Η «σύγχρονη» Ελλάδα του Αξελού

του Κωστή Παπαγιώργη, ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ 31/7/2010

Μόλις σε ηλικία τριάντα ετών, όντας ένα από τα παιδιά του μυθικού πλέον «Ματαρόα», ο Κώστας Αξελός δημοσιεύει στο γαλλικό περιοδικό «Πνεύμα» (1954) ένα κείμενο για τη νεότερη Ελλάδα («Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας», μετ. Κατερίνας Δασκαλάκη, Νεφέλη). Λαμβάνοντας υπόψη μας τις συνθήκες της εποχής (λήξη του πολέμου, εμφύλιος, τρόμος και δυστυχία), αυτή η καθολική ματιά πάνω στα πάτρια ενός ανθρώπου που πήρε τον δρόμο της μετανάστευσης για να βρει -εκτός των άλλων- τον βαθύτερο εαυτό του, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η γενική θεώρηση, έπειτα από μισό αιώνα, έχει χάσει το νόημα και την επικαιρότητά της. Δυστυχώς για μας, που εκόντες άκοντες φέρουμε στο κούτελο τη σφραγίδα του νεοέλληνα, το αξελικό κείμενο δεν χρωστάει τίποτα στον χρόνο, άρα διαβάζεται και σήμερα σαν επίκαιρη κατόπτευση των οικείων προβλημάτων.

Προφήτης και υποφήτης της πατρίδας του, απλούστερα κριτής στοχαστικός του νεοελληνικού γίγνεσθαι, ο Αξελός -έστω και με το σύνδρομο του ανθρώπου που σώθηκε από το εθνικό ναυάγιο- θεωρεί καθήκον του να γνωματεύσει επί της ουσίας της Ελλάδας. Πιο συγκεκριμένα, επί της παρουσίας των νεοελλήνων στην ιστορική σκηνή. Ασφαλώς «γεννήθηκαν» από τις στάχτες του Βυζαντίου· ασφαλώς ζουν στους ίδιους τόπους όπου εκτυλίχθηκε το δράμα της αρχαίας Ελλάδας· συνεπώς μπορούμε τάχα να μιλήσουμε για νόμιμη κληρονομιά, για συνέχεια ενός πολιτισμού, για αναγεννώμενο μεγαλείο; Απάντηση: «Η νεωτερική Ελλάδα είναι κάτι παραπάνω από μουσείο και κάτι παραπάνω από χώρα απλώς γραφική. Συνάμα κάτι λιγότερο από μιαν όντως νεωτερική πραγματικότητα». Δεν αρκεί να κληρονομείς τον τόπο και τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις εκκλησίες, το καίριο αφορά την εσωτερική δυναμική που κατορθώνει την αυτο-συνείδηση και εκφράζεται με τη θέληση για δύναμη. Αυτή είναι η γραμμή του δυτικού κόσμου στον οποίο η Ελλάδα θέλει να ανήκει χωρίς να πληροί τις εσωτερικές προϋποθέσεις. Και δεν πρόκειται για απλή ανέχεια· η απουσία των νέων δεδομένων επιβάλλει τη μόνιμη εισαγωγή μοντέρνας σκέψης, ευρωπαϊκών ιδεών, ξένης τέχνης, δανείων δηλαδή που αποκρύπτουν την αδυναμία και πλαστογραφούν την επάρκεια.

«Μπορεί η σύγχρονη Ελλάδα να «τρέφεται» με τη δυτική σκέψη, αλλά προσπαθεί απεγνωσμένα να χωνέψει τις ξένες επιστημονικές επιτεύξεις. Στην πραγματικότητα η δίδυμη αδελφή της επιστήμης, η τεχνική, λείπει παντελώς. Οι νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο, ούτε καν την ίδια τη χώρα τους. Δεν ξέρουν να «φτιάχνουν». Οι άνθρωποι της χώρας αυτής κοπιάζουν αλλά δεν παράγουν έργο. Μεγάλα έργα -της σκέψης ή της επιστήμης, της τεχνικής ή της τέχνης- δεν βλέπουν το φως της ημέρας». Άρα η χώρα κινείται, αν κινείται, στην άγονη γραμμή. Όσο για τα δύο πνευματικά μορφώματα, τον ελληνοκεντρισμό και τον δυτικισμό, ο Αξελός τα κρίνει ως αμυντικά μορφώματα μάλλον παρά ως δημιουργικές εκφράσεις. Η φράση είναι σημαδιακή: «Η Μεγάλη Ιδέα δεν οδήγησε σε μεγάλη Ελλάδα επειδή δεν ήταν ούτε μεγάλη ούτε ιδέα». Κατά συνέπεια, πρέπει να κρίνουμε τους ανθρώπους με βάση την ιστορία τους και την εθνική ιδιότητα με βάση το κέντρο και την περιφέρεια της παγκόσμιας σκηνής. Η μόνη εκδοχή που θα έδινε κάποια υπόσταση στο νεοελληνικό συνονθύλευμα πιθανότατα αφορά την έννοια του «μαγικού έθνους» – όπως των Βυζαντινών ή των Εβραίων. Έθνους χωρίς γεωγραφική ταυτότητα, χωρίς οροθετημένα σύνορα, αλλά με δική του ψυχή.

Και με δική του «διασπορά». Συγκρίνοντας την εβραϊκή διασπορά με την ελληνική, τα συμπεράσματα είναι προφανώς πικρά και απογοητευτικά. Εθιστήκαμε στον μύθο του Έλληνα εμπόρου της Ανατολής που μεγαλούργησε εκτός εθνικών ορίων. Ποιος μπορεί όμως να ισχυριστεί ότι αυτοί οι προνομιούχοι θαλασσοκράτορες συνέλαβαν «τη μοίρα της χώρας τους;». Στο άλλο άκρο, οι Εβραίοι ευδοκίμησαν σε ξένα χώματα ως έμποροι, αλλά διέπλασαν μεγάλα αναστήματα, τα οποία μάλιστα (εκτός από τέκνα του Ισραήλ) ενσαρκώθηκαν ως πολίτες του κόσμου. Οι Εβραίοι υπάκουσαν στη φωνή των προφητών τους, αντίθετα οι Έλληνες έκλεισαν τα αυτιά τους στη φωνή των φιλοσόφων και των ποιητών τους. Άρα η απορία έχει βάση: Γιατί δεν κατευθύνθηκαν και αυτοί επίσης προς το άπειρο; Αρκεί μήπως η περίπτωση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου;

Είναι εξόχως χαρακτηριστικό ότι ο Αξελός πουθενά δεν μιλάει για παρακμή. Άλλωστε η παρακμή προϋποθέτει το μεγαλείο κάποιας ακμής. Αντίθετα διαπιστώνει ότι «η σύγχρονη Ελλάδα στερείται παραδόσεως». Ισχυράς παραδόσεως βέβαια, το αντίθετο δηλαδή από τα όσα διακηρύσσουν οι ντόπιοι προπαγανδιστές. Μέσα στη σημερινή κρίση -που δεν είναι βέβαια μόνο οικονομική- μπορούμε να διακρίνουμε τα θηριώδη μοτίβα που κανοναρχούν το ντόπιο θυμικό. Διεφθαρμένοι πολιτικοί, εκφαυλισμένοι θεσμοί, πτω-χευμένη παιδεία, αποπνικτικός ορίζοντας, όψιμη ανακάλυψη της πάση θυσία και με όλα τα μέσα «ευημερίας», απόλυτη στροφή του κόσμου προς την εξωτερικότητα και το εφήμερο, θεριεμένη εγκληματικότητα και απουσία του οιουδήποτε αυτοσεβασμού. Σπανίως μιλάμε πια για πρόσωπα. Αυτό που κυριαρχεί και επιβάλλεται δί-κην σαρωτικής επιδημίας είναι τα κόμματα, τα τα-ράφια, οι παρατάξεις, τα δίκτυα, οι μαφίες, τα συγγενολόγια, οι πελατείες, οι κλίκες, οι σπείρες, οι φατρίες που θηρεύουν το άμεσο με «πειραγμένα» ζάρια.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s