Η μετατροπή της Ελλάδας σε «Ρουμ μιλέτ»

Κείμενο εργασίας 07/19-5-2010, Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (Ι.Α.Α.Α.)

Η «ιστορική», όπως χαρακτηρίστηκε, επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Αθήνα και τα αποτελέσµατα αυτής σηµατοδοτούν µία ανησυχητική εξέλιξη για τα συµφέροντα του Ελληνισµού. Για άλλη µια φορά η Ελλάδα καλείται και κατά τα φαινόµενα προσέρχεται, σχεδόν εθελοντικά, να µετατραπεί από ένα ανεξάρτητο έθνος-κράτος σε µία εθνο-θρησκευτική οντότητα, το «Ρουµ µιλέτ» (η Ρωµαϊκή θρησκευτικο-εθνική κοινότητα) στο πλαίσιο ενός υπό ανασύσταση Νέο-Οθωµανικού χώρου. Τι όµως προσπάθησε η Άγκυρα να επιτύχει στην Αθήνα, το οποίο εκτιµάται πως µπορεί να έχει ολέθρια αποτελέσµατα στα ίδια τα κυριαρχικά δικαιώµατα του ελληνικού κράτους ακόµα και µέσα στην ίδια του την -υπό αίρεση από την Τουρκία-επικράτεια; Η Άγκυρα µέσω των προτάσεών της, πρώτον, προσπαθεί να αλλοιώσει τον πολιτισµικό χαρακτήρα της Ελλάδας και να την οδηγήσει σταδιακά σε πρότυπα και καταστάσεις της Οθωµανικής περιόδου, δεύτερον, φιλοδοξεί να παίξει έναν πολύ σηµαντικό ρόλο στις διαµορφούµενες νέες οικονοµικές ισορροπίες της χώρας, ειδικά στον τοµέα του ελέγχου του χρήµατος και των επενδύσεων, τρίτον προσπαθεί να την αφοπλίσει, στην κυριολεξία, έτσι ώστε να απολέσει και το τελευταίο της αποτρεπτικό όπλο το οποίο σε κάθε περίπτωση τα τελευταία 35 έτη λειτούργησε και λειτουργεί αποτελεσµατικά, παρά τις µεγάλες του αδυναµίες.

Ο Νέο-Οθωµανικός σχεδιασµός της Άγκυρας

Τα σηµεία στα οποία ο παρατηρητής θα πρέπει να επικεντρώσει την προσοχή του, εάν θα ήθελε να αποκωδικοποιήσει τις τουρκικές επιδιώξεις, είναι τα κάτωθι:

•     Πολιτισµική-Θρησκευτική Παράµετρος: Η Άγκυρα µέσω της επίσκεψης και του τρόπου διαπραγµάτευσης προσπαθεί να αναγκάσει την Αθήνα να προχωρήσει σε κινήσεις, σχεδόν µονοµερείς, οι οποίες εάν ευοδωθούν ολόκληρη η µουσουλµανική κοινότητα της Ελλάδας θα καταστεί υποχείριο της Τουρκίας. Η Αθήνα, µε αντάλλαγµα την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και την επαναφορά του ορφανοτροφείου στον έλεγχο της ελληνικής κοινότητας, αναγγέλλει, µε τον πλέον επίσηµο τρόπο, την ανακαίνιση του Φετιγιέ Τζαµί στους πρόποδες της Ακροπόλεως, ενώ ως «δώρο» εξαγγέλλεται και ένα φιλόδοξο πρόγραµµα για την ανάδειξη των Οθωµανικών µνηµείων, κυρίως τζαµιών, πανελλαδικώς. Η κίνηση αυτή θα πρέπει να συνδεθεί και µε την εσπευσµένη ανακοίνωση για την κατασκευή τζαµιού στην Αθήνα σε έκταση που αποδίδεται από το Πολεµικό Ναυτικό στον Βοτανικό. Η τουρκική δε πλευρά συνέδεσε απολύτως την επαναλειτουργία της Χάλκης µε την αποδοχή από την Ελλάδα της πρότασής της για την εκλογή του Μουφτή στην Θράκη από την µουσουλµανική κοινότητα (ενώ στην Τουρκία οι µουφτήδες διορίζονται).

Στις παραπάνω εξελίξεις θα πρέπει να σηµειωθούν δύο θέµατα. Πρώτον, ο τρόπος µε τον οποίο η ελληνική πολιτεία αντιµετωπίζει το θέµα του πραγµατικού προβλήµατος της κατασκευής κτηρίων λατρείας για την µουσουλµανική κοινότητα στην Αθήνα είναι από ακατανόητος έως αυτοκαταστροφικός. Είναι δυνατόν, ένας νόµος για την κατασκευή του τζαµιού στην Αθήνα ο οποίος ψηφίστηκε το 2000 να ενεργοποιείται κατά την διάρκεια της επίσκεψης του ισλαµιστή πρωθυπουργού στην Αθήνα; Τόσο η κατασκευή του νέου τζαµιού όσο και η «ανακαίνιση» του Φετιγιέ αποδίδεται πλέον στον επίδοξο «πατερούλη» των απανταχού µουσουλµάνων στην Ελλάδα τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Με την πολιτική της, η Αθήνα, ουσιαστικά βοηθάει την Τουρκία να παρουσιαστεί ως ο de facto προστάτης των άνω του µισού εκατοµµυρίου µουσουλµάνων της Αθήνας εκτός δηλαδή αυτών που βρίσκονται στην Θράκη. Αντιλαµβάνεται η ελληνική κυβέρνηση πως το «δώρο» της Αθήνας στον Ρ. Τ. Ερντογάν δεν είναι ένα τζαµί αλλά µία κοινότητα ανθρώπων η οποία, λόγο των παγκοσµίων συγκυριών ανά πάσα στιγµή µπορεί να χρησιµοποιηθεί κατά το δοκούν από την Άγκυρα;

Εάν δε κάποιος ισχυρισθεί πως όλα αυτά γίνονται για την επαναλειτουργία της Χάλκης η απάντηση είναι αυτή που έδωσε ο ίδιος ο Τούρκος πρωθυπουργός. Η Χάλκη εξισώνεται µε τον έλεγχο από την Άγκυρα της µουσουλµανικής µειονότητας της Θράκης, δηλαδή µε την εκλογή του Μουφτή από τους ελεγχόµενους από την Τουρκία κύκλους. Ούτως ή άλλως η Ελλάδα χαρακτήρισε την ανακαίνιση, την κατασκευή και λειτουργία των τζαµιών ως «δώρο», θέτοντάς την δηλαδή εκτός του διαπραγµατευτικού πλαισίου.

∆ύο ακόµα πολύ σηµαντικά θέµατα τα οποία τέθηκαν από τον Τούρκο πρωθυπουργό σχετίζονται µε την Οικουµενικότητα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και µε την επιστροφή των Ελλήνων που διαθέτουν τουρκικά διαβατήρια. Αναφορικά µε το πρώτο ο Ρ. Τ. Ερντογάν δήλωσε µε έµφαση πως «αφού δεν ενόχλησε τους προγόνους µου η Οικουµενικότητα του Πατριάρχη τότε δεν ενοχλεί και εµένα». Επιπροσθέτως προσκάλεσε τους 50.000 «Ρωµιούς» οι οποίοι έφυγαν κατά καιρούς από την Τουρκία να γυρίσουν διότι θα απολαύσουν ένα καθεστώς ισονοµίας και ισοπολιτείας. Είναι σαφές πως και οι δύο αυτές πρωτοβουλίες κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση εάν δεν υπήρχε µία σηµαντική παράµετρος. Η παράµετρος αυτή έχει να κάνει µε το νέο-Οθωµανικό µοντέλο που προωθεί η ηγεσία του ΑΚΡ. Με άλλα λόγια, οΡ. Τ. Ερντογάν αναφερόµενος στους «προγόνους του» δεν µιλάει για την κεµαλική ηγεσία η οποία και προσπάθησε να χαρακτηρίσει τον εκάστοτε Οικουµενικό Πατριάρχη ως ηγέτη των Ελληνορθόδοξων της Τουρκίας, αλλά για τους Οθωµανούς Σουλτάνους οι οποίοι αναβίβαζαν τους Πατριάρχες στα κορυφαία σκαλοπάτια της Οθωµανικής ιεραρχίας. Η Άγκυρα προσπαθεί να χρησιµοποιήσει τόσο το πατριαρχείο όσο και τους Ρωµιούς ως µέσο εξωραϊσµού του Οθωµανισµού  της και βέβαια ως «πολιορκητικό κριό» για τις αιτιάσεις των «εχθρών» της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπροσθέτως, η δυνητική παλιννόστηση των Ρωµιών στην Κωνσταντινούπολη θα προσδώσει κύρος στον νέο­Οθωµανισµό ως µία συνθετική προσέγγιση των πραγµάτων, κάτι το οποίο δεν µπορεί να συµβεί αφού η Οθωµανική ταυτότητα που ακολουθούν οι κρατούντες της Άγκυρας δεν είναι άλλη από την Πανισλαµική της περιόδου του Αµπνούλ Χαµίτ Β’. Μία δεύτερη σκέψη αφορά την πιθανότητα οι παλιννοστούντες Ρωµιοί να αποτελέσουν για µία ακόµα φορά «αιχµαλώτους» της Άγκυρας σε κάθε µελλοντική κρίση µε την Αθήνα η οποία χάριν αυτών θα αναγκάζεται να υποκύπτει στις απαιτήσεις της Τουρκίας.

Συνοπτικά αναφορικά µε τις πολιτισµικές παραµέτρους της επίσκεψης εκτιµάται πως:

(1) H Αθήνα µε τις κινήσεις της κάνει «δώρο» στην Ισλαµική ηγεσία της Τουρκίας τον έλεγχο της µουσουλµανικής κοινότητας που διαβιεί στην Ελλάδα. Είναι σαφές πως ο κίνδυνος µελλοντικής χρησιµοποίησης του µουσουλµανικού στοιχείου από την Τουρκία για τους δικούς της σκοπούς επεκτείνεται και εκτός Θράκης.

(2) Για να πετύχει την επαναλειτουργία της Χάλκης η Αθήνα δεν πρέπει µόνο να «χρίσει» προστάτη των µουσουλµάνων της χώρας µας την Τουρκία αλλά θα πρέπει να παραδώσει τον έλεγχο των µουσουλµάνων της Θράκης απευθείας σε αυτήν µέσω της εκλογής του Μουφτή από ελεγχόµενους από την Άγκυρα κύκλους.

(3) Η Τουρκία ακολουθώντας µία συνεπή νέο-Οθωµανική πολιτική ζητάει την αναστύλωση των µνηµείων Οθωµανικού µεγαλείου στην Ελλάδα όπως ακριβώς το έχει ζητήσει και από τις άλλες χώρες οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «Στρατηγικό Βάθος» της Άγκυρας.

(4) Ο κίνδυνος πολιτισµικής Οθωµανοποίησης/Ισλαµοποίησης της Ελλάδας είναι µεγάλος αφού η Τουρκία χρίζεται προστάτης των απανταχού µουσουλµάνων µε την Ελλάδα να τείνει να καταστεί «υπόλογος» προς την Άγκυρα για κάθε πρόβληµα το οποίο θα µπορούσε να προκύψει στο εσωτερικό της χώρας. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του «προέδρου» των µουσουλµάνων της Αθήνας, ο οποίος σύµφωνα µε την ΖΑΜΑΝ εκπροσωπεί 700.000 (!) ανθρώπους πως το τζαµί στον Βοτανικό είναι µόνο η αρχή, µόλις χτιστεί και οι Αθηναίοι το «συνηθίσουν» µετά θα κατασκευαστούν και άλλα.

(5) Οι συγκεκριµένες εξελίξεις «επενδύονται» και µε τις αποφάσεις ενεργοποίησης και των επιτροπών για την αλλαγή των βιβλίων ιστορίας τα οποία θα προσπαθήσουν να ωραιοποιήσουν/αποκρύψουν καταστάσεις σε µία προσπάθεια να δηµιουργηθεί ένα καλύτερο «κλίµα» µεταξύ των δύο πλευρών.

• Οικονοµική Παράµετρος: H Αθήνα ευρισκόµενη στην πλέον δεινή οικονοµική κατάσταση της µεταπολεµικής εποχής αποτελεί για την Άγκυρα ένα «ώριµο φρούτο» το οποίο δεν έχει παρά να «κόψει». Η επιχειρηµατική «απόβαση» στην Αθήνα σαφώς και δεν θα µπορούσε να χαρακτηριστεί µε την πρώτη µατιά ως αρνητική. Όµως, µία δεύτερη ανάγνωση των τουρκικών προθέσεων καταδεικνύει σαφώς δύο επικίνδυνες παραµέτρους οι οποίες θα πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη από την Αθήνα, αλλά και µία τρίτη η οποία εάν ευοδωθεί θα καταστήσει την Άγκυρα ρυθµιστικό παράγοντα της οικονοµικής, κοινωνικής και κατ’ επέκταση πολιτικής πραγµατικότητας της Ελλάδας.

Η πρώτη παράµετρος έχει να κάνει µε την προσπάθεια οικονοµικού εναγκαλισµού των νήσων του ανατολικού Αιγαίου από την Άγκυρα. Είναι σαφές πως οι χρόνιες ελλείψεις υποδοµών που αντιµετωπίζουν ακόµα και τα µεγαλύτερα νησιά του ανατολικού Αιγαίου εντείνουν µία γεωπολιτική πραγµατικότητα. Τα νησιά του Αιγαίου, από την φύση τους «κοιτάνε» περισσότερα προς τις ακτές της Μικράς Ασίας παρά προς την ηπειρωτική Ελλάδα. Η γεωπολιτική αυτή πραγµατικότητα θα έπρεπε εδώ και δεκαετίες να ευαισθητοποιήσει τους κρατούντες κάτι το οποίο δεν φαίνεται να συµβαίνει. Αποτέλεσµα είναι τα νησιά να συνδέονται de facto µε την Τουρκία όλο και περισσότερο τόσο σε οικονοµικούς όσο και σε όρους βασικών υποδοµών και υπηρεσιών.

Ο Τούρκος πρωθυπουργός δεν παρέλειψε να αναρωτηθεί γιατί υπάρχουν αντιρρήσεις στην ηλεκτροδότηση των νήσων από την Τουρκία, ενώ βασική παράµετρος ανάπτυξης για αυτόν είναι να αυξηθεί ο αριθµός των Τούρκων, επιχειρηµατιών και τουριστών, οι οποίοι θα επισκέπτονται τα νησιά χωρίς πολλές «διατυπώσεις».

Η δεύτερη παράµετρος σχετίζεται µε την ενέργεια και την πιθανότητα η Άγκυρα να συµµετάσχει στην κατασκευή του υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου που θα συνδέει την Ελλάδα µε την Ιταλία. Με άλλα λόγια η Τουρκία φαίνεται να ζητάει από την Ιταλία και την Ελλάδα να αποκτήσει µερίδιο σε ένα µέρος της διαδροµής η οποία δεν έχει καµία σχέση µε αυτή. Υπενθυµίζεται πως ο υποθαλάσσιος αυτός αγωγός αποτελεί µέρος του σχεδίου ITGI (Interconnector Turkey-Greece-Italy) ο οποίος σχεδιάζεται να µεταφέρει αζέρικο φυσικό αέριο στην Ευρώπη. Για την ώρα οι λεπτοµέρειες της διαπραγµάτευσης δεν έχουν γίνει γνωστές οι συζητήσεις όµως συνεχίζονται ενώ το Μνηµόνιο Κατανόησης (Memorandum of Understanding – MoU)  που υπογράφει σχετίζεται άµεσα µε τις εξελίξεις.

Η τρίτη και πλέον σοβαρή παράµετρος της οικονοµικής και επιχειρηµατικής συνεργασίας των δύο πλευρών έχει να κάνει µε τον χρηµατοπιστωτικό τραπεζικό και χρηµατιστηριακό τοµέα. Μεταξύ άλλων, η Άγκυρα επικέντρωσε την προσοχή της στην περαιτέρω επέκταση της παρουσίας της τράπεζας ZIRAAT BANKASI στην χώρα µας. Υπενθυµίζεται πως η παρουσία της συγκεκριµένης τράπεζας στην Θράκη έχει συναντήσει µεγάλη αντίδραση στην τοπική κοινωνία αφού κατηγορείται πως προωθεί «κρυφή ατζέντα» της Άγκυρας στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό πως σε µία αποστροφή του λόγου του Ρ. Τ. Ερντογάν στο επιχειρηµατικό forum, απευθύνθηκε στον Έλληνα οµόλογό του προτρέποντάς τον «Γιώργο, σου ζητώ να άρεις τα γραφειοκρατικά κωλύµατα και να βοηθήσεις την ΖIRAAT να αυξήσει τα υποκαταστήµατά της στην Ελλάδα».

Συνοπτικά αναφορικά µε τις οικονοµικές παραµέτρους της επίσκεψης εκτιµάται πως:

(1) Η Άγκυρα επιδιώκει να «ενοποιήσει» οικονοµικά και σε επίπεδο υποδοµών και υπηρεσιών τις νήσους του ανατολικού Αιγαίου µε την Μικρά Ασία.

(2) Η συµµετοχή της Τουρκίας στο κοµµάτι του ελληνο-ιταλικού αγωγού ουσιαστικά θα της επιτρέψει να αποκτήσει επιπλέον κέρδη από το όλο σχέδιο ενώ δεν αντισταθµίζεται σε καµία περίπτωση από δυνητική συµµετοχή της Αθήνας στο κοµµάτι του Αζερµπαϊτζάν-Τουρκίας. Επιπροσθέτως, εάν η συγκεκριµένη εξέλιξη επιβεβαιωθεί εκτιµάται πως η Τουρκία θα έχει αποκτήσει «λόγο» στα τεκταινόµενα στο Ιόνιο ενώ είναι σαφές πως θα µπορεί να επηρεάσει ακόµα και την ελληνική προσπάθεια διευθέτησης της Αποκλειστικής Οικονοµικής Ζώνης µε την Αλβανία.

(3) Η τρίτη και πλέον σηµαντική παράµετρος ουσιαστικά υποδηλώνει τον διττό σχεδιασµό της Άγκυρας. Πρώτον, η Τουρκία προσπαθεί να ελέγξει ακόµα περισσότερο τον µουσουλµανικό πληθυσµό της Θράκης, µαζί µε την γη του, δεύτερον η επέκταση της ΖΙRAAT ακόµα και στην Αθήνα δεν µπορεί παρά να προσελκύσει τις εκατοντάδες χιλιάδες των µουσουλµάνων που διαβιούν στην πρωτεύουσα και επιχειρείται να τεθούν και αυτοί υπό την προστασία της Άγκυρας. Η ελληνική κυβέρνηση δεν θα πρέπει να υποτιµήσει την πιθανότητα η ZIRAAT να αποτελέσει την «ασύµµετρη παράµετρο» ελέγχου και χρησιµοποίησης των µουσουλµάνων της Ελλάδας από µεριάς της Άγκυρας.

• Στρατιωτική Παράµετρος: Οι δηλώσεις του αντιπροέδρου της ελληνικής κυβέρνησης Θεόδωρου Πάγκαλου αποτελούν την πεµπτουσία της στρατηγικής που ακολουθεί η Άγκυρα αναφορικά µε το πλέον ευαίσθητο αλλά και σηµαντικό πυλώνα της ελληνικής αποτροπής τόσο απέναντι στην διαχρονική απειλή που πρεσβεύει ο νέο-Τουρκικός κεµαλικός εθνικισµός όσο και ο νέο-Οθωµανικός πανισλαµικός ιµπεριαλισµός. Κατά την επίσκεψη στην Αθήνα, η τουρκική στρατηγική επικέντρωσε σε τρία κυρίως θέµατα. Στην προώθηση της ιδέας των πτήσεων αφοπλισµένων αεροσκαφών στο Αιγαίο, στην επέκταση των Μέτρων Οικοδόµησης Εµπιστοσύνης (ΜΟΕ) και στην µείωση των εξοπλισµών.

Το ζήτηµα της πτήσης αφοπλισµένων αεροσκαφών στο Αιγαίο αποτελεί ένα κραυγαλέο παράδειγµα για το πώς αντιλαµβάνεται η Άγκυρα την εν λόγω περιοχή. Η Ελλάδα, έχει όχι απλώς το δικαίωµα αλλά την υποχρέωση από τους διεθνείς κανόνες και δίκαιο να στέλνει στον εθνικό της εναέριο χώρο  και στο FIR Αθηνών οπλισµένα αεροσκάφη, έτσι ώστε να εγγυάται την ασφαλή και οµαλή διεξαγωγή των αεροµεταφορών αλλά και την εθνική ακεραιότητα της χώρας. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως στο Αιγαίο η χώρα µας έχει τα αυτά κυριαρχικά δικαιώµατα µε αυτά που απολαµβάνει και στον ηπειρωτικό της χώρο. Με άλλα λόγια η τουρκική πρακτική και η ελληνική µη-αντίδραση των τελευταίων δεκαετιών έχουν καταστήσει την θαλάσσια έκταση του Αιγαίου «αµφισβητούµενης» κυριαρχίας, κάτι το οποίο, λόγω της θαλάσσια φύσης του συγκεκριµένου χώρου «περνάει» πιο «εύπεπτα» στην ελληνική κοινή γνώµη. Το ίδιο δεν θα µπορούσε να συµβεί σε ηπειρωτικό έδαφος. Έτσι η τουρκική πρόταση για τις πτήσεις αεροσκαφών χωρίς οπλισµό ουσιαστικά αρνείται από την Ελλάδα το δικαίωµά και υποχρέωση που έχει να ελέγχει την περιοχή, την ουδετεροποιεί και καθιστά την Άγκυρα συνδιαχειριστή της.

Η Τουρκία ουσιαστικά ζητάει να µπαίνει παράνοµα στην «αυλή» της Ελλάδας, αλλά κάνει την παραχώρηση να µην έρχεται… οπλισµένη. Η Αθήνα θα πρέπει να λάβει υπόψη της πως εάν πειθαρχήσει στην «ειρηνική» αυτή προτροπή ουσιαστικά «αυτο-ευνουχίζεται» και παραιτείται των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που έχει στο Αιγαίο καθιστώντας το από ελληνικό χώρα «ουδέτερη ζώνη».

Το δεύτερο σηµείο στο οποίο η τουρκική πλευρά στάθηκε έχει να κάνει µε την επέκταση των ΜΟΕ που συµφωνήθηκε πριν λίγες ηµέρες κατά την επίσκεψη του Αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών στην Άγκυρα. Θα πρέπει να σηµειωθεί πως η χρησιµότητά τους στην ελληνοτουρκική περίπτωση είναι από περιορισµένη έως ανύπαρκτη, αφού η έννοια των ΜΟΕ αφορά κυρίως την αποκατάσταση εµπιστοσύνης µεταξύ δύο αντιµαχόµενων πλευρών οι οποίες βρίσκονται εκατέρωθεν µίας γραµµής αντιπαράθεσης.

Στην περίπτωση του Αιγαίου, το ζητούµενο δεν είναι έλλειψη εµπιστοσύνης, αλλά η διακηρυγµένη πολιτική της Άγκυρας για ανατροπή του status quo, για την επίτευξη του οποίου η εµπειρία δείχνει πως δεν υφίσταται δισταγµός ακόµη και για τη χρήση ένοπλης βίας. Η έννοια των ΜΟΕ δεν πρόκειται να έχει πρακτική αξία εάν η Άγκυρα αποφασίσει να υλοποιήσει τις επιδιώξεις δυναµικά. Υπενθυµίζεται πως σε τελευταίες προκλητικές ενέργειες των τουρκικών δυνάµεων στο Αιγαίο, ακόµα και το πλέον αξιόλογο µέτρο που προβλέπεται από τα ΜΟΕ, αυτό της «κόκκινης γραµµής» µεταξύ των δύο στρατιωτικών ηγεσιών, δεν λειτούργησε η τουρκική ηγεσία είτε δεν «σήκωνε το ακουστικό» είτε γιατί όταν υπήρχε επικοινωνία «ευχόταν καλές γιορτές» στους Έλληνες οµολόγους της.

Το τρίτο σκέλος της τουρκικής προσπάθειας «αποκοιµίσεως» της χώρας µας αφορά τις προτροπές της Άγκυρας για µείωση των εξοπλισµών, επ’ ευκαιρία της οικονοµικής κρίσης στην χώρα µας. Το συγκεκριµένο επιχείρηµα το οποίο φαίνεται πως είναι αποδεκτό από τουλάχιστον ένα µέλος της ελληνικής κυβέρνησης, τον Θ. Πάγκαλο, µόνο µειδίαµα θα µπορούσε να φέρει ακόµα και στον πλέον άπειρο παρατηρητή των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τα σηµεία στα οποία θα πρέπει να σταθεί κάποιος είναι δύο:

Πρώτον, η Ελλάδα έχει να προµηθευτεί κύριο οπλικό σύστηµα από το 2005 όταν και αποφασίστηκε η αγορά 30 µαχητικών F-16 Block 52Μ. Τα τελευταία πέντε έτη είτε αποπληρώνει αγορές της εποχής µετά την κρίση των Ιµίων, είτε αγοράζει υλικό δευτερεύουσας σηµασίας ενώ οι περικοπές αφορούν πλέον και τα λειτουργικά έξοδα των Ενόπλων ∆υνάµεων. Με άλλα λόγια η Αθήνα εάν περικόψει περαιτέρω τα κονδύλια που αφιερώνει στην άµυνα θέτει σε κίνδυνο την αποτρεπτική της ικανότητα αφού οι διαθεσιµότητες κρίσιµων οπλικών συστηµάτων βρίσκονται σε οριακά πλέον επίπεδα. Η «καραµέλα» της µείωσης των εξοπλιστικών προγραµµάτων αυτή τη στιγµή συνεπάγεται όχι την µη απόκτηση νέων δυνατοτήτων αλλά την απώλεια υφισταµένων η απόκτηση των οποίων έχει κοστίσει δισεκατοµµύρια στον Έλληνα φορολογούµενο. Το θέµα της «µείωσης των εξοπλισµών» τίθεται από κύκλους είτε αδαείς περί των αµυντικών θεµάτων της χώρας, είτε από προσκολληµένους σε µία παρωχηµένη ρητορική άλλων δεκαετιών η οποία δεν ανταποκρίνεται στην σηµερινή πραγµατικότητα, είτε από κάποιους οι οποίοι επιδιώκουν τον αφοπλισµό της χώρας σε περίοδο κατά την οποία η ύπαρξή της ως αυτόνοµη γεωπολιτική µονάδα βρίσκεται υπό αµφισβήτηση.

∆εύτερον, εάν κάποιος στρέψει το βλέµµα του στην άλλη πλευρά του Αιγαίου θα διαπιστώσει πως η Άγκυρα, πρώτον, εντείνει την εξοπλιστική της προσπάθεια και δεύτερον, ηέµφαση δίνεται στην απόκτηση δυνατοτήτων οι οποίες, χωρίς καµία αµφιβολία, στρέφονται κατά του επιχειρησιακού περιβάλλοντος του Αιγαίου και του Έβρου. Αναφορικά µε τα κονδύλια που αφιερώνει η Τουρκία στα εξοπλιστικά της προγράµµατα θα πρέπει να σηµειωθεί πως εκτός από τον «επίσηµο» προϋπολογισµό υπάρχουν και άλλοι «ανεπίσηµοι» και απόρρητοι στους οποίους δεν ανακοινώνονται τα συνολικά ποσά. Με άλλα λόγια ουδείς, πλην της ηγεσίας στην Άγκυρα, δεν γνωρίζει το πραγµατικό ποσό που αφιερώνεται στην Άµυνα το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι υπερ-πολλαπλάσιο του αντίστοιχου ελληνικού. Σε σχέση µε τις εξοπλιστικές προτεραιότητες της Τουρκίας η κατάσταση είναι ακόµα πιο ανησυχητική αφού µία απλή παράθεση των αποκτούµενων συστηµάτων και των εξοπλιστικών σχεδίων καταδεικνύει µία τάση απόκτησης σηµαντικότατων αεροναυτικών δυνατοτήτων οι οποίες χρησιµοποιούνται σε σενάρια ασκήσεων κατάληψης νήσων του Αιγαίου, ενώ οι εξελίξεις των τελευταίων µηνών στον Έβρο, υπογραµµίζουν τον κίνδυνο ταχύτατης βίαιης διάβασης του ποταµού και δυνατότητα ασφαλούς άρσης των ναρκοπεδίων του Ελληνικού Στρατού µε αποτέλεσµα την διευκόλυνση κίνησης των τεθωρακισµένων δυνάµεων της Άγκυρας προς… ∆υσµάς. Συνοπτικά αναφορικά µε τις στρατιωτικές παραµέτρους της επίσκεψης εκτιµάται πως:

(1) Η Άγκυρα µέσω της ρητορικής και των προτάσεων µετατροπής του Αιγαίου σε «θάλασσα ειρήνης» και «γέφυρα» µεταξύ των δύο πλευρών επιχειρεί ουσιαστικά να παρασύρει την Αθήνα στην αποδοχή ουδετεροποίησής του και ουσιαστικής αποκοπής του από τον εθνικό κορµό.

(2) Ηεµφατική αναφορά στην πρακτική των ΜΟΕ δεν κάνει τίποτα άλλο από το να «αποκοιµίζει» την Αθήνα, µε µία επίφαση δηµιουργίας συνθηκών ασφάλειας, αλλά και να την οδηγήσει σταδιακά στην µη εκτέλεση ενεργειών που συνδέονται µε την εµπέδωση των κυριαρχικών της δικαιωµάτων και υποχρεώσεων στους ουρανούς και τις θάλασσες του Αιγαίου.

(3) Η δε συνεχείς αναφορές στο θέµα των εξοπλισµών υπογραµµίζει τον στόχο εξουδετέρωσης της πλέον επίφοβης από την Τουρκία δύναµης αποτροπής της Αθήνας. Η περίπτωση αποδοχής της εν λόγω πολιτικής σε συνδυασµό µε την συνεχή, συνεπή και στοχευµένη εξοπλιστική προσπάθεια της Άγκυρας θα δηµιουργήσει συνθήκες ανισορροπίας τόσο στο Αιγαίο όσο και στον Έβρο, µεό,τι αυτό συνεπάγεται.

Σταθερές για µία ελληνική πολιτική αποτροπής

Κατόπιν όλων των προαναφερόµενων το Ι.Α.Α.Α εκτιµά πως η Αθήνα θα πρέπει να ακολουθήσει µία πολύ προσεχτική στάση απέναντι στην «ιστορική», όπως χαρακτηρίστηκε, επίσκεψη του Ρ. Τ. Ερντογάν. Η ελληνική κυβέρνηση κατά την εκπόνηση πολιτικής απέναντι στην Τουρκία θα πρέπει να λάβει σοβαρά τις ακόλουθες επισηµάνσεις:

  • H τουρκική ηγεσία, για πρώτη φορά από την εποχή ίδρυσης της Τουρκικής ∆ηµοκρατίας (1923) ακολουθεί µία ολοκληρωµένη γεωπολιτική­γεωπολιτισµική θεώρηση η οποία έχει αφετηρία, τελικό στόχο και ενδιάµεσα στάδια. Ο σκοπός της εν λόγω θεωρίας έχει να κάνει µε την ανασύσταση του Οθωµανικού χώρου, το «Στρατηγικό Βάθος» της Τουρκίας κατά τον Α. Νταβούτογλου.
  • Ο τρόπος για να το επιτύχει η Άγκυρα δίνει έµφαση στη βέλτιστη εκµετάλλευση των πολιτισµικών, θρησκευτικών, οικονοµικών και στρατιωτικών πλεονεκτηµάτων που θεωρεί πως έχει απέναντι στους δυνητικούς αντιπάλους, αλλά και δυνητικούς «υπηκόους».
  • Η στάση απέναντι στην Ελλάδα αποτελεί το τυπικό παράδειγµα εκµετάλλευσης των προαναφερόµενων δυνατοτήτων. Ο τρόπος δε µε τον οποίο προσπαθεί να προσεγγίσει την Αθήνα, µέσω της δηµιουργίας του Ανωτάτου Συµβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ), αποτελεί το «όχηµα» της συγκεκριµένης πολιτικής. Υπενθυµίζεται πως το ίδιο όργανο έχει συσταθεί  µε την Συρία και το Ιράκ, χώρες του Οθωµανικού χώρου, καθώς και µε την Ρωσία, Ισπανία και Ιταλία χώρες από τις οποίες η Άγκυρα εκτιµά πως εξασφαλίζει διαφόρων ειδών στρατηγικά οφέλη.

Το Ι.Α.Α.Α. µε βάση όλα τα παραπάνω δεν µπορεί παρά να προτείνει κάποιες βασικές σταθερές οι οποίες θα πρέπει να διέπουν το ελληνοτουρκικό «rapprochement» και στόχο έχουν να επιτρέψουν στην χώρα µας να αποφύγει µία ετεροβαρή σχέση η οποία στο άµεσο µέλλον µπορεί να αποβεί καταστρεπτική.

• Πολιτισµική-Θρησκευτική Παράµετρος:

(1) Στο θέµα της ανακαίνισης ή/και χρησιµοποίησης τζαµιών στην Αθήνα

προτείνεται το Φετιγιέ τζαµί σε καµία περίπτωση να µην χρησιµοποιηθεί ως λατρευτικός χώρος διότι το αρχαίο και ιστορικό κέντρο της Αθήνας δεν συνάδει µε την φυσιογνωµία και τα χαρακτηριστικά ενός µουσουλµανικού λατρευτικού χώρου. Το Φετιγιέ θα µπορούσε να χρησιµοποιηθεί ως µουσείο. Στο ζήτηµα δε των αναγκαίων λατρευτικών χώρων για την ευµεγέθη µουσουλµανική κοινότητα της Αθήνας, είναι σαφές πως θα χρειαστεί η κατασκευή ενός ακόµα αριθµού τζαµιών τα οποία όµως δεν θα πρέπει να επηρεάζουν την φυσιογνωµία της πόλης. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να καταστεί σαφές πως η κατασκευή και ο έλεγχος των εν λόγω λατρευτικών χώρων ανήκει αποκλειστικά στο ελληνικό κράτος το οποίο και τα χρηµατοδοτεί. Το πρόγραµµα δε δηµιουργίας λατρευτικού χώρου, αλλά και κοιµητηρίου, σε καµία περίπτωση δεν θα πρέπει να συνδέεται µε την Άγκυρα.

(2) Το ζήτηµα της Χάλκης θα πρέπει να αποσυνδεθεί από την απαίτηση της Άγκυρας να εκλέγει η ίδια τον Μουφτή. Η Αθήνα θα πρέπει να καταστήσει σαφές πως το ζήτηµα της οµαλής συνέχειας του Πατριαρχείου έχει διεθνείς και άκρως σηµαντικές γεωπολιτικές­γεωπολιτισµικές προεκτάσεις. Ο Μουφτής δε θα πρέπει να διορίζεται από το ελληνικό κράτος όπως ακριβώς προβλέπεται και δεν τίθεται θέµα διαπραγµάτευσης.

(3) Ο γενικότερος στόχος θα πρέπει να είναι η Ελλάδα να µην επιτρέψει να «τουρκοποιηθεί» η µουσουλµανική κοινότητα της Αθήνας, όπως επέτρεψε να συµβεί για ένα σηµαντικό κοµµάτι των µουσουλµάνων συµπολιτών µας στην Θράκη.

• Οικονοµική Παράµετρος:

(1) Οι νήσοι του ανατολικού Αιγαίου δεν είναι δυνατόν να περιέλθουν de facto στον οικονοµικό έλεγχο της Τουρκίας. Η Αθήνα θα πρέπει άµεσα να εκπονήσει αξιόπιστα σχέδια και προγράµµατα για την όσο το δυνατόν πιο αποτελεσµατική και σύντοµη σύνδεση των νησιωτικών κοινωνιών µε την ηπειρωτική Ελλάδα. Τυχόν σύνδεση µε την µικρασιατική ακτή θα πρέπει πάντα να πραγµατοποιείται µε τρόπους ισορροπηµένους και όχι ετεροβαρείς.

(2) Είναι σαφές πως σε ένα τόσο σηµαντικό ζήτηµα όσο ο αγωγός φυσικού αερίου ITGI, η συµµετοχή της Ελλάδας σε ισότιµη βάση προβλέπει είτε τη µη συµµετοχή της Τουρκίας στο τµήµα του ελληνο-ιταλικού αγωγού, είτε την ανάλογη κατάθεση αιτήµατος ώστε η Αθήνα να συµµετάσχει στα κέρδη και την εκµετάλλευση του αζερο­τουρκικού τµήµατος.

(3) Το πλέον λεπτό αλλά και δυνητικά επικίνδυνο ζήτηµα αφορά την επέκταση της τράπεζας ZIRAAT στην ελληνική επικράτεια. Ο έλεγχος µίας ξένης τράπεζας είναι ιδιαιτέρως δύσκολη υπόθεση. Κατά συνέπεια, η αντίδραση της Αθήνας θα µπορούσε να είναι η εξής: Η πάση θυσία αποφυγή δηµιουργίας µονοπωλίου στον οικονοµικό έλεγχο της µουσουλµανικής κοινότητας. Η Αθήνα αφενός θα πρέπει να προτρέψει τις ελληνικές τράπεζες να δηµιουργήσουν νέα χρηµατοοικονοµικά προϊόντα επικεντρωµένα στις ανάγκες της συγκεκριµένης κοινότητας και ενδεχοµένως να προσελκύσει, αφού µελετήσει µε προσοχή τις προτάσεις της και λάβει τα απαραίτητα «µέτρα ασφαλείας», τραπεζικά ιδρύµατα και από άλλες µουσουλµανικές χώρες για να επενδύσουν στην χώρα µας. Σε περίπτωση δε που η τουρκική επιχειρηµατική «επίθεση» φανεί πως είναι σοβαρή και στοχεύει αποκλειστικά στην υγιή επιχειρηµατική δράση και την κερδοφορία (όπως η συνεργασία Εθνικής και της τουρκικής Finansbank), χωρίς αλλότριες στοχεύσεις, η Ελλάδα διαθέτει όλες εκείνες τις δυνατότητες που θα της επιτρέψουν να επενδύσει περαιτέρω στην Τουρκία συνεργαζόµενη µε την Άγκυρα.

• Στρατιωτική Παράµετρος:

(1) Η Αθήνα θα πρέπει στην πράξη να ακολουθήσει µία πολιτική η οποία θα αποδεικνύει στην πράξη πως το Αιγαίο αποτελεί αναπόσπαστο κοµµάτι της Ελλάδας, όπως άλλωστε συνεχής είναι η παρουσία της Τουρκίας στο Αιγαίο µε σκοπό να το αµφισβητήσει. Τα ελληνικά αεροσκάφη θα πρέπει να πετούν οπλισµένα και να αναχαιτίζουν τους όποιους εισβολείς. Οι ασκήσεις θα πρέπει να είναι συχνές και η δέσµευση των περιοχών να εξυπηρετεί του στρατηγικούς και επιχειρησιακούς σχεδιασµούς της χώρας µας.

(2) Η Ελλάδα δεν έχει πλέον την πολυτέλεια της ακύρωσης των ΜΟΕ τα οποία έχουν κατά καιρούς υιοθετηθεί. Μπορεί όµως να αντιληφθεί πως στην πραγµατικότητα δεν έχουν ιδιαίτερη αξία εάν η άλλη πλευρά ουσιαστικά εµµένει στο στόχο αλλαγής του status quo της περιοχής. Σε µελλοντικές δε συζητήσεις για νέα ΜΟΕ, η Αθήνα θα πρέπει να τηρήσει επιφυλακτική στάση και να απαιτήσει αρχικά την πλήρη εφαρµογή των υφιστάµενων.

(3) Στο θέµα της µείωσης των εξοπλισµών η Ελλάδα θα πρέπει να καταστήσει σαφές πως υπάρχουν κάποιες ανελαστικές απαιτήσεις οι οποίες δεν µπορούν παρά να ικανοποιηθούν άµεσα. Για να υπάρξει δε αµοιβαία µείωση τότε θα πρέπει να ζητηθεί από την Άγκυρα να ακυρώσει µείζονα αεροναυτικά εξοπλιστικά προγράµµατα (δυνατό, αφού οι πραγµατικές απειλές για την τουρκική ασφάλεια δεν προέρχονται από τη ∆ύση…), καθώς και να δηµιουργηθεί ένα πλαίσιο για την αξιόπιστη καταµέτρηση των πραγµατικών κονδυλίων που αφιερώνει η Τουρκία σε προµήθεια οπλικών συστηµάτων. Το ζήτηµα της αποστρατιωτικοποίησης των νήσων δεν τίθεται καν υπό συζήτηση, ενώ δεν είναι λογικό να θεωρηθεί ως «αντίβαρο» στην απαγκίστρωση των τουρκικών δυνάµεων από τις ακτές της Μικράς Ασίας.

Αντι επιλόγου

Ως µία γενική παρατήρηση εκτιµάται πως η Αθήνα µπορεί να µεγιστοποιήσει τα οφέλη της απέναντι στον νέο-Οθωµανικό επεκτατισµό εάν προχωρήσει σε δύο συγκεκριµένα θέµατα:

  • Η αµυντική ικανότητα της Ελλάδας δεν είναι δυνατόν να τίθεται υπό αµφισβήτηση, ανεξαρτήτως της οικονοµικής κατάστασης της χώρας. Ένα οικονοµικό πρόβληµα είναι πάντα αναστρέψιµο, µία εθνική καταστροφή πολλές φορές αποβαίνει µη αναστρέψιµη.
  • H Αθήνα θα πρέπει να προχωρήσει άµεσα στην διαδικασία καθορισµού των Αποκλειστικών Οικονοµικών Ζωνών (ΑΟΖ) σε όλα της τα θαλάσσια σύνορα σε συνεργασία και συνεννόηση µε τις γειτονικές της χώρες συµπεριλαµβανοµένης και της Τουρκίας. Η Ελλάδα θα πρέπει να εµπλέξει το διεθνές δικαστήριο της Χάγης τόσο στο ζήτηµα της υφαλοκρηπίδας όσο και σε αυτό της ΑΟΖ ταυτοχρόνως. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση της Ελλάδας να προχωρήσει µε την οριοθέτηση της ΑΟΖ θα πρέπει να είναι αταλάντευτη, διαρκής και να συνοδεύεται µε όλες τις απαραίτητες πρωτοβουλίες οι οποίες θα δίνουν αξιοπιστία στην πολιτική αυτή επιλογή.

Επιπροσθέτως, το ΙΑΑΑ δεν μπορεί να μην υπογραμμίσει δύο ιδεολογήματα, ένα πολιτικής υφής και ένα γεωστρατηγικής, τα οποία φαίνεται να έχουν βρει πρόσφορο έδαφος στους κόλπους της ελληνικής διανόησης όταν προσεγγίζει το ζήτημα του ελληνοτουρκικού «rapprochement». Η υιοθέτηση δε των εν λόγω θέσεων μόνο κακή υπηρεσία μπορούν να προσφέρουν στη χάραξη μιας ρεαλιστικής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Η ελληνική πλευρά φαίνεται δυστυχώς πως έχει αποδεχθεί de facto την άποψη «καλοί πολιτικοί-κακοί στρατηγοί» με αποτέλεσμα να παίξει τον δικό της ρόλο στην έκβαση της σύγκρουσης στο εσωτερικό της Τουρκίας. Η Αθήνα παίζει το παιχνίδι του Ρ.Τ. Ερντογάν εμφανιζόμενη ότι έχει πειστεί για την ειλικρίνεια της διακηρυσσόμενης από αυτόν πρόθεσης για την εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, χωριςs να αναρωτιέται υπό ποιους όρους. Ασχέτως του γεγονότος πως ο Ρ. Τ. Ερντογάν προέβη σε δήλωση «μερικής αποκήρυξης» των παραβιάσεων από τα τουρκικά μαχητικά, η σύμπλευση, διαχρονικά, κεμαλιστών και ισλαμιστών στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής είναι εντυπωσιακή. Και οι δύο πλευρές, παρά τη διαφορετική αντίληψη την οποία πρεσβεύουν αναφορικά με το χαρακτήρα που πρέπει να λάβει η τουρκική κοινωνία και την εξωτερική πολιτική του 21ου αιώνα, ως στόχο έχουν να αναδείξουν την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη. Μέσα στο συγκεκριμένο συγκρουσιακό πλαίσιο στο εσωτερικό της Τουρκίας η Αθήνα, υποστηρίζοντας αναφανδόν τον «δημοκρατικό», «ευρωπαϊκό»-νεοθωμανικό πανισλαμισμό του ΑΚΡ, φαίνεται να μη θέτει στον εαυτό της ένα καίριο ερώτημα: «Τι θα γίνει εάν η έκβαση αυτής της σύγκρουσης δεν αποβεί υπέρ του Ρ.Τ. Ερντογάν;». Πόσο υπερβολικό σενάριο είναι η ανατροπή του σε μια επόμενη εκλογική αναμέτρηση ή ακόμα κι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ειδικά μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που προωθεί ουσιαστικά «απογυμνώνουν» τους κεμαλιστές από κάθε ίχνος εξουσίας; Με απλά λόγια, η διατήρηση της αποτρεπτικής αξιοπιστίας της Ελλάδας αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση ανάληψης του οποιουδήποτε ρίσκου που εμπεριέχει η «δοκιμή» των προθέσεων του οποιουδήποτε διακηρύσσει ότι επιθυμεί ειλικρινά να βελτιώσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, λαμβανομένου ακόμα υπόψη πως τα σχέδια τύπου «Βαριοπούλα» ποτέ δεν έφυγαν από το τραπέζι των Τούρκων στρατιωτικών.

Ενα δεύτερο ιδεολόγημα, το οποίο επικαλούνται οι πρόμαχοι του ελληνοτουρκικού «rapproachement», έχει να κάνει με την ατυχή σύγκριση της εν λόγω κατάστασης με αυτή της Γερμανίας-Γαλλίας. Η συζήτηση στο συγκεκριμένο θέμα απαιτεί ενδελεχή ανάλυση (η οποία προσφέρεται στο «κείμενο εργασίας 07» που βρίσκεται στην επίσημη ιστοσελίδα του ΙΑΑΑ). Στην παρούσα ανάλυση κρίνεται σκόπιμο να υπογραμμιστεί πως όσοι επικαλούνται το γαλλογερμανικό παράδειγμα ως αφετηριακή «διαπίστωση» για τις δυνατότητες εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα πρέπει να εντοπίσουν ανάλογες ευμενείς συνθήκες στην περίοδο που διανύουμε και στη γειτονιά που βρισκόμαστε. Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, λόγω της άνισης ανάπτυξης αλλά και της γεωπολιτικής θέσης, δεν επιτρέπει την απόρριψη της ανασφάλειας που δικαιολογημένα αντιμετωπίζει η Ελλάδα ως πλασματικής, εφόσον η απειλή ενός  casus belli και η πίεση της διαρκούς αμφισβήτησης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επικρέμονται πάνω από κάθε προσπάθεια εμπέδωσης φιλικών ή/και σταθερών σχέσεων με τη γείτονα. Εξάλλου, το περιφερειακό και διεθνές σύστημα στο οποίο η χώρα καλείται να λειτουργήσει και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις για την ασφάλειά της δεν χαρακτηρίζεται από συστημικές πιέσεις (όπως συνέβη στην περίπτωση Γαλλίας- Γερμανίας) που συμβάλλουν ή επιβάλλουν μια ελληνοτουρκική προσέγγιση ή σύμπραξη. Τουναντίον, η αυτοπεποίθηση της Τουρκίας είναι τώρα δεδομένη και είναι πιθανό, αν όχι φυσιολογικό, να διοχετευτεί σε μια προσπάθεια επέκτασης της επιρροής της, πρώτα με οικονομικά και αργότερα, νομοτελειακά, όπως υποδεικνύει η ιστορική εμπειρία, και με στρατιωτικά μέσα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s