Εκθεση STRATFOR για την Ελλάδα

Η Ελλάδα βρίσκεται τοποθετημένη στη νοτιοανατολική Ευρώπη, στο άκρο της βαλκανικής χερσονήσου, μια ιδιαίτερα ορεινή περιοχή εκτεινόμενη νότια από τις πεδιάδες της Πανονίας. Χαρακτηρίζεται από την ορεινή της γεωμορφία, με λίγες αναλογικά καλλιερ­γήσιμες εκτάσεις, ενώ ξεχωρίζει άμεσα στο χάρτη) από τα χιλιάδες νησιά της και την εκτεταμένη ακτογραμμή της.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, η Ελλάδα εκμεταλλεύθηκε την ορεινή αυτή γεωμορφία προς όφελος της για αμυντικούς σκοπούς, με πιο πρό­σφατο παράδειγμα την ιταλική εισβολή το 1940 και πλέον χαρακτηριστικό τη μάχη των Θερμο­πυλών, όπου λίγες εκατοντάδες Σπαρτιάτες αντι­στάθηκαν αποφασιστικά ενάντια σε εκατοντάδες χιλιάδες Πέρσες στα ορεινά στενά της περιοχής. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία τα πήγε καλύτερα από την περσική, υπό την έννοια ότι τελικό κυρίευσε την Ελλάδα, αν και τελικά η κυριαρχία της περιορί­στηκε στα πεδινά, αφού στα βουνά κυριαρχούσαν οι Κλέφτες και οι Αρματολοί. Άλλες προσπάθειες εισβολής από δυνάμεις που είχαν εξασφαλίσει ναυτική κυριαρχία και τελικά κατάφεραν να αποβιβαστούν, βρίσκονταν πάντα αντιμέτωπες με ορεινούς σχηματισμούς και ταμπουρωμένους Έλληνες, συνθήκες που απέτρεπαν κινήσεις μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων. Ωστόσο αυτή η ίδια γεωμορφία είναι που αποτελεί παράλληλα και τροχοπέδη για την ανάπτυξη της χώρας, αλλά και την αποτελεσματική κεντρική διοίκησή της.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της Ελλάδας, η γεωγραφία της υπήρξε ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα. Ευλογία, διότι της επέτρεψε να κυριαρ­χήσει στον τότε γνωστό (σ.σ. δυτικό) κόσμο για το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας ιστορίας της Ευρώπης, χάρη στον συνδυασμό πρόσβασης σε όλη τη Μεσόγειο διά θαλάσσης και εχθρικής τοπογραφίας της, που την καθιστούσε δύσκολο στόχο. Στα αρχαία χρόνια, οι δύο αυτές συνθήκες ήταν οι ιδανικές για πόλεις που βασίζονταν στο εμπόριο προκειμένου να κυριαρχήσουν στους γύρω λαούς, αφού από τη μια μπορούσαν να επικρατήσουν οικονομικά και από την άλλη ήταν δύσκολο να καταβληθούν από άλλους αντιπάλους με ισχυρό στρατό στην στεριά. Υπό αυτές τις συνθήκες άνθισε η πρώτη πραγματικά ανεπτυγμέ­νη πόλη της Ευρώπης, η Αθήνα, όπου γεννήθηκε η δημοκρατία, καθώς και η πρώτη μεγάλη αυτοκρα­τορία της αρχαιότητας υπό τον Μέγα Αλέξανδρο. Η γεωγραφία της αυτή όμως υπήρξε και κατάρα, διότι βρέθηκε στο άκρο μιας μεγάλης απροσπέλαστης χερσονήσου, αποκομμένη από άλλες μεγάλες εκτάσεις γης, με αποτέλεσμα να εξαρτάται για την επιβίωση της από το εμπόριο. Για του λόγου το αληθές, καμία πόλη-κράτος της αρχαίας Ελλάδας δεν κατείχε ποτέ σημαντικές εκτάσεις γης. Επιπλέον, οι πόλεις-κράτη στα παράλια και τα νησιά του ελλαδικού χώρου ήταν μεν δύσκολο να κατακτηθούν, αλλά εξίσου δύσκολο ήταν και να ενωθούν, όπως δύσκολο ήταν και να επεκταθούν ή να επιβιώσουν μόνο με τους εγχώριους πόρους.

Ο πυρήνας της Ελλάδας: Το Αιγαίο Πέλαγος

Παρά τους περιορισμούς στην κεφαλαιοποίηση των εγχώριων πόρων, η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή παρά να δημιουργήσει μια εκτεταμένη αμυντική ικανότητα που θα της επιτρέψει να ελέγ­χει το Αιγαίο Πέλαγος. Με απλά λόγια, ο πυρήνας της Ελλάδας δεν είναι ούτε ο σιτοβολώνας της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, ούτε το λεκανοπέ­διο της Αττικής, αν και εκεί ζει το μισό σχεδόν του πληθυσμού της χώρας. Πυρήνας της Ελλάδας είναι το Αιγαίο Πέλαγος και μάλιστα τα ίδια τα ύδατα, όχι οι ακτογραμμές, που επιτρέπει σε αυτές τις τρεις περιοχές να επικοινωνούν άμεσα για εμπόριο, επικοινωνία και άμυνα. Ο έλεγχος του Αιγαίου δίνει στην Ελλάδα και το επιπλέον πλεονέκτημα του ελέγχου του εμπορίου μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Χωρίς έλεγχο του Αιγαίου, απλά δεν υπάρχει Ελλάδα. Για τον έλεγχο λοιπόν του Αιγαίου και του Κρητικού Πελάγους, η Ελλάδα πρέπει να έχει τον έλεγχο δύο κρίσιμων νησιών στην περιοχή, της Ρόδου και της Κρήτης, καθώς και του υπόλοιπου συμπλέγματος των Δωδεκανήσων. Με τον έλεγχο αυτών των νησιών, το Αιγαίο Πέλαγος καθίσταται πραγματικά μια «ελληνική λίμνη». Ένα άλλο νησί κρίσιμης στρατηγικής σημασίας για τη χώρα είναι και η Κέρκυρα, που δίνει στην Ελλάδα ένα αγκυρο­βόλιο κοντά στα στενά του Οτράντο και έτσι έχει πρόσβαση στην Αδριατική Θάλασσα και έλεγχο του περάσματος. Οτιδήποτε μεταξύ του Αιγαίου Πελάγους και της Κέρκυρας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κρίσιμος πυλώνας των βασικών συμφερόντων εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας. Υπό αυτό το πρίσμα, η Κύπρος καθίσταται σημαντική ως ένα μέσο για την απόσπαση της προσοχής και της υπερφαλάγγισης των νώτων της Τουρκίας, ειδικά προκειμένου για την παρεμπόδιση της επικοινωνίας της Τουρκίας με τη συμμαχική Αίγυπτο και την υπόλοιπη Μέση Ανατολή. Παλαιότερα, κρίσιμης στρατηγικής σημασίας ήταν και ο έλεγχος της Σικελίας ως πέρασμα προς τη δυτική Μεσόγειο και, πράγματι, το νησί είχε αποικηθεί συχνά από ελληνικές πόλεις στους αρχαίους χρόνους. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο παρά μόνο ως προς την Κύπρο, όπου όμως η προσπάθεια ελέγχου του νησιού κατέληξε στην τουρκική εισβολή του 1974 και, πρακτικά, τη διχοτόμηση του νησιού.

Το κόστος του ελέγχου του Αιγαίου και το πλήθος των νησιών του δεν μπορεί να υποεκτι­μηθεί. Πέρα από το καθόλου αμελητέο κόστος της συντήρησης ενός αξιόμαχου Πολεμικού Ναυτικού, η Ελλάδα έχει το πρόβλημα του ανταγωνισμού με την Τουρκία, που θεωρείται ακόμα ως μια εδαφική απειλή προς την Ελλάδα. Σήμερα πλέον, η ανάγκη αυτή για έλεγχο έχει οδηγήσει και στην ανάγκη και για αεροπορική υπεροχή πάνω από το Αιγαίο. Πράγματι, η Ελλάδα διατηρεί μια από τις ισχυρότε­ρες αεροπορικές δυνάμεις στην περιοχή με μεγάλο αριθμό σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών πρώτης γραμμής, στα όρια όμως της αντοχής της εθνικής οικονομίας. Επιπλέον, πολλοί παρατηρη­τές υπογραμμίζουν ότι και από πλευράς ανθρώ­πινου δυναμικού, οι Έλληνες πιλότοι είναι από τους ικανότερους και καλύτερα εκπαιδευμένους πιλότους στην Ευρώπη, πράγμα που οφείλεται βέβαια στις πρακτικά πολεμικές συνθήκες που επικρατούν στο Αιγαίο.

Αλλά η διατήρηση και ανανέωση του υλικού και η εκπαίδευση του προσωπικού μιας τόσο ισχυρής αεροπορικής δύναμης, συνεπάγεται δαπάνες της τάξης του 6% του εθνικού ακαθάριστου προϊόντος σε αμυντικά προγράμματα, σχεδόν τα διπλάσια σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και μάλιστα εν μέσω διεθνούς οικονομικής κρίσης. Οι τελευταίες κυβερνήσεις όμως έχουν δεσμευθεί να ρίξουν τις δαπάνες στο 3% του Ε ΑΠ. Δεδομένου μάλιστα ότι η χώρα στερείται σοβαρών εγχώριων κεφαλαίων, έχει αναγκαστεί να βασίζεται σε εξω­τερικό δανεισμό για τη συντήρηση της αμυντικής της ικανότητας. Σε συνδυασμό δε και με ένα από τα δαπανηρότερα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας της Ευρώπης και το κόστος της συντήρησης και επέκτασης των ακριβών υποδομών λόγω της γεωγραφίας, το κόστος της άμυνας καθίσταται ακόμα πιο δυσβάσταχτο. Η συνεχιζόμενη οικονο­μική κρίση απειλεί με κατάρρευση όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την υπόλοιπη Ευρωζώνη μαζί της. Το έλλειμμα έφτασε το 13,6% του ΕΑΠ το 2009 και το ελληνικό χρέος πλησιάζει σχεδόν το 150% του ΕΑΠ. Η Ελλάδα όμως δεν ήταν σε όλη της την ιστορία σε αντίστοιχη οικονομική κατάσταση. Έχει περάσει από πολλές διακυμάνσεις, από παγκόσμια υπερδύναμη μέχρι περιφερειακή δύναμη και τελικά μια εύρωστη οικονομία ευρωπαϊκών προ­διαγραφών, μέχρι τη σημερινή κατάσταση. Για να κατανοήσει κανείς πώς αυτή η χώρα, η φτωχή σε εγχώριους πόρους και κεφάλαια έχει περάσει από τόσα διαφορετικά στάδια, πρέπει να ερευνήσει την ιστορία της χώρας πέρα από τη φυσική γεωγραφία της και να μελετήσει την πολιτική της γεωγραφίας της περιοχής στην οποία άνθισε ο ελληνικός πολιτισμός.

Από αρχαία υπερδύναμη… σε κράτος υποτέλειας

Η Αρχαία Ελλάδα ήταν που έδωσε στον δυτικό κόσμο τα πρώτα φώτα πολιτισμού και φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα υπήρξε και η πρώτη εμπεριστατωμέ­νη μελέτη γεωπολιτικής, όπως αποτυπώνεται στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θου­κυδίδη, που θεωρείται μια δημιουργική εργασία πάνω στις διεθνείς σχέσεις. Βέβαια μια σύντομη ανασκόπηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου θα ήταν τουλάχιστον άδικη, αφού θα του άξιζε μια ολόκληρη μονογραφία. Ωστόσο μια σύντομη ματιά μπορεί να καταδείξει ορισμένες πτυχές τού πώς η γεωγραφία έπαιξε έναν θεμελιώδη ρόλο στη μετατροπή των ελληνικών πόλεων-κρατών σε υπερδυνάμεις. Η πολιτική γεωγραφία της περιόδου διέφερε βέβαια ριζικά σε σχέση με το σήμερα. Η Μεσόγειος Θάλασσα ήταν το κέντρο του κόσμου, απ’ όπου μερικές ελληνικές πόλεις-κράτη ξεκινούσαν εκτενείς αποικιακές εξορμήσεις από τα λιμάνια τους στο Αιγαίο. Επιπλέον, όπως σημει­ώθηκε παραπάνω, η άγρια γεωμορφία της περι­οχής παρείχε ιδανικές συνθήκες για κατασκευές απόρθητων οχυρωματικών έργων, δίνοντας στους ντόπιους τη δυνατότητα να αμυνθούν ενάντια σε ισχυρότερους αντιπάλους. Παρ’ όλ’ αυτά, η αρχαιοελληνική περίοδος ήταν η τελευταία φορά που η Ελλάδα υπήρξε πολιτικά ανεξάρτητη. Ως εκ τούτου, παρέχεται μια αξιολόγηση στο πώς η γεωγραφία της περιοχής θεμελίωσε την ελληνική στρατηγική.

Από την αρχαία περίοδο λοιπόν, παρατηρούμε ότι ο έλεγχος του Αιγαίου υπήρξε θεμελιώδους σημασίας όπως ακριβώς και σήμερα. Οι Έλληνες, αντιμέτωποι με τις τότε απροσπέλαστες χέρσες περιοχές της νότιας βαλκανικής χερσονήσου, οδηγήθηκαν από τις συνθήκες στο να εξελιχθούν σε άριστοι θαλασσοπόροι. Με την εξασφάλιση του Αιγαίου, άλλωστε, υπήρξε η κρίσιμης σημασίας δυνατότητα για την απόκρουση δύο μεγάλων περσικών εισβολών κατά την αρχαιότητα και κάθε μάχη στη στεριά διεξαγόταν με μια παράλληλη ναυμαχία στη θάλασσα, όπου διακόπτονταν οι περσικές γραμμές ανεφοδιασμού. Μόλις εξαλείφθηκε η περσική απειλή, η Αθήνα, που ήταν τότε η ισχυρότερη πόλη-κράτος, ξεκίνησε μια προσπά­θεια για την επέκτασή της στον χώρο του Αιγαίου με τον έλεγχο κρίσιμης στρατηγικής σημασίας νησιών. Ωστόσο αυτή η ιμπεριαλιστική επέκταση τερματίστηκε άδοξα μετά από μια αιματηρή και πολυδάπανη εκστρατεία για τον έλεγχο της Σικελίας που, αν πετύχαινε, θα τους εξασφάλιζε τον έλεγχο ολόκληρης της Μεσογείου. Ενώ λοιπόν οι Αθηναίοι κατανοούσαν καλά τη γεωπολιτική της Μεσογείου, στερούνταν τα σύγχρονα μέσα γραφει­οκρατίας και επικοινωνιών που θα τους επέτρεπαν να διαχειρίζονται ένα τόσο ευρύ γεωγραφικό πλαίσιο, πολύ δε περισσότερο στερούνταν του απαραίτητου πληθυσμού για να υποστηρίξουν τα σχέδιά τους. Στη συνέχεια απέτυχαν και δύο ακόμα εκστρατείες σε Αίγυπτο και Κύπρο, με αποτέλε­σμα το τέλος της αθηναϊκής παντοδυναμίας στη θάλασσα. Αυτό το παράδειγμα καταδεικνύει το πόσο δύσκολο ήταν να διατηρήσει κανείς τον έλεγχο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Αθήνα τελικά συμβιβάστηκε με μια χαλαρή συνομοσπονδία με άλλες νησιωτικές πόλεις-κράτη, που όμως ήταν ανεπαρκής για την ίδρυση μιας περιφερειακής αυτοκρατορία.

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος που ακολούθησε αποδυνάμωσε σημαντικά όλες τις ελληνικές πόλεις-κράτη, δημιουργώντας ένα κενό ισχύος στα τέλη του τέταρτου αιώνα π.Χ., το οποίο αναπληρώθηκε ταχύτατα από τη Μακεδονία του Φιλίππου. Παρά τη φήμη της Μακεδονίας ως της πλέον οπισθοδρομικής ελληνικής περιοχής από πλευράς πολιτισμού, συστήματος διακυβέρνησης, φιλοσοφίας και τεχνών, η Μακεδονία είχε κάτι που στερούνταν οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις- κράτη: τις πλούσιες αγροτικές περιοχές πέριξ των ποταμών Αξιού και Στρυμόνα, ενώ η Αθήνα και οι άλλες πόλεις-κράτη ήταν υποχρεωμένες να βασίζονται σε θαλάσσιες εισαγωγές προϊόντων για τη συντήρησή τους και την επέκτασή τους πέρα από τα στενά του Ελλησπόντου για τη μεταφορά επιπλέον αγαθών. Επιπλέον, η Μακεδονία διαχει­ρίζονταν από ένα εντελώς απολυταρχικό σύστημα κυβέρνησης, που της επέτρεψε να ξεκινήσει την πρώτη ενωμένη ελληνική εκστρατεία στα χρονικά, με αποτέλεσμα την ίδρυση μιας μεγάλης αυτοκρα­τορίας υπό τον Μέγα Αλέξανδρο. Ακόμα κι έτσι όμως, η αυτοκρατορία δεν άντεξε στον χρόνο. Τελικά η αγροτική παραγωγή του Αξιού δεν υπήρξε αρκετή για την εξασφάλιση πό­ρων για την αντιμετώπιση της ρωμαϊκής εισβολής. Η Ρώμη επεκτάθηκε προς τον ελλαδικό χώρο με πρώτο βήμα την κατάληψη της Κέρκυρας, αποδει­κνύοντας έτσι την τεράστια στρατηγική σημασία του συγκεκριμένου νησιού. Έχοντας καταλάβει την Κέρκυρα, η Ρώμη είχε εξασφαλίσει μια ιδανική βάση επιχειρήσεων και ανεφοδιασμού προς την ηπειρωτική Ελλάδα και με συνεχείς εκστρατείες τελικά κατέλαβε το σύνολο του ελλαδικού χώρου μέχρι το 86 π.Χ.

Η πτώση της Ελλάδας υπό την Ρώμη ουσια­στικά την εξάλειψε από τον χάρτη της ιστορίας ως ανεξάρτητο έθνος για σχεδόν δύο χιλιετίες, κατά τις οποίες ο ελλαδικός χώρος υπαγόταν υπό την κυριαρχία μεγαλύτερων αυτοκρατοριών, της ρωμαϊκής και μετά της βυζαντινής και έπειτα της οθωμανικής. Αν και το Βυζάντιο πρακτικά επηρεάστηκε σε καθοριστικό βαθμό από την επίδραση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού, η γεωγραφία του Βυζαντίου δεν έχει καμία σχέση με αυτή του ελλαδικού χώρου και ως εκ τούτου δεν θα ήταν σωστό να συμπεριληφθεί στην παρούσα ανάλυση. Η άνοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δη­μιούργησε μια νέα πολιτική γεωγραφία γύρω από τον ελλαδικό χώρο που καθιστούσε μια μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα μια ουτοπία. Η Οθωμανική Αυτο­κρατορία υπήρξε στην ακμή της μια εντυπωσιακή πολιτική οντότητα, που έλεγχε το σύνολο των Βαλκανίων. Ο ελλαδικός χώρος δεν ήταν κρίσιμης σημασίας για την άμυνα της αυτοκρατορίας, αν και ο ελληνικός πληθυσμός είχε εκτιμηθεί για το υψηλό του μορφωτικό επίπεδο και τις ικανότητές του στη θάλασσα και αξιοποιόταν ανάλογα. Αν έπρεπε να καθορίσουμε το ακριβές σημείο στον χωροχρόνο όπου η πολιτική γεωγραφία στη νοτιοανατολική Ευρώπη άλλαξε, θα έπρεπε να κοιτάξουμε στην 11η Σεπτεμβρίου 1683, στα πεδία μαχών γύρω από τη Βιέννη, όπου ο Πολωνός βασιλιάς Γιαν Σομπιέσκι ο Γ’ ηγήθηκε της ισχυρότερης επίθεσης ιππικού στην Ιστορία εναντίον των οθωμανικών δυνάμεων που πο­λιορκούσαν την πόλη. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια τεράστιου συμβολισμού ήττα για τους Οθωμανούς, αλλά επιπλέον μια αποτυχία για τη συνένωση του κενού της Βιέννης που δημιουρ­γείται από τους ποταμούς Δούναβη και Μοράβα μεταξύ Καρπαθίων και Άλπεων. Η επικράτηση των Οθωμανών στη συγκεκριμένη περιοχή θα τους επέτρεπε να δημιουργήσουν μια απροσπέλαστη αμυντική γραμμή χάρη στη μοναδική γεωγραφία της και στη συνέχεια να αναπτυχθούν ανενόχλητοι στη βαλκανική χερσόνησο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν ανέκαμψε ολοκληρωτικά μετά την ήττα αυτή και τελικά δύο μεγάλες ανερχόμενες αυτοκρατορίες, η αυστρο- ουγγρική και η ρωσική, έσπευσαν να διεκδικήσουν για τους εαυτούς τους κομμάτια της οθωμανικής στην περιοχή. Χωρίς την εξασφάλιση του κενού της Βιέννης, η αυτοκρατορία έμεινε χωρίς φυσικά σύνορα στην περιοχή, πέρα από τους ποταμούς, ούσα έτσι ευπρόσβλητη σε εισβολές. Από τότε σταδιακά ξεκίνησε η παρακμή της, αφού πλέον δυσκολευόταν και να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να ελέγξει τις περιοχές της.

Πράγματι, το πρώτο έθνος που στράφηκε στην Ρωσία για προστασία ήταν η Σερβία στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο ελληνικός πόλεμος της Ανεξαρτη­σίας ακολούθησε λίγα χρόνια μετά και παρ’ όλο που οι Έλληνες αγωνιστές σημείωσαν κάποιες εντυπωσιακές επιτυχίες εναντίον του οθωμανικού Στρατού και Ναυτικού, τελικά ο Σουλτάνος εξαπέλυσε εναντίον τους τις στρατιές της Αιγύπτου υπό τον Ιμπραήμ πασά, με αντάλλαγμα τον έλεγχο της Κρήτης το 1826. Ωστόσο οι ευρωπαϊκές μοναρχίες επέλεξαν να συνδράμουν στον ελληνικό αγώνα ευελπιστώντας σε κέρδη από τη διάλυση της αχανούς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αν και φοβόντουσαν το προηγούμενο που θα δημιουρ­γούσε η επέμβαση αυτή και για άλλους λαούς που πολεμούσαν για την ανεξαρτησία τους.

Ενώ λοιπόν η Αυστρο-Ουγγαρία και η Ρωσία είχαν βλέψεις για τα Βαλκάνια, οι άλλες καθιερω­μένες ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και αργότερα και η Γερμανία επιδίωξαν ν/α περιορίσουν τις φιλοδοξίες αυτές. Ειδικά για το Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι τέτοιο ήταν κρίσιμης σημασίας, αφού δεν ήθελε να επιτρέψει ρωσική πρόσβαση στη Μεσόγειο. Μετά το τέλος του Πολέμου της Ανεξαρτησίας το 1832, η Ελλάδα υπήρξε ένας σύμμαχος ζωτικής σημασίας για τη Δύση. Πρώτα απ’ όλα ήταν ζωτικής σημασίας για το Ηνωμένο Βασίλειο ως κυματοθραύστης ενάντια στις οθωμανικές βλέψεις στα Βαλκάνια. Το Ηνω­μένο Βασίλειο άλλωστε διατήρησε μια παρουσία σε διάφορες περιόδους και οε διάφορους βαθμούς στην Κέρκυρα, την Κρήτη και την Κύπρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μέχρι σήμερα, το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί ακόμα στρατιωτικές βάσεις και παρουσία στην Κύπρο που θεωρούνται κυρίαρχο έδαφος υπό βρετανική διαχείριση.

Η Ελλάδα υπήρξε ζωτικής σημασίας σύμμαχος και των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο της στρατηγικής περιορισμού της Σοβιετικής Ένωσης, μετά τη λήξη του Β’ Π.Π. Για τη διατήρηση της επιρροής τους αυτής στην Ελλάδα, οι Ηνωμένες Πολιτείες επενέβησαν και στον Εμφύλιο Πόλεμο την περίοδο 1946-1949 παρέχοντας βοήθεια και στρατιωτικό υλικό, ενώ ουσιαστικά «έστησαν» τον ελληνικό εμπορικό στόλο παραχωρώντας πλειάδα μεταχειρισμένων εμπορικών πλοίων σε Έλληνες εφοπλιστές. Επιπλέον οδήγησαν από κοινού Ελλάδα και Τουρκία στο πλαίσιο του NATO το 1952 και συνέχισαν να εξοπλίζουν την ελληνική στρα­τιωτική μηχανή καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ακόμη και η σύντομη στρατιωτική χούντα των συνταγματαρχών της περιόδου 1967-1973 δεν επηρέασε τη συμμετοχή της χώρας στο NATO, όπως δεν την επηρέασαν και οι -σχεδόν-πολεμικές αναμετρήσεις με την επίσης μέλος του NATO Τουρκία το 1964 (για την Κύπρο), το 1974 (ξανά για την Κύπρο), το 1987 (για το Αιγαίο) και το 1996 (για τα Ίμια).

Έτσι λοιπόν τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες αργότερα, ήταν πρόθυμες να στηρίξουν τις ελληνικές αμυντικές δαπάνες και να προμηθεύουν τη χώρα με κεφάλαια προκειμέ­νου να μπορεί να υπάρξει ως ανεξάρτητο κράτος και να απολαμβάνει ένα βιοτικό επίπεδο σχεδόν εφάμιλλο άλλων δυτικών χωρών. Σε αντάλλαγμα, η Ελλάδα πρόσφερε στις δυτικές χώρες μια βάση επιχειρήσεων απ’ όπου μπορούσε να ανασχεθεί ο ρωσικός και αργότερα ο σοβιετικός επεκτατισμός προς τη Μεσόγειο.

Γεωπολιτικοί στόχοι

Πριν προχωρήσουμε σε περαιτέρω ανάλυση της σύγχρονης ελληνικής δυσχέρειας, μπορού­με να συνοψίσουμε την ιστορία της ελληνικής γεωγραφίας όπως υπαγορεύεται από ορισμένους γεωστρατηγικούς στόχους, με σειρά προτεραιό­τητας:

  • Η εξασφάλιση του Αιγαίου Πελάγους για τη διατήρηση της γραμμών άμυνας και επικοινωνιών με ζωτικά ηπειρωτικά πληθυσμιακά κέντρα.
  • Η εξασφάλιση του ελέγχου της Κέρκυρας, της Κρήτης και της Ρόδου για την αποτροπή οποιασδή­ποτε προσπάθειας εισβολής διά θαλάσσης.
  • Η εξασφάλιση της περιοχής του Αξιού ποτα­μού και της περιοχής όσο πιο βόρεια αυτής ως μιας πηγής αγροτικών προϊόντων και πρόσβασης στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ευρώπη.
  • Η συνένωση και συνεργασία των περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας εκκαθαρίζοντας κέντρα τοπικής ισχύος και στη συνέχεια συλλογή φόρων και συγκέντρωση κεφαλαίων ανάλογα με τις κρατικές ανάγκες.
  • Επέκταση του ελέγχου και της επιρροής και σε εξωτερικά νησιά όπως η Κύπρος και η Σικελία, προκειμένου να ελέγξει τον θαλάσσιο χώρο στην Ανατολική Μεσόγειο, ένας στόχος που η Ελλάδα δεν έχει πετύχει από αρχαιοτάτων χρόνων.

Η Ελλάδα σήμερα

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, καθώς και τους επακόλουθους πολέμους στη Βαλκανική, που κατέληξαν στον βομβαρδισμό της Σερβίας από το NATO το 1999, η πολιτική γεωγραφία της περιοχής έχει αλλάξει για ακόμα μια φορά. Αυτή τη φορά όμως οι αλλαγές ήταν δυσμενείς για την Ελλάδα. Με τη Δύση να αδιαφορεί επί της ουσίας για τα θέματα της περιοχής, η Ελλάδα απώλεσε το καθεστώς του γεωστρατηγικού συμμάχου της Δύσης στα Βαλκάνια. Και μαζί με αυτό το καθεστώς, η Ελλάδα απώλεσε την σταθερή ροή κεφαλαίων και πολιτικής στήριξης που της επέτρεπε να ανταπεξέρχεται στην έλλειψη εγχώριου κεφαλαίου, πράγμα που υπήρξε προφανές σε όλους, εκτός από τους ίδιους τους Έλληνες. Γενικά, μια χώρα δύσκολα αποδέχεται μια δυσμενή γεωπολιτική αλλαγή, αλλά η Ελλάδα απλά αρνήθηκε να την αποδεχτεί. Αντίθετα, έκανε ό,τι μπορούσε προκειμένου να διατηρηθεί στο «κλαμπ των ισχυρών» ξοδεύοντας τεράστια ποσά, στο μεγαλύτερο μέρος βέβαια δάνεια από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, προκειμένου να αποκτήσει σύγχρονο στρατιωτικό εξοπλισμό και παράλληλα παρουσίασε ψεύτικα οικονομικά στοιχεία προκειμένου να εξασφαλίσει την είσοδο της στην Ευρωζώνη. Το γεγονός αυτό συχνά παραγνωρίζεται, ιδιαίτερα από τον ευρωπαϊκό Τύπο, που παρουσιάζει την ελληνική οικονομική κρίση ως αποτέλεσμα της «ελληνικής τεμπελιάς» και αλόγιστων δαπανών και ανευθυνότητας. Ωστόσο η Ελλάδα, αντιμέτωπη με μια γεωγραφία ευθέως εχθρική προς το περιβάλλον, τη συλλογή πόρων και κεφαλαίων της χώρας και με μια ισχυρή γείτονα χώρα με σαφείς εδαφικές βλέψεις απέναντι της στον κρίσιμο πυρήνα της Ελλάδας, το Αιγαίο, δεν είχε καμία άλλη επιλογή παρά να καταχρεωθεί στους δυτικούς συμμάχους της αφού αυτοί έχασαν το ενδιαφέρον τους για την ευρύτερη βαλκανική περιοχή και πλέον, ακόμα και η επιλογή του δανεισμού δεν είναι δεδομένη.

Η Ελλάδα σήμερα δεν μπορεί ούτε καν να ονει­ρευτεί την επίτευξη του πέμπτου της γεωπολιτικού της στόχου, την κυριαρχία στην Ανατολική Μεσό­γειο. Ακόμα και ο τέταρτος της στόχος, η συνένωση και συνεργασία της ηπειρωτικής Ελλάδας, τίθεται εν αμφιβάλω, όπως φαίνεται από την πρωτοφανή κρατική αδυναμία να συλλέξει φόρους. Σχεδόν το 25% της ελληνικής οικονομίας χαρακτηρίζεται ως «παραοικονομία» που δεν φαίνεται πουθενά, όντας μάλιστα με διαφορά το υψηλότερο ποσοστό στις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου. Η επιτυχία της διατήρησης του ελέγχου του Αιγαίου, του πλέον σημαντικού γεωπολιτικού στόχου της χώρας, εν μέσω του περιφερειακού ανταγωνισμού, θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί χωρίς υποστήριξη από το εξωτερικό. Στο μέλλον, το ερώτημα για την Ελλάδα θα είναι αν και κατά πόσο θα μπορέσει να αποδεχθεί τον σημαντικά μειωμένο γεωπολιτικό της ρόλο. Ακόμα και αυτό είναι πέρα από την επιρροή της και εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τις στρατηγικές που θα επιλέξει η Τουρκία, η οποία είναι μια ανερχόμενη γεωπολιτική δύναμη που δεν κρύβει την πρόθεση της να επεκτείνει την επιρροή της στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο. Το ερώτημα είναι λοιπόν κατά πόσο η Τουρκία θα επικεντρώσει την προσοχή της στο Αιγαίο ή κατά πόσο θα είναι πρόθυμη να έρθει σε συνεννόηση με την Ελλάδα προκειμένου να επικεντρωθεί σε άλλους της στόχους.

Τελικά αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα είναι να βρει έναν τρόπο να γίνει ξανά χρήσιμη στις μεγάλες δυνάμεις, πράγμα δύσκολο, εκτός και αν κάποια μεγάλη δύναμη αναμιχθεί ξανά σε κάποια σύγκρουση στα Βαλκάνια. Ή εναλλακτικά να επιδιώξει μια μακροπρόθεσμη ειρηνική συμβίωση με την Τουρκία και να μάθει σιγά-σιγά να επιβιώνει υπό τους νέους γεωπολιτικούς όρους.

Σε κάθε περίπτωση, τα επόμενα τρία χρόνια θα καθορίσουν το μέλλον της ελληνικής ιστορίας. Το κοινό πακέτο οικονομικής σωτηρίας ύψους 110 δισεκατομμυρίων ευρώ από το Διεθνές Νομισματι­κό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση συνοδεύεται από αυστηρότατα μέτρα λιτότητας που υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα σε σημαντικό βαθμό. Τα μέτρα του ΔΝΤ και της Ε.Ε. θα προσπαθήσουν να επιβληθούν στην περιφερειακή κοινωνική γεωγραφία της χώρας, στη διχασμένη μεταξύ αριστερών και δεξιών ελληνική κοινωνία με μια μακρά ιστορία πολιτικής κοινωνικής βίας και είναι πολύ πιθανόν να υπονομεύσουν την τάξη και την σταθερότητα της χώρας. Μια πιθανή χρεωκοπία είναι σχεδόν βέβαιη με βάση το επίπεδο του κρατικού χρέους, που σύντομα θα ξεπεράσει το 150% του ΑΕΠ. Αυτό δεν είναι πλέον θέμα «αν» αλλά «πότε» οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας θα τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια της χώρας, που κατά πάσα πιθανότητα θα είναι με την πρώτη ευκαιρία, όταν η Ελλάδα δεν θα συνιστά πλέον ένα συστημικό κίνδυνο για την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Σε εκείνο το σημείο, χωρίς πλέον πρόσβαση σε διεθνές κεφάλαιο και άλλα άλλα κονδύλια από προγράμμα­τα στήριξης, η Ελλάδα θα μπορούσε να βρεθεί προ απόλυτης κατάρρευσης του πολιτικού ελέγχου και κοινωνικής βίας τέτοιας που δεν υπήρξε από την εποχή της χούντας την δεκαετία του ’70. Φαίνεται λοιπόν ότι η Ελλάδα βρίσκει τον εαυτό της σε μια πρωτοφανή για αυτήν κατάσταση: Για πρώτη φορά από το 1821, είναι πραγματικά μόνη της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s