Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι…,Τάκης Λαζαρίδης 9 ΠΕΡΕΣΤΡΟΪΚΑ ΚΑΙ ΓΚΛΑΣΝΟΣΤ

 Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Πρόκληση», ο Γιάννης Βούλτεψης σημειώνει:

«Σαράντα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα εξακολουθεί να πάσχει από την επίδραση των γεγονότων, των μύθων και των συγχύσεων εκείνης της εποχής, σαν να έμεινε σκεπασμένη από τα ραδιενεργά κατάλοιπα μιας ύδρογονικής βόμβας. Με τη διαφορά ότι τα κατάλοιπα δεν βρίσκονται στη φυσική ατμόσφαιρα, άλλα στο «αίμα» στην ψυχολογία, στη νοητικότητα, στη μνήμη, στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο του λαού…».

Τα ίδια ακριβώς λόγια θα μπορούσαν να ειπωθούν για τη «μεγάλη Όκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση» και την επίδραση που άσκησε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εβδομήντα χρόνια πέρασαν και πολύ νερό κύλησε έκτοτε κάτω από τις γέφυρες. Μύθοι κατέρρευσαν, παραπετάσματα κουρελιάστηκαν, φοβερά εγκλήματα ξεσκεπάστηκαν. Η αλήθεια για τη σοβιετική νομενκλατούρα και το δικτατορικό καθεστώς της αποκαλύφθηκε σε όλη την αποκρουστική της γυμνότητα. Και όμως, εκατομμύρια καλοπροαίρετοι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο εξακολουθούν να δρουν και να σκέπτονται «ωσανεί» σκεπασμένοι από τα «ραδιενεργά κατάλοιπα μιας υδρογονικής βόμβας»…

Γι’ αυτούς η «μεγάλη Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση» εξακολουθεί να παραμένει μεγάλη και σοσιαλιστική χωρίς εισαγωγικά. Καίτό όραμα ενός καινούργιου σοσιαλιστικού κόσμου, αν και ξεθωριασμένο κάπως, πάντα ζωντανό κι ελπιδοφόρο.

Για πολλούς άλλους το όραμα έχει ξεφτίσει σχεδόν τελειωτικά. Απρόθυμοι όμως η ανήμποροι να ίδοΰν κατάματα την αλήθεια, γαντζώνονται από οτιδήποτε θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σωσίβιο, πασχίζοντας απεγνωσμένα να αποφύγουν το οριστικό ναυάγιο.

Έτσι εξηγείται ίσως και η ευρεία απήχηση που είχαν οι δυο «μαγικές» λέξεις που πλάσαρε ο Γκορμπατσόφ και τόσο έντεχνα και έντονα πρόβαλε η σοβιετική προπαγάνδα. Περεστρόικα και Γκλάσνοστ. Ανασυγκρότηση και Διαφάνεια. Αλλά εκείνοι που εντυπωσιάζονται από τις λέξεις και τα συνθήματα δεν πρέπει να ξεχνούν ότι οι σοβιετικοί ηγέτες, όποιο κι αν είναι το όνομα τους, Κρούστσεφ, Μπρέζνιεφ, Αντρόπωφ ή Γκορμπατσώφ, δεν είναι παρά απλοί εντολοδόχοι της νομενκλατούρας. Αποστολή τους είναι να διασφαλίζουν στο μέγιστο βαθμό τα συμφέροντα της, να εδραιώνουν και να επεκτείνουν την εξουσία της. Δύσκολος και ιστορικά καταδικασμένος ο ρόλος τους. Χειρίζονται διαδοχικά τη στρόφιγγα του καζανιού που βράζει ασταμάτητα. Άλλοτε την κλείνουν ερμητικά, βέβαιοι πως αυτή είναι η καλύτερη λύση. Κι άλλοτε πάλι, πιο ελαστικοί και «φωτισμένοι», κρίνουν προτιμότερο να την λασκάρουν. Και στις δύο περιπτώσεις ο κίνδυνος παραμένει θανάσιμος: Μια βίαιη έκρηξη, η μια βαθμιαία αποσταθεροποίηση που, ξεφεύγοντας τελικά από κάθε έλεγχο, θα καταλήξει πάλι στην έκρηξη.

Κατά βάθος οι ηγέτες της νομενκλατούρας είναι φιγούρες τραγικές. Υπηρετούν μιαν υπόθεση καταδικασμένη εκ των προτέρων. Προσπαθούν να ελέγξουν μια πορεία που όμως κινείται με τους δικούς της νόμους τους οποίου αδυνατούν να κατανοήσουν και, πολύ περισσότερο, αδυνατούν να υποτάξουν. Οι τρεις κορυφαίοι εκπρόσωποι της, Στάλιν, Κρούστσεφ και Μπρέζνιεφ, γνώρισαν πρόσκαιρα τον έπαινο και τη δόξα. Τελικά η ίδια η νομενκλατούρα τους πέταξε στο καλάθι των άχρηστων, διαπιστώνοντας, έστω και καθυστερημένα, την αποτυχία τους.

Η ίδια μοίρα περιμένει, αργά η γρήγορα, και τον Γκορμπατσώφ. Όχι βέβαια γιατί ο Γκορμπατσώφ και οι προκάτοχοι του ήσαν ανίκανοι. Απλώς η δράση τους αντιβαίνει στους νόμους της ιστορικής εξέλιξης. Που είναι αδυσώπητοι και ακατανίκητοι.

Όμως, τι ακριβώς επιδιώκει με την «περεστρόικα» και την «γκλάσνοστ» ο Γκορμπατσώφ;

Είναι προφανές ότι με την «περεστρόικα» προσπαθεί να αφυπνίσει από τον λήθαργο την σοβιετική οικονομία. Άλλαξαν οι καιροί, η αλήθεια δεν μπορεί πια να κρυφτεί. Οι σοβιετικοί εργαζόμενοι και οι εργαζόμενοι των άλλων «σοσιαλιστικών» χωρών διαπιστώνουν καθημερινά πόσο χαμηλό είναι το βιοτικό τους επίπεδο, σε σύγκριση με κείνο των συναδέλφων τους στις δυτικές χώρες. Και το χειρότερο η ψαλίδα αντί να κλείνει, συνεχώς ανοίγει. Όμως ο Γκορμπατσώφ δεν είναι μάγος και η σοβιετική οικονομία πάσχει άπα ανίατη αρρώστια.

Γιατί ανίατη;

Μια πρώτη απάντηση είναι ότι η συγκεντρωτική γραφειοκρατική διεύθυνση, η περιφρόνηση των νόμων της αγοράς, η έλλειψη υλικών κινήτρων, η κατάπνιξη της ατομικής πρωτοβουλίας, δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη δημιουργικής δραστηριότητας και καταδικάζουν σε χρόνιο μαρασμό τις παραγωγικές δυνάμεις.

Η απάντηση αυτή σήμερα δεν είναι αρκετή. Όλοι αυτοί οι παράγοντες υπήρχαν και λειτουργούσαν πάντα, δεν εμπόδισαν όμως την σοβιετική οικονομία να σημειώσει εντυπωσιακά βήματα προόδου. Δεν εμπόδισαν την Σοβιετική Ένωση να μετατραπεί από καθυστερημένη αγροτική σε ανεπτυγμένη βιομηχανική χώρα, σε μια σύγχρονη υπερδύναμη. Πώς μπορούμε λοιπόν να αποκλείσουμε μια καινούργια ανοδική πορεία, έστω κι αν χρειαστεί να ενταθεί ο τόνος της προπαγάνδας η να πλαταγίσει πιο δυνατά το μαστίγιο της νομενκλατούρας;

Για να δοθεί ικανοποιητική απάντηση είναι απαραίτητο να προηγηθεί μια άλλη σ’ ένα άλλο ερώτημα: Πώς έγινε μπορετό αυτό το οικονομικό «θαύμα», δηλαδή η μετατροπή σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα μιας υπανάπτυκτης αγροτικής χώρας σε ανεπτυγμένη βιομηχανική χώρα και σε οικονομική και στρατιωτική δύναμη πρώτου μεγέθους; Εξηγείται μόνο με την καταναγκαστική εργασία που επέβαλε στους ατυχείς υπηκόους της η σοβιετική νομενκλατούρα;

Είναι φανερό πως μόνη η εξήγηση αυτή δεν αρκεί. Σ’ όλες τις εποχές και σε όλες τις χώρες ο χαρακτήρας της εργασίας ήταν άμεσα η έμμεσα καταναγκαστικός. Τι συμβαίνει, λοιπόν;

Στην περίπτωση αυτή ισχύει, νομίζω, η γνωστή λενινιστική θέση: Όταν μια θεωρία κατακτήσει τις μάζες, αφομοιωθεί από τις μάζες, τότε μεταβάλλεται σε τεράστια υλική δύναμη.

Πράγματι, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, κινητήρια δύναμη οικονομικής ανάπτυξης, ατμομηχανή που έσυρε ολόκληρο το νυσταγμένο τραίνο σε μία ξέφρενη πορεία, υπήρξε μια θεωρία μια ιδεολογία ντυμένη με τον μανδύα της επιστημονικής θεωρίας. Αυτή ενέπνευσε την γεμάτη αυταπάρνηση και ενθουσιασμό δράση των Ρώσων κομμουνιστών και λίγο πολύ ολόκληρου του σοβιετικού λαού. Και κοντά σ’ αυτή ο ρωσικός εθνικισμός, η τρομερή δύναμη που εξισορρόπησε τις αντιδράσεις και επέτρεψε στη νομενκλατούρα να διατηρήσει ως τώρα την κυριαρχία της χωρίς σοβαρούς εσωτερικούς κλυδωνισμούς.

Η ύπαρξη ενός φοβερού καταπιεστικού μηχανισμού, τα Γκουλάγκ και τα ψυχιατρεία, δεν αρκούν για να εξηγήσουν την αδράνεια και την παθητικότητα με την οποία ο σοβιετικός λαός, στο σύνολο του, αντιμετωπίζει την νομενκλατούρα. Η πολύχρονη πλύση εγκεφάλου απέδωσε πλούσιους καρπούς. Για τον σοβιετικό λαό ήταν συναρπαστικό το όραμα που σφυρηλατούσε ασταμάτητα η σοβιετική προπαγάνδα τροφοδοτώντας συνεχώς τον εθνικισμό του: Η «μεγάλη σοβιετική πατρίδα», η «αδάμαστη Σοβιετική Ένωση», είναι η «πρώτη» που αποτίναξε τον ιμπεριαλιστικό ζυγό. Η «πρώτη» στον αγώνα για τον θρίαμβο του σοσιαλισμού σε όλον τον κόσμο. Δόξα καίτιμή συνεπώς στον μεγάλο σοβιετικό λαό, πρωτοπόρο στον αγώνα για την απελευθέρωση του παγκόσμιου προλεταριάτου, για την ειρήνη και την πρόοδο.

Όταν ένας λαός είναι «πρώτος» σε τόσα πολλά, όταν νιώθει να τον λούζει τόση «άφθαρτη δόξα», φυσικό είναι να δακρύζει από συγκίνηση και περηφάνια, να θαμπώνουν τα μάτια του και να μη μπορεί να διακρίνει καθαρά τις αλυσίδες που τον δένουν. Όπως ακριβώς δεν μπορούσε να διακρίνει τις αλυσίδες του ο γερμανικό λαός που, θαμπωμένος από το όραμα μιας Γερμανίας «υπεράνω όλων», ακολούθησε μοιρολατρικά ως το τέλος τον ναζισμό στην καταστροφική πορεία του.

Η πραγματικότητα ωστόσο είναι πολύ ανθεκτική και τελικά υπερισχύει κάθε προπαγάνδας. Κι αυτή ακριβώς η σκληρή πραγματικότητα που αναδύεται βαθμιαία μπροστά στα έκπληκτα μάτια των σοβιετικών πολιτών, προδικάζει τη χρεοκοπία και το άδοξο τέλος της «περεστρόικα». Οι Σοβιετικοί πολίτες βλέπουν πια, συγκρίνουν και καταλαβαίνουν, Καταλαβαίνουν πως οι «μεταρρυθμίσεις» και οι εκκλήσεις της νομενκλατούρας για «ανασυγκρότηση» και για αύξηση της παραγωγικότητας και της παραγωγής δεν αποβλέπουν σε καμιά βελτίωση της θέσης τους. Εκφράζουν απλώς τον πανικό της νομενκλατούρας, καθώς διαπιστώνει ότι στον ειρηνικό ανταγωνισμό με τη Δύση χάνει συνεχώς έδαφος.

Καταλαβαίνουν πως το σύνθημα και η υπόσχεση για επικείμενο θρίαμβο του σοσιαλισμού σε όλον τον κόσμο είναι λόγια χωρίς αντίκρυσμα. Στ’ αυτιά τους μόνο ως κακόηχο αστείο μπορεί να ήχεί η δ ιαβεβαίωση της νομενκλατούρας ότι «το μέλλον ανήκει στον νέο κόσμο, στον σοσιαλισμό». Και φυσικά δεν έχουν καμμιά διάθεση να εντείνουν τις προσπάθειες και να δουλέψουν πιο σκληρά, αφού ξέρουν πως το μόνο αποτέλεσμα θα είναι μεγαλύτερα υλικά προνόμια και περισσότερες ανέσεις για τη νομενκλατούρα.

Το λιγότερο που μπορούν να κάνουν μπροστά στη βία και στην άπατη της νομενκλατούρας είναι η αδιαφορία και η παθητικότητα. Και αυτό ακριβώς κάνουν. Η επαναστατική ορμή και ο δημιουργικός ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων της επανάστασης ανήκουν στο παρελθόν. Η φλόγα που έλαμπε στα μάτια έσβησε οριστικά. Και μπροστά σ’ αυτές τις απογοητευμένες και παγωμένες φιγούρες, πάνω σ’ αυτό το τείχος της αδιαφορίας και της απάθειας είναι που θα προσκρούσει και θα συντριβεί η «περεστρόικα».

Πλάι στην «περεστρόικα», το άλλο εύρημα της νομενκλατούρας, η «γκλάσνοστ», αποτελεί αποθέωση της υποκρισίας της. Ύψιστε θεέ, πως είναι δυνατόν να μιλάει κανείς για «διαφάνεια» και «δημοκρατικές διαδικασίες», όταν ταυτόχρονα διατηρεί άθικτη τη δικτατορία του και τους φοβερούς μηχανισμούς που την στηρίζουν; Πώς είναι δυνατόν να μιλάει για ανάπτυξη της δημοκρατίας όταν η δημοκρατία παραμένει στο γύψο και μάλιστα δεμένη χειροπόδαρα; Το να λασκάρει κάπως τις χειροπέδες, χωρίς όμως και να τις αφαιρεί, αλλάζει τίποτα από την ουσία των πραγμάτων; Αλλάζει τίποτα από την ουσία το αν π.χ. οι Σοβιετικοί πολίτες αντί να δέχονται κατακέφαλα τον έναν που ορίζει και επιβάλλει το κόμμα, μπορούν να επιλέγουν ανάμεσα σε τρείς η και περισσότερους που όμως πάλι θα υποδεικνύει και θα επιβάλλει το κόμμα;

Αυτοί που στήριξαν και εξακολουθούν να στηρίζουν τόσες ελπίδες στις «μεταρρυθμίσεις» Γκορμπατσώφ, δεν πρόσεξαν η δεν μπόρεσαν να εξηγήσουν σωστά τις δηλώσεις του. Κι όμως, ο Γκορμπατσώφ υπήρξε σαφής: Οι μεταρρυθμίσεις μας τόνισε δεν αποβλέπουν στην υπονόμευση του σοσιαλισμού. Αντίθετα, τείνουν στην εδραίωση του. Με άλλα λόγια, τείνουν στην εδραίωση της κυριαρχίας μας…

Αν οι προθέσεις του Γκορμπατσώφ και των συνεργατών του ήταν καθαρές, θα έπρεπε, πριν απ’ όλα, να εξηγήσουν στο σοβιετικό λαό κάτι το πολύ απλό μά και πρωταρχικό συνάμα: Από που αντλούν το δικαίωμα να ορίζουν έτσι αυθαίρετα και ανεξέλεγκτα τη μοίρα του; Ποιόν ρώτησαν, ποιος τους έταξε στη θέση τους;

Όσο η εξήγηση αυτή δεν δίνεται, τα λόγια θα παραμένουν λόγια για εντυπωσιασμό και τίποτα περισσότερο. Πίσω από τα ωραία λόγια, η τερατώδης μηχανή θα εξακολουθήσει να δουλεύει ασταμάτητα, λιώνοντας ανελέητα στα γρανάζια της ανθρώπους, ιδέες κι ελπίδες. Και λέξεις όπως η «περεστρόικα» και η «γκλάσνοστ» θα χρησιμεύουν απλώς για να καλύπτουν τον απαίσιο ήχο της. Όπως ακριβώς ο θόρυβος των μηχανών μπροστά στο κτίριο της οδού Μπουμπουλίνας πάσχιζε να καλύψει τις οιμωγές των βασανιζόμενων στα υπόγεια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s