλής του πρωσικού επικουρικού σώματος, στρατηγός φον Γιορκ. να από­σχει από τη Μεγάλη Στρατιά και να αδρανοποιήσει τη δύναμη που είχε υπό τις διαταγές του. Η αποκαλούμενη Συνθήκη του Τάουρογκεν, την οποία έκλεισε ο Γιορκ με τον Ρώσο κόμη Βιτγκτενστάιν. στο επιτελείο του οποίου υπηρετούσε ο Κλαούζεβιτς. όχι μόνον εμπόδισε τους Γάλλους να ανασυνταχθούν στα ρωσικά σύ­νορα, αλλά έδωσε και το επαναστατικό μήνυμα πως υπό ορισμένες συνθήκες η συ­νείδηση ή η πολιτική κρίση ενός Πρώσου αξιωματικού ήταν υπέρτερη του όρκου υπακοής του.

0 Κλαούζεβιτς επέστρεψε στην Ανατολική Πρωσία, μαζί με τον Γιορκ κι εκεί κατέστρωσε ένα σχέδιο για τη δημιουργία της επαρχιακής πολιτοφυλακής – μια ακόμα πράξη επαναστατικής, δυνητικά, σημασίας, αφού 20.000 άνδρες βρέθηκαν υπό τα όπλα χωρίς την άδεια του βασιλιά. Όταν τελικά η Πρωσία προσχώρησε, τον Μάρτιο του 1813, στον πόλεμο κατά της Γαλλίας, ο βασιλιάς Φρειδερίκος-Γουλιέλμος ο Γ’ αντάμειψε την ανεξαρτησία που είχε επιδείξει ο Κλαούζεβιτς με την απόρριψη της αίτησης του για επανένταξη του στον πρωσικό στρατό. Ο Κλαούζε­βιτς φορώντας πάντα τη ρωσική στολή ενεργούσε ως ανεπίσημος υπασπιστής του Σάρνχορστ ως τη μάχη του Γκρόσγκερσεν. όπου ο Σάρνχορστ πληγώθηκε θανάσι­μα. Το καλοκαίρι του 1813, ο Κλαούζεβιτς υπηρέτησε ως αρχηγός του επιτελείου μιας μικρής συμμαχικής δύναμης που εκκαθάρισε στις ακτές της Βαλτικής από τους Γάλλους. Όταν επιτέλους επανήλθε στον πρωσικό στρατό, διορίστηκε αρχη­γός του επιτελείου του τρίτου σώματος, το οποίο, στη διάρκεια των Εκατό Ημε­ρών, καθήλωσε στη μάχη του Βάβρε τον Γκρουσύ και τον εμπόδισε να ενισχύσει τον Ναπολέοντα στο Βατερλώ.

Η καχυποψία με την οποία αντιμετώπιζαν τον Κλαούζεβιτς οι συντηρητικοί τόσο της αυλής όσο και του στρατού είναι βέβαιο πως τον εμπόδισε να καταλάβει τις σημαντικές θέσεις στις οποίες ήθελαν να τον τοποθετήσουν οι φίλοι του. Παρ’ όλ’ αυτά, κατά το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, ελάχιστοι αξιωματικοί της ηλικίας του διέθεταν τόσο ποικίλες όσο αυτός εμπειρίες οι οποίες κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα, από τα επιτελικά καθήκοντα μέχρι τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη συμμετοχή σε πολιτικο-στρατιωτικές αποφάσεις υψίστης σημασίας. Το μεταρρυθ­μιστικό κίνημα του οποίου είχε χρηματίσει δραστήριο αλλά όχι εξέχον μέλος είχε καταφέρει μέσα σε λίγα χρόνια να αναζωογονήσει τον πρωσικό στρατό και να τον μετατρέψει από έναν από τους πιο δυσκίνητους οργανισμούς του παλαιού καθε­στώτος σε μια δύναμη που από πολλές απόψεις ήταν πια ανώτερη και από τις γαλλικές στρατιές. Συνδεδεμένες με τις καινοτομίες αυτές ήταν οι κοινωνικές αλ­λαγές οι οποίες όμως δεν προχώρησαν όσο ήθελαν οι μεταρρυθμιστές. Καθώς η Πρωσία άρχισε να επιστρέφει σ’ έναν αυστηρό συντηρητισμό, ο Κλαούζεβιτς αντέ­δρασε στην προσωπική και πολιτική του απογοήτευση, απαρνούμενος τις υπερβο­λικές προσδοκίες που είχε εναποθέσει στο ιδεώδες μεταρρυθμισμένο κράτος. Ο έντονος και συχνά επικριτικός πατριωτισμός των είκοσι και τριάντα χρόνων του υποχώρησε και έδωσε τη θέση του σε μια εξισορροπημένη άποψη για τη χώρα του. Ήδη από το 1814 είχε διαφωνήσει μ’ ένα φίλο του που ζητούσε τη σύναψη μιας εκδικητικής ειρήνης. Η Γαλλία, υποστήριζε, δεν πρέπει να εξασθενήσει πέρα από ένα ορισμένο σημείο, διότι είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ισορροπίας ισχύος στην Ευρώπη. Στην πολιτική επίσης, είχε αρχίσει να γίνεται περισσότερο παρατηρητής παρά επαναστάτης.

Κατά τα πρώτα χρόνια της ειρήνης, ο Κλαούζεβιτς χρημάτισε αρχηγός του επιτελείου των πρωσικών δυνάμεων στη Ρηνανία. Το 1818. όταν ήταν τριάντα οκτώ χρονών, του προσφέρθηκε η θέση του διοικητή της Σχολής Πολέμου στο Βε­ρολίνο. Επρόκειτο για μια θέση διοικητική που τη δέχθηκε χωρίς ενθουσιασμό και προήχθη στο βαθμό του υποστρατήγου. Προσπάθησε να διοριστεί πρέσβης στην αυλή του Αγίου Ιακώβου* αλλά για μια ακόμα φορά η φήμη του για ανεξαρτησία και πολιτική αναξιοπιστία υπονόμευσαν τις προσπάθειες του με αποτέλεσμα να μην το πετύχει. Το 1816, ξανάρχισε να μελετά στρατιωτική ιστορία και θεωρία μετά την αναγκαστική διακοπή που είχε προκαλέσει ο εντεινόμενος κατά του Να­πολέοντα πόλεμος. Τα υπόλοιπα δεκαπέντε χρόνια της ζωής του έγραφε πολυά­ριθμες ιστορίες για τους πολέμους και τις εκστρατείες, καθώς επίσης και μια βιο­γραφική μελέτη για τον Σάρνχορστ η οποία δημοσιεύτηκε από τον Ράνκε. Έγραψε ακόμα μερικά εξαιρετικά πρωτότυπα πολιτικά δοκίμια και μια ιστορία της Πρωσίας πριν και μετά από την ήττα του 1806, έργο που εξακολουθεί και παραμένει ένα από τα καλύτερα ερμηνευτικά εκείνων των χρόνων. Το 1819. άρχισε να γράφει το Περί Πολέμου και τα επόμενα οκτώ χρόνια συμπλήρωσε τα έξι από τα οκτώ μέρη που λογάριαζε να περιλάβει το βιβλίο καθώς και σχεδιάσματα των βιβλίων VII και VIΠ. Όμως, το 1827 κατέληξε να συνειδητοποιήσει πως το έργο του δεν αναδεί­κνυε με επαρκή ενάργεια δυο από τις σταθερές που είχε διαγνώσει στα είκοσι του χρόνια και οι οποίες αποτελούσαν κύρια στοιχεία της θεωρίας του, δηλαδή την πο­λιτική φύση του πολέμου και τις δύο βασικές μορφές τον. Σ’ ένα σημείωμα του που εξηγεί την ανάγκη για εκτεταμένες αναθεωρήσεις του έργου γράφει:

«Εξετάζω τα έξι πρώτα βιβλία τα οποία είναι ήδη καθαρογραμμένα ως άμορφη μάζα που χρειάζεται επεξεργασία. Η αναθεώρηση θα προβάλει με μεγαλύτερη συ­νολικά ενάργεια τους δύο τύπους πολέμου σε όλα τους τα σημεία…. 0 πόλεμος μπορεί να είναι δύο ειδών, με την έννοια πως ο αντικειμενικός του σκο­πός είτε είναι η καταστροφή τον εχθρού -να τον καταστήσουμε δηλαδή πολιτικά ανή­μπορο ή στρατιωτικά ανίκανο αναγκάζοντάς τον έτσι να υπογράψει οποιαδήποτε συνθήκη ειρήνης Θέλουμε- είτε είναι η κατάληψη ορισμένων συνοριακών περιοχών τον, έτσι ώστε να είμαστε σε θέση ή να τις προσαρτήσουμε ή να τις χρησιμοποιήσουμε ως διαπραγματευτικό όπλο στις .συζητήσεις για τη σύναψη ειρήνης. Μεταβάσεις από τη μια μορφή πολέμου στην άλλη θα παρουσιαστούν στο πόνημα μου, αλλά το ότι οι αντικειμενικοί σκοποί αυτών των δύο τύπων πολέμου είναι τελείως διαφορε­τικοί πρέπει να είναι σαφές σε κάθε εποχή και τα σημεία.-όπου αυτοί δεν συμπί­πτουν να. προβάλλονται ευκρινώς.

Η διάκριση ανάμεσα στις δύο μορφές πολέμου είναι όντως γεγονός. Όμως την ίδια πρακτική αξία έχει και η σημασία ενός άλλου σημείου που πρέπει συγκεκριμένα να προβληθεί όσο πιο καθαρά γίνεται, δηλαδή ότι υ πόλεμος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Αν έχουμε πάντα αυτό στο νου μας, θα διευκολυνθούμε κατά πολύ στη μελέτη του θέματος το οποίο και κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορεί ν’ ανα­λυθεί ευκολότερα στο σύνολο του»8.

Προτού αρχίσει τις αναθεωρήσεις, ο Κλαούζεβιτς έγραψε ιστορίες με θέμα τις εκστρατείες του Ναπολέοντα στην Ιταλία και το Βατερλό, προκειμένου να κατα­δείξει πληρέστερα πως είχαν αποδειχθεί έμπρακτα οι απόψεις του για τη διττή μορφή και τον πολιτικό χαρακτήρα του πολέμου. Ωστόσο, μπόρεσε ν’ αναθεωρή­σει μερικά μόνο κεφάλαια του βιβλίου του, διότι το 1830 διορίστηκε επιθεωρητής πυροβολικού και αναγκάστηκε ν’ αφήσει κατά μέρος το Περί Πολέμου σύγγραμμα του. Λίγο αργότερα, την ίδια εκείνη χρονιά που η Επανάσταση του Ιουλίου στη Γαλλία και η πολωνική εξέγερση κατά της Ρωσίας δημιούργησαν βάσιμους φόβους για έναν πανευρωπαϊκό πόλεμο, η Πρωσία κινητοποίησε μέρος των ενόπλων δυνά­μεων της και ο Κλαούζεβιτς διορίστηκε αρχηγός του επιτελείου των δυνάμεων αυ­τών. Η μεγάλη επιδημία χολέρας που ξεκίνησε από τη Ρωσία και την Πολωνία και απλώθηκε ο όλη την Κεντρική και τη Δυτική Ευρώπη, προκάλεσε, τον Νοέμβριοτου 1831. το θάνατο του. Ήταν τότε πενήντα ενός ετών.

Π

Το Περί Πολέμου είναι χωρισμένο σε 128 κεφάλαια και τμήματα ομαδοποιημένα σε 8 βιβλία9. Το πρώτο βιβλίο, «Περί της Φύσεως του Πολέμου», καθορίζει τα κύρια χαρακτηριστικά του πολέμου μέσα στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο και διακρι­βώνει τα στοιχεία εκείνα που ενυπάρχουν πάντα κατά τη διεξαγωγή του πολέμου: Κίνδυνος, σωματική και διανοητική προσπάθεια, ψυχολογικοί παράγοντες και τα πολλαπλά εμπόδια που εμφιλοχωρούν στην πραγμάτωση των προθέσεων, τα οποία ο Κλαούζεβιτς, τα εντάσσει συνολικά στον όρο «τριβή». Το δεύτερο βιβλίο, «Περί της Θεωρίας του Πολέμου», σκιαγραφεί τις πιθανότητες και τα όρια της θε­ωρίας. Το τρίτο βιβλίο, «Γενικά περί της Στρατηγικής», δεν περιέχει μόνο κεφά­λαια που αναφέρονται στην ισχύ, το χρόνο και το χώρο, αλλά και μια πιο ενδελεχή εξέταση των ψυχολογικών στοιχείων – σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς όλ’ αυτά συν­θέτουν τα «λειτουργικά στοιχεία του πολέμου»10. Το τέταρτο βιβλίο, «Η Εμπλο­κή», εξετάζει την «ουσιαστική στρατιωτική δραστηριότητα, δηλαδή τη μάχη, η οποία, λόγω των υλικών και ψυχολογικών αποτελεσμάτων που επιφέρει, περιλαμ­βάνει σε απλή ή σύνθετη μορφή το συνολικό αντικείμενο του πολέμου»11. Το πέ­μπτο βιβλίο, «Στρατιωτικές Δυνάμεις», το έκτο, «Αμυνα» και το έβδομο, «Η Επίθεση» -τα τρία δηλαδή πιο συμβατικά στρατιωτικά τμήματα του έργου- επεξη­γούν και επεξεργάζονται λεπτομερώς τα προηγούμενα επιχειρήματα. Τέλος, το όγδοο βιβλίο «Πολεμικά Σχέδια», επανέρχεται στα πιο ενδιαφέροντα θέματα του πρώτου βιβλίου, εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στον θεωρητικά «απόλυτο» πόλεμο και τον πραγματικό πόλεμο και με ένα πλήθος θεωρητικών και ιστορικών δοκιμίων μεγίστης πρωτοτυπίας αναλύει τον πολιτικό χαρακτήρα του πολέμου και την αλ­ληλεπίδραση που υπάρχει μεταξύ πολιτικής και στρατηγικής.

Με μόνη ίσως εξαίρεση το πέμπτο βιβλίο, «Στρατιωτικές Δυνάμεις», το υλικό του οποίου δεν είναι απόλυτα ικανοποιητικά καταταγμένο, στα υπόλοιπα βιβλία η ύλη είναι οργανωμένη απολύτως λογικά. Αρχίζει με μια γενική επισκόπηση του θέ­ματος την οποία κάνει στο εναρκτήριο κεφάλαιο και προχωρεί στην εξέταση της φύσης του πολέμου, στους αντικειμενικούς σκοπούς του και στις δυσκολίες που παρουσιάζει η θεωρία. Στα βιβλία ΠΙ ως VII πραγματεύεται τα θέματα της στρατηγικής και τη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Το έργο καταλήγει με μια ανάλυση των πιο σημαντικών λειτουργιών της πολιτικής και στρατιωτικής ηγε­σίας κατά τη διάρκεια του πολέμου και ενσωματώνει πληρέστερα τον πόλεμο στην κοινωνική και πολιτική αλληλεπίδραση.

Ακόμα και αυτή η τόσο σύντομη σκιαγράφηση δείχνει πως ο Κλαούζεβιτς έθε­σε στον εαυτό του δύο στόχους: 0 πρώτος ήταν να διεισδύσει μέσω μιας λογικής ανάλυσης στην ουσία του απόλυτου πολέμου, δηλαδή του «ιδεώδους» πολέμου σύμφωνα με τη φιλοσοφία της εποχής εκείνης, και ο δεύτερος να κατανοήσει τον πόλεμο στις διάφορες μορφές του ως κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο, καθώς και τη στρατηγική, την τακτική και επιχειρησιακή πλευρά του. Όμως, ο φιλοσοφικός του στόχος, αυτός που αφορούσε καθαρά τη μελέτη, ήταν γι αυτόν κάτι παραπά­νω από μια πνευματική άσκηση, από ένα παιχνίδι αφηρημένων εννοιών που έχουν ελάχιστη επίδραση στην πραγματικότητα. 0 Κλαούζεβιτς ήταν πεπεισμένος πως η θεωρητική ανάλυση μόνο δεν μπορούσε να προσφέρει τα μέσα για να γίνει κα­τανοητή η απίστευτη ποικιλία μορφών που παρουσιάζει ο πραγματικός κόσμος. Με την ανάλυση, άλλωστε, του πραγματικού πολέμου ελέγχεται και η αξιοπιστία, της θεωρίας. Σύμφωνα με την παρομοίωση του Κλαούζεβιτς «Ακριβώς όπως μερι­κά δέντρα κάνουν καρπό μόνο αν δεν ψηλώσουν πολύ, έτσι και τα άνθη και τα φύλλα της θεωρίας πρέπει να κλαδεύονται ώστε το φυτό να κρατιέται κοντά στο δικό του έδαφος, που είναι η πείρα».

Η οργάνωση του έργου σε οκτώ κύρια μέρη δεν αποτελεί, όμως. ένα σίγουρο οδηγό για τον αναγνώστη. Η διάκριση μεταξύ των μερών είναι πολύ λιγότερο εν­διαφέρουσα από το πλέγμα θεμάτων και επιχειρημάτων το οποίο τα συνδέει. Κα­μιά φορά μια ιδέα προσδιορίζεται με απόλυτα μονομερή σαφήνεια για να παραλλαχθεί λίγα κεφάλαια παρακάτω και να αποχτήσει καινούργιες διαστάσεις, καθώς εμπλέκεται με άλλες προτάσεις και παρατηρήσεις. Η θέση ακολουθείται από την αντίθεση και τα χαρακτηριστικά ενός φαινομένου καθορίζονται τελικά μέσω της ανάλυσης του αντιθέτου του. Η εξέταση, σε αφηρημένο επίπεδο, του πολέμου εναλλάσσεται με την εφαρμογή στον πραγματικό πόλεμο των διαφόρων αναλυτι­κών επινοήσεων, όπως είναι η θεωρία του σκοπού και των μέσων ή οι μεγίστης ση­μασίας ιδέες περί τριβής και ιδιοφυίας, καθώς και κάποιες προτάσεις ήσσονος ση­μασίας, όπως αυτές που αναφέρονται στην υφιστάμενη μεταξύ άμυνας και επίθε­σης σχέση και οι λεπτομερείς παρατηρήσεις επιχειρησιακής και τακτικής μορφής, βασισμένες όλες σε αποδείξεις αντλημένες από την ιστορία13. Το κείμενο χαρακτη­ρίζεται από ρυθμό, διασταυρούμενες αναφορές και νύξεις που δεν αντλούνται μόνο από άλλα τμήματα του βιβλίου, αλλά και από τις εμπειρίες του συγγραφέα και της γενιάς του. Όλο το έργο έχει μια εσωτερική ενότητα η οποία ξεπερνά αυτή του εξωτερικού σχεδιασμού του και το διατρέχουν δύο διαλεκτικές σχέσεις που και τις δυο τους τις εισάγει το εναρκτήριο κεφάλαιο του: Η σχέση, δηλαδή, μετα­ξύ του πολέμου στη θεωρία και του πραγματικού πολέμου και η σχέση ανάμεσα στους τρεις παράγοντες που συνθέτουν τον πόλεμο- τη βία, το ρόλο της τύχης και της πιθανότητας και τη λογική.

Το μόνο στοιχείο που διακρίνει τον πόλεμο από τις άλλες ανθρώπινες δραστη­ριότητες είναι η οργανωμένη ομαδική βία. 0 πόλεμος είναι «μια πράξη βίας και δεν υπάρχουν λογικά όρια στην εφαρμογή της βίας». Δεν πρόκειται για τη «δρά­ση μιας ζωντανής δύναμης πάνω σε μια άψυχη μάζα (η ολοκληρωτική έλλειψη αντί­στασης δεν είναι πόλεμος), αλλά για τη σύγκρουση δυο ζωντανών δυνάμεων». Κα­μιά από τις δυο πλευρές δεν ελέγχει απόλυτα τις ενέργειες της και καθένας από τους αντιπάλους υπαγορεύει κατά κάποιο τρόπο στον άλλον το πώς να ενεργήσει. Συνεπώς. καθώς καθένας τους προσπαθεί να νικήσει τον άλλον, οι προσπάθειες τους κλιμακώνονται. «Μια σύγκρουση δυνάμεων που δρα ελεύθερα και υπακούει μόνο στους δικούς της νόμους φθάνει κάποια στιγμή στα άκρα, στον απόλυτο, δη­λαδή, πόλεμο που σημαίνει απόλυτη βία η οποία καταλήγει στην ολική καταστρο­φή της μιας πλευράς από την άλλη».

Τη θέση πως ο ιδεώδης πόλεμος είναι ο ολοκληρωτικός την ακολουθεί η αντί­θεση πως ο πόλεμος, έστω και θεωρητικά, επηρεάζεται πάντα από δυνάμεις έξω και πέρα απ’ αυτόν. 0 πόλεμος, με άλλα λόγια, επηρεάζεται από τα διάφορα χα­ρακτηριστικά των κρατών που συγκρούονται, καθώς και από τα γενικά χαρακτηριστικά της εποχής κατά την οποία διεξάγεται – τα πολιτικά, οικονομικά, τεχνο­λογικά και κοινωνικά στοιχεία της. Όλ’ αυτά μπορούν να εμποδίσουν την κλιμά­κωση του και την κατάληξη του στην ολοκληρωτική βία. Επιπλέον, αν πρόκειται για κάποιον ιδιόμορφο πόλεμο που δεν επιδιώκει την ολική καταστροφή του αντιπάλου του, αλλά έχει έναν πιο περιορισμένο στόχο, τότε ακόμα. και η θεωρία δεν επιδιώκει την κλιμάκωση ως τα έσχατα όρια. Η βίο: Εξακολουθεί και είναι πάντα η ουσία, η καθοριστική ιδέα ακόμα» και σε περιορισμένους πολέμους που επιδιώκουν περιορισμένους σκοπούς. Σε τέτοιες όμως περιπτώσεις, η ουσία του πολέμου δεν απαιτεί την πληρέστατη έκφραση της. Η ιδέα του απόλυτου πολέμου και η ιδέα του περιορισμένου πολέμου συνθέτουν τη διττή φύση του πολέμου.

Στον πραγματικό κόσμο, το απόλυτο μετριάζεται πάντα, μόλο που ορισμένες φορές —όπως σε κάποιες απ’ τις ναπολεόντειες εκστρατείες ή στις προσπάθειες μιας πρωτόγονης φυλής να εξοντώσει μια άλλη— σχεδόν το προσεγγίζουμε. Ο πό­λεμος δεν είναι ποτέ μια μεμονωμένη πράξη, αλλά αποτέλεσμα και άλλων δυνά­μεων οι οποίες μπορούν να τον επηρεάσουν ή και να μετριάσουν ακόμα τη βιαιό­τητα του. Ούτε. όμως, αποτελείται από μία αποφασιστική πράξη ή μια σειρά ταυ­τόχρονων πράξεων. Αν ο πόλεμος ήταν ένα σύντομο, ανεμπόδιστο χτύπημα, οι προετοιμασίες γι’ αυτόν 6α έτειναν προς κάτι ολικό, αφού στην περίπτωση αυτή «καμιά παράλειψη δεν θα μπορούσε να διορθωθεί εκ των υστέρων». Όμως, στην πραγματικότητα, ο πόλεμος είναι μια μακροχρόνια ή βραχυχρόνια διαδοχή βίαιων πράξεων η οποία απαιτεί το σχεδιασμό, τη συγκέντρωση των προσπαθειών, την ανάκτηση της ενεργητικότητας και όλ’ αυτά από μέρους και των δυο ή περισσο­τέρων ανταγωνιστών που αλληλεπιδρούν. Οι ανταγωνιστικοί αντικειμενικοί στρα­τιωτικοί σκοποί και το μέγεθος της προσπάθειας που θα πρέπει να καταβληθεί καθορίζονται από ποικίλα στοιχεία εντός των αντιμαχόμενων κοινωνιών, από την «ελεύθερη βούληση» της ηγεσίας, η οποία μπορεί να προσαρμόζεται ή όχι προς τις αντικειμενικές πραγματικότητες και από τα πολιτικά κίνητρα του πολέμου. «Ο πόλεμος είναι απλώς η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα».

Η θέση του Κλαούζεβιτς για τη διττή φύση του πολέμου δημιουργεί μια βάση για την ανάλυση όλων των πράξεων οργανωμένης μαζικής βίας, από τους πολέ­μους εκμηδένισης ως τις ένοπλες επιδείξεις οι οποίες διαφέρουν από τους άλλους διπλωματικούς ελιγμούς μόνο λόγω της άμεσης απειλής της βίας. Η θέση, όμως, αυτή αποκλείει να Θεωρηθεί οποιοδήποτε είδος πολέμου ως ο κανόνας που θα έπρεπε να καθορίζει την πολιτική, ως το στερεότυπο βάσει του οποίου συγκρίνο­νται όλοι οι πόλεμοι.

Η αναγνώριση εκ μέρους του Κλαούζεβιτς τον πολιτικού χαρακτήρα του πο­λέμου ενισχύει την επισήμανση που εκφράζεται στη διττή φύση του πολέμου, ότι ο πόλεμος δεν είναι μια αυτόνομη ή μεμονωμένη πράξη. Η κατανίκηση των ενόπλων

δυνάμεων του αντιπάλου και. της θέλησης του να τις χρησιμοποιήσει δεν είναι αυ­τοσκοπός αλλά ένα. μέσον για να πετάει κανείς πολιτικούς στόχους, Η βία πρέπει να εκφράζει πολιτικούς σκοπούς και να τους εκφράζει με ορθολογικό ωφελιμιστικό τρόπο δεν θα έπρεπε να μετατρέπεται σε πολιτικό σκοπό ούτε να τον εξαφανίζει.

Συνεπώς, εκείνη που πρέπει τελικά να ελέγχει και να κατευθύνει τη διεξαγω­γή του πολέμου είναι η πολιτική ηγεσία. Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να εκτοπί­ζει τούς στρατιωτικούς κατά το σχεδιασμό και τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Πρέπει, παράλληλα, να φροντίζει να μην τους ζητά τα αδύνατα και να συνεργάζε­ται με τους ανώτατους στρατιωτικούς διοικητές κατά την ανάπτυξη μιας συνολικής πολιτικής. Άλλωστε, οι ένοπλες δυνάμεις δεν είναι αυτοσκοπός. Αποτελούν όργανο που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί.Ο Κλαούζεβιτς απαιτώντας την υποταγή της στρατιωτικής ηγεσίας στην πολιτική ηγεσία πόρρω απέχει από το να εκφράσει κά­ποια ιδεολογική προτίμηση. Απλώς η ανάλυση του για την πολιτική φύση και τους σκοπούς του πολέμου τον οδηγεί σ ένα λογικό συμπέρασμα.

Ακριβώς επειδή ο πόλεμος είναι συνέχιση της πολιτικής, «δεν τίθεται δέμα για μια καθαρά στρατιωτική αξιολόγηση του μεγάλου στρατηγικού ζητήματος ούτε για ένα καθαρά στρατιωτικό σχέδιο προς επίλυση του». Αν το απαιτεί η πολιτική, οι ένοπλες δυνάμεις πρέπει να αρκεσθούν σε μερική δραστηριοποίηση των εφεδρειών και σε περιορισμένα επιτεύγματα ή πρέπει να είναι έτοιμες να θυσιαστούν και ούτε η κοινωνία ούτε η κυβέρνηση θα έπρεπε να θεωρούν τη θυσία τους ως κάτι πέρα από την αποστολή τους, αν η θυσία τους αυτή εκφράζει μια ορθολογική πολιτική.

Αυτά είναι μερικά από τα πιο σημαντικά, συμπεράσματα της θεωρίας του Κλαούζεβιτς για τη διττή φύση του πολέμου και για την πολιτική φύση του πολέ­μου, για τον πόλεμο στην πραγματικότητα. Η δεύτερη μεγάλη διαλεκτική σχέση που διατρέχει και τα οχτώ βιβλία του Περί Πολέμου περιέχεται στο θεώρημα ότι ο πραγματικός πόλεμος αποτελείται από τρία στοιχεία. 0 Κλαούζεβιτς διακήρυσσε πως οι δεσπόζουσες τάσεις τον πολέμου τον «κάνουν μια αξιοθαύμαστη τριάδα» συντιθέμενη από βία και πάθος, αβεβαιότητα, τύχη, πιθανότητα και πολιτικούς σκοπούς και αποτελέσματα.

Η ανάλυση του πολέμου εν γένει ή η κατανόηση ενός συγκεκριμένου πολέμου, αλλά και ο σχεδιασμός και η διεξαγωγή κάθε πολέμου απαιτούν τη μελέτη και την εκμετάλλευση των τριών αυτών στοιχείων. Οποιαδήποτε θεωρία ή πολιτική 8α αποτύγχανε αν αγνοούσε ένα απ’ αυτά ή επικέντρωνε την προσοχή της σε κάποια μόνο από τα συστατικά στοιχεία τους -επί παραδείγματι στον στρατιωτικό τομέα του δεύτερου στοιχείου: Πώς Θα μπορούσε να επιτύχει ο σχεδιασμός, η ηγεσία και η προσπάθεια στην πορεία της αβέβαιης διαδικασίας κατανίκησης του εχθρού. Το ίδιο όμως ανεπαρκής θα ήταν και η θεώρηση εκείνη που θα ασχολούνταν πρωτί­στως με τις πολιτικές μόνο -πλευρές του πολέμου ή με τα αισθήματα που εκφρά­ζονται στη διάρκεια του ή προκαλούνται απ’ αυτόν.

Η θεωρία και η ηγεσία 8α πρέπει να αιωρούνται (για να μεταχειριστούμε τη μεταφορά του Κλαούζεβιτς) μεταξύ των τριών μαγνητών: Της βίας, της τύχης και της πολιτικής, οι οποίοι σε κάθε πόλεμο επηρεάζουν ο ένας τον άλλον.

Έχοντας διακριβώσει τους τρεις παράγοντες που συνθέτουν τον πόλεμο, ο Κλαούζεβιτς όρισε τον καθένα ως το κύριο πεδίο δράσης ενός διαφορετικού τμή­ματος της κοινωνίας. Συνολικά. θεώρησε ότι το πρώτο στοιχείο, η βία και το πά­θος, αφορά κυρίως το λαό. Το δεύτερο, η αβεβαιότητα δηλαδή και η τύχη, προσφέ­ρει πρωταρχικά πεδίο δράσης στο θάρρος, την αποφασιστικότητα και την Επιδε­ξιότητα του στρατιωτικού διοικητή και των δυνάμεων του· ενώ το τρίτο, η πολιτι­κή, «είναι δουλειά αποκλειστικά των κυβερνήσεων».

Οι υποθέσεις αυτές -που έγιναν προφανώς για να διευκολυνθεί η θεωρητική διαύγεια – είναι φυσικά εξαιρετικά υποκειμενικές. Αποκαλύπτουν την επηρεασμέ­νη από την ιστορία θέση που παίρνει ο συγγραφέας του Περί Πολέμου, ένας στρα­τιωτικός που θεωρεί τον εαυτό του υπηρέτη του πρωσικού κράτους και προστάτη μιας κοινωνίας που τα πρωτόγονα συναισθήματα της πρέπει κανείς να τα χρησιμο­ποιεί, αλλά και να τα κρατά υπό έλεγχο. Κατά την άποψη του, καθήκον της πολι­τικής ηγεσίας είναι να αντλεί από το δυναμισμό της κοινωνίας χωρίς όμως να υπο­κύπτει στην άλογη δύναμη της: Οι κυβερνήσεις διοχετεύουν τον ψυχικό δυναμισμό σε ορθολογικές πολιτικές, τις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις βοηθούν να περατωθούν. Ακόμα και στις κάπως πειραματικές διατυπώσεις του Κλαούζεβιτς, οι σχέσεις αυτές -μίσος και βία που ταυτίζονται κυρίως με τον πληθυσμό, τύχη και πιθανό­τητα που ταυτίζονται με τις ένοπλες δυνάμεις και τους διοικητές τους, συνετή πο­λιτική που ταυτίζεται με την κυβέρνηση- είναι αμφισβητήσιμης εγκυρότητας. Στους Ναπολεόντειους Πο7ιέμους -για να αντλήσουμε κι εμείς από την αγαπημένη πηγή παραδειγμάτων του Κλαούζεβιτς – το πάθος και η βιαιότητα του αυτοκρά­τορα είχαν μεγαλύτερη βαρύτητα από το οποιοδήποτε μίσος μπορεί να έτρεφε ο γαλλικός λαός για την υπόλοιπη Ευρώπη. Στα τελευταία τουλάχιστον χρόνια της αυτοκρατορίας, ο καταπονημένος από τους πολέμους λαός δείχνει να διαθέτει πολύ περισσότερο από τον αυτοκράτορα αυτό που ονομάζουμε κοινό νου, εκείνη την ιδιαίτερα εντυπωσιακή μορφή ορθολογικότητας. Όμως, οι σχέσεις τις οποίες υποδεικνύει ο Κλαούζεβιτς —προφανώς προϊόντα προσωπικής εμπειρίας που επη­ρεάζουν τόσο την ψυχολογία όσο και την πνευματική και την πολιτική του θεώρη­ση- δεν αποδυναμώνουν την εγκυρότητα και την αναλυτική ισχύ του τριμερούς ορισμού: Ότι δηλαδή ο πόλεμος συντίθεται πάντα και υφίσταται εντός των επι­κρατειών της βίας, της τύχης και της πολιτικής.

Η τριάδα βία, τύχη και πολιτική εμπεριέχει την ανάπτυξη της βίας μεταξύ των κρατών, από την προετοιμασία και την έναρξη των εχθροπραξιών ως την υπογραφή της ειρήνης αλλά και πέρα απ αυτήν. Οι ενέργειες και τα γεγονότα που συνθέτουν τον πόλεμο βρίσκουν συνήθως τη θέση τους σε κάποια απ’ αυτές τις τρεις παραμέτρους και πολύ συχνά και στις τρεις τους, αλλά για να τις κατάστησει κανείς επιδεκτικές ανάλυσης, να αναγνωρίσει τις. σχέσεις τους και να αποτραπείη εξαιτίας τους διάλυση του αναλυτικού πλαισίου, πρέπει ο όγκος των πραγματικών στοιχείων να καταταγεί σε ομάδες και να εξεταστεί χωριστά. Για το λόγο αυτό ο Κλαούζεβιτς ανέπτυξε ποικίλες μεθόδους οι οποίες ξεκινούν από τη γενική σημασία και φθάνουν ως τα ιδιαίτερα επιχειρησιακά χαρακτηριστικά. Απ’ αυτό· πιο γε­νικές είναι οι ιδέες της τριβής και της ιδιοφυίας.                                         »:’
Η τριβή αναφέρεται στις αβεβαιότητες, στα λάθη, στα ατυχήματα, στις τεχνικές δυσκολίες, στα απρόβλεπτα, καθώς και στα αποτελέσματα που έχουν ολ’αυτά στις αποφάσεις, στο ηθικό και στις ενέργειες.

Η τριβή είναι η μόνη έννοια που ανταποκρίνεται λίγο πολύ στους παράγοντες που διακρίνουν τον πραγματικό πόλεμο από τον πόλεμο στα χαρτιά. Η στρατιωτική μηχανή… είναι βασικά πολύ απλή και συνεπώς εύχρηστη. Πρέπει, όμως, να έχουμε οπ’ όψιν μας πως κανένα από τα στοιχεία που τη συνθέτουν δεν αποτελείται από ενα μόνο τμήμα: Καθένα απ’ αυτά αποτελείται από άτομα που το καθένα έχει τη δυνατότητα τριβής. Ένα σύνταγμα αποτελείται από άτομα από τα οποία και το πιο ασήμαντο μπορεί να καθυστερήσει την εξέλιξη των πραγμάτων ή να τα κάνει να πάρουν λάθος δρόμο. Οι συνυφασμένοι με τον πόλεμο κίνδυνοι και η φυσική προ­σπάθεια [την οποία]απαιτεί ο πόλεμος… επιτείνουν το πρόβλημα…
Αυτή η τρομακτική τριβή, η οποία δεν μπορεί να περιοριστεί, όπως στη μηχανική, σε ελάχιστα μόνο σημεία, βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την τύχη και προκαλεί επιπτώσεις που δεν δύνανται να υπολογιστούν… Μία απ’ αυτές είναι, για παράδειγμα, ο καιρός. Η ομίχλη μπορεί να εμποδίσει την έγκαιρη ανίχνευση του εχθρού, τις βολές του πυροβολικού την κατάλληλη στιγμή ή την άφιξη μιας αναφοράς στα γρα­φεία της διοίκησης. Η βροχή μπορεί να εμποδίσει την έγκαιρη άφιξη μιας μεραρχίας ή να καθυστερήσει άλλη, μετατρέποντας μια πορεία τριών ωρών σε οκτώ, να κατα­στρέψει μια έφοδο του ιππικού, επειδή τα άλογα θα βουλιάζουν στη λάσπη κ.τ.λ..
Η δράση κατά τη διάρκεια του πολέμου είναι όπως η κίνηση μέσα σ’ ένα ανθιστάμενο στοιχείο. Όπως ακριβώς οι απλούστερες και οι πιο φυσικές κινήσεις, π.χ. το βάδισμα, δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν μέσα στο νερό. Έτσι και στον πόλεμο είναι πολύ δύσκολο κανονικές προσπάθειες να επιφέρουν έστω και μέτρια αποτελέσματα.

Η τριβή, όπως επιλέξαμε να ονομάζουμε το φαινόμενο αυτό, είναι η δύναμη που κάνει δύσκολα τα. οφθαλμοφανώς εύκολα.

Το απόσπασμα αυτό, που κινείται παλινδρομικά μεταξύ αφηρημένου και συγκεκριμένου, είναι χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο σκέπτεται και εκφρά­ζεται 0 Κλαούζεβιτς, καθώς σκιαγραφεί ορισμένες από τις πολλές ψυχολογικές αλλά και τις απρόσωπες πιθανότητες της τριβής. Η τριβή, με τη μια ή την άλλη μορφή της, είναι πάντα, παρούσα και θα δεσπόζει στον πόλεμο αν δεν υπάρχει ως αντίβαρο της η δημιουργική χρησιμοποίηση της πνευματικής και συναισθηματικής ενέργειας. Η εξυπνάδα και η αποφασιστικότητα μπορούν ως έναν τουλάχιστον βαθμό να ξεπεράσουν την τριβή, να εκμεταλλευθούν την τύχη και να μετατρέψουν το απρόβλεπτο σε πλεονέκτημα.. Εν συνεχεία, οι δυνάμεις αυτές 6α έπρεπε ν ο. υποβληθούν σε ανάλυση. Όπως ακριβώς η θεωρία δεν θα έπρεπε ν: αγνοεί τους αστάθμητους παράγοντες και την ιδιομορφία των γεγονότων «τα οποία διακρί­νουν τον πραγματικό πόλεμο από τον πόλεμο στα χαρτιά», έτσι. οφείλει ταυτόχρο­να να λαμβάνει συχνά οπ’ όψιν της τις ποιοτικά απροσδιόριστες δυνάμεις της τρι­βής κατά τη μάχη: Την πνευματική, δηλαδή, και ψυχολογική δύναμη του διοικητή και των υφισταμένων του, το ηθικό, το φρόνημα και την αυτοπεποίθηση των στρα­τιωτών, καθώς και ορισμένες πρόσκαιρες ή μόνιμες τάσεις της κοινωνίας όπως αυ­τές αντικατοπτρίζονται στους στρατιώτες – ενθουσιασμός για τον πόλεμο, πολιτι­κή νομιμοφροσύνη, ενεργητικότητα.

Το Περί Πολέμου εξετάζει αυτές τις ιδιότητες άμεσα «ως ψυχολογικά στοιχεία η στοιχεία του ηθικού» και έμμεσα μέσω της «ιδιοφυίας». Η χρήση του όρου ιδιοφυία μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο δεν μας λέει και πολλά πράγματα παρά μόνο αν κατανοήσουμε πως για τον Κλαούζεβιτς ο όρος αυτός δεν καλύπτει απλώς τα εξαιρετικά άτομα, αλλά και τις ικανότητες και τα αισθήματα πάνω στα οποία βα­σίζεται η συμπεριφορά των συνηθισμένων ανθρώπων: «Δεν μπορούμε να περιορί­σουμε την εξέταση μας σ’ αυτή καθ εαυτή την ιδιοφυία, θεωρώντας την ως τον υπέρτατο βαθμό ταλέντου… Εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να επισκοπήσου­με όλ’ αυτά τα χαρίσματα του νου και της ιδιοσυγκρασίας τα οποία συνδυαζόμε­να επηρεάζουν τη στρατιωτική δοαστηριότητα. Όλ’ αυτά μαζί συνθέτουν την ου­σία της στρατιωτικής ιδιοφυΐας». Πρωτοτυπία και δημιουργικότητα στο υπέρτα­το σημείο -έτσι προσδιορίζουν την ιδιοφυία η ιδεαλιστική φιλοσοφία και ο όψιμος Διαφωτισμός- και μ’ αυτή την έννοια χρησιμοποιείται από τον Κλαούζεβιτς, προ­κειμένου να καθορίσει και να ερμηνεύσει τις γενικές πνευματικές και ψυχικές ιδιό­τητες, καθώς αυτές αντιπροσώπευαν και βοηθούσαν να εξηγηθεί η ελευθερία βού­λησης και δράσης την οποία διαθέτει κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Η ψυχολογική δια­μόρφωση των μεγάλων ανδρών -των ιδιοφυϊών- διαφωτίζει τα συναισθήματα όλων των ανθρώπων, ακριβώς όπως η έννοια του απόλυτου πολέμου φωτίζει όλους τους πολέμους.

0 τρόπος διαμόρφωσης της εννοιολογίας και πραγμάτευσης των ψυχολογικών χαρακτηριστικών μπορεί να φαίνεται περίπλοκος, χωρίς να συντρέχει ανάγκη. Ο Κλαούζεβιτς οδηγήθηκε σ’ αυτόν από την πρωτόγονη κατάσταση της πειθαρχήσε-ως της ψυχολογίας στην εποχή του. Στο «Περί της Στρατιωτικής ιδιοφυΐας» κεφά­λαιο του Περί Πολέμου αναφέρεται στην ψυχολογία ως ένα «σκοτεινό πεδίο» και σε ένα επόμενο κεφάλαιο εκφράζει τη λύπη του που τα ψυχολογικά στοιχεία δεν μπορεί να υπαχθούν στην ακαδημαϊκή γνώση. Δεν δύνανται να ταξινομηθούν ή να καταμετρηθούν. Πρέπει να γίνουν αντιληπτά διά της κατανόησης ή της διαίσθη­σης. Παρόλο, όμως, που υπάρχουν σοβαρές αιτιολογήσεις όσον αφορά την προ­σέγγιση του, είναι μοιραίο η προσέγγιση αυτή να μην είναι κατά κάποιο τρόπο ικανοποιητική. Η απαρίθμηση των ψυχολογικών χαρακτηριστικών παραμένει συμ­βατική και οι υποθέσεις του για τη σχέση που αυτές έχουν με τον πόλεμο, μολο­νότι ανταποκρίνονται πλήρως στον κοινό νου και χαρακτηρίζονται από εκλάμψεις εξυπνάδας, πάσχουν, όπως παραδεχόταν και ο ίδιος, από το ιμπρεσιονιστικό εκεί­νο ελάττωμα από το οποίο κατηγορεί πως πάσχουν τα κείμενα άλλων θεωρητι­κών. Τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του μεγάλου ηγέτη είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο ο Κλαούζεβιτς ερμηνεύει τα αισθήματα και τις ικανότητες του μέσου ανθρώπου. Όμως, γοητευμένος καθώς ήταν από τον Ναπολέοντα και τον Φρειδε­ρίκο, οι οποίοι ήταν ικανοί για μεγάλα κατορθώματα, περιορίζει συνήθως την ανά­λυση του στα εξαιρετικά τους ταλέντα.

Η μονομέρεια αυτή δεν μειώνει, εντούτοις, τη σημασία του γεγονότος ότι ο Κλαούζεβιτς ενσωμάτωσε την ψυχολογία στη θεωρία του ως μια μείζονα συνιστώ­σα. Ήδη, από την Αρχαιότητα, οι συγγραφείς τόνιζαν τη σημασία που έχουν τα συναισθήματα κατά τον πόλεμο. Όμως, πέρα από την περιγραφή επιθυμητών και ανεπιθύμητων χαρακτηριστικών, δεν είχαν εγκύψει λεπτομερώς στο θέμα. Κατά την διάρκεια των Επαναστατικών Πολέμων, ορισμένοι συγγραφείς είχαν υπογραμ­μίσει τη σημασία του άλογου στοιχείου συνδέοντας το με τη δύναμη του τυχαίου και είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως είτε η ψυχολογία των στρατιωτών ήταν κάτι πολύ σκοτεινό είτε πως ο πόλεμος κάτι υπερβολικά άναρχο που δεν ήταν δυ­νατόν να υπαχθεί σε επιστημονικές αναλύσεις. 0 Κλαούζεβιτς έκανε το αποφασι­στικό βήμα και τοποθέτησε την ανάλυση των ψυχολογικών δυνάμεων στο επίκε­ντρο της μελέτης του για τον πόλεμο. Ακολουθώντας την καντιανή φιλοσοφία, δι­έγνωσε πως ορισμένα πράγματα δεν ήταν δυνατόν να γίνουν εντελώς κατανοητά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έπρεπε να αγνοηθούν. Στο Περί Πολέμου καθιστά την ψυχολογία του στρατιώτη, του διοικητή και της κοινωνίας την οποία αυτοί υπηρε­τούν ουσιώδες τμήμα της θεωρίας του για τον πόλεμο. Καθώς στις αρχές του ει­κοστού αιώνα αναπτύχθηκε μια πιο συνολική και δυναμική θεωρία για την ανθρώ­πινη συμπεριφορά, το- ψυχολογικό περιεχόμενο της θεωρητικής κατασκευής του Κλαούζεβιτς ενισχύθηκε χωρίς να επηρεαστεί δυσμενώς ο τριμερής ορισμός του για τον πόλεμο ή η διαλεκτική σχέση την οποία αυτός τοποθετούσε μεταξύ της «ιδιοφυΐας» -των ψυχολογικών απαρχών της πρωτοβουλίας και άλλων μορφών στρατιωτικής δημιουργικότητας- και της «τριβής»

Η αλληλεπίδραση τους καθορίζει κάθε σύγκρουση, κάδε είδους εμπλοκή, μι­κρή ή μεγάλη, ανάμεσα στους αντιπάλους. Όλ’ αυτά τα συστατικά μέρη ο Κλαούζεβιτς τα κατέταξε εννοιολογικά και κατά κατηγορίες με μια σειρά προτάσεων οι οποίες παρά τη σημασία τους έχουν πολύ πιο περιορισμένη εφαρμογή από τις έννοιες της τριβής και της ιδιοφυΐας. Οι δύο θέσεις που μνημονεύθηκαν ήδη περί αμοιβαίας σχέσης των αντιπάλων και της τάσης τους να κλιμακώνουν τις προσπά­θειες τους, δίνει αφορμή για τη θέση του ως προς την αλληλεξάρτηση που υπάρχει μεταξύ επίθεσης και άμυνας τόσο στη στρατηγική όσο και στην τακτική. Μια άλλη πρόταση του υποστηρίζει πως για λόγους χρόνου, χώρου και δραστηριότη­τας, η επίθεση εξασθενεί βαθμιαία μέχρι να καταλήξει σ’ ένα «κορυφαίο σημείο» – στο σημείο δηλαδή εκείνο πέρα από το οποίο ο επιτιθέμενος δεν μπορεί να υπε­ρασπίσει εύκολα τον εαυτό του από αντεπιθέσεις. Μια τρίτη θέση του υποστηρί­ζει πως η άμυνα συντίθεται τόσο από αντεπιθέσεις όσο και από την αντίσταση, κατά τον ίδιο τρόπο που η επίθεση συντίθεται από επιθέσεις, παύσεις και αντι­στάσεις.

Για να αναλύσει τον πόλεμο στο σύνολο του ο Κλαούζεβιτς κατέφυγε στη με­λέτη των διαφόρων μορφών που παίρνει μια σύγκρουση. Αυτή η δευτερεύουσα κατηγορία θεωρημάτων εξακολουθεί και εφαρμόζεται σε όλους τους πολέμους — το «κορυφαίο σημείο» μίας επίθεσης μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και στη μάχη μεταξύ δύο φυλών κατά τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκε στην προέλαση των Γερ­μανών στον ποταμό Μάρνη το 1914 ή στην εισβολή της Βόρειας Κορέας στη Νότια, τον Ιούνιο του 1950. Όμως, ο τρόπος που ο Κλαούζεβιτς διεξέρχεται τις μορφές αυτές δεν αντικατοπτρίζει τόσο τις ιδιαίτερες εμπειρίες της γενιάς του όσο τις σκέψεις του για τη βασική ιδιοσυστασία του πολέμου. Επειδή αφορά τις ενέργειες δυνάμεων στο πεδίο της μάχης, η ανάλυση του βασίζεται κυρίως στους Επαναστα­τικούς Πολέμους και αυτούς της ναπολεόντειας εποχής —τους πιο πρόσφατους γι’ αυτόν ευρείας κλίμακας πολέμους—, ενώ. για να φωτίσει το χαρακτήρα των επιδρομών και άλλων μικρής κλίμακας επιχειρήσεων αναφέρεται συχνά στα πρώτα χρόνια του ως στρατιωτικού στις εκστρατείες των συμμάχων στους Συνασπισμούς κατά της Γαλλίας, τη δεκαετία του 1790.

Τα θεωρήματα αυτά και η εξέταση των επιμέρους θεμάτων που πηγάζουν απ’ αυτά, συνθέτουν την άμεση πραγματικότητα η οποία προμήθευσε με πολύ από την πρώτη ύλη τις θεωρίες του Κλαούζεβιτς. Όμως, είχαν μια ακόμα λειτουργία η οποία επηρέασε άμεσα τον πυρήνα ολόκληρης της θεωρητικής προσπάθειας του. Έδειξαν πως μολονότι οι μεγαλύτερες επιδράσεις του πολέμου, όπου η λογική, το συναίσθημα και το παιχνίδι των αστάθμητων παραγόντων κρίνουν τη μοίρα εθνών :αι κοινωνιών, έθεταν τρομερές δυσκολίες για τη θεωρία, κάποιοι άλλοι μεγάλοι αν και σχετικά δευτερεύοντες τομείς του πολέμου ήταν εύκολο να αναλυθούν, αποδεικνύοντας έτσι πως μια θεωρία περί του πολέμου ήταν όντως δυνατόν να αναπτυχθεί. 0 ίδιος έγραφε στο τέλος της ζωής του:

Είναι πολύ δύσκολο καθήκον να οικοδομήσει κανείς μια επιστημονική θεωρία για την τέχνη του πολέμου και έχουν αποτύχει τόσες πολλές απόπειρες που οι περισ­σότεροι λένε πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει, στο μέτρο που η θεωρία ασχολεί­ται με θέματα για τα οποία δεν μπορούν να υπάρξουν σταθεροί νόμοι. Θα μπορού­σε κανείς να συμφωνήσει και να εγκαταλείψει την προσπάθεια, αν δεν υπήρχε το οφθαλμοφανές γεγονός πως μπορεί να παρατεθεί χωρίς δυσκολία μια ολόκληρη σει­ρά θεωρημάτων: Ότι η άμυνα είναι η ισχυρότερη μορφή μιας μάχης με αρνητικό όμως σκοπό και ότι η επίθεση είναι η ασθενέστερη μορφή μιας μάχης αλλά με θετι­κό σκοπό- ότι οι μεγάλες επιτυχίες βοηθούν στην επίτευξη μικρότερων, έτσι ώστε τα αποτελέσματα της στρατηγικής να μπορούν να ανιχνευθούν σε κάποια κομβικά στοιχεία· ότι η επίδειξη δύναμης είναι ασθενέστερη από την αληθινή επίθεση και γι’ αυτό πρέπει να είναι σαφώς αιτιολογημένη, ότι νίκη δεν είναι μόνο η κατάληψη του πεδίου της μάχης, αλλά και η εκμηδένιση των φυσικών και ψυχικών δυνάμεων του αντιπάλου… ότι η επιτυχία είναι πάντα μεγαλύτερη στο σημείο όπου συντελέστηκε μια νίκη… ότι μια αντίθετη-κίνηση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο από τη γενική ανωτερότητα ή την ύπαρξη γραμμών επικοινωνίας πολύ καλύτερων από εκείνες του αντιπάλου ότι η κατάληψη πλευρικών θέσεων πρέπει να γίνεται με την ίδια προσο­χή- και ότι κάθε επίθεση χάνει, κατά την εξέλιξη της, την ορμητικότητα της.

Πολλές από αυτές τις υποδείξεις δεν ήταν -όπως πίστευε ο Κλαούζεβιτς- αυ­ταπόδεικτες για τους αναγνώστες του. Επί παραδείγματι, ο ισχυρισμός του πως η άμυνα ήταν η ισχυρότερη μορφή αγώνα παρανοήθηκε και απορρίφθηκε από γε­νεές ολόκληρες Γερμανών στρατιωτικών που την αναλυτική ικανότητα τους τη θό­λωνε η γεωπολιτική θέση της χώρας τους. Όμως. για τον Κλαούζεβιτς, η διαλεκτι­κή λογική της δράσης-αντίδρασης, που καμία ιδεολογική προκατάληψη δεν τον εμπόδιζε να την ακολουθεί ως το αναγκαίο συμπέρασμα της, έδινε τη βεβαιότητα την οποία σαφώς η πραγματιστική θεώρηση του λαχταρούσε: Η βία σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο και συνεπώς η βία σ’ όλα τα επίπεδα μπορούσε να αναλυ­θεί και να ελεγχθεί πνευματικά.

Για να συμπληρώσουμε αυτή τη σύνοψη των κυρίων θεμάτων του Περί Πολέμου πρέπει να επιστρέψουμε στις ιδέες του Κλαούζεβιτς για τη λειτουργία και τη σχέ­ση των αντικειμενικών σκοπών και των μέσων, που διατρέχουν όλο του το έργο. Οι πολιτικοί λόγοι για τους οποίους διεξάγεται ένας πόλεμος καθορίζουν και τα μέσα που χρησιμοποιούνται σ’ αυτόν, καθώς και το είδος και το βαθμό της απαιτούμενης προσπάθειας. 0 πολεμικός σκοπός θα έπρεπε επίσης να καθορίζει τον στρατιωτικό αντικειμενικό σκοπό. Καμιά φορά αυτοί οι δύο ταυτίζονται. 0 Κλαούζεβιτς δίνει ως παράδειγμα έναν πόλεμο που διεξάγεται για την κατάληψη μίας συγκεκριμένης περιοχής. Σε άλλες περιπτώσεις, «ο πολιτικός αντικειμενικός σκοπός δεν παρέχει έναν κατάλληλο στρατιωτικό αντικειμενικό σκοπό, οπότε πρέπει να υιοθετηθεί κά­ποιος άλλος στρατιωτικός αντικειμενικός σκοπός που να εξυπηρετεί τον πολιτικό σκοπό». Για να καταστρέψει κανείς το πολιτικό σύστημα του αντιπάλου του μπορεί να χρειαστεί να καταστρέψει τις ένοπλες δυνάμεις του ή να καταλάβει τα πολιτικά και οικονομικά κέντρα του ή και τα δύο. Για να προστατέψει κανείς τον εαυτό του από επίθεση, μπορεί να είναι αρκετό να κρατήσει μακριά τις επιτιθέμενες δυνάμεις. Ή είναι πιθανό να χρειαστεί να καταστρέφει τις βάσεις τους ή να κα­ταστεί αναγκαίο να αυξήσει, με άλλους τρόπους, τόσο πολύ το τίμημα των περαι­τέρω εχθροπραξιών που ο αντίπαλος να παραιτηθεί της προσπάθειας του.

Ο στρατιωτικός αντικειμενικός σκοπός εξαρτάται από τον πολιτικό σκοπό, αλλά και από την πολιτική και στρατιωτική πολιτική του αντιπάλου, καθώς -και από την κατάσταση και τους πόρους των δύο αντιπάλων και θα έπρεπε να είναι ανάλογος προς αυτούς τους δυο παράγοντες. Τα μέσα του πολέμου είναι ή η χρή­ση βίας ή η απειλή για χρήση βίας. Η βία πρέπει να είναι η αρμόζουσα και ανάλογος προς τον στρατιωτικό αντικειμενικό σκοπό και τον επιδιωκόμενο πολιτικό σκοπό. Η σχέση μεταξύ σκοπού, αντικειμενικού σκοπού και μέσων υφίσταται τόσο στην τακτική και στις επιχειρήσεις όσο και στη στρατηγική και τη συνολική διεξα­γωγή του πολέμου.

Όταν δοθεί α’ ένα σύνταγμα η διαταγή να απωθήσει τον εχθρό από ένα λόφο ή μια γέφυρα, ο πραγματικός συνήθως σκοπός είναι κανονικά η κατάληψη αυτού ακριβώς του σημείου. Η εκμηδένιση των δυνάμεων του εχθρού είναι απλώς ένα μέσον για την επίτευξη κάποιου σκοπού, δηλαδή είναι δευτερεύουσα. Αν με μια απλή επίδει­ξη δύναμης μπορεί να ωθήσει κανείς τον εχθρό να εγκαταλείψει τη θέση του, τότε ο αντικειμενικός σκοπός έχει επιτευχθεί. Όμως, κατά κανόνα, οι λόφοι και οι γέφυρες καταλαμβάνονται για να επιφέρουν μεγαλύτερη ζημιά στον εχθρό. Όμως, αν αυτό συμβαίνει στο πεδίο της μάχης, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο θέατρο των επιχειρήσεων, όπου δεν έχουμε πλέον αντιμέτωπους δύο στρατούς αλλά δύο κράτη,    δύο λαούς, δυο έθνη. Η διαβάθμιση των στόχων στα διάφορα επίπεδα διοίκησης θα διαχωρίσει περαιτέρω τα πρώτα μέσα απ’ τον τελικό αντικειμενικό σκοπό».

Σε τακτικό και επιχειρησιακό επίπεδο, το πολιτικό στοιχείο είναι συνήθως : απομακρυσμένο, αλλά δυνητικά είναι πάντα παρόν. Επιπλέον, κάθε στρατιωτική ενέργεια μπορεί να έχει άμεσες ή έμμεσες πολιτικές επιπτώσεις. Από τον αγώνα μερικών στρατιωτών ως τη σύγκρουση στρατών και τα πνευματικά και συναισθη­ματικά πεδία μαχών της μεγάλης στρατηγικής και τις υπέρτατες πολιτικές αποφάσεις, το πλέγμα σκοπών, αντικειμενικών σκοπών και μέσων καθορίσει τα γεγο­νότα και θα έπρεπε να οδηγεί τη σκέψη και τη συμπεριφορά των αντιπάλων.

IV

Μια προσεκτικότερη ανάγνωση του μεγαλύτερου μέρους του έργου Περί Πολέμου δίνει την εντύπωση πως αυτό εκφράζει απλώς τον κοινό νου. Ακόμα και τα πιο αφαιρετικά αποσπάσματα του, αν αναλυθούν, επισημαίνουν γενικώς αυταπόδει­κτα γεγονότα ή αποκαλύπτουν επιπτώσεις οι οποίες έπονται υποχρεωτικά. Η επι­κέντρωση στο οικείο ήταν ένας από τους σκοπούς του Κλαούζεβιτς, όταν έγραφε το βιβλίο αυτό. Το: προβλήματα που μελέτησε δεν ήταν καινούργια και δεν τον εν­διέφερε να προτείνει καινούργιες λύσεις γι’ αυτά. Εκείνο που βασικά ήθελε ήταν να αποσαφηνίσει γνωστά φαινόμενα και να τα επανατοποθετήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί η θεωρία να καταπιαστεί μ’ αυτά ενώ, εν συνεχεία, η εννοιολογική διαμόρφωση αυτών των φαινομένων συνέβαλε στο συνολικό θεωρητικό οικοδόμη­μα. Παράδειγμα η εφεύρεση του όρου «τριβή». Είναι γνωστό σ’ όλους πως οι απροσδόκητες αλλαγές καιρού, η παρανόηση διαταγών, καθώς και διάφορα ατυ­χήματα μπορούν να επηρεάσουν τα γεγονότα. Συμπεριλαμβάνοντας όλ’ αυτά τα συμβάντα στην έννοια της τριβής, ο Κλαούζεβιτς τα μετατρέπει από ιδέες μιας οι­κείας τυχαιότητας σε σταθερή συνιστώσα μιας αναλυτικής περιγραφής η οποία επιδιώκει να εξηγήσει το θέμα της.

Θα όφειλε κανείς να επισημάνει, εντούτοις, πως η περιγραφή του είναι ατελής κι αυτό όχι επειδή το βιβλίο του έμεινε ημιτελές. Το Περί Πολέμου περιέχει μια συ­νολική ανάλυση της στρατηγικής, των επιχειρήσεων και της τακτικής των Ναπολε­όντειων Πολέμων, καθώς και του υποβάθρου τους που είναι αυτό του δέκατου όγδοου αιώνα. Δεν λαμβάνονται ωστόσο υπ’ όψιν οι πιο πολλοί απ’ τους τεχνολο­γικούς διοικητικούς και οργανωτικούς παράγοντες. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα και ο θεσμός της καθολικής στρατιωτικής θητείας, ο κυριότερος δηλαδή μο­χλός των καινούργιων μηχανισμών για την παραγωγή στρατιωτικής ικανότητας, δεν εξετάζεται ενδελεχώς μόλο που γίνεται αναφορά σ’ αυτόν και τονίζεται ο ρό­λος που παίζει στο να γίνει ο πόλεμος πιο δυναμικός και καταστροφικός. Το Περί Πολέμου ασχολείται αποκλειστικά μ’ αυτά που ο Κλαούζεβιτς θεωρούσε πως ήταν τα υπέρτατα θέματα: Τον πολιτικό, δηλαδή, και στρατιωτικό σχεδιασμό και τη δι­εξαγωγή των εχθροπραξιών.

Η θεωρία περί πολέμου η οποία, αναδύεται απ’ αυτήν τη μερική άποψη και τη συνοδεύει μοιάζει εξίσου ατελής και αυτό όχι μόνο επειδή δεν αναφέρεται άμεσα στο ρόλο που παίζουν τα διοικητικά και τα θεσμικά στοιχεία στον πόλεμο και οι τεχνολογικές αλλαγές ή στη θεμελιώδη σημασία των οικονομικών, αλλά και επειδή εκτός από κάποια αναφορά σε μια δυο αμφίβιες επιχειρήσεις, αγνοεί παντελώς τον κατά θάλασσα πόλεμο. Ο Κλαούζεβιτς έχει επικριθεί συχνά για την αδυναμία του να ξεπεράσει τις εμπειρίες του μιας αποκλεισμένης από τη θάλασσα μοναρχίας και να κατανοήσει το άλλο μισό του πολέμου στην εποχή του. Όμως. η κριτική αυτή συγχέει τη θεωρία του με τις εμπειρίες από τις οποίες η θεωρία αυτή ξεπήδησε. Είναι, όντως, δυνατόν να αναλύσει και να αναπτύξει κανείς ένα θέμα χωρίς να παραθέσει εξαντλητικά παραδείγματα, Η τριβή, η κλιμάκωση, το αλληλένδετο μεταξύ επίθεσης και άμυνας υφίστανται και στον χερσαίο πόλεμο και στον θαλάσσιο ή υποθαλάσσιο πόλεμο. Είναι λοιπόν λάθος να θεωρούμε πως η θεωρητική δομή του Περί Πολέμου είναι ατελής βάσει του επιχειρήματος πως τα παραδείγμα­τα του έχουν αντληθεί μόνο από τις μορφές του πολέμου εκείνου που ο ίδιος γνώριζε καλύτερα και γι’ αυτό και τον ενδιέφεραν περισσότερο.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την έλλειψη μιας συστηματικής ανάλυσης του ρόλου που παίζουν στον πόλεμο η τεχνολογία και τα οικονομικά. 0 Κλαούζεβιτς θεωρεί δεδομένο το ότι η τεχνολογική ανάπτυξη, οποία συντελείται λόγω των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών, επηρεάζει αδιάκοπα τόσο την τακτική όσο και τη στρατηγική. Το Περί Πολέμου περιέχει πολυάριθμες αναφορές σ’ αυτό το βασικό θέμα. Ούτε. όμως, αγνοεί και την εξάρτηση των στρατιωτικών θεσμών και του πολέμου από ορισμένα στοιχεία όπως είναι οι οικονομικοί πόροι και η πολιτική., μόλο που ήταν αρκετά μορφωμένος ώστε να μην εξισώνει τον απλό πλούτο με τη στρατιωτική ισχύ. Η ιστορία της Πρωσίας ήταν αρκετή για να του υποδείξει πόσοι άλλοι παράγοντες λειτουργούσαν27. Σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, οι οικονομικοί πόροι ενός κράτους, σε συνάρτηση με τη γεωγραφική του θέση και τι- κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν σ’ αυτό. καθορίζουν ή θα έπρεπε να καθορίζουν τη στρατιωτική πολιτική του. Όσο η θεωρία ανταποκρίνεται σ’ αυτή την αλήθεια και προσφέρει μια κατάλληλη θέση σ’ αυτήν στη δυναμική αναπαράσταση του πολέμου δεν είναι αναγκαία η λεπτομερής εξέταση των οικο­νομικών. Κατά συνέπεια, αν η σχέση μεταξύ οικονομίας και πολέμου διερευνηθεί πλήρως, η ανάλυση αυτή μπορεί να ενσωματωθεί στο ήδη υφιστάμενο θεωρητικό σχήμα. Οι θεωρίες που αναφέρονται στα κίνητρα και στη συμπεριφορά των μεμο­νωμένων ατόμων ή των ομάδων ή των κοινωνιών δεν υπάρχει χρεία, και στην πραγματικότητα δεν δύνανται, να ασχοληθούν με κάθε μεταβλητή του θέματος τους. Αρκεί που η θεωρία έχει την ικανότητα να ενσωματώνει τα νέα ευρήματα και τις έρευνες σε καινούργιους τομείς, καθώς αναπτύσσονται, χωρίς οι βασικές υποθέσεις της να αποδεικνύονται ανεπαρκείς ή εσφαλμένες.

Ορισμένοι μελετητές έχουν επικρίνει τον Κλαούζεβιτς λέγοντας πως στο Περί Πολέμου αγνοεί την ηθική, αφού δεν ασχολείται λεπτομερώς με τις αιτίες που προ­καλούν τον πόλεμο ούτε εξετάζει τις πολιτικές εκείνες που οδηγούν στον πόλεμο. Οι αντιρρήσεις αυτές φέρνουν στο προσκήνιο ενδιαφέροντα θέματα, ωστόσο για μια ακόμα φορά φαίνεται πως ξεκινούν από την αδυναμία να κατανοήσουν τις προθέσεις του Κλαούζεβιτς, καθώς και τις λογικές παραμέτρους του έργου του.

Ο Κλαούζεβιτς είχε την άποψη πως η ηθικότητα της απόφασης για τη διεξα­γωγή πολέμου ήταν θέμα πολιτικής ηθικής και δεν αφορούσε τη θεωρία περί πο­λέμου. Ο πόλεμος είναι μια κοινωνική ενέργεια και η απόφαση να προσφύγει κα­νείς σ’ αυτόν δεν έγκειται σε αυτόν καθ’ αυτόν τον πόλεμο. Αυτό ισχύει έστω και αν η απόφαση επηρεάζεται ή Λαμβάνεται εξ ολοκλήρου από τη στρατιωτική ηγε­σία, διότι στην περίπτωση αυτή οι στρατιωτικοί είτε συμμετέχουν στην πολιτική ηγεσία είτε αναλαμβάνουν την πολιτική ηγεσία. Ενεργούν, συνεπώς, εκτός του πλαισίου του πολέμου.

Οι ηθικές αιτιολογίες για την προσφυγή σε πόλεμο μπορεί βέβαια να επηρεά­σουν τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Στο βαθμό που επηρεάζουν τις κυβερνήσεις των εμπολέμων κρατών και τη διεθνή κοινότητα αυτές οι αιτιολογίες βρίσκονται επίσης εκτός της θεωρίας του πολέμου. Η όποια επίδραση τους στους στρατιώτες που μάχονται εμπεριέχεται στην εξέταση που κάνει ο Κλαούζεβιτς σχετικά με το ηθικό, τη νομιμοφροσύνη και την ψυχολογία αυτών που πολεμούν.

Το ίδιο ισχύει και για την ηθική της συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια του πο­λέμου. Οι ηθικοί κώδικες, η τήρηση και η παραβίαση τους μπορεί να επηρεάσουν τους στρατιώτες. Αποτελούν μέρος των αξιών της κοινωνίας που, σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, επηρεάσει πάντα τον πόλεμο. Όμως, κατά την άποψη του, αυτές καθ’ αυτές οι αξίες έχουν ελάχιστη ουσία: «Συνημμένοι στην ισχύ είναι βέβαια και ορι­σμένοι αυτοεπιβεβλημένοι και αδιόρατοι περιορισμοί οι οποίοι δεν αξίζει να συζη­τηθούν και οι οποίοι είναι γνωστοί ως διεθνές δίκαιο και έθιμο… η ηθική δύναμη δεν υφίσταται παρά μόνο με τη μορφή που εκφράζεται στο κράτος και το νόμο». Με λίγα λόγια, η θεωρία αναφέρεται στα ιδεώδη μόνο στο βαθμό που οι αξίες αυ­τές επηρεάζουν όντως τη συμπεριφορά. Το Περί Πολέμου επιζητεί να κάνει κατα­νοητή την πραγματικότητα του πολέμου και να εκθέσει ξεκάθαρα τις λογικές απαιτήσεις των εμπλεκομένων σ’ αυτόν δυνάμεων. Δεν προσπαθεί να προσαρμόσει την πραγματικότητα, σ’ ένα ιδιαίτερο ηθικό σύστημα. Ο Κλαούζεβιτς, όπως ανα­γνωρίζει και ο ίδιος, βρίσκεται πλησιέστερα στις απόψεις του Μακκιαβέλλι παρά στις απόψεις των πατέρων της Εκκλησίας καθώς και πολλών ηθικολόγων φιλοσό­φων οι οποίοι επιζητούν να κατατάξουν τους πολέμους σε δικαίους και αδίκους.

Η πολιτική στο Περί Πολέμου -η γερμανική λέξη Politc μπορεί να σημαίνει μια συγκεκριμένη πολιτική αλλά και γενικότερα τα πολιτικά, πολιτικές ενέργειες-αναφέρεται σε εκείνες τις πολιτικές πράξεις οι οποίες οδηγούν σε πόλεμο, καθορί­ζουν τον αντικειμενικό σκοπό του, επηρεάζουν τη διεξαγωγή του και οδηγούν στον τερματισμό του. Στα περί ιστορίας κείμενα του και στα πολιτικά δοκίμια του, ο Κλαούζεβιτς αναλύει συχνά τις αποτυχίες της πολιτικής είτε της Πρωσίας είτε άλλων κρατών. Στο Περί Πολέμου έχει. θέσει στον εαυτό του έναν εντελώς διαφορετι­κό στοχο. Δεν επιζητεί να εξετάσει την ουσία της πολιτικής. Εκείνα που τον ενδια­φέρει είναι η αποτελεσματικότητα με την οποία οι κυβερνήσεις διαχειρίζονται τη στρατιωτική τους ισχύ, προκειμένου να επιτύχουν τους πολιτικούς στόχους τους. 0 Κλαούξεβιτς λαμβάνει ως δεδομένο πως οι στόχοι αυτοί είναι γενικά ρεαλιστικοί και λογικοί. Η πολιτική, γράφει στο όγδοο βιβλίο του έργου, «αυτή καθ’ αυτήν δεν είναι τίποτα. Είναι απλώς ο διαχειριστής όλων των συμφερόντων μιας συγκε­κριμένης κοινωνίας και στα συμφέροντα αυτά περιλαμβάνονται βέβαια και οι «πνευματικές» της αξίες έναντι του εξωτερικού κόσμου, Το ότι μπορεί να πλανη­θεί, να εξυπηρετήσει φιλοδοξίες, ιδιωτικά συμφέροντα και τη ματαιοδοξία αυτών που βρίσκονται στην εξουσία δεν αφορά το θέμα μας. Υπό καμία έννοια, η τέχνη του πολέμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ποτέ ως παιδαγωγός της πολιτικής και ενώ μπορούμε απλώς να θεωρήσουμε την πολιτική ως αντιπροσωπεύουσα το σύνολο των συμφερόντων της κοινωνίας». Επειδή η Θεωρία του πολέμου ασχολείται με τη χρήση βίας ενάντια σε εξωτερικούς εχθρούς, ο Κλαούζεβιτς είχε δίκιο που δεν προχώρησε στην εξέταση των προβλημάτων που προκαλούνται από παράλογες ή εσφαλμένες πολιτικές. (Τα ζητήματα αυτά τα αφήνει να τα εξετάσει η πολιτική θεωρία.) Στα διευκρινιστικά παραδείγματα που υπάρχουν στα έργα του μπορεί και επεκτείνεται στις λανθασμένες πολιτικές που άσκησαν άνθρωποι όπως ο Να­πολέων και ο Κάρολος ο ΙΒ’. χωρίς όμως να υπονομεύει τη δομή της θεωρίας του. Αν θα το είχε κάνει, αν είχε ζήσει κι είχε αναθεωρήσει το χειρόγραφο του, είναι κάτι που δεν μπορεί να το πει κανείς30.

V

Στην ιστορία των ιδεών δεν είναι ασύνηθες φαινόμενο το έργο ενός συγγραφέα να συζητηθεί ευρύτατα και να. επηρεάσει τις απόψεις για το Θέμα που πραγματεύεται -επί παραδείγματι την ατομική ηθική ή τις μορφές διακυβέρνησης-, ενώ το θέμα καθ εαυτό να υποστεί ελάχιστη επίδραση από το έργο. Αυτό συμβαίνει και με τον Κλαούζεβιτς. Όμως, επειδή έγραψε σ’ ένα πεδίο όπου η θεωρητική φιλολογία ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά ωφελιμιστική μάλλον παρά θεωρητική (με τη φιλοσοφική ή επιστημονική έννοια του όρου), δεν έλειψαν οι προσπάθειες να διερευνηθεί η επί­δραση που είχαν στην πραγματικότητα οι ιδέες του για τον πόλεμο και για τον τρόπο που οι πόλεμοι όντως διεξάγονται – περίεργη μοίρα θα μπορούσε να πει κανείς για ένα συγγραφέα που τόνιζε την μη ωφελιμιστική φύση του έργου του.

Η επίδραση ενός θεωρητικού, οι προθέσεις του οποίου, στο χόριο έργο του, δεν είναι διατακτικές, είναι ίσως ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιοριστεί. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η έρευνα για την επίδραση που άσκησε ο Κλαούζεβίτς. η οποία άρχισε το δεύτερο ήμισυ του δέκατου ένατου αιώνα, ήταν συγκεχυμένη και ατελής. Το ότι δύο από τις προτάσεις του στο Περί Πολέμου πέρασαν σε κοινή χρήση ή το ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα του παρερμηνεύτηκαν, προκειμέ­νου να υποστηριχθούν οι στρατιωτικές απόψεις που επικρατούσαν την εποχή εκείνη, δεν αποδεικνύουν πως οι απόψεις του αυτές άσκησαν ουσιαστική επίδρα­ση. Ίσα ίσα που αν εξετάσουμε τη διεξαγωγή των πολέμων από την εποχή του Κλαούζεβιτς δεν θα βρούμε παρά ελάχιστες ενδείξεις πως οι στρατιωτικοί και οι κυβερνήσεις εφήρμοσαν τις θεωρίες του. Οι πόλεμοι απέδειξαν επανειλημμένα την ορθότητα των θεωριών του Κλαούζεβιτς, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο ν’ ανακαλύ­ψει κανείς έστω και μια μόνο εφαρμογή των «μαθημάτων» που αυτός δίνει στο Περί Πολέμοy.

Η εξέταση της επίδρασης που άσκησε ο Κλαούζεβιτς μπορεί να ωφεληθεί από τον πρόσκαιρο διαχωρισμό δύο αλληλένδετων πλευρών του θέματος. Πώς επηρέ­ασε τον τρόπο που ο κόσμος σκέπτεται τον πόλεμο και πώς και σε ποιο βαθμό επηρέασε τις ενέργειες των στρατιωτικών και των πολιτικών. Παραδείγματος χά­ριν, φαίνεται πως η ανάγνωση του έργου του Κλαούζεβιτς βοήθησε τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν να ξεκαθαρίσουν τις ιδέες τους για την πολιτική φύση του πολέμου- δεν είναι όμως καβάλου βέβαιο πως η γνωριμία τους με το έργο του Κλα­ούζεβιτς επηρέασε ουσιωδώς την ανάπτυξη της σκέψης τους. Ούτε είναι σαφές εάν άλλες πολιτικές προσωπικότητες άντλησαν απ’ την ανάγνωση του Περί Πολέμου την ενόραση εκείνη που δεν θα μπορούσαν να την αποκτήσουν με άλλους τρόπους. Οι απόψεις μπορεί να συμφωνούν μεταξύ τους χωρίς να επηρεάζει η μία την άλλη. Η στενή αλληλεπίδραση πολέμου και πολιτικής (για να δώσουμε ένα μόνο κατα­φανές παράδειγμα) δεν είναι κάποιο πρόγραμμα, αλλά ένα τμήμα της πραγματι­κότητας, μια εξέλιξη η οποία σε μερικές κοινωνίες γίνεται ευκολότερα αντιληπτή και πιο διαχειρίσιμη απ’ ό,τι σε άλλες. 0 Αβραάμ Λίνκολν και ο Ζωρζ Κλεμανσώ δεν χρειάστηκε να διαβάσουν τον Κλαούζεβιτς για να ανακαλύψουν, στους πολέ­μους που διεξήγαγαν, τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολι­τικούς αντικειμενικούς σκοπούς. Ορισμένοι έφθασαν στα ίδια συμπεράσματα που είχε φθάσει ο Κλαούζεβιτς, χωρίς να έχουν διαβάσει καν το Περί Πολέμου. Από την άλλη πλευρά όμως, πολλοί από τους αναγνώστες του είτε δεν τον κατάλαβαν είτε δεν συμφώνησαν μαζί του.

Οι πολιτικές απόψεις που εμπεριέχονται στις θεωρίες του Κλαούζεβιτς είναι ακριβώς αυτές που, στην καλύτερη περίπτωση, έτυχαν αμφίβολης υποδοχής από τη δική του κοινωνία. Μέχρι τη δεκαετία του 1930, οι πιο σημαντικοί Γερμανοί αναγνώστες του είτε ήταν απρόθυμοι είτε δεν ήταν σε θέση να δεχθούν τις από­ψεις του για το ότι πόλεμος και πολιτική αποτελούν σχεδόν κάτι ενιαίο και για την προτεραιότητα των πολιτικών υπολογισμών, ακόμα και κατά τη διάρκεια των συ­γκρούσεων. Αντιθέτως, ολόκληρο τον δέκατο ένατο αιώνα και στις αρχές του ει­κοστού, οι αρχηγοί των επιτελείων και οι αρχιστράτηγοι του πρωσο-γερμανικοό στρατού θεωρούσαν τον πόλεμο -απ’ τη στιγμή που αυτός άρχιζε- ως μια. ουσια­στικά αυτόνομη δραστηριότητα και έχαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να προστατέψουν το στρατό, τη στρατηγική και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις από πολιτικές παρεμβάσεις. Ακόμα και η στενή συνεργασία ανάμεσα, στον Μπίσμαρκ και τον Μύλτκε κλονίστηκε κατά καιρούς από την προσπάθεια των στρατιωτικών να διατηρήσουν την αυτονομία τους. Ο Χίντενμπουργκ και ο Λούντεντορφ κατά­φεραν τελικά να πετύχουν, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα σημαντικό βαθμό αυτονομίας μέχρι που η αποτυχία των εαρινών και χειμερι­νών επιθέσεων του 1918 τους ανάγκασε να εναποθέσουν την ευθύνη στα χέρια μιας ανίσχυρης πια κυβέρνησης. Η ενστικτώδης αίσθηση για τη μόνιμη αλληλεπί­δραση που υφίσταται μεταξύ πολιτικής και πολέμου, την οποία ο Κλαούζεβιτς είχε συλλάβει ως νέος και η οποία καθοδήγησε τις σκέψεις του σ’ όλη του τη ζωή, δεν ήταν πια τόσο κατανοητή από τους Γερμανούς, καθώς η κοινωνία τους εκβιομηχα­νιζόταν και εισερχόταν στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Σε μια κουλτούρα η οποία, διαμορφωνόταν όλο και περισσότερο από τους ειδικούς και τους τεχνοκράτες και από όλο και περισσότερο σίγουρους αλλά αγχώδεις στρατιωτικούς ανεξέλεγκτους από την πολιτική ηγεσία, η ολιστική θεώρηση που εξέφραζε ο Κλαούζεβιτς στο Περί Πολέμου ξεθώριασε και έσβησε.

Ίσως τα δυο μεγαλύτερα κληροδοτήματα που δέχθηκαν οι Γερμανοί στρατιω­τικοί από τον Κλαούζεβιτς, δύο τάσεις που κυριάρχησαν στο δόγμα του στρατού κατά τον εικοστό αιώνα ήταν η συμφωνία του με τον Ναπολέοντα πως μια μεγάλη νίκη είναι πολύ πιο σημαντική από πολλές μικρές επιτυχίες, καθώς και η άποψη του για τους αστάθμητους παράγοντες. Για να μη συντριβεί κανείς από το μη προ­βλέψιμο, απαιτείται ευελιξία σ’. όλες τις πλευρές του πολέμου, από τη μεγάλη στρατηγική (μόλο που η απόφαση των Γερμανών να μείνουν προσκολλημένοι το 1914 στο σχέδιο του Σλήφεν δεν μπορεί να θεωρηθεί δείγμα ευελιξίας) ως την τα­κτική. Ένα από τα αποτελέσματα ήταν και η ανάπτυξη του Κλαούζεβιτς, η πρα­κτική δηλαδή της έκδοσης οδηγιών οι οποίες δήλωναν τις προθέσεις της ανώτατης ηγεσίας και άφηναν μεγάλα περιθώρια πρωτοβουλίας για την έκδοση των ειδικών διαταγών στους υφιστάμενους διοικητές. Λίγο πριν από τον πόλεμο του 1914, ο διακεκριμένος Γάλλος αξιωματικός και ιστορικός Ζαν Κολέν ακόμα έβρισκε ένα καταφανές όφελος στα κείμενα του Κλαούζεβιτς: Ο Κλαούζεβιτς είχε το «ασύγκρι­το προσόν να αποβάλλει το φορμαλισμό από τη στρατιωτική εκπαίδευση»31. Κατά τον Κολέν, η πεποίθηση πως μια θεωρία δράσης δεν θα έπρεπε να θέτει κανόνες, πράγμα που πρώτος ο Κλαούζεβιτς το εξέφρασε στην κριτική του για τον Μπύλοβ, ήταν αφ’ αυτής ένα πρακτικό μάθημα πάρα πολύ μεγάλης σημασίας.

Εκτός αυτών των εξαιρέσεων όμως. είναι δύσκολο να διαγνωσθεί και ακόμα δυσκολότερο να επαληθευθεί η επίδραση του Κλαούζεβιτς στον τρόπο με τον οποίο προετοιμάζονται και διεξάγονται οι πόλεμοι. Μόλο που δεν μπορούμε να πούμε πως ίδρυσε κάποια σχολή ακόμα και μεταξύ των μελετητών του32-, είναι εύ­κολο να διακρίνουμε την επίδραση που αυτός είχε στον τρόπο που σκεπτόμαστε θεωρητικά και ιστορικά για τον πόλεμο. Σε πολλές επιστήμες και αντικείμενα με­λέτης, η ηθική ή η πολιτική θεωρία μπορούν και πάλι να χρησιμοποιηθούν ως πα­ραδείγματα – οι γενικές αναλύσεις ορθολογικής, θεωρητικής φύσης δεν είναι σπά­νιες- αλλά το θέμα του πολέμου εξακολουθεί να προκαλεί έργα που καταδικάζουν τον πόλεμο ή που προσπαθούν να τον εξαλείψουν ή που επιδιώκουν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των μέσων και τις στρατηγικές της σύγκρουσης. Το πιο σημαντικό, όμως, μάθημα που μπορούμε ν’ αντλήσουμε από τον Κλαούζεβιτς είναι πως ο πόλεμος μπορεί να μελετηθεί και κάτω από άλλο πρίσμα. Μας έδωσε μια βάση πάνω στην οποία μπορούμε να οικοδομήσουμε. Όμως, η αμερόληπτη ερμη­νεία της οργανωμένης μαζικής βίας εξακολουθεί να παρουσιάζει τις μεγαλύτερες δυσκολίες στον σύγχρονο κόσμο.

Ο Κλαούζεβιτς στέκει στις απαρχές μιας μη διατακτικής και μη επικριτικής μελέτης του πολέμου ως συνολικού φαινομένου και το Περί Πολέμου εξακολουθεί να είναι το πιο σημαντικό βιβλίο σ’ αυτή την παράδοση. Ακόμα και ο Μακκιαβέλλι, στον οποίον ο Κλαούζεβιτς μοιάζει πολύ όσον αφορά το ζωηρό ενδιαφέρον του για την πραγματική λειτουργία του πολέμου και της πολιτικής, ήταν κάτι περισ­σότερο από υπέρμαχος. 0 Ηγεμόνας και η Τέχνη του Πολέμου βασίζονται σε μια θε­ώρηση των πολιτικών συνθηκών της Ιταλίας του καιρού του και στη δυσφορία του Μακκιαβέλλι γι’ αυτές. Όμως, το Περί Πολέμου δεν γράφτηκε για να ενισχυθεί η πρωσική μοναρχία. 0 Κλαούζεβιτς εκτείνεται πολύ πέρα από τις παραμέτρους της επιτυχίας και της αποτυχίας γύρω από τις οποίες κινείται η στρατηγική σκέψη, για να διερευνήσει την ουσιαστική φύση και τη δυναμική του πολέμου. Θα ήταν βολι­κό να πιστεύαμε πως αυτή η πνευματική κατανόηση όχι μόνο σχηματίζει τη βάση μιας αποτελεσματικής στρατηγικής, αλλά πως οδηγεί επίσης σε υπεύθυνες στρα­τιωτικές πολιτικές και σε υπεύθυνη άσκηση της πολιτικής. 0 Κλαούζεβιτς δεν έκα­νε ποτέ μια τέτοια υπόθεση και η ιστορία -προτού αυτός γράψει και μετά- απέ­δειξε πως μια τέτοια, υπόθεση δεν θα ήταν πάντα σωστή. Παρ’ όλ’ αυτά, τόσο ως θέμα που κυριαρχεί στον καιρό μας όσο και ως μια ατελώς κατανενοημενη δύναμη του παρελθόντος μας, ο πόλεμος απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση, Το ότι τόσο λίγοι μελετητές και στρατιωτικοί έχουν αντλήσει κάτι από το πνεύμα του Κλαούζεβιτς για αντικειμενική έρευνα και από την ικανότητα του να συνδυάζει την πραγματι­κότητα με τη θεωρία δεν αποτελεί κριτήριο για το επίτευγμα του.

ΠΗΓΗ: PETER PARET: Οι δημιουργοί της σύγχρονςη στρατηγικής, Εκδόσεις Τουρίκη

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s