Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι…,Τάκης Λαζαρίδης 5 ΒΑΡΚΙΖΑ

Στις 26 Δεκεμβρίου 1944, ο Σιάντος, αδιάλλακτος και προκλητικός, τορπιλλίζει τη σύσκεψη των πολιτικών ηγετών ζητώντας τα μισά υπουργεία για να μετάσχει στη νέα κυβέρνηση. Σαράντα πέντε μέρες αργότερα, ο ίδιος ο Σιάντος, με βοηθό τον Παρτσαλίδη, υπογράφει την επονείδιστη συμφωνία της Βάρκιζας.

Και όχι μόνο την υπογράφει, αλλά σπεύδει και να δηλώσει:

«Τα βρεταννικά στρατεύματα βρίσκονται στην Ελλάδα για στρατιωτικούς λόγους. Τη σύγκρουση των Άγγλων και των δυνάμεων του ΕΛΑΣ τη θεωρούμε ως άτυχη σύγκρουση που πέρασε και θα ξεχαστεί. Μα αν οι σύμμαχοι απεφάσισαν να διατηρήσουν εδώ αγγλικό στρατό, εμείς λέμε ότι αυτό είναι το συμφέρον και της Ελλάδας». (ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 15-2-45)

Είναι να τραβάει κανείς τα μαλλιά του. Το αίμα δεν έχει στεγνώσει ακόμα στους δρόμους της Αθήνας, αχνίζουν τα ερείπια από τις βρεταννικές βόμβες, και ο Σιάντος βεβαιώνει πως «τα βρεταννικά στρατεύματα βρίσκονται στην Ελλάδα για στρατιωτικούς λόγους»! Ο Δεκέμβρης δεν ήταν μια θανάσιμη σύγκρουση για εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία, αλλά «μία ατυχής σύγκρουση που πέρασε και θα ξεχαστεί»! Ο αγγλικός στρατός δεν παρέμεινε στη χώρα μας για να διασφαλίσει τα συμφέροντα του βρεταννικού ιμπεριαλισμού, αλλά «προς το συμφέρον και της Ελλάδας»!

Γιατί αυτή η θεαματική στροφή του Σιάντου; Γιατί αυτή η κωμωδία;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Προηγείται, όμως, ένα άλλο ερώτημα: Γιατί έσπευσαν οι ηγέτες του ΚΚΕ να υπογράψουν τη συμφωνία της Βάρκιζας;

Από στρατιωτική άποψη, η κατάσταση δεν είχε μεταβληθεί ουσιαστικά. Παρά την ήττα του Δεκέμβρη, ο ΕΛΑΣ διατηρούσε ανέπαφες και αξιόμαχες όλες του τις δυνάμεις. Κυριαρχούσε σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και μπορούσε με μαζική στρατολογία να παρατάξει 80-100 χιλιάδες μαχητές.

Από την άλλη, οι ίδιοι οι Άγγλοι παραδέχονται πως δεν μπορούσαν να συντρίψουν ολοκληρωτικά τον ΕΛΑΣ, δεν μπορούσαν να αποδυθούν σ’ έναν πόλεμο διαρκείας. Ο στρατηγός Αλεξάντερ, σε έκθεσή του προς τον Τσόρτσιλ, τόνιζε ότι η εκκαθάριση της περιοχής Αθηνών – Πειραιώς «δεν θα σημάνει την ήτταν του ΕΛΑΣ και τον εξαναγκασμόν του εις παράδοσιν. Δεν διαθέτομεν επαρκείς δυνάμεις διά να προβώμεν εις επιχειρήσεις επί της Ηπειρωτικής Ελλάδος. Κατά την διάρκεια της κατοχής οι Γερμανοί διετήρουν έξη ως επτά μεραρχίας επί της ηπειρωτικής Ελλάδος και το ισοδύναμον τεσσάρων μεραρχιών εις τας ελληνικάς νήσους. Εν τούτοις δεν ήσαν εις θέσιν να διατηρούν ανά πάσαν στιγμήν ανοικτάς τας συγκοινωνίας των και αμφιβάλλω αν ημείς θα συναντήσωμεν ολιγωτέραν δύναμιν και αποφασιστικότητα από εκείνην που αντιμετώπισαν οι Γερμανοί».

Γιατί, λοιπόν, έσπευσαν οι Σιάντος και Ιωαννίδης να υπογράψουν στη Βάρκιζα; Κι εδώ, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, δεν υπάρχει κανένα αίνιγμα: Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του δράματος Ιωαννίδης και Παρτσαλίδης (ο Σιάντος δεν πρόλαβε ν’ αφήσει αναμνήσεις) ομολογούν ότι σύρθηκαν στη Βάρκιζα γιατί αυτές τις οδηγίες και αυτές τις εντολές είχαν.

Λέει ο Ιωαννίδης στις Αναμνήσεις του:

«Έτσι έγινε και με τη Βάρκιζα. Είχαμε (συμβουλές). Ρωτήσαμε και έξω… Το τηλεγράφημα του Παππού (Δημητρώφ) ήταν καθαρό. Και οι γνώμες αλλωνών ήταν καθαρές. Ότι η διεθνής κατάσταση δεν είναι υπέρ της δικής μας υπόθεσης. Άρα φροντίστε να βρείτε πολιτικά μέσα για να σταματήσει ο πόλεμος εκεί πέρα. Ο Δημητρώφ ήτανε γραμματέας της ΚΔ. Δεν τον έπαιρνες σαν γραμματέα μόνο τού Βουλγαρικού Κόμματος αλλά σαν μία διεθνή φυσιογνωμία και αρχηγό του διεθνούς κινήματος. Και η γνώμη του ήταν γνώμη, δεν ήταν πράσινα άλογα δηλαδή. Και όταν αυτός σου λέει αυτό το πράγμα και όταν και συ ο ίδιος βλέπεις ότι τα πράγματα είναι σκούρα για σένα και δεν πρόκειται να βγει τίποτα…».

Από την πλευρά του ο Παρτσαλίδης, τόσο στην 7η Ολομέλεια του ΚΚΕ τον Μάη του 1950 όσο και σε κατοπινές συνεντεύξεις του στην «Αυγή» και στην «Ελευθεροτυπία», παραδέχεται ότι υπέγραψε τη συμφωνία της Βάρκιζας γιατί αυτό υπέδειξε ο Δημητρώφ, Γραμματέας ΚΔ και επικεφαλής του τμήματος Διεθνών Σχέσεων της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ.

Το Γενάρη του 1950, στη γνωστή «δίκη» της Μόσχας, ο Χότζα κατηγόρησε μπροστά στο Στάλιν την ηγεσία του ΚΚΕ μεταξύ των άλλων και για την «προδοτική» συμφωνία της Βάρκιζας. Ο Στάλιν, για να μη δυσαρεστήσει προφανώς το Χότζα, συμφώνησε μαζί του και υποστήριξε ότι ήταν μεγάλο σφάλμα η συμφωνία της Βάρκιζας. Εμβρόντητος ο Παρτσαλίδης τόλμησε να ψελλίσει ότι δεν ενήργησε αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τις οδηγίες του Δημητρώφ (με άλλα λόγια, σύμφωνα με τις υποδείξεις της Μόσχας…). Πράγμα που δεν αρνήθηκε ουσιαστικά ο Στάλιν (παρά το θέατρο που έπαιξε εκείνη τη στιγμή στέλνοντας δήθεν τους βοηθούς του να βρουν τα σχετικά κείμενα που όμως εκείνοι, «δυστυχώς», δεν μπόρεσαν να βρουν…). Και για να δικαιολογηθεί όπως-όπως, αντέταξε το επιχείρημα ότι «ο Δημητρώφ δεν είναι η ΚΕ του ΚΚΣΕ»…

Το επιχείρημα είναι, βέβαια, αστείο. Η Κομμουνιστική Διεθνής και ο Δημητρώφ ήταν η άλλη όψη του ΚΚΣΕ, το «κανάλι» μέσω του οποίου η γραμμή της Μόσχας έφτανε στα κατά τόπους ΚΚ.

Πήγαν, λοιπόν, στη Βάρκιζα οι Σιάντος – Παρτσαλίδης αναγκασμένοι να υπογράψουν οπωσδήποτε μία συμφωνία. Και αυτό φαίνεται το ήξεραν οι Άγγλοι. Είχαν προφανώς τις πληροφορίες τους. Ο τότε πρεσβευτής στην Αθήνα Ρέτζιναλντ Λήπερ, στο βιβλίο του «Όταν Έλληνας συναντάει Έλληνα» (σελ. 148), γράφει:

«Ο Σιάντος, φορώντας στολή μάχης, με καουτσουκένιες μπότες, βολτάριζε στο δωμάτιο δηλώνοντας πως δεν είχε πρόθεση να υπογράψει εκείνη τη νύχτα γιατί ήταν πολύ κουρασμένος και το κεφάλι του δεν ήταν αρκετά καθαρό.

Κάναμε πολλές προσπάθειες να τον πείσουμε να υπογράψει αλλά εκείνος με πείσμα, για κείνη τη στιγμή, αρνιόταν.

Ο Μακ Μίλλαν και εγώ, είχαμε καθίσει και πίναμε νερό ροκανίζοντας σάντουιτς και περιμέναμε σαν δύο χωροφύλακες τα θύματά μας να υπογράψουν τα χαρτιά τους. Τέλος στις 4 το πρωί ο Σιάντος μας πληροφόρησε ότι επειδή του είναι αδύνατο να υπογράψει τη συμφωνία στο σύνολό της, είναι έτοιμος να υπογράψει μία συμφωνία προσωρινή».

Με βαρειά καρδιά υπέγραψαν οι Σιάντος -Παρτσαλίδης. Όμως αυτό δεν τους απαλλάσσει από τις ιστορικές ευθύνες τους. Όχι βέβαια γιατί δέχτηκαν να παραδώσουν τα όπλα. Αλλά γιατί μαζί με τα όπλα παρέδωσαν και τους αγωνιστές. Το άρθρο 3 της συμφωνίας με το οποίο αμνηστεύονται οι ηθικοί αλλά όχι και οι φυσικοί αυτουργοί, αποτελεί μνημείο αμοραλισμού και αναισχυντίας. Με το άρθρο αυτό οι ηγέτες του ΚΚΕ φροντίζουν να αμνηστεύσουν τον εαυτό τους, εγκαταλείποντας απλούς μαχητές στην εκδικητική μανία του αντιπάλου. Δεν υπάρχει, οπωσδήποτε, παρόμοιο προηγούμενο όχι μόνο στην ελληνική αλλά και στην παγκόσμια ιστορία. Οι ηγέτες ενός νικημένου στρατού υπογράφουν μία συμφωνία βάσει της οποίας αμνηστεύονται οι ίδιοι ενώ οι απλοί στρατιώτες που πολέμησαν και μάτωσαν «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» παραδίδονται ανυπεράσπιστοι στα έλεος του εχθρού!

Σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία, σε περίπου ογδόντα χιλιάδες ανέρχονται οι αγωνιστές που φυλακίστηκαν και διώχθηκαν βάσει του άρθρου 3. Πολλοί καταδικάστηκαν σε θάνατο. Και στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, οι περισσότεροι παραδόθηκαν βορά στα εκτελεστικά αποσπάσματα.

Πολλές επικρίσεις διατυπώθηκαν κατά καιρούς από ιστορικούς ερευνητές της Αριστεράς για την υπογραφή της συμφωνίας. Υποστηρίχθηκε ότι με κανένα τρόπο δεν έπρεπε να υπογραφεί η συμφωνία, δεν έπρεπε να παραδοθούν τα όπλα. Οι επικριτές αγνοούν ή παραγνωρίζουν μερικές στοιχειώδεις αλήθειες. Πρώτον, την Συμφωνία της Μόσχας του Οκτώβρη 1944, βάσει της οποίας η Ελλάδα είχε εκχωρηθεί στους Άγγλους. Οι Άγγλοι είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα για να κρατήσουν την Ελλάδα και ήταν αποφασισμένοι να την κρατήσουν πάση θυσία. Δεύτερον, την απόλυτη και άνευ όρων υποταγή των ηγετών του ΚΚΕ στις εντολές και οδηγίες της Μόσχας. Υποταγή που στηριζόταν στην ακράδαντη πεποίθηση ότι αυτό που αποφάσιζε το Κρεμλίνο ήταν προς το συμφέρον της παγκόσμιας επανάστασης και συνεπώς -σε τελευταία ανάλυση- προς το συμφέρον του Ελληνικού Λαού. Και, τρίτον, την τυφλή και απεριόριστη εμπιστοσύνη των μελών και στελεχών του κόμματος στη «σοφία» και στο «αλάθητο» των ηγετών του ΚΚΕ. Αυτοί ήταν που το μικρό και διαλυμένο Κόμμα του ’40 το είχαν μεταβάλει στο μαζικό και πανίσχυρο ΚΚΕ. Αυτοί είχαν οδηγήσει στο Έπος της Αντίστασης, αυτοί είχαν δημιουργήσει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αυτοί, και μετά τον Δεκέμβρη και μετά τη Βάρκιζα, θα μας οδηγούσαν τελικά στο θρίαμβο και στη δόξα…

Έτσι πιστεύαμε τότε εμείς, οι πολλοί. Ας βγάλουμε το καπέλο σε κείνους που από τότε έβλεπαν και καταλάβαιναν. Ήταν, όμως, τόσο λίγοι και τόσο ανίσχυροι… Από τη στιγμή που οι Σοβιετικοί έκριναν ότι αρκετά τράβηξαν το σκοινί το Δεκέμβρη, τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να αποτρέψει τη Βάρκιζα. Κάθε απόπειρα διαφωνίας και, πολύ περισσότερο, ανταρσίας, ήταν καταδικασμένη. Γι’ αυτό και είχε τόσο άδοξο και τραγικό τέλος η ανταρσία του Άρη. Η υπογραφή μιας συμφωνίας ήταν αναπόφευκτη. Τα όπλα θα παραδίνονταν οπωσδήποτε. Εκείνο που δεν ήταν αναπόφευκτο ήταν η παράδοση των αγωνιστών που, «ελαφρά τη καρδία», υπόγραψαν οι Σιάντος – Παρτσαλίδης.

Οι Σοβιετικοί, ενόψει της Γιάλτας και θέλοντας προφανώς να δώσουν δείγματα καλής συμπεριφοράς στους Δυτικούς, έδωσαν εντολή να υπογραφεί η συμφωνία, να παραδοθούν τα όπλα. Και δεν είναι βέβαια τυχαίο το ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας συνέπεσε με τη Διάσκεψη της Γιάλτας. Οι Σιάντος – Παρτσαλίδης, στη βιασύνη τους να εκτελέσουν αυτή την εντολή, έσπευσαν να υπογράψουν και το άρθρο 3, στέλνοντας στο σφαγείο χιλιάδες αγωνιστές. Και έσπευσε ταυτόχρονα ο Σιάντος να κάνει τις τραγελαφικές εκείνες δηλώσεις…

Δεν ήταν όμως ο Σιάντος που μιλούσε. Με το στόμα του Σιάντου μιλούσαν οι Σοβιετικοί. Ήταν μία διαβεβαίωση, μία υπόσχεση στους Άγγλους ότι ο Δεκέμβρης έληξε οριστικά, ότι η μοιρασιά που έγινε στη Μόσχα τον Οκτώβρη του ’44 εξακολουθούσε να ισχύει…

Λογικά, και με βάση την αρχή της κριτικής και αυτοκριτικής, έπρεπε να λογοδοτήσουν οι ένοχοι, να επιβληθούν κυρώσεις γι’ αυτή την ανείπωτη τραγωδία. Δεν έγινε απολύτως τίποτα.

Ο Ζαχαριάδης, που γύρισε το Μάη του 1945 απ’ τα γερμανικά στρατόπεδα, αντί, ως ώφειλε και είχε κάθε δικαίωμα, να καταγγείλει τους ενόχους και να ζητήσει την παραδειγματική τιμωρία τους, βάζει ταφόπετρα σ’ όλη την ιστορία δηλώνοντας: «Θα ‘ταν τεράστιο λάθος και ματαιοπονία να ψάχνουμε να βρούμε λάθη σ’ ένα τεράστιο κίνημα σαν το κίνημα της Εθνικής μας Αντίστασης». Και όμως, ο Λένιν τόνιζε: «Να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αιτίες του, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεκτικά τα μέσα για τη διόρθωσή του – αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος»… Πάνω από το Λένιν και τις θέσεις του, πάνω από τη σοβαρότητα του κόμματος, μπαίνει η στυγνή πολιτική σκοπιμότητα…

Οι «άνωθεν» εντολές είναι, προφανώς, «μη θίγετε τα κακώς κείμενα», και ο Ζαχαριάδης σπεύδει να συμμορφωθεί. Οι Σιάντος – Ιωαννίδης και Σία όχι μόνο απαλλάσσονται πανηγυρικά, αλλά στο 7ο Συνέδριο του κόμματος, τον Σεπτέμβρη του 1945, εκλέγονται με δόξα και τιμή, πλάι στο Ζαχαριάδη, ηγέτες του ΚΚΕ. Ήταν η ανταμοιβή τους γιατί ως «γνήσιοι» μαρξιστές -λενινιστές τήρησαν με θρησκευτική ευλάβεια τη θεμελιώδη αρχή του προλεταριακού διεθνισμού, όπως αναγράφεται στα Άπαντα του Λένιν (4η Ρωσική έκδοση, τόμ. 25, σελ. 42): «Υποταγή των συμφερόντων της προλεταριακής πάλης σε μία χώρα στα συμφέροντα της πάλης αυτής σε όλο τον κόσμο…».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s