Το Κουρδικό Ζήτημα

Η ονομασία Κουρδιστάν αποδίδεται στην περιοχή που περιλαμβάνει μέρος του οροπεδίου τον μικρασιατικού Ταύρου, κυρίως γύρω από τη λίμνη Βαν. Συνεχίζεται γύρω από τη λίμνη Ουρμία, δυτικά του Ευφράτη, ως τις περιοχές που αρδεύονται από τους ποταμούς Μικρός και Μεγάλος Ζαπ. Προς βορρά φτάνει ως το λεκανοπέδιο του Άραξου, στον Καύκασο. Περιλαμβάνει, τα βιλαέτια Βαν και Μπιτλίς, μέρος από τα βιλαέτια Ντιγιαρμπακίρ και Μαμουρέτ-ουλ-Αζίζ και το σαντζάκι Ντερσίμ, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Τουρκίας ως το 1923. Περιλαμβάνει επίσης, την ιρανική επαρχία Κουρδιστάν και μισό από την επαρχία Αζερμπαϊτζάν. Εκτείνεται σε μήκος 1.200 χλμ., πλάτος 400 χλμ. και έχει συνολική έκταση 500.000 τ. χλμ. περίπου. Το μεγαλύτερο μέρος του Κουρδιστάν, ανήκει σήμερα στην τουρκική επικράτεια και συνιστά αυτό που αποκαλείται βόρειο Κουρδιστάν. Στα δυτικά ορίζεται από την πόλη Μαράς και την περιοχή Κότσγκιρι και φτάνει ανατολικά ως την λίμνη Ουρμία ή Ουρμίγιε. Το νότιο Κουρδιστάν, είναι διαμελισμένο ανάμεσα σε Συρία, Ιράκ και Ιράν και εκτείνεται δυτικά από τη Μοσούλη έως το Μπιζάρ, ανατολικά. Είναι μια περιοχή που καλύπτεται από ορεινούς όγκους. Γεωλογικά, ο πυρήνας των μεγάλων οροσειρών αποτελείται από αρχαϊκό σχιστόλιθο, ο οποίος σε χαμηλότερα υψόμετρα σχηματίζει τεράστιες δεξαμενές ύδατος, με πλούσιο υδροφόρο ορίζοντα, από τον οποίο προμηθεύονται νερό το Ιράν, το Ιράκ και η Συρία. Το τμήμα ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, συντίθεται κυρίως από παλαιοζωικά κοιτάσματα, τα οποία εξηγούν την ύπαρξη πετρελαιοφόρων κοιτασμάτων. Το κλίμα είναι ψυχρό και ο χειμώνας μακρύς και βαρύς, στις βόρειες περιοχές με μεγάλο υψόμετρο. Για πολλούς μήνες τα βουνά είναι καλυμμένα με χιόνια και η πρόσβαση στα υψίπεδα, όπως για παράδειγμα στο οροπέδιο τον Οραμάρ, σχεδόν αδύνατη. Στα βόρεια ορεινά τμήματα υπάρχουν ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα σιδήρου, χαλκού και μόλυβδου. Στο νότο υπάρχουν μεγάλες κοιλάδες με θερμό κλίμα και πλούσια πετρελαιοφόρα κοιτάσματα, που αποτελούν το μήλο της έριδας για πολλά αντικρουόμενα οικονομικά συμφέροντα, με ουσιαστικές επιπτώσεις στην επίλυση τον κουρδικού ζητήματος. Η υψηλότερη κορυφή ανήκει στο όρος Αραράτ, 5.165 μ. και είναι καλυμμένη με αιώνια χιόνια. Επίσης σημαντικός γεωλογικός σχηματισμός, ο οποίος στο παρελθόν καθόριζε και τα φυσικά σύνορα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Ιράν, είναι η οροσειρά Ζάγρος, φυσικό καταφύγιο των περισσότερων ορεσίβιων κουρδικών φυλών της αρχαιότητας, γύρω από το οποίο ανέπτυξαν σημαντική οικονομική δραστηριότητα.

Το Κουρδικό Ζήτημα

Τα τελευταία χρόνια το Κουρδικό Ζήτημα κερδίζει όλο και περισσότερο τη διεθνή προσοχή, αφού οι Κούρδοι με τις συνεχείς πιέσεις τους προς τις τουρκικές κυβερνήσεις για αναγνώριση αυτονομίας (ή ανεξαρτησίας), αποτελούν ένα πολύ έντονο πρόβλημα για την περιοχή της Μέσης Ανατολής, αλλά πρωταρχικά τουρκικό. Κι αυτό γιατί, ενώ κουρδικοί πληθυσμοί κατοικούν επίσης και στο Ιράκ, το Ιράν, τη Συρία και στο Αζερμπαϊτζάν, οι σχέσεις τους με το τουρκικό κράτος είναι εξαιρετικά τεταμένες. Η κατάσταση των Κούρδων στα υπόλοιπα κράτη είναι αναλογικά καλύτερη, καθώς εκεί αναγνωρίζονται βασικά πολιτιστικά τους δικαιώματα, όπως το δικαίωμα να μιλούν τη γλώσσα τους δημόσια και να τη διδάσκονται. Αντίθετα, η Τουρκία εμμένει στην πάγια επίσημη θέση της, αρνούμενη να αναγνωρίσει Κουρδική Μειονότητα στα εδάφη της, αφού θεωρεί ότι οι Κούρδοι δεν είναι παρά «ορεσίβιοι Τούρκοι». Είναι φυσικό να μη μπορεί να δημιουργηθεί ενωμένο μέτωπο κατά της τουρκικής κυβέρνησης και να υπάρχει ανεπαρκής προώθηση των αιτημάτων τους, αφού και οι ίδιοι οι Κούρδοι είναι διαιρεμένοι σε ομάδες. Εδώ και αιώνες, είναι χωρισμένοι σε φυλές και σε μικρότερες οικογένειες ή άλλες υποομάδες, που λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της φυλής. Η δυσκολία των Κούρδων λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, να έχουν άμεση πρόσβαση στους χώρους λήψης αποφάσεων, θα έπρεπε να έχει λειτουργήσει ενωτικά στις ανατολικές επαρχίες. Εκεί όμως υπάρχουν προβλήματα θρησκευτικά (Σουνίτες, Σιΐτες) και πολιτικής οργάνωσης. Με τον τρόπο αυτό δεν ευοδώθηκαν οι συνεχιζόμενες προσπάθειες επίλυσης του κουρδικού ζητήματος, που εδώ και χρόνια αναφέρεται. Η δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης ανάμεσα στις κουρδικές ομάδες, θα συντελέσει στην δημιουργία ενιαίου μετώπου δράσης. Σε ότι αφορά την Τουρκία, ο πόλεμος με το ΡΚΚ την έχει αποδυναμώσει υλικά και ιδεολογικά, ενώ το κουρδικό έχει πάψει πια να αποτελεί αποκλειστικά εσωτερικό της ζήτημα. Η διεθνής προβολή και οι κατηγορίες για καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, λειτουργούν αρνητικά στην εικόνα της χώρας προς τα έξω. Η οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση των κουρδικών επαρχιών, σε συνδυασμό με τα σκληρά μέτρα καταστολής του κράτους, προκάλεσαν την αποξένωση των εκεί πληθυσμών προς τις πολιτικές διαδικασίες, αλλά και συσσώρευαν οργή. Το ΡΚΚ εκμεταλλεύεται αυτήν ακριβώς την ανάγκη για αντίσταση απέναντι στο απολυταρχικό και συγκεντρωτικό καθεστώς, που καταπιέζει την περιοχή τους εδώ και αιώνες. Σε ότι αφορά τις κουρδικές πολιτικές οργανώσεις, είναι στην πλειοψηφία τους «σχηματισμοί», οι οποίοι έχουν αναθέσει την λήψη αποφάσεων σε ηγέτες ή ηγετικές ομάδες που λειτουργούν μέσα στο κόμμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, διακρίνεται συγκεντρωτισμός στην άσκηση εξουσίας και έχουν ταυτίσει την ιδεολογία και την πορεία τους με τον ιδρυτή/ηγέτη τους, οι οποίοι δεν έχουν καταφέρει ακόμα να αποτινάξουν την νομαδική ιδεολογία.

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

Οι Κούρδοι αποτελούν, από πληθυσμιακής άποψης, τη δεύτερη πολυπληθέστερη εθνότητα της Τουρκίας. Σύμφωνα με υπολογισμούς, ο πληθυσμός τους κυμαίνεται από δώδεκα έως είκοσι εκατομμύρια, αν και πολλές πηγές ανάλογα με την θέση τους απέναντι στο κουρδικό πρόβλημα, τείνουν είτε να τον μειώνουν είτε να υπερβάλλουν. Το Κουρδιστάν, γεωγραφικά σύνορα, καθορισμένα, δεν κατόρθωσε να αναπτύξει εξαιτίας όλων των γεωπολιτικών συνθηκών που καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό και τη μοίρα τον κουρδικού λαού. Ως ονομασία αποδίδεται στο συγκεκριμένο χώρο, από τους πρώτους χρόνους της τουρκικής κατάκτησης, όταν οι Τούρκοι διατηρούσαν ακόμη τα εθνικά ονόματα των κατακτημένων λαών. Τότε υπήρχε βιλαέτι Κουρδιστάν, καθώς και επαρχία του Ιράν, όμορη τον βιλαετίου, με το ίδιο όνομα.  Το τουρκικό τμήμα των εδαφών που κατοικείται από Κούρδους, το «Τουρκικό Κουρδιστάν», είναι το πιο πυκνοκατοικημένο. Το μεγαλύτερο μέρος των κουρδικών πληθυσμών κατοικεί στα ανατολικά και νοτιοανατολικά της χώρας, αν και τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται σημαντικό μεταναστευτικό κύμα προς τη δύση και τα μεγάλα αστικά κέντρα

Η Κουρδική γλώσσα ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών, στον κλάδο των ιρανικών γλωσσών. Είναι ιδιαίτερα συγγενική με την Ιρανική (Περσική) γλώσσα. Η κουρδική γλώσσα έχει τέσσερις διαλέκτους: την Kurmanci, την Gorani, την Sorani και την Lori. Οι Κούρδοι χρησιμοποίησαν το Λατινικό αλφάβητο για πρώτη φορά στην ιστορία τους το 1921. Οι Κεμαλιστές προσπαθώντας να τους αποτρέψουν από την χρήση του Λατινικού αλφαβήτου, πρόβαλαν το επιχείρημα ότι οι Κούρδοι επηρεάσθηκαν από τους Αρμενίους, γεγονός που θα τους οδηγούσε στην αφομοίωση από την αρμενική εθνότητα. Οι Κεμαλιστές φοβήθηκαν ότι, η χρήση του αλφαβήτου από τους Κούρδους θα ενίσχυε την εθνική τους συνείδηση, πράγμα που εγκυμονούσε τεράστιους κινδύνους για την Τουρκία.

Η Ιστορία του Κουρδικού Κινήματος (μέχρι το 1972)

ο κουρδικός λαός έχει το ατυχές προνόμιο να είναι πιθανώς η μόνη μειονότητα, πού δεν πέτυχε καμία μορφή κράτους, παρά τους αγώνες δεκάδων ετών και διαμελίστηκε μεταξύ τεσσάρων διαφορετικών κρατών, της Τουρκίας, του Ιράν, του Ιράκ και της Συρίας (υπάρχει και μία κουρδική μειονότητα στη Σοβιετική Ένωση). Ο κουρδικός τύπος πρωτοεμφανίστηκε το 1898. Μετά την Επανάσταση των Νεότουρκων, το 1908, ο τύπος αυτός άρχισε να εξελίσσεται, ενώ στην Κωνσταντινούπολη συμμετείχε στις δημόσιες συζητήσεις επί των εθνικών προβλημάτων. Η εκσυγχρονισμένη όμως κουρδική άρχουσα τάξη, παρέμενε ολιγάριθμη. Μετά την ήττα και την κατάρρευση 1918) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η όποια είχε ταχθεί με το μέρος των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Γ. Ουίλσων, στο «Πρόγραμμα για την Παγκόσμια Ειρήνη» (Σημείο 12) δήλωνε ότι, οι μη τουρκικές μειονότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έπρεπε να αποκτήσουν το δικαίωμα «αυτόνομης αναπτύξεως». Το μέρος III, Άρθρο 62-63, «Κουρδιστάν», της Συνθήκης των Σεβρών, πού υπεγράφη από τους Συμμάχους και την τουρκική κυβέρνηση στις 10 Αυγούστου 1920, όριζε συγκεκριμένα ότι, στους Κούρδους έπρεπε να χορηγηθεί «τοπική αυτονομία». Η Συνθήκη όμως δεν εφαρμόστηκε ποτέ, διότι ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας πού ακολούθησε, άλλαξε την όλη κατάσταση και έδωσε τη δυνατότητα στον Μουσταφά Κεμάλ να επιβάλει διαφορετικούς όρους, με τη Συνθήκη της Λωζάνης, η όποια υπεγράφη το 1923. Ταυτοχρόνως, η Βρετανία είχε αποσπάσει από την Τουρκία το Βιλαέτι της Μοσούλης, με πληθυσμό σε συντριπτική πλειοψηφία κουρδικό και το παραχώρησε στο Ιράκ, πού τότε βρισκόταν υπό Βρετανική Εντολή. Έτσι, είχε τον έλεγχο των πλουσίων πετρελαιοπηγών της Μοσούλης. Όταν χαράχθηκαν τα σύνορα Τουρκίας και Συρίας, η Γάλλο-Τουρκική Συνθήκη του 1921 ενσωμάτωσε στην συριακή επικράτεια τρεις κουρδικές περιοχές υπό Γαλλική Εντολή. Ο διαμελισμός του κουρδικού λαού είχε ολοκληρωθεί. Ήδη από το 1924, η Κεμαλική Τουρκία ψήφισε ένα νόμο πού απαγόρευε τη διδασκαλία της κουρδικής στα σχολεία. Αργότερα, το Άρθρο 89 του Τουρκικού Νόμου για τα πολιτικά Κόμματα και τις Οργανώσεις, όριζε ότι τα Κόμματα και οι Οργανώσεις αυτές «δεν πρέπει να ισχυρίζονται ότι υπάρχουν οποιεσδήποτε μειονότητες στα εδάφη της Τουρκικής Δημοκρατίας, διότι αυτό υπονομεύει την εθνική ενότητα». Το καθεστώς στέρησε από τους Κούρδους όλα τα δικαιώματα και τους επέβαλε την ονομασία «Ορεινοί Τούρκοι». Ταυτοχρόνως, πολλές εκατοντάδες χιλιάδες Κούρδων εκτοπίστηκαν στην κεντρική και τη δυτική Μικρά Ασία. Από το 1925 ως το 1965, το Κουρδιστάν ήταν μία «στρατιωτική περιοχή», στην οποία οι ξένοι δεν είχαν δικαίωμα προσπελάσεως. Όταν το Τουρκικό Εργατικό Κόμμα ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο αναγνώριζε την ύπαρξη του κουρδικού λαού και την νομιμότητά του, απαγορεύτηκε η λειτουργία του. Στο Ιράν, οι Κούρδοι δήλωσαν την αντίθεση τους στο συγκεντρωτικό κράτος του Σάχη με μία σειρά εξεγέρσεων, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930. Τον Δεκέμβριο του 1945, οι Κούρδοι ανακήρυξαν την Δημοκρατία της Μαχαμπάντ. Η Δημοκρατία άντεξε ένα χρόνο, ώσπου τα στρατεύματα του Σάχη τη διέλυσαν και εκτέλεσαν τους ηγέτες της. Το Ιράκ αποσπάστηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1922, μία κοινή Ιρακινό-Βρετανική Διακήρυξη αναγνώριζε το δικαίωμα των Κούρδων να «σχηματίσουν κουρδική κυβέρνηση μέσα στα Ιρακινά σύνορα». Η κοινωνία των Εθνών έδωσε την περιοχή στο νέο κράτος του Ιράκ, συνιστώντας να παραχωρηθεί στους Κούρδους κάποια σχετική αυτονομία, καθώς και πολιτιστικά δικαιώματα. Η ιρακινή κυβέρνηση επεδίωξε να επιβάλει τον έλεγχο της στις κουρδικές περιοχές. Πολυάριθμες είναι και εδώ οι εξεγέρσεις. H κυριότερη όμως, είναι αυτή που έγινε το 1943 και παρατάθηκε έως το 1945, υπό τις διαταγές του πολύ γνωστού ηγέτη των Κούρδων Μουσταφά Mπαρζανί. Όλες αυτές οι εξεγέρσεις καταπνίγηκαν και ο Μπαρζανί κατέφυγε τελικά στη Σοβιετική Ένωση, όπου μετά 11 χρόνια επέστρεψε στο Ιράκ.

Τον Μάρτιο 1970, το νέο καθεστώς του Μπαάθ, υπέγραψε συμφωνία με τους Κούρδους ηγέτες, υποσχόμενο αυτονομία για το Κουρδιστάν σε όσες περιοχές του Ιράκ θα καθορίζονταν ως κατοικημένες κατά πλειοψηφία από κουρδικό πληθυσμό, βάσει απογραφής πού θα διεξαγόταν. Η απογραφή αυτή, πού θα είχε αποφασιστική σημασία για την πλούσια σε πετρέλαια περιοχή του Κιρκούκ, δεν έγινε ποτέ.  Από τα μέσα του 1960, το κουρδικό εθνικό κίνημα έπαιρνε βοήθεια από το Ιράν, στην προσπάθεια της χώρας αυτής να εξασθενήσει το Ιράκ. Σε αντάλλαγμα αυτής της βοήθειας, ο Μπαρζανί έφθασε στο σημείο να εκτελέσει ή και να παραδώσει στον Σάχη μερικά ιρανοκουρδικά στελέχη, τα όποια ευνοούσαν την εξέγερση εναντίον του ιρανικού κράτους. Κατά τη CΙΑ, από τον Δεκέμβριο 1972, ο Σάχης είχε ήδη πληροφορήσει τη Βαγδάτη, πώς ήταν διατεθειμένος να διακόψει κάθε παροχή βοηθείας προς τους Κούρδους, αν το Ιράκ δεχόταν διαπραγματεύσεις. Tο Κογκρέσο των ΗΠΑ αποκαλύπτει ότι, μεταξύ 1972 και 1975, η κουρδική ηγεσία έλαβε από την Ουάσιγκτον δεκαέξι εκατομμύρια δολάρια ως μυστική οικονομική ενίσχυση. Ακόμη και το Στέητ Ντηπάρτμεντ δεν γνώριζε αυτές τις δοσοληψίες υψηλού επιπέδου, τις οποίες διεξήγαγαν ο Νίξον και ο Κίσινγκερ, μέσω της CIA. Για τους Αμερικανούς, στόχος αυτών των επιχειρήσεων δεν ήταν να συμβάλουν στη δημιουργία ενός αυτόνομου κουρδικού κράτους, αλλά να εξασθενήσουν το Ιράκ, πού από το 1972 ήταν σύμμαχος της ΕΣΣΔ. Το Σύμφωνο της Αλγερίας, πού υπεγράφη στις 6 Μαρτίου 1975, μεταξύ Ιράκ και Ιράν, τερμάτισε τον αγώνα του οποίου ηγείτο ο Μπαρζανί.

Ο Κεμαλισμός

Στις αρχές του αιώνα, κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο όρος «Τούρκος» ήταν μία ταπεινωτική ονομασία πού δινόταν μόνο στους «άξεστους χωριάτες». Η λέξη «Τούρκος» είχε αφοριστεί, μήπως η εθνικιστική συνείδηση υπερισχύσει της οθωμανικής. Αυτή η βαθειά ριζωμένη περιφρόνηση για τους Τούρκους αποτέλεσε το υπόστρωμα για την εμφάνιση ενός προκλητικού και επιθετικού εθνικισμού της «Μεγάλης Τουρκίας». Ο Τουρκισμός κέρδισε τον σεβασμό μόνο με τη νίκη του Κεμάλ, όταν εγκαθιδρύθηκε ως επίσημη ιδεολογία του νέου κράτους. Η περιφρόνηση και η ταπείνωση πού είχαν υποστεί οι Τούρκοι, μεταβλήθηκε σε αίσθημα ανωτερότητας και περιφρονήσεως για τους μη Τούρκους. Οι εθνικιστές ηγέτες στην Άγκυρα, διεκήρυσσαν ότι οι Τούρκοι είναι η «πιο γενναία και ευγενής φυλή στη γη». Οι φράσεις του Μουσταφά Κεμάλ: «Ένας Τούρκος αξίζει όσο ολόκληρος ο κόσμος» και «τι χαρά να μπορεί κανείς να λέγεται Τούρκος», βρίσκονται ακόμη γραμμένες σε εμφανή σημεία σε όλα τα σχολεία, σε στρατώνες σ’ ολόκληρη την Τουρκία, καθώς και σε πολλά δημόσια κτίρια. Ο κεμαλισμός είχε ως μόνο του ιδανικό τον τουρκικό εθνικισμό. Ήταν αυτός ο φανταστικός, επιθετικός και υπερβολικός εθνικισμός, που αντιμετώπιζε τον κουρδικό λαό. Εφόσον οι Κούρδοι ήταν η μόνη μειονότητα μέσα στα τουρκικά σύνορα, ήταν και οι μόνοι υποψήφιοι για τον ρόλο του «Νέγρου, Εβραίου, Γύφτου», τα μόνα μέλη μιας «κατώτερης φυλής», επί των οποίων μπορούσε να επιβληθεί ο εθνικισμός της Μεγάλης Τουρκίας. Οι Τούρκοι εθνικιστές ηγέτες χρειάζονταν πολέμους. Οι γειτονικές όμως χώρες, ήταν είτε βρετανικά ή γαλλικά προτεκτοράτα, ή ήταν οι ίδιες ισχυρές, όπως η Ρωσία. Έτσι, αντί γι’ αυτές τις χώρες, επιβλήθηκαν πόλεμοι στον κουρδικό λαό, με τις προκλήσεις, τις εκτοπίσεις και την επιχειρούμενη αφομοίωση. Αυτοί οι πόλεμοι αποικιακής μορφής, βοήθησαν και την κυβέρνηση της Άγκυρας να εξαλείψει την κομμουνιστική και τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση. Δινόταν μεγάλη έμφαση στα κατορθώματα του «Ενδόξου Τουρκικού Στρατού» στο «βάρβαρο» Κουρδιστάν και αυτό συνέτεινε στον εκφοβισμό του τουρκικού λαού και στη διάλυση οποιωνδήποτε τάσεων για εξεγέρσεις εναντίον του καθεστώτος της Άγκυρας. Αυτά τα πολιτικά συμφέροντα και οι ιδεολογικές συγκυρίες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τα μαρτύρια τα οποία υπέφερε ο λαός τού Κουρδιστάν.

ΤΟΥΡΚΙΑ – ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1950-1961 ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ (1950-1980)

Στις πρώτες εκλογές του 1950, σχηματίζει κυβέρνηση το Δημοκρατικό Κόμμα και παραμένει στην εξουσία μέχρι το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το μεγαλύτερο μέρος των Κούρδων στις ανατολικές επαρχίες ψήφισαν το Δημοκρατικό Κόμμα ως αντίδραση στον κεμαλικό απολυταρχισμό. Την περίοδο αυτή σημειώνονται μετακινήσεις κουρδικών πληθυσμών στα αστικά κέντρα, οι οποίοι προσπαθούν, δουλεύοντας μέσα από το σύστημα, να βοηθήσουν στην ανάπτυξη των ανατολικών επαρχιών καθώς και κινητοποιήσεις εξόριστων Κούρδων που δημιουργούν τις δικές τους οργανώσεις και πολιτικές ομάδες. Αυτή η κινητικότητα και η αμφισβήτηση των αρχών του κεμαλισμού, προκαλεί αντιδράσεις από τη μεριά του στρατού, που κορυφώνονται με το πραξικόπημα της 27ης Μαΐου του 1960. Συγκροτείται η Επιτροπή Εθνικής Ενότητας από τους στρατιωτικούς, η οποία, στα πλαίσια της διαδικασίας αναγκαστικού εκτουρκισμού, διέταξε τη φυλάκιση μεγάλου αριθμού Κούρδων πολιτών. Το 1961 αναθέτουν σε μια ομάδα καθηγητών τη δημιουργία του Συντάγματος. Σε ότι αφορά το κουρδικό εθνικό κίνημα, τα πράγματα παραμένουν αρνητικά, αφού διατηρείται η απαγόρευση της κουρδικής γλώσσας και η καταπίεση φτάνει σε σημείο να αλλάζουν ακόμη και κουρδικά ονόματα, ή τοπωνύμια σε τουρκικά. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις, είχαν ως αποτέλεσμα πολυπληθείς διαδηλώσεις διαμαρτυρίας νεαρών Κούρδων, χωρίς να λείψουν τα επεισόδια. Όλες αυτές οι περιπτώσεις προκάλεσαν την κρατική επέμβαση με την κατηγορία των «αποσχιστικών τάσεων». Από το νέο Σύνταγμα δημιουργήθηκαν πολλά διαφορετικά κόμματα. Ένα από αυτά, ήταν το «Κόμμα της Νέας Τουρκίας» και είχε μεριμνήσει ιδιαίτερα για τη βελτίωση της κατάστασης στο Κουρδιστάν, πράγμα που εξηγεί γιατί στις εκλογές του 1965, οι λίγοι ψήφοι που έλαβε, ήταν σχεδόν αποκλειστικά από το Κουρδιστάν. Το 1961 ιδρύεται το Τουρκικό Εργατικό Κόμμα. Ήταν το πρώτο που αναγνώρισε την ύπαρξη Κούρδων και έθεσε θέμα κουρδικού ζητήματος στην Τουρκία, σε εποχή που οι εφημερίδες έγραφαν ότι «οι Κούρδοι δεν έχουν πρόσωπα ανθρώπων» και ζητούσαν τη «μετανάστευσή τους στην Αφρική, για να συναντήσουν τους ανθρώπους-ζώα που ζούσαν εκεί». Στο Κουρδιστάν, δημιουργήθηκαν παραρτήματα του Τουρκικού Εργατικού Κόμματος. Το 1967, οι Κούρδοι πού υποστήριζαν το Κόμμα των Τούρκων Εργατών, οργάνωσαν μαζικές συγκεντρώσεις στις κυριότερες πόλεις του Κουρδιστάν, ζητώντας να επιτραπεί στον κουρδικό λαό να ασκήσει τα δημοκρατικά του δικαιώματα. Οι διάφοροι εξωτερικοί παράγοντες και η ανάπτυξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων σ’ ολόκληρο τον κόσμο, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αφύπνιση της κουρδικής εθνικής συνείδησης.  Μέχρι το 1965, δημιουργούνται συνεχώς ασταθείς κυβερνήσεις συνασπισμού. Στις εκλογές του 1965, το Δημοκρατικό Κόμμα με αρχηγό τον Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση και κυριαρχεί στον πολιτικό χώρο μέχρι το 1969. Το 1969, πρώτα στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη, κατόπιν σε κουρδικές πόλεις, μία Οργάνωση Επαναστατικής Νεολαίας, ίδρυσε Επαναστατικά Πολιτιστικά Κέντρα των Ανατολικών Περιοχών, τα όποια διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στο κουρδικό εθνικό κίνημα.  Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, δημιουργείται το πρώτο κουρδικό κόμμα, που φυσικά λειτουργεί ως παράνομη οργάνωση. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν της Τουρκίας, από ιδεολογικής απόψεως αντιστοιχούσε με το ιρακινό Κουρδικό Δημοκρατικό Κόμμα. Πρόκειται για ένα εθνικιστικό κόμμα, που επιθυμεί την κουρδική ανεξαρτησία, είναι πιστό στην ανάγκη διατήρησης της ισχύος των τοπικών αρχόντων, οι οποίοι και αποτελούν τον σύνδεσμό τους με την κυβέρνηση της Άγκυρας. Δεν κατάφερε όμως να αποκτήσει βαθιές ρίζες στην κουρδική εθνότητα και σύντομα εξαφανίστηκε. Το 1969, δημιουργείται η Οργάνωση Επαναστατικής Κουρδικής Νεολαίας που έχει κέντρα στο Κουρδιστάν, αλλά και στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη. Η οργάνωση αυτή είναι η πρώτη νόμιμη κουρδική και ασχολείται περισσότερο με το ζήτημα των ατομικών ελευθεριών. Θέλει να ενημερώσει για το πρόβλημα της παραμελημένης Ανατολίας και οργανώνει επιμορφωτικά προγράμματα για γυναίκες και αγρότες. Μέσα στο κουρδικό εθνικό κίνημα σημειώνονται εντάσεις ανάμεσα στις δύο πτέρυγες, τη ριζοσπαστική και τη συντηρητική. Η ριζοσπαστική ζητά ανεξαρτησία και απόσχιση από την Τουρκία, ενώ η συντηρητική, αγωνίζεται περισσότερο για οικονομικοκοινωνική αλλαγή. Στους κόλπους της «ριζοσπαστικής» πτέρυγας σημειώθηκε σχίσμα, καθώς ένα κομμάτι μεταφέρθηκε στο Ιράκ για να προετοιμαστεί για ένοπλη αντίσταση, ενώ το άλλο παρέμεινε στην Τουρκία, μέχρι το πραξικόπημα του 1971.  Την περίοδο 1969-1971 στις ανατολικές επαρχίες, παρατηρούνται έντονες αντιδράσεις. Η κυβέρνηση οργανώνει επιχειρήσεις σε μεγάλες κουρδικές πόλεις, με σκοπό να διαπιστώσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, ή να ανακαλύψει τυχόν όπλα. Το 1970 συλλαμβάνονται οι ηγέτες της, δικάζονται και φυλακίζονται. Οι μέθοδοι βίαιης καταστολής που χρησιμοποιούσε η κυβέρνηση, προκαλούν ανάλογες αντιδράσεις από την πλευρά των Κούρδων, οι οποίοι καταφεύγουν σε δραστικές μορφές αγώνα, δημιουργώντας το 1971 τον «Τουρκικό στρατό Λαϊκής Απελευθέρωσης» και το «Τουρκικό Μέτωπο Λαϊκής Απελευθέρωσης».

Τον Μάρτιο του 1971 επεμβαίνει για μια ακόμη φορά ο στρατός, κάνοντας ένα πραξικόπημα, θορυβημένος από τις αποσχιστικές τάσεις στην Ανατολία. Το 1973 σημειώνεται η επιστροφή στην πολιτική διακυβέρνηση και οργανώνονται εκλογές, στις οποίες κερδίζει ο Μπουλέντ Ετζεβίτ. Μεγάλο μέρος των Κούρδων που ζουν στα αστικά κέντρα προτιμούν τον Ετζεβίτ, γιατί παρουσιάζει την εικόνα αριστερού ηγέτη και εμφανίζεται περισσότερο μετριοπαθής στο θέμα των Κούρδων, από ότι ο αντίπαλος του, Ντεμιρέλ. Η πλειοψηφία δεν είναι αρκετή για να σχηματίσει κυβέρνηση κι έτσι οδηγείται σε συνασπισμό με το ισλαμικό κόμμα του Ερμπακάν. Η περίοδος 1973-1980 (οπότε και έχουμε νέα επέμβαση του στρατού) χαρακτηρίζεται από έντονες κοινωνικές αναταραχές, ανάμεσα σε «αριστερές» και «δεξιές» οργανώσεις. Στα τέλη του 1974 η παραίτηση του Ετζεβίτ (παρά την υψηλή του δημοτικότητα μετά από την εισβολή στην Κύπρο), φέρνει τον Ντεμιρέλ στη θέση του πρωθυπουργού. Η θέση τους απέναντι στο κουρδικό ζήτημα ήταν εξαιρετικά αρνητική και μιλούσαν για ανάγκη «εκτουρκισμού».

Το 1974, Κούρδοι δημιουργούν κρυφά το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Τουρκικού Κουρδιστάν, που στόχο έχει να κινητοποιήσει τόσο τους διανοούμενους, όσο και τις μάζες. Ζητά την αυτοδιάθεση του κουρδικού λαού και επιθυμεί ανεξάρτητο κράτος, ή τη δημιουργία ομοσπονδιακού μετώπου του Κουρδιστάν.

Το 1977, από το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν της Τουρκίας, ξεπήδησε το Κόμμα Εθνικής Απελευθέρωσης του Κουρδιστάν, το οποίο είχε στενές σχέσεις με το ιρακινό KDP και υποστήριζε την ένωση-συμμαχία με τις άλλες κουρδικές οργανώσεις, σε ένα «κοινό μέτωπο δημοκρατικών δυνάμεων».

Το 1974 ο Οτζαλάν μαζί με άλλους έξι, αποφάσισε τη δημιουργία ενός κουρδικού εθνικού απελευθερωτικού κινήματος. Η κατάσταση ήταν έντονα φορτισμένη, ιδιαίτερα σε ότι αφορούσε το κουρδικό. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του κόμματος ήταν κύρια μαρξιστικό-λενινιστικό, με μια δόση κουρδικού εθνικισμού. Για το ΡΚΚ ο αγώνας χωρίζεται σε δυο στάδια, το εθνικό και το δημοκρατικό. Στα πλαίσια του εθνικού, πρώτα πρέπει να επιτευχθεί η δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν και μετά, η δημιουργία μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Το ιδεολογικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο λειτούργησε το ΡΚΚ από το 1978, είναι ένα κείμενο με τίτλο «Ο Δρόμος της Επανάστασης του Κουρδιστάν», όπου το Κουρδιστάν χαρακτηρίζεται αποικία και ως εχθροί του ΡΚΚ, όσοι δεν υποστηρίζουν τη δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν. Η αντίσταση απέναντι σε αυτές τις κοινωνικές ομάδες θα γίνει μέσα από ένοπλο αγώνα. Επίσημη ημερομηνία ίδρυσής του (η οποία γιορτάζεται κάθε χρόνο) είναι η 27η Νοεμβρίου του 1978.

Το 1978 επιβάλλεται στρατιωτικός νόμος, με ισχύ μόνο στις κουρδικές επαρχίες. Οι κοινωνικές αναταραχές στην Ανατολία και η ανακάλυψη όπλων και παράνομου έντυπου υλικού, κάνουν την Τουρκία να αναφερθεί σε «εξωτερικά υποκινούμενο αποσχιστικό κίνημα».

Η Περίοδος 1980-1998

Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1980, γίνεται πραξικόπημα με επικεφαλής τον στρατηγό Κενάν Εβρέν. Όλες οι εξουσίες περνούν στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (ΣΕΑ), ένα όργανο που δημιουργήθηκε με τη στρατιωτική επέμβαση του 1960, έχει «συμβουλευτικό» χαρακτήρα και θεσμοθετεί την ανάμειξη των στρατιωτικών στην πολιτική ζωή. Διατάσσεται η εκκένωση συνοριακών χωριών, συλλαμβάνονται αρκετοί ύποπτοι ως πιθανά μέλη του ΡΚΚ και πραγματοποιούνται μαζικές εκτελέσεις. Ο Οτζαλάν καταφεύγει στη Δαμασκό, απ’ όπου και διοικεί το ΡΚΚ για κάποιο διάστημα. Το 1980 είναι επίσης και η χρονιά στην οποία δημιουργείται το ARGK, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός στρατός του Κουρδιστάν που αποτελεί το στρατιωτικό σκέλος της οργάνωσης. Την 1η Ιουλίου του 1981, το ΣΕΑ ορίζει τα μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης που αναλαμβάνουν την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το νέο Σύνταγμα του 1982, το οποίο έγινε αποδεκτό και από τον λαό, με δημοψήφισμα του Νοεμβρίου, χαρακτηρίζεται από τα εξής στοιχεία: ενισχύεται η εκτελεστική εξουσία, περιορίζονται τα κόμματα, τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και θεσμοθετείται η συμμετοχή του στρατού στα θέματα εσωτερικής πολιτικής. Το 1981 επίσης, διοργανώνεται το πρώτο συνέδριο του ΡΚΚ, κάπου ανάμεσα στα σύνορα Συρίας και Λιβάνου και διατυπώθηκε η ανάγκη συμβιβασμού με το ιρακινό KDP, παρά το γεγονός ότι ζητούσε αυτονομία και όχι ανεξαρτησία. Το δεύτερο συνέδριο του ΡΚΚ γίνεται το 1982, όπου το ΡΚΚ, σχεδόν έτοιμο να επιστρέψει και πάλι στην Τουρκία, διαμορφώνει τις τρεις βασικές παραμέτρους της τακτικής που πρόκειται ν’ ακολουθήσει. Άμυνα, ισορροπία και επίθεση.

Στην Τουρκία η επιστροφή στο δημοκρατικό πολίτευμα γίνεται το 1983, με το Κόμμα Της Μητέρας Πατρίδας. Ηγέτης του κόμματος αυτούς ήταν ο Τουργκούτ Οζάλ. Ένα από τα βασικότερα πλεονεκτήματα που οδήγησαν στο υψηλό εκλογικό ποσοστό, ήταν ότι το κόμμα αυτό φαινόταν να μην έχει καμία σχέση με τους στρατιωτικούς. Ο Οζάλ θεωρείται από τους Κούρδους ως ο διαλλακτικότερος πολιτικός στο θέμα της επίλυσης του κουρδικού και είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τον θάνατό του το 1993, η κατάσταση στις νοτιοανατολικές επαρχίες πέρασε και πάλι σε εξαιρετικά δυσχερή φάση.

Το 1983, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ και την επακόλουθη αδυναμία του Ιράκ να ελέγξει τους κουρδικούς πληθυσμούς του, προχώρησε στην υπογραφή συμφωνίας με το Ιράκ, βάσει της οποίας και τα δυο κράτη αποκτούσαν το δικαίωμα να εισέλθουν στα εδάφη του άλλου, προκειμένου να υπερασπιστούν τα συμφέροντα τους. Το προνόμιο αυτό εκμεταλλεύθηκε μόνο η Τουρκία, η οποία προκειμένου να αποδεκατίσει αντάρτες του ΡΚΚ, οι οποίοι μετά από συνεννόηση με τον ηγέτη του ιρακινού KDP, Μασούντ Μπαρζανί, είχαν εγκαταστήσει στρατιωτικές βάσεις εκεί, οργάνωσε επιθέσεις σε Ιρακινό έδαφος. Η πρόφαση που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι, οι «εκκαθαριστικές» επιχειρήσεις αυτές είχαν ως βασικό στόχο να πληγούν οι Κούρδοι πολεμιστές.

Το 1985, η Τουρκία αντιμετωπίζει έντονες εσωτερικές αναταραχές που αφορούν τη νέα κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στις νοτιοανατολικές επαρχίες, μετά από την επίσημη κήρυξη ένοπλου αντάρτικου από το ΡΚΚ, τον Αύγουστο του 1984. Ο Οζάλ προχωρεί σε δημοψήφισμα και αναφορικά με το κουρδικό ζήτημα εισάγει το μέτρο των πολιτοφυλάκων. Η κυβέρνηση «στρατολογούσε» κάποιες κουρδικές φυλές που κατοικούσαν στα σύνορα και τους πρόσφερε όπλα και ένα σεβαστό χρηματικό ποσό, με αντάλλαγμα να προστατεύουν την περιοχή. Οι πρώτες φυλές που προσέφεραν άντρες, ήταν εκείνες που είχαν δεξιό ή ακροδεξιό ιδεολογικό προσανατολισμό, ή που είχαν ήδη εμπλακεί σε διαμάχη με το ΡΚΚ. Η επιχείρηση αυτή θα απλωνόταν κατά μήκος των συνόρων με το Ιράκ, ενώ σε ότι αφορούσε τη Συρία, είχαν κλείσει τα σύνορα με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα.

Το 1987, το ΡΚΚ αρχίζει να δείχνει την αντίδρασή του στο σύστημα των τοπικών πολιτοφυλάκων. Αρχίζουν επιθέσεις σε πολλά συνοριακά χωριά, σκοτώνοντας μέλη που ανήκαν σε φυλές τοπικών αρχόντων, πολλούς από τους ίδιους τους φρουρούς που έχει διορίσει η κυβέρνηση. Οι αρχές βρίσκονται μπροστά σε αδιέξοδο, καθώς πρέπει να προστατεύσουν τους φρουρούς των συνόρων, αλλά και γιατί μπροστά στον φόβο επιθέσεων από το ΡΚΚ, ο αριθμός των εθελοντών πέφτει κατακόρυφα. Η βίαιη αντίδραση έχει και το τίμημα της για το ΡΚΚ. Ο Μασούντ Μπαρζανί, ηγέτης του ιρακινού ΚDΡ, ενοχλημένος από την τακτική του κόμματος, ακυρώνει τη συμφωνία τους. Οι αναταραχές συνεχίζονται. Η Τουρκία ανανεώνει τη συμφωνία της με το Ιράκ, που δίνει σε κάθε χώρα την άδεια να αναλάβει στρατιωτικές επιχειρήσεις στη γειτονική χώρα, σε βάθος μέχρι 18 μίλια. Το Ιράν καταδικάζει τη συμφωνία, καταγγέλλοντας ότι, έτσι παραβιάζεται η ουδετερότητα της Τουρκίας στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ.

Το 1987 επιβάλλεται κατάσταση εκτάκτου ανάγκης σε οχτώ «ανήσυχα» κουρδικά βιλαέτια και αρχίζουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και εκτοπίσεις, αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών. Η διάρκεια της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης καθορίζεται από την Τουρκική Βουλή και πρέπει να ανανεώνεται κάθε τέσσερις μήνες. Χρησιμοποιούν βασανιστήρια και ξυλοδαρμούς, προκειμένου να αποσπάσουν ομολογίες χωρικών ότι συνεργάζονται με το ΡΚΚ.

Η κατάσταση δυσχεραίνει επικίνδυνα και το 1988 το Ιράκ επιτίθεται στους Κούρδους που ζουν στα εδάφη του, χρησιμοποιώντας χημικά όπλα. Το αποτέλεσμα είναι ένα μαζικό μεταναστευτικό κύμα Κούρδων προς την Τουρκία και το Ιράν. Η Τουρκία, βρισκόμενη ήδη στη δίνη των δικών της αναταραχών και θεωρώντας ότι αυτό το μεταναστευτικό κύμα θα ενισχύσει τις εξεγέρσεις, κλείνει τα σύνορα. Οι Κούρδοι που έχουν ήδη περάσει σε τουρκικό έδαφος, μεταφέρονται σε «προσωρινά καταλύματα».

Ο Οτζαλάν, το 1988 απευθύνει στις κουρδικές ομάδες έκκληση για ένωση, κάτι που δεν αποδέχονται. Είναι γεγονός ότι το ΡΚΚ είναι το πιο απομονωμένο από όλες τις άλλες κουρδικές οργανώσεις, πράγμα που κατά μεγάλο ποσοστό οφείλεται στη χρήση βίας. Η δημιουργία του θεσμού των τοπικών πολιτοφυλάκων προκάλεσε τόσο οργισμένη αντίδραση εκ μέρους του ΡΚΚ, που πολλοί κάτοικοι των ανατολικών επαρχιών κατέφευγαν στη λύση της μετανάστευσης (εσωτερικής ως επί το πλείστον) προκειμένου να ξεφύγουν από το καθεστώς τρομοκρατίας που επικρατούσε.

Στις 20 Οκτωβρίου του 1991 διενεργούνται εθνικές εκλογές. Η κυβέρνηση δημιουργείται και ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι, στο ψηφοδέλτιό του συμπεριλαμβάνονται και οι υποψήφιοι ενός κουρδικού κόμματος. Παρά τη συμμετοχή τους αυτή, τον Απρίλιο του 1991, επικυρώθηκε από το Κοινοβούλιο ο Νόμος περί Τρομοκρατίας, σύμφωνα με το Άρθρο 8 του οποίου απαγορευόταν η διακίνηση ιδεών. Επιπλέον, τον Μάρτιο του 1992 η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που ίσχυε σε κάποιες επαρχίες της ΝΑ Τουρκίας, ανανεώθηκε. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την παραίτηση των 14 Κούρδων βουλευτών που είχαν εισαχθεί στη Βουλή. Η κυβέρνηση σκλήρυνε τη στάση απέναντι στο κουρδικό ζήτημα, καθώς θεωρούσε ότι το θέμα αυτό μπορούσε να επιλυθεί μόνο με στρατιωτικά μέσα.

Παρόλα αυτά, ο Οζάλ, ο οποίος είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερα θετική εικόνα για την Ευρώπη, μέσα από τη στάση του στον Πόλεμο του Κόλπου, προέβη στην αποδοχή των δικαιωμάτων της κουρδικής εθνότητας. Τον Ιανουάριο του 1991, ο Οζάλ αναγνώρισε το δικαίωμα των Κούρδων να μιλούν δημόσια τη γλώσσα τους, χωρίς κυρώσεις (αν και η αναφορά δεν αφορούσε την κουρδική γλώσσα, αλλά τις «διαλέκτους» της τουρκικής). Τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου συναντήθηκε με τους ηγέτες των Ιρακινών Κούρδων, Μπαρζανί και Ταλαμπανί. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, οι αντάρτες του ΡΚΚ, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή στα ιρακινά εδάφη είχαν εγκαταστήσει στρατιωτικές βάσεις στο Ιράκ, αντιμετώπισαν την αντίσταση του ΡUΚ και του ΚDΡ. Τα ιρακινά κουρδικά κόμματα διέταξαν τους στρατιώτες του ΡΚΚ να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους στο Ιράκ και στις 5 Οκτωβρίου του 1992 σημειώθηκε η πρώτη ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στους Ιρακινούς Κούρδους και το ΡΚΚ. Τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, διενεργήθηκε μια συνδυασμένη επίθεση του τουρκικού στρατού με τις ιρακινές δυνάμεις, που τελικά είχε ως αποτέλεσμα την εκδίωξη του ΡΚΚ. Από την επιχείρηση αυτή, το ΡΚΚ υπέστη σοβαρές ζημιές σε άψυχο, αλλά και έμψυχο υλικό, ενώ αρκετοί ήταν εκείνοι οι Κούρδοι που κατέφευγαν στο Ιράν.

Από την διετία 1991-1992, αρχίζουν να παίρνουν μορφή οι πιέσεις του τουρκικού κράτους προς τα κοντινά κράτη, με σκοπό τη διακοπή της υποστήριξης του ΡΚΚ. Το 1991, η Τουρκία απειλή τη Συρία και το Λίβανο με αεροπορική επιδρομή στην κοιλάδα Μπεκαά, όπου θεωρείται ότι βρίσκεται στρατόπεδο εκπαίδευσης Κούρδων ανταρτών. Τον Απρίλιο του 1992 υπογράφονται δυο πρωτόκολλα συνεργασίας, τα οποία προέβλεπαν την από κοινού αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Σύμφωνα με αυτά, η Συρία παραδεχόταν την ύπαρξη στρατοπέδων εκπαίδευσης και συμφωνούσε στο κλείσιμο αυτών και όλων των κουρδικών βάσεων που βρίσκονταν εγκατεστημένες στα εδάφη της.

Μια σημαντική εξέλιξη στο κουρδικό ζήτημα, ήταν η επιχείρηση που αποσκοπούσε στην προστασία των Κούρδων προσφύγων του Ιράκ. Σύμφωνα με την επιχείρηση «Provide Comfort», τα ιρακινά στρατεύματα θα έπρεπε να παραμείνουν νότια του 36ου παράλληλου, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός προστατευμένου «κουρδικού» θύλακα στο Ιράκ.

Τον Μάρτιο του 1993, το ΡΚΚ προβαίνει σε μια αναπάντεχη ενέργεια. Ως ένδειξη καλής θελήσεως, ανακοινώνει τη μονομερή κατάπαυση των εχθροπραξιών. Η κυβερνητική πλευρά θεώρησε την κίνηση αυτή ως έμμεση παραδοχή της αδυναμίας του ΡΚΚ, αλλά και προσωπικά του Οτζαλάν, να ανταποκριθούν στον ένοπλο αγώνα μετά από τα πλήγματα που τους είχαν καταφέρει οι πολεμικές επιχειρήσεις του προηγούμενου έτους. Ο θάνατος του Οζάλ τον Απρίλιο του 1993, ανέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τις αισιόδοξες προβλέψεις, ακόμα και για την έναρξη διαλόγου ανάμεσα στην τουρκική κυβέρνηση και την κουρδική πλευρά. Το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε, έφερε το Κουρδικό σε δεύτερη θέση, ενώ παράλληλα οι στρατιωτικοί συνέχιζαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στις ΝΑ επαρχίες, με σκοπό να εξοντώσουν το αποδυναμωμένο ΡΚΚ.

Στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ διαδέχθηκε τον Τουργκούτ Οζάλ και την θέση του Πρωθυπουργού ανέλαβε η Τανσού Τσιλέρ. Η Τσιλέρ κράτησε μια εξαιρετικά σκληρή στάση απέναντι στο κουρδικό ζήτημα και ειδικότερα στις αναταραχές στη ΝΑ Τουρκία. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας της, οργανώθηκαν κάποιες από τις ισχυρότερες επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού ενάντια στους αντάρτες του ΡΚΚ.

Τον Απρίλιο του 1995, το ΡΚΚ προχωρά για ακόμα μια φορά σε μονομερή κατάπαυση του πυρός, ενόψει των εκλογών του Δεκεμβρίου και κάνει έκκληση για διάλογο υπό διεθνή επίβλεψη. Παρόλα αυτά, δεν επιτυγχάνεται κάποια πρόοδος και στις εκλογές της 24ης Δεκεμβρίου του 1995, το κουρδικό κόμμα ΗΑDΕΡ, το οποίο είχε συνεργαστεί και με κάποια αριστερά κόμματα, δεν καταφέρνει να ξεπεράσει το φράγμα του 10% σε εθνικό επίπεδο και μένει εκτός Βουλής. Παρά την αποτυχία του σε εθνικό επίπεδο, το ΗΑDΕΡ συγκέντρωσε εξαιρετικά υψηλά ποσοστά στο Ντιγιαρμπακίρ και σε άλλες νοτιοανατολικές επαρχίες.

Στις 20 Οκτωβρίου του 1998, ο Πρόεδρος της Συρίας Χαφέζ Αλ Ασαντ, μετά από την επέμβαση και των ΗΠΑ ,υπέγραψε με την Τουρκία συμφωνία για την αποπομπή βάσεων και στρατιωτών του ΡΚΚ από τα εδάφη της Συρίας και τα ελεγχόμενα τμήματα του Λιβάνου. Λόγω της απόφασης αυτής, ο αρχηγός του ΡΚΚ, Αμπντουλλάχ Οτζαλάν, ο οποίος είχε την έδρα του στην Δαμασκό, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή. Μαζί με αυτόν εκδιώχθηκαν στρατόπεδα εκπαίδευσης, βάσεις και έμψυχο υλικό. Μετά από αυτήν τη συμφωνία, ο Οτζαλάν και το περιβάλλον του στράφηκαν σε κυβερνήσεις διάφορων ευρωπαϊκών χωρών, προκειμένου να ζητήσουν άσυλο.

Στις 7 Νοεμβρίου 1998 ο Οτσαλάν βρίσκεται στη Μόσχα. Ύστερα από πιέσεις όμως των ΗΠΑ και τον εντοπισμό του από τη Μοσάντ, φτάνει στη Ρώμη. Μετά την άρνηση της Ιταλίας να του παράσχει πολιτικό άσυλο, καταλήγει στην Γερμανία, αλλά με παρέμβαση των ΗΠΑ, που ζητούν να δικαστεί ο Οτσαλάν, φεύγει από τη Γερμανία και προσγειώνεται στο αεροδρόμιο του Ελληνικού με κυπριακό διαβατήριο. Το σχέδιο που καταστρώνεται για την αναχώρησή του δεν τηρείται. Αντίθετα ξεκινά για το Μίνσκ της Λευκορωσίας, καταλήγει στην Ολλανδία και φθάνει στην Ελληνική Πρεσβεία του Ναϊρόμπι, όπου όμως υπήρχε ισχυρό κλιμάκιο της Μοσάντ και αρχηγείο της CIA. Έτσι, η επιχείρηση απομάκρυνσής του αποτυγχάνει και καταλήγει στην απαγωγή του.

Μετά από αυτά, ο Οτζαλάν καταλήγει στα χέρια των τουρκικών αρχών, οι οποίες πανηγυρίζουν την σύλληψη του, δίνοντας ακόμα μια νίκη στην κατά τα άλλα αποδυναμωμένη Τουρκία. Η «σύλληψη» του Οτζαλάν, είναι ένα ανέλπιστο δώρο για την τουρκική πολιτική. Το Κουρδικό ζήτημα είχε κοστίσει στην Τουρκία τόσο σε έμψυχο, όσο και σε άψυχο υλικό και η σύλληψη του ηγέτη του ΡΚΚ, θα σήμαινε αυτόματα την αποδυνάμωση του κόμματος και την μείωση της έντασης των επιθέσεων του.

ΤΟ ΚΟΥΡΔΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

Το Δόγμα του Τουρκισμού

Η ανησυχία της Τουρκίας όσον αφορά στη δημιουργία κουρδικού κράτους, είναι απερίγραπτη. Ο λόγος δεν είναι μόνο ο έλεγχος των πετρελαίων του Κιρκούκ και της Μουσούλης. Το ζήτημα έχει και άλλη διάσταση. Ο διαμελισμός της Τουρκίας, είναι ο μεγαλύτερος εφιάλτης της Τουρκικής Δημοκρατίας, τα τελευταία ογδόντα χρόνια. «Boluculuk», δηλαδή υποκίνηση διαμελισμού είναι επίσης το βαρύτερο πολιτικό έγκλημα στον Τουρκικό Ποινικό Κώδικα, η εσχάτη προδοσία δηλαδή. Με αυτή την κατηγορία, βασανίστηκαν και καταδικάστηκαν σε πολυετή φυλάκιση, αμέτρητοι Κούρδοι και Τούρκοι διανοούμενοι και δημοσιογράφοι. Όποιος μιλάει δημόσια ή γράφει υπέρ των στοιχειωδών δικαιωμάτων των εθνοτήτων που ζουν στην Τουρκία, όποιος διεκδικεί ατομικά δικαιώματα ή πολιτικές ελευθερίες, θεωρείται «a priori» εθνοπροδότης/διαμελιστής. Το γεγονός ότι η Τουρκία «υποχρεώθηκε» να ψηφίσει την εκπαίδευση στη μητρική γλώσσα, σαν εκπλήρωση των κριτηρίων της Κοπεγχάγης για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ένταξής της στην ΕΕ , είναι βέβαια ένα σημαντικό βήμα στη χώρα αυτή των διώξεων και της πολιτικής καταπίεσης. Όμως ο στρατός αντιμετωπίζει το θέμα με απαρέσκεια. Είναι δε βέβαιο, πως στην πράξη θα προβληθούν αμέτρητα εμπόδια στην υλοποίηση του ευνοϊκού αυτού μέτρου.

Η Τουρκία φοβάται, πως στην παρούσα συγκυρία θα δημιουργηθούν οι συνθήκες εκείνες, που θα οδηγήσουν τα περίπου 17 εκατομμύρια Κούρδους που ζουν στη νοτιοανατολική χώρα σε αυτονομία. Και τούτο ενδέχεται να είναι η αρχή του τέλους της «μιας και ενιαίας Τουρκίας». Το ιδεολόγημα αυτό του Τουρκισμού, έχει τις ρίζες του στις αρχές του 20ου αιώνα, επί σουλτάνου Αμπντουλχαμίτ. Ήταν τότε, που λίγο πριν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η πρωτοπορία του στρατού, στην οποία ανήκε και ο Κεμάλ, προωθούσε με ιδεολογικούς και όχι μόνο τρόπους, το δόγμα πως όλοι όσοι ζουν μέσα στα σύνορα της Αυτοκρατορίας είναι Τούρκοι. Όλες οι εθνότητες, δηλαδή οι Κούρδοι, οι Αρμένιοι, οι Τσερκέζοι, οι Λαζοί, οι Έλληνες, έκτοτε ονομάστηκαν Τούρκοι.

Οι Κούρδοι, η μεγαλύτερη πληθυσμιακά εθνότητα, υπέστη ήδη από τότε, απίστευτες διώξεις, χωρίς φυσικά να ξεχνάμε τους Αρμένιους και τους Έλληνες. Το δόγμα του Τουρκισμού, μαζί μ’ αυτό του λαϊκού κράτους, έγιναν στη συνέχεια οι βασικές αρχές του Κεμαλισμού. Ο εφιάλτης λοιπόν του διαμελισμού, ήταν που έκανε την Τουρκία να ξοδέψει 21 δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς εναντίον των Κούρδων από το 1984. Εξαιτίας του ίδιου εφιάλτη, ένας ακήρυχτος πόλεμος στις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, συνεχίζεται αμείωτος τα τελευταία ογδόντα χρόνια. Σημειωτέον, οι Κούρδοι είναι στην πλειοψηφία τους αλεβίδες μουσουλμάνοι σουνίτες.

Οι Τουρκικές Φοβίες και οι Προοπτικές για τον Κουρδικό λαό

Οι κεμαλιστές στην Άγκυρα φοβούνται εξαιρετικά τα νέα δεδομένα στο Κουρδιστάν, για δύο λόγους. Ο πρώτος και εμφανής λόγος είναι, το ενδεχόμενο με την αποστολή επιπλέον τουρκικών στρατιωτικών μονάδων στο Βόρειο Ιράκ, να υπάρξει τουρκο-κουρδική σύγκρουση που θα διαταράξει πάρα πολλές ισορροπίες. Ο δεύτερος λόγος είναι, το γεγονός πως «ιδρύεται κουρδικό κράτος», ειδικά όταν οι Κούρδοι επιχειρήσουν να καταλάβουν το Κιρκούκ. Οι προβλέψεις ωστόσο είναι δυσοίωνες για τους Κούρδους, τόσο για τους αμερικανόφιλους, όσο και για αυτούς που είναι πολέμιοι των Τούρκων. Από την μία πλευρά, σε ότι αφορά τους Κούρδους του Ιράκ, προκειμένου να αποφευχθεί ο διαμελισμός του Ιράκ, οι ΗΠΑ εγκατέστησαν μια κεντρική κυβέρνηση με διευρυμένες εξουσίες, η οποία θα ασκεί ασφυκτικό έλεγχο στις πετρελαιοπαραγωγές περιοχές τους. Από την άλλη, οι Κούρδοι της Τουρκίας θα συνεχίσουν να ζουν υπό το ασφυκτικό περιβάλλον του επίσημου τουρκικού ρατσισμού, που δεν επιτρέπει την ελεύθερη χρήση της γλώσσας, της προβολής της ιδιαίτερης εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας. Οι Τούρκοι επίσης ενδιαφέρονται, δήθεν, για την ακεραιότητα του Ιράκ και την ασφάλεια των Τουρκομάνων, ενώ στην ουσία ανησυχούν, γιατί ένα ανεξάρτητο ομόσπονδο κουρδικό κράτος που θα ελέγχει και τα πετρέλαια, αφενός μεν θα ακυρώσει τις βλέψεις τους για επιστροφή των περιοχών Κιρκούκ και Μοσούλης, που αποσπάστηκαν από την Τουρκία το 1923 με την συνθήκη της Λωζάνης και αφετέρου, γιατί ο πετρελαϊκός πλούτος θα εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα ενός ανεξαρτήτου Κουρδιστάν και τη χρηματοδότηση των αυτονομιστικών κινημάτων και στις γειτονικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας, αλλά και τη βιωσιμότητα ενός ενιαίου Κουρδικού κράτους στο μέλλον. Τα παραπάνω θα προκαλέσουν αναζωπύρωση των τάσεων ανεξαρτητοποίησης των Κούρδων της Τουρκίας, οι οποίοι αρχικά θα διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους και στη συνέχεια, την ένωση όλων των Κούρδων σε ενιαίο κράτος. Η όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Τουρκίας, λόγω της άρνησης της δεύτερης για τη διέλευση αμερικανικών στρατευμάτων δια μέσου των εδαφών της, ως και η χρήση των στρατιωτικών τους εγκαταστάσεων για την εισβολή στο Ιράκ, είχε εξοργίσει τους Αμερικανούς. Οι Τούρκοι, όχι μόνον, απ’ ότι φαίνεται, απέρριψαν την αίτηση του κ. Μπους, αλλά επέκριναν και την στάση των ΗΠΑ στο Ιράκ, διαμηνύοντάς τους ότι, εάν εξακολουθήσουν να αδιαφορούν για τις προσπάθειες των Κούρδων, θα επέμβουν στρατιωτικά. Παρά τον κίνδυνο πιθανής ανοικτής αντιπαράθεσης της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, μετά από πιέσεις των Τούρκων Στρατηγών, η Τουρκική Βουλή έδωσε τη συγκατάθεσή της για την έναρξη των επιχειρήσεων των ΤΕΔ, κατά των Κούρδων «ανταρτών», εισβάλλοντας στο Β. Ιράκ, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Τουρκίας, βρίσκονται τα στρατόπεδα των ανταρτών. Αποτελεί προσπάθεια αποτροπής δημιουργίας ενός ανεξάρτητου Κουρδικού κράτους στο Ιράκ, το οποίο ελέγχοντας τα πετρέλαια, θα περιορίσει πολύ τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας στην περιοχή και θα πλήξει το γόητρό της ως περιφερειακής δύναμης, που θέλει να έχει λόγο σε όλες τις εξελίξεις.

Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις, αφενός μεν για να μην αιφνιδιαστεί και αφετέρου να εκμεταλλευτεί, χωρίς δισταγμό, οποιαδήποτε ευκαιρία που θα εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα. Ένας Τουρκμένος πολιτικός έλεγε ότι «αν υπάρξει Κουρδικό κράτος, η Τουρκία θα χάσει την Ανατολία μέσα σε 15 χρόνια». Ίσως και νωρίτερα, λένε απόστρατοι Τούρκοι στρατηγοί. Θέλουν οι Αμερικανοί να μετατρέψουν την Τουρκία στο Μεσανατολικό αντίστοιχο της Γιουγκοσλαβίας; Μένει να φανεί.

ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΙ ΤΟΥ ΙΡΑΚ

Στο Ιράκ, ένα νεοϊδρυθέν κράτος, μέχρι το 1968-70 οι Κούρδοι αντιμετώπιζαν μία κρατική μηχανή που δεν είχε ακόμη σταθεροποιηθεί. Αυτό όμως σταμάτησε με την κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν , ο οποίος, μαζί με τους Βρετανούς, μπορεί κατά κάποιο τρόπο να θεωρηθεί ως ο αρχιτέκτων του Ιρακινού κράτους. Επί πλέον, στο Ιράκ, η αναλογία των Κούρδων μεταξύ του πληθυσμού είναι ευνοϊκότερη για το ζήτημά τους 1 προς 3 έναντι 1 προς 4 ή 5 στην Τουρκία, και 1 προς 6 στο Ιράν). Από το 1958 ως το 1975, το κουρδικό κίνημα στο Ιράκ εξακολούθησε να αντικατοπτρίζει την οπισθοδρομικότητα της κουρδικής κοινωνίας. Η ηγεσία ποτέ δεν κατάφερε να θέσει ως στόχο της την ανύψωσή της πάνω από την δική της κοινωνία, ούτε και να κρατήσει μαζί της τις μάζες, όπως κατάφεραν να κάνουν αλλού άλλοι επαναστατικοί ηγέτες. Αυτή η αδυναμία, σε συνδυασμό με τα σοβαρά γεωπολιτικά μειονεκτήματα, αποτελεί μία από τις κυριότερες αδυναμίες του κουρδικού εθνικού κινήματος. Η ηγετική τάξη ήταν οπισθοδρομική και αυτή η ιστορική κληρονομιά βάρυνε πολύ στην πορεία της μοίρας του έθνους. Η παραδοσιακή αντίληψη αξιών, νοοτροπίας και συμπεριφοράς, δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί από μία διαφορετική αντίληψη των καταστάσεων. Παρά ταύτα, υπήρξε κάποιος βαθμός προσαρμογής στις σύγχρονες τάσεις. Η πραγματική όμως αλλαγή, δεν έρχεται μόνο με την γνώση και τη χρησιμοποίηση αυτού του τυπικού εκσυγχρονισμού. Οι βασικές αξίες παραμένουν εκείνες του χθες: πονηρία στην τακτική, αντί για πολιτική ανάλυση, απλοϊκοί ελιγμοί αντί για πολιτική κινητοποίηση και μερικά επαναστατικά συνθήματα αντί για αληθινά ριζοσπαστική πρακτική.

Το Ιρακινό Κουρδιστάν, τον τελευταίο χρόνο οδεύει σταδιακά προς μια αυτονομία, που πιθανό να δώσει για πρώτη φορά στην ιστορία στους Κούρδους ένα κράτος και μια διεθνή νομική υπόσταση. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με τη βοήθεια των Αμερικανών. Για το λόγο αυτό οι Ιρακινοί Κούρδοι είναι οι μόνοι πιστοί σύμμαχοι που έχουν οι Αμερικανοί στο χάος του Ιράκ. Στις πρώτες εκλογές στο Ιράκ, οι Κούρδοι πέτυχαν μεγαλειώδη νίκη στο Κιρκούκ, με ποσοστό 65% (σε όλη τη χώρα 25%), την πλουσιότατη σε αποθέματα πετρελαίου πόλη του Β. Ιράκ. Στη νίκη αυτή συνέβαλαν, αφ’ ενός η μεταφορά στην πόλη 150-200 χιλιάδων Κούρδων, με την ανοχή της πρώτης Αμερικανικής Μεραρχίας που ελέγχει την περιοχή, και αφ’ ετέρου η μεγάλη αποχή των Αράβων και των Τουρκομάνων, που αποτελούν τα 2/3 των 800 χιλιάδων κατοίκων της πόλεως(το άλλο 1/3 είναι Κούρδοι). Στόχος αυτής της ενεργείας ήταν, μάλλον να εμφανιστεί το Κιρκούκ ως κουρδική πόλη, προκειμένου να προωθηθούν τα σχέδιά τους, που αποβλέπουν όχι μόνο στην ανεξαρτητοποίηση του Κουρδιστάν, αλλά και την επέκτασή του και σε γειτονικά εδάφη, που ελέγχονται από τους Άραβες, όπως η επίσης πετρελαιοφόρος περιοχή της Μοσούλης. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα του άτυπου ανοιχτού δημοψηφίσματος που πραγματοποιήθηκε την ίδια μέρα στο Κουρδιστάν, σύμφωνα με το οποίο το 95% των Κούρδων τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησίας, προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις των Τούρκων, οι οποίοι με σκληρές δηλώσεις τόσο του Πρωθυπουργού κ. Ερντογάν, όσο και του ΥΠΕΞ κ. Γκιούλ, είχαν απειλήσει ακόμη και με στρατιωτική επέμβαση, με πρόσχημα την προστασία των Τουρκομάνων. Ταυτόχρονα, κατηγόρησαν και τις ΗΠΑ, ότι ανέχονται τα σχέδια των Κούρδων. Οι ΗΠΑ τυπικά τάσσονται υπέρ της ακεραιότητας του Ιράκ, στην ουσία όμως θα προτιμούσαν να έχουν οι Κούρδοι, που είναι οι μοναδικοί πιστοί σύμμαχοί τους, τον έλεγχο των πετρελαιοφόρων περιοχών Κιρκούκ και Μοσούλης και όχι οι Σουνίτες, που αποτελούν τον κορμό της ένοπλης αντίστασης. Τα πετρέλαια υπό κουρδικό έλεγχο θα είναι εγγύηση για τις ΗΠΑ και τις πετρελαϊκές εταιρείες τους, ενώ στα χέρια των Σουνιτών, θα είναι επισφαλή για πάρα πολλά χρόνια, γιατί όπως εκτιμάται, ο Σουνίτικος πληθυσμός θα ανθίσταται επί μακρόν, λόγω των χιλιάδων θυμάτων που έχει από τις κατοχικές δυνάμεις.

Οι Κούρδοι του Βόρειου Ιράκ ενδεχομένως δεν θα δεχθούν να υποταχθούν σε μια ισχυρή διάδοχη κεντρική ιρακινή κυβέρνηση. Ο κίνδυνος αυτός ανησυχεί ιδιαίτερα την Τουρκία, που βασίμως φοβάται αναβίωση του δικού της κουρδικού προβλήματος, εφόσον προκύψουν αποσχιστικές τάσεις στους Κούρδους του Ιράκ. Παρόμοιες φυγόκεντρες τάσεις, ενδέχεται να προκύψουν και στους Σιίτες του Νότιου Ιράκ, που αποτελούν το 60% του ιρακινού πληθυσμού, επηρεάζοντας ενδεχομένως τις σιιτικές μειονότητες στο Κουβέιτ και στη Σαουδική Αραβία. Το εφιαλτικότερο σενάριο είναι, μια γενική κατάρρευση του Ιράκ εν μέσω εμφύλιων συρράξεων, απειλώντας να συμπαρασύρει γειτονικά κράτη στην παρούσα-αστάθεια. Το ερώτημα είναι, εάν είναι δυνατό να δημιουργηθεί μια σταθερή ιρακινή κυβέρνηση. Επί του παρόντος φαίνεται καθαρά ότι, ο ιρακινός εθνικισμός επανήλθε ως προτεραιότητα στην ιρακινή πολιτική σκηνή. Το μοναδικό πράγμα στο οποίο μπορούν να συμφωνήσουν οι σιίτες και οι σουνίτες, είναι ότι, το Ιράκ πρέπει να επανιδρυθεί ως ενοποιημένο κράτος, να αποκτήσει οικονομική δύναμη και θέλουν ένα ισχυρό κράτος.  Θα είναι οι εξελίξεις αυτές κάτι καλό για τον ιρακινό λαό ή για την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών; Είναι αμφίβολο. Μέχρι στιγμής, η παρούσα ιρακινή ηγεσία αναμφίβολα φοβάται να αποκόψει την εξάρτησή της από τις αμερικανικές δυνάμεις, τόσο γρήγορα και οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν προς το παρόν την κατοχή του Ιράκ. Τα πλεονεκτήματα όμως από τις δυνάμεις αυτές εξαφανίζονται σιγά σιγά για την ιρακινή κυβέρνηση και τα μειονεκτήματα της σύνδεσης μ’ αυτές αυξάνονται καθημερινά. Κατά συνέπεια, πιθανώς, η ιρακινή κυβέρνηση να ζητήσει την απόσυρση των δυνάμεων αυτών και η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα ενδώσει με μεγάλη ευχαρίστηση.

H μοίρα των Κούρδων αποτελεί ένα σημείο αστάθειας. Η νέα ιρακινή κυβέρνηση (παρά και την προεδρεία του Ταλαμπανί που είναι κουρδικής καταγωγής), μάλλον δεν τρέφει συμπάθεια για τις κουρδικές επιθυμίες περί ομοσπονδιακού καθεστώτος και οι Κούρδοι δεν είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα οποιασδήποτε κυβέρνησης, που δεν τους παραχωρεί τη θέση που νιώθουν πως δικαίως τους αξίζει. Συνεπώς για αρκετό καιρό ακολουθούν το μονοπάτι της εθνικής εξέγερσης και ψάχνουν απεγνωσμένα για συμμάχους, όπου κι αν τους βρουν. Δεν είχαν και πολλή τύχη τα προηγούμενα τριάντα χρόνια. Την τελευταία δεκαετία δοκίμασαν το αμερικανικό χαρτί, παρουσιαζόμενοι ως οι πιο πιστοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή. Και οι ΗΠΑ θα ήθελαν χωρίς αμφιβολία να διατηρήσουν την υποστήριξη των Κούρδων. Οι Κούρδοι τα αντιλαμβάνονται όλα αυτά. Φαίνεται πως αρχίζουν να στρέφονται προς το Ισραήλ. Και το Ισραήλ ενδίδει με χαρά. Ενώ όμως το Ισραήλ μπορεί να προσφέρει σημαντική τεχνική υποστήριξη και πολιτικές διασυνδέσεις, δεν μπορεί να στείλει στρατό, κάτι που οι Κούρδοι μπορεί να χρειαστούν.

ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΙ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ

Οι Κούρδοι στη Συρία ζουν στις βόρειες περιοχές και αριθμούν σήμερα 2,5 έως 3 εκατομμύρια. Ένα εκατομμύριο από αυτούς ζει στη συνοριακή ζώνη Συρίας – Τουρκίας – Ιράκ. Οι Κούρδοι της Συρίας δεν θεωρούν εαυτούς μειονότητα. Πιστεύουν ότι, τα εδάφη τους αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της γης του Κουρδιστάν. Έως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτό το τμήμα του Κουρδιστάν ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στη συνέχεια, πέρασε μαζί με τη Συρία στον έλεγχο των Γάλλων. Η επικυριαρχία της Γαλλίας, με άμεσο και έμμεσο τρόπο συνεχίστηκε μέχρι το 1946. Την περίοδο εκείνη 1916-1946), οι Κούρδοι απολάμβαναν σχετική πολιτιστική ελευθερία. Η Συρία είχε γίνει καταφύγιο για τους καταδιωκόμενους αγωνιστές και διανοούμενους του Κουρδιστάν – Τουρκίας.

Μετά το 1946, η διακυβέρνηση της χώρας πέρασε στα χέρια των Αράβων εθνικιστών, με τη δημοκρατία δυτικού τύπου να παραμένει ακόμη άγνωστη στη χώρα. Οι πολιτικές και πολιτιστικές ελευθερίες των Κούρδων συρρικνώθηκαν. Τα κουρδικά πολιτικά κόμματα λειτουργούσαν παράνομα. Το πρώτο κουρδικό πολιτικό κόμμα «Δημοκρατικό Κόμμα Κούρδων Συρίας» (El Party) ιδρύθηκε στην παρανομία, το 1957. Το 1959, διάφοροι ηγέτες του κόμματος συνελήφθησαν. Ήταν η εποχή της Ενώσεως με την Αίγυπτο.

Τον Σεπτέμβριο του 1961, η Συρία χωρίστηκε από την Αίγυπτο και η μεγάλη αστική τάξη κατέλαβε την εξουσία. Η νέα κυβέρνηση ενέτεινε την πολιτική εθνικής καταπιέσεως εναντίον των Κούρδων, οι οποίοι και κατηγορήθηκαν ότι τηρούσαν, αντιαραβική στάση. Οι Κούρδοι θεωρήθηκαν ύποπτοι για «συνεργασία» με τους Κούρδους του Ιράκ, οι οποίοι από τον Σεπτέμβριο 1961, είχαν αρχίσει εξέγερση για να εξασφαλίσουν ένα αυτόνομο καθεστώς, μέσα στα ιρακινά σύνορα.

Στις 23 Αυγούστου 1961, η Κυβέρνηση εξέδωσε διάταγμα για μία ειδική απογράφη πληθυσμού στην επαρχία. Ο ισχυρισμός ήταν ότι, οι Κούρδοι από το Τουρκικό Κουρδιστάν «περνούσαν παράνομα» στη Συρία, για να «καταστρέψουν την αραβική φυσιογνωμία της».

Η απογράφη έγινε τον Νοέμβριο του 1961. Όταν δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα, περίπου 120.000 Κούρδοι υπολογίστηκαν ως ξένοι και στερήθηκαν τα δικαιώματα τους ως Σύριοι υπήκοοι. Το 1962, για να καταπολεμήσει την «κουρδική απειλή» και να «σώσει τον αραβισμό» της περιοχής, η Κυβέρνηση εγκαινίασε το αποκαλούμενο «Σχέδιο Αραβικής Ζώνης», το όποιο προέβλεπε την εκτόπιση ολοκλήρου του κουρδικού πληθυσμού που ζούσε κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία. Οι Κούρδοι αυτοί, επρόκειτο βαθμιαία να αντικατασταθούν από Άραβες και να επανεγκατασταθούν, ή μάλλον να διασκορπιστούν στον Νότο. Πιθανώς, η ανακάλυψη πετρελαίου στο μέσον της περιοχής που κατοικούσαν Κούρδοι , επηρέασε την κυβερνητική πολιτική.

Τον Μάρτιο 1963, ήλθε στην εξουσία το Κόμμα Μπάαθ του Μισέλ Αφλάκ. Σύντομα αποδείχθηκε ότι, ο σοσιαλισμός του ήταν κυρίως εθνικός και η θέση των Κούρδων επιδεινώθηκε, ενώ πρότεινε ένα σχέδιο δώδεκα σημείων, το όποιο θα εφαρμοζόταν εναντίον τους. Οι Κούρδοι στερήθηκαν οποιαδήποτε μορφή νομικού καθεστώτος. Δεν μπορούσαν να παντρευτούν νομίμως, ούτε να μπουν στα νοσοκομεία, ούτε να εγγράψουν τα παιδιά τους στα σχολεία.

Είναι αλήθεια ότι, η Βουλή είχε μερικούς Κούρδους Βουλευτές, αυτοί όμως δεν μπορούσαν να αναφέρονται ως Κούρδοι, εφόσον επισήμως είχε αποφασιστεί ότι όλοι οι Σύριοι πολίτες είναι Άραβες. Σε όλες τις επίσημες εκδόσεις της Συριακής Αραβικής Δημοκρατίας, ποτέ δεν αναφέρονται οι Κούρδοι, ούτε οποιαδήποτε άλλη μη αραβική ομάδα. Εφόσον η Δημοκρατία είναι Αραβική, το ίδιο πρέπει να είναι και οι Κούρδοι.

Το 1976 όμως, ο Πρόεδρος Άσαντ παραιτήθηκε επισήμως από οποιαδήποτε εφαρμογή του σχεδίου μεταφοράς του πληθυσμού και αποφάσισε να «αφήσει τα πράγματα ως έχουν». Σήμερα, το ραδιόφωνο μεταδίδει κουρδική μουσική και οι Κούρδοι στη Συρία αισθάνονται πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια. Πρόκειται άραγε για την απαρχή μιας νέας πολιτικής έναντι των Κούρδων της Συρίας, ή μήπως είναι απλώς ένας αναγκαίος κυβερνητικός ελιγμός.

Tα κυριότερα πολιτικά κόμματα στο Κουρδιστάν Συρίας, είναι τα εξής:

  • Δημοκρατικό Κόμμα Κούρδων Συρίας (ΕΙ Party)
  • Προοδευτικό Δημοκρατικό Κόμμα Κούρδων Συρίας (PPDKS)
  • Κόμμα Ένωσης των Κούρδων (ΥΕΚΙΤΙ)
  • Σοσιαλιστικό Κόμμα Κουρδιστάν Συρία (PSK-Syria)
  • Ενότητα των Λαών (Hevgirtina Gel)

Ο αγώνας των Κούρδων στη Συρία, είχε ανέκαθεν μόνον πολιτικό χαρακτήρα. Αλλά οι Κούρδοι της Συρίας έχουν υποστηρίξει ενεργά τον ένοπλο αγώνα των Κούρδων του Ιράκ. Επίσης, αν και με κάποιες επιφυλάξεις, υποστήριξαν τον ένοπλο αγώνα του ΡΚΚ. Αρκετοί Κούρδοι της Συρίας πολέμησαν με τους μαχητές του ΡΚΚ. Όμως, για διάφορους λόγους, οι πολιτικές οργανώσεις του Κουρδιστάν Συρίας κρατούν αποστάσεις από το ΡΚΚ. Ο κυριότερος λόγος, είναι η διπλή πολιτική της συριακής κυβέρνησης: Από τη μια πλευρά στηρίζει το ΡΚΚ και από την άλλη για λόγους εδαφικής ακεραιότητας, αρνείται να αναγνωρίσει την ύπαρξη Κούρδων στα «δικά της» εδάφη. Ο κρατικός μηχανισμός του προέδρου Χαφέζ ελ Ασάντ, πιέζει τους Κούρδους της Συρίας να συμμετέχουν στον ένοπλο αγώνα του ΡΚΚ. Αλλά οι Κούρδοι της Συρίας γνωρίζουν καλά ότι, ο Χαφέζ ελ Άσαντ τους χρησιμοποιεί στο πλαίσιο της ιστορικής αντιπαλότητάς του με την Τουρκία. Η τελευταία συμφωνία μεταξύ Συρίας και Τουρκίας, που οδήγησε στην αναγκαστική φυγή του Οτζαλάν από τη Συρία, απέδειξε περίτρανα αυτή την αλήθεια και τα πραγματικά αισθήματα της Συρίας εν γένει απέναντι στο κουρδικό ζήτημα.

ΤΟ ΙΡΑΝΙΚΟ ΚΟΥΡΔΙΣΤΑΝ

Η κουρδική εθνική εξέγερση στο Κουρδιστάν του Ιράν, ξεκίνησε τον 19ο αιώνα. Η πιο σημαντική εξέγερση χρονολογείται στα 1880, υπό την ηγεσία του θρησκευτικού ηγέτη Σεΐχη Ουμπεϊντουλάχ. Ο Ουμπεϊντουλάχ είχε πετύχει συμφωνία με τους υπόλοιπους Κούρδους ηγέτες του Ιράν, για την ίδρυση ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Αρχικά, στόχος του ενωτικού κινήματος ήταν η ίδρυση ανεξάρτητου κράτους στα όρια της τότε Περσίας. Όμως, οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν και στα κατεχόμενα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία εδάφη. Η Περσία είχε βρεθεί σε δύσκολη κατάσταση, καθώς αδυνατούσε να αναχαιτίσει τους Κούρδους. Τότε, ζήτησε τη βοήθεια της Ρωσίας. Την ώρα που ο Τσάρος ετοιμαζόταν να παράσχει βοήθεια, επενέβησαν οι Οθωμανοί. Το κουρδικό κίνημα δεν κατάφερε να αντέξει τα κτυπήματα δυο συνεργαζομένων αυτοκρατοριών. Η επόμενη σημαντική εξέγερση, χρονολογείται στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου 1911) και συνεχίσθηκε μέχρι το 1930. Πήρε το όνομά της από τον αρχηγό της, Ισμαήλ Αγά Σίμκο. Η εξέγερση του Σίμκο είχε μεγάλη απήχηση στους Κούρδους της περιοχής, με αποτέλεσμα ο επαναστατικός στρατός να καταλαμβάνει όλο και περισσότερα εδάφη. Ο σάχης Ριζά Χαν, για να ανακόψει το στρατό του Σίμκο ζήτησε τη βοήθεια των Αζέρων. Τελικά, το 1930 ο Σίμκο δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων με την κυβέρνηση του Ιράν και η εξέγερση διαλύθηκε. Το μοναδικό κουρδικό κράτος που έχει λειτουργήσει οργανωμένα έως τώρα, είναι η Δημοκρατία του Μαχαμπάτ (Δεκέμβριος 1945  – Οκτώβριος 1946). Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες πολιτικές και ιστορικές εξελίξεις στην ιστορία του κουρδικού κινήματος του 20ου αιώνα. Πρόεδρος του κράτους, ήταν ο Καντί Μοχάμετ, ηγέτης του «Δημοκρατικού Κόμματος του Κουρδιστάν του Ιράν» και ιδρυτής του το 1945. Στην ανάπτυξη του κράτους, βοήθησε πολύ η πρώην Σοβιετική Ένωση. Μέσα σε ένα χρόνο το νεοσύστατο κράτος διέθετε όλους τους θεσμούς μιας ευημερούσας δημοκρατίας, καθώς και τακτικό στρατό με περισσότερους από 15.000 Κούρδους. Το Ιράν έκανε συνεχώς επιθέσεις για να διαλύσει το κράτος, αλλά δεν τα κατάφερνε. Η Βρετανία και οι ΗΠΑ, ενοχλημένες από το γεγονός, άρχισαν να ασκούν μεγάλες πιέσεις στη Σοβιετική Ένωση και να την απειλούν. Ο τότε υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Νικ Άτσενσον, θεωρώντας ότι η εμπλοκή της Σοβιετικής Ένωσης σχετίζεται με τον έλεγχο των πετρελαίων της Μέσης Ανατολής, απείλησε ότι, εάν συνεχιζόταν η παροχή προστασίας στη Δημοκρατία του Μαχαμπάτ, θα διακινδύνευαν τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης στον Καύκασο. Η Σοβιετική Ένωση διέκοψε κάθε βοήθεια προς τους Κούρδους και το Ιράν με αυξημένη δυτική βοήθεια, κατέπνιξε στο αίμα τη νεαρή Κουρδική Δημοκρατία.

Τα επόμενα χρόνια, το «Δημοκρατικό Κόμμα του Ιράν» συνέχισε παράνομα τις δραστηριότητές του και συμμετείχε ενεργά στον ένοπλο αγώνα κατά του σάχη Ρεζά Παχλαβί. Την περίοδο της αντίστασης και της συνεργασίας με τις δυνάμεις του εξόριστου στο Παρίσι Αγιατολάχ Χομεϊνί, δυο ήταν τα κύρια συνθήματα: «Αυτονομία στο Κουρδιστάν» και «Δημοκρατία για το Ιράν». Το καθεστώς του σάχη ανατράπηκε το Φεβρουάριο 1979 και κουρδική αντιπροσωπεία συναντήθηκε με εκπρόσωπο της κυβέρνησης Χομεϊνί. Η προσωρινή Ισλαμική κυβέρνηση, απέρριψε απερίφραστα τα βασικά αιτήματα των Κούρδων για αυτονομία και ζήτησε να παραδώσουν τα όπλα. Οι Κούρδοι αρνήθηκαν. Ο Αγιατολάχ Χομεϊνί κήρυξε «Ιερό Πόλεμο» εναντίον τους και επέβαλλε ασφυκτικό οικονομικό αποκλεισμό. Οι πρώην σύμμαχοι έγιναν αντίπαλοι.

Ο πόλεμος μεταξύ των δυνάμεων του Χομεϊνί και των Κούρδων, διήρκεσε μέχρι το Μάρτιο 1980. Στο διάστημα αυτό, οι Κούρδοι επέδειξαν σθεναρή αντίσταση και απώλεσαν μόνο 20% των εδαφών τους. Το Μάρτιο 1980, συναντήθηκαν στην Τεχεράνη με τον πρόεδρο Μπάνι Σαντρ. Η κουρδική αντιπροσωπεία έθεσε έξι αιτήματα, στα οποία ο πρόεδρος αρχικά απάντησε θετικά. Τα αιτήματα απορρίφθηκαν για δεύτερη φορά και ο Ισλαμικός Ιρανικός στρατός στράφηκε με ωμή βαρβαρότητα εναντίον των Κούρδων. Άρχισαν να βομβαρδίζονται όλες οι μεγάλες πόλεις του Κουρδιστάν στο Ιράν και τελικά λήφθηκε η ιστορική απόφαση να ξεκινήσει αντάρτικο αγώνα στα βουνά. Ο πόλεμος που ξεκίνησε και στον οποίον οι Κούρδοι του Ιράν έχουν καταθέσει βαρύ φόρο αίματος, συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των Κούρδων για ειρηνική επίλυση, το Ιράν συνεχίζει να αντιμετωπίζει το κουρδικό ζήτημα με στρατιωτικά μέσα.

Το Σιιτικό Ιράν προσπαθεί να επηρεάσει τους Σιίτες μουσουλμάνους του νοτίου Ιράκ, γεγονός που αποσταθεροποιεί τον ιρακινό νότο. Η μόνη εύκολη απάντηση που έχουν οι Αμερικανοί σε μια τέτοια εξέλιξη, είναι η αποσταθεροποίηση του Ιρανικού Κουρδιστάν, για να περιορίσουν τις ιρανικές παρεμβάσεις στις περιοχές ελέγχου τους. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την υπόσχεση της ενσωμάτωσης των Κούρδων του Ιράν, σε ένα μελλοντικό φιλοαμερικάνικο Κουρδιστάν. Αυτή η εγγενής αστάθεια του Ιράν, σε σχέση με τους κουρδικούς πληθυσμούς, έχει επισημανθεί από καιρό και από διακεκριμένους αμερικανούς αναλυτές. Αυτή την αστάθεια, ίσως προσπαθήσουν, αργά ή γρήγορα, να εκμεταλλευτούν οι Αμερικανοί για να αντιμετωπίσουν την ιρανική πίεση. Βέβαια, μια τέτοια εξέλιξη πιθανόν δρομολογεί σε βάθος χρόνου τη δημιουργία ενός ευμεγέθους φιλοαμερικανικού Κουρδιστάν, βάση για τον ουσιαστικό έλεγχο ενός κεντρικού μέρους της Ευρασίας. Το παραπάνω σενάριο όμως, θα έθετε αναπόφευκτα σε κίνηση και τους κουρδικούς πληθυσμούς της Τουρκίας, σε μια πιθανή διαδικασία απόσχισης των κουρδικών επαρχιών.

Οι Αδυναμίες του Κουρδικού Εθνικού Κινήματος

Η αδυναμία πηγάζει από τις περιορισμένες δυνατότητες του ίδιου του κινήματος. Αν και είναι καθαρά εθνικό κίνημα, ποτέ δεν μπόρεσε, ή δεν επιχείρησε να γίνει ριζοσπαστικό, διαπνεόμενο από επαναστατική εθνική ιδεολογία. Το βάρος της νομαδικής νοοτροπίας και της διαφθοράς ορισμένων στρατιωτικών στελεχών, συνέβαλε στην διαιώνιση των παραδοσιακών σχέσεων. Οι ιδιαιτέρως δύσκολες όμως γεωπολιτικές συνθήκες υπό τις οποίες αγωνιζόταν το κουρδικό εθνικό κίνημα, απαιτούσαν διαφορετική αντιμετώπιση. Η κουρδική ηγεσία δεν είχε επαναστατική ιδεολογία, ούτε ήταν εκσυγχρονισμένη, και αυτό θα πρέπει να είχε σχέση με τους ηγέτες της. Ανέκαθεν, το κουρδικό εθνικό κίνημα εκδηλωνόταν με κάποια καθυστέρηση, σε σύγκριση με τα εθνικά κινήματα των περισσοτέρων λαών των γύρω περιοχών. Αυτό οφείλεται στο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, και πολιτιστικό επίπεδο, στο οποίο βρισκόταν η κουρδική κοινωνία. Οι Κούρδοι, ένας ορεινός λαός και όπως σχεδόν όλοι οι ορεινοί λαοί, συγκριτικά καθυστερημένος, με μία πολύ μικρή τάξη διανοουμένων, ξεπεράστηκαν ιστορικά και συνετρίβησαν από την μακροχρόνια πολιτική παράδοση των Τούρκων. Την εποχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Κούρδοι υστερούσαν σαφώς σε ανάπτυξη, συγκρινόμενοι με τα άλλα εθνικά κινήματα μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, κυρίως στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μικρά Ασία. Φανερή είναι η πολιτική ανικανότητα του κουρδικού κινήματος, να εκμεταλλευθεί την ιστορική ευκαιρία που παρουσιάστηκε κατά την σύντομη περίοδο του πολιτικού κενού, μεταξύ 1918 και 1920, με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ολόκληρο το πρώτο ήμισυ αυτού του αιώνα, οι κουρδικές εξεγέρσεις υπήρξαν κυρίως εξεγέρσεις παραδοσιακής μορφής. Αυτό πού έλειψε από το κουρδικό κίνημα, τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποιότητα, κατά το δεύτερο ήμισυ αυτού του αιώνα, ήταν κυρίως μία μικροαστική σύγχρονη τάξη διανοουμένων. Ακόμη και όπου υπήρξε παρόμοια τάξη, τα μέλη της παρέμειναν ανίσχυρα. Αν όμως καταφέρουν να βρουν τρόπο για να δημιουργήσουν δεσμούς με τις μάζες, θα μπορέσουν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην επόμενη φάση του εθνικού τους κινήματος.

ΗΠΑ – Κούρδοι – ΡΚΚ

Οι Κούρδοι αντάρτες, διεμήνυσαν στην Ουάσιγκτον ότι είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα όπλα εάν η Τουρκία τους παραχωρήσει γενική αμνηστία. Την πρόταση αυτή αποδέχονται οι Αμερικανοί, αλλά όχι και η Άγκυρα, η οποία μάλλον έχει ανάγκη από τους περίπου 4.000 αντάρτες, γιατί επικαλούμενη την ύπαρξή τους, θέλει να διαιωνίζει την παρουσία της στο Β. Ιράκ. Σημειώνεται ότι, η Τουρκία επιχείρησε να συμπαρασύρει τις ΗΠΑ σε κρίση με τους Κούρδους, αλλά απέτυχε. Τούρκοι αξιωματούχοι πληροφόρησαν την Ουάσιγκτον ότι, στις περιοχές των Κούρδων υπάρχουν όπλα μαζικής καταστροφής. Όμως οι Αμερικανοί δεν τους πίστεψαν, δεδομένου ότι πέραν των άλλων, όπως δηλώνουν οι Κούρδοι, οι Αμερικανοί έχουν το ελεύθερο σε όλο το Β. Ιράκ για έρευνες και φυσικά όσες έχουν κάνει δεν βρήκαν τίποτε. Όταν σχηματιστεί ισχυρή κυβέρνηση στο Ιράκ, θα ξεκινήσει μια έντονη διαμάχη με τους Σιίτες για το Σύνταγμα και το εκλογικό σύστημα, που θα αποτελέσουν τη βάση για μια κανονική εκλογή. Η διχασμένη πόλη του Κιρκούκ, θα είναι και πάλι μήλον της Έριδος: οι Κούρδοι επιμένουν ότι είναι δική τους και το ίδιο ισχύει για τους Άραβες Ιρακινούς και τους Τουρκμένιους. Ακόμα και αν βρεθεί συμβιβασμός (με το Κιρκούκ σε ειδικό καθεστώς και κάποια κοινή γραμμή σχετικά με τη διαχείριση των πετρελαίων του), όσο συνεχίζεται το χάος μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών στο Ιράκ, τόσο πιο έντονο θα είναι το αίσθημα της ανεξαρτησίας για τους απλούς Κούρδους. Και αν τα πράγματα χειροτερέψουν στην υπόλοιπη χώρα, οι Αμερικανοί μπορεί να προτιμήσουν να υποστηρίξουν το αυτόνομο Κουρδιστάν, ενώ η υπόλοιπη χώρα θα βυθίζεται σε εμφύλιο πόλεμο. Η γεωπολιτική αξία της Τουρκίας για τους Αμερικανούς, σε μια τέτοια πιθανότητα, μειώνεται πολύ προς όφελος του Ιράκ και του Κουρδιστάν. Σε μια τέτοια εξέλιξη (ενός εξαρτημένου και φιλοαμερικανικού Κουρδιστάν), οι Αμερικανοί αυξάνουν σημαντικά τις γεωστρατηγικές τους δυνατότητες στην Ευρασία, ενώ αποδεσμεύονται από τους πάντα ασταθείς Τούρκους. Συγχρόνως, μια Τουρκία δυτικοποιούμενη στα πλαίσια της ΕΕ, θα πρέπει να δώσει συγκεκριμένες ελευθερίες στις δικές της καταπιεζόμενες εθνικές μειονότητες. Θα αντέξει, άραγε, η Τουρκία και μια απλή αναζωπύρωση του κουρδικού ζητήματος; ή μια εσωτερική εθνική αναταραχή στα ανατολικά σύνορά της; Θα αντέξουν οι Κεμαλιστές την πλήρη επικράτηση των ισλαμιστών και πόσο, μετά τη νίκη του Ισλαμικού Κόμματος και την εκλογή μέλους του ως Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας;

Η Κουρδική κοινωνία Μεταβάλλεται

Κατά τα τελευταία χρόνια, η κουρδική κοινωνία υπέστη βαθιές αλλαγές, που μετέβαλαν σημαντικά την παραδοσιακή δομή της. Ο φεουδαρχισμός έσβησε, η νομαδική ζωή εξαφανίστηκε και μόνο λίγες χιλιάδες ατόμων ζουν ημι-νομαδική ζωή. Καθώς η γεωργία βαθμιαία μηχανοποιείται, η ύπαιθρος ερημώνεται. Εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες πηγαίνουν προς τις κουρδικές κωμοπόλεις και τις μεγάλες τουρκικές βιομηχανικές πόλεις. Οι αστικοποιημένοι αγρότες ζουν στοιβαγμένοι στις παράγκες γύρω από τις πόλεις. Οι περισσότεροι είναι άνεργοι και βρίσκουν μόνο ευκαιριακές εργασίες. Υπάρχουν όλο και περισσότεροι εργάτες στη γεωργία, καθώς η βιομηχανική καλλιέργεια του βαμβακιού, του καπνού και των ζαχαρότευτλων απλώνεται στο Κουρδιστάν. Οι εργάτες αυτοί, μαζί με τη μικροαστική τάξη, είναι οι πιο δυναμικοί παράγοντες της κουρδικής κοινωνίας. Η επαφή με τον κόσμο των εργατών και με αριστερούς διανοουμένους, τους πολιτικοποιεί πολύ γρήγορα.

Ένα Κίνημα σε Πλήρη Εξέλιξη

Για πολλές γενιές Κούρδων εθνικιστών, ο μόνος τρόπος να αγωνιστούν εναντίον των αρχών, ήταν να πάρουν τα όπλα και να αρχίσουν ένοπλο αγώνα. Τώρα, η κουρδική ηγετική τάξη ανακάλυψε ότι, αν και ο ένοπλος αγώνας παραμένει το ύψιστο στάδιο του αγώνα κατά της εξουσίας, εν τούτοις δεν είναι η μόνη διέξοδος. Έχει γίνει εμφανές ότι, μία επιτυχής εκστρατεία απαιτεί προσεκτική πολιτική προεργασία, δημιουργία οργανώσεως και ανάγκη να πεισθεί ο λαός να διδαχθεί από την εμπειρία του πολιτικού αγώνα με ειρηνικά μέσα. Αυτή η διαπίστωση, έγινε βαθμιαία και συνδέθηκε στενά με την εξέλιξη τού δημοκρατικού κινήματος μέσα στην Τουρκία. Αυτή ακριβώς, η τωρινή άνθηση της κουρδικής εθνικής συνειδήσεως, οφείλει πολλά στον αγώνα του κουρδικού λαού στο Ιράκ. Αυτή η επιβεβαίωση της κουρδικής ταυτότητας, δεν περιορίστηκε σε συνεδριάσεις και διαδηλώσεις οργανωμένες από Κούρδους. Αναφέρθηκε και κατά τη διάρκεια συνεδριάσεων, που οργανώθηκαν από τις διάφορες τουρκικές πολιτικές οργανώσεις. Από το 1974, οποτεδήποτε ένα από αυτά τα κόμματα συνεδρίαζε σε κουρδική κωμόπολη, το πλήθος κραύγαζε «Ελευθερία στους Κούρδους» και συχνά διέκοπτε τελείως την συνεδρίαση.

Συμπεράσματα

Ο Κούρδοι ηγέτες άρχισαν τον απελευθερωτικό αγώνα του λαού τους, την ίδια εποχή που άρχισαν και οι Έλληνες και οι Βούλγαροι και ο Μπολιβάρ και ο Σαν Μαρτίν. Από τότε, η επιθυμία των Κούρδων για ανεξαρτησία εκδηλώθηκε με περισσότερες από εκατό εξεγέρσεις, πρώτα εναντίον των Σουλτάνων και των Περσών Βασιλέων, κατόπιν εναντίον των κρατών πού διαμέλισαν το Κουρδιστάν, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αποτυχία αυτών των εξεγέρσεων, οφειλόταν μερικώς σε πολλούς εξωτερικούς παράγοντες. Το Κουρδιστάν βρίσκεται στο μέσο μιας από τις πιο περιζήτητες περιοχές του κόσμου. Δεν έχει διέξοδο προς τη θάλασσα και περικυκλώνεται από μη φιλικά κράτη που κατέχουν τα εδάφη του. Υπάρχουν βεβαίως και εσωτερικοί παράγοντες. Μέχρι τις αρχές του 1950, υπερίσχυε ακόμη η φυλετική συνείδηση, δεν υπήρχε κεντρική εξουσία και οι φεουδαρχικές διαμάχες κρατούσαν τον λαό διχασμένο. Το Κουρδιστάν ήταν αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο και λόγω της πολιτιστικής καθυστερήσεως του κουρδικού λαού, δεν είχε μία σύγχρονη τάξη διανοουμένων, ικανή να κατανοήσει τα σύγχρονα γεγονότα και να διδαχθεί από αυτά. Παρόλο όμως αυτή την εσωτερική δομή του, αν το Κουρδιστάν ήταν βρετανική ή γαλλική αποικία, θα είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία του από πολλά χρόνια και με πολύ λιγότερες θυσίες.

Με την εξαφάνιση της νομαδικής ζωής, με τη διείσδυση του καπιταλισμού και την εξάλειψη της παραδοσιακής κτηνοτροφίας, οι «φεουδαρχικές» και νομαδικές δομές άρχισαν να εξασθενούν. Εμφανίστηκαν σύγχρονες τάξεις. Βαθμιαία δημιουργείται μία επαναστατική επίλεκτη τάξη. Με τη σειρά της, η αγροτική τάξη άρχισε να συμμετέχει στην πολιτική ζωή. Αναπόφευκτη συνέπεια αυτής της γενικής αφυπνίσεως, ήταν ότι, ο κουρδικός λαός στο σύνολο του άρχισε να συνειδητοποιεί την καταπίεσή του, να συνειδητοποιεί ότι, ήταν ένα υπόδουλο έθνος υπό ξένο ζυγό. Έτσι, άρχισε να αυξάνει η εχθρότητα εναντίον της καταπιέσεως των τουρκικών αρχών. Ο ένοπλος αγώνας των Κούρδων στο Ιράκ, προώθησε σημαντικά την κουρδική εθνική συνείδηση και ενίσχυσε την επιθυμία για ένα ενωμένο και ανεξάρτητο Κουρδιστάν. Στο Ιράκ μια oμαλοποίηση της κατάστασης και σύσταση κυβέρνησης ως έννοια προς το παρόν και ως πραγματική δυνατότητα για το μέλλον, είναι ανέφικτη αν και επιθυμητή. Το Ιράκ υπέφερε έναν εμφύλιο πόλεμο επί 30 χρόνια. Οι πολιτικοί και τα MME της Δύσης, προτιμούσαν να μην τον αποκαλούν έτσι, ούτε και να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των βίαιων θρησκευτικών συγκρούσεων και της εθνικής κάθαρσης. Το είδος ειρήνης που υπήρχε στο Ιράκ πριν από την αμερικανική εισβολή του 2003, ήταν η ειρήνη του νεκροταφείου. Τα στρατεύματα του Σαντάμ Xουσεΐν κατέλαβαν το Κουρδιστάν το 1975, το 1987 άρχισαν τη γενοκτονία των Κούρδων.

Σήμερα, διπλωμάτες και δημοσιογράφοι γνωρίζουν ότι αν η σιιτική πλειονότητα, που αποτελεί το 60% του πληθυσμού, προχωρούσε σε συστηματική σφαγή της μειονότητας του 20% που αντιπροσωπεύουν οι σουνίτες, το λουτρό αίματος και οι συνέπειές του θα ξεπερνούσαν κάθε προηγούμενο όλεθρο, με άμεση πιθανή επίπτωση την παρέμβαση χωρών της περιοχής.

Οι σουνίτες των γειτονικών αραβικών χωρών σιωπούσαν, ή ακόμη και διευκόλυναν την κατατρομοκράτηση των Κούρδων από το καθεστώς του Σαντάμ. Όταν καίγονταν χιλιάδες χωριά Κούρδων, ή ολόκληροι πληθυσμοί αναγκάζονταν διά της βίας να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, δεν μιλούσαν για «εμφύλιο πόλεμο». Ούτε τα καθεστώτα, ούτε οι αξιωματούχοι τους, ούτε οι επιχειρηματίες φίλοι τους στην Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και αλλού. Όχι, βέβαια. Όλα αυτά δεν ήταν παρά θλιβερά συμβάντα, που σήμερα περιγράφονται με τους νομικούς όρους, τους οποίους επικαλέσθηκαν οι δικηγόροι του Σαντάμ κατά τη δίκη του. Οι Κούρδοι είναι αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν ποτέ ξανά να γίνουν θύματα οργανωμένης βαρβαρότητας, από κάποια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης. H κυβέρνηση των ΗΠΑ πρέπει να λάβει πιο σοβαρά υπ’ όψη της την αποφασιστικότητά τους αυτή, καθώς μέχρι τώρα, προωθεί το εξωπραγματικό όραμα μιας ειρηνικής εθνικής συμφιλίωσης, που προς το παρόν είναι εντελώς ανέφικτη στο Ιράκ. Αλλά οι βασικοί συντελεστές δεν είναι διατεθειμένοι να μετάσχουν στο όραμα αυτό. Οι Κούρδοι θέλουν να μείνουν μόνοι τους.

Μια γνήσια αποκέντρωση της εξουσίας, μια χαλαρή ομοσπονδία που θα διατηρήσει το Ιράκ ως έννοια προς το παρόν και ως πραγματική δυνατότητα για το μέλλον, είναι ανέφικτη αν και επιθυμητή. Κι αυτό σημαίνει ότι, είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ να διατηρήσουν στρατηγικούς δεσμούς με τους Κούρδους, που θα χρειασθούν τη βοήθεια των Αμερικανών για να αντικρούσουν τις επιθετικές διαθέσεις της Τουρκίας, αλλά και μια ανεκτή σχέση συνεργασίας με τις κυρίως δυνάμεις των σιιτών, ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει στη Βαγδάτη.

Στην Τουρκία τώρα, θα πίστευε κανείς ότι επί τέλους, το Τουρκικό Κουρδιστάν έχει όλες τις προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο επαναστατικό εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Καθώς ο κουρδικός λαός δεν είναι μία μικρή μειονότητα μέσα στην Τουρκία, αλλά μία εθνική κοινότητα, που αποτελεί περίπου το ένα τέταρτο του πληθυσμού του τουρκικού κράτους, θα μπορούσε να γίνει δεκτή η λύση μιας τουρκο-κουρδικής ομοσπονδίας. Δεν αρκεί όμως η αποδοχή της λύσεως αυτής από τον κουρδικό λαό μόνο. Μία ομοσπονδία, είναι μία ελεύθερη ένωση ισοτίμων εταίρων και απαιτεί τη συμφωνία και των δύο πλευρών. Έτσι, είναι απαραίτητη και η συγκατάθεση του τουρκικού λαού. Δεδομένου του βαθιά ριζωμένου εθνικισμού και του σωβινισμού για μία Μεγάλη Τουρκία, η συγκατάθεση αυτή δεν φαίνεται εφικτή.

Η Τουρκία έχει σημειώσει κάποια πρόοδο, στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει τα κριτήρια της Κοπεγχάγης για την ένταξη στην ΕΕ. Κατήργησε τη θανατική ποινή, χαρίζοντας τη ζωή στον Οτσαλάν. Αναθεώρησε τον Ποινικό Κώδικα που ίσχυε από το 1926 και εδραίωσε τα δικαιώματα των γυναικών. Επίσης, εισήγαγε ένα νέο νόμο, που επιτρέπει στους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς να εκπέμπουν σε όλες τις γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των κουρδικών. Τέλος, απαγόρευσε στις αρχές να πραγματοποιούν έρευνες χωρίς δικαστική εντολή, κάτι που συνέβαινε συχνά, ιδίως στην Ανατολική Τουρκία.

Τον Οκτώβριο του 2004, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε αναφορά προόδου για την Τουρκία. Σ’ αυτήν επεσήμανε την επιτακτική ανάγκη για «περαιτέρω ενδυνάμωση και εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων των εμπορικών σωματείων και των μειονοτήτων και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι «μη μουσουλμανικές κοινότητες». Η Δημοκρατία της Τουρκίας αντιμετώπιζε ανέκαθεν πρόβλημα με το θέμα των μειονοτήτων.

Επίσημα, το κράτος αναγνωρίζει μόνο τις τρεις μειονότητες που αναφέρονται στη Συνθήκη της Λωζάνης. Η συνθήκη προστατεύει τα δικαιώματα των αρμένικων, των ελληνικών και των εβραϊκών κοινοτήτων της χώρας. Στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας, στη Βουλή υπήρχαν Κούρδοι, των οποίων ο βασικός ομιλητής ήταν Αλέβης. Μετά την κατάπνιξη των εξεγέρσεων του 1925 και του 1937, όμως, η Τουρκία απαρνήθηκε την πολιτισμική της ανομοιογένεια. Η λέξη «μειονότητα» αναφερόταν μόνο στους τρεις της Λωζάννης, οι οποίοι δεν ήταν μουσουλμάνοι και σταδιακά, άρχισαν να θεωρούνται και μη Τούρκοι. Σήμερα, αν κάποιος ανήκει σε μειονότητα θεωρείται εξ ορισμού και αλλοεθνής.

Οι ακραίοι Κούρδοι θέλουν να αποκτήσουν τη δική τους χώρα το «Κουρδιστάν», λέξη που προκαλεί ρίγη στην Άγκυρα. Οι πιο μετριοπαθείς θέλουν να τους επιτραπεί να μιλούν τη γλώσσα τους ελεύθερα, να τη διδάσκουν στα σχολεία και να την ακούν στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, δικαιώματα που σταδιακά τους παραχωρούνται.Οτιδήποτε συμβεί, ο κουρδικός λαός θα διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει για τη δική του τύχη και να οργανώνει τη δική του εθνική ζωή, όπως θέλει, στα εδάφη όπου ζει από αιώνες. Η αποτελεσματική άσκηση αυτών των δικαιωμάτων, θα εξαρτηθεί πρώτον από τη δική του δύναμη, και ύστερα από την πολιτική, ηθική και υλική υποστήριξη των δημοκρατικών δυνάμεων όλου τού κόσμου.

Ο κουρδικός λαός, του οποίου ο αριθμός ξεπερνάει τον πληθυσμό των περισσοτέρων ανεξαρτήτων κρατών του πλανήτη, δεν μπορεί να παραμείνει για πολύ ακόμη η μόνη ανθρώπινη κοινότητα χωρίς δική της εθνική υπόσταση. Κανένα πολιτικό, ιδεολογικό ή οικονομικό κίνητρο δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη συνέχιση αυτής της ανισότητας.

Η πρωτοβουλία των Κούρδων του Ιράκ να καταθέσουν το 2004 νομοσχέδιο στο ιρακινό κυβερνητικό Συμβούλιο, που προβλέπει τη σύσταση ομοσπονδιακού κράτους με ευρύτατη αυτονομία των Κούρδων, προκάλεσε την άμεση, οργισμένη και με αρκετές δόσεις πανικού αντίδραση της Τουρκίας. Εάν σε αυτή τη φάση, η κίνηση των Κούρδων αποσκοπούσε στο να καταγράψει τις αντιδράσεις του διεθνούς παράγοντα και της Τουρκίας ειδικότερα, πέτυχε απόλυτα τον στόχο της. Μόνο η Άγκυρα μίλησε για δάκρυα που θα φέρει η εξέλιξη αυτή. Η νέα ιστορία όμως αρχίζει ήδη να γράφεται και είναι αμφίβολο εάν η Τουρκία είναι σε θέση να την αλλάξει, όπως έκανε με επιτυχία στο παρελθόν. Η καθοριστική συνδρομή των Κούρδων στην υπόθεση της σύλληψης του Σαντάμ Χουσεΐν, μία συνδρομή που δεν διαψεύσθηκε από την Ουάσιγκτον, απογείωσε την αυτοπεποίθηση του κουρδικού πληθυσμού, που παραμένει σταθερά, όπως και η ηγεσία τους στο πλευρό των ΗΠΑ. Τουλάχιστον μέχρι τώρα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Αμερικανοί θα εγκαταλείψουν τους Κούρδους, χάριν των σχέσεών τους με την Τουρκία. Η κατάθεση του νομοσχεδίου από τους Κούρδους ηγέτες, ήταν όμως η κορυφή του παγόβουνου, καθώς στο παρασκήνιο, οι εξελίξεις που δρομολογούνται για το μελλοντικό Ιράκ περιλαμβάνουν την πλήρη ικανοποίηση των κουρδικών αιτημάτων σε ένα νέο δημοκρατικά δομημένο ομοσπονδιακό-κράτος. Η Τουρκία πρέπει να σημειωθεί, πρωταγωνιστεί για μια ακόμη φορά στη φάση αυτή των εξελίξεων. Η Άγκυρα έχει, όχι μόνο τον πρώτο λόγο, αλλά έχει και το δικαίωμα και την ανοχή από τη διεθνή κοινότητα να εισβάλλει όποτε το κρίνει σκόπιμο στο Β. Ιράκ, όπως έκανε και παλαιότερα, να καταδιώκει τον κουρδικό πληθυσμό και να έχει χιλιάδες στρατιώτες σε πλήρη ετοιμότητα και για κάθε ενδεχόμενο. Αυτήν τη στιγμή όμως, οι Κούρδοι είναι συνομιλητές όλων των δυτικών κυβερνήσεων, όχι γιατί ξαφνικά απέκτησαν ισχύ, αλλά γιατί την εξέλιξη αυτή ευνοούν τα δυτικά συμφέροντα. Δεν πρέπει όμως να διαφεύγει το γεγονός ότι, το θέμα αυτό θα επηρεάσει καθοριστικά τη διεθνή συμπεριφορά της Τουρκίας, με αντίκτυπο στη στάση που θα τηρήσει στο Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε βαθμό που είναι αδύνατο να προβλεφθεί αυτή τη στιγμή, μέχρι ποιου σημείου μπορεί να φθάσουν οι αντιδράσεις. Το βέβαιο είναι ότι, τίποτε δεν θα είναι εύκολο στο εγγύς μέλλον για την ευρύτερη περιοχή. Σημαντικός παράγοντας του κουρδικού κινήματος, σε συνάντηση που είχε στην Ουάσιγκτον με Δυτικούς διπλωμάτες, ανέλυσε με λεπτομέρειες τα σχέδια των Αμερικανών και των Κούρδων για τις εξελίξεις που δρομολογούνται στο Ιράκ, τη μεταπολεμική συγκρότησή του σε δημοκρατική χώρα, τον ρόλο και τη στάση των διαφόρων φυλών της χώρας αυτής, των γειτονικών χωρών, αλλά και τον ρόλο του Ισραήλ στην περιοχή. Πάνω από όλα, περιέγραψε τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει η Τουρκία, αλλά και οι ίδιοι οι Κούρδοι από την Άγκυρα, η οποία καταβάλλει αγωνιώδη προσπάθεια να περισώσει ότι είναι δυνατόν από την αποτυχημένη, όπως αποδείχθηκε στρατηγική της στην περιοχή.

Κούρδος αξιωματούχος, που με τη συγκατάθεση των Αμερικανών συνομιλεί με ξένους διπλωμάτες ως εκπρόσωπος της περιφερειακής κυβέρνησης του ιρακινού Κουρδιστάν, είπε στους συνομιλητές του ότι, υπό την παρούσα συγκυρία είναι αδύνατη η δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, παρά το γεγονός ότι η ευκαιρία για κάτι τέτοιο είναι ιστορική. όμως, είναι βέβαιο ότι οι Κούρδοι θα αποκτήσουν ουσιαστική αυτονομία στο πλαίσιο ενός ομοσπονδιακού ιρακινού κράτους, με πλήρη δικαιώματα και εκπροσώπηση στην κεντρική κυβέρνηση. Σύμφωνα με τα αμερικανικά σχέδια, το κεντρικό κράτος θα αποτελείται από το κουρδικό και το αραβικό τμήμα και θα έχει αρμοδιότητες για την άμυνα, την εξωτερική πολιτική, ενώ θα κοπεί ενιαίο νόμισμα για όλη την χώρα. Το κουρδικό τμήμα θα έχει προνομιακή θέση στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών του Ιράκ, δηλαδή θα έχει εισοδήματα με βάση την αναλογία του πληθυσμού. Βεβαίως, στην πραγματικότητα δεν θα είναι ακριβώς έτσι, γιατί τα κύρια έσοδα θα πηγαίνουν στα αμερικανικά ταμεία. Ωστόσο, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, τα έσοδα των Κούρδων θα είναι τέτοια που θα τους επιτρέπουν να συγκροτήσουν μία υγιή οικονομία και να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις, που σίγουρα θα γίνουν έντονα αντιληπτές στη νοτιοανατολική Τουρκία, όπου ζουν εκατομμύρια Κούρδων.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s