Γιατί έγινε ο Δεκέμβρης; Γιατί μετά το Λίβανο και την Καζέρτα, και ενώ όλα έδειχναν πως βαδίζαμε προς ομαλές και ειρηνικές εξελίξεις, αυτή η άγρια σύγκρουση, σε μία κρίσιμη στιγμή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου;

Γιατί αυτή η φοβερή αιματοχυσία, που μπορούσε συνάμα να κλονίσει την ίδια τη συνοχή της αντιχιτλερικής συμμαχίας, με απρόβλεπτες και απροσδιόριστες συνέπειες;

Υπάρχουν δυο επίσημες εκδοχές. Η μία της Δεξιάς, που υποστηρίζει ότι ο Δεκέμβρης ήταν ένας ακόμη αιματηρός γύρος. Μία αποτυχημένη απόπειρα του ΚΚΕ να καταλάβει την εξουσία με τη δύναμη των όπλων, κατά παράβαση των συμφωνιών του Λιβάνου και της Καζέρτας. Και η άλλη της Αριστεράς, που υποστηρίζει ότι ο Δεκέμβρης ήταν η «κορωνίδα», το «διαμάντι» της Αντίστασης. Η περήφανη απάντηση του λαού στην ωμή Βρετανική επέμβαση, στην προσπάθεια του βρετανικού ιμπεριαλισμού να αλυσοδέσει τη χώρα μας. Και οι δύο εκδοχές «απέχουν παρασάγγες» από την πραγματικότητα. Αυτό τουλάχιστον λένε τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία και η κοινή λογική. Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα.

Το κρίσιμο, το σταυρικό σημείο όπου συνέκλιναν και συναιρούνταν οι εκρηκτικές αντιθέσεις της στιγμής, ήταν ο αφοπλισμός των ανταρτικών δυνάμεων. Ο αφοπλισμός, ουσιαστικά, του ΕΛΑΣ και η δημιουργία τακτικού Εθνικού Στρατού, όπως όριζε και η συμφωνία του Λιβάνου.

Η Αριστερά αντιδρούσε. Και ήταν φυσικό να αντιδρά. Ήξερε πολύ καλά πόσο πιο αποτελεσματική είναι η «κριτική των όπλων» από «το όπλο της κριτικής»… Καταλάβαινε πως με την παράδοση των όπλων έχανε κάθε δυνατότητα να βάζει τη σφραγίδα της στις μελλοντικές εξελίξεις. Η εξουσία γινόταν πια όραμα μακρινό και απλησίαστο ή, μάλλον, χανότανε οριστικά «στα βάθη του ορίζοντα». Ωστόσο δεν υπήρχαν πια περιθώρια. Οι μεγάλες αποφάσεις έπρεπε να παρθούν. Ο Γ. Παπανδρέου επέμενε στον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, δεν δεχότανε όμως την ταυτόχρονη διάλυση του Ιερού Λόχου και της Ορεινής Ταξιαρχίας, που επίμονα ζητούσε η Αριστερά.

Έπειτα από πολύμοχθες διαπραγματεύσεις, οι Εαμικοί υπουργοί πρότειναν με τον Ζεύγο ένα συμβιβαστικό σχέδιο: Να διατηρηθούν η Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μία μονάδα του ΕΛΑΣ ίση σε αριθμό και δύναμη πυρός με το άθροισμα και των τριών αυτών σωμάτων. Στα «ΕΠΙΣΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΑ του ΚΚΕ», τόμ. Ε’, σελ. 476, αναγράφεται συγκεκριμένα: Σε μία φάση των συνεχιζόμενων πάντοτε διαπραγματεύσεων, η Εαμική παράταξη με τους Υπουργούς Ζεύγο, Σβώλο και Πορφυρογένη, υπέβαλε ένα σχέδιο που στην παράγραφο 2 λέγει:

«Θα καταρτισθή τμήμα Εθνικού Στρατού ίνα συνεχίση συμβολικώς την συμμετοχήν εις τον κοινόν συμμαχικό αγώνα και λάβη επίσης μέρος, αν απαιτηθεί, εις τας περιοχάς Κρήτης και Δωδεκανήσου. Εις το τμήμα τούτο του Εθνικού Στρατού το οποίον θα συμβολίζη επίσης την εθνικήν ενότητα, θα μετάσχουν η υφισταμένη Ορεινή Ταξιαρχία, ο Ιερός Λόχος και τμήμα του ΕΔΕΣ, καθώς και μία Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ έχουσα δύναμιν ίσην προς το άθροισμα των ως άνω δυνάμεων και με ίσον εξοπλισμόν».

Ο Παπανδρέου συμφώνησε αμέσως και κάλεσε μάλιστα για την επομένη το υπουργικό συμβούλιο προκειμένου να υπογραφεί η συμφωνία.

Και ενώ όλα έδειχναν πως η κρίση εκτονώνεται, σημειώνεται δραματική υποτροπή. Ο Ζεύγος, αφού πρώτα παρεκάλεσε να ματαιωθεί η σύγκληση του υπουργικού συμβουλίου, παρουσιάζεται στον Γ. Παπανδρέου και ανακαλώντας την πρόταση που ο ίδιος είχε κάνει, θέτει νέους όρους, αξιώνοντας ειδικότερα τον ταυτόχρονο αφοπλισμό όλων ανεξαιρέτως των ενόπλων σωμάτων.

Πλήρης υπαναχώρηση, δηλαδή. Και το ότι επρόκειτο για πλήρη υπαναχώρηση δεν είναι δική μου αυθαίρετη διαπίστωση. Το πιστοποιούν διάφορες και από διαφορετικές πλευρές μαρτυρίες.

Ας δούμε τι λένε σχετικά δύο μεγάλα ονόματα της Δημοκρατίας. Δύο ονόματα που όχι μόνο άντεξαν τη δοκιμασία του χρόνου αλλά βγήκαν πιο λαμπερά. Οι Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλος.

Αναφερόμενος στην επίσκεψη του Γιάννη Ζεύγου στο σπίτι του το απόγευμα της Τρίτης 28 Νοεμβρίου 1944, ο Γ. Παπανδρέου γράφει:

« Ο Ζεύγος ετέλει υπό το κράτος μεγάλης νευρικότητος. Μου εδήλωσεν ότι το Κομμουνιστικόν Κόμμα δεν αποδέχεται πλέον την συμφωνίαν την οποίαν αυτός ο ίδιος είχε εγχειρίσει την προηγουμένην, και ότι θέτει νέους όρους προς αποδοχήν, μεταξύ των οποίων την ταυτόχρονον διάλυσιν της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου, την άμεσον καθιέρωσιν συνοπτικής διαδικασίας δια τους δοσιλόγους, την υποχρεωτικήν έκδοσιν των δικαστικών αποφάσεων προ της 10ης Δεκεμβρίου κ.λπ. Κατάπληκτος του εδήλωσα ότι πρόκειται περί πλήρους υπαναχωρήσεως και ότι η Κυβέρνησις δεν δύναται να αποδεχθή τους νέους όρους αλλά εμμένει εις την γενομένην συμφωνίαν. Ο Ζεύγος τότε εις κατάστασιν εξάψεως έσπευσε να φύγη, χωρίς καν να με αποχαιρετήση. Απεκόμισα την εντύπωσιν, καθώς ανεκοίνωσα έπειτα εις το Υπουργικόν Συμβούλιον, ότι ο Ζεύγος είχεν αποστολή με την εντολήν να επιφέρη οπωσδήποτε την ρήξιν». (Από το βιβλίο «Η ζωή του Γ. Παπανδρέου», σελ. 257).

Ο Π. Κανελλόπουλος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, λέει μεταξύ των άλλων:

«Στις 27 Νοεμβρίου, πρότειναν οι υπουργοί του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, αντί να αποστρατευθούν και να παραδώσουν τα όπλα στις 10 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ και ο Ζέρβας, να διατηρηθεί μια μεγάλη μονάδα του ΕΛΑΣ ισοδύναμη με το άθροισμα της Γ’ Ορεινής Ταξιαρχίας, του Ιερού Λόχου και ενός τμήματος του Ζέρβα. Ο Γ. Παπανδρέου το δέχθηκε αμέσως και ύστερα το δεχθήκαμε ανεπιφύλακτα και όλοι οι άλλοι υπουργοί. Δεν πέρασαν εικοσιτέσσερις ώρες και το ΚΚΕ υπαναχώρησε. Στις 28 Νοεμβρίου, στις 6 το απόγευμα, ο Ζεύγος, αφού είχε παρακαλέσει τηλεφωνικώς να αναβληθεί το υπουργικό συμβούλιο που είχε ορισθεί για την υπογραφή της βαρυσήμαντης αυτής συμφωνίας, έφτασε στο σπίτι του Γ. Παπανδρέου και αξίωσε, ήμουν παρών στη συνάντηση αυτή, να διαλυθούν, έκτος από τον ΕΛΑΣ και τις δυνάμεις του Ζέρβα, η Γ’ Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος.

Ο Γ. Παπανδρέου απέκρουσε αμέσως τη νέα αυτή αξίωση. Συμφώνησα κι εγώ ενώπιον του Ζεύγου μαζί του. Είχαμε δεχθεί να τιμηθεί ο ΕΛΑΣ σε βαθμό ισοδύναμο προς τον βαθμό της τιμής που θα απονεμόταν σε όλες τις άλλες ένοπλες δυνάμεις του Έθνους μαζί. Τι περισσότερο μπορούσαμε να κάνουμε;»

Και προσθέτει ο Π. Κανελλόπουλος:

«Μπορεί να ήθελε ο Τσόρτσιλ, ιδιαίτερα μετά την διάσκεψη της Μόσχας, 10-20 Οκτώβρη 1944, να ξεκαθαρίσει η κατάσταση στην Ελλάδα με δυναμική αναμέτρηση προς το ΚΚΕ και τον ΕΛΑΣ. Αλλά μπορώ να βεβαιώσω ότι δεν το θέλαμε αυτό ο Γ. Παπανδρέου και οι τότε στενοί συνεργάτες του, και ότι επιθυμούσαμε τη συμφιλίωση και όχι τον εμφύλιο πόλεμο. Δεν ξέρω αν ο σκληρός πυρήνας του ΚΚΕ επιθυμούσε το ίδιο. Αν το επιθυμούσε, δεν θα μας έφερνε μπροστά στα διλήμματα που οι διάφορες υπαναχωρήσεις του εδημιούργησαν στο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου». (Β. Μαθιόπουλου, «Η Ελληνική Αντίσταση και οι Σύμμαχοι», σελ. 40-41).

Αλλά ότι επρόκειτο για πλήρη υπαναχώρηση το δέχεται και η «άλλη πλευρά του λόφου». Τόσο ο Αλ. Σβώλος σε άρθρο του στην εφημερίδα «ΜΑΧΗ» στις 5.12.45 όσο και ο δημοσιογράφος και πρώην βουλευτής της Αριστεράς Π. Παρασκευόπουλος σε μια διεξοδική ανάλυση του θέματος (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9, 16 και 23 Γενάρη 1985), ενώ επιρρίπτουν μέρος της ευθύνης και στον Γ. Παπανδρέου γιατί απέρριψε την πρόταση η νέα υπό συγκρότηση μονάδα να είναι ενιαία και με ενιαία διοίκηση, δέχονται τελικά ότι η ευθύνη για την υπαναχώρηση βαρύνει την ηγεσία του ΚΚΕ.

Γράφει ο Π. Παρασκευόπουλος:

«Ανεξάρτητα από τις υπαναχωρήσεις της μίας ή της άλλης πλευράς, το βέβαιο είναι ότι ο Γιάννης Ζεύγος στις 28 Νοεμβρίου το απόγευμα που επισκέφθηκε τον Γεώργιο Παπανδρέου στο σπίτι του, του εδήλωσε ότι η μοναδική λύση είναι να διαλυθούν ταυτόχρονα ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ, η Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος.

Περιθώρια για νέες συζητήσεις και εξεύρεση άλλης λύσης δεν άφησε ο Ζεύγος στον Παπανδρέου εκείνο το απόγευμα…».

Και παρακάτω:

«Η ηγεσία του ΚΚΕ γνωρίζει πια ότι οι νέοι όροι που έθεσε ο Γιάννης Ζεύγος στον Γεώργιο Παπανδρέου σήμαιναν και αναπόφευκτη ένοπλη σύγκρουση. Ουσιαστικά η κομμουνιστική ηγεσία στις 28 Νοεμβρίου απεφάσισε να μην αποφύγει πλέον την σύγκρουση με τις κυβερνητικές και βρεταννικές ένοπλες δυνάμεις…».

Αυτή, λοιπόν, είναι η αλήθεια, όπως αναδύεται από τα κείμενα. Κείμενα που δεν αμφισβήτησε κι ούτε μπορεί άλλωστε να αμφισβητήσει κανείς.

Πέρα, όμως, από τα κείμενα υπάρχει και η κοινή λογική. Υποτίθεται ότι αυτός ο ανυποχώρητος όρος του ΚΚΕ για ταυτόχρονη διάλυση του Ιερού Λόχου και της Ορεινής Ταξιαρχίας, όρος που κατέστησε αναπόφευκτη τη σύγκρουση, απέβλεπε σε ένα και μόνο σκοπό: Να μην απομείνουν μετά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ένοπλες δυνάμεις πιστές στον Γ. Παπανδρέου, πράγμα που θα του επέτρεπε, υποτίθεται, να επιβάλει τις θελήσεις του.

Και εδώ είναι που εξεγείρεται και επαναστατεί η κοινή λογική. Γιατί, απλούστατα, μετά την διάλυση όλων ανεξαιρέτως των ενόπλων σωμάτων, όπως επέμενε το ΚΚΕ, έμεναν μόνοι και πάνοπλοι οι Βρετανοί, που θα μπορούσαν άνετα πια να επιβάλλουν με τη δύναμη των όπλων την οποιαδήποτε θέλησή τους. Που θα ήταν, βέβαια, και θέληση του Γ. Παπανδρέου…

Δεν το έβλεπαν, δεν το καταλάβαιναν αυτό οι Σιάντος – Ιωαννίδης; Η μήπως είχαν αυταπάτες ως προς τις προθέσεις των Άγγλων; Ο Γιάννης Ιωαννίδης και στο σημείο αυτό είναι σαφής. Στις «Αναμνήσεις» του, σελ. 329, λέει:

«Το πρόβλημα είναι ότι εμείς πήραμε απόφαση στις 17 του Νοέμβρη, στις 16 ή 18, δεν ξέρω πότε ήταν. Εκεί στο νοσοκομείο όπου βρισκόμουν εγώ, ήρθαν όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου και εκεί πήραμε απόφαση ότι εμείς θα χτυπηθούμε με τους Εγγλέζους. Τα άλλα είναι… Υπάρχει αυτή η απόφαση. Εκεί ήταν ο Παρτσαλίδης, ο Ρούσσος, ο Φάνης… Αυτοί θυμούνται την συνεδρίαση εκείνη. Εγώ ιδιαίτερα την θυμάμαι και από το ότι ήρθε ιδιαιτέρως εκεί ο Ποπώφ ύστερα από μία ή δύο ημέρες και του είπα… Με ρώτησε πως πάμε κ.λπ. και του λέω: «Δεν γίνεται με τους Εγγλέζους, θα χτυπηθούμε». Το ότι αυτό είπα στον Ποπώφ υπάρχει μάρτυρας και ένας Έλληνας που έκανε τον μεταφραστή…».

Όχι μόνο λοιπόν αυταπάτες δεν είχε την περίοδο εκείνη η ηγεσία του ΚΚΕ αλλά, όπως η ίδια ομολογεί, θεωρούσε αναπόφευκτη τη σύγκρουση με τους Άγγλους. Και την κατέστησε αναπόφευκτη με την εσκεμμένη υπαναχώρηση του Ζεύγου το απόγευμα της 28ης Νοεμβρίου 1944.

Υποστηρίζεται επίσης από την Αριστερά ότι στο Δεκέμβρη οδήγησε το αδικοχυμένο αίμα των διαδηλωτών από τις σφαίρες των αστυνομικών στο συλλαλητήριο της Κυριακής, 3 του Δεκέμβρη. Από όσα όμως εκτέθηκαν παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι το αίμα που χύθηκε στις 3 Δεκεμβρίου μπορεί να ήταν η αφορμή, δεν ήταν όμως η αιτία που ξέσπασαν τα Δεκεμβριανά. Η απόφαση για τον Δεκέμβρη είχε παρθεί πριν από την ματωμένη Κυριακή. Αυτό το ομολογεί κι ο ίδιος ο Ιωαννίδης. Στις «Αναμνήσεις» του και στη σελ. 343 λέει επί λέξει:

«Μέχρι τότε έμενα με την εντύπωση ότι όλο αυτό το πράγμα έγινε με το χτύπημα που μας δώσαν αυτοί στις 3 του Δεκέμβρη. Όταν έμαθα ότι η Κ.Ε. του ΕΛΑΣ έγινε από την 1η του Δεκέμβρη, αυτό σημαίνει ότι και μεις προμελετημένα πηγαίναμε να δώσουμε αφορμή για να αρχίσει ο πόλεμος. Δεν έχει άλλο… Παίρνεις απόφαση για γενική πολιτική απεργία…».

Εκτός όμως από την συνταρακτική ομολογία του Ιωαννίδη υπάρχει ένα ακόμα αδιάψευστο στοιχείο. Το πρωί της Κυριακής, 3 του Δεκέμβρη, πριν φυσικά από την αιματοχυσία, ο «Ριζοσπάστης» κυκλοφορεί με κύριο άρθρο του Ζεύγου, με τον ολοσέλιδο τίτλο: «Και τώρα τον λόγον έχουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι μαχητές του ΕΛΑΣ»…

Και εκ των υστέρων υπάρχει μία ακόμη ομολογία. Περιέχεται σ’ ένα υπόμνημα που υπέβαλαν στον αντιβασιλέα οι Σιάντος, Ζεύγος, Σβώλος κ.λπ. και δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη» της 5ης Απριλίου 1945. Στο υπόμνημα αυτό αναγράφονται μεταξύ άλλων τα έξης:

«Έγινε ένα κίνημα, που όλοι αναγνωρίζουν ότι δεν έπρεπε να γίνει και έπρεπε να είχε αποφευχθεί».

Και παρακάτω:

«Δυστυχώς κατά το κίνημα αυτό έγιναν όσα έγιναν εναντίον αμάχων και αθώων…».

Ένα κίνημα, λοιπόν, κατά τον ίδιο τον Σιάντο, ήταν ο Δεκέμβρης, που «δεν έπρεπε να γίνει». Κι όπου «και μεις προμελετημένα πηγαίναμε να δώσουμε αφορμή για να αρχίσει ο πόλεμος», κατά τον Ιωαννίδη…

Ποιος όμως συγκεκριμένα και πότε πήρε απόφαση για το «κίνημα»;

Όποιος προσπαθεί να βρει απάντηση στο ερώτημα αυτό μένει εμβρόντητος. Το ΚΚΕ προχώρησε στο Δεκέμβρη και στη σύγκρουση με τους Άγγλους, σε μία κρίσιμη δηλαδή πράξη για τη μοίρα της πατρίδας μας, αλλά ίσως και για την ίδια τη συμμαχική ενότητα, χωρίς να υπάρχει καμιά σχετική απόφαση είτε από το Πολιτικό Γραφείο είτε από την Κεντρική Επιτροπή!

Ο Σάββας Αργυρόπουλος, μέλος της Επιτροπής Πόλης της Αθήνας εκείνη την περίοδο, γράφει σχετικά:

«Τα Δεκεμβριανά δεν άρχισαν με απόφαση κανενός οργάνου, τέτοια απόφαση τουλάχιστον δεν ανακοινώθηκε, ούτε δημοσιεύθηκε. Κανένα σώμα του κόμματος δεν πήρε τέτοια απόφαση. Ούτε και αυτή ακόμα η Επιτροπή Πόλης της Αθήνας, της οποίας ήμουνα μέλος, δεν συζήτησε ούτε μελέτησε την περίπτωση της ένοπλης σύγκρουσης μα ούτε και είχε κανένα τέτοιο σχέδιο. Η οργάνωση της Αθήνας από καιρό δούλευε με εντολές. Δεν γινόταν πια συζήτηση. Όπως πολύ χαρακτηριστικά μας το είχε πει ο Φάνης σε μία σύσκεψη των γραμματέων της Αθήνας, «Σύντροφοι, πρέπει να ξέρετε, το κόμμα από τώρα και πέρα θα δουλεύει με εντολές»… (Σ. Αργυρόπουλος: «Προσφυγιά – Αντάρτικο – Εξορία», σελ. 157-158).

Ο Βασίλης Μπαρτζώτας, Γραμματέας της ΚΟ Αθήνας εκείνη την εποχή, στο βιβλίο του «Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 44», σελ. 355, γράφει:

«Το απόγευμα προς το βράδυ της 3ης Δεκεμβρίου 1944 ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή και έμπαινε σε μας το δίλημμα: Ή τώρα ή ποτέ. Μπορούσαμε και μόνο με τις δυνάμεις του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας να κάνουμε γενική έφοδο και να νικήσουμε.

Αποφασίσαμε να πάμε εγώ με τη Χρύσα Χατζηβασιλείου στο συνοικισμό Φιλαδέλφειας όπου βρισκόταν η ΚΕ του ΕΛΑΣ κι εκεί να βάλουμε και να υπερασπίσουμε την πρότασή μας. Ο Γ. Σιάντος μας άκουσε σαν να μην είμαστε μέλη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ αλλά τίποτα περαστικοί. Είπε ότι θα συνεννοηθεί με τους στρατηγούς Μάντακα και Χατζημιχάλη και εκεί που περιμέναμε την απάντηση, τον βλέπουμε να φεύγει στο αυτοκίνητο μαζί με τους δύο στρατηγούς προς την Αττική, λέγοντας σε μας να περιμένουμε διαταγή της ΚΕ του ΕΛΑΣ… Αλληλοκοιταχτήκαμε με την Χρύσα Χατζηβασιλείου και δεν ξέραμε πως να χαρακτηρίσουμε τη στάση αυτή του Γ. Σιάντου…».

Από την παραπάνω αποκαλυπτική περικοπή του Μπαρτζώτα, που εξακολουθεί σήμερα να είναι ο επίσημος και έγκυρος ιστορικός του ΚΚΕ, προκύπτουν ένα συμπέρασμα και ένα ερώτημα. Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβρης αποφασίστηκε και διεξήχθη ερήμην του ΠΓ που υποτίθεται ότι είναι το ανώτατο ηγετικό όργανο του ΚΚΕ. Αφού δύο επίλεκτα μέλη του -το ένα μάλιστα απ’ τα οποία, ο Μπαρτζώτας, ήταν γραμματέας της ΚΟΑ, επικεφαλής δηλαδή των κομματικών δυνάμεων της Αθήνας, της πόλης που επρόκειτο να σηκώσει όλο το βάρος του Δεκέμβρη- όχι μόνο δεν μπορούν να διατυπώσουν τις απόψεις τους, αλλ’ αντιμετωπίζονται από τον Σιάντο σαν περαστικοί…

Και το ερώτημα: Που στηριζόταν ο Σιάντος; Ποιος του έδινε το δικαίωμα να αγνοεί τόσο επιδεικτικά τα μέλη του ΠΓ;

Κύριο γνώρισμα, βέβαια, των εκάστοτε ηγετών του ΚΚΕ είναι η αυθαιρεσία και η αυταρχικότητα. Όμως σε κρίσιμες στιγμές, όταν πρόκειται να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις, συγκαλείται, έστω και για τους τύπους, η ΚΕ η έστω, το ΠΓ. Αυτό έγινε π.χ. προκειμένου να εγκριθούν οι συμφωνίες του Λιβάνου, τον Ιούλιο του 1944. Στη συνεδρίαση της ΚΕ κλήθηκαν να πάρουν μέρος όχι μόνο τα μέλη της ΚΕ που ήταν στο βουνό αλλά και στην Αθήνα καθώς και στο Μακεδονικό Γραφείο. Αντίθετα, το Δεκέμβρη στην Αθήνα όπου το ΚΚΕ είναι σχεδόν εξουσία και όπου είναι ευκολότατο να μαζευτούν όλα τα μέλη του ΠΓ και της ΚΕ, δεν γίνεται τίποτα. Ο Σιάντος εμφανίζεται ν’ αποφασίζει και να διατάζει μόνος του…

Ο Γ. Ιωαννίδης, στις «Αναμνήσεις» του, αναφέρεται σε μία συνεδρίαση του ΠΓ στις 17 Νοέμβρη όπου, υποτίθεται, πάρθηκε κατ’ αρχήν η απόφαση για τη σύγκρουση με τους Άγγλους. Λέει:

«Το πρόβλημα είναι ότι εμείς πήραμε απόφαση στις 17, έκτος από τα άλλα τα πρώτα που έχω πει, στις 17 του Νοέμβρη στις 16 ή στις 18, δεν ξέρω πότε ήταν… Εκείνο που θυμάμαι είναι ότι πήραμε μία απόφαση. Ήτανε όλα τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου. Η συνεδρίαση έγινε στο νοσοκομείο που βρισκόμουν εγώ. Δεν καθίσαμε και πολύ γιατί ήμουν άρρωστος. Μισή ώρα η τρία τέταρτα, σύμφωνοι σ’ όλα. Είπαμε ότι στην ανάγκη, εάν δεν κατορθώσουμε να βρούμε άλλες πολιτικές λύσεις, στο ζήτημα, θα συγκρουσθούμε». (Γ. Ιωαννίδη «Αναμνήσεις», σελ. 325 και 332).

Είναι φυσικό ότι σ’ αυτήν την διαρκείας μισής ώρας ή τριών τετάρτων συνεδρίαση του ΠΓ δεν έγινε καμιά ουσιαστική συζήτηση ούτε και πάρθηκε καμιά οριστική απόφαση για σύγκρουση με τους Άγγλους. Απλώς κάτι είπε ο Ιωαννίδης σχετικά, οι άλλοι κούνησαν το κεφάλι -γιατί βέβαια μέσα σε μισή ώρα δεν προλάβαιναν να κάνουν τίποτ’ άλλο- και το θέμα έληξε εκεί. Όλοι ήξεραν, κι αν δεν ήξεραν καταλάβαιναν, ότι ένοπλη σύγκρουση με τους Άγγλους ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση για να συζητηθεί και ν’ αποφασισθεί από τους ίδιους. Κάποιοι άλλοι και κάπου αλλού μπορούσαν να πάρουν την απόφαση. Κι αυτό ακριβώς έγινε. Η απόφαση για τον Δεκέμβρη πάρθηκε ερήμην και εν αγνοία του ΠΓ και της ΚΕ του ΚΚΕ.

Ο ίδιος ο Ιωαννίδης στις αναμνήσεις του στη σελ. 326 το ομολογεί με περισσή ειλικρίνεια:

«Έτσι, δεν έγινε αυτό που θα ‘πρεπε να γίνει. Αυτό που θα έκανε κάθε μαρξιστικό κόμμα. Εμφύλιο πόλεμο, χωρίς απόφαση του Πολιτικού Γραφείου, έστω του Πολιτικού Γραφείου που να ‘ναι όλοι μαζί. Εμφύλιο πόλεμο, χωρίς να ξέρει η Κεντρική Επιτροπή ότι γίνεται Εμφύλιος Πόλεμος…»

Βέβαια στο σημείο αυτό ο Ιωαννίδης κάνει μιαν αδέξια όσο και κωμική προσπάθεια να αποσείσει τις ευθύνες του και να τις φορτώσει σε άλλους, κατά την αγαπημένη συνήθεια όλων των κατά καιρούς ηγετών του ΚΚΕ. Γιατί αυτός ήταν εκείνη την εποχή ο ουσιαστικός ηγέτης του ΚΚΕ. Κι αν κάποιος ευθύνεται που ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος «χωρίς να ξέρει η Κεντρική Επιτροπή ότι γίνεται εμφύλιος πόλεμος», ευθύνεται αυτός ο ίδιος. Πέρα όμως απ’ αυτό, τα γεγονότα παραμένουν γεγονότα. Και γεγονός αναμφισβήτητο και ομολογημένο από τα πιο αρμόδια χείλη είναι ότι ο Δεκέμβρης έγινε χωρίς να υπάρχει απόφαση του ΠΓ, χωρίς να ξέρει τίποτα η ΚΕ…

Αφού όμως το ΠΓ και η ΚΕ δεν ήξεραν τίποτα για τον Δεκέμβρη, ποιος πήρε τη μεγάλη απόφαση; Μήπως οι Σιάντος – Ιωαννίδης; Τα γεγονότα και η λογική απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή. Οι ώμοι των Σιάντου – Ιωαννίδη ήταν πολύ αδύναμοι για να σηκώσουν το βάρος παρόμοιας απόφασης. Όταν ο Ιωαννίδης, κατά την ίδια του ομολογία, τα χάνει και καταρρέει σε ένα μορφασμό του Τσερνίτσεφ, είναι αστείο να υποθέσουμε ότι ο ίδιος ο Σιάντος ή και οι δύο μαζί, μπορούσαν να πάρουν την ιστορική απόφαση για τον Δεκέμβρη. Την απόφαση αυτή μπορούσαν να την πάρουν μόνο τα μεγάλα αφεντικά. Και τα μεγάλα αφεντικά ήταν παρόντα, καλυμμένα με τον μανδύα της Σοβιετικής Στρατιωτικής Αποστολής. Οφείλουμε, παραμερίζοντας οποιαδήποτε σκοπιμότητα, ν’ αναγνωρίσουμε την αυταπόδεικτη αλήθεια ότι την απόφαση για τον Δεκέμβρη την πήραν και την επέβαλαν οι Σοβιετικοί. Εκείνο που μένει άγνωστο και δεν θα μάθουμε ποτέ, είναι πως συγκεκριμένα την επέβαλαν. Μ’ ένα μορφασμό, με μια χειρονομία ή, απλώς, κλείνοντας πονηρά το μάτι…

Ο Ιωαννίδης, που σε αρκετές περιπτώσεις είναι λαλίστατος, στο σημείο αυτό «σιωπά αιδημόνως». Στις αναμνήσεις του (σελ. 316) σημειώνει:

«Οπότε ο Ποπώφ, ο Ρώσος, έρχεται στο νοσοκομείο, γιατί εγώ είχα επαφή μ’ αυτόν.

ΠΑΠ.: Στην Αθήνα;

ΙΩΑΝ.: Ναι στην Αθήνα… Έρχεται στο νοσοκομείο και μου λέει: «Τι θα γίνει;».

Του λέω: «Εμείς θα πιαστούμε, θα πιαστούμε οπωσδήποτε…».

Τι είδους μορφασμό έκανε ο Ποπώφ, δεν μας λέει ο Ιωαννίδης. Αφήνει να το φανταστούμε μόνοι μας. Ή, μάλλον, αφήνει να μιλήσουν τα γεγονότα: Ο ματωμένος Δεκέμβρης με τους τάφους και τα ερείπια.

Το ερώτημα που τίθεται πραγματικά δεν είναι ποιος έσπρωξε στον Δεκέμβρη, αλλά γιατί. Γιατί στην κρίσιμη εκείνη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν επίμονες και συστηματικές προσπάθειες κατέβαλλαν οι Γερμανοί να διασπάσουν τη συμμαχική ενότητα -ύστατη ελπίδα τους ν’ αποφύγουν την ολοκληρωτική συντριβή- ώθησαν οι Σοβιετικοί στο Δεκέμβρη; Γιατί αυτή η τρικλοποδιά, ή μάλλον η μαχαιριά στα πλευρά των Βρετανών; Γιατί αυτή η ωμή παραβίαση της μοιρασιάς που πριν δύο μόλις μήνες είχαν κάνει οι Τσόρτσιλ – Στάλιν στη Μόσχα και βάσει της οποίας η Ελλάδα «ώσπερ αγροτεμάχιον» παρεχωρείτο στους Βρετανούς; Από που αντλούσαν αυτό το θάρρος ή μάλλον αυτό το θράσος; Και γιατί οι Άγγλοι ανέχθηκαν αδιαμαρτύρητα αυτή την παρασπονδία;

Το κλειδί για την απάντηση το δίνει, κατά πάσα πιθανότητα, ο Άλμπερτ Σπέερ, υπουργός πολεμικής παραγωγής του Χίτλερ. Σε συνέντευξή του στον Β. Μαθιόπουλο που δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ» της 16ης Σεπτεμβρίου 1976 και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μαθιόπουλου «Η Ελληνική Αντίσταση και οι Σύμμαχοι», σελ. 51-52, ο Σπέερ λέει μεταξύ των άλλων:

«Είμαι αυτήκοος μάρτυς ενός γεγονότος που μας είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το φθινόπωρο του 1944. Θυμάμαι συγκεκριμένα ότι ο στρατηγός Γιόντλ, ο αρχηγός του Γερμανικού Επιτελείου, ήλθε μία μέρα και με βρήκε και μου ανέφερε ότι επήλθε μία συμφωνία σε υψηλό επίπεδο μεταξύ Αγγλίας και Γερμανίας που αφορούσε την Ελλάδα. Η συμφωνία – πρωτοφανής μέχρι τότε και, όπως γνωρίζω, μοναδική σε όλο τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- αφορούσε, όπως τουλάχιστον μου είπε ο Γιόντλ, την εκκένωση απ’ τα γερμανικά στρατεύματα της Ελλάδας χωρίς Βρετανική ενόχληση…

Ο Φον Όβεν, διευθυντής τότε του Υπουργείου Προπαγάνδας, αναφέρει σε βιβλίο του που έγραψε μετά τον πόλεμο, ότι ο Γκαίμπελς είχε μετάσχει ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας αυτής…

Νομίζω ότι η συμφωνία πρέπει να έκλεισε στη Λισαβώνα και το ποιος είχε την πρωτοβουλία πρώτος δεν ξέρω, αλλά πιστεύω ότι δεν έγινε σε διπλωματικό επίπεδο, αλλά πολύ ψηλότερα, ακριβώς για να μην υπάρξουν ακριτομύθιες.

Οι Άγγλοι, βέβαια, δεν το δημοσιεύουν τώρα και αντιλαμβάνομαι το λόγο. Η συμφωνία αυτή που έκαναν με τον Χίτλερ, ήταν βέβαια αντίθετη με τα συμφέροντα των τότε συμμάχων τους, και ως προς το σημείο αυτό διατηρούν τα αρχεία τους απόρρητα…».

Με τα όσα συνταρακτικά αποκαλύπτει ο Σπέερ, επιβεβαιώνει κατά τον πιο έγκυρο τρόπο μία πασίγνωστη αλλ’ ανεξήγητη για τους πολλούς αλήθεια. Τον Οκτώβρη του 1944, οι Άγγλοι άφησαν τους Γερμανούς να φύγουν εντελώς ανενόχλητοι απ’ την Ελλάδα. Κι είναι έγκυρη η μαρτυρία αυτή γιατί απλούστατα δεν είχε κανένα λόγο ο Σπέερ να επινοήσει όλη αυτή την ιστορία.

Σε μία κρίσιμη, λοιπόν, φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ το συμμαχικό αίμα έτρεχε ποτάμι σ’ όλα τα μέτωπα, Ανατολικό και Δυτικό, οι Βρετανοί, πίσω από τις πλάτες των συμμάχων τους, παραβιάζοντας κάθε γραφτό και άγραφο νόμο, προήλθαν σε μυστική συμφωνία με τους Γερμανούς. Δείγμα κραυγαλέο της ανενδοίαστης ηθικής των μεγάλων δυνάμεων στην επίτευξη των σκοπών τους.

Ήταν μία πρώτης γραμμής παρασπονδία που μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί το «σιωπηλό προανάκρουσμα», η «μυστική εισαγωγή» στον ψυχρό πόλεμο που έμελλε να ακολουθήσει αμέσως μετά τον τερματισμό του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Με αυτή την «επί υψηλού επιπέδου» μυστική συμφωνία, οι Άγγλοι σκόπευαν προφανώς σε δύο στόχους. Πρώτος και κυριότερος: Οι γερμανικές μεραρχίες που στάθμευαν στην Ελλάδα να κινηθούν όσο γινόταν πιο σύντομα βορειότερα. Πάνοπλες και αξιόμαχες να προστεθούν στις γερμανικές δυνάμεις που μάχονταν απεγνωσμένα για να επιβραδύνουν την ακάθεκτη προέλαση του σοβιετικού στρατού στα Βαλκάνια και στην Κεντρική Ευρώπη. Ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, η ώρα της μοιρασιάς έφτανε και Άγγλοι και Ρώσοι ήξεραν πολύ καλά το «μακάριοι οι κατέχοντες»…

Δεύτερος στόχος, εξ ίσου σημαντικός για τους Βρετανούς, να μην εγκλωβιστούν και να μην αιχμαλωτιστούν αξιόλογες γερμανικές δυνάμεις στον ελληνικό χώρο, πράγμα που αναπόφευκτα θα σήμαινε εφοδιασμό του ΕΛΑΣ με σύγχρονο βαρύ οπλισμό, τανκς, κανόνια κ.λπ. Έφτανε η στιγμή να ξεκαθαρίσουν οι λογαριασμοί με το ΚΚΕ. Οι Άγγλοι δεν είχαν αυταπάτες, θεωρούσαν τη σύγκρουση αναπόφευκτη. Στις 7 Νοεμβρίου, ο Τσόρτσιλ έγραφε στον υπουργό του των Εξωτερικών:

«Περιμένω οπωσδήποτε μία σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να την αποφύγουμε υπό την προϋπόθεση ότι θα διαλέξουμε καλά την περιοχή μας…». (Β’ Παγκ. Πόλ. Τ. 4, σελ. 570-571).

Κι αφού η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, έπρεπε πάση θυσία να αποτραπεί ο εξοπλισμός του ΕΛΑΣ με βαρύ οπλισμό. Κι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με την ανενόχλητη αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα…

Τώρα πια ο πίνακας καθαρίζει, η εικόνα δείχνει ολοκάθαρη. Ο Δεκέμβρης ήταν η ρωσική απάντηση στη βρετανική κίνηση που είχε προηγηθεί. Το μυστικό της νόημα ήταν: Κάνατε πίσω από τις πλάτες μας μία συμφωνία με τους Γερμανούς. Απαντούμε με τον Δεκέμβρη…

Φυσικά οι Σοβιετικοί με τον Δεκέμβρη δεν έδιναν απλώς μία «θεωρητική» απάντηση. Είχαν δύο πολύ ρεαλιστικούς και συγκεκριμένους στόχους. Πρώτον να καθηλώσουν στην Ελλάδα όσο το δυνατόν περισσότερες βρετανικές δυνάμεις, οι οποίες, στον αγώνα δρόμου που διεξαγόταν εκείνη την στιγμή ανάμεσα στις συμμαχικές στρατιές, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επωφελέστερα σε άλλα μέτωπα. Και, δεύτερον, να «εγγράψουν μία υποθήκη» για το μέλλον. Να εξασφαλίσουν ένα άλλοθι για τις μελλοντικές επεμβάσεις τους στις χώρες της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Θα μπορούσαν στο μέλλον να πουν: Αφού οι Βρετανοί επεμβαίνουν σε μία σύμμαχο χώρα και επιβάλλουν τη θέλησή τους με τη δύναμη των όπλων, γιατί δεν έχουμε το δικαίωμα να κάνουμε κι εμείς το ίδιο; Στις μελλοντικές κατηγορίες για επεμβάσεις θα απαντούσαν απλώς: Θυμηθείτε το Δεκέμβρη…

Δεν ήταν λοιπόν ο Δεκέμβρης η «ηρωική αντίσταση του λαού στην ωμή επέμβαση του αγγλικού ιμπεριαλισμού», όπως υποστηρίζει το ΚΚΕ. Ούτε όμως και «βίαιη απόπειρα προς κατάληψη της εξουσίας», όπως υποστηρίζει η Δεξιά. Ήταν απλώς μία εσκεμμένη πρόκληση των Σοβιετικών, στα πλαίσια της ασίγαστης και υπόγειας -την εποχή εκείνη- διαμάχης τους με τους Βρετανούς. Και οι Βρετανοί αποδέχτηκαν την πρόκληση. Δεν είχαν άλλωστε άλλη επιλογή. Δεν έσυραν αλλά σύρθηκαν στο Δεκέμβρη οι Βρετανοί. Είχαν πληρώσει βαρύ τίμημα στη Μόσχα για να κρατήσουν την Ελλάδα και εννοούσαν να την κρατήσουν. Είναι πασίγνωστη η συμφωνία της Μόσχας τον Οκτώβρη του 44. Την παραθέτω όπως ακριβώς την περιγράφει με ωμότητα και ειλικρίνεια ο Τσόρτσιλ στα Απομνημονεύματά του:

Δήλωσα: Ας τακτοποιήσουμε τις υποθέσεις μας στα Βαλκάνια. Τα στρατεύματά σας βρίσκονται στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία. Έχουμε στις χώρες αυτές συμφέροντα, αποστολές, πράκτορες. Ας αποφύγουμε να συγκρουσθούμε επί θεμάτων που δεν αξίζουν τον κόπο. Ως προς ό,τι αφορά την Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία, τι θα λέγατε για μια υπεροχή κατά 90% υπέρ ημών στην Ελλάδα και για μία ισοτιμία 50% στη Γιουγκοσλαβία; Ενώ μετέφραζαν όσα είπα, έγραψα σε μία κόλλα χαρτί:

ΡΟΥΜΑΝΙΑ:

ΡΩΣΙΑ

90%

ΟΙ ΑΛΛΟΙ

10%

ΕΛΛΑΣ:

ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ (Με τη συμφωνία των ΗΠΑ)

90%

ΟΙ ΑΛΛΟΙ

10%

ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ

50%

ΟΥΓΓΑΡΙΑ

50%

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ:

ΡΩΣΙΑ

75%

ΟΙ ΑΛΛΟΙ

25%

Έσπρωξα το χαρτί μπρος στο Στάλιν, που είχε ήδη ακούσει την μετάφραση. Επεκράτησε μία μικρή σιγή και κατόπιν πήρε ένα μπλε μολύβι, έκαμε στο χαρτί χονδρό σήμα συμφωνίας και κατόπιν το επέστρεψε. Το όλο θέμα τακτοποιήθηκε σε λιγότερο χρόνο από ό,τι χρειάζεται κανείς για να γράψει τα παραπάνω. Επεκράτησε κατόπιν μία μακρά σιγή. Το χαρτί με το μπλε σήμα έμενε στο κέντρο του τραπεζιού. Τελικώς είπα: Δεν θα βρουν λίγο κυνικό να φαινόμαστε ότι ρυθμίζουμε κατά τρόπο πρόχειρο αυτά τα προβλήματα, από τα οποία εξαρτάται η τύχη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων; Ας το κάψουμε αυτό το χαρτί. Όχι, κρατήστε το, είπε ο Στάλιν. (Τσόρτσιλ « Απομνημονεύματα». Τ. 6, σελ. 202-203).

Και στις 7 Νοεμβρίου 44, γράφοντας στον Ήντεν, ανάμεσα στα άλλα ο Τσόρτσιλ τονίζει:

«Επειδή είναι γνωστό το υψηλό τίμημα που πληρώσαμε για να επιτύχουμε από τη Ρωσία ελευθερία δράσεως στην Ελλάδα, δεν θα έπρεπε να διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε τα βρετανικά στρατεύματα για να υποστηρίξουμε την ελληνική βασιλική κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου…». (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, τ. Α, σελ. 570).

Και πράγματι, δεν δίστασαν. Είχαν πληρώσει ακριβά και δεν είχαν περιθώρια για δισταγμούς. Και στην πραγματικότητα πλήρωσαν δύο φορές: Μία στη Μόσχα τον Οκτώβρη και μία στην Αθήνα τον Δεκέμβρη. Κι όχι μόνο με αίμα και πολεμικά μέσα.

Ας μην ξεχνάμε τις θυελλώδεις συζητήσεις στο αγγλικό Κοινοβούλιο τις μέρες του Δεκέμβρη και τις σφοδρές επικρίσεις που δέχτηκε ο Τσόρτσιλ, όχι μόνο από τους Άγγλους Εργατικούς αλλά και διεθνώς. Κι ίσως να μην είναι εντελώς άσχετος ο Δεκέμβρης με την εκλογική συντριβή του Τσόρτσιλ και των Συντηρητικών στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στη Μ. Βρετανία, τον Ιούλιο του 1945. Πικρό ποτήρι για τους Άγγλους ήταν ο Δεκέμβρης. Θα θελαν να το αποφύγουν. Δεν μπόρεσαν. Η ευθύνη δεν βαρύνει τους ίδιους. Βαρύνει πρωταρχικά αυτούς που τους το πρόσφεραν και τους υποχρέωσαν να το πιουν.

Και τα κείμενα; θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. Τα μηνύματα Τσόρτσιλ προς Λήπερ και Σκόμπυ; Δεν είναι αποκαλυπτικά;

Υπάρχουν, πράγματι, τα κείμενα αυτά και είναι εύγλωττα με τη σαφήνεια και την ωμότητα που τα διακρίνουν. Παραθέτω δύο από τα πιο χαρακτηριστικά. Ένα προς Λήπερ στις 5 Δεκεμβρίου 1944:

«… Πρέπει να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, αν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μη τον πλησιάσει κανείς…».

Και το άλλο προς Σκόμπυ:

«Μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον οποιουδήποτε ενόπλου που θα προσπαθήσει να αψηφήσει τη Βρετανική εξουσία στην Αθήνα ή την ελληνική εξουσία για λογαριασμό της οποίας ενεργούμε. Το καλύτερο θα ήταν βέβαια τις διαταγές σας να συνυπογράψει κάποια ελληνική κυβέρνηση και ο Λήπερ θα ζητήσει από τον Παπανδρέου να παραμείνει στη θέση του για να σας βοηθήσει. Μη διστάζετε όμως να ενεργείτε σαν να ευρίσκεσθε σε μία κατεχόμενη πόλη όπου θα ξεσπούσε μία τοπική εξέγερση…».

Αλλά αν αποδεικνύουν κάτι τα κείμενα αυτά είναι ακριβώς η Βρετανική αποφασιστικότητα, που δεν σταματάει μπροστά σε τίποτα και δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα. Ας το ξαναπούμε. Είχαν πληρώσει ακριβά για την Ελλάδα. Ήταν αποφασισμένοι να κρατήσουν με κάθε τρόπο αυτό που τόσο ακριβά είχαν πληρώσει…

Και οι Σοβιετικοί; Ποια ήταν η στάση των Σοβιετικών τον Δεκέμβρη;

Ο Στεττίνιους, ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών την περίοδο εκείνη, στο βιβλίο του «Η Γιάλτα, ο Ρούσβελτ και οι Ρώσοι», γράφει στη σελ. 217:

«Η Διάσκεψη της Γιάλτας αρχίζει ενώ τα όπλα μόλις έχουν σωπάσει στην Αθήνα. Στη συνάντηση της 8ης Φεβρουαρίου ο Στάλιν δηλώνει στους άλλους πολιτικούς ότι «θα ήθελε να ρωτήσει… τι συμβαίνει στην Ελλάδα». Εξηγεί αμέσως όμως ότι «δεν έχει πρόθεση να κρίνει τους Βρετανούς στην Ελλάδα αλλά ήθελε μάλλον να πληροφορηθεί». Ο Τσόρτσιλ απαντά πως ελπίζει ότι γρήγορα θα εγκαθιδρυθεί η ειρήνη και προσθέτει πως η Βρετανική κυβέρνηση είναι εξαιρετικά υποχρεωμένη στον στρατάρχη Στάλιν που «δεν έδειξε υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον για τις ελληνικές υποθέσεις». Ο Στάλιν επαναλαμβάνει πως δεν έχει πρόθεση να κριτικάρει την Βρετανική δράση στην Ελλάδα, ούτε να παρέμβει σε αυτή τη χώρα. Την άλλη μέρα, όταν ο Τσόρτσιλ προσκαλεί επίσημα τον Στάλιν να στείλει ένα Σοβιετικό παρατηρητή στην Ελλάδα, ο Στάλιν απαντά σαρκαστικά πως αυτό του φαίνεται επικίνδυνο, δεδομένου ότι ο Τσόρτσιλ δεν επέτρεπε σε κανέναν άλλον να μπει στην Ελλάδα, παρά μόνο στις βρεταννικές δυνάμεις. Προσθέτει όμως αμέσως, σε σοβαρό τόνο, πως έχει «πλήρη εμπιστοσύνη» στη Βρετανική πολιτική στην Ελλάδα».»

Μνημείο υποκρισίας και κυνισμού αποτελούν αυτά που λέει ο Στάλιν. Δεν έχει ιδέα για «το φόνο», και «θα ήθελε να ρωτήσει τι συμβαίνει στην Ελλάδα». Κι ενώ έγινε, υποτίθεται, μία ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση σε βάρος ενός συμμάχου λαού και το αίμα των Ελλήνων αγωνιστών έτρεξε ποτάμι στην Αθήνα, ο Στάλιν δηλώνει πως έχει «πλήρη εμπιστοσύνη στη Βρετανική πολιτική στην Ελλάδα»… Θα μπορούσε βέβαια να αντιτείνει κανείς πως δεν πρέπει να παίρνουμε τοις μετρητοίς όσα γράφει ένας Αμερικανός υπουργός. Θα μπορούσε, αν … αν δεν υπήρχαν τα καταραμένα τα γεγονότα. Τα γεγονότα που επικυρώνουν «του λόγου το αληθές». Και είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως σε όλη τη διάρκεια του Δεκέμβρη οι Σοβιετικοί δεν έβγαλαν τσιμουδιά. Ούτε μία απλή διαμαρτυρία, ούτε ένα σχόλιο. Οι σοβιετικές εφημερίδες δεν έγραψαν λέξη για το Δεκέμβρη. Για τους Σοβιετικούς ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ Δεκέμβρης.

Το σημειώνω με κεφαλαία γιατί αυτό και μόνο αποτελεί συντριπτική απάντηση στην διατυπούμενη άποψη ότι οι Σοβιετικοί δεν αντέδρασαν τον Δεκέμβρη για να μη διασπαστεί η αντιχιτλερική συμμαχία, για να ολοκληρωθεί η συντριβή του φασιστικού Άξονα. Ωραία, λοιπόν, δεν μπορούσαν να επέμβουν οι Σοβιετικοί γιατί κινδύνευε η αντιφασιστική συμμαχία. Δεν μπορούσαν όμως να πουν μία λέξη, δεν μπορούσαν να στείλουν μία απλή διαμαρτυρία για τη βάναυση αυτή καταπάτηση των αρχών για την κατίσχυση ακριβώς των οποίων έχυναν το αίμα τους οι λαοί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Δεν μπορούσαν να πιέσουν στο πολιτικό και διπλωματικό πεδίο;

Δεν έκαναν τίποτα. Και αντί για οποιαδήποτε συμπαράσταση, για οποιαδήποτε βοήθεια, κι ενώ συνεχίζονται οι μάχες στην Αθήνα, η Σ. Ένωση, στις 30 Δεκεμβρίου, αναγγέλλει την αποστολή πρεσβευτή στην κυβέρνηση Παπανδρέου…

Τα γεγονότα μιλούν με τη δική τους αδυσώπητη λογική. Η σοβιετική σιωπή το Δεκέμβρη δεν ήταν ένδειξη αδυναμίας. Ήταν και παραμένει ακλόνητη απόδειξη ενοχής. Κι αν οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν τον Δεκέμβρη γιατί δημιουργούσε κινδύνους για τη συμμαχική ενότητα, θα μπορούσαν κάλλιστα να τον σταματήσουν οποιαδήποτε στιγμή. Αρκεί να κουνούσε λίγο το δαχτυλάκι του ο Στάλιν. Ή μήπως θα είχαν αντιρρήσεις οι Σιάντος – Ιωαννίδης;…

Η άποψη ότι οι Σοβιετικοί υπέκυψαν στον βρετανικό εκβιασμό και δεν αντέδρασαν τον Δεκέμβρη για να μη διασπαστεί η συμμαχική ενότητα, είναι αβάσιμη και για τον απλό λόγο ότι οι Βρετανοί δεν ήταν σε θέση να ασκήσουν κανέναν εκβιασμό. Αν μπορούσαν, δεν θα άφηναν τον Στάλιν να καταβροχθίσει την Πολωνία και μαζί ολόκληρη την Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Τον άφησαν γιατί απλούστατα δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά…

Και το τηλεγράφημα; Τι μπορούμε να πούμε όταν υπάρχει το περίφημο τηλεγράφημα του Δημητρώφ που προσδιορίζει, υποτίθεται, χωρίς ν’ αφήνει περιθώρια παρερμηνειών, τη σοβιετική στάση στα Δεκεμβριανά;

Είναι γνωστό το τηλεγράφημα Δημητρώφ, αξίζει όμως να το ξαναδούμε. Παραθέτω ό,τι ακριβώς αναγράφεται σχετικά στα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ», σελ. 324-326:

«… Κατά την διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη η ηγεσία του ΚΚΕ είχε τακτική επαφή με τις ηγεσίες του Κομμουνιστικού Κόμματος Βουλγαρίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας και έμμεσα, μέσω του Γκιώργκη Δημητρώφ, που σε όλο αυτό το διάστημα βρισκόταν στη Μόσχα, με την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ με τηλεγραφήματά του (βλ. κείμενα υπ’ αριθμόν 715, 718, 721, 725, 730, 732, 733, 734, 744, 747, 748, 749, 750 και 751 αυτού του τόμου) ενημέρωνε τα παραπάνω αδελφά κόμματα για τις εξελίξεις των γεγονότων στην Ελλάδα και τις πιο άμεσες ανάγκες του κινήματος. Επί πλέον, κατά την διάρκεια του Δεκέμβρη 1944, είχαν σταλεί στις ηγεσίες των παραπάνω κομμάτων αντιπροσωπείες της ηγεσίας του ΚΚΕ για άμεση επαφή και συζήτηση της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί και των σχετικών προβλημάτων.

»Στις 20 Δεκέμβρη 1944 ο Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ Βουλγαρίας Τράικο Κοστώφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Σπυριδόνωφ», διαβίβασε στον Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚ Γιώργη Σιάντο τηλεγράφημα του Γκ. Δημητρώφ που χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «Παππούς» από την Μόσχα, στο οποίο διατυπώνονται οι γνώμες του για το τι θα ήταν καλύτερο να κάνει το ΚΚΕ στην τότε κατάσταση. Διαβιβάζοντας αυτό το τηλεγράφημα ο Τρ. Κοστώφ διατυπώνει ταυτόχρονα και την σχετική γνώμη της ΚΕ του ΚΚ Βουλγαρίας.

»Το τηλεγράφημα του «Παππού» (Γκ. Δημητρώφ) και του «Σπυριδόνωφ» (Τρ. Κοστώφ), με ημερομηνία 19 Δεκέμβρη 1944, ώρα 8.00, ελήφθη στις 20 του Δεκέμβρη 1944 από τον Λεωνίδα Στρίγκο, μέλος του Π.Γ. της ΚΕ και Γραμματέα της Επιτροπής Περιοχής Μακεδονίας – Θράκης του ΚΚΕ που κρατούσε αυτή την επαφή. Είχε όμως γίνει κάποιο λάθος στον κώδικα και δεν κατορθώθηκε η αποκρυπτογράφηση του τηλεγραφήματος αυτού. Γι’ αυτό, ο Λ. Στρίγκος (Λεωνίδας) το ξαναζήτησε. Η εκ νέου μετάδοση και λήψη του τηλεγραφήματος έγινε στις 15 του Γενάρη του 1945, οπότε και αποκρυπτογραφήθηκε αμέσως και στάλθηκε στο Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ.

»Σε συνέχεια παραθέτουμε αυτό το τηλεγράφημα.

»Από Μακεδονίαν Π.Γ.

»Σας μεταδίδουμε τηλ/μα που στάλθηκε από … στοπ. Αρχίζει στοπ.

»Ο Παππούς νομίζει ότι με την σημερινή διεθνή κατάσταση, η ένοπλη ενίσχυση προς τους Έλληνες συντρόφους απ’ έξω γενικά αδύνατη. Βοήθεια από μέρους της Βουλγαρίας ή Γιουγκοσλαβίας η οποία να τους δέσμευε με το μέρος του ΕΛΑΣ εναντίον ένοπλων αγγλικών δυνάμεων, σήμερα λίγο θα βοηθήσει τους Έλληνες συντρόφους ενώ πάρα πολύ θα μπορούσε να βλάψει την Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία. Όλα αυτά πρέπει να τα υπολογίζουν οι φίλοι μας οι Έλληνες.

»Έλληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω βήματά τους, ξεκινώντας από αυτή ακριβώς την κατάσταση, όχι ευνοϊκή γι’ αυτούς. Δεν πρέπει να τραβήξουν σχοινί, αλλά να δείξουν εξαιρετική ευλυγισία και ικανότητα χειρισμών για να διατηρήσουν όσο το δυνατόν τις δυνάμεις τους και να περιμένουν ευνοϊκώτερη στιγμή για πραγματοποίηση δημοκρατικού τους προγράμματος. Για ελληνικό κόμμα, το σπουδαιότερο είναι να μην επιτρέψει να απομονωθεί από μάζες ελληνικού λαού και από δημοκρατικές ομάδες που ανήκουν στο ΕΑΜ.

»Γιατί ΕΑΜ, ΓΣΕΕ και χωριστές προσωπικότητες ηγέτες δεν απευθύνονται επίσημα στα Συνδικάτα και κοινή γνώμη εξωτερικού για να διαφωτίσουν για σκοπούς και χαρακτήρα πάλης τους, για να ξεσκεπάσουν ελληνική αντιδραστική κλίκα και τους καλέσουν ενίσχυσή τους; Αυτό θα ‘πρεπε να κάνουν με όλους τους δυνατούς τρόπους και μέσα ακατάπαυστα στοπ. Πρωτότυπο στείλαμε με σύνδεσμο στοπ. 15 Γενάρη.

Λεωνίδας»

Αυτό είναι το τηλεγράφημα, μπρος στο οποίο με αμηχανία στέκονται σοβαροί και αξιόλογοι κατά τα άλλα ερευνητές. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει εδώ κανένα αίνιγμα. Διότι οι ηγέτες του ΚΚΕ δεν περίμεναν το τηλεγράφημα Δημητρώφ για να λάβουν εντολές και κατευθύνσεις από τη Μόσχα. Οι απεσταλμένοι του Κρεμλίνου ήταν παρόντες, καλυμμένοι με τον μανδύα της Σοβιετικής Στρατιωτικής Αποστολής. Και είχαν ασυρματιστή τον μετέπειτα γνωστό από την υπόθεση των ασυρμάτων Βαβούδη, που τους εξασφάλιζε άμεση και συνεχή επαφή με το Κέντρο.

Γιατί, λοιπόν, στάλθηκε το τηλεγράφημα αυτό; Δύο είναι οι πιθανές εκδοχές:

Ή ο Δημητρώφ το έστειλε αγνοώντας το παρασκήνιο και το σκοτεινό παιχνίδι που έπαιζε το Κρεμλίνο στην Αθήνα το Δεκέμβρη. Και φυσικά οι εδώ απεσταλμένοι του Στάλιν το κατακράτησαν ως «ανεπίκαιρο» και το εμφάνισαν όταν έκριναν πως ήρθε η στιγμή να εμφανιστεί.

Ή -και το θεωρώ εξίσου πιθανό- το τηλεγράφημα Δημητρώφ δεν είχε παραλήπτες τους Σιάντο – Ιωαννίδη αλλά την ιστορία… Ο μελλοντικός ιστορικός, ελλείψει άλλων στοιχείων, θα σκόνταφτε αναγκαστικά στο τηλεγράφημα Δημητρώφ και θα έβγαζε το αναπόφευκτο συμπέρασμα: Οι Σοβιετικοί συμβούλευαν διαλλακτικότητα, οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν τον Δεκέμβρη, οι Σοβιετικοί δεν αναμίχθηκαν στον Δεκέμβρη… Έτσι εξηγείται και γιατί το τηλεγράφημα του Δημητρώφ είναι το μοναδικό που είδε το φως της δημοσιότητας. Αλλά είναι αυτονόητο ότι, αφού υπήρχε καθημερινή επικοινωνία με τον ασύρματο, θα είχαν αποσταλεί και άλλα τηλεγραφήματα. Γιατί δεν δημοσιεύονται;

Ο Κ. Δεσποτόπουλος, προσωπικός σύμβουλος του Σιάντου, βεβαιώνει (βλ. Φ. Οικονομίδη, «Οι Προστάτες», σελ. 388) ότι στις 13-14 Δεκέμβρη 1944 ο Σιάντος του έδειξε ένα τηλεγράφημα του Δημητρώφ, στο οποίο αναγράφονταν επί λέξει: «Παππούς, επαναλαμβάνουμε, Παππούς συμβουλεύει συνεχίσετε αντίσταση. Κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν προς βοήθειά σας».

Περισσότερα, όμως, από όσα λέει το ίδιο το τηλεγράφημα και πολύ πιο αποκαλυπτικά, λένε οι ημερομηνίες:

Το τηλεγράφημα στέλνεται στις 19 Δεκεμβρίου, όταν οι μάχες μαίνονται στους δρόμους της Αθήνας. Γιατί δεν στέλνεται πριν ή στις αρχές του Δεκέμβρη; Τόσο ασήμαντη υπόθεση ήταν η ένοπλη σύγκρουση με τους Άγγλους τις κρίσιμες εκείνες μέρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου;

Αλλά έστω, το στέλνουν καθυστερημένα. Και έστω, γίνεται «λάθος» στον κώδικα και γυρίζει πίσω. Γιατί δεν το ξαναστέλνουν την άλλη μέρα αφού, όπως προκύπτει κι απ’ τα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ», είχαν καθημερινή επικοινωνία με τον ασύρματο; Γιατί το στέλνουν ύστερα από 26 μέρες, στις 15 Γενάρη 1945, όταν πια οι μάχες έχουν τελειώσει κι ο ΕΛΑΣ έχει εγκαταλείψει την Αθήνα; Με τη χελώνα το ‘στειλαν; Πρόκειται για φαιδρότητες. Η αλήθεια είναι καθαρή. Στο «διεθνές ζατρίκιον» που παίχτηκε πάνω στην πλάτη του ελληνικού λαού, οι Σοβιετικοί με τον Δεκέμβρη έκαναν απλώς μία κίνηση τακτικής. Ήταν μία «περιορισμένη βαριάντα», που δεν απέβλεπε στην ανατροπή των συμφωνιών της Μόσχας και στη βίαιη υπαγωγή της Ελλάδας στο σοβιετικό μπλοκ.

Και έτσι εξηγούνται όλα.

Έτσι εξηγείται γιατί το κύριο βάρος του Δεκέμβρη το σήκωσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ. Σ’ έναν αγώνα ζωής και θανάτου είναι αυτονόητο ότι θα ρίξεις στη μάχη τις δυνάμεις που χρειάζονται για να νικήσεις. Αυτό λέει η στοιχειώδης λογική κι αυτό θα ‘κανε κι ένας λοχίας. Και όμως οι Σιάντος – Ιωαννίδης έστειλαν τις πιο εμπειροπόλεμες και τις καλύτερα οπλισμένες δυνάμεις του ΕΛΑΣ να κυνηγούν τον Ζέρβα στα κατσάβραχα της Ηπείρου κι άφησαν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ να τα βγάλει πέρα μόνος του στην Αθήνα με τις αγγλικές μεραρχίες. Δεν ήταν ηλίθιοι οι άνθρωποι. Απλώς εκτελούσαν εντολές.

Έτσι εξηγείται γιατί η σύγκρουση περιορίστηκε μόνο στην Αθήνα, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα οι αγγλικές δυνάμεις έμειναν ανενόχλητες. Θα ήταν ευκολότατο π.χ. για τον ΕΛΑΣ Μακεδονίας να αφοπλίσει την αγγλική φρουρά Θεσσαλονίκης και να εφοδιαστεί με πολύτιμο πολεμικό υλικό. Και όμως, δεν έγινε αυτό που η στοιχειώδης λογική επέβαλλε να γίνει.

Ο Μάρκος Βαφειάδης βεβαιώνει πως ζήτησε την άδεια να χτυπήσει τους Άγγλους στη Θεσσαλονίκη άλλα οι Σιάντος – Ιωαννίδης δεν το επέτρεψαν. Γιατί; Και μόνο στο τέλος, στις 30 Δεκεμβρίου 1944, έξι μέρες πριν ο ΕΛΑΣ εγκαταλείψει την Αθήνα, ο Σιάντος στέλνει τα παρακάτω σήματα που περιλαμβάνονται στα «Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ» (σελ. 316-317):

740

ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ Λεωνίδα (Στρίγκον) Έχει μεγάλην σημασίαν χτυπηθούν Άγγλοι Θεσσαλονίκης. Παρακαλούμε μελετήσατε επειγόντως επιχείρησιν και πληροφορήστε μας υπάρχουσαν δυνατότητα.

30-12-44

Γέρος

(Γιώργης Σιάντος)

* * *

741

ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ

Κώσταν (Μπλάναν)

δια Παπασταματιάδη (Νίκον)

Διοικητήν ΕΛΑΣ Πελοποννήσου

Πελοπόννησον

Κτύπημα Άγγλων Πάτρας έχει μεγάλην σημασίαν. Παρακαλούμε μελετήσατε και γνωρίσατε μας επειγόντως δυνατότητα επιχειρήσεως ταύτης.

30-12-1944 Γέρος

(Γιώργης Σιάντος)

Στις 30 Δεκεμβρίου όλα σχεδόν έχουν τελειώσει. Και πάλι όμως ο Σιάντος δεν λέει «χτυπήστε». Απλώς, «μελετήσατε επειγόντως επιχείρησιν και πληροφορήσατέ μας υπάρχουσας δυνατότητας»!

Είναι φανερό ότι και τα τηλεγραφήματα αυτά δεν απευθύνονται στους Μπλάνα και Στρίγκο, αλλά στην Ιστορία…

Έτσι εξηγείται, ίσως, και η «ανεξήγητη» περικύκλωση και ο αφοπλισμός του 2ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ από τους Άγγλους, χωρίς να πέσει ντουφεκιά, χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Κι όμως, ήταν ένα από τα καλύτερα Συντάγματα του ΕΛΑΣ κι έμπαινε στην Αθήνα για να πάρει μέρος στις μάχες…

Έτσι εξηγείται και γιατί δεν χρειάστηκε να αποφασίσει το Π.Γ. ή η Κ.Ε. για το Δεκέμβρη και γιατί ο Σιάντος αντιμετώπιζε τον Μπαρτζώτα και τη Χρύσα σαν «περαστικούς».

Έτσι εξηγείται και η αδιαλλαξία του Σιάντου στη σύσκεψη με τον Τσόρτσιλ και τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς τα Χριστούγεννα του 1944.

Ας θυμηθούμε τα γεγονότα. Ανήμερα τα Χριστούγεννα του ’44 φτάνουν στην Αθήνα ο Τσόρτσιλ και οι στενοί επιτελείς του. Πιεζόμενος από τη βρετανική και την παγκόσμια κοινή γνώμη ο Τσόρτσιλ κάνει μία προσπάθεια να σταματήσει η αιματοχυσία στην Αθήνα. Καλεί σε σύσκεψη όλους τους πολιτικούς αρχηγούς. Είναι μία μοναδική και έσχατη ευκαιρία για το ΚΚΕ να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, να βγει από το αδιέξοδο. Η μάχη της Αθήνας ουσιαστικά έχει κριθεί, σε δέκα μέρες θα γίνει η άτακτη υποχώρηση. Κι όμως, ο Σιάντος εμφανίζεται προκλητικός και αδιάλλακτος. Μιλώντας ως από θέση ισχύος, επαναλαμβάνει στη σύσκεψη όλες τις θέσεις κι όλες τις παλιές αξιώσεις του ΚΚΕ. Και επί πλέον ακόμα μία: Στή νέα κυβέρνηση που θα σχηματιστεί, το ΚΚΕ να πάρει τα μισά υπουργεία συν ένα!

Και βέβαια η σύσκεψη ναυαγεί. Ακόμα δέκα μέρες το αίμα τρέχει άσκοπα στους δρόμους της Αθήνας. Και μετά η άτακτη φυγή…

Έτσι αποκτούν και το πραγματικό τους νόημα τα όσα αναγράφονται σχετικά στο βιβλίο του Γ. Παπανδρέου «Η απελευθέρωση της Ελλάδος». Στη σελ. 211 διαβάζουμε:

«Το απόγευμα της Πέμπτης, 30 Νοεμβρίου 1944, ο υπουργός των Οικονομικών Αλ. Σβώλος επεσκέφθη εις την οικίαν του τον πρόεδρον της Κυβερνήσεως Γ. Παπανδρέου. Η συνομιλία υπήρξε μακρά και διεξήχθη υπό το κράτος βαθείας συγκινήσεως ενώπιον της επερχόμενης τραγικής εσωτερικής κρίσεως. Ο Αλ. Σβώλος εξεμυστηρεύθη την εντύπωσίν του, ότι η μεταβολή της αποφάσεως του Κ.Κ. υπήρξεν απότομος και οφείλεται εις εξωτερικάς υποδείξεις. Και προσέθεσεν ότι δεν δύναται να ασκήση επ’ αυτού καμμίαν αποφασιστικήν επιρροήν…».

«Οφείλεται εις εξωτερικός υποδείξεις»…

Μέσα στις λίγες αυτές λέξεις κρύβεται όλη η αλήθεια για την τραγωδία του Δεκέμβρη.

Σημείωση του συγγραφέα: Στο σημείο αυτό κλείνει το κεφάλαιο για το ΔΕΚΕΜΒΡΗ. Πολλά γράφτηκαν και ειπώθηκαν έκτοτε. Ειδικό επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα τον ΔΕΚΕΜΒΡΗ πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1995. Για την πληρέστερη ενημέρωση του αναγνώστη θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω εδώ και το υπό τον τίτλο «ΚΑΙ ΠΑΛΙ Ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ» κεφάλαιο του βιβλίου μου «ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» που εκδόθηκε στα τέλη του 1998 από τις εκδόσεις «ΠΑΠΑΖΗΣΗ».

* * *

Αυτά έγραφα εδώ και δέκα χρόνια για τον Δεκέμβρη και αυτά θα μπορούσα να επαναλάβω και σήμερα χωρίς ν’ αλλάξω ούτε λέξη, προσθέτοντας απλώς τα σημαντικότατα νέα στοιχεία που προσκομίζουν οι Θεοδωράκης – Οικονομίδης.

Ο Μ. Θεοδωράκης, νεαρός τότε Ελασίτης, πολέμησε και τραυματίστηκε στα Δεκεμβριανά. Και αναφέρεται στο κρίσιμο ερώτημα γιατί οι Σιάντος – Ιωαννίδης αντί να κηρύξουν πανστρατιά και να φέρουν στην Αθήνα -όπου υποτίθεται δινόταν η κρίσιμη και αποφασιστική για τη μοίρα αυτού του τόπου μάχη- έστειλαν όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του ΕΛΑΣ να κυνηγούν το Ζέρβα στα κατσάβραχα της Ηπείρου, αφήνοντας τον εφεδρικό ΕΛΑΣ να τα βγάλει πέρα μόνος του με τα τανκς και τα κανόνια του Σκόμπυ.

Σε μία μάχη στο Κατσιπόδι, Χριστούγεννα του 44, δίπλα στον 1ο λόχο του Μ. Θεοδωράκη πολεμούσε και μία διμοιρία του μονίμου ΕΛΑΣ από το Μεσολόγγι με διοικητή το δάσκαλο Μαργαρίτη. Και ξαφνικά, πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή, η διμοιρία του Μαργαρίτη εγκαταλείπει απροσδόκητα τις θέσεις της, αφήνοντας ακάλυπτο το λόχο του Θεοδωράκη, με αποτέλεσμα να υποστεί πανωλεθρία. Από τους 120 μαχητές του 1ου λόχου έμειναν μόνο τρεις!

Στους «Δρόμους του Αρχάγγελου», στον Α’ τόμο και στη σελ. 214, ο Μ. Θεοδωράκης γράφει συγκεκριμένα:

«Φτάσαμε κακήν-κακώς εκεί που τώρα είναι η Δάφνη και μεις το λέγαμε Κατσιπόδι. Και τι να δουμε! Όλη τη διμοιρία του μόνιμου ΕΛΑΣ πάνω σε καμιόνια, μαζί και τα μυδράλια. Ο Μαργαρίτης που μας γνώρισε, πήδησε και ήρθε κοντά μας και μας είπε αυτά τα καταπληκτικά λόγια που σφραγίζουν όλη την τραγωδία του Δεκέμβρη: «Συγνώμη συναγωνιστές. Όμως φαίνεται ότι ο ΕΛΑΣ δεν έχει δικαίωμα να μάχεται στην Αθήνα. Δηλαδή εμείς του μονίμου. Στη μέση της μάχης ήρθε διαταγή να φύγουμε…». «Και γιατί δεν μας ειδοποιήσατε;» «Δεν προλαβαίναμε». «Ξέρεις πόσοι σωθήκαμε;» «Πόσοι;» «Εμείς οι τρεις»».

Και στο Β’ τόμο, σελ. 232, ο Μ. Θεοδωράκης περιγράφει ως εξής μία σκηνή στη Μακρόνησο:

«Το ίδιο εκείνο απόγευμα ήρθε στη σκηνή μας ο στρατηγός του ΕΛΑΣ Μακρίδης να δει τους συμπατριώτες του. Επί μήνες δεν μιλούσε σε κανέναν. Περπατούσε ολομόναχος. Είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, και μείς είχαμε εντολή να τον παρακολουθούμε από μακριά, για να επέμβουμε αν χρειαστεί.

Λύθηκε η γλώσσα του. Άλλος δικαιωμένος. Μεγάλος αυτός. Όχι μικρός και ασήμαντος σαν και μένα. Αξιωματικός καριέρας, προσχώρησε στον ΕΛΑΣ και έγινε Επιτελάρχης του Γενικού Στρατηγείου. Ο Σαράφης, ο Άρης κι αυτός άκουσαν από τα χείλη του Σιάντου την απόφαση να μη γίνει παρέμβαση του τακτικού ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη και να περιοριστεί η μάχη σε μία εκδήλωση διαμαρτυρίας κόντρα στην εγγλέζικη ταχτική.

«Άφησαν τα παιδιά με τα τουφεκάκια», θυμάμαι τα λόγια του, «και μας έστειλαν στην Ήπειρο να χτυπήσουμε το Ζέρβα».

Από τότε χρονολογείται η σιωπή του και η επιθυμία του να δώσει τέλος στη ζωή του».

Η συνταρακτική αυτή μαρτυρία του Μ. Θεοδωράκη που έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πιο αδιάψευστο τρόπο τα πραγματικά γεγονότα, αποκαλύπτει σ’ όλη της την έκταση τη δραματική αλήθεια: Το διώξιμο του μόνιμου ΕΛΑΣ μακριά από την Αθήνα δεν είναι ένα μεμονωμένο «λάθος», μία «κακή εκτίμηση» των Σιάντου – Ιωαννίδη. Εντάσσονταν στα πλαίσια μιας γενικής, ρητής και κατηγορηματικής διαταγής: Κανένα τμήμα του μονίμου ΕΛΑΣ δεν επιτρέπεται να πάρει μέρος στη μάχη της Αθήνας. Κι αν κάποια διμοιρία του μονίμου ΕΛΑΣ βρεθεί κατά τύχη ή κατά λάθος το Δεκέμβρη στην Αθήνα, υποχρεούται πάραυτα να παρατήσει τη θέση της και να φύγει. Όπως ακριβώς συνέβη με τη διμοιρία Μαργαρίτη που υποχρεώθηκε με επείγουσα διαταγή να αποχωρήσει από τη μάχη, αφήνοντας ακάλυπτο τον 1ο λόχο του Μ. Θεοδωράκη με αποτέλεσμα από τους 120 μαχητές να σωθούν μόνο τρεις! Μπροστά στη φοβερή φράση «άφησαν τα παιδιά με τα τουφεκάκια», όφειλαν να σταθούν με δέος και περίσκεψη τα ηγετικά στελέχη της Αριστεράς και οι έγκυροι επιστήμονες και ιστορικοί που πήραν μέρος στο Συμπόσιο. Όφειλαν να δώσουν μία συγκεκριμένη και πειστική απάντηση στο καυτό ερώτημα:

Ποιοι και γιατί άφησαν «τα παιδιά με τα τουφεκάκια» να πολεμούν και να θυσιάζονται σε μία άνιση και εκ των προτέρων χαμένη μάχη;

Όπως επίσης όφειλαν να απαντήσουν στο άλλο μέγα και κρίσιμο ερώτημα: Σε μία κρίσιμη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν με την αντεπίθεση στις Αρδέννες απειλούσαν οι Γερμανοί να ρίξουν τους Αγγλοαμερικανούς στη θάλασσα, κι όταν ύστατες προσπάθειες κατέβαλλαν οι χιτλερικοί να διασπάσουν τη συμμαχική ενότητα, μπορούσαν οι Σιάντος – Ιωαννίδης μόνοι τους και με δική τους ευθύνη να πάρουν την ιστορική απόφαση για το Δεκέμβρη; Δεν είχαν επίγνωση των ευθυνών τους απέναντι στο «καθοδηγητικό κέντρο;» Δεν ήσαν διορισμένοι και εξαρτημένοι απ’ αυτό; Δεν είχαν με τη Μόσχα καθημερινή επικοινωνία με τον ασύρματο; Διπλή μάλιστα, μία έμμεση μέσω Σόφιας και μία απ’ ευθείας με τον Βαβούδη, το κανάλι του οποίου, όπως αποκαλύπτει ο Φ. Οικονομίδης, έλεγχαν άμεσα οι Σοβιετικοί;

Κι αν όλα αυτά ήταν τραγικά λάθη των Σιάντου – Ιωαννίδη, γιατί ο Ζαχαριάδης έσπευσε να βάλει ταφόπετρα και να απαγορεύσει κάθε κριτική για τα κατοχικά και τον Δεκέμβρη, καταπατώντας βάναυσα θεμελιώδη λενινιστική αρχή, σύμφωνα με την οποία «Η στάση ενός πολιτικού κόμματος απέναντι στα λάθη του είναι ένα από τα σπουδαιότερα κριτήρια για τη σοβαρότητα του κόμματος και για την εκπλήρωση στην πράξη από μέρους του των υποχρεώσεών του απέναντι στην τάξη του και στις εργαζόμενες μάζες. Να αναγνωρίζει ανοιχτά το λάθος του, να βρίσκει τις αιτίες του, να αναλύει την κατάσταση που το γέννησε, να εξετάζει προσεκτικά τα μέσα για τη διόρθωσή του – αυτό είναι το γνώρισμα ενός σοβαρού κόμματος, αυτό θα πει διαπαιδαγώγηση της τάξης του και, έπειτα, και της μάζας;» («Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού», σελ. 76-77).

Και γιατί οι Σιάντος – Ιωαννίδης, παρά ταύτα, εκλέχθηκαν «μετά δόξης και τιμής» στην ηγεσία του κόμματος στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ το Σεπτέμβριο του 1945; Και γιατί οι σοβιετικοί χαρίστηκαν στους Σιάντο – Ιωαννίδη όταν το αγαπημένος τους παιδί, το Ν. Ζαχαριάδη, για πολύ μικρότερα «λάθη», τον εξόρισαν στα βάθη της Σιβηρίας, καταδικάζοντάς τον όχι μόνο σε πολιτικό αλλά και σε φυσικό θάνατο;

Κρίσιμα και αμείλικτα ερωτήματα στα οποία δεν μπόρεσαν αλλά ούτε και προσπάθησαν καν να απαντήσουν τα ηγετικά στελέχη της Αριστεράς και οι ιστορικοί που μίλησαν στο Συμπόσιο.

Περιορίστηκαν σε γενικότητες και αοριστολογίες κι αν κάπου-κάπου η αλήθεια πρόβαλε δειλά, ως δια μαγείας χάνονταν τελικά σαν το νερό στην άμμο…

Βγαίνει αίφνης ο Κ. Φιλίνης, ιστορικό ηγετικό στέλεχος της Αριστεράς και αφού κάνει τη σωστή όσο και θλιβερή διαπίστωση ότι «Ο ηρωισμός του λαού δεν αξιοποιήθηκε με το σωστό τρόπο, τον πετάξαμε», προχωράει στον καταμερισμό των ευθυνών. Για τον Δεκέμβρη ευθύνονται όλοι αδιακρίτως. Φταίει το ΚΚΕ και η ηγεσία του. Φταίει και το διεθνές κίνημα που «έσπρωχνε προς τέτοια κατεύθυνση, όχι βέβαια για την κατάληψη της εξουσίας αλλά για να υπάρχει ο αντιπερισπασμός, για να είναι ελεύθερα τα χέρια για άλλη πολιτική στις ανατολικές χώρες». Αλλά είναι επίσης «και το μέγα σφάλμα της Δεξιάς πάνω σ’ αυτό το θέμα».

Αλλά γιατί, αγαπητέ Κώστα, προτιμάς τις γενικότητες και δεν αναφέρεσαι συγκεκριμένα στις ευθύνες ενός εκάστου; Αν οι πρωτοβουλίες και οι αποφάσεις ήταν της ηγεσίας του ΚΚΕ, τότε τι φταίει το «διεθνές κίνημα;» Μήπως και μέσα από τον τάφο του ο μέγας ραδιούργος και υποκριτής Ιωσήφ Στάλιν, δεν επιμένει ότι δεν ήθελε τον Δεκέμβρη, ότι «συμβούλευε» να μη προχωρήσουν στο Δεκέμβρη αλλά οι Έλληνες κομμουνιστές δεν τον άκουσαν και «έκαναν βλακεία;»

Κι αν πάλι φταίει το «διεθνές κίνημα», τι φταίνε οι ηγέτες του ΚΚΕ; Δεν ήταν υποχρεωμένοι, ως «προκεχωρημένο φυλάκιο» του διεθνούς κινήματος, να εκτελέσουν πιστά της οδηγίες και τις εντολές του « Επιτελείου της Επανάστασης;» Μήπως δεν ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια τη θεμελιώδη αρχή του «προλεταριακού διεθνισμού» που καθορίζει την «υποταγή των συμφερόντων της προλεταριακής πάλης σε μία χώρα, στα συμφέροντα της πάλης αυτής σε όλο τον κόσμο;» Μήπως και εσύ και εγώ, αγαπητέ Κώστα, αν ήμασταν στη θέση των Σιάντου – Ιωαννίδη, δεν θα πειθαρχούσαμε τυφλά στις εντολές της Μόσχας, βέβαιοι όντες ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον της «παγκόσμιας επανάστασης» και συνεπώς, σε τελευταία ανάλυση, και το συμφέρον της πατρίδας μας;

Και έπειτα, ποιο συγκεκριμένα είναι το «μέγα σφάλμα» της Δεξιάς; Διότι ο απλός και καλόπιστος αναγνώστης, όσο κι αν προσπαθεί, δεν μπορεί να διακρίνει αυτό το «μέγα σφάλμα». Δεν θα έπρεπε να τον βοηθήσουμε;

Ένας από τους κύριους εισηγητές στο Συμπόσιο, ο Γρ. Φαράκος, από τα ιστορικά επίσης ηγετικά στελέχη της Αριστεράς, ύστερα από μία εμπεριστατωμένη ανάλυση, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για το Δεκέμβρη σοβαρές είναι οι ευθύνες της ηγεσίας του ΚΚΕ. Όσο κι αν προσπαθεί όμως ο αναγνώστης, πουθενά δεν μπορεί να βρεί ευθύνες των σοβιετικών. Οι ηγέτες του ΚΚΕ εμφανίζονται να ενεργούν αυτοβούλως, και η ευθύνη τους έγκειται στο ότι δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν σωστά τις εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες που δεν ευνοούσαν σύγκρουση το Δεκέμβρη. Σε μία δεύτερη παρέμβασή του ωστόσο, δέχεται ότι η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν «απόλυτα δεμένη» στον «διεθνισμό», πράγμα που σημαίνει ότι «οπωσδήποτε πρέπει να ακολουθεί την εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης, που ήταν φυσικό να παίρνει υπόψη της, πριν απ’ όλα τα κρατικά συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης».

Και συνεχίζει:

«Αλλά, τώρα, ήθελε ακριβώς η Σοβιετική Ένωση τη Δεκεμβριανή σύγκρουση; Δεν δείχνουν οι πηγές ότι την ήθελε, γιατί δεν τη συνέφερε. Ήθελε όμως, -και τότε και κατοπινά στον εμφύλιο- να υπάρχει ανωμαλία, να υπάρχει κάτι μπηγμένο στο πλευρό των συμμάχων -των Άγγλων, αργότερα των Αμερικανών- που αυτό την ευνοούσε. Και αυτό ήθελε, ανεξάρτητα από ποιες θυσίες στοίχιζε στον τόπο μας».

Αλλά, αγαπητέ κύριε Φαράκο, αφού επικαλείστε τις «πηγές», γιατί δεν λέτε ποιες συγκεκριμένα είναι οι πηγές που δείχνουν ότι η Σοβιετική Ένωση δεν ήθελε το Δεκέμβρη; Και γιατί «δεν τη συνέφερε;» Δεν τη συνέφερε να απασχολούνται στην Αθήνα οι βρετανικές μεραρχίες αντί να τρέχουν να μπουν πρώτες στο Βερολίνο;

Και γιατί αυτή η χτυπητή αντίφαση μέσα σε λίγες γραμμές; Από τη μία υποστηρίζετε ότι «δεν την συνέφερε» και αμέσως μετά δέχεστε ότι «ήθελε να υπάρχει ανωμαλία, να υπάρχει κάτι μπηγμένο στα πλευρά των συμμάχων» γιατί «αυτό την ευνοούσε». Αλλά, αφού «δεν τη συνέφερε», πως «την ευνοούσε;» Τι υποστηρίζετε τελικά; «Δεν τη συνέφερε» ή «την ευνοούσε;» Γιατί είναι φανερό, νομίζω, ότι αυτά τα δύο δεν πάνε μαζί, δεν ταιριάζουν.

Θα μου πείτε, «ίσως, ότι δεν ταιριάζουν με την τυπική λογική, με τη διαλεκτική όμως ταιριάζουν. Γιατί η διαλεκτική δέχεται τη «συνύπαρξη των αντιθέτων». Είναι δυνατό, λοιπόν, και να μη συνέφερε στη Σοβιετική Ένωση ο Δεκέμβρης αλλά, ταυτόχρονα, και να την ευνοούσε.

Έστω. Αλλά αφού ώθησε στο Δεκέμβρη κι αφού δεν έκανε τίποτα για να τον αποτρέψει με τους εδώ απεσταλμένους της αλλά και με την καθημερινή ασύρματη επικοινωνία της με την ηγεσία του ΚΚΕ, αυτό δεν σημαίνει, τελικά ότι την συνέφερε; Αυτό δεν μας υποχρεώνουν να δεχθούμε τόσο η τυπική λογική και η διαλεκτική όσο και τα ίδια τα γεγονότα;

Από τους ιστορικούς επίσης ηγέτες της Αριστεράς ο Λ. Κύρκος, διερωτάται για τον Δεκέμβρη και τον Εμφύλιο:

«Ήταν μια εξέλιξη αναπόφευκτη; Δεν υπήρχαν άλλοι δρόμοι για να οδηγηθεί η Ελλάδα στην καινούργια ιστορική περίοδο μετά τον πόλεμο; Η Αριστερά, και ειδικότερα το ΚΚΕ, που ηγήθηκε σε κείνη την εποποιία, είχε γνώση και πληροφόρηση των διεθνών όρων που διαμορφώνονταν; Κι είχε επίγνωση των συνεπειών που θα είχαν οι επιλογές που πραγματοποίησε;»

Όσον άφορα το πρώτο ερώτημα, αν δηλαδή το ΚΚΕ «είχε γνώση και πληροφόρηση των διεθνών όρων που διαμορφώνονταν», την απάντηση, αγαπητέ Λεωνίδα, την είχε δώσει προ πολλού ο ίδιος ο Ιωαννίδης. Στις «Αναμνήσεις» του, ερωτώμενος αν οι Σοβιετικοί τον είχαν ενημερώσει για τη μοιρασιά που είχαν κάνει με τους Άγγλους τον Οκτώβρη του 44 στη Μόσχα, κραυγάζει απεγνωσμένα και μάλιστα δύο φορές, προκειμένου να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία: «Δεν μπορούσαν να μας το πουν. Δεν μπορούσαν να μας το πουν».

Γιατί όμως «δεν μπορούσαν να μας το πουν;»

Διότι, προφανώς, το «Επιτελείο της Επανάστασης», που έχει υπόψη του όλα τα δεδομένα και όλη την ευθύνη, δεν μπορεί κάθε φορά να εξηγεί στους κατά τόπους τοποτηρητές το γιατί και το πως των αποφάσεών του. Ούτε να τους ενημερώνει για τις επί «υψηλού επιπέδου» συμφωνίες του. Τα διάφορα τμήματα του «διεθνούς κινήματος» έχουν υποχρέωση να εκτελούν ασυζητητί και χωρίς χρονοτριβή τις εκάστοτε εντολές και οδηγίες. Τελεία και παύλα!

Όσον άφορα το δεύτερο ερώτημα, αν το ΚΚΕ «είχε επίγνωση των συνεπειών που θα είχαν οι επιλογές που πραγματοποίησε», νομίζω, αγαπητέ Λεωνίδα, ότι προηγείται ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα που δίνει και την απάντηση: Ήταν δικές του επιλογές ή απλώς εκτελούσε επιλογές άλλων; Μπορούμε στα σοβαρά να υποστηρίζουμε σήμερα ότι ο Δεκέμβρης, η ένοπλη σύγκρουση με τους Βρετανούς σε μία κρίσιμη φάση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν επιλογή των Σιάντου -Ιωαννίδη; Τα αδιάψευστα στοιχεία, τα αναμφισβήτητα γεγονότα και η κοινή λογική, έχουν ήδη δώσει την απάντηση. Αν εμείς, αγαπητέ Λεωνίδα, δεν μπορούμε ή δεν έχουμε το κουράγιο να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια, αυτό είναι μία άλλη ιστορία…

Με την ενδιαφέρουσα ομιλία του ο ιστορικός Φ. Ηλιού, έδειχνε στην αρχή να αγγίζει την καρδιά του προβλήματος. Αναφέρθηκε στον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό» και στην καθοριστική ισχύ που είχε για το «παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα». Κατά συνέπεια, συνεχίζει, «έπρεπε να είναι καθαρό, ότι τα εθνικά του τμήματα, σε διάταξη μάχης σαν προκεχωρημένα αποσπάσματα, θα χάνονταν κάποια στιγμή δίνοντας μάχες για να κερδηθεί κάπου αλλού ο πόλεμος».

Το σχήμα όμως που εν συνεχεία προτείνει για την ερμηνεία των Δεκεμβριανών, αναιρεί ευθέως τα προηγούμενα και μάλλον μπερδεύει παρά βοηθάει τον αναγνώστη.

Κατά τον Φ. Ηλιού λοιπόν, «Το Κομμουνιστικό Κόμμα από τα τέλη του ’43 και έως τον Φεβρουάριο του ’47, προσπαθεί να δημιουργήσει πιέσεις και εντάσεις όχι για να χτυπήσει τον αντίπαλο -την ελληνική συντήρηση και τους Άγγλους που την στήριζαν- αλλά για να διαμορφώσει καλύτερους όρους για ένα συμβιβασμό. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο Δεκέμβρης όχι ως επιχείρηση κατάληψης της εξουσίας αλλά ως μία πίεση για να διαμορφωθούν καλύτεροι όροι για τον τελικό συμβιβασμό».

Αλλά, αγαπητέ κ. Ηλιού, το ΚΚΕ τον «τελικό συμβιβασμό» τον είχε ήδη κάνει στο Λίβανο και στην Καζέρτα. Υπέγραψε, ύστερα από «συμβουλή» του σοβιετικού πρεσβευτή στο Κάιρο τις σχετικές συμφωνίες, μπήκε στην Κυβέρνηση «Εθνικής Ενότητας» υπό τον Γ. Παπανδρέου και πρότεινε, για το κρίσιμο θέμα του αφοπλισμού των ανταρτικών δυνάμεων και της συγκρότησης εθνικού στρατού, σχέδιο που μετά χαράς αποδέχθηκαν οι Παπανδρέου-Κανελλόπουλος. Γιατί υπαναχώρησε; Γιατί υιοθέτησε, απροσδόκητα, αδιάλλακτη στάση που αναγκαστικά οδήγησε στο Δεκέμβρη;

Θα απαντήσετε βέβαια ότι το έκανε επιδιώκοντας έναν καλύτερο συμβιβασμό.

Ποιος ήταν όμως ο ανυποχώρητος όρος που έθετε και θα οδηγούσε, υποτίθεται, σε καλύτερο συμβιβασμό;

Ταυτόχρονα με τις ανταρτικές δυνάμεις, να διαλυθούν και η Ορεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος. Μα, αν διαλύονταν όλες αυτές οι δυνάμεις, δεν θα έμεναν μόνοι και πάνοπλοι οι Βρετανοί; Και ποιος θα εμπόδιζε τότε τον Γ. Παπανδρέου και τους Άγγλους να επιβάλλουν τις οποιεσδήποτε θελήσεις τους;

Ευκαιρία όμως για συμβιβασμό είχε το ΚΚΕ και με τον ερχομό του Τσόρτσιλ στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του ’44. Γιατί δεν τον επεδίωξε, αφού έβλεπε ότι είχε χάσει πια τη μάχη της Αθήνας και γιατί τον κατέστησε ανέφικτο με την αδιάλλακτη στάση του;

Και, έπειτα, η θεωρία σας για «πιέσεις και εντάσεις για συμβιβασμό», δεν αντιφάσκει ευθέως με την πραγματικότητα του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» και των σκληρών απαιτήσεών του που ‘σεις ο ίδιος επισημαίνετε;

Ερωτήματα τα οποία αβίαστα προκύπτουν και τα οποία οπωσδήποτε, περιμένουν μίαν απάντηση.

Σ’ ένα άλλο σημείο, επίσης, υποστηρίζετε ότι το ΚΚΕ. «Μέσα από τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες είχε διαμορφωθεί σε κύρια δύναμη της οποιασδήποτε δημοκρατικής εξέλιξης. Δεν του χρειάζονταν ούτε όπλα, ούτε Δεκέμβρης, ούτε τίποτα… Εκλογές του χρειαζόταν απλώς, με τους τυπικούς αστικοδημοκρατικούς τρόπους, για να είναι η κύρια συνιστώσα των πλειοψηφιών που τότε μπορούσαν να διαμορφωθούν. Και αυτό επιζητεί. Από την άλλη μεριά όμως, οι Άγγλοι, κυρίως δεν είναι διατεθειμένοι…» κ.λπ. κ.λπ. (υπογράμμιση δική μου).

Εκλογές, λοιπόν, επιζητεί το ΚΚΕ! Ποιος όμως συγκεκριμένα, του τις αρνήθηκε; Ποιος τις εμπόδισε; Ποιος κατέστησε αναπόφευκτο το Δεκέμβρη; Η απάντησή σας είναι: Οι Άγγλοι.

Καταλήγουμε πάλι στην αγαπημένη θεωρία πολλών ιστορικών και απολογητών της Αριστεράς, τη θεωρία της «πρόκλησης» και της «παγίδας», που έστησαν οι καταχθόνιοι Άγγλοι και ο εκλεκτός τους Γ. Παπανδρέου και στην οποία έπεσαν οι «καλοί και αγαθοί», πλην όμως «άπειροι και απονήρευτοι» ηγέτες του ΚΚΕ.

Γιατί όμως δεν κάνετε τον κόπο να προσδιορίσετε αυτή την «πρόκληση», αυτή την «παγίδα;»

Ο αφοπλισμός των ανταρτικών δυνάμεων και η συγκρότηση εθνικού στρατού δεν ήταν απόρροια των συμφωνιών Λιβάνου και Καζέρτας; Δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να μπούμε σε ομαλό πολιτικό βίο και να οδηγηθούμε σε εκλογές; Αυτό ακριβώς δεν έγινε, χωρίς καμιά εξαίρεση, σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης που διέθεταν κίνημα Εθνικής Αντίστασης και ένοπλες ανταρτικές δυνάμεις; Ζητούσαν τίποτα περισσότερο οι Άγγλοι και ο Γ. Παπανδρέου; Ποιος υπαναχώρησε από τη συμφωνία πάνω στην πρόταση Ζεύγου; Σε τι έγκειται ακριβώς αυτή η περίφημη «πρόκληση» και «παγίδα»;

Είναι ένα κρίσιμο ερώτημα το οποίο δημοσία απευθύνω σε σας αλλά και τους άλλους ομιλητές του Συμποσίου που υποστήριξαν παρόμοιες με σας απόψεις.

Θα ήμουν ιδιαίτερα υπόχρεος αν δίνατε μία συγκεκριμένη απάντηση στο συγκεκριμένο αυτό ερώτημα που απασχολεί, πιστεύω, όχι μόνον εμένα αλλά και όλους τους καλόπιστους αναγνώστες σας που διψούν να μάθουν την αλήθεια.

Τελειώνετε την ομιλία σας με ένα καίριο, πράγματι, ερώτημα. Λέτε:

«Ένα τελευταίο ερώτημα που θα βάλω, θα το θέσω με μία φράση για να τελειώσω. Ένα ερώτημα που οι αριστεροί δεν το θέτουμε ποτέ. Τι θα γινόταν στην Ελλάδα εάν η Αριστερά έπαιρνε τα πράγματα;

Βεβαίως δεν φτιάχνουμε την ιστορία εκ των υστέρων. Ήδη όμως από την κατοχή είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται μορφές εξουσίας, μορφές καταπίεσης και μορφές συγκεντρωτικού αυταρχικού κράτους, που οξύνθηκαν στο Δεκέμβρη και έδειχναν ότι και η Ελλάδα προς το δρόμο που πήραν οι άλλες λαϊκές δημοκρατίες έτεινε να πορευθεί».

Κρίσιμο και τολμηρό το ερώτημά σας και θα ήθελα ειλικρινά να σας συγχαρώ. Ας μου επιτραπεί όμως να κάνω δύο παρατηρήσεις.

Πρώτον, δεν είναι ακριβές ότι «οι αριστεροί δεν το θέτουμε ποτέ». Το έθεσα πριν από δέκα χρόνια στο «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», δίνοντας ταυτόχρονα και την απάντηση. Στη σελ. 149 έγραφα:

«Το «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι» δεν είναι λοιπόν παραδοξολογία. Εκφράζει πλήρως την πραγματικότητα. Αν είχαμε κερδίσει, αν είχαμε την εξουσία, η χώρα μας θα είχε ακολουθήσει τη μοίρα των άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που προσδέθηκαν στο σοβιετικό άρμα. Θα είχε μετατραπεί σ’ έναν ακόμα δορυφόρο της Μόσχας. Ως γνήσιοι και ορθόδοξοι μαρξιστές-λενινιστές, οι Ζαχαριάδης – Ιωαννίδης και Σία θα είχαν επιβάλλει τη «δικτατορία του προλεταριάτου» -την προσωπική τους δηλαδή δικτατορία- προκειμένου να συντρίψουν την «αντεπανάσταση» και να οδηγήσουν τη χώρα μας στο «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό». Και επειδή ισχυρή θα ήταν η αντίσταση του δημοκρατικού και φιλελεύθερου Ελληνικού λαού, η «δικτατορία του προλεταριάτου» θα έπαιρνε την πιο στυγνή και ανελέητη μορφή. Τηρουμένων των αναλογιών, η πατρίδα μας θα είχε μετατραπεί σε δεύτερη Αλβανία. Το ίδιο, όπως εκείνη, υπανάπτυκτη, καθυστερημένη και ανελεύθερη».

Και η δεύτερη παρατήρηση. Νομίζω ότι πολύ πιο χρήσιμο και δραματικά καταλυτικό θα ήταν αν το ερώτημά σας δεν το αφήνατε για το τέλος αλλά το θέτατε στην αρχή ακόμα του Συμποσίου, και καλούσατε τους μετέχοντες να απαντήσουν «ευθέως και ευθαρσώς». Θα γινόταν τότε καθαρό πόσο κωμικό φαντάζει τώρα να θρηνούμε για την ήττα μας τον Δεκέμβρη και πόσο άδικο αλλά και παράλογο είναι να επιρίπτουμε ευθύνες στον Γ. Παπανδρέου και στους Άγγλους γιατί δεν μας άφηναν να νικήσουμε τον Δεκέμβρη…

* * *

Όπως σημειώνω παραπάνω, από τους ομιλητές του Συμποσίου αυτός που τόλμησε, που έβαλε το δάχτυλο «στον τύπον των ήλων», ήταν ο Φ. Οικονομίδης.

Μόχθησε δημιουργικά, σκάλισε αρχεία, μελέτησε σήματα και τα συμπεράσματά του είναι συνταρακτικά. Από τα σήματα που αντηλλάγησαν το Δεκέμβρη ανάμεσα στην ηγεσία του ΚΚΕ και τη Μόσχα, πολλά έχουν αποκρυβεί. Άλλα έχουν μονταριστεί. Και αλλού έχει παραποιηθεί η ημερομηνία αποστολής! Και επιβεβαιώνει ένα άλλο «κοινό μυστικό». Όλο το Δεκέμβρη, ο «σκληρός πυρήνας» της ηγεσίας του ΚΚΕ, είχε μέσω του Βαβούδη, άμεση δι’ ασυρμάτου επαφή με τη Μόσχα.

Και μόνο τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά να διαλύσουν κάθε αμφιβολία, να πείσουν και τον πιο αδαή και τον πιο δύσπιστο. Οι μεγάλοι ένοχοι για τα Δεκεμβριανά, οι σοβιετικοί και οι απόλυτα εξαρτημένοι απ’ αυτούς ηγέτες του ΚΚΕ, αφού έσπρωξαν στο Δεκέμβρη, αφού έριξαν τον εφεδρικό ΕΛΑΣ βορά στα κανόνια του Σκόμπυ στο όνομα της «παγκόσμιας επανάστασης», προσπάθησαν ύστερα, φτάνοντας ακόμα και στην πλαστογραφία να σβήσουν τα ίχνη του εγκλήματος. Να εμφανιστούν ως «αθώοι του αίματος», ως «μη έχοντες ιδέα για το φόνο…». Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια, όσο κι αν δυσκολεύονται τα «ιστορικά στελέχη» της Αριστεράς και ορισμένοι ιστορικοί να την αποδεχθούν.

Σ’ ένα μόνο σημείο θα μου επιτρέψεις, αγαπητέ Φοίβο, να διαφωνήσω μαζί σου. Στη σελ. 212 γράφεις μεταξύ άλλων:

«Πιστεύω ότι κοντά μισόν αιώνα τώρα, η ελληνική Αριστερά αντιμετωπίζει ένα παιχνίδι παραπλάνησης και αλλοίωσης του περιεχομένου των αρχείων της, όσον αφορά τη σύγκρουση του Δεκέμβρη 1944. Αντιμετωπίζει ένα παιχνίδι συσκότισης που δεν κατόρθωσε να διαλευκάνει μέχρι τις μέρες μας».

Η αλήθεια, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι όχι «δεν κατόρθωσε» να διαλευκάνει το «παιχνίδι συσκότισης», αλλά δεν θέλησε.

Δεν μπορούμε, αγαπητέ Φοίβο, να δεχθούμε ότι κορυφαία στελέχη της Αριστεράς όπως ο Γρ. Φαράκος, που διετέλεσε Γραμματέας του ΚΚΕ και ο Λ. Κύρκος, που διετέλεσε Γραμματέας του ΚΚΕ εσωτ., δεν γνωρίζουν ή, έστω, δεν διαισθάνονται την αλήθεια. Απλώς, δεν έχουν το κουράγιο να την αντικρίσουν και να την ομολογήσουν, γιατί η αλήθεια στην προκειμένη περίπτωση είναι πολύ σκληρή και πολύ πικρή. Σκέτο φαρμάκι.

Θα ‘χεις και συ παρατηρήσει πόσο δυσκολευόμαστε εμείς οι άνθρωποι να αναγνωρίσουμε και να ομολογήσουμε μικρά και ασήμαντα λάθη, απλές και αυταπόδεικτες αλήθειες. Πώς να αντικρίσουμε τώρα και να ομολογήσουμε τη φοβερή αλήθεια; Πώς θα παραδεχθούμε ότι εμείς, παλιά στελέχη και αγωνιστές της Αριστεράς, που περάσαμε «δια πυρός και σιδήρου» και προσφέραμε τα πάντα στο «λαϊκό κίνημα», δεν αγωνιζόμασταν, σε τελευταία ανάλυση, για την «πανανθρώπινη τη λευτεριά» αλλά για τα κρατικά συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης, για τα ιδιοτελή συμφέροντα της σοβιετικής νομενκλατούρας;

Πώς να παραδεχθούμε ότι, ενώ νομίζαμε πως αγωνιζόμασταν για ελευθερία, δημοκρατία και σοσιαλισμό, στην πραγματικότητα αγωνιζόμασταν για τη μετατροπή της πατρίδας μας σε σοβιετικό προτεκτοράτο και την επιβολή και στήριξη στυγνών δικτατορικών καθεστώτων στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης;

Πρέπει να παραδεχθούμε, αγαπητέ Φοίβο, ότι από τα «ιστορικά στελέχη» της Αριστεράς ζητάμε πολλά, πάρα πολλά. Και για να είμαι ειλικρινής, πέρασε από το μυαλό μου κι αυτή η σκέψη: Γιατί να τα σκαλίζουμε τώρα όλα αυτά, γιατί να ασχολούμαστε τόσο με τον Δεκέμβρη, τον Εμφύλιο και όλες αυτές τις πικρές ιστορίες;

Θα μου πεις, ίσως, ότι αυτό επιβάλλει η ιστορική αλήθεια. Όμως, η ιστορική αλήθεια περιμένει μισόν αιώνα τώρα, δεν θα μπορούσε να περιμένει λίγα χρόνια ακόμα; Η γενιά της Αντίστασης, του Δεκέμβρη και του Εμφυλίου, αποχωρεί σιγά σιγά, σε λίγα χρόνια θα ‘χει φύγει για πάντα. Πήρε μέρος στην Αντίσταση και της πρέπει κάθε τιμή γι’ αυτό. Είναι ανάγκη να την ποτίσουμε τώρα, καθώς αποχωρεί, το πικρό ποτήρι της αλήθειας για τον Δεκέμβρη και τον Εμφύλιο; Δεν θα μπορούσε να περιμένει μερικά χρόνια ακόμα;

Θα μπορούσε νομίζω πράγματι, αγαπητέ Φοίβο, να περιμένει λίγο ακόμα η ιστορική αλήθεια, παίρνοντας υπόψη και το γεγονός πως ότι πράξαμε το πράξαμε καλή τη πίστη, πιστεύοντας βαθύτατα στο δίκιο του αγώνα μας. Όμως δυστυχώς, όλα αυτά δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Ζουν και σφραγίζουν το παρόν. Δεν μας αφήνουν να προχωρήσουμε στην εθνική μας αυτογνωσία, δεν μας επιτρέπουν να δούμε με καθαρή ματιά τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αργήσαμε πάρα πολύ να γνωρίσουμε την ιστορική αλήθεια και είναι βαρύ το τίμημα για την πατρίδα μας.

Ολόκληρο σχεδόν τον εικοστό αιώνα και μέχρι αυτή τη στιγμή ακόμα, η Αριστερά διαπράττει ένα σοβαρότατο «διαρκές» λάθος. Σε μία χώρα που διψούσε και διψάει για αστικοδημοκρατικές αλλαγές, για δημοκρατική αναγέννηση και κοινωνικό εκσυγχρονισμό, προσπάθησε, άλλοτε βίαια και άλλοτε ειρηνικά να επιβάλει τον «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό». Χωρίς να παίρνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες και δυνατότητες, χωρίς να κατανοεί το ιστορικό γίγνεσθαι και να λογαριάζει συσχετισμούς δυνάμεων και διεθνείς συνθήκες, αγωνίστηκε με πάθος για να πραγματωθεί το «σοσιαλιστικό όραμα».

Ακόμα κι όταν κάτω από την πίεση των πραγμάτων οδηγείται σε «αναγκαστική προσγείωση», όπως συνέβη με τις «ιστορικές» αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας του ΚΚΕ το 1934, ο «σοσιαλιστικός χαρακτήρας της επερχόμενης επανάστασης» γίνεται απλώς προσπάθεια να καλυφθεί πίσω από περίτεχνες «αναλύσεις» και «διαπιστώσεις».

Όπως βέβαια θα ξέρεις, ύστερα από οδηγίες της Κ.Δ., στην 6η Ολομέλεια το 34 γινόταν η διαπίστωση ότι «…η θέση της Ελλάδας στό σύστημα του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, τα σημαντικά υπολείμματα στην αγροτική οικονομία και η ύπαρξη καταπιεζομένων εθνικών -μειονοτικών ομάδων, καθορίζουν το χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στη χώρα μας ως αστικοδημοκρατικής με τάσεις γρήγορης μετατροπής της σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση».

Γινόταν λοιπόν μία παραχώρηση στην «αστικοδημοκρατική επανάσταση», για να ακολουθήσει όμως αμέσως η αναίρεση με τη «γρήγορη μετατροπή της σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση». Και με τη διαβεβαίωση ότι ο ηγεμονικός ρόλος και στην αστικοδημοκρατική επανάσταση ανήκε, εξ ολοκλήρου, στην εργατική τάξη «η οποία θα τραβήξει σε συμμαχία μαζί της τις μικρομεσαίες τάξεις της αγροτιάς και τις καταπιεζόμενες εθνικές μειονότητες».

Όλα αυτά όμως ήταν απλές φιλολογικές διακηρύξεις χωρίς κανένα ουσιαστικό περιεχόμενο. Κι αν κάποια από τα μέλη και τα στελέχη του κόμματος έπαιρναν τοις μετρητοίς τις «θέσεις» αυτές και δεν καταλάβαιναν ότι είναι το «χρυσό περιτύλιγμα» της «δικτατορίας του προλεταριάτου», η Κ.Δ. έσπευδε να τα προσγειώσει ανώμαλα. Τα βάφτιζε «οπορτουνιστικά στοιχεία» και τέλειωνε η υπόθεση. Συγκεκριμένα, στις αποφάσεις του 5ου Συνεδρίου της Κ.Δ. τονιζόταν σχετικά:

«Τον τελευταίο καιρό, τα οπορτουνιστικα στοιχεία στην Κομμουνιστική Διεθνή προσπάθησαν να διαστρεβλώσουν το σύνθημα της εργατο-αγροτικής κυβέρνησης. Το 5ο Συνέδριο απορρίπτει αποφασιστικά αυτή την προσπάθεια. Για την Κ.Δ., το σύνθημα της εργατοαγροτικής κυβέρνησης είναι μετάφραση στη γλώσσα της επανάστασης, στη γλώσσα των μαζών, του συνθήματος της δικτατορίας του προλεταριάτου».

Και τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα. Ακόμα και σήμερα η «ανανεωτική» Αριστερά, ο ΣΥΝ., διακηρύσσει ότι αγωνίζεται για ένα σοσιαλισμό με «ανθρώπινο πρόσωπο». Κατ’ αρχήν, βέβαια, το ερώτημα είναι πως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ποια είναι η εγγύηση ότι ο «σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» των Κύρκου-Φαράκου, θα παραμείνει πράγματι σοσιαλισμός και μάλιστα με «ανθρώπινο πρόσωπο». Μήπως σοσιαλισμό με «ανθρώπινο πρόσωπο» δεν ήθελαν και οι Λένιν, Δημητρώφ, Τσαουσέσκου κ.λπ., μήπως δεν ξεκίνησαν κι αυτοί με τις καλύτερες προθέσεις; Η ιστορία διδάσκει, (αυτή η ιστορία που εμείς παραχαράξαμε και αγνοήσαμε), ότι δεν αρκούν οι καλές προθέσεις κι όταν κάποια στιγμή ανοίξουν οι στρόφιγγες, ξεχύνεται σαρωτική η ανθρώπινη λάβα φορτωμένη απληστία, αλαζονεία κι αυτό το ασίγαστο και παντοδύναμο «πάθος για τα πρωτεία». Και κατακαίει τα πάντα, και εντιμότητα και συντροφικότητα και αλληλεγγύη και «καλές προθέσεις».

Ας μη σε κουράζω όμως άλλο με το θέμα αυτό. Αν ενδιαφέρεσαι μπορείς να ανατρέξεις σε άλλες σελίδες αυτού του βιβλίου. Εκείνο που θέλω εδώ να τονίσω είναι ότι αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς, πρέπει να δεχθούμε ότι το κυνήγι της Ουτοπίας, το «σοσιαλιστικό όραμα», που ενέπνεε και κατηύθυνε τους αγώνες της Αριστεράς ολόκληρο σχεδόν τον εικοστό αιώνα, υπήρξε καταστροφικό για τη χώρα μας. Είχε ακριβό υλικό και ανθρώπινο κόστος και ευθύνεται πρωταρχικά για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική καθυστέρηση και, σε τελευταία ανάλυση, για το σημερινό κατάντημα της πατρίδας μας.

Κι είναι αυτό το «σοσιαλιστικό όραμα» που και σήμερα θολώνει την όραση των φίλων μας του ΣΥΝ. και τους εμποδίζει να δουν καθαρά τη σημερινή ελληνική και διεθνή πραγματικότητα, να διαπιστώσουν τα αίτια της σημερινής πολυδιάστατης κρίσης και να βρουν «εξόδους κινδύνου».

Όταν διακηρύσσουν την προσήλωσή τους στο «σοσιαλιστικό όραμα», αυτόματα υψώνεται κάθετο το διαχωριστικό τείχος: Από δω οι δυνάμεις της δημοκρατίας, της προόδου και του σοσιαλισμού από κει οι δυνάμεις της συντήρησης, της υποτέλειας και της αντίδρασης. Οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις αυτού του τόπου χωρίζονται οριστικά σε «φίλιες» και σε «εχθρικές». Και το πρόβλημα της συνένωσης των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που θα πραγματοποιήσουν την «δημοκρατική αναγέννηση της χώρας» και το πολυπόθητο «προοδευτικό εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας καθίσταται άλυτο. Γι’ αυτό και η δραματική αμηχανία των ηγετών του ΣΥΝ. όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το πρόβλημα αυτό. Να συνεργαστούν με το ΚΚΕ; Μα, πως μπορούν να συνεννοηθούν με ανθρώπους που ζουν σ’ άλλο πλανήτη; Να συμπλεύσουν με το ΠΑΣΟΚ; Μα το ΠΑΣΟΚ κατά γενική παραδοχή, είναι μία χρεοκοπημένη πολιτική δύναμη, υπεύθυνη εξ ολοκλήρου για το σημερινό κατάντημα. Πώς να γίνουν συμμέτοχοι και συνυπεύθυνοι της χρεοκοπίας του; Να συνεργαστούν με τη Ν.Δ.; Μα η Ν.Δ. είναι μία συντηρητική και αντιδραστική πολιτική δύναμη, «υπηρέτης του μεγάλου κεφαλαίου». Κι άλλωστε «ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά… ». Πώς μπορεί να συμμαχήσει η πρόοδος με την αντίδραση;

Κι αφού δεν μπορούν να λύσουν το κρίσιμο αυτό πρόβλημα οι ηγέτες του ΣΥΝ. παραμένουν βυθισμένοι στην αμήχανη σιωπή τους, περιμένοντας ίσως κάποιο θαύμα. Όπως όμως ξέρεις, αγαπητέ Φοίβο, μόνο στην «Αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη, γίνονται σήμερα θαύματα…

Όμως το διαχωριστικό τείχος επεκτείνεται αναγκαστικά και στο διεθνές πεδίο. Από δω οι «φίλιες» δυνάμεις, οι δυνάμεις «της δημοκρατίας, της ειρήνης και του σοσιαλισμού».

Μέχρι πρότινος οι δυνάμεις αυτές ήταν οι στυγνές δικτατορίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που συναποτελούσαν το «σοσιαλιστικό στρατόπεδο». Που όμως εμείς, σαν τη στρουθοκάμηλο, χώναμε τη μούρη μας στην άμμο και κάναμε πως δεν τις βλέπαμε, και τις εκθειάζαμε και τις στηρίζαμε με κάθε τρόπο…

Τώρα που αυτές κατέρρευσαν, «φίλιες» δυνάμεις απέμειναν τα «σοσιαλιστικά» καθεστώτα του Καντάφι, του Σαντάμ Χουσείν και του Κάστρο. Άλλο δραματικό δίλημμα για τον ΣΥΝ. Μάχονται βέβαια κατά του Αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, πώς όμως να θεωρήσει προοδευτικά και να συνεργαστεί μ’ αυτά τα μεσαιωνικά δικτατορικά καθεστώτα;

Υπάρχουν βέβαια και τα σοσιαλιστικά κόμματα της Ευρώπης, μερικά από τα οποία βρίσκονται μάλιστα στην εξουσία. Όμως κι εδώ σκέτη απογοήτευση. Το μόνο σοσιαλιστικό που έχει απομείνει στα κόμματα αυτά είναι το όνομα…

Στην πραγματικότητα έχουν μεταβληθεί σε ένθερμους οπαδούς του «οικονομικού φιλελευθερισμού», πρωτοστατούν στον αγώνα για την Ενωμένη Ευρώπη και ανοίγουν πρόθυμα το δρόμο για την ανεμπόδιστη επέλαση του καπιταλισμού. Και δεν είναι ίσως τυχαίο που τα κόμματα αυτά βρίσκονται στην εξουσία. Είναι φανερό πως μόνο αυτά, καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον, μπορούν να πάρουν τα σκληρά μέτρα που επιτάσσουν τα κριτήρια του Μάαστριχ και η πολυπόθητη «σύγκλιση».

Σκέφτεσαι αλήθεια τι θα γινόταν στη χώρα μας αν τη σκληρή αντεργατική και σφιχτή εισοδηματική πολιτική που ακολουθεί σήμερα η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση Σημίτη, τολμούσε να την εφαρμόσει κυβέρνηση της Ν.Δ.; Δεν θα είχε μείνει λίθος επί λίθου… Γι’ αυτό και η αντιπολίτευση, παρά τις επικρίσεις που, σε χαμηλούς πάντα τόνους, διατυπώνει, αφήνει ουσιαστικά ανενόχλητη την κυβέρνηση Σημίτη «να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά». Όσο μπορεί, βέβαια να τα βγάλει, αφού τη φωτιά που κατακαίει τα δάχτυλα, την άναψε και τη θέριεψε το ίδιο το ΠΑΣΟΚ…

Λέγαμε λοιπόν πως από δω, απ’ αυτή την πλευρά του τείχους, χάος απροσμέτρητο. Κι από κει οι εχθροί. Οι Άγγλοι, που μας έσπρωξαν στο Δεκέμβρη. Οι Αγγλοαμερικανοί, που μας έσυραν στον Εμφύλιο. Και μαζί τώρα οι Γερμανοί, οι Γάλλοι κ.λπ. που μας υπονομεύουν, μας κατατρέχουν, μας αδικούν.

Πρόκειται, πράγματι, για θέατρο του παραλόγου. Διότι ενώ αυτούς καταγγελούμε ως υπεύθυνους για όλα τα δεινά που κατά καιρούς μας έπληξαν, ταυτόχρονα σ’ αυτούς προστρέχουμε για βοήθεια και συμπαράσταση και αυτούς εκλιπαρούμε να μας δεχτούν, έστω και ως φτωχούς συγγενείς, στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση!

Πελαγωμένες λοιπόν για τα καλά οι «προοδευτικές δυνάμεις» και φυσικά και ο ΣΥΝ. Και βασικός υπεύθυνος για το πελάγωμα αυτό η παραχάραξη και η διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας, η αδυναμία και η απροθυμία μας να διδαχθούμε από την Ιστορία. Ποιος είναι ο κόσμος που ζούμε; Ποιοι είναι οι φίλοι μας και ποιοι οι εχθροί μας; Που μπορούμε να στηριχθούμε και ποιους πρέπει να αποφύγουμε; Άλυτο μυστήριο για τις «προοδευτικές δυνάμεις» και τον ΣΥΝ.

Κι όμως, αν μπορούσε… Αν μπορούσε ο ΣΥΝ, να πετάξει τις παρωπίδες, αν μπορούσε να ξεφύγει από τα κλισέ και τα στερεότυπα, θα μπορούσε να κάνει θαύματα. Θα μπορούσε να αποτελέσει το προζύμι, τη μαγιά, για μία συνένωση των «δυνάμεων της λογικής», των δυνάμεων της πραγματικής προόδου που αναμφισβήτητα, αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία, αυτή τη στιγμή όμως αδρανούν ή ασφυκτιούν μέσα στους υφιστάμενους πολιτικούς σχηματισμούς. Θα μπορούσε να ξεφύγει από το περιθώριο στο οποίο αυτοκαταδικάζεται τόσες δεκαετίες τώρα και να καταστεί πρωτοπόρα ηγετική δύναμη σ’ ένα νέο «μπλοκ εξουσίας», με βάση ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα που να ανταποκρίνεται στις σημερινές ζωτικές ανάγκες αυτού του τόπου.

Γιατί ενώ η δύναμή του είναι μικρή, έχει ο ΣΥΝ., μεγάλο «ειδικό βάρος». Αγγίζει και συγκινεί γνήσιες πατριωτικές και προοδευτικές δυνάμεις αυτού του τόπου που όμως δίσταζαν και διστάζουν πάντα να τον ακολουθήσουν στην αντιφατική και αδιέξοδη πολιτική του.

Θα μπορέσει όμως; Πρέπει να παραδεχθώ πως οι ελπίδες είναι ελάχιστες έως ανύπαρκτες…

Είναι λοιπόν, αγαπητέ Φοίβο, ζωτική ανάγκη «να ιχνεύσουμε τα λάθη και τα πάθη» και «να διαλεχτούμε αντικειμενικά με την ιστορία». Γιατί διαφορετικά δεν θα μπορέσουμε να φθάσουμε στην εθνική μας αυτογνωσία, δεν θα μπορέσουμε να βρούμε «τι φταίει» και τι πρέπει να γίνει.

Δεν θα μπορέσουμε «να αντλήσουμε καθοριστικά για την εθνική, πολιτική και ηθική μας συμπεριφορά, διδάγματα από το παρελθόν», δεν θα μπορέσουμε «να δημιουργήσουμε μία υψηλή και κοφτερή επίγνωση για το παρόν». Και το «παρόν» αυτό είναι γεμάτο κινδύνους και απειλές για την πατρίδα μας.

«Πολύβουες, βαριές με ζώνουν αρμονίες», λέει κάπου ο ποιητής. Πελώριοι εθνικοί κίνδυνοι και απειλές μας ζώνουν από παντού, θα μπορούσαμε να πούμε εμείς.

Κινδυνεύουμε να χάσουμε το τρένο της Ευρώπης με συνέπειες που ανατριχιάζει κανείς και μόνο που τις σκέφτεται. Η βόρεια Κύπρος έχει σχεδόν τουρκοποιηθεί οριστικά και η ελεύθερη Κύπρος ζει με τη μόνιμη απειλή μίας νέας «σε εύθετο χρόνο» Τουρκικής εισβολής. Όπως δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ο Χρ. Οικονομίδης, «αν δεν βρεθεί ειρηνική λύση του Κυπριακού κι η βόρεια Κύπρος καταστεί οριστικά επαρχία της Τουρκίας -οπότε το κρατίδιό μας του μισού εκατομμυρίου θα έχει εχθρικά και ακροσφαλή σύνορα δια μέσου της Κύπρου με την πάνοπλη Τουρκία των 55 εκατομμυρίων που αυξάνεται κάθε χρόνο κατά 1 εκατομμύριο – το εθνικό και οικονομικό μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού θα είναι πολύ ζοφερό». Ο κυπριακός Ελληνισμός βρίσκέται λοιπόν σε θανάσιμο κίνδυνο. Και ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου με τους Τούρκους, μικρότερης ή μεγαλύτερης διάρκειας, ελλοχεύει πάντα.

Όμως για όλα αυτά και για άλλα πολλά, φταίνε «οι άλλοι», φταίνε «οι ξένοι». Αυτό μας διδάσκει η ιστορία αφού τόσο αδίστακτα την παραποιήσαμε και την διαστρεβλώσαμε, αφού την βάλαμε «στην κλίνη του Προκρούστη των σκοπιμοτήτων».

Κι αφού πάντα φταίνε «οι ξένοι», είναι φανερό πως δεν μπορούμε να τους εμπιστευόμαστε. Πρέπει διαρκώς να είμαστε κουμπωμένοι στις οποιεσδήποτε πρωτοβουλίες τους για επίλυση του Κυπριακού και ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μας με τους Τούρκους. Πρέπει συνεχώς και σε κάθε περίπτωση να αναζητούμε «προκλήσεις» και «παγίδες» και να παραμένουμε αδιάλλακτοι και ανυποχώρητοι.

Τώρα γιατί οι «ξένοι» μας δέχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και γιατί μας έσωσαν και μας σώζουν από τη χρεοκοπία με τα τρισεκατομμύρια των «πακέτων» Ντελόρ και Σαντέρ, είναι ένα άλυτο μυστήριο…

Είναι νομίζω ζωτική εθνική ανάγκη να σοβαρευτούμε. Να κατανοήσουμε το σύγχρονο κόσμο, να δώσουμε πειστικές απαντήσεις στα κρίσιμα προβλήματα που μας ζώνουν. Και σ’ αυτό μπορεί αποφασιστικά να μας βοηθήσει η ιστορική αλήθεια.

Δε μπορούμε λοιπόν, αγαπητέ Φοίβο, να την αφήσουμε να περιμένει άλλο. Έχουμε χρέος να προχωρήσουμε τώρα, έστω και με τόση καθυστέρηση, στην απομυθοποίηση, να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Να λαλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας. Γιατί η αλήθεια, είναι κι αυτό νομίζω ένα «απλό μάθημα» Ιστορίας, ταυτίζεται με την πατρίδα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s