Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι…,Τάκης Λαζαρίδης ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Σημείωμα του Εκδότη

Για την υπόθεση Μπελογιάννη γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά. Για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει ολόκληρη την αλήθεια, η προσωπική μαρτυρία του Τ. ΛΑΖΑΡΙΔΗ έχει τη σφραγίδα της ακρίβειας και της εγκυρότητας.

Θεωρούμε ως εκ τούτου σκόπιμο να παραθέσουμε εδώ το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο του «ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «ΠΑΠΑΖΗΣΗ».

Ι. Χ. Γ.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗ

Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: Αυτοί που καθορίζουν μόνοι τους τη μοίρα τους. Που έχουν δυνατότητα επιλογής και κάποια στιγμή αποφασίζουν με δική τους ευθύνη κι αφού ζυγίσουν τα υπέρ και τα κατά, ποιο δρόμο θα ακολουθήσουν.

Κι αυτοί που τη μοίρα τους καθορίζουν άλλοι, που ένας και μόνο δρόμος ανοίγεται μπροστά τους και τον ακολουθούν χωρίς να μπορούν να πράξουν διαφορετικά.

Ανήκω σ’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Από πολύ μικρός, χωρίς να το καταλάβω και χωρίς να έχω τη δυνατότητα επιλογής, βρέθηκα στον δρόμο της παράνομης δράσης, του αγώνα για τα κομμουνιστικά ιδανικά για «το θρίαμβο της επανάστασης» στη χώρα μας και σ’ όλο τον κόσμο. Κι αυτό γιατί ο πατέρας μου ήταν φλογερός επαναστάτης, επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως δεν μέμφομαι κανέναν, και πολύ περισσότερο τον πατέρα μου, γιατί δεν μου έδωσε δυνατότητα επιλογής. Πρώτον γιατί αντικειμενικά δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα και δεύτερον γιατί, όταν ενήλικος πια, μπορούσα να κρίνω και να διαλέξω, ακολούθησα χωρίς δισταγμό τον ίδιο δρόμο, βέβαιος για το «δίκιο» του αγώνα και τον αναπόφευκτο θρίαμβο του σοσιαλισμού. Θέλω απλώς να εξηγήσω πως και γιατί εγώ και η αδελφή μου βρεθήκαμε στο επίκέντρο της υπόθεσης Μπελογιάννη, μιας υπόθεσης που συγκλόνισε τη χώρα μας και είχε τεράστια απήχηση σ’ όλο τον κόσμο.

Κοντεύει μισός σχεδόν αιώνας από την δίκη και την εκτέλεση. Πολλά γράφτηκαν και πολλά ειπώθηκαν από τότε, όμως κρίσιμα ερωτήματα εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα. Τι ακριβώς ήταν η υπόθεση Μπελογιάννη; Πώς και γιατί για πρώτη φορά δικάστηκαν και εκτελέστηκαν κομμουνιστές με τη βαριά κατηγορία της κατασκοπείας; Ήταν κατασκευασμένη η κατηγορία; Ποια η αλήθεια και ποιο το ψέμα; Υπάρχουν ευθύνες και πώς καταμερίζονται;

Ήρθε νομίζω η στιγμή να ειπωθεί ολόκληρη η αλήθεια, όπως τουλάχιστον εγώ την έζησα και τη γνώρισα «εκ των έσω». Η αλήθεια που δικαιούται να γνωρίζει ο ελληνικός λαός, αφού μάλιστα πρόκειται για υπόθεση που σημάδεψε τη μοίρα αυτού του τόπου και καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τις κατοπινές εξελίξεις.

Επηρεασμένος βαθιά από την «Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση» και τις ιδέες του σοσιαλισμού ο πατέρας μου, νεότατος ακόμα, προσχώρησε στο ΚΚΕ και ανέπτυξε έντονη «επαναστατική δράση». Γρήγορα εξελίχθηκε σε «επαγγελματικό» στέλεχος του κόμματος, πράγμα που την εποχή εκείνη σήμαινε απίστευτες στερήσεις, παρανομίες και διώξεις.

Έζησα από πολύ μικρός μέσα σ’ αυτό το κλίμα της παρανομίας και των διώξεων. Πήγαινα στο δημοτικό με ψευδώνυμο και κουβαλούσα παράνομες προκηρύξεις στο στήθος μου γιατί, βέβαια, κανείς δεν μπορούσε να υποψιαστεί ένα εφτάχρονο παιδάκι…

Σπάνια βλέπαμε στο σπίτι τον πατέρα γιατί διαρκώς μπαινόβγαινε στις φυλακές και τις εξορίες.

Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου τον έπιασε και τον έκλεισε στην Ακροναυπλία.

Δεν τον ξανάδαμε από τότε. Μετά την απελευθέρωση στην Κομοτηνή, την ιδιαίτερη πατρίδα μας, μάθαμε τη συνέχεια. Μόλις βγήκε από την Ακροναυπλία, ρίχθηκε με τα μούτρα στην αναδιοργάνωση του κόμματος και στην οργάνωση της Αντίστασης κατά των κατακτητών, ως Γραμματέας του Εργατικού ΕΑΜ. Πιάστηκε από τους συνεργάτες των Γερμανών, μάλλον ύστερα από προδοσία, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο από γερμανικό στρατοδικείο και εκτελέστηκε το Μάη του 43 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Το ΚΚΕ τον κατέταξε μεταξύ των ηρώων του γιατί, όπως ανέγραψε ο «Ριζοσπάστης», απέρριψε εξαιρετικά δελεαστικές προτάσεις των κατακτητών και έπεσε ζητωκραυγάζοντας για το κόμμα και την πατρίδα.

Την ίδια περίπου εποχή, το 1943, η μητέρα μου, επειδή ανέπτυξε αντιστασιακή δράση κατά των Βουλγάρων κατακτητών, πιάστηκε μαζί με άλλους πατριώτες στην Κομοτηνή, δικάστηκε από βουλγαρικό στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά. Κλείστηκε στις βουλγαρικές φυλακές και σίγουρα θα σάπιζε εκεί αν δεν μεσολαβούσε η συμμαχική νίκη και το διώξιμο των Βουλγάρων από τη Θράκη.

Το καλοκαίρι του ’46 το κόμμα μας ειδοποίησε, εμένα και την αδελφή μου, να κατεβούμε στην Αθήνα για να σπουδάσουμε, όπως μας είπαν.

Όπως μάθαμε αυτό έγινε ύστερα από εισήγηση του Σέργιου Αναστασιάδη, υπεύθυνου του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και στενού φίλου του πατέρα μου, σε αναγνώριση των υπηρεσιών και των θυσιών που πρόσφερε η οικογένειά μας στο κόμμα και στον αγώνα.

Όμως ο Εμφύλιος είχε ήδη αρχίσει. Οι πρώτοι πυροβολισμοί και τα πρώτα θύματα είχαν πέσει το Μάρτη του ’46 στο Λιτόχωρο. Και αντί για σπουδές βρεθήκαμε ενταγμένοι στον άκρως απόρρητο μηχανισμό των ασυρμάτων. Προφανώς το κόμμα εκτιμούσε ότι οι δεσμοί αίματος που είχαμε μαζί του, αποτελούσαν επαρκή εγγύηση και μπορούσε να μας έχει πλήρη εμπιστοσύνη. Μαζί με την οικογένεια Αργυριάδη εγκατασταθήκαμε σε μία μονοκατοικία στη Γλυφάδα όπου προηγούμενα, απ’ ότι έμαθα, έμενε ο ίδιος ο Ζαχαριάδης. Βοήθησα τον Αργυριάδη στην κατασκευή της υπόγειας κρύπτης όπου τοποθετήθηκαν οι ασύρματοι και όπου διαμορφώθηκε χώρος για τη διαμονή του χειριστή.

Τόσο εγώ όσο και η αδελφή μου εκπαιδευτήκαμε από τον Βαβούδη στον χειρισμό του ασυρμάτου. Σαν πιο επιδέξια η αδελφή μου συνέχισε ως ασυρματίστρια ενώ εγώ ανέλαβα την «επαγρύπνηση».

Ο Εμφύλιος είχε ανάψει για τα καλά, ο ασύρματος λειτουργούσε κανονικά όταν, χαράματα ένα πρωινό του Ιουλίου του ’47, μας ξύπνησαν δυνατά χτυπήματα στην πόρτα. Δεν ήταν βέβαια ο γαλατάς…

Ανοίξαμε και όρμησε μέσα η Ασφάλεια. Σκέφθηκα πως ήρθε το τέλος, γρήγορα όμως το πράγμα ξεκαθάρισε. Ήταν οι περίφημες «μαζικές συλλήψεις» του Ζέρβα που έφεραν την αστυνομία σπίτι μας εκείνο το πρωινό.

Ήταν η εποχή που κατά χιλιάδες όχι μόνο γνωστοί κομμουνιστές αλλά και απλοί αριστεροί, οδηγούνταν στην εξορία στα πλαίσια ενός γενικότερου κυβερνητικού σχεδίου «εκκαθάρισης των μετόπισθεν».

Συνέλαβαν εμένα και τον Αργυριάδη και μας πήγαν μαζί με χιλιάδες άλλους στην Ψυτάλλεια, όπου ψηθήκαμε όλη μέρα στον καυτό ήλιο χωρίς τροφή αλλά κυρίως χωρίς νερό.

Το βράδυ μας φόρτωσαν κοπαδιαστά στ’ αμπάρια ενός αρματαγωγού και το πρωί βρεθήκαμε στην Ικαρία.

Σε λίγες μέρες ο Αργυριάδης έκανε «δήλωση» και αφέθηκε ελεύθερος. Δεν χρειαζόταν φιλοσοφία για να καταλάβω ότι αυτό έγινε ύστερα από υπόδειξη του Βαβούδη προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η λειτουργία του ασυρμάτου.

Εγώ παρέμεινα στην Ικαρία γιατί δεν είχα καμιά σχετική οδηγία. Υποθέτω ότι αυτό έγινε σκόπιμα προκειμένου να δημιουργηθεί η εντύπωση στην Ασφάλεια ότι τόσο η «μεταμέλεια» του Αργυριάδη όσο και η δική μου «αδιαλλαξία» ήταν ειλικρινείς, ο καθένας τραβούσε το δρόμο του και συνεπώς τίποτα το ύποπτο δεν συνέβαινε.

Αφέθηκα ελεύθερος ύστερα από τρεις μήνες με τα «μέτρα ειρήνευσης» του Σοφούλη. Και η δραστηριότητα, νόμιμη και παράνομη, στη μονοκατοικία της Γλυφάδας συνεχίστηκε κανονικά σ’ όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου. Με τον κίνδυνο να παραμονεύει πάντα και τις βαριές συνέπειες, σε περίπτωση ανακάλυψης, για τις οποίες δεν είχαμε βέβαια καμμιάν αμφιβολία.

Η συντριβή στο Γράμμο και στο Βίτσι ήταν ένα σοκ που γρήγορα ξεπεράστηκε. Ο Ζαχαριάδης διαβεβαίωνε, και εμείς ήμασταν βέβαιοι για το αλάθητό του, ότι η υποχώρηση του Δημοκρατικού Στρατού ήταν προσωρινή, το όπλο παρέμενε «παρά πόδα» και συνεπώς η νίκη μπορεί να καθυστερούσε λίγο, ήταν όμως αναπόφευκτη. Εγγύηση το πανίσχυρο «σοσιαλιστικό στρατόπεδο» και η νίκη της «επανάστασης» στην Κίνα, που απέδειχνε ότι ο Ανατολικός άνεμος ήταν πιο δυνατός από τον Δυτικό…

Αρχές του ’51 παρουσιάστηκα νεοσύλλεκτος στην Κόρινθο. Ύστερα από τη βασική εκπαίδευση τοποθετήθηκα σε τάγμα πεζικού στη Β. Ελλάδα. Στη Ξάνθη αρχικά, σε διάφορα άλλα σημεία κοντά στα σύνορα και τελικά στο Σωχό της Χαλκιδικής.

Ένα απόγευμα, στα μέσα Νοεμβρίου του ’51, με ειδοποίησαν να παρουσιαστώ στη διοίκηση του τάγματος.

Με περίμεναν δύο άγνωστοί μου αξιωματικοί που μου δήλωσαν ότι ένα μέλος της οικογενείας μου τραυματίστηκε βαριά σε ατύχημα. Λεπτομέρειες δεν ήξεραν, είχαν μόνο εντολή να με συνοδεύσουν στην Αθήνα.

Κατάλαβα βέβαια ότι ήταν πρόσχημα και ότι κάτι συνέβαινε με τους ασυρμάτους. Δεν ήξερα όμως τι ακριβώς και γι’ αυτό δεν έδειξα να ανησυχώ ιδιαίτερα. Ήταν καλύτερα για την ώρα να κάνω πως δεν καταλαβαίνω τίποτα. Φτάσαμε βράδυ στη Θεσσαλονίκη όπου μ’ έβαλαν να περάσω την νύχτα σ’ ένα άδειο κελί μιας στρατιωτικής υπηρεσίας, χωρίς να μου πουν τίποτα απολύτως. Ούτε και ‘γω ζήτησα καμιά εξήγηση, ήταν φανερό ότι βρισκόμουν υπό κράτηση. Το πρωί με πήγαν στο αεροδρόμιο και πήραμε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Και εκεί λύθηκε το μυστήριο. Δύο-τρεις επιβάτες κρατούσαν στα χέρια τους και διάβαζαν με προσοχή τις πρωινές εφημερίδες που με μεγάλους τίτλους ανάγγειλαν τα συνταρακτικά νέα: «Ασύρματοι στη Γλυφάδα», «Μεγάλη επιτυχία της Ασφάλειας».

Στην Αθήνα με πήγαν αρχικά σε ένα κτίριο της οδού Μέρλιν όπου στεγαζόταν μια ειδική στρατιωτική υπηρεσία και στη συνέχεια βρέθηκα στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών.

Εκεί, σ’ ένα απόκομμα εφημερίδας που δεν ξέρω αν αφέθηκε τυχαία ή σκόπιμα στην τουαλέτα, διάβασα για την καινούργια κρύπτη με ασύρματο που βρέθηκε στην Καλλιθέα και για την αυτοκτονία του Βαβούδη.

Στην ανάκριση παραδέχθηκα τα απολύτως αναγκαία, αυτά που ήταν ολοφάνερα και δεν επιδέχονταν καμιά αμφισβήτηση. Ναι, ήξερα για την ύπαρξη και τη λειτουργία του ασυρμάτου, βοηθούσα στην απόκρυψη, ήξερα τις συνέπειες και ήμουν έτοιμος να τις υποστώ.

Αργότερα στη φυλακή «υψηλά ιστάμενο» στέλεχος του ΚΚΕ μου είπε ότι «εμείς οι κομμουνιστές, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, δεν αναγνωρίζουμε τίποτα και αρνούμαστε τα πάντα».

Μου φάνηκε τότε και εξακολουθεί και τώρα να μου φαίνεται αστείο και ανέντιμο. Η αδελφή μου (δεν ήξερα ακόμα τότε ότι είχε κατορθώσει να διαφύγει τη σύλληψη) και τα άλλα μέλη της οικογενείας να δικάζονται και να καταδικάζονται για την κρύπτη και τους ασυρμάτους, την ύπαρξη των οποίων δεν μπορούσαν βέβαια να αρνηθούν αφού βρέθηκαν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, και εγώ να βγάζω την ουρά μου απέξω, να παριστάνω τον αμέτοχο και τον ανήξερο!

Άλλωστε από τον Βαβούδη δεν είχαμε καμιά οδηγία για τη στάση μας σε περίπτωση σύλληψης. Θεωρούσε αυτονόητες τις συνέπειες και περιττή κάθε συζήτηση. Ο ίδιος, πάντως, άφηνε να εννοηθεί ότι δεν θα έπεφτε ποτέ ζωντανός στα χέρια του εχθρού, δείχνοντας με νόημα και το περίστροφο που έκρυβε.

Για μένα λοιπόν το πράγμα ήταν καθαρό. Όπως μέχρι πριν δυόμισι μόλις χρόνια τα αδέλφια μας του Δημοκρατικού Στρατού έπεφταν πολεμώντας ηρωικά με τ’ όπλο στο χέρι, έτσι και μεις που πολεμούσαμε με το δικό μας όπλο, τον ασύρματο, θα πέφταμε στον αγώνα κατά του «μοναρχοφασισμού» και της «Αμερικανοκρατίας», για το «Θρίαμβο του σοσιαλισμού σ’ όλο τον κόσμο». Ένα πρωινό μ’ ανέβασαν σ’ ένα γραφείο της Ασφάλειας και μου διάβασαν το κατηγορητήριο. Μου ήρθε σαν κεραυνός. Ήξερα ότι μέχρι τότε οι κομμουνιστές δικάζονταν και εκτελούνταν με το Γ’ ψήφισμα και το νόμο 509 για «απόσπαση μέρους του όλου της ελληνικής επικρατείας» κ.λπ. κ.λπ. Τώρα μάθαινα ότι θα δικαζόμουν στο Διαρκές Στρατοδικείο για παράβαση του νόμου 375/36 «περί κατασκοπείας!».

Ενώ ήμουν μέλος ενός παράνομου κομματικού μηχανισμού και δεν είχα καμιά σχέση με κατασκοπεία, ενώ πάλευα για τα ανώτερα ιδανικά της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και του Σοσιαλισμού, θα δικαζόμουν ως κοινός κατάσκοπος με την ατιμωτική κατηγορία της κατασκοπείας!

Τρεις μήνες στο κελί μου, στην αυστηρή απομόνωση, προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω την κατάσταση και να χαράξω «γραμμή αμύνης». Δεν είχα συνήγορο και δεν είχα ιδέα ούτε για τους συγκρατούμενους ούτε για τα στοιχεία πάνω στα οποία στηριζόταν η κατηγορία. Δεν ήξερα ότι η αδελφή μου είχε κατορθώσει να διαφύγει.

Έκανα κάθε μέρα ατέλειωτη πεζοπορία προσπαθώντας να βάλω σε κάποια σειρά τις ίδιες και τις ίδιες σκέψεις που διαρκώς στροβιλίζονταν στο μυαλό μου.

Λέω πεζοπορία και σίγουρα θα αναρωτιέται κανείς τι πεζοπορία μπορεί να γίνει σ’ ένα κελί ένα επί δυόμισι. Κι όμως μπορεί! Έκανα ακριβώς τρία βήματα κατά μήκος, μεταβολή, τρία βήματα, μεταβολή και ούτω καθεξής.

Στο τέλος έπεφτα κουρασμένος να κοιμηθώ τον ύπνο του δικαίου με μόνη συντροφιά μια βρώμικη κουβέρτα.

Ήμουν σε διαρκή απομόνωση όμως στην πραγματικότητα ποτέ δεν ένοιωσα μόνος. Οι σκιές του πατέρα μου, του Αναστασιάδη και των άλλων ηρωικών αγωνιστών του κόμματος ήταν κοντά μου, μου έδιναν δύναμη και κουράγιο. Κατέστρωνα και κατέστρωνα ξανά σε γενικές γραμμές την απολογία μου. Στο στρατοδικείο θα έδινα τη μάχη. Θα έπαιρνα εκδίκηση για τη βρώμικη κατηγορία της κατασκοπείας με την οποία προσπαθούσαν να λερώσουν το ηρωικό ΚΚΕ.

Η δίκη άρχισε στα μέσα Φλεβάρη του ’52.

Από νωρίς μας μάζεψαν σε μία αίθουσα της Ασφάλειας όπου και για πρώτη φορά έβλεπα τους συγκατηγορουμένους μου. Άγνωστα πρόσωπα όλοι, με εξαίρεση τον Αργυριάδη.

Πολυάριθμοι αστυνομικοί ανάμεσά μας, μας κάρφωναν με επίμονες βλοσυρές ματιές, απαγορεύοντας κάθε επικοινωνία, κάθε νόημα μεταξύ μας.

Η ατμόσφαιρα μέσα στην αίθουσα του στρατοδικείου ήταν καταθλιπτική.

Η είσοδος επιτρεπόταν μόνο σε όσους ήταν αρεστοί στην Ασφάλεια. Παντού ένα γύρω πρόσωπα εχθρικά, ματιές άγριες, βλοσυρές. Το κλίμα της απομόνωσης είχε μεταφερθεί και μέσα στο στρατοδικείο. Σ’ όλη τη διάρκεια της δίκης δεν μπόρεσα να ανταλλάξω ούτε κουβέντα με κάποιον από τους συγκρατουμένους.

Κάθε πρωί μας έφερναν με χειροπέδες στο στρατοδικείο και με τη λήξη της συνεδρίασης αμέσως πάλι στην απομόνωση στην Ασφάλεια.

Επειδή δεν είχα συνήγορο, ο Πρόεδρος διόρισε αυτεπαγγέλτως συνήγορο έναν άγνωστο μου δικηγόρο, τον Μ. Γαλέο. Με συγκίνηση θυμάμαι πάντα την ευσυνειδησία με την οποία προσπαθούσε να επιτελέσει το καθήκον του και τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε να ελαφρύνει τη θέση μου.

Μετά την ανάγνωση του κατηγορητηρίου, άρχισε η παρέλαση των μαρτύρων κατηγορίας. Υψηλόβαθμοι όλοι στρατιωτικοί και αστυνομικοί, με τις βαρύγδουπες καταθέσεις τους έκαναν ακόμα πιο βαρύ το κλίμα σε βάρος μας. Αφού κατέθεσαν και οι ελάχιστοι και άτολμοι μάρτυρες υπεράσπισης που, φυσικά, δεν στάθηκαν στο κατηγορητήριο αλλά απλώς είπαν διάφορα ελαφρυντικά για μερικούς κατηγορουμένους όπως, «είναι καλοί οικογενειάρχες» ή «χαίρουν υπολήψεως», άρχισαν οι απολογίες.

Κλήθηκα να απολογηθώ τρίτος ή τέταρτος, δεν θυμάμαι ακριβώς.

Δεν είχα μελετήσει το κατηγορητήριο και, κυρίως, δεν είχα τις ιστορικές και θεωρητικές γνώσεις που θα μου επέτρεπαν να αποδείξω σημείο προς σημείο το αβάσιμο της κατηγορίας. Εκείνο που έβλεπα και που με γέμιζε οργή και αγανάκτηση ήταν ότι προσπαθούσαν να στιγματίσουν το ΚΚΕ, να το εμφανίσουν ως κόμμα κατασκόπων και προδοτών. Και αυτό ακριβώς προσπάθησα να αντικρούσω.

Ας μου επιτραπεί να παραθέσω εδώ τη σύντομη απολογία μου όπως τη βρήκα δημοσιευμένη σε εφημερίδα της εποχής.

«Ακολούθως καλείται να απολογηθεί ο Τ. Λαζαρίδης όστις λέγει τα έξης:

-Κύριε πρόεδρε, κύριοι στρατοδίκαι.

Δεν έχω να πω πολλά και δεν θα σας κουράσω. Τα γεγονότα είναι τόσον γνωστά που δεν νομίζω ότι μπορώ να προσθέσω κάτι το καινούργιο. Θα ήθελα να πω μόνο μερικά λόγια για να τοποθετήσω τα πράγματα και να διευκρινίσω ορισμένα σημεία.

Πριν από 9 χρόνια και εις την ιδίαν αυτήν αίθουσα εδικάζετο από γερμανικό στρατοδικείο και κατεδικάζετο εις θάνατο και εξετελείτο ένας άνθρωπος ο οποίος είχε το θάρρος να αγωνισθεί δια την έλευθερίαν της Πατρίδος και το διώξιμο των Γερμανών. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο πατέρας μου.

Την ίδια περίπου εποχή εις την Θράκην που κατείχετο τότε από τους Βουλγάρους, εδικάζετο από βουλγαρικό στρατοδικείο και κατεδικάζετο εις ισόβια δεσμά μια γυναίκα που είχε το θάρρος να αγωνισθεί δια την απελευθέρωση της Θράκης. Η γυναίκα αυτή ήταν η μητέρα μου. Ρίχτηκε στη φυλακή και ασφαλώς θα σάπιζε εκεί εάν η νίκη δεν έκλινε με το μέρος των τότε συμμάχων. Μετά την απελευθέρωση αν όχι τίποτε άλλο περιμέναμε ότι θα εγίνετο τουλάχιστον στη μητέρα μου μια ηθική αναγνώρισις των υπηρεσιών της διά την απελευθέρωση. Έγινε όμως ακριβώς το αντίθετο. Εδώ και πέντε χρόνια η μητέρα μου σέρνεται από κρατητήριο σε κρατητήριο χωρίς να την βαραίνει καμιά κατηγορία. Ύστερα από τους αγώνες και τις θυσίες αυτή ήταν η ανταμοιβή της. Έρχομαι τώρα στην περίπτωσή μου. Σήμερα, ύστερα από εννέα χρόνια η ιστορία επαναλαμβάνεται. Δικάζομαι σήμερα από ελληνικό στρατοδικείο και κατηγορούμαι ως ένοχος εσχάτης προδοσίας, δηλαδή ως προδότης της πατρίδος μου. Έχω όμως τη γνώμη ότι εκείνο που κρίνει τον πατριωτισμό ενός ανθρώπου δεν είναι τα λόγια αλλά τα έργα και λέγω ότι δεν είμαι προδότης. Ικανή άπόδειξις είναι η ιστορία της οικογενείας μου. Κάθε άλλο παρά προδοτική είναι η ιστορία

της.

Δεν αρνούμαι το γεγονός ότι εγνώριζα και έκρυβα την ύπαρξη του πομπού. Το εγνώριζα και βοηθούσα εις την απόκρυψη. Και οι λόγοι ήσαν δύο. Πρώτον η υποχρέωσις που είχα προς τον άνθρωπο που ήταν πλέον για μένα πατέρας μου και δεύτερον γιατί είχα τα αυτά φρονήματα. Αν και δεν υπήρξα ποτέ μέλος του ΚΚΕ εν τούτοις πιστεύω στα κομμουνιστικά ιδανικά. Πιστεύω ότι το ΚΚΕ αγωνίζεται για το λαό και για μια καλύτερη ζωή για όλους μας. Αρνούμαι απολύτως την κατηγορία της κατασκοπείας. Είναι αλήθεια ότι δεν εγνώριζα το περιεχόμενο των μεταδιδομένων ή μάλλον δεν το εγνώριζα λεπτομερώς διότι ήξερα ότι επρόκειτο περί δημοσιευθεισών ειδήσεων. Γνωρίζω όμως καλά ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν είναι κόμμα κατασκόπων και προδοτών. Αν ο πατέρας μου ήταν προδότης δεν θα εξετελείτο από τους Γερμανούς και αν η μητέρα μου ήταν προδότρια δεν θα κατεδικάζετο από τους Βουλγάρους. Και δεν είναι μόνο αυτοί. Είναι χιλιάδες αυτοί που βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. Δεν μπορώ να παραδεχθώ ότι όλοι ήσαν προδότες. Εκείνο που πίστευα και πιστεύω είναι ότι την ύπαρξη πομπού την επέβαλε η ανάγκη όπως υπάρχει κάποια επαφή μεταξύ της εξορίστου ηγεσίας του ΚΚΕ και του κλιμακίου των Αθηνών για την καλύτερη οργάνωση του αγώνα για την ειρήνη και αμνηστία. Πίστευα και πιστεύω ότι βοηθώντας την απόκρυψη του πομπού βοηθούσα έστω και λίγο να πάψει πια το αίμα και να σταματήσουν οι εκτελέσεις, να ανοίξουν οι πόρτες των φυλακών και να βρουν οι φυλακισμένοι τη χαρά της ζωής. Χρέος μου και καθήκον μου ήταν να μη φανερώσω την ύπαρξη του πομπού διότι τότε θα ήμουν προδότης.

Επίτροπος: Η μητέρα σου καταδικάστηκε από βουλγαρικό στρατοδικείο;

Λαζαρίδης: Μάλιστα.

Επίτροπος: Στην απελευθέρωση ήσουν στη Θράκη;

Λαζαρίδης: Μάλιστα.

Επίτροπος: Είδες αδελφωμένες βουλγαρικές και ελληνικές σημαίες;

Λαζαρίδης: Μάλιστα.

Επίτροπος: Η μητέρα σου τότε πως καταδικάστηκε από Βουλγάρους;

Λαζαρίδης: Ποια σχέση είχε το βουλγαρικό στρατοδικείο με το τι έγινε στην απελευθέρωση; Η μητέρα μου πολέμησε τους Βούλγαρους.

Επίτροπος: Μήπως ξέρεις τι θα πει ότι οχυρωματικά έργα γίνονται στην περιοχή Χαλκιδικής;

Λαζαρίδης: Όχι. Επίτροπος: Γνωρίζεις ότι το 303 τάγμα πεζικού ευρίσκεται στο Μπέλλες. Ότι το στενό Ιστίμ Μπέη το έχουν αφύλακτο;

Λαζαρίδης: Όχι.

Επίτροπος: Που είναι το Ιστίμ Μπέη;

Λαζαρίδης: Δεν έχω ιδέα.

Είναι προφανές ότι με τις ερωτήσεις του ο βασιλικός επίτροπος προσπάθησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, να θολώσει τα νερά και να μου φορτώσει ευθύνες που δεν είχα.

Με ρώτησε αν είδα αδελφωμένες βουλγαρικές και ελληνικές σημαίες στην απελευθέρωση, αποσιωπώντας το γεγονός ότι οι βουλγαρικές αυτές σημαίες ήταν σημαίες της νέας Βουλγαρίας, αυτής που κατήργησε το παλιό φιλοναζιστικό καθεστώς, τάχθηκε με το μέρος των συμμάχων και κήρυξε τον πόλεμο κατά της χιτλερικής Γερμανίας. Και βέβαια αυτό δεν σήμαινε σε καμιά περίπτωση ότι έσβηναν τα εγκλήματα των Βουλγάρων φασιστών στη διάρκεια της κατοχής κατά του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης, δεν σήμαινε ότι έσβηνε η ιστορία. Όπως ακριβώς δεν σημαίνει ότι σβήνει η ιστορία όταν κυματίζουν αδελφωμένες η ελληνική και η τουρκική σημαία στο αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλες…

Και με ρώτησε για οχυρωματικά έργα στη Χαλκιδική, για το 303 τάγμα στο Μπέλες και για το «αφύλακτο στενό» Ιστίμ Μπέη, για πράγματα δηλαδή που έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν είχα και δεν μπορούσα να έχω καμιά ιδέα.

Ήμουν όμως στρατιώτης, δικαζόμουν «επί κατασκοπεία» και έπρεπε να καταδειχθεί ότι είχα σχέση με πληροφορίες «στρατιωτικής φύσεως»…

Αυτοί που σήκωσαν στους ώμους τους όλο το βάρος της δίκης και με τις απολογίες τους κλόνισαν συθέμελα την κατηγορία της κατασκοπείας ήταν ο Νίκος Μπελογιάννης και η Έλλη Ιωαννίδου. Πλήρωσαν και οι δύο, ο Νίκος με το αίμα της ζωής του και η Έλλη με το αίμα της καρδιάς της την πίστη και την αφοσίωση σε υψηλά, πανανθρώπινα ιδανικά.

Δεν νομίζω ότι έχει το δικαίωμα να μεμφθεί κανείς τους άλλους συγκατηγορούμενους γιατί δεν υπερασπίστηκαν το κόμμα με το ίδιο πάθος και την ίδια θέρμη. Άσχετοι κατά κανόνα άνθρωποι, που το μόνο τους «έγκλημα» ήταν ότι μετέφεραν κάποιο χρηματικό ποσό για το κόμμα ή έδωσαν άσυλο σε στελέχη του κόμματος, βρέθηκαν ξαφνικά κατηγορούμενοι και κινδύνευαν να καταδικαστούν σε βαρύτατες ποινές ως κοινοί κατάσκοποι…

Τέλη Φλεβάρη βγήκε η απόφαση. Οκτώ σε θάνατο και οι άλλοι, πλην ελαχίστων που απαλλάχτηκαν, σε διάφορες ποινές.

Πριν ακόμα εκδοθεί η απόφαση μας σκόρπισαν σε διάφορες φυλακές. Βρέθηκα με μερικούς ακόμα συγκρατούμενους στις φυλακές Καλλιθέας. Εκεί μας καλούσαν έναν έναν χωριστά και μας διάβαζαν την απόφαση. Με οδήγησαν σε μια αίθουσα όπου μπροστά σ’ ένα τσούρμο από ανθρώπους της Ασφάλειας, στρατιωτικούς και αστυνομικούς, ο γραμματέας του στρατοδικείου μου διάβασε την απόφαση. Παμψηφεί εις θάνατον και δις εις θάνατον, ερήμην, η αδελφή μου. Θυμάμαι ακόμα έντονα πως με κάρφωναν στα μάτια οι παριστάμενοι. Μετρούσαν φαίνεται αντιδράσεις, κάποια σημάδια φόβου ή ταραχής.

Δεν μιλούσαν, όμως τα μυστικά τους λόγια τα άκουγα πολύ καλά: Ωραία τα είπες Λαζαρίδη στο στρατοδικείο, εκεί παρίστανες τον γενναίο και τον ατρόμητο. Τώρα που τελείωσαν τα ψέματα και ο θάνατος πλησιάζει μ’ ορθάνοιχτες φτερούγες, δεν θα λυγίσεις; Είσαι νέος και η ζωή είναι ωραία (αυτό μου το ‘χαν τονίσει κατ’ επανάληψη στην ανάκριση).

Άκουσα την απόφαση ατάραχος. Είχα χαράξει το δρόμο μου και ήμουν αποφασισμένος να τον ακολουθήσω ως το τέλος.

Μας έβαλαν, τους οκτώ θανατοποινίτες, στα πειθαρχικά κελιά των φυλακών Καλλιθέας. Ήταν τοποθετημένα κατά μήκος, σ’ ένα κοινό σκοτεινό διάδρομο. Βρέθηκα στο ίδιο κελί με τον Μπελογιάννη και σε λίγες μέρες, ύστερα από επιθυμία του, προστέθηκε στην παρέα μας και ο Μπάτσης. Μείναμε στο ίδιο κελί ως το τέλος. Και το τέλος ήρθε σε ένα μήνα, «ένα Σάββατο βράδυ μια Κυριακή πρωί»… Ο Πλαστήρας είχε δηλώσει πως δεν θα γίνουν εκτελέσεις πριν αποφανθεί το Συμβούλιο Χαρίτων.

Από τους δικηγόρους μαθαίναμε τα νέα για την παγκόσμια κινητοποίηση για να αποτραπούν οι εκτελέσεις.

Η ελπίδα τρεμόσβηνε σα πυγολαμπίδα μες το βαθύ σκοτάδι, όμως δεν είχαμε αυταπάτες. Γνωρίζαμε την κρισιμότητα των στιγμών, γι’ αυτό και κάθε βράδυ πέφταμε για ύπνο ντυμένοι, μιας και δεν ξέραμε αν θα ξημέρωνε για μας.

Η θέση μας ήταν δραματική κι όμως η Έλλη και ο Νίκος είχαν το κουράγιο να οργανώσουν «ψυχαγωγικό πρόγραμμα». Κάθε βράδυ μετά το συσσίτιο και ως το βραδινό σιωπητήριο, ο άδειος διάδρομος αντηχούσε από τα ανέκδοτα, τα δίστιχα και τα αινίγματα που σκαρώναμε από τα παραθυράκια των κελιών μας. Δεν βλεπόμαστε βέβαια όμως η «ακουστική» ήταν θαυμάσια…

Είχα αναλάβει το «μουσικό μέρος». Σφύριζα δηλαδή από το παραθυράκι διάφορες μελωδίες, ελαφριές αλλά και κλασικές. Το «πλεζίρ ντ’ αμούρ», τη Σερενάτα του Σούμπερτ, τους Ουγγρικούς χορούς του Μπραμς. Ελπίζω και οι δύο να μη μου κρατούν κακία για την «εκτέλεση»…

Αν δεν ήξερε κανείς, θα μας περνούσε για μέλη μιας χαρούμενης και ανέμελης συντροφιάς…

Και ο φόβος του θανάτου;

Όσοι δεν έζησαν τα μεγάλα εκείνα χρόνια είναι δύσκολο να καταλάβουν, όμως γεγονός είναι ότι για κείνους που τους φλόγιζε η πίστη στα μεγάλα ιδανικά, ο φόβος του θανάτου είχε σχεδόν μηδενιστεί.

Όσοι ενδιαφέρονται, ας διαβάσουν την «Εντολή», της Διδώς Σωτηρίου, αδελφής της Έλλης, ή το «Αυτοί που ντρόπιασαν το θάνατο» του Στ. Σκούρτη, και τότε θα διαπιστώσουν ότι δεν αποτελούσαμε μια ξεχωριστή περίπτωση και πως χιλιάδες πριν από μας αντιμετώπισαν με την ίδια ή και μεγαλύτερη ψυχραιμία την απειλή του θανάτου.

Το βράδυ του Σαββάτου 29 Μαρτίου πέσαμε να κοιμηθούμε σχεδόν ξένοιαστοι. Παρόλο που κατά τη διάρκεια της μέρας υπήρξαν μερικά ανησυχητικά σημάδια, δεν περιμέναμε εκτέλεση. Ακόμα και στις πιο σκληρές στιγμές του Εμφυλίου, δεν γίνονταν εκτελέσεις Κυριακή.

Ξυπνήσαμε από ξαφνικό θόρυβο. Ποδοβολητό που πλησίαζε, κλειδαριές που βροντούσαν, πόρτες κελιών που άνοιγαν τρίζοντας απαίσια.

Στο κελί μας μπήκε μια κουστωδία φυλάκων και χωροφυλάκων.

Ο Μπελογιάννης βρέθηκε αμέσως όρθιος.

«Πάμε για καθαρό αέρα;», ρώτησε, κι ένα αδιόρατο πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του.

«Ναι Νίκο, πάτε για εκτέλεση».

Ντυθήκαμε γρήγορα.

Ήρθε λοιπόν το τέλος. Δεν πρόλαβα να δω και να ζήσω όσα θα ‘θελα. Αγαπημένα πρόσωπα, στιγμές ακριβές περνούν με κινηματογραφική ταχύτητα. Γιατί να νοιώσει τόση πίκρα η μάνα μου; Όμως περίεργο, δεν νοιώθω καμιά ταραχή, κανένα φόβο. Σαν να ‘ταν μια διαδικασία που δεν με αφορούσε. Είναι τόσο απλό λοιπόν το πέρασμα από τη ζωή στην ανυπαρξία.

Πρώτος βγήκε ο Μπελογιάννης, ακολούθησε ο Μπάτσης. Κι ως έκανα να ακολουθήσω, με σταμάτησε ο Αρχιφύλακας.

«Εσύ Λαζαρίδη κάθισε».

Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Με την ίδια ηρεμία και αταραξία που άκουσα τη φράση «πάτε για εκτέλεση», άκουσα και τη φράση αυτή που με ξανάφερνε στη ζωή. Πικρία μόνο και λύπη άφατη γι’ αυτούς που έφευγαν.

Να λοιπόν που το ταξίδι δεν τέλειωσε. Η ζωή συνεχίζεται και ο αγώνας συνεχίζεται. Θα συνεχίσω το δρόμο που χάραξαν ο πατέρας μου, ο Νίκος Μπελογιάννης και τόσοι άλλοι γνωστοί και άγνωστοι σύντροφοι.

Αυτές οι σκέψεις σαν όρκος ιερός, σαν ύστατος αποχαιρετισμός σ’ αυτούς που έφευγαν, φτερούγιζαν στο κελί μου ως το ξημέρωμα.

Κάποια στιγμή, ύστερα από χρόνια άλλαξα πορεία, αθέτησα τον όρκο. Δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Στο «Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι», εξηγώ τους λόγους. Και κατέληγα στον επίλογο:

«… Λυπάμαι που σε μένα έλαχε να πω τα σκληρά αυτά λόγια. Για το φαρμάκι που πότισα παλιούς συναγωνιστές και φίλους, γνωστούς και άγνωστους συντρόφους του αγώνα και της φυλακής. Δεν μπορούσα όμως να κάνω διαφορετικά.

Πάνω από συγγενείς, συναγωνιστές και φίλους, πάνω κι απ’ το αδικοχυμένο αίμα (σ.σ: πάνω κι απ’ οποιονδήποτε όρκο, θα μπορούσα να προσθέσω τώρα), στέκεται η αλήθεια. Γιατί η αλήθεια ταυτίζεται με την πατρίδα».

Δεν ξέρω πως αντιμετώπισαν οι άλλοι συγκρατούμενοι το άγγιγμα του θανάτου, για τους Μπάτση και Μπελογιάννη όμως γνωρίζω καλά.

Ο Δ. Μπάτσης στάθηκε σαν άντρας, έφυγε βαθύτατα πικραμένος αλλά αγέρωχος. Δεν συνεργάστηκε με την Ασφάλεια και δεν υπέκυψε σε πιέσεις και εκβιασμούς που του έγιναν ακόμα και όταν ήταν μελλοθάνατος στη φυλακή. Γνωρίζω ότι επανειλημμένα τον κάλεσαν στη διεύθυνση των φυλακών ανώτατοι αξιωματούχοι της Ασφάλειας και του ζήτησαν να συνεργαστεί επισείοντας, ακόμα και την τελευταία μέρα, το φάσμα της επικείμενης εκτέλεσης. Αρνήθηκε και έφυγε με το κεφάλι ψηλά. Και τον εκτέλεσαν παρότι γνώριζαν καλά ότι δεν είχε καμιά σχέση με ασυρμάτους και «κατασκόπους».

Γιατί στο πρόσωπό του (προέρχονταν από αστική οικογένεια και ήταν γιος ναυάρχου) ήθελαν να χτυπήσουν τους «συνοδοιπόρους», αυτούς που έμπαιναν στο κίνημα από αγνό ιδεαλισμό, φλεγόμενοι από την επιθυμία να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για το καλό και την πρόοδο αυτού του τόπου. Είπαν πως στη δίκη «έσπασε», «λύγισε». Τώρα, με την πείρα και τη γνώση των 46 χρόνων που κύλησαν από τότε, θα μπορούσε κανείς εύλογα να ρωτήσει: Τι θα πει «λύγισε;» Και γιατί να μη «λυγίσει;». Γιατί έπρεπε να υποστηρίξει με «πάθος» και «αδιαλλαξία» την ανεύθυνη και τυχοδιωκτική πολιτική του Ζαχαριάδη που λειτουργούσε ως όργανο της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής;

Τραγική αλλά και ηρωική συνάμα μορφή ο Δ. Μπάτσης, λαμπρός επιστήμονας και ακέραιος χαρακτήρας κλήθηκε να πληρώσει σφάλματα άλλων χωρίς ο ίδιος να έχει την παραμικρή ευθύνη.

Η μοίρα του φέρθηκε πολύ σκληρά. Την αντιμετώπισε με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια σαν πραγματικός άντρας.

Για το Νίκο Μπελογιάννη περισσεύουν τα λόγια. Αγνός και ατρόμητος ιδεολόγος, ευγενική και ηγετική φυσιογνωμία απ’ αυτές που σπάνια αναφαίνονται στον τόπο και το χρόνο. Η ανιδιοτέλεια και η αυταπάρνηση, η πίστη και η αφοσίωσή του σε υψηλά, πανανθρώπινα ιδανικά, θα παραμένει φωτεινό παράδειγμα για όσους θέλουν να δίνουν κάποιο περιεχόμενο, κάποιο νόημα στη ζωή.

Τόσο για το Ν. Μπελογιάννη όσο και για τον Δ. Μπάτση, ας είναι τα λόγια αυτά ελάχιστη σπονδή στη μνήμη τους.

Αυτός ήταν ο επίλογος στην «Υπόθεση Μπελογιάννη». Τα ερωτήματα ωστόσο μισόν αιώνα τώρα παραμένουν αναπάντητα: Ποια είναι ακριβώς η αλήθεια; Ποιος ήταν ο Βαβούδης; Υπήρχε έστω και κόκκος αλήθειας στην κατηγορία της κατασκοπείας ή ήταν εντελώς «στημένη» υπόθεση; Ποιοι και γιατί την «έστησαν»; Ποιοι και πόσο ευθύνονται;

Ας μου επιτραπεί εδώ, με το χέρι στην καρδιά, χωρίς φόβο αλλά με πάθος για την αλήθεια, να καταθέσω τη γνώμη μου.

Απ’ ότι γνωρίζω προσωπικά, απ’ ότι έζησα και έμαθα, μπορώ αδίστακτα να βεβαιώσω ότι η «Υπόθεση Μπελογιάννη» ήταν ένα βαρύ πολιτικό και δικαστικό έγκλημα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Βαβούδης εκτός από πιστός «μπολσεβίκος», στέλεχος του παράνομου κομματικού μηχανισμού και έμπιστος του Ζαχαριάδη, είχε συγχρόνως μια ειδική σχέση με τους σοβιετικούς, ήταν άνθρωπος των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών. Ήταν το μάτι και το αυτί των σοβιετικών στα άδυτα των αδύτων του ΚΚΕ.

Προσωπικά δεν μπορώ να μεμφθώ τον Βαβούδη για την ιδιότητα του αυτή. Αν την ηρωική εκείνη εποχή είχα σταλεί κι εγώ στη Μόσχα, αν είχα εκπαιδευτεί από τις σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες κι αν μου είχε ανατεθεί μια «ειδική αποστολή», βέβαιο είναι ότι θα δεχόμουν. Κι ίσως να ένοιωθα ιδιαίτερη τιμή και περηφάνια γιατί το «τιμημένο ΚΚΣΕ», το «ηρωικό κόμμα των μπολσεβίκων» που πραγματοποίησε τη «Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση» και άνοιξε το δρόμο για το «θρίαμβο της επανάστασης σ’ όλο τον κόσμο», με τιμούσε με τη φροντίδα και την εμπιστοσύνη του.

Δεν ξέρω τι είδους πληροφορίες μετέδιδε στους σοβιετικούς ο Βαβούδης. Απ’ ότι προκύπτει από τα δημοσιευθέντα σήματα, πιθανώς να μετέδιδε και μερικές, ασήμαντες και ανόητες καθώς αποδεικνύεται, πληροφορίες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να στηρίξουν την κατηγορία της κατασκοπείας. Βέβαιο όμως είναι ότι όπως εγώ, έτσι και όσοι κομμουνιστές συνεργάστηκαν κατά οποιανδήποτε τρόπο με τον Βαβούδη, χωρίς βέβαια να μπορεί να αποκλειστεί κάποια εξαίρεση, αγνοούσαν τη διπλή του ιδιότητα. Πίστευαν ότι συνεργάζονταν και βοηθούσαν τον Βαβούδη στην, παράνομη βέβαια, πάντοτε όμως κομματική του δραστηριότητα. Και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη και βαρύνουσα «λεπτομέρεια» που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να διακρίνουν αυτοί που «έστησαν» και αυτοί που υποστήριξαν την κατηγορία της κατασκοπείας.

Με την ανακάλυψη των ασυρμάτων οι ειδικές αντικομουνιστικές υπηρεσίες, δικές μας και ξένες, εύρισκαν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να πλουτίσουν και να βελτιώσουν το αντικομουνιστικό τους οπλοστάσιο. Ο ψυχρός πόλεμος ήταν στο φόρτε του, ο ανταγωνισμός Δύσης-Ανατολής θανάσιμος και οι μυστικές υπηρεσίες, όπως αποδεικνύεται, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο για την επίτευξη του στόχου. Και ο στόχος ήταν διπλός: Αποφασιστικό πλήγμα κατά του «εγχώριου» άλλα και κατά του «διεθνούς» κομμουνισμού. Να χαρακτηριστεί κατασκοπευτική κάθε παράνομη κομματική δραστηριότητα στο εσωτερικό της χώρας. Στο εξής οι κομμουνιστές δεν θα δικάζονται πλέον με το Ν. 509 αλλά με το Ν. 375/36 «περί κατασκοπείας», πλην όμως ο διεθνής θόρυβος και η κατακραυγή που προκάλεσε η εκτέλεση Μπελογιάννη δεν επέτρεψε τη συνέχιση των εκτελέσεων, εκτός από μεμονωμένες περιπτώσεις.

Διεθνώς θα αποδιδόταν σ’ όλα τα ΚΚ η «ρετσινιά» του κατασκοπευτικού μηχανισμού στην υπηρεσία της Μόσχας. Αφού το ΚΚΕ δρούσε «κατασκοπευτικά» προς όφελος του σοβιετικού μπλοκ, κατά «λογική συνέπεια» το ίδιο θα συνέβαινε και με τα ΚΚ στις άλλες χώρες της Δ. Ευρώπης.

Βέβαια δίκες «κατασκοπείας» δεν έγιναν, για τον απλό λόγο ότι τα ΚΚ ήσαν νόμιμα αλλά και, κυρίως, γιατί οι βαθιά ριζωμένες δημοκρατικές παραδόσεις στις χώρες αυτές δεν επέτρεπαν «στημένες» δίκες.

Εξετάζοντας τις διάφορες πτυχές της «Υπόθεσης Μπελογιάννη» νομίζω ότι άνετα μπορεί να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι υπήρχε και ένας τρίτος στόχος: Η υπονόμευση και η πτώση της κυβέρνησης Πλαστήρα. Και ίσως να μην ήταν τυχαία η χρονική στιγμή που βγήκε στο φως η υπόθεση.

Η κεντρώα κυβέρνηση Πλαστήρα δεν ενέπνεε εμπιστοσύνη στους Αμερικανούς και στο ΝΑΤΟ. Η αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου» επέβαλε την περίοδο εκείνη την άσκηση της εξουσίας από ισχυρές αντικομουνιστικές κυβερνήσεις. Έπρεπε λοιπόν να πέσει η κυβέρνηση Πλαστήρα. Και πράγματι με την υπόθεση Μπελογιάννη η κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά σε σκληρό δίλημμα: Αν επέτρεπε τις εκτελέσεις θα άνοιγε αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στις «δημοκρατικές δυνάμεις», θα έχανε σημαντικό μέρος της λαϊκής της βάσης και θα επιτάχυνε το τέλος της. Αν τις απέτρεπε, θα φαινόταν καθαρά η ατολμία και η αδυναμία της να αντιμετωπίσει αποφασιστικά τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» οπότε και ο «συμμαχικός παράγων» θα προχωρούσε στις αναγκαίες «διορθωτικές» κινήσεις.

Και ακριβώς ο κίνδυνος να χάσει την εμπιστοσύνη του «συμμαχικού παράγοντος» την εποχή εκείνη της σφοδρής αντιπαράθεσης Ανατολής-Δύσης, έκαμψε την αντίσταση της κυβέρνησης Πλαστήρα. Ο φόβος ενδεχόμενης απώλειας της εξουσίας -και σ’ αυτό νομίζω έγκειται η ευθύνη της- ανάγκασε την κυβέρνηση να προχωρήσει στις εκτελέσεις.

Βέβαια, ο ιστορικός μου μέλλοντος θα πρέπει νομίζω να λάβει υπόψη του ένα σοβαρό ελαφρυντικό. Τις μέρες εκείνης της ιδιαίτερης έντασης και της σύγχυσης, ακόμα και για τα μέλη της κυβέρνησης ήταν εξαιρετικά δύσκολο να κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στην παράνομη κομματική και στην «κατασκοπευτική» δραστηριότητα που τόσο έντεχνα περιέπλεξαν οι «ειδικές» υπηρεσίες, δικές μας και ξένες.

Στα μέλη του στρατοδικείου δεν νομίζω ότι μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη. Οι «αρμόδιες υπηρεσίες» φρόντισαν να τους παρουσιάσουν άφθονο «αποδεικτικό υλικό». Κρύπτες, ασυρμάτους, σήματα, χρήματα από το εξωτερικό (τα χρήματα που έστελνε η εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ στις παράνομες κομματικές οργανώσεις του εσωτερικού και προέρχονταν, κυρίως, από τις εισφορές των εργαζομένων πολιτικών προσφύγων).

Έκριναν, πιστεύω, «κατά συνείδησιν», δεδομένου άλλωστε ότι η συνείδησή τους ήταν έντονα φορτισμένη από τις μνήμες του Εμφυλίου που μόλις πριν δυόμισι χρόνια είχε τελειώσει…

Ο αναγκαστικός νόμος 375/36 καταργήθηκε, οι ποινές που επιβλήθηκαν με το νόμο αυτό διαγράφηκαν από τα ποινικά μητρώα. Πρόκειται όμως για ημίμετρο. Τέσσερις Έλληνες πολίτες καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν ως κατάσκοποι χωρίς να είναι κατάσκοποι! Χρέος της Πολιτείας είναι να αποκαταστήσει τη μνήμη τους, να εξαλείψει το στίγμα του κατασκόπου. Είναι ένα χρέος τιμής όχι μόνο απέναντι στην μνήμη τους αλλά και στις οικογένειές τους.

Γράφω τις γραμμές αυτές χωρίς να μνησικακώ» για κανέναν. Αν οι ευθύνες των αντιπάλων μας είναι μεγάλες, πολύ μεγαλύτερες είναι οι δικές μας. Ευθυνόμαστε για το Δεκέμβρη, για τον Εμφύλιο και τις εν συνεχεία ασίγαστες όσο και ηλίθιες προσπάθειες να μπάσουμε την πατρίδα μας στη σοβιετική στρούγκα. Δεν μας πάει λοιπόν ο ρόλος του κήνσορα και του τιμητή. Και στο κάτω-κάτω είναι γελοίο και παράλογο να ζητούμε ευθύνες από κείνους που, στις μεγάλες επιλογές, δικαιώθηκαν από την Ιστορία. Τώρα πια είναι, νομίζω, καθαρό ότι η δίκη Μπελογιάννη και οι εκτελέσεις δεν θα μπορούσαν να γίνουν αν δεν είχε προηγηθεί ο Εμφύλιος και αν δεν λυσσομανούσε ο ψυχρός πόλεμος. Και είναι πλέον βέβαιο ότι για τον Εμφύλιο αλλά και για τον ψυχρό πόλεμο δεν φταίνε οι αντίπαλοί μας…

Γράφω τις γραμμές αυτές, όχι μόνο από χρέος προς την ιστορική αλήθεια. Στο κάτω κάτω η ιστορική αλήθεια θα μπορούσε να περιμένει λίγο ακόμα. Με συνέχει αγωνία, κι όχι βέβαια μόνο εμένα, για τη μοίρα αυτού του τόπου.

Χάσαμε πολύτιμο χρόνο και θυσιάσαμε άσκοπα ακόμα πιο πολύτιμο και αναντικατάστατο ανθρώπινο δυναμικό κυνηγώντας την Ουτοπία, επιδιώκοντας το «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό». Και μείναμε απελπιστικά πίσω.

Ξεχάσαμε πως «όποιος δεν διδάσκεται από τα λάθη του είναι καταδικασμένος να τα επαναλάβει». Και δεν διδαχθήκαμε από τα λάθη μας.

Αντί να διδαχθούμε από την ιστορία, την αγνοήσαμε προκλητικά και συχνά την κακοποιήσαμε. Δεν θελήσαμε να ακούσουμε «την οιμωγή, τον επώδυνο βόγκο της ιστορίας». Δεν κατορθώσαμε έτσι «να δημιουργήσουμε μία υψηλή και κοφτερή επίγνωση για το παρόν», δεν μπορέσαμε «να αισθανθούμε το μεγάλο ιστορικό βάρος και να βρούμε τα μέτρα με τα οποία θα ζυγίσουμε το νόημα όσων συμβαίνουν στους καιρούς μας».

Αποποιηθήκαμε τις ευθύνες μας γιατί έτσι μας βόλευε και με περισσή άνεση τις φορτώσαμε στους άλλους. Μπερδέψαμε εχθρούς και φίλους, και αρμενίζουμε ξένοιαστοι σε μία θάλασσα γεμάτη υφάλους και τυφώνες.

Θα ‘θελα οι γραμμές αυτές να ηχήσουν ως «σήμα κινδύνου». Θανάσιμοι κίνδυνοι μας ζώνουν. Η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας μας παραμένει μετέωρη. Η βόρεια Κύπρος έχει σχεδόν τουρκοποιηθεί και η υπόλοιπη αντιμετωπίζει, όσο δε λύνεται το κυπριακό, την μόνιμη απειλή ενός νέου Αττίλα. Και, ο κίνδυνος Ελληνο-τουρκικής σύρραξης στο Αιγαίο με απρόβλεπτες διαστάσεις και τραγικές συνέπειες παραμένει πάντοτε σοβαρός.

Δεν μπορούμε να παραμένουμε άλλο «δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα». Η πολιτική ηγεσία του τόπου οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της. Να αποδιώξει τολμηρά το φόβο του «πολιτικού κόστους». Να ακολουθήσει το παράδειγμα του Ελ. Βενιζέλου, να προσαρμόσει την πολιτική της στην πραγματικότητα κι όχι την πραγματικότητα στην πολιτική της. Και, πρωτίστως, να μεταθέσει πάραυτα τον ανταγωνισμό με τους Τούρκους από το πολεμικό πεδίο όπου υπερτερούν, στο πεδίο της ειρηνικής, δημιουργικής άμιλλας όπου η υπεροχή μας είναι συντριπτική.

Η κατάσταση είναι κρίσιμη δεν είναι όμως απελπιστική. Έχει πολλές δυνάμεις και πολλές δυνατότητες αυτός ο λαός. Αρκεί οι «δυνάμεις της λογικής» που είναι πανίσχυρες, να μπορέσουν να ανοίξουν το δρόμο τους, να μπορέσουν να συνενωθούν. Αρκεί να προσγειωθούμε, να δούμε με καθαρή ματιά τη σύγχρονη ελληνική και διεθνή πραγματικότητα. Και σ’ αυτό θα μας βοηθήσει αποφασιστικά η Ιστορία αν θελήσουμε να την αντικρίσουμε κατάματα, αν θελήσουμε να διδαχθούμε από τα «απλά» της μαθήματα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s