Κριτική στον Ιστορικό Υλισμό

Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ

1. Γενικά στοιχεία

Ο Ιστορικός Υλισμός είναι η μεταφορά και εφαρμογή των νόμων του Διαλεκτικού Υλισμού στην ιστορική εξέλιξη και στην κοινωνική ζωή. Με άλλα λόγια, ο Ιστορικός Υλισμός, είναι η βιοθεωρία του μαρξισμού, όπως ο Διαλεκτικός Υλισμός είναι η κοσμοθεωρία του. Με τον Ιστορικό Υλισμό, οι κομμουνιστές επιχειρούν να ερμηνεύσουν την Ιστορία, να εξηγήσουν τα κοινωνικά φαινόμενα, να προβλέψουν την μελλοντική πορεία της ανθρωπότητας και να θέσουν τους σκοπούς της δραστηριότητος της.

Ο Ιστορικός Υλισμός η όπως είναι η ορθότερη ονομασία του, η «υλιστική αντίληψη της ιστορίας», έχει τους ίδιους νόμους με εκείνους του Διαλεκτικού Υλισμού. Η διαφορά είναι ότι οι νόμοι αυτοί, προκειμένου για την ανθρωπότητα, διαφέρουν κάπως στην εφαρμογή τους, γιατί δεν εκδηλώνονται αυτόματα, όπως συμβαίνει με τους φυσικούς νόμους, αλλά δια μέσου των ανθρώπων. η διαφορά φυσικού και ιστορικού νόμου, κατά τους μαρξιστές, είναι ότι ο πρώτος δρα μόνος του, χωρίς την μεσολάβηση κάποιου ενδιαμέσου παράγοντος, ενώ ο δεύτερος, εκφράζεται και επιβάλλεται δια μέσου της δραστηριότητος των ανθρώπων. Την δραστηριότητα αυτήν όμως, την καθορίζει ο ιστορικός «νόμος», ανεξάρτητα από την θέληση των ίδιων των ανθρώπων.

Κριτική

α) Οι μαρξιστές, με τον Ιστορικό Υλισμό τους, πραγματοποιούν μία περίεργη συγχώνευση Φύσεως και Ιστορίας. Βεβαίως, ο Άνθρωπος αποτελεί ένα τμήμα της Φύσεως και οπωσδήποτε δέχεται πολλές και σημαντικές επιδράσεις των φυσικών νόμων. Ταυτόχρονα όμως, είναι πρωτόγονος υλισμός να βλέπουμε την ανθρωπότητα αποκλειστικά και μόνον σαν ένα τμήμα της Φύσεως, χωρίς να της αναγνωρίζουμε καμιά ιδιαίτερη ποιότητα.Είναι απαράδεκτη απλούστευση να βλέπουμε την ανθρωπότητα χωρίς ιδιαίτερους, καθαρά δικούς της νόμους. Και είναι χυδαίος υλισμός να προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη και δράση, μόνο με βάση τις παρατηρήσεις μας για την εξωανθρώπινη υλική φύση.

Ό Έγκελς, γράφει:
«Η Ιστορία, ως τις ήμερες μας, ξετυλίγεται με τον τρόπο ενός φαινομένου της φύσεως και υπόκειται ουσιαστικά στους ίδιους νόμους κινήσεως με τη φύση». («Φιλοσοφικές Μελέτες»).
Η Ιστορία λοιπόν, είναι τμήμα της Φύσεως, συγχωνεύεται σ’ αυτήν, υπόκειται ουσιαστικά στους ίδιους νόμους με εκείνους των φυσικών φαινομένων. Έτσι, ο άνθρωπος, υποβιβάζεται στο επίπεδο των χαρακτήρων και των νόμων του φυσικού αντικειμένου. Το ανώτερο, ο άνθρωπος και η κοινωνία του, υποβιβάζεται στο κατώτερο, στο φυσικό αντικείμενο και στο φυσικό φα ιν ο μ ε ν ο.

Πρόκειται για χοντροκομμένη, υλιστική, εκχυδαϊστική αντίληψη της Ιστορίας, που ανάγει το ανώτερο στο κατώτερο. Η αντίληψη αυτή, που μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν «ιστορικός νατουραλισμός», προκύπτει από την σύνθεση του χυδαίου υλισμού, με τον οικονομικό ντετερμινισμό.
Και όμως, ο μαρξισμός, αντιφάσκοντας προς τον εαυτό του, κατακρίνει το «αυθόρμητο» των μαζών και απαιτεί από τους οπαδούς του να οργανωθούν και να δράσουν για να κάνουν ιστορία!

Ακόμη και ο Έγκελς, διαφωνώντας προς τον εαυτό του, παραδέχεται σε διάφορα σημεία του έργου του («Λουδοβίκος Φόϋερμπαχ», «Διαλεκτική της φύσεως» και «Φιλοσοφικές Μελέτες»), ότι οι ιστορικοί νόμοι διαφέρουν από τους φυσικούς, ότι έχουν κάποια «ειδικότητα» και ότι
«ή ιστορία της αναπτύξεως της κοινωνίας, αποκαλύπτεται, ως ένα σημείο, ουσιαστικά διαφορετική από την ιστορία της αναπτύξεως της φύσεως». («Λουδοβίκος Φόϋερμπαχ»).

Και ο Κ. Μαρξ, στο «Κεφάλαιο» του, ομολογεί ιδεαλιστικότατα :
«Εκείνο πού γενικά ξεχωρίζει τον πιο κακό αρχιτέκτονα από την πιο έμπειρη μέλισσα, είναι ότι ο αρχιτέκτονας κτίζει πρώτα το κύτταρο μέσα στο κεφάλι τον, πριν το φτιάξει στην κυψέλη… ο αρχιτέκτονας πραγματοποιεί συνειδητά το σκοπό τον και αυτή η συνείδηση καθορίζει σαν νόμος τον τρόπο της δράσεως του».

β) Ο Ιστορικός Υλισμός είναι ένας απόλυτος τελεολογισμός. Είναι μία καθαρά εσχατολογική θεωρία η οποία διδάσκει ότι ολόκληρη η ιστορική κίνηση, οδηγεί κατά τρόπο αναπότρεπτο και (σοφά) προκαθορισμένο, στην επιβολή του κομμουνισμού σε παγκόσμια κλίμακα.
Ο τελεολογισμός αυτός δίνει ένα σκοπό και μάλιστα πολύ συγκεκριμένο, στην όλη ιστορική εξέλιξη. Τούτοι όμως αποτελεί αντίφαση προς την Θεμελιώδη άποψη του μαρξισμού ότι οι νόμοι που διέπουν αυτήν την εξέλιξη, υπάρχουν ανεξάρτητα από την θέληση μας και δρουν εντελώς αυτόματα δηλαδή χωρίς προκαθορισμένες επιδιώξεις.

γ) Άλλη αντίφαση του Ιστορικού Υλισμού είναι και το γεγονός ότι θέτει ένα τέρμα στην ιστορική εξέλιξη. Το τέρμα αυτό είναι ο κομμουνισμός. Διαψεύδει έτσι ο μαρξισμός, τον ίδιο του τον «νόμο» της διαρκούς (ιστορικής) κινήσεως.

2. Το σχήμα του Ιστορικού Yλισμού

Ό Ιστορικός Υλισμός, ξεκινώντας από την θέση του Διαλεκτικού Υλισμού ότι η ‘Ύλη είναι παντού και πάντοτε το πρώτο και βασικό στοιχείο, πιστεύει ότι αυτό ισχύει και στην κοινωνία. Ποιο είναι το πιο υλικό από όλα τα στοιχεία πού συνθέτουν την κοινωνική διάρθρωση και ζωή ; Είναι η οικονομία και ειδικότερα η παραγωγή. Συνεπώς, κατά τον μαρξισμό, η οικονομία, και πιο συγκεκριμένα ακόμη η παραγωγή, καθορίζει όλα τα κοινωνικά και ιστορικά φαινόμενα.

Η οικονομία είναι η βάσις. Όλα τα άλλα, δεν είναι παρά το «εποικοδόμημα». η παραγωγή είναι εκείνη πού ρυθμίζει τον βίο των ανθρώπων, τις σκέψεις των, τα συναισθήματα και τις ιδέες των. H παραγωγή, είναι το θεμέλιο επάνω στο όποιο στήνονται oι πολιτικοί, νομικοί, ηθικοί και άλλοι θεσμοί της ανθρώπινης κοινωνίας. Οι ιδέες των ανθρώπων καθορίζονται από τον τρόπο με τον όποιο παράγουν τα αγαθά πού χρειάζονται, η τέχνη, η φιλοσοφία, η θρησκεία, η πολιτική, η ηθική, δεν είναι παρά απλές αντανακλάσεις της οικονομίας και πιο συγκεκριμένα της παραγωγικής βάσεως της κοινωνίας. η παραγωγή λοιπόν είναι το παν. Όλα τα άλλα εξαρτώνται από αυτήν. Είναι ένα είδος «υποπροϊόντων» της.

Η παραγωγή αποτελείται από δύο στοιχεία : το πρώτο είναι οι παραγωγικές δυνάμεις. Και το δεύτερο, Οι παραγωγικές σχέσεις.

Οι παραγωγικές δυνάμεις είναι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή (εργαλεία, μηχανές, πρώτες ύλες κλπ.) καθώς και η εργατική δύναμις, δηλαδή η ικανότης του ανθρώπου να εργάζεται και να παράγει.
Οι παραγωγικές σχέσεις, είναι οι σχέσεις που διαμορφώνονται ανάμεσα στους ανθρώπους κατά την διαδικασία της παραγωγής. Λ.χ. είναι Οι σχέσεις ανάμεσα στον δουλοκτήτη και τον δούλο, στον φεουδάρχη και στον δουλοπάροικο, στον καπιταλιστή και στον εργάτη, στον έμπορο και στον αγοραστή, στον εργοδότη και στον υπάλληλο.

Στην παραγωγή όμως, λέγει ο Ιστορικός Υλισμός, παρατηρείται το έξης φαινόμενο. Οι παραγωγικές δυνάμεις αλλάζουν συνεχώς και αναπτύσσονται αδιάκοπα. Αιτία του φαινομένου, είναι οι νέες εφευρέσεις και ανακαλύψεις, καθώς και η τελειοποίηση των υφισταμένων μέσων, οι τεχνικές βελτιώσεις και η συσσώρευση παραγωγικής πείρας. Ενώ όμως οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται και εξελίσσονται συνεχώς, οι παραγωγικές σχέσεις δεν ακολουθούν αυτήν την εξέλιξη. Αντίθετα αυτές παραμένουν στάσιμες. Τούτο συμβαίνει γιατί εκείνοι πού επωφελούνται από την εκάστοτε μορφή αυτών των σχέσεων, αντιδρούν σε κάθε απόπειρα μεταβολής των. Έτσι λ.χ. ενώ μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας επήλθε μία τεραστία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, οι θεμελιώδεις σχέσεις μεταξύ κεφαλαιοκράτη και εργάτη, μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, παρέμειναν, κατά τους μαρξιστές, αναλλοίωτες και επίσης ενώ με την δημιουργία της μεγάλης βιομηχανίας, η παραγωγή κοινωνικοποιήθηκε στο έπακρον, εξακολουθεί να ισχύει το σύστημα της ατομικής ιδιοκτησίας και της «ατομικής ιδιοποιήσεως» αυτής της παραγωγής. (Δηλαδή το προϊόν είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής εργασίας, αλλά αυτό το κοινωνικό προϊόν, ανήκει σε εναν άνθρωπο, όπως άνηκε και άλλοτε, όταν ήταν αποτέλεσμα της εργασίας ενός ατόμου η μόνον ολίγων ατόμων).

Προκαλείται έτσι, κατά τον Ιστορικό Υλισμό, μία διάστασις μεταξύ των ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων και των καθυστερημένων παραγωγικών σχέσεων. Η αντίθεση αυτή, έχει σαν αποτέλεσμα, την αναστολή και της ίδιας της τεχνικής εξελίξεως. Οι «παγοποιημένες» παραγωγικές σχέσεις, έρχεται η ώρα που γίνονται δεσμά ασφυκτικά για τις ολοένα αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Μένοντας αμετάβλητες, Οι παραγωγικές σχέσεις, έρχεται η ώρα που καθιστούν αδύνατη κάθε παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Τότε, το αποτέλεσμα είναι η καθολική κρίσις της κοινωνίας. Και η κρίσις, τελειώνει με την επανάσταση.

Η επανάσταση, είναι το «άλμα» πού μεταφέρει απότομα την κοινωνία από μία ποιοτική κατάσταση σε άλλη, νέα ποιοτική κατάσταση: Δηλαδή, από το ένα οικονομικοκοινωνικό σύστημα στο άλλο. Το νέο σύστημα είναι πάντοτε ανώτερο από το προηγούμενο, διότι επιτρέπει στις παραγωγικές δυνάμεις να συνεχίσουν την εξελικτική τους πορεία. η επανάσταση, κατά τους μαρξιστές, συντρίβει το κέλυφος πού περιόριζε τις παραγωγικές δυνάμεις και τις αποδεσμεύει. Αλλάζει τις παραγωγικές σχέσεις και τις αναπροσαρμόζει σύμφωνα με τις απαιτήσεις των παραγωγικών δυνάμεων. Έτσι, δίνει σ’ αυτές τις δυνάμεις την αναγκαία για την κοινωνική πρόοδο δυνατότητα, να συνεχίσουν την ανάπτυξή τους.

Το ποιοτικό άλμα της επαναστάσεως, είναι το αποτέλεσμα μιας βαθμιαίας συσσωρεύσεως ανεπαίσθητων, άλλα συνεχών ποσοτικών μεταβολών, πού συντελούνται μέσα στο προηγούμενο κοινωνικό σύστημα και ειδικότερα στον τομέα των παραγωγικών δυνάμεων. Η συσσώρευση τεχνικών τελειοποιήσεων, η επέκταση της βιομηχανίας και η τεράστια αύξηση του αριθμού των βιομηχανικών εργατών («προλεταριάτο») είναι οι «ποσοτικές» μεταβολές πού οδηγούν τελικά στο μέγα ποιοτικό άλμα της επαναστάσεως.
Έχουμε δηλαδή και εδώ, κατά τους μαρξιστές, την εφαρμογή του «νόμου» της μεταβολής, των ποσοτικών αλλαγών σε απότομες ποιοτικές μεταβολές. ο Κ. Μαρξ δίνει το σχήμα του Ιστορικού Υλισμού στον περιβόητο πρόλογο του στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας».

Γράφει: …Ο τρόπος της παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει την εξέλιξη της κοινωνικής, πολιτικής και διανοητικής ζωής εν γένει. Το τι είναι οι άνθρωποι δεν καθορίζεται από την συνείδησή τους, αλλά αντίστροφα, το κοινωνικό τους «είναι» καθορίζει την συνείδησή τους. Όταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας φθάσει σε ορισμένο βαθμό, οι δυνάμεις αυτές έρχονται σε αντίφαση με τις παραγωγικές σχέσεις που υπάρχουν, η για να μεταχειρισθούμε την νομική έκφραση, με τις σχέσεις της ιδιοκτησίας, μέσα στις όποιες ως τότε είχαν κινηθεί. ΟΙ σχέσεις αυτές, από μορφές αναπτύξεως των παραγωγικών δυνάμεων, γίνονται τώρα φραγμοί τους. Τότε, αρχίζει μία εποχή κοινωνικής επαναστάσεως. Με την μεταβολή της οικονομικής βάσεως, ανατρέπεται περισσότερο η λιγότερο γοργά η αργά, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα.
Όταν αντικρίζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει πάντα να ξεχωρίζουμε την υλική ανατροπή των οικονομικών ορών της παραγωγής πού πρέπει να την εξακριβώσουμε πιστά με την βοήθεια των φυσικών επιστημών, από τις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές η φιλοσοφικές μορφές, με μία λέξι από τις Ιδεολογικές μορφές, με τις όποιες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτήν την συγκρότηση και την αποτελειώνουν. Όπως ένα άτομο δεν το κρίνουμε από την Ιδέα πού έχει για τον εαυτό του, έτσι και μία εποχή ανατροπής δεν μπορούμε να την κρίνουμε από την συνείδηση πού έχει για τον εαυτό της. Ίσα-ίσα, αυτήν την συνείδηση πρέπει να την εξηγήσουμε με τις αντιφάσεις της υλικής ζωής, με την σύγκρουση πού υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις.
Ένα κοινωνικό σύστημα ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις πού μπορεί να χωρέσει. Και ποτέ δεν παίρνουν την θέση του καινούργιες και ανώτερες παραγωγικές σχέσεις, προτού οι υλικοί οροί γι’ αυτές τις σχέσεις ωριμάσουν μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας. Γι’ αυτό, η ανθρωπότητα, ποτέ δεν βάζει μπροστά της παρά μόνον τα προβλήματα εκείνα πού μπορεί να λύση. Γιατί, αν παρατηρήσουμε καλλίτερα, θα βρούμε πώς και αυτό ακόμη το ίδιο το πρόβλημα, ξεπηδά μονάχα όταν υπάρχουν, η τουλάχιστον βρίσκονται στο γίγνεσθαι τους οι υλικοί οροί για την λύση του.
Σε χοντρές γραμμές, ο κοινοτικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο νεότερος αστικός τρόπος της παραγωγής, μπορούμε να πούμε πώς είναι οι προοδευτικές εποχές της οικονομικής διαμορφώσεως της κοινωνίας, Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι η τελευταία ανταγωνιστική μορφή της κοινωνικής παραγωγής. Οι παραγωγικές όμως δυνάμεις πού αναπτύσσονται μέσα στην αστική κοινωνία δημιουργούν ταυτόχρονα και τους υλικούς ορούς για. την λύση αυτού του ανταγωνισμού.
Μ’ αυτήν λοιπόν την κοινωνική διαμόρφωση κλείνει και η προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας».

Κριτική

α) Φυσικά η οικονομία παίζει ένα σοβαρό ρόλο στην Ιστορική εξέλιξη και θα ήταν σφάλμα να αρνηθεί κανείς την επίδρασή της στα κοινωνικά φαινόμενα. Από το σημείο όμως, της παραδοχής των οικονομικών αίτιων σαν ενός από τους παράγοντας των κοινωνικών φαινομένων, ως τον μαρξιστικό μονοπαραγοντισμό του ανάγει τα πάντα στην παραγωγή και προσπαθεί να ερμηνεύσει τα πάντα αποκλειστικά και μόνον με στενά οικονομικά αίτια, υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Ο μαρξιστικός μονοπαραγοντισμός φτωχαίνει την αντίληψή μας για την Ιστορία και απλοποιεί κατά τρόπο παραμορφωτικό τα εξαιρετικά περίπλοκα κοινωνικά φαινόμενα. Αυτός ο αυθαίρετος περιορισμός των κοινωνικο-ιστορικών οντοτήτων, γίνεται από τον μαρξισμό για να χωρέσουν όλα τα ιστορικά φαινόμενα, μέσα στο απλουστευτικό και αυθαίρετο σχήμα του τριαδικού του συστήματος : Θέση – Αντίθεση -Σύνθεση.

Σύμφωνα με τον Ιστορικό Υλισμό, οι παραγωγικές σχέσεις αποτελούν την «θέση», οι αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις την «αντίθεση» και οι νέες παραγωγικές σχέσεις την «σύνθεση».

Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος ο Έγκελς, στα τελευταία χρόνια του, κατάλαβε ότι αυτός και ο Μαρξ είχαν υπερβάλει την σημασία του οικονομικού παράγοντος. Το διαπιστώνει σε ένα γράμμα του προς τον Μ π λ ο χ και δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι αναγκάσθηκαν να προσφύγουν σ’ αυτήν την υπερβολή, επειδή Οι αντίπαλοι τους απέρριπταν ολότελα την σημασία του οικονομικού παράγοντος.

Αργότερα, σε άλλο γράμμα του προς τον Στάρκεμπεργκ, ο Έγκελς, ομολογεί την κατάχρηση του όρου «οικονομικές συνθήκες» από τον ίδιο και από τον Μαρξ. Για να βολέψει λοιπόν κάπως τα πράγματα, καταφεύγει σε ένα τέχνασμα. Διευρύνει την έννοια του όρου, περιλαμβάνοντας στις «οικονομικές συνθήκες» σχεδόν τα …πάντα! Πράγματι, θεωρεί σαν «οικονομικές συνθήκες» την ταξική διαίρεση, το κράτος, την πολιτική, το δίκαιο, την γεωγραφική θέση μιας χώρας, ακόμη και την φυλή!! («Και η ίδια η φυλή, γράφει, είναι ίνας οικονομικός παράγοντας»).
Ό Μαρξ, από την πλευρά του στο «Κεφάλαιο» του γράφει:
«Η βία είναι παράγων οικονομικός»! Έτσι, η οικονομία καθορίζει τα πάντα, αλλά τα πάντα είναι οικονομία! Δηλ. τα πάντα, αυτοκαθορίζονται.
Πιεζόμενος από τα πράγματα, ο Έγκελς, αναγκάσθηκε επίσης να αναγνώριση ότι το λεγόμενο «εποικοδόμημα», έχει παρά ταύτα, «σχετική ανεξαρτησία» («Φιλοσοφικές Μελέτες»). Στις επιστολές που έγραψε στο τέλος της ζωής του, ο Έγκελς, παραδέχεται την «σχετική ανεξαρτησία» και την «σχετικά αυτόνομη ανάπτυξη» των ιδεολογιών.

β) Με τον οικονομικό ντετερμινισμό του, ο μαρξισμός κατάστρωσε μια πολύ απλή ιστορία της ανθρωπότητας:
Πέτρινα εργαλεία = πρωτόγονος κομμουνισμός (πρωτόγονο κοινοτικό σύστημα).
Μετάλλινα εργαλεία + άροτρο = δουλοκτητική κοινωνία.
Πιο σύνθετα εργαλεία -[- φυσική οικονομία = φεουδαρχία. Ατμός + Μηχανή ~ καπιταλισμός.
Πιο σύνθετες μηχανές + ηλεκτρισμός = σοσιαλισμός. (Ο Λένιν έγραψε : «Σοσιαλισμός είναι η σοβιετική εξουσία συν ο εξηλεκτρισμός»!). Δεν εξηγεί όμως ο Ιστορικός Υλισμός, γιατί το μέταλλο να φέρει «οπωσδήποτε» την δουλεία και όχι κάποιο άλλο κοινωνικό σύστημα. Και επίσης, γιατί δεν την έφερε παντού ;

Ο Ιστορικός Υλισμός δεν μπορεί να μας εξήγηση γιατί με την ίδια περίπου ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατά την ίδια περίπου εποχή, είχαμε :
Στην Δύσι: φεουδαρχία.
Στην Ανατολή : δουλεία.
Στην Ρωσία : κοινοτική αγροτική ιδιοκτησία.
Στους Ίνκας: κρατική ιδιοκτησία της γης.
Με αυτήν την αντίληψη των μαρξιστών περί του ανθρώπου σαν «ζώου πού φτιάχνει εργαλεία», όλες οι περίπλοκες δυνάμεις και δυνατότητες του ανθρώπου, ανάγονται στις καθαρά τεχνολογικές εκδηλώσεις του. Η αντίληψη για την ανθρώπινη ιστορία, υποβιβάζεται από τον μαρξισμό σε αντίληψη για την ιστορία της παραγωγής. ο μοναδικός άνθρωπος για τους μαρξιστές, είναι ο οικονομικός, ο παραγωγός. ο ανώτερος άνθρωπος, είναι ο εφευρέτης παραγωγικών μέσων και μεθόδων.
γ) Αν «ο άνθρωπος είναι ζώο πού φτιάχνει εργαλεία» και αυτά καθορίζουν την ανάπτυξή του, πώς μπόρεσε να προοδεύσει ο πρωτόγονος άνθρωπος πού «δεν χρησιμοποιούσε εργαλεία παρά μόνο τυχαία»; (Ντάρβιν).
Και ακόμη : Γιατί από όλα τα ζώα, μόνον ο άνθρωπος να φτιάχνει εργαλεία ; Μήπως υπήρχε ήδη κάτι μέσα στην φύση του πού τον διαφοροποιούσε από τα άλλα όντα ;
δ) Ο οικονομικός ντετερμινισμός αδυνατεί ερμηνεύσει την πνευματική πορεία της ανθρωπότητας. Σε μία από τις αναρίθμητες αντιφάσεις του, ο ίδιος ο Μαρξ σατίριζε σχετικά με αυτό, τον οικονομικό ντετερμινισμό. Ειρωνευόταν «τη φιλόδοξη μανία των Γάλλων του 18ου αιώνος… Αφού ξεπεράσαμε τους αρχαίους στη μηχανική και σε άλλους τομείς, γιατί δεν θα είμαστε ικανοί να γράψουμε και ένα επικό ποίημα; Και ο Βολτέρος δίνει την «Ερρικιάδα» για να αντικαταστήσει την Ιλιάδα» ! («Ιστορία των Οι κονομικών θεωριών»).

Ό ίδιος εκφράζει την κατάπληξή του πού βλέπει την Ελληνική Τέχνη (εποικοδόμημα) να επιβιώνει ενώ η (οικονομική) βάσις της έπαυσε να υπάρχει από αιώνες. Απορεί πώς η Τέχνη αυτή συγκινεί ανθρώπους πού ζουν σε τόσο διαφορετική υλική βάση και άρα κατά τις θεωρίες του, χρειάζονται και διαφορετικό «εποικοδόμημα». Γράφει:
«Ή δυσκολία δεν έγκειται στο να καταλάβουμε ότι η ελληνική τέχνη απορρέει από μερικές μορφές της ιστορικής αναπτύξεως, άλλα. έγκειται στο να καταλάβουμε ότι μας αποτελεί ένα «κανόνα» αξεπέραστο» («Εισαγωγή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας»).

Και με καταπληκτική αφέλεια, προσθέτει:
«Η αντίληψη της φύσεως πού τρέφει την Ελληνική τέχνη, μπορεί να συμβιβασθεί με τις αυτόματες υφαντουργικές μηχανές( και τους σιδηροδρόμους (ΐ!) της εποχής μας / Τι είναι ο Ήφαιστος μπροστά στον «Ρόμπερτς εντ Κόμπανυ»;(!) Τι είναι ο Έρμης μπροστά στην Εθνική Τράπεζα;(!) Τι είναι ο Ζευς, μπροστά στο αλεξικέραυνο;(!)… Το παράδοξο είναι ότι αυτή η Τέχνη μπορεί ακόμη να μας παρέχει αισθητική χαρά και να θεωρείται σαν άφθαστο πρότυπο!».

Και επιχειρεί μία ερμηνεία του …«απαράδεκτου» και «αφύσικου» φαινομένου. Ανατρέχουμε, λέγει, στην Ελληνική Τέχνη, όπως ο ώριμος άνδρας στην παιδική του ηλικία, από ένα είδος νοσταλγίας!

Η εξήγηση βέβαια είναι διαφορετική. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η Τέχνη, όπως και κάθε Ιδέα, έχει την δική της ζωή, την αυτοτέλεια της. Γιαυτό ακριβώς, έχουμε και την «υπεριστορική» ενότητα της ανθρωπότητας. Άν κάθε αλλαγή του οικονομικού συστήματος, κατάστρεφε και το πνευματικό «εποικοδόμημα», δεν θα υπήρχε καμία συνέχεια στον ανθρώπινο πολιτισμό. Κατά τον μαρξισμό, έτσι θα έπρεπε να γίνεται!

Γιαυτό, ο Έγκελς, γράφει:
«Οι πιο αιθέριες περιοχές της Ιδεολογίας : θρησκεία, Φιλοσοφία κλπ., δεν είναι παρά λείψανα της προϊστορίας πού θα μπορούσαμε σήμερα να τα αποκαλέσουμε βλακεία»!
Σύμφωνα με την λογική του μαρξισμού, αφού αλλάζει η «βάσις», πρέπει να απαρνηθούμε όλη την πολιτιστική κληρονομιά των χιλιετηρίδων πού πέρασαν και να φθάσουμε στον πνευματικό μηδενισμό. Αυτό ακριβώς κάνει ο Μάο, με την «πολιτιστική επανάσταση» των ερυθροφρουρών του.
Αν όμως το οικονομικό υπόβαθρο καθορίζει το πνευματικό εποικοδόμημα, τότε πώς έγινε δυνατόν να εμφανισθεί ο μαρξισμός, δηλ. η θεωρία (εποικοδόμημα) του σοσιαλισμού, μέσα στο αστικό οικονομικό σύστημα ; η αστική οικονομική βάσις δεν έπρεπε να παράγει μόνον αστικές θεωρίες ; Πώς παρήγαγε και σοσιαλιστικές ;
ε) Αν το οικονομικό υπόβαθρο είναι το βασικό, τότε οι ΗΠΑ ήταν πιο προοδευμένες από την ΕΣΣΔ αφού προηγούνταν οικονομικώς. Πώς γίνεται λοιπόν να προηγούνταν οικονομικώς και όμως να καθυστερούσαν κοινωνικοπολιτικώς όπως διατείνονταν οι κομμουνιστές ;
στ) Αν η οικονομία καθορίζει τα πάντα και συνεπώς και την πολιτική, πώς συμβαίνει στην ΕΣΣΔ να είχε πολιτικοποιηθεί η οικονομία ; Διότι, στην ΕΣΣΔ, το βασικό δεν ήταν η οικονομία. Ήταν η πολιτική. Η πρώτη, δεν είναι παρά ένα μέσον της δεύτερης. Απόδειξη ότι η οικονομία διευθύνονταν από τους πολιτικούς και όχι η πολιτική από οικονομολόγους. Η οικονομική δραστηριότητα στην ΕΣΣΔ, είχε για σκοπό της, όχι την ικανοποίηση των υλικών αναγκών της κοινωνίας, αλλά την εξυπηρέτηση των πολιτικών επιδιώξεων του Κ.Κ. Έτσι, ο ρώσος, δεν είχε παπούτσια η κρέας, αλλά είχε πυραύλους και διαστημόπλοια. Που ήταν λοιπόν η υπεροχή του οικονομικού παράγοντος ;
Η «βάση» πού επάνω της κτίζεται το εποικοδόμημα της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν είναι η παραγωγή η έστω η οικονομία στην ευρύτατη δυνατή έννοια του όρου. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος σαν όν, με όλες τις φυσικές, ψυχικές, πνευματικές και ηθικές του ιδιότητες.
η) Άλλωστε και αν ακόμη περιορίζαμε την «βάση» σε καθαρά «υλικούς» παράγοντες, και τότε, πέρα από την οικονομία, θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε σ’ αυτήν, το γεωγραφικό περιβάλλον (χώρος) μέσα στο όποιο ζει μία ανθρώπινη κοινωνία, την φυλή κλπ.
Η «γεωγραφική υπόσταση» λ.χ., στην οποία περιλαμβάνουμε το κλίμα, την μορφολογία του εδάφους, την θέση της χώρας, τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, τα στοιχεία των προηγουμένων πολιτισμών, το τοπίο, κλπ-, έπαιξε βασικό ρόλο στην εξέλιξη κάθε ανθρώπινης κοινωνίας γιατί περιείχε δυνητικά, τους ρυθμούς και τις κατευθύνσεις της κινήσεως της. Έτσι, Οι καμπίσιοι βαβυλώνιοι, αιγύπτιοι και κινέζοι, έγιναν γεωργοί. Οι ορεινοί ασσύριοι, κυνηγοί – πολεμιστές. Οι θαλασσινοί έλληνες, έμποροι. Οι άγγλοι, με το στενόχωρο, θαλασσόζωστο, προφυλαγμένο και με πλούσιο υπέδαφος νησί τους, πειρατές, έμποροι, βιομήχανοι, εργάτες,
θ) Με την λογική του αυστηρού ντετερμινισμού του «εποικοδομήματος» από την «βάση», ο μαρξισμός υποστηρίζει ότι Οι νέες ιδέες, εφευρέσεις η θεωρίες, παρουσιάζονται ακριβώς τότε, όταν τις χρειάζεται η κοινωνία και ότι ένα πρόβλημα, τίθεται, μόνον όταν ήδη έχουν αρχίσει να ωριμάζουν Οι δυνατότητες για την επίλυσή του. Πρόκειται για μία μηχανιστική αντίληψη, πού δεν εξηγεί γιατί εμφανίσθηκαν σοσιαλιστικές τάσεις στην αρχαία Ελλάδα, πώς αποπειράθηκε να πετάξει ο Ίκαρος και πώς συνέλαβε το τάξηδι σε άλλα άστρα ο Λουκιανός.
ι) η υπερβολή του οικονομικού παράγοντος, οδηγεί στην θεοποίηση της παραγωγής, πού ανάγεται σε αυτοσκοπό. Έτσι, ο Στάλιν, στον περιβόητο «Διαλεκτικό και Ιστορικό Υλισμό» του, γράφει :
«Η δουλεία ήταν ένα φαινόμενο απόλυτα κατανοητό και λογικό, γιατί αποτελεί ένα βήμα προς τα εμπρός σε σχέση με τον πρωτόγονο κομμουνισμό, στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων».
Δηλαδή, η ανάπτυξη της παραγωγής, καθιστά «κατανοητή», οποιαδήποτε μέθοδο (ακόμη και την ανθρώπινη δουλεία!) και «λογικό» οποιοδήποτε σύστημα! Οτιδήποτε αναπτύσσει την παραγωγή, αποτελεί αυτομάτως, «πρόοδο»! Και η άποψη αυτή δεν είναι «σταλινική».Ί σχυε και ισχύει πάντοτε για τους μαρξιστές. Άλλωστε, ολόκληρη η σοβιετική πράξη το απέδειξε. Στην ΕΣΣΔ, ο άνθρωπος, ένα προορισμό είχε και σε ένα χρησίμευε: να εκτελεί τα οικονομικά προγράμματα!

3. Η πάλη των τάξεων

Όπως αναφέραμε, κατά τον μαρξισμό, οι ιστορικοί νόμοι εκδηλώνονται μέσα από την ανθρώπινη δράση. Αυτοί αναγκάζουν τους ανθρώπους να αναπτύξουν, είτε το θέλουν οι ίδιοι είτε όχι, μία ορισμένη δραστηριότητα. Και αυτή, οδηγεί οπωσδήποτε, στην επικράτηση του «νέου», στην επιβολή της «Ιστορικής αναγκαιότητας».

Έτσι και η αντίθεση, μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων πού αποτελεί ιστορικό νόμο, μεταφράζεται αναγκαστικά σε ανθρώπινη δράση. Εκδηλώνεται, με το κοινωνικό φαινόμενο της πάλης ανάμεσα στους ανθρώπους πού έχουν διαφορετική θέση στην παραγωγή. Δηλαδή, ανάμεσα σε εκείνους πού θέλουν την μεταβολή των υφισταμένων παραγωγικών σχέσεων και σε εκείνους που θέλουν την διατήρησή τους. Οι άνθρωποι αυτοί, ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τα ξ ε ι ς. η μεταξύ των πάλη είναι η «πάλη των τάξεων». και αυτή είναι κατά τον Μαρξ «ή κινητήρια δύναμις της Ι στορ ί α ς». Με την ταξική πάλη και μόνον με αυτήν, προχωρεί η κοινωνία προς τα εμπρός, περνώντας από ένα κοινωνικό σύστημα, σε άλλο, νεότερο και ανώτερο.

«Όλη η ως τα τώρα Ιστορία της κοινωνίας είναι η Ιστορία της πάλης των τάξεων: ελεύθεροι και σκλάβοι, πατρίκιοι και πληβείοι, βαρών ο ι και δουλοπάροικοι, μαστόροι και καλφάδες, με μια λέξι καταπιεστές και καταπιεζόμενοι, βρίσκονταν σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ τους, σε αδιάκοπη πάλη, που κάθε φορά κατέληγε είτε σε μια επαναστατική μεταμόρφωση ολόκληρης της κοινωνίας, είτε σε μια ταυτόχρονη συντριβή των δύο συγκρουόμενων τάξεων» (Κ. Μαρξ).

Τι είναι όμως τάξη ; Στο ερώτημα αυτό ο Μαρξ άπαντα ότι . Λ.χ. όσοι είναι ιδιοκτήτες των συγχρόνων παραγωγικών δυνάμεων, ανήκουν στην τάξη των «κεφαλαιοκρατών», ενώ όσοι εργάζονται με παραγωγικά μέσα πού δεν αποτελούν δική τους ιδιοκτησία, ανήκουν στην τάξη του «προλεταριάτου».

Έτσι, το κριτήριο για την διάκριση των ανθρώπων σε τάξεις, δεν είναι ο πλούτος, η μόρφωση, Οι πολιτικές αντιλήψεις, η θρησκεία ή η καταγωγή τους, αλλά η ειδική θέση πού έχουν μέσα στην διαδικασία της παραγωγής.
Κάθε τάξη, κατά τον μαρξισμό, έχοντας μία ειδική θέση μέσα στην παραγωγή, έχει και τα δικά της, ιδιαίτερα, ταξικά, οικονομικά συμφέροντα.
Τα συμφέροντα αυτά, καθορίζουν όλες τις πολιτικές και άλλες αντιλήψεις της. Έτσι, κάθε τάξη έχει δική της, ενιαία ταξική συνείδηση και βούληση, που εκφράζουν την θέση της στην παραγωγή, τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της. Επάνω στο έδαφος αυτής της ενιαίας ταξικής συνειδήσεως, διαμορφώνονται, κατά τον Μαρξ, όλες Οι ποικίλες εκδηλώσεις της κάθε τάξεως. Με άλλα λόγια, μία τάξη, έχει την δική της ηθική, το δικό της κόμμα, τις δικές της οργανώσεις, την δική της τέχνη, τα δικά της ήθη και έθιμα. Είναι ένας ιδιαίτερος, χωριστός κόσμος, πού βρίσκεται σε πόλεμο προς τον υπόλοιπο κόσμο.

Για τους μαρξιστές όλα είναι ταξικά. Όλα τα φαινόμενα του «εποικοδομήματος» (νομικοί, πολιτικοί και άλλοι θεσμοί, πνευματικές εκδηλώσεις κλπ.) ερμηνεύονται με βάση το ταξικό κριτήριο. Μία φιλοσοφική θεωρία λ.χ. εκφράζει τις αντιλήψεις μιας κοινωνικής τάξεως και διατυπώνεται, ακριβώς, για να εξυπηρέτηση τα συμφέροντα της. Το ίδιο ισχύει για ένα έργο τέχνης η για ένα πόλεμο, για μία θρησκεία η για μία επανάσταση, για ένα θεσμό ή για μία ηθική αξία. Όλα, σε τελευταία ανάλυση, έχουν ταξικά κίνητρα, ταξικό περιεχόμενο, ταξικές επιδιώξεις. ο ταξισμός των μαρξιστών ανάγεται στο απόλυτο. Και γίνεται το «μοναδικό κλειδί» με το όποιο καταβάλλεται προσπάθεια να ερμηνευθούν όλα τα φαινόμενα της κοινωνίας.

Κριτική

α) Για να χωρίσουμε τους ανθρώπους σε τάξεις μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε διάφορα κριτήρια: Μορφωτικά, διανοητικά, ηθικά, θρησκευτικά, βιολογικά, οικονομικά, φυλετικά. Οι άνθρωποι δεν είναι μόνον εργοδότες η εργαζόμενοι. Είναι επίσης μορφωμένοι η αμόρφωτοι, ευφυείς η ανόητοι, ηθικοί ή ανήθικοι, χριστιανοί η μωαμεθανοί, υγιείς η ασθενείς, πλούσιοι η φτωχοί, λευκοί η μαύροι- έλληνες ή βούλγαροι. η επιλογή λοιπόν από τους μαρξιστές ενός και μόνον κριτηρίου (η θέση στην παραγωγή) είναι μία αυθαιρέτως μονομερής ενέργεια. Άλλωστε, στο παρελθόν, οι άνθρωποι εχωρίζονταν σε πατρικίους και σε πληβείους ή σε ευγενείς και σε λαϊκούς και οι διακρίσεις αυτές έπαιζαν πολύ μεγαλύτερο ρόλο στην όλη διάρθρωση της κοινωνίας και στους κοινωνικούς αγώνες, από όσο παίζει σήμερα η διάκριση σε εργοδότες και σε εργάτες. Και σήμερα, στην Ν. Αφρική λ. χ. η διάκρισης κατά το χρώμα έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από την διάκριση ανάλογα με την θέση στην παραγωγή.
β) ο μαρξισμός βλέπει να υπάρχουν πάντοτε μόνον δύο βασικές τάξεις. Στην δουλεία υπήρξαν Οι δουλοκτήτες και οι δούλοι, στην φεουδαρχία Οι φεουδάρχες και οι δουλοπάροικοι, στον καπιταλισμό οι αστοί και προλετάριοι. Πρόκειται για υπερβολική απλοποίηση του κατά πολύ συνθετότερου φαινομένου της κοινωνικής διαρθρώσεως. Και γίνεται από τον μαρξισμό, γιατί θέλει να εφαρμόσει σώνει και καλά το αιώνιο σχήμα του: θέση – αντίθεση -σύνθεση.

Γι’ αυτό, βάζει δύο τάξεις, από τις όποιες η μία είναι η «θέση» και η άλλη η «αντίθεση», να παλεύουν μεταξύ των, ώστε από την πάλη να προέλθει η «σύνθεση». Τρίτη τάξη τον μπερδεύει, του χαλάει το σχήμα, δεν χωράει. Έτσι, οι αστοί αποτελούν την «θέση» και το προλεταριάτο την «άρνηση» του καπιταλισμού. Από την πάλη «αστών» και «προλεταρίων» γεννιέται η «σύνθεση» : ο σοσιαλισμός.

Στην πραγματικότητα όμως, οι τάξεις, δεν ήσαν ποτέ δύο. Σε όλα τα κοινωνικά συστήματα ήσαν περισσότερες.
Στην δουλεία, εκτός από τους δουλοκτήτες και τους δούλους, υπήρχαν και οι φτωχοί ελεύθεροι πού δεν είχαν δικούς τους δούλους καθώς και οι «απελεύθεροι», δηλαδή οι πρώην δούλοι πού είχαν απελευθερωθεί, χωρίς όμως να έχουν πλήρη δικαιώματα και κυρίως χωρίς να έχουν δούλους.

Επίσης, στην φεουδαρχία, εκτός από τον φεουδάρχη και τον δουλοπάροικο, υπήρχαν σαν τρίτη, ενδιάμεση τάξη, τα μεσαία στρώματα των βιοτεχνών και επαγγελματιών, τα όποια, οργανωμένα στις ισχυρότατες την εποχή εκείνη συντεχνίες, έπαιζαν σοβαρό ρόλο στην κοινωνία του Μεσαίωνας. Άλλωστε, η αστική τάξη, δεν προήλθε από τους δουλοπάροικους, αλλά από τους ανθρώπους των συντεχνιών, πράγμα που δείχνει ότι αυτοί ακριβώς αποτελούσαν βασική τάξη με εξέχουσα ιστορική σημασία.

Κατά τον ίδιο τρόπο και στον «καπιταλισμό», εκτός από τον κεφαλαιοκράτη-εργοδότη και τον εργάτη – προλετάριο, υπάρχουν οι αγρότες, οι βιοτέχνες, οι επαγγελματίες, οι επιστήμονες και οι διανοούμενοι. Αυτοί αποτελούν τεράστια κοινωνικά στρώματα, πού συχνά είναι πιο πολυάριθμα και από την κεφαλαιοκρατική και από την εργατική τάξη και παίζουν μεγάλο ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη και στην σύγχρονη διεθνή πολιτική.
Ο μαρξισμός εφαρμόζει λοιπόν και πάλι το σύστημα του, να απλοποιεί υπερβολικά, τα σύνθετα φαινόμενα και να τα στριμώχνει κατά προκρουστικό τρόπο σε ορισμένα καλούπι α.
Στην πραγματικότητα, η κοινωνική κλιμάκωση, είναι πολύ μεγαλύτερη και περιπλοκότερη από αυτήν πού μας παρουσιάζει ο Ιστορικός Υλισμός με τα απλουστευτικά του σχήματα.

γ) ο μαρξισμός ισχυρίζεται ότι η πάλη των τάξεων αποτελεί την μοναδική κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Η σκληρή, συνεχής και αδυσώπητη ταξική πάλη, αποτελεί κατ’ αυτόν, μόνιμο ιστορικό φαινόμενο πού χαρακτηρίζει όλες τις κοινωνίες και σπρώχνει την Ιστορία προς τα εμπρός. η Θέση όμως αυτή έρχεται σε σύγκρουση τόσο με την ιστορική πραγματικότητα όσο και με ορισμένες άλλες θέσεις του ίδιου του Ιστορικού Υλισμού. Συγκεκριμένα :
ι) ο Ιστορικός Υλισμός αποκαλεί το πρώτο και χρονικώς μεγαλύτερο στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας «πρωτόγονο κομμουνισμό». Πρόκειται για το πρωτόγονο σύστημα της κοινοκτημοσύνης πού υπήρχε κατά την παλαιολιθική και νεολιθική εποχή. Στην περίοδο εκείνη, λέγει ο Ιστορικός Υλισμός, Οι άνθρωποι δεν ήσαν διηρημένοι σε τάξεις, δεν υπήρχε Ιδιοκτησία και εκμετάλλευση, υπήρχε ισότητα. Τίθεται όμως το ερώτημα, αφού δεν υπήρχαν κοινωνικές τάξεις και συνεπώς δεν υπήρχε ούτε ταξική πάλη, πώς προχώρησε η κοινωνία προς τα εμπρός; Και μάλιστα κατά την περίοδο αυτήν της ελλείψεως κάθε ταξικής πάλης, ο άνθρωπος πραγματοποίησε τα βασικότερα βήματα προόδου, εκείνα που τον διαχώρισαν από τα ζώα και έδωσαν διαφορετική ποιότητα στην ανθρώπινη κοινωνία Τότε ο άνθρωπος βρήκε την φωτιά και τον τροχό, εξημέρωσε τα ζώα και τα φυτά, ανακάλυψε τα πρώτα εργαλεία, απέκτησε γεωργία, κτηνοτροφία και όπλα.
Σύμφωνα με τα ίδια τα μαρξιστικά σχήματα, καταλήγουμε λοιπόν στα εξής παράδοξα συμπεράσματα :
-Στις πρωτόγονες κοινωνίες δεν λειτουργεί ο οικονομικός και ο ταξικός ντετερμινισμός, αφού η οικονομία τους είναι ασήμαντη και Οι τάξεις ανύπαρκτες. (Ο ίδιος ο Μαρξ παραδέχεται ότι στις αρχαϊκές κοινωνίες το Κράτος δεν είχε ταξική προέλευση).
Αυτές οι κοινωνίες είναι ακίνητες, αφού δεν υπάρχει πάλη των

-Άρα, ο Ιστορικός Υλισμός, ισχύει μόνον για ορισμένες κοινωνίες
Δεν ίσχυε στον «πρωτόγονο κομμουνισμό». Και επίσης, δεν θα ισχύει στον κομμουνισμό αφού και αυτός θα είναι αταξικός!
ιι) Στην κομμουνιστική κοινωνία, μας λένε οι μαρξιστές, δεν θα υπάρχουν τάξεις και ταξική πάλη. Αλλά τότε πώς Θα γίνεται η πρό ο δ ο ς ; Μήπως θα σταματήσει οριστικά και κάθε κίνηση προς τα εμπρός ; Στο ερώτημα αυτό, οι μαρξιστές δεν έδιναν άλλοτε καμία απάντηση. Τελευταία, ισχυρίζονται ότι η πρόοδος, στην κομμουνιστική κοινωνία, θα γίνεται όχι πια με την σύγκρουση των τάξεων, αφού δεν θα υπάρχουν τέτοιες, άλλα με την σύγκρουση των «αντιθέσεων». Οι αντιθέσεις αυτές δεν θα είναι όμως «ανταγωνιστικές», «αντινομικές», όπως είναι στην ταξική κοινωνία. Θα είναι «αντιθέσεις νέου τύπου». Θα είναι αντιθέσεις ανάμεσα στο «παλιό» και στο «καινούριο», πού θα εκδηλώνονται σε όλους τους τομείς της ζωής. Το ξεπέρασμα τους, θα επιτελείται «ομαλά», με την «κριτική» και την «αυτοκριτική».

Φυσικά η απάντηση αποτελεί σόφισμα, ταυτόχρονα όμως και ανατροπή ενός βασικού νόμου του Ιστορικού Υλισμού, του νόμου της πάλης των τάξεων. Γιατί, που θα υπάρχουν αντιθέσεις αφού δεν θα υπάρχουν τέτοιες ούτε στην οργάνωση της παραγωγής, ούτε στην κοινωνική συγκρότηση; Μήπως στα μυαλά των ανθρώπων; Τότε όμως παραδεχόμαστε την ανεξαρτησία της ανθρωπίνου σκέψεως έναντι των οικονομικοκοινωνικών παραγόντων. Διότι, κατά τον μαρξισμό, μαζί με την εξάλειψη των οικονομικών αντιφάσεων και των ταξικών συγκρούσεων, θα έπρεπε να εξαλειφθούν, αυτομάτως, και οι πνευματικές διαφοροποιήσεις η «κριτική» και η «αυτοκριτική» προϋποθέτουν διαφορές απόψεων μέσα σε μία χωρίς αντινομίες κοινωνία. Και τούτο αντιφάσκει προς τον Ιστορικό Υλισμό. Άλλωστε, στον «πρωτόγονο κομμουνισμό», ασφαλώς δεν εφάρμοζαν την «κριτική» και την «αυτοκριτική». Δεν υπήρχαν λοιπόν εκεί, ούτε τάξεις, ούτε πάλη των τάξεων, ούτε κριτική και αυτοκριτική. Τότε πώς κινήθηκε η κοινωνία ;

Μία μόνον απάντησης χωρεί. Ότι οι αντιθέσεις πού την κινούν δεν είναι μόνον, ούτε και κυρίως, οικονομικές και ταξικές. Οι αντιθέσεις είναι ποικίλες και απειράριθμες. Είναι αντιθέσεις ανάμεσα σε έθνη, φυλές και τάξεις, ανάμεσα σε ιδέες και τάσεις, ανάμεσα στον άνθρωπο και στην φύση, ανάμεσα στον εσωτερικό και εξωτερικό άνθρωπο κλπ. κλπ.

ιιι) Πέραν αυτών όμως, η Ιστορία μας δείχνει ότι σχεδόν σε όλες τις εποχές, η πάλη των τάξεων και όταν ακόμη υπήρξε, δεν έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική εξέλιξη:
Το χαρακτηριστικό της αρχαιότητος δεν είναι η πάλη ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ανάμεσα στις φυλές. Οι αγώνες του μεσαίωνας δεν έγιναν τόσο μεταξύ τάξεων, όσο μεταξύ ηγεμόνων και Θρησκειών
Γενικά, μέσα στην Ιστορία Οι ταξικοί αγώνες υπήρξαν λίγοι και χωρίς καθοριστική σημασία. λ.χ. Οι αγώνες μεταξύ πατρικίων και πληβείων (οι όποιοι άλλωστε δεν ήσαν δούλοι αλλά επίσης ελεύθεροι) έπαιξαν συγκριτικά μικρό ρόλο στην ιστορία της Ρώμης.
Ο ίδιος ο Μαρξ γράφει : «Στη Ρώμη, η πάλη των τάξεων διαδραματίζονταν στο εσωτερικό της μειοψηφίας των προνομιούχων, ενώ οι δούλοι έμεναν σε παθητική κατάσταση».

Επίσης, οι επαναστάσεις των δούλων, δεν αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό της δουλοκτητικής κοινωνίας. Άλλωστε δεν είναι αυτές πού την ανέτρεψαν, δοθέντος ότι καμία εξέγερση δούλων δεν νίκησε.
Κατά τον μεσαίωνα εξ άλλου, Οι δουλοπάροικοι πολεμούν συνήθως στο πλευρό του φεουδάρχη των στον όποιο κατά κανόνα, μένουν πιστοί. Λίγες είναι Οι περιπτώσεις κατά τις όποιες οι χωρικοί ξεσηκώνονται εναντίον των φεουδαρχών. και Οι εξεγέρσεις αυτές ήσαν συνήθως καθαρά τοπικές, χωρίς γενικότερες επιπτώσεις στην φεουδαρχική μεσαιωνική κοινωνία.

Καμία από τις τάξεις πού αναφέρει ο Μαρξ (σκλάβοι, πληβείοι, δουλοπάροικοι, καλφάδες) δεν αναμόρφωσε την κοινωνία. Η δουλεία έπεσε από τις επιδρομές των βαρβάρων και την επίδραση του χριστιανισμού. η φεουδαρχία, ανετράπη όχι από τους δουλοπάροικους, αλλά από τους αστούς. ο Μαρξ διαπιστώνει : «Οι μεγάλες εξεγέρσεις τον Μεσαίωνας ξεκίνησαν όλες από την ύπαιθρο δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα».

Άλλα και η εργατική επανάσταση πού -προέβλεψε ο Μαρξ ότι θα ξεσπάσει στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, δεν πραγματοποιήθηκε, πουθενά. Απεναντίας, διαπιστώνουμε ότι όσο πιο καπιταλιστική είναι μία χώρα, όσο μεγαλύτερη εργατική τάξη έχει, τόσο ασθενέστερο είναι το κομμουνιστικό της κίνημα (Βόρειος Αμερική, Σκανδιναβία, Αγγλία, Δυτική Ευρώπη).
Στην πράξη και οι ίδιοι οι κομουνιστές, είναι υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουν ότι το σχήμα τους δεν λειτουργεί κανονικά μέσα στην Ιστορία. Ο Στάλιν λ.χ. στον «Διαλεκτικό και Ιστορικό Υλισμό» του, γράφει για το πέρασμα από την δουλεία στην φεουδαρχία :

«Οι νέες παραγωγικές δυνάμεις απαιτούν τώρα από τον εργαζόμενο μία πρωτοβουλία, ένα ενδιαφέρον για την εργασία τον. Γι’ αυτό, ο φεουδάρχης, δε θέλει πια να έχει σκλάβους πού τους λείπει κάθε πρωτοβουλία. Προτιμά να έχει να κάνει με δουλοπάροικους πού έχοντας δική τους γη, αισθάνονται ενδιαφέρον για τη δουλειά τους».

Έτσι, το πέρασμα στο νέο κοινωνικό σύστημα, είναι αποτέλεσμα όχι των αγώνων των δούλων, άλλα της άρχουσας τάξεως πού κατασκεύασε μία πιο αποδοτική οικονομικο-κοινωνική οργάνωση! Οι δούλοι ελευθερώθηκαν επειδή το θέλησαν οι εκμεταλλευτές των! Ιδού η αποθέωση του ρεφορμισμού !

δ) Η έννοια της τάξεως όπως την παρουσιάζει ο μαρξισμός, είναι εντελώς φτιαχτή. Μπορούμε να πούμε ότι κοινωνικές τάξεις, έτσι όπως τις αντιλαμβάνεται ο μαρξισμός δεν υπήρξαν ποτέ.

Ο μαρξισμός, βλέπει τις τάξεις σαν εντελώς ενιαία σύνολα ανθρώπων πού επειδή έχουν την ίδια ακριβώς θέση μέσα στην παραγωγή, έχουν και εντελώς κοινά συμφέροντα, και άρα έχουν αυτομάτως κοινές επιδιώξεις, κοινή συνείδηση και μία αδιάσπαστη, ενιαία και ομόφωνη ταξική βούληση.
Τέτοιες τάξεις όμως δεν υπάρχουν. Είναι ιδεατά πρότυπα που ο Μαρξ τα κατασκεύασε δια συνεχούς αφαιρέσεως. Τα πρότυπα αυτά, οι μαρξιστές τα ταυτίζουν με την πραγματικότητα, η οποία όμως είναι ολότελα διαφορετική :

ι) Οι τάξεις είναι ρευστές. Ανάμεσα τους δεν υπάρχουν σαφή όρια πού να τις διαχωρίζουν και να τις αποκρυσταλλώνουν κατά τρόπο μόνιμο. Αντίθετα, υπάρχει συνεχής μετακίνηση ατόμων από το ένα κοινωνικό στρώμα στο άλλο.
ιι) Οι τάξεις είναι ανομοιογενείς. Και η ανομοιογένεια αυτή δεν τους επιτρέπει να έχουν πραγματικά κοινές επιδιώξεις. η ενιαία ταξική συνείδηση και β ο ύ λ η σ ι ς είναι έννοιες κατασκευασμένες και κατά μεγάλο μέρος ανύπαρκτες. Λ.χ. οι αστοί δεν αποτελούν μία τάξη με κοινά συμφέροντα και με ενιαία βούληση. Απεναντίας, συνήθως, βρίσκονται μεταξύ των σε άγριο ανταγωνισμό.

Επίσης, οι δούλοι, δεν αποτελούσαν μία ομοιογενή ενότητα. Μεταξύ τους υπήρχαν μεγάλες διαφορές. Άλλοι προέρχονταν από χρεοκοπημένους αγρότες και άλλοι ήσαν αιχμάλωτοι πολέμου, συχνά πρώην δουλοκτήτες. Υπήρχαν ανάμεσα τους μορφωμένοι και αμόρφωτοι, βάρβαροι και πολιτισμένοι. Υπήρχαν δούλοι πού ήθελαν την κατάργηση της δουλείας και δούλοι πρώην δουλοκτήτες, πού θεωρούσαν την δουλεία νόμιμο και αναγκαίο θεσμό. Γι’ αυτό, κάθε δούλος προσπαθούσε ατομικά να κερδίσει την ελευθερία του και συνήθως όχι με την επανάσταση ή με την δραπέτευση, αλλά με την επίδειξη αφοσιώσεως προς τους κυρίους του και με την προσφορά πολυτίμων υπηρεσιών προς αυτούς. Υπήρχαν δούλοι οι όποιοι ζούσαν μαζί με τις οικογένειες των κυρίων τους (παραμάνες, δάσκαλοι, υπηρέτες, παλλακίδες κλπ.) και γίνονταν σχεδόν μέλη τους. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε ποτέ μία πραγματικά γενική επανάσταση των δούλων πού να προέρχεται από μία ενιαία ταξική θέληση και να αποβεί νικηφόρα. Ακόμη και η μεγάλη επανάσταση του Σπάρτακου ήταν κυρίως ένα κίνημα των απελεύθερων, πού ήθελαν περισσότερα δικαιώματα.

ιιι) η ελλειψη ταξικής ομοιογενείας και ενιαίας ταξικής βουλήσεως, φαίνεται και από τις περιπτώσεις αυτών τούτων των ιδρυτών του μαρξισμού και των ηγετών του διεθνούς κομμουνισμού. Ο Μαρξ, ο Έγκελς, ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Τρότσκυ, ο Μάο, δεν προήλθαν από το προλεταριάτο αλλά από την αστική τάξη. Καταγόντουσαν από αστικές οικογένειες και ήσαν και οι ίδιοι αστοί με αστική «θέση μέσα στην παραγωγή». Και όμως. «παρακούοντας» στον Ιστορικό Υλισμό, στράφηκαν εναντίον της τάξεως των! Που είναι λοιπόν η ενιαία ταξική συνείδηση ;
Θέλοντας να δώσει μία εξήγηση σ’ αυτό το φαινόμενο, ο αστός δικηγόρος Μαρξ, διατύπωσε την εξής άποψη:

Η θεωρία αυτή είναι βέβαια τιμητική για τον ίδιο τον Μαρξ, πού την κατασκεύασε, ταυτόχρονα όμως είναι και καταστρεπτική για τα θεωρητικά του σχήματα. Γιατί, αν ο άνθρωπος μπορεί να «αποσκιρτήσει» από την τάξη του, τότε που βρίσκεται ο αυτόματος χαρακτήρας των ιστορικών νομοτελειών ; Άρα ο άνθρωπος δεν είναι απλός ανταυγαστήρας της ιστορικής νομοτέλειας, γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση ούτε θα ήθελε, ούτε και θα μπορούσε να εγκατάλειψη την τάξη του και να προσχωρήσει στον εχθρό της. Συνεπώς, πέρα από την θέση μιας τάξεως στην παραγωγή, υπάρχουν και άλλα, καθαρώς υποκειμενικά, ατομικά αίτια πού καθορίζουν την στάση των ανθρώπων.

Ο Μαρξ δοκίμασε επίσης να εξήγηση και το αντίθετο από το δικό του φαινόμενο. Δηλαδή, το φαινόμενο εργατών, οι όποιοι δεν εφαρμόζουν την .επαναστατική του γραμμή και αρνούνται να υπακούσουν στα κελεύσματα των «νόμων» του. Για την περίπτωση αυτήν, ο Μαρξ ισχυρίσθηκε ότι σε ορισμένες πλούσιες αστικές χώρες, όπως η Αγγλία, η αστική τάξη πραγματοποιεί υπερκέρδη. Έτσι, έχει την δυνατότητα να «εξαγόραση» ένα τμήμα της εργατικής τάξεως, αμείβοντας το καλύτερα. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργεί ένα ξεχωριστό στρώμα, πού ο Μαρξ το ονόμασε «εργατική αριστοκρατία». Το στρώμα αυτό, κατά τον Μαρξ, είναι «η πηγή του ρεφορμισμού» και στην ουσία παίζει τον ρόλο πράκτορα της κεφαλαιοκρατίας μέσα στην εργατική τάξη. Να λοιπόν πού πέρα από την αντικειμενική ταξική κατάσταση, καθοριστικό ρόλο στην συμπεριφορά των ανθρώπων παίζουν και καθαρώς προσωπικοί παράγοντες όπως είναι η «εξαγορά» τους! Με μερικά χρήματα, ανατρέπεις την… «ιστορική νομοτέλεια».

Το συμπέρασμα είναι ότι στην πραγματικότητα, οι τάξεις είναι ανομοιογενείς και αποτελούνται από άτομα η ομάδες ατόμων με διαφορετικές και συχνά αντίθετες επιδιώξεις. Ακόμη και μέσα στο ίδιο επάγγελμα διαπιστώνουμε την σύγκρουση αντιθέτων ατομικών η ομαδικών συμφερόντων (όπως λ.χ. μεταξύ ανταγωνιζόμενων εμπόρων, βιομηχάνων, η μικροπωλητών). Αντιθέσεις συμφερόντων, διαπιστώνονται ακόμη και ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας πολύ περισσότερο λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί η απόλυτος ταυτότητα συμφερόντων σε μία ολόκληρη τάξη ανθρώπων όπως θέλει ο μαρξισμός.

ιν) Τα όρια ανάμεσα στις τάξεις είναι πολύ συγκεχυμένα. Το ί δ ι ο άτομο μπορεί να είναι ταυτόχρονα εκμεταλλευτής και εκμεταλλευόμενος, εργοδότης και εργαζόμενος, πωλητής και αγοραστής. Λ.χ. οι σιτοπαραγωγοί στην Ελλάδα «εκμεταλλεύονται» κατά κάποιο τρόπο τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα γιατί η παραγωγή σίτου στις ελληνικές συνθήκες, είναι αντιοικονομική και στηρίζεται στην επιδότηση πού επιβαρύνει το κοινωνικό σύνολο. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο εργάτης ο όποιος πληρώνεται και όταν ακόμη η επιχείρηση ζημιώνει, «εκμεταλλεύεται» τον εργοδότη του. Το γκαρσόνι υφίσταται την «εκμετάλλευση» του καταστηματάρχη, ταυτόχρονα όμως «εκμεταλλεύεται» τους βοηθούς του.
Ο Μαρξ, παραγνωρίζοντας αυτήν την πραγματικότητα, δουλεύοντας με συνεχείς αφαιρέσεις, κατασκεύασε Θεωρητικά σχήματα, ανύπαρκτα στην κοινωνική ζωή : τον «προλετάριο», τον «αστό» κλπ.

Ό «προλετάριος», κατά τον Μαρξ, είναι ένας εξαθλιωμένος άνθρωπος ο όποιος δεν έχει παρά την εργατική του δύναμη πού την πουλά ολοένα και φθηνότερα στους εργοδότες και βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην εξαθλίωση. Για τον ιδεατό «προλετάριο» πού δεν υπήρξε παρά στο κεφάλι του Μαρξ, «νόμος, ηθική, θρησκεία, είναι, ισάριθμες αστικές προλήψεις». Η εργατική τάξη του Μαρξ, αποτελείται από μία εντελώς ομοιόμορφη και τεράστια μάζα τέτοιων προλεταρίων, οι όποιοι επαναστατώντας «δεν έχουν να χάσουν τίποτα άλλο εκτός από τις αλυσίδες τους».

Ό «αστός» κατά τον Μαρξ, είναι κεφαλαιοκράτης, ο όποιος δεν προσφέρει απολύτως τίποτα στην κοινωνία και δεν έχει κανένα άλλο εφόδιο εκτός από το κεφάλαιο του, πού το χρησιμοποιεί για να εκμεταλλεύεται όλο και πιο άγρια τους εργάτες. Έτσι, μεγαλώνει συνέχεια και ασταμάτητα το κεφάλαιο του, πού αποτελεί στην πραγματικότητα μία συσσώρευση από ιδρώτα, δάκρυα και αίμα της εργατικής τάξεως.

Ό «άστος» του Μαρξ, «βλέπει την σύζυγο του σαν απλό όργανο παραγωγής»(!) και ο «αστικός» γάμος «είναι ένα σύστημα πού επιτρέπει να είναι κοινές οι γυναίκες» κλπ. κλπ.!

Βέβαια, αυτός «ο προλετάριος» και αυτός ο «αστός», δεν υπάρχουν. Τόσον Οι ίδιοι όσο και η τάξη πού υποτίθεται πώς αποτελούν, είναι αφηρημένα σύμβολα, σχήματα πού κατασκεύασε με καθαρά εγκεφαλικό τρόπο, ο Μαρξ.

Η μαρξιστική «τάξις» είναι λοιπόν έννοια μεταφυσική. Με του ιστορικού υλισμού, η Ιστορία γεμίζει έννοιες φτιαχτές που θυμίζουν την «άνευ τριβής μηχανή» των φυσικών, με την διαφορά ότι οι φυσικοί χρησιμοποιούν αυτήν την έννοια σαν «υπόθεση», ενώ οι μαρξιστές έλαβαν τις «υποθέσεις» των για πραγματικότητα.

ε) Στην πραγματικότητα, οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι πολύ πιο πολύπλοκες από την απλούστευση που τους κάνει ο μαρξισμός. Υπάρχει βέβαια μέσα στην κοινωνία σύγκρουση και πάλη συμφερόντων, άλλα πρόκειται κυρίως για σύγκρουση ατομικών, ομαδικών επαγγελματικών και κλαδικών συμφερόντων, κάποτε και ταξικών.
Πέρα από την απλούστευση του μαρξιστικού ταξισμού, υπάρχουν πολλές αντιθέσεις όπως είναι η αντίθεση μεταξύ πόλεως και χωριού, μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, μεταξύ μητροπόλεων και αποικιών, μεταξύ φυλών και εθνών, μεταξύ οικογενειών, μεταξύ διαφόρων κοινοτήτων ανθρώπων κλπ.

στ) Μία άλλη παρατήρηση στο σχήμα του ιστορικού υλισμού αφορά την μικροαστική τάξη. Η τάξη αυτή κατά τον Μαρξ θα εξαφανιζόταν και μάλιστα πολύ σύντομα, κάτω από την αδυσώπητη διεργασία της διαλύσεως της από τον ανταγωνισμό του μεγάλου κεφαλαίου. Ένα ελάχιστο ποσοστό από τα μέλη αυτής της τάξεως θα ανέβαινε στην μεγαλοαστική τάξη, ενώ το μέγιστο ποσοστό Θα κατέβαινε στο προλεταριάτο. Για αυτό κατά τους μαρξιστές, η μικροαστική τάξη δεν έχει να παίξει κανένα αξιόλογο κοινωνικό ρόλο και ουσιαστικά πρέπει να αγνοείται. η πρόβλεψη του μαρξισμού διαψεύσθηκε παταγωδώς. Τα μεσαία στρώματα όχι μόνον δεν εξαφανίσθηκαν, αλλά μπορούμε να πούμε άτι διευρύνθηκαν και εξακολουθούν να παίζουν σοβαρό ρόλο ακόμη και στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικώς χώρες όπως στις ΗΠΑ.

Τα μεσαία στρώματα δεν εξαφανίσθηκαν, διότι η κοινωνία δεν εξελίσσεται με τον στατικό τρόπο που της διαγράφει ο Ιστορικός υλισμός. ο Μαρξ ζούσε στην εποχή του ατμού που ήταν ακριβό μέσον για την κίνηση των μηχανών και δεν μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Με την δογματική του σκέψη, θεώρησε λοιπόν σαν αναπότρεπτη την χρεοκοπία τους. Ήρθε όμως η ανακάλυψη του ηλεκτρισμού που έδωσε φθηνή κινητήρια δύναμη και έτσι διέσωσε τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Άλλωστε, η συγκέντρωση του κεφαλαίου και η δημιουργία κολοσσιαίων βιομηχανικών επιχειρήσεων, δεν επιφέρει την εξαφάνιση των βιοτεχνικών και μικρών επιχειρήσεων, γιατί πολλές φορές, Οι πρώτες, χρησιμοποιούν προϊόντα που παράγουν Οι δεύτερες η διαθέτουν τα δικά τους προϊόντα δια μέσου αυτών. Έτσι συχνά, ένα μεγάλο τραστ συντηρεί άμεσα η έμμεσα χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του αμερικάνικου τραστ «Τζένεραλ Ελέκτρικ» από το οποίο εξαρτώνται 30.000 περίπου βιοτεχνικές και μεσαίες επιχειρήσεις.

Ακόμη πρέπει να έχουμε υπόψη και την συνεχή αύξηση των αναγκών, την οποία επίσης αγνόησε ο Μαρξ. Με την δημιουργία νέων αναγκών, δημιουργούνται και νέα επαγγέλματα, ενώ η τεχνική ανάπτυξη μπορεί να εξαφανίζει ορισμένα επαγγέλματα, αλλά δημιουργεί άλλα. Λ.χ. Η ανάπτυξη του ηλεκτρισμού έπληξε το επάγγελμα του φανοποιού, γέννησε όμως: τους ηλεκτρολόγους, ηλεκτροτεχνίτες, ραδιοτεχνίτες κλπ. η διάδοση του αυτοκινήτου δημιούργησε ολόκληρα στρώματα επαγγελματιών, όπως οι βενζινάδες, οι μηχανικοί αυτοκινήτων κλπ.

Ο σύγχρονος κομμουνισμός αναγκάσθηκε να λαβή υπόψη του αυτήν την πραγματικότητα και από τον καιρό του Λένιν ήδη, άρχισε να προσπαθεί να κερδίσει την συμμαχία των μεσαίων στρωμάτων η τουλάχιστον την ευμενή τους ουδετερότητα. Τα στρώματα αυτά αποτελούν την λεγομένη «εθνική αστική τάξη» πού τόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην απελευθέρωση των αποικιών και στην διάλυση του ιμπεριαλιστικού συστήματος μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο. η τάξη αυτή κυβερνά σήμερα σε μία σειρά ασιατικών και αφρικανικών κρατών και ο κομμουνιστικός κόσμος αγνοώντας τα ξεπερασμένα σχήματα του ιστορικού υλισμού, προσπαθεί να εξασφάλιση την φιλία και συμμαχία της.

Άλλα και στο θέμα της αγροτικής τάξεως διαψεύσθηκε ο ιστορικός υλισμός. Σύμφωνα με το μαρξιστικό σχήμα, την φεουδαρχική αγροτική ιδιοκτησία θα την διαδεχόταν η καπιταλιστική αγροτική ιδιοκτησία. Οι μικροί και μεσαίοι αγρότες μη μπορώντας να αντέξουν στον ανταγωνισμό των αστικών κέντρων και των καπιταλιστικών αγροκτημάτων θα καταστρέφονταν και θα γίνονταν προλετάριοι, εργάτες γης, που θα δούλευαν σε τεράστια κτήματα καπιταλιστικών εταιριών (αγροτικά εξαρτήματα βιομηχανικών τραστ, κτήματα τραπεζών κτλ.). Έτσι, η αγροτική τάξη ήταν και αυτή μία τάξη του παρελθόντος που είχε ξεπεραστεί από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και βρισκόταν υπό εξαφάνιση.
Η αγροτική τάξη όμως, διαψεύδοντάς τον μαρξισμό, δεν εξαφανίσθηκε. Την τσιφλικάδικη αγροτική ιδιοκτησία δεν την διαδέχθηκε η καπιταλιστική, άλλα η μικροαγροτική, πού επιβλήθηκε με τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Έτσι, Οι αγρότες εξακολουθούν να υπάρχουν σε όλες τις χώρες του κόσμου έκτος από τις κομμουνιστικές, οπού πράγματι εξαφανίσθηκαν η εξαφανίζονται, γιατί το κράτος τους πήρε τα πάντα και τους μετέτρεψε σε ακτήμονες προλεταρίους, εργάτες των κολχόζ και των κοινοβίων.

η) Τέλος πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αν η πάλη των τάξεων είναι η κινητήρια δύναμις που ωθεί την κοινωνία προς τα εμπρός, τότε η αναζήτηση της αταξικής κοινωνίας είναι μία αντιδραστική προσπάθεια που αποβλέπει στην αναστολή κάθε κοινωνικής προόδου!

θ) Η επιδίωξη για την κατάργηση των τάξεων, αποτελεί ουτοπία. Η ισοπέδωση των μελών της ανθρώπινης κοινωνίας θα ήταν καταστρεπτική εάν δεν ήταν ανέφικτη. Άλλα και ως απόπειρα ακόμη, προκαλεί μεγάλες ζημίες στην ανθρωπότητα.

Η προσπάθεια για πλήρη «ισότητα» των ανθρώπων είναι καταστρεπτική γιατί μοιραία, η ισότητα θα πραγματοποιούνταν στο κατώτερο επίπεδο, όχι στο ανώτερο. Άλλωστε, η εξίσωση είναι προαιώνιο αίτημα των κατωτέρων στρωμάτων και ατόμων. Και στο δικό τους επίπεδο θέλουν να κατεβάσουν τους άλλους. Η κατάργηση κάθε δυνατότητας διακρίσεως, θα εκμηδένιζε κάθε ενδιαφέρον του ατόμου για εργασία και ζωή. Δεν θα γίνονταν ανακαλύψεις και εφευρέσεις. Δεν θα διατυπώνονταν νέες θεωρίες. Δεν θα υπήρχαν πρωτοβουλία, δραστηριότης, φαντασία. Η πρόοδος θα σταματούσε γιατί είναι αδύνατη χωρίς τον συναγωνισμό η τον ανταγωνισμό των ομάδων η των ατόμων και χωρίς το κίνητρο της διακρίσεως, είτε με την δόξα είτε με τον πλούτο. η κοινωνία θα βάλτωνε. Η απόλυτη ισότητα θα ήταν το τέρμα της ανθρώπινης κοινωνίας. Άν παρά ταύτα επιζούσε, θα κατέβαινε στο επίπεδο της κοινωνίας των μη νοητικών όντων: θα ήταν μυρμηγκοφωλιά η κυψέλη, αλλά πάντως, όχι ανθρώπινη κοινωνία.
Η προσπάθεια για κατάργηση των κοινωνικών διαφορών είναι ανέφικτη γιατί οι άνθρωποι έχουν μέσα τους το ένστικτο της διακρίσεως. Από αυτό γεννήθηκε ο νόμος της διαφοροποιήσεως που ίσχυσε και Θα ισχύει σε όλες τις εποχές και σε όλα τα κοινωνικά καθεστώτα.

Και αν ακόμη όλοι οι άνθρωποι ξεκινήσουν από τις ίδιες ακριβώς αντικειμενικές δυνατότητες, από την ίδια αφετηρία και τότε πάλι, σε λίγο θα έχουν φθάσει σε διαφορετικά επίπεδα. Η διαφοροποίηση είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση.

Η γενική ισότητα είναι αδύνατον να επιβληθεί επίσης, γιατί, για να υπάρχει συγκροτημένη κοινωνία, είναι απαραίτητη η ιεραρχία. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει παρά η ζούγκλα.

Επί πλέον, ο ίδιος ο καταμερισμός της εργασίας πού στην εποχή μας φθάσε στο έπακρον, δημιουργεί την ανάγκη των διαφόρων ειδικοτήτων και διαφοροποιεί την κοινωνία. Σήμερα περισσότερο από άλλοτε, η κοινωνία χρειάζεται επιστήμονες, τεχνικούς, ειδικούς όλων των κλάδων και φυσικά αυτοί διαμορφώνουν μία κοινωνική κλιμάκωση.

Τέλος, η απόλυτη ισότητα θα ήταν η πιο απόλυτη αδικία. Θα αδικούνταν ο εργατικός αν έπαιρνε όσα και ο τεμπέλης, ο οικονόμος, αν είχε όσα και ο σπάταλος, ο έξυπνος αν καταλάμβανε την ίδια θέση με την βλάκα.

Οι σύγχρονοι μαρξιστές προσπαθούν να παρακάμψουν το πρόβλημα της κοινωνικής ανισότητας, καταφεύγοντας στον δικό τους ορισμό της «τάξεως». Δεν θα καταργήσουμε, λένε, τις «κοινωνικές κατηγορίες», αλλά τις «τάξεις». Η κοινωνία θα μείνει ιεραρχημένη από επαγγελματικής και εισοδηματικής πλευράς. Δεν θα επιβάλουμε τον γενικό εξισωτισμό. Άλλα, παρά ταύτα, δεν θα υπάρχουν «τάξεις», δηλ. σύνολα ανθρώπων πού να έχουν την ιδία θέση μέσα στην παραγωγή, όπως λ.χ. ιδιόκτητοι παραγωγικών μέσων, προλετάριοι κλπ. ο ισχυρισμός δεν αξίζει τον κόπο να αντικρουστεί. Είναι φανερό ότι εδώ παίζουμε με τις λέξεις. Δεν πρόκειται για σοβαρή συζήτησι, αλλά για σοφιστεία. Γι’ αυτό, ο σοσιαλιστής Πήτερ Σούλτς, επιμένοντας ότι η αταξική κοινωνία πρέπει να παραμείνει ο τελικός σκοπός των σοσιαλιστών, διαπιστώνει: «Ο σκοπός είναι το παν, αλλά δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί». Μισό αιώνα πρωτύτερα, ο Ε. Μπερνστάϊν, είχε πει : «Το κίνημα είναι, το παν. Ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα», και Οι δύο λένε το ίδιο πράγμα. Ότι ο σκοπός είναι απραγματοποίητος, αλλά η επιδίωξη του, δηλ. το ίδιο το σοσιαλιστικό κίνημα, είναι χρήσιμη, γιατί συμβάλλει στην εφαρμογή μιας θετικής κοινωνικής πολιτικής και στην δημιουργία του «κράτους ευημερίας».

ι) Λάθος του Μαρξ υπήρξε και το γεγονός ότι θεώρησε σαν «νέα» τάξη, φορέα της προόδου και του μέλλοντος, την εργατική τάξη. Η έκτοτε εξέλιξη απέδειξε ότι η «νέα τάξη» δεν ήταν το «προλεταριάτο», αλλά Οι «τεχνοκράτες». Η διαρκώς αυξανομένη σημασία της τεχνικής, σ’ αυτούς, στους τεχνοκράτες, έδωσε τον κύριο ρόλο μέσα στην διαδικασία της παραγωγής.

Ο ρόλος του εργάτη, στην σύγχρονη βιομηχανική – τεχνοκρατική κοινωνία, είναι ασήμαντος σχετικά με εκείνον του τεχνοκράτη. Σήμερα, με τον αυτοματισμό, έχουμε εργοστάσια χωρίς εργάτες. Αυτά τα εργοστάσια όμως, είναι αδύνατον να σχεδιασθούν, να εγκατασταθούν και να λειτουργήσουν, χωρίς τον τεχνοκράτη.

Στο ανώτερο στάδιο της βιομηχανικής κοινωνίας, ο τεχνοκράτης, παραμερίζει όχι μόνο τον εργάτη, άλλα και τον ίδιο τον «καπιταλιστή». Οι τεράστιες μετοχικές εταιρίες, δεν έχουν «κεφαλαιοκράτες» παλαιού τύπου. Οι τεχνοκράτες είναι οι πραγματικοί τους κύριοι. Τα τεράστια βιομηχανικά συγκροτήματα της εποχής μας, συχνότατα δεν ανήκουν πια σ’ ένα καπιταλιστή. ο τεχνοκράτης όμως είναι η ψυχή τους. ο παλαιός καπιταλιστής έπαυσε να είναι απαραίτητος. ο τεχνοκράτης γίνεται ολοένα και περισσότερο. ο μηχανικός και ο τεχνικός, ο οργανωτής και ο διαχειριστής, ο ειδικός της παραγωγής, της διοικήσεως, της παιδείας και της προπαγάνδας, με ένα λόγο ο τεχνοκράτης, με την ευρεία έννοια του ορού, αυτός είναι η κυριαρχούσα μορφή της εποχής μας.
Η ηλεκτρονική τεχνική, οι πύραυλοι, τα διαστημόπλοια, τα πυρηνικά όπλα, οι αυτόματες μηχανές, οι τηλεπικοινωνίες, η κυβερνητική, οι σύγχρονοι κρατικοί μηχανισμοί, τα εκπαιδευτικά συστήματα, απωθούν τον εργάτη και τον καπιταλιστή στο περιθώριο. Όλα αυτά είναι πρωτίστως έργα τεχνοκρατών. Και είναι αδιανόητα χωρίς τους τεχνοκράτες. Γι αυτό, Οι τελευταίοι, προωθούν τις θέσεις τους μαζί με την άνοδο της νέας τεχνικής. Εκτοπίζουν τους άλλους κοινωνικούς παράγοντες. Επιβάλλουν τον δικό τους τρόπο σκέψεως, δράσεως και ζωής : Τον τεχνοκρατικό τρόπο.
Οι τεχνοκράτες προωθούνται παντού. Στην Δύσι, στην Ανατολή, στον Τρίτο Κόσμο. Και δημιουργούν τον τάσι της γενικής ενοποιήσεως σε μία τεχνικώς υπερανεπτυγμένη και ορθολογικώς οργανωμένη παγκόσμια κοινωνία. Σ’ αυτήν θα κυβερνούν Οι τεχνοκράτες, αντικαθιστώντας τους «φιλοσόφους» της Πλατωνικής Πολιτείας. Όλοι Οι άλλοι, θα υπηρετούν την Τεχνική και το Κράτος. Σε αντάλλαγμα, θα εισπράττουν μία υλική ευημερία και μία πνευματική «ευδαιμονία», φτιαγμένες σύμφωνα με τις συνταγές των ηλεκτρονικών εγκεφάλων.

Βεβαίως, δεν πρόκειται παρά για μία τάση. Ίσως να επικράτηση. Ίσως και όχι. Άλλα πάντως, ένα είναι σίγουρο. Το μέλλον του κόσμου δεν εξαρτάται από τους εργάτες. Απόδειξη, ότι πουθενά στον κόσμο δεν έγινε η εργατική επανάσταση. Ενώ η τεχνοκρατική επανάσταση είναι καθολικό φαινόμενο των κοινωνιών του 20ου αιώνος.

«Τεχνοκρατική» στην ουσία της είναι και η κομμουνιστική επανάστασης. Στις χώρες όπου ξέσπασε, επικρατούσε μεγάλη καθυστέρηση. Το βασικό πρόβλημα, παρά και πέρα από τα συνθήματα, δεν ήταν η ισότητα ή η δικαιοσύνη, αλλά το ξεπέρασμα της καθυστερήσεως. Τελικά, ο κομμουνισμός, αποδείχθηκε απλώς μία από τις μεθόδους για την εισαγωγή καθυστερημένων κοινωνιών στην βιομηχανική εποχή. (Ρωσία, Κίνα, Γιουγκοσλαβία).

Λόγω, ακριβώς, της μεγάλης καθυστερήσεως αυτών των κοινωνιών, η νέα τεχνική, τόσο στην οικονομία όσο και στον διοίκηση, στον στρατό, στην παιδεία κλπ. έπρεπε να εισαχθεί με ρυθμούς υπερεντατικούς. Γι’ αυτό, οι τεχνοκράτες (στους οποίους με την ευρεία έννοια του ορού περιλαμβάνονται Οι «ειδικοί» της οικονομίας αλλά επίσης και της πολιτικής), ανέλαβαν άμεσα όχι μόνο την παραγωγική αλλά και την πολιτική εξουσία.

Στις ανεπτυγμένες χώρες, οι τεχνοκράτες προωθούνται ομαλά και συνεργαζόμενοι με τους καπιταλιστές, διαφοροποιούν βαθμιαία το καπιταλιστικό σύστημα σ’ ένα νέο, μικτό είδος κοινωνίας (π.χ. ΗΠΑ).
Στις καθυστερημένες χώρες όμως, αρπάζουν βιαίως τον εξουσία, καταλύουν την φεουδαρχία, στρέφονται τόσο κατά των καπιταλιστών όσο και κατά των εργατών και με τυραννικά μέσα και υπερεντατικούς ρυθμούς οικοδομούν μία σύγχρονη οικονομία και ένα ισχυρό καταπιεστικό Κράτος (λ.χ. Ρωσία).

Η Ρωσία ήταν μία υπερβολικά εκτεταμένη αυτοκρατορία, μη ομοιογενής εθνικώς, γλωσσικώς, φυλετικώς και θρησκευτικώς, με ισχυρές κεντρόφυγες δυνάμεις στην περιφέρεια της, με υπανάπτυκτη οικονομία, με ασυγχρόνιστες ένοπλες δυνάμεις, με ακατάλληλο κρατικό μηχανισμό, με άθλιες συγκοινωνίες. Το πρόβλημα της επιβιώσεως της έμπαινε σαν πρόβλημα γενικού συγχρονισμού με υπερεντατικούς ρυθμούς. η αστική τάξη ασθενική, δεν κατάφερνε δυναμικά να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Ακόμη λιγότερο μπορούσε να τον αναλάβει το μικρό, εξαθλιωμένο και αμόρφωτο ρωσικό προλεταριάτο. Ένας τρόπος λοιπόν να συγχρονισθεί και να επιβίωση η Ρωσία, ήταν να παραδοθεί ολόκληρη, στην απεριόριστη εξουσία των οργανωτών και των τεχνικών. Αυτό και έγινε. Τελικά, ανεξάρτητα από τις αρχικές προθέσεις του Λένιν και των συνεργατών του, κυριάρχησαν Οι οργανωτές της διοικήσεως, του στρατού, της οικονομίας και της πολιτικής: Οι γραφειοκρατικοποιημένοι λόγω γενικής κρατικοποιήσεως και υπαλληλοποιήσεως τεχνοκράτες.
Αυτοί απετέλεσαν την νέα άρχουσα τάξη. Και επειδή κατά την γνώμη τους η καθυστερημένη χώρα τους δεν άντεχε στις «πολυτέλειες» των κλονισμών ενός πολιτικώς και οικονομικώς φιλελευθέρου συστήματος, ακολούθησαν τον δρόμο του ολοκληρωτισμού. Απαλλοτρίωσαν από κάθε περιουσία και προλεταριοποίησαν την αριστοκρατία, την κεφαλαιοκρατία, τα μεσαία στρώματα και τους αγρότες.

Έτσι, με την γενική κρατικοποίηση εξασφάλισαν ένα απέραντο πεδίο εφαρμογής των μεθόδων τους. Ένα πεδίο πού δεν διασπάται από την στενότητα της ατομικής ιδιοκτησίας. Και με αδίστακτη επιλογή μέσων χάριν του τελικού των σκοπού, πέτυχαν, ποδοπατώντας τον Άνθρωπο, να φτιάξουν μία μεγάλη βιομηχανία, ένα ισχυρό κρατικό μηχανισμό, πανίσχυρες ένοπλες δυνάμεις, ανεκτές συγκοινωνίες και να συντρίψουν τις κεντρόφυγες τάσεις. ο σκοπός επιτεύχθηκε. Ένας σκοπός πού δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τον σοσιαλισμό ούτε με οποίον άλλο «…ισμό». Ένας σκοπός καθαρά «τεχνικός». Η ΕΣΣΔ με τους πυραύλους και τους δορυφόρους της (επίγειους και επουράνιους) τις υψικάμινες και τα κάτεργα της, ήταν δημιούργημα της τεχνοκρατικής επαναστάσεως και των γραφειοκρατικοποιημένων τεχνοκρατών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1931, το 66,6% των μελών του ΚΚΣΕ αποτελούνταν από εργάτες, το 22,3% από αγρότες και μόνον 11,1 % από τεχνοκράτες. Το 1939 όμως, καταργήθηκε κάθε ταξικό κριτήριο για την είσδοχή κομματικών μελών: Και «το κόμμα των εργατών» μεταμορφώθηκε βαθμιαία σε κόμμα γραφειοκρατών – τεχνοκρατών. Το 1955, αυτοί κάλυπταν ήδη το 46 % των νέων μελών, έναντι 34,2 % των εργατών και 17,5 % των καλχόζνικων. Το 1959, οι γραφειοκράτες-τεχνοκράτες έφθασαν το 65,2% των νέων μελών του κόμματος («Παρτίναγια Ζίζν» αρ. 5, 1960).

Από το 20ό Συνέδριο και ύστερα, η μετατροπή του ΚΚΣΕ σε κλειστή λέσχη γραφειοκρατών – τεχνοκρατών επιταχύνθηκε. Στο 21 συνέδριο (1959) ο υπεύθυνος του τμήματος στελεχών, Τσεράγιεφ, απεκάλυψε ότι το 43,1 % του συνόλου των κομματικών μελών ήσαν γραφειοκράτες – τεχνοκράτες. Το 1967, στα 50 χρόνια του σοβιετικού καθεστώτος, το ποσοστό είχε ανέβηκε σε 46% έναντι 16% των εργατών.

Και φυσικά αυτό το 46 %, που έκτοτε αυξήθηκε, έλεγχε πραγματικά το «κόμμα των εργατών»! Οι άλλοι, εργάτες, αγρότες κλπ. υπήρχαν για λόγους σκοπιμότητος. Οι τεχνοκράτες ήταν τα στελέχη. Οι υπόλοιποι, τα απλά μέλη. Απόδειξη ότι στο 21ο συνέδριο, το 68% των αντιπροσώπων ήσαν τεχνοκράτες (έναντι 22,1 % το 1930). Αυτά τα τεχνοκρατικά στελέχη, ιδιοκτήτες της εξουσίας, κάτοχοι των κρατικών μυστικών, καταρτισμένοι σε κομματικές σχολές και ειδικευμένοι στον τομέα τους,αποτελούσαν ένα σύγχρονο κλειστό «ιερατείο».

Οι τεχνοκράτες λοιπόν, γραφειοκράτες στην Ανατολή, ρεφορμιστές στην Δύσι, επαναστάτες στον Τρίτο Κόσμο, είναι η βασική τάξη της εποχής μας.
O Α. Beguin («H εποχή των ρομπότ», «Eσπρί», αρ. 9, 1950) γράφει για αυτούς :
«Υπάρχει σήμερα στον κόσμο μία ιδιαίτερη φυλή, διασκορπισμένη ανάμεσα στα έθνη, στα αντίθετα στρατόπεδα, δραστήρια μέσα τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά κόμματα, μία φυλή θετική και μυστικοπαθής, αισιόδοξη και χωρίς αυταπάτες, μία φυλή κατακτητική. H φυλή των τεχνοκρατών. Είναι οι άνθρωποι οι όποιοι, τρέφουν υπέρμετρες ελπίδες για τον Άνθρωπο και του υπόσχονται την ολοκληρωτική κατοχή των φυσικών πηγών ενεργείας. Και ταυτόχρονα, περιφρονούν τους ανθρώπους και τους θεωρούν ικανούς ίσα-ίσα για να χρησιμοποιηθούν στην πραγμάτωση του μεγάλου σχεδίου της κατακτήσεως. Σε αντάλλαγμα μιας ευτυχίας κομμένης πάνω σ’ ένα πολύ μικρό μέτρο (στο μέτρο της περιφρονήσεως), οι άνθρωποι γίνονται δεκτοί να. υπηρετήσουν, ο καθένας σύμφωνα με το μυστικό σχέδιο. Οι τεχνοκράτες, πού ο κρυφός μυστικισμός τους βρίσκεται πάνω από τα σχήματα και τις ιδέες της πολιτικής, φιλοδοξούν να κατευθύνουν τις ανθρώπινες κοινωνίες, χωρίς νόμους άλλους από εκείνους της καταμετρούμενης αποτελεσματικότητας και της κυριάρχου στατιστικής. Λεν παρέλειψαν να διαπιστώσουν όλο το ενδιαφέρον πού μπορεί να έχει για την Ιδιαίτερη οπτική τους, η χρησιμοποίησης μηχανών ικανών να ενεργούν πιο γρήγορα από το ανθρώπινο μυαλό, οποιοδήποτε υπολογισμό και να επιταχύνουν έτσι την υποταγή του είδους μας στον θεό Αριθμό. Αυτό πού ήδη προσπαθούσαν να επιβάλουν με παλιές μεθόδους, φαίνεται τώρα εγγύτερα στην πραγμάτωσή του. Δεν αγνοούν ότι τα διατάγματα μιας μηχανής ασκούν μεγαλύτερη έλξη στα πνεύματα πού από καιρό τείνουν να σέβονται την αφαίρεση και την αντικειμενικότητα, και να τις συγχέουν με την ορθότητα και την δικαιοσύνη».

Τελικά συμπεράσματα

α) ο Ιστορικός Υλισμός περιορίζει εξαιρετικά τις κοινωνικό ιστορικές οντότητες και φτωχαίνει την εικόνα της κοινωνίας. Δεν βλέπει παρά ένα ελάχιστο αριθμό παραγόντων τους οποίους βάζει οπωσδήποτε να συγκρούονται μεταξύ των. Με άλλα λόγια, διαστρεβλώνει την πραγματικότητα για να την κάνη να χωρέσει στα αυθαίρετα σχήματα του.

β) ο Ιστορικός Υλισμός εργάζεται με βάση όχι την πραγματικότητα, αλλά ορισμένα αφηρημένα πρότυπα, θεωρητικά σχήματα και σύμβολα, με αποτέλεσμα να μη βλέπει τους πραγματικούς ανθρώπους και τα έργα τους, αλλά διάφορες εντελώς πλασματικές έννοιες, όπως είναι λ.χ. Οι τάξεις με την μαρξιστική τους έννοια.
Για τους μαρξιστές, η Ιστορία δεν είναι διαδοχή ανθρωπίνων πράξεων, αλλά προδιαγραμμένη κίνηση αφηρημένων ιδεών. η «παραγωγή», η «οικονομία», Οι «τάξεις» και η «ταξική πάλη», με την αναγωγή τους στο απόλυτο, μετατρέπονται σε έννοιες αφηρημένες. Αυτές, κινούνται μέσα στον ιστορικό χώρο και ρυθμίζουν την Ιστορία, εν αγνοία των πραγματικών γεγονότων και του ανθρώπου. ο Μαρξ λ.χ. περιγράφει το πέρασμα στον καπιταλισμό ως έξης :

«Οι αγορές μεγάλωναν. Η ζήτηση εμπορευμάτων ανέβαινε. Η βιοτεχνία δεν επαρκούσε. Εκείνη τη στιγμή, ο ατμός και Οι μηχανές προκάλεσαν επανάσταση στην παραγωγή. Την θέση της βιοτεχνίας, την κατέλαβε η βιομηχανία».

Στην αντίληψη αυτήν, ο! «αγορές», η «ζήτηση», η «βιοτεχνία», ο «ατμός», Οι «μηχανές», η «βιομηχανία» είναι έννοιες αυθύπαρκτες και οντότητες προικισμένες με αυτοκινησία! Οι «αγορές» μεγάλωναν μόνες τους. ο άνθρωπος δεν εμφανίζεται πουθενά. ο «ατμός», σαν λογικό 6ν, εμφανίζεται στην κατάλληλη στιγμή κλπ.

Ο Μαρξ θα μπορούσε να γράψει :

Άλλα ο Μαρξ δεν τα έγραψε έτσι. Γιατί δεν θέλησε. Διότι δεν αναγνώριζε στον άνθρωπο θέση δημιουργού Ιστορίας.

γ) ο Ιστορικός Υλισμός αγνοεί τον ανθρώπινο παράγοντα και τον ρόλο του στην όλη κοινωνική και ιστορική κίνηση. Βλέπει τους ανθρώπους σαν αυτόματους φορείς κάποιων υποτιθεμένων ιστορικών νόμων, σαν παθητικούς ανταυγαστήρες μιας υποθετικής ιστορικής αναγκαιότητας.
Ό μαρξιστής πιστεύει ακράδαντα ότι κάθε άνθρωπος είναι αναπόδραστα υποχείριο όργανο μιας πανίσχυρης «νομοτέλειας» πού βρίσκεται έξω από αυτόν, πέρα από την ύπαρξη και την βούλησή του. Η Θρησκεία αναγνωρίζει στον άνθρωπο την ελεύθερη βούληση, την δυνατότητα της εκλογής. ο μαρξισμός του την αρνείται.
Έτσι, η όλη σκέψη και η δράση του μαρξιστή, πραγματώνονται όχι από δική του εκλογή και θέληση, αλλά στο όνομα του Δόγματος. Από αυτό πηγάζουν. Και αυτό δικαιώνουν. Η πεποίθηση αυτή, καταντά δογματική πρόληψη. Σκέψη και δράση δεσμεύονται από αυτήν. ο μαρξιστής διακηρύσσει ότι θέλει να κατάλυση την δουλεία. Και στην πραγματικότητα, καθιστάμενος εθελόδουλος, την επεκτείνει εσωτερικώς, ενώ παράλληλα την επιβάλλει η την διαιωνίζει εξωτερικώς. Αλλοτριώνεται από την ελεύθερη βούληση και από το δίλημμα της υπεύθυνης εκλογής, στο όνομα της «Ιστορικής νομοτέλειας». Οι σκέψεις και Οι πράξεις του είναι προϊόντα ιδεοληψίας. Η νόησή του, σέρνεται πίσω από το Δόγμα. Μόνον η αποδέσμευση της από αυτό μπορεί να ξαναδώσει στο πνεύμα του την ελευθερία και να το ανατείνει.

δ) ο Ιστορικός Υλισμός συνοψίζει τα πάντα σε ελάχιστους αμεταβλήτους νόμους, οι όποιοι στην πραγματικότητα, είναι απλώς η προβολή των τάσεων της προ εκατονταετίας κοινωνίας, στο παρελθόν και στο μέλλον, στο άπειρο.

ε).

στ) Όσο για τον ισχυρισμό ότι ο Ιστορικός Υλισμός αποτελεί την επιστημονική» αντίληψη για την Ιστορία, συλλαμβάνει τους «νόμους» πού την διέπουν και έτσι προβλέπει την πορεία της, έχουμε να παρατηρήσουμε τα έξης : Στήν πραγματικότητα, μία «επιστημονική» ιστορία δεν μπορεί να υπάρξει, γιατί απλούστατα, η Ιστορία δεν έχει κανένα νόημα. Δηλαδή δεν έχει κανένα προκαθορισμένο σκοπό και δεν ακολουθεί καμιά προκαθορισμένη «αναγκαστική» πορεία. ο ίδιος ο Έγκελς, στις «Φιλοσοφικές Μελέτες» του, γράφει αντιφάσκοντας προς το δόγμα του.

«Υπάρχουν, λοιπόν, απειράριθμες δυνάμεις που αντικρούονται αμοιβαία. Υπάρχει μία ατέλειωτη σειρά παραλλήλων δυνάμεων. Από εκεί βγαίνει το ιστορικό γεγονός, σαν ένα αποτέλεσμα που κανείς δεν το είχε θελήσει…»

Πράγματι, έτσι πορεύεται η Ιστορία. Δυνάμεις, ιδέες, τάσεις, συμφέροντα, ομάδες, πρόσωπα, συγκρούονται. Και από όλη αυτή την ζύμωση, βγαίνει στο τέλος μία συνισταμένη : το εκάστοτε ιστορικό παρόν. Η ζύμωση είναι τόσο απέραντη και τόσο περίπλοκη σε αίτια και μορφές, ώστε είναι αδύνατον να συλληφθεί και να διατυπωθεί με μερικούς νόμους. Η πολλαπλότητα των αιτίων, οδηγεί στην πολλαπλότητα και των δυνατοτήτων. ο κάθε άνθρωπος διαλέγει μία δυνατότητα. Ακολουθεί η διαπάλη για την επιβολή της μιας η της άλλης δυνατότητος. Και στο τέλος, διαμορφώνεται η συνισταμένη, πού δεν συμπίπτει ακριβώς, με καμιά από τις αρχικές «καθαρές» δυνατότητες, γιατί έχει επηρεασθεί από όλες.
Η πραγματική πρόβλεψη της Ιστορίας είναι αδύνατη γιατί:

  1. ι) Τα αίτια των ιστορικών γεγονότων είναι απειράριθμα.
  2. Οι δυνάμεις πού κινούν την Ιστορία είναι πάρα πολλές.
  3. ο συσχετισμός των δυνάμεων αλλάζει συνεχώς, κάθε στιγμή και δεν μπορεί ποτέ να καταμετρηθεί με ακρίβεια.
  4. Υπάρχει για τον άνθρωπο η δυνατότης της επιλογής. Αύτη είναι αδύνατον να προεξοφληθή. Γιατί, εξαρτάται από πάμπολλους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες.
  5. η ανθρώπινη θ έ λ η σ η είναι βασικός παράγων του ιστορικού γίγνεσθαι και η εκάστοτε βαρύτητα της εξαρτάται από πλήθος περιστάσεων και παραγόντων (λ.χ. καλή η κακή οργάνωση). Ο ίδιος ο Έγκελς, διαπιστώνει: «Και τα ζώα έχουν ιστορία… Άλλα δεν την φτιάχνουν μόνα τους» («Διαλεκτική της φύσεως»).
  6. Υπάρχει πάντοτε το τυχαίο, το συμπτωματικό, το απροσδόκητο. Αυτό που προκύπτει κάποια στιγμή, μέσα από την π ε ρ ι π λ ο κ ό τ η τ α του ιστορικού γίγνεσθαι, από μία συγκυρία συνθηκών πού κανείς δεν προέβλεψε και κανείς δεν επεδίωξε την δημιουργία της(*). Ετσι, όπως διαπιστώνει και ο Π. Σάρτρ («Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου») η διαλεκτική της Ιστορίας δεν έχει αντικειμενικότητα και άρα δεν μπορεί να ανακαλυφθεί, να διατυπωθεί σε «νόμους» και να προβλεφθεί.
  7. η Ιστορία δεν μπορεί να είναι «επιστημονική», τουλάχιστον με την έννοια πού δίδουν στον όρο οι μαρξιστές δηλ. της απολύτου γνώσεως των νόμων της και της ασφαλούς προβλέψεως ενός προκαθορισμένου μέλλοντος; γιατί στην Ιστορία, δεν υπάρχει το «πείραμα». Τα ιστορικά γεγονότα, αντίθετα προς τα φυσικά, είναι ανεπανάληπτα. Έτσι, όσο και να τα ερμηνεύουμε, δεν μας επιτρέπεται να φθάνουμε σε γενικεύσεις και να διατυπώνουμε «νόμους». Ακριβώς η πολλαπλότης των αιτίων, των αποτελεσμάτων και των δυνατοτήτων, δημιουργεί και την πολλαπλότητα των αληθειών. Και αυτή, με την σειρά της, επιβάλλει την ανάγκη της ελευθερίας. Η σωστή διαλεκτική αντίληψη της Ιστορίας, οδηγεί στην ελευθερία. Ενώ ο δογματικός μονισμός του (ψευδο)διαλεκτικου Ολισμοϋ, με την μ ί α δυνατότητα του, οδηγεί μοιραία στον ολοκληρωτισμό.
  8. ο Ιστορικός Υλισμός, είναι μία επιστημονικοφανής μορφή της θρησκευτικής πίστεως, (ιουδαϊκής και χριστιανικής) για την πορεία της ανθρωπότητας προς την τελική σωτηρία της. Το πρόβλημα υπήρχε ο Μαρξ του έδωσε την δική του λύση. Και η λύσις του δεν είναι στην βαθύτερη ουσία της, παρά μία απλή παραλλαγή του αιωνίου θέματος της πτώσεως, της λυτρώσεως και της σωτηρίας του όντος. Η μαρξιστική αντίληψη της Ιστορίας, ενώ εμφανίζεται σαν «επιστημονική» και αυτοχαρακτηρίζεται «υλιστική», στην πραγματικότητα είναι μεταφυσική. Μία μεταφυσική όμως ξεπεσμένη σε υλικές μορφές, επίγειες επιθυμίες και επιστημονικοφανείς διατυπώσεις. Δηλ. μία κακή μεταφυσική. Μία μεταφυσική παρακμής. Η «σωτηρία» που οραματίζεται είναι επίγεια. Και τα μέσα που υποδεικνύει για την κατάκτησή της, πτωτικά για τον άνθρωπο. Έτσι, στο τέλος, ο Ιστορικός Υλισμός αντί για την παρηγοριά, φέρνει την απόγνωση και αντί για τη σωτηρία το αδιέξοδο.
  9. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μαρξ και ο Έγκελς δεν εφάρμοσαν σχεδόν ποτέ την μέθοδο τους για να ερμηνεύσουν τα πολιτικά γεγονότα της εποχής των. Οι θεωρητικές κατασκευές των για τα αίτια και τις μορφές της ιστορικής κινήσεως, δεν βρίσκουν καμιά απήχηση στις τρέχουσες πολιτικές και δημοσιογραφικές εργασίες των. Στα επίκαιρα σχόλια, άρθρα και δοκίμια τους, ο Μαρξ και ο Έγκελς, ξεχνούν τον οικονομικό ντετερμινισμό του Ιστορικού Υλισμού των, παραμερίζουν την πάλη των τάξεων, διαγράφουν τον «προλεταριακό διεθνισμό», πολλαπλασιάζουν τους παράγοντες των ιστορικών διεργασιών. Στις πολιτικές αναλύσεις των, οι δημιουργοί του Ιστορικού Υλισμού, ακολουθούν την κλασσική μέθοδο όλων των πολιτικών και δημοσιολόγων και λησμονούν την δική τους. Έτσι λ.χ. όταν γράφουν για τον ρωσικό επεκτατισμό, τον όποιο θεωρούν σαν θανάσιμη απειλή για την Ευρώπη και τον πολιτισμό, τον αποδίδουν σε καθαρά ψυχοπολιτικούς παράγοντες, όπως είναι η ειδική ιδιοσυγκρασία των ρώσων που αποτελούν «κατακτητικό έθνος», η κληρονομιά της μογγολικής κυριαρχίας, ο μοσχοβίτικος μακιαβελισμός, η επιθυμία των τσάρων να κυριαρχούν κλπ. (Φ. Έγκελς : «Τι συμβαίνει στην Τουρκία», «Ή εξωτερική πολιτική τον τσαρισμού» Κ. Μαρξ «Αποκαλύψεις επί της διπλωματικής ιστορίας τον αιώνος»).

Επίσης, ασχολούμενοι με την Αυστροουγγαρία, Οι εφευρέτες του «Ιστορικού Υλισμού» μεταβάλλονται σε ρατσιστές. Ο Έγκελς, στο δοκίμιο του «ο δημοκρατικός πανσλαβισμός» (1849) υπεραμύνεται της «εκπολιτιστικής αποστολής» των Αψβούργων πού «εμπόδισαν τον εκτουρκισμό δώδεκα εκατομμυρίων σλάβων». Στο ίδιο κείμενο του, γράφει με περιφρόνηση για «τα έθνη πού δεν είχαν ποτέ δική τους ιστορία… δεν έχουν ζωτικότητα και δεν θα φθάσουν στην απόλυτη ανεξαρτησία». Και συνεχίζει : «Τέτοια ήταν η τύχη των σλάβων της Αυστροουγγαρίας. Η Βοημία και η Μοράβια περιέρχονται οριστικά στην Γερμανία, ενώ η Σλοβακία μένει στην Ουγγαρία. Πώς αυτό το έθνος, πού από ιστορική σκοπιά είναι ανύπαρκτο, θα μπορούσε να καταστεί ανεξάρτητο ; Το ίδιο ισχύει για τους σλάβους του νότου. Που είναι το ιστορικό παρελθόν των Σλοβένων, των Δαλματών, των Κροατών, των Βοσνίων ; Πιστεύουν ότι με τα σχισμένα ράκη λαών μπορούν να κατασκευάσουν ένα σφριγηλό ανεξάρτητο και βιώσιμο έθνος;»

Ξεκινώντας από αυτές τις «αντιδραστικές» αντιλήψεις, ο Φ. Έγκελς καταδικάζει τις απόπειρες των υποδούλων εθνών να ανακτήσουν την ανεξαρτησία τους. Το 1851, στο «Επανάσταση και αντεπανάσταση στην Γερμανία» γράφει για τους σλάβους της Αυστροουγγαρίας :

«Αυτές οι ψυχορραγούσες εθνότητες επεχείρησαν να επωφεληθούν από την παγκόσμια αναταραχή τον 1848 για να παλινορθώσουν το πολιτικό τους status quo του σωτηρίου έτους 1800. Μία χιλιετής Ιστορία άπρεπε να τις πείσει ότι τέτοια ανάσταση είναι αδύνατη. Αποδεικνύει την Ιστορική τάση και ταυτόχρονα την φυσική και διανοητική δύναμη τον γερμανικού έθνους που το καθιστούν ικανό τα υποτάσσει, να απορροφά και να αφομοιώνει τους παλαιούς ανατολικούς τον γείτονες. Αποδεικνύει επίσης ότι αυτή η αφομοιωτική ικανότης των Γερμανών ήταν ανέκαθεν και είναι πάντοτε ένα από τα ισχνότερα μέσα με τα όποια ο πολιτισμός της δυτ. Ευρώπης διαδόθηκε προς τα ανατολικά της ηπείρου… Αποδεικνύει ότι κατά συνεπεία, φυσικό και αναπότρεπτο πεπρωμένο αυτών των ετοιμοθάνατων εθνών, είναι να αφήσουν να πραγμάτωση η διεργασία της διαλύσεως και της αφομοιώσεως των από τους ισχυρότερους γείτονες των».

Παρόμοιες θέσεις υποστηρίζει ο Έγκελς στην μελέτη του «Η Γερμανία και ο πανσλαβισμός» (1855) και σε μια σειρά άρθρων του (1866).

Ο Μαρξ και ο Έγκελς, κατεχόμενοι από έντονη ρωσοφοβία, θεωρούσαν ότι το «ζήτημα των εθνοτήτων» αποτελούσε «ρωσική εφεύρεση» με σκοπό την προώθηση του πανσλαβισμού, την υποδούλωση της Πολωνίας και την καταστροφή της Αυστροουγγαρίας και της Τουρκίας.

Γι’ αυτό και υποστήριξαν την αποκατάσταση της πρώτης στα παλαιά της σύνορα του 1770 και την διατήρηση των δύο αναφερομένων αυτοκρατοριών.

Από τον φόβο των Ρώσων, οι δύο ιδρυτές του Ιστορικού Υλισμού τάσσονται υπέρ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μισούν τους Έλληνες γιατί τους θεωρούν «σλάβους που υιοθέτησαν την ελληνική γλώσσα» (!!!!) (Άπαντα, IX, σελ. 10 και 34, γαλ. εκδ.) και είναι πολέμιοι όλων των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων των βαλκανικών λαών. Ο Μαρξ χαρακτηρίζει την ναυμαχία του Ναυαρίνου «καταστροφή» για την Ευρώπη (Άπαντα τόμος ΧΙΥ, σελ. 500 γαλ. εκδ.) και τερατώδη πραξη «υπουλότητος»Το 1854, ο Μαρξ θριαμβολογεί στην «New York Daily Tribune» για την καταστολή της Θεσσαλικής εξεγέρσεως. Το 1885, ο Έγκελς, σε γράμμα του προς τον Μπέμπελ, επιτίθεται κατά των «καταραμένων υπολειμμάτων καταστραφέντων εθνών, σέρβων, βουλγάρων, ελλήνων και άλλων ληστών, πού προκαλούν δάκρυα ενθουσιασμού στους φιλελεύθερους φιλισταίους – προς το συμφέρον της Ρωσίας».

Η γυναίκα του Μαρξ, γράφει το 1877 σε μία επιστολή της, ότι ο σύζυγος της είναι κατενθουσιασμένος από τις σφαγές των Βουλγάρων και των Αρμενίων! Το ίδιο έτος, ο Μαρξ, σε γράμμα του προς τον Λήμπκνεχτ, κατηγορεί την Αγγλία και την Αυστρία για «προδοσία» για την στάση της στον ρωσσοτουρκικό πόλεμο.

Στο έργο του «Αποκαλύψεις επί της διπλωματικής ιστορίας του 19ου αιώνος», ο Κ. Μαρξ, απορρίπτει τις θεωρίες εκείνων που ερμήνευαν την αγγλική εξωτερική πολιτική με οικονομικά αίτια. Διαπιστώνει ότι το εμπόριο αποτελεί απλώς την π ρ ο φ α σ ι για διάφορες ενέργειες αυτής της πολιτικής και διευκρινίζει ότι ο Πάλμερστον, με την εξωτερική του πολιτική, βλάπτει τα οικονομικά συμφέροντα της Βρετανίας. Έτσι, ο ίδιος ο Μαρξ, εγκαταλείπει τον οικονομικό ντετερμινισμό, αναγνωρίζει την αυτονομία της πολιτικής και αποκρούει εκ των προτέρων την μετέπειτα θεωρία του Λένιν περί του ιμπεριαλισμού ως δημιουργήματος της καπιταλιστικής οικονομίας.
Τέλος, ασχολούμενοι με την παρακμή των ανατολικών αυτοκρατοριών, οι ιδρυτές του μαρξισμού, την αποδίδουν όχι στην πάλη των τάξεων η στις παραγωγικές σχέσεις, άλλα στην ανικανότητα τους να αναδιοργανώσουν τους στρατούς των σύμφωνα με τα πιο εξελιγμένα ευρωπαϊκά πρότυπα. ο Έγκελς, έγραφε :

«Το ευρωπαϊκό σύστημα στρατιωτικής οργανώσεως σκόνταψε στην ασιατική βαρβαρότητα… Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσοι αξιωματικοί ανέλαβαν διαδοχικά την αναδιοργάνωση των στρατών. Τα συστήματα διαδέχθηκαν το ένα το άλλο και όλα απέτυχαν εξ αιτίας του φθόνου, των μηχανορραφιών, της αμάθειας, της κουφότητας και την διαφθοράς των ανατολικών». («Η Περσία και η Κίνα», 1857).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s