Στρεβλώσεις και ανισότητες στο νέο ασφαλιστικό

Της Πατρινας Παπαρρηγοπουλου Πεχλιβανιδη*

Tο νέο σύστημα τιμωρεί αδικαιολόγητα και δυσανάλογα τους εργαζομένους που έχουν υψηλότερες αποδοχές και συνεισφέρουν περισσότερο στο σύστημα. Η βασική σύνταξη όπως την προβλέπει το νομοσχέδιο για τους ασφαλισμένους με περισσότερα από 15 έτη ασφάλισης αποτελεί πηγή στρεβλώσεων. Οι στρεβλώσεις θα είχαν αποφευχθεί αν οι ασφαλισμένοι αυτοί δικαιούνταν την ανταποδοτική σύνταξη με βάση τις εισφορές που έχουν καταβάλει λαμβανομένου υπόψη και του προσδόκιμου επιβίωσης. Η βασική σύνταξη θα έπρεπε να χορηγείται με βάση εισοδηματικά κριτήρια, εφόσον η ανταποδοτική είναι κατώτερη ενός ορίου και να διαβαθμίζεται ανάλογα με το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης, ώστε να παρέχεται κίνητρο για την ασφάλιση.
Με το νέο σύστημα:
1) Το ποσοστό αναπλήρωσης κυμαίνεται για τους ασφαλισμένους με 35 έτη ασφάλισης από 56,13% έως 81,85% σε βάρος των ασφαλισμένων με τις υψηλότερες αποδοχές. Στην περίπτωση των 15 ετών ασφάλισης το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης κυμαίνεται μεταξύ 22,28% έως 48% και πάλι σε βάρος των ασφαλισμένων με τις υψηλότερες αποδοχές.
2) Για τους νέους και τους παλαιούς ασφαλισμένους καθώς και για το τμήμα της ανταποδοτικής σύνταξης, υπό το καθεστώς που προβλέπει το νομοσχέδιο, το ποσοστό αναπλήρωσης είναι ενιαίο για τον ίδιο χρόνο ασφάλισης, ανεξάρτητα από το ύψος των συντάξιμων αποδοχών (Σ. Α.). Για παράδειγμα, 70% για 35 έτη ασφάλισης για τους νέους ασφαλισμένους είτε έχουν αποδοχές 1.000 ευρώ, είτε 1.800, είτε 3.500. Ομοίως, 45,85% δίνει η ανταποδοτική σύνταξη για 35 έτη ασφάλισης είτε οι συντάξιμες αποδοχές είναι 1.000, είτε 1.800, είτε 3.500. Ορθώς, η σύνταξη αυξάνει ανάλογα με την αύξηση των συντάξιμών αποδοχών και του χρόνου ασφάλισης.
3) Παραδόξως, η σύνταξη ως άθροισμα της βασικής και της ανταποδοτικής σύνταξης καταλήγει σε διαφορετικά ποσοστά αναπλήρωσης για τον ίδιο χρόνο ασφάλισης, ανάλογα με το ύψος των συντάξιμων αποδοχών. Τούτο συμβαίνει, επειδή το νομοσχέδιο εσφαλμένα προβλέπει τη βασική σύνταξη ως προσθήκη ενιαίου ποσού ύψους 360 ευρώ στις ανταποδοτικές συντάξεις. Ετσι, όσοι έχουν μεγαλύτερες αποδοχές και συνακόλουθα μεγαλύτερες εισφορές υφίστανται δυσανάλογη μείωση των συντάξεών υπέρ των ασφαλισμένων με τις χαμηλότερες συντάξιμες αποδοχές. Ο ασφαλισμένος με 35 έτη ασφάλισης και ΣΑ 1.000 ευρώ θα λάβει σύνταξη με ποσοστό αναπλήρωσης 81,85%, ενώ ο ασφαλισμένος με τον ίδιο χρόνο ασφάλισης και ΣΑ ύψους 3.500 θα λάβει σύνταξη με ποσοστό αναπλήρωσης 56,13%.
4) Το νομοσχέδιο που είχε δοθεί σε διαβούλευση κατέτασσε τις συντάξιμες αποδοχές των μισθωτών σε 12 ασφαλιστικές κατηγορίες. Για κάθε μία όριζε ενιαίο ποσοστό αναπλήρωσης για τα πρώτα 15 έτη και στη συνέχεια ετήσια προσαύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης για κάθε επόμενη τριετία και μέχρι το 36ο έτος της ασφάλισης. Για το 37ο έτος ασφάλισης και άνω η προσαύξηση προβλεπόταν ακόμη μεγαλύτερη, προκειμένου να έχουν κίνητρο οι ασφαλισμένοι να παραμείνουν στην ασφάλιση. Το συνολικό ποσοστό της αναπλήρωσης για τα 35 έτη ασφάλισης με βάση τη χαμηλότερη κατηγορία ΣΑ (1.000 ευρώ) και την υψηλότερη (4.200) κυμαινόταν από 62% για τη χαμηλότερη μέχρι 66% για την υψηλότερη. Επομένως, το νομοσχέδιο που είχε δοθεί σε διαβούλευση ήταν δικαιότερο σε σχέση με αυτό που κατατέθηκε στη Βουλή, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ακόμη αρτιότερες επιστημονικά λύσεις.
5) Τα σφάλματα της βασικής σύνταξης, όπως την προβλέπει το νομοσχέδιο είναι ότι:
(α) Δίνεται σε όλους το ίδιο ποσό. (β) Η βασική σύνταξη δεν διαβαθμίζεται ανάλογα με το ύψος της ανταποδοτικής, ώστε η τελική σύνταξη να αυξάνει ανάλογα με την αύξηση της ανταποδοτικής και να υπάρχει κίνητρο για την ασφάλιση. Ετσι, η βασική σύνταξη αναιρεί την ανταποδοτικότητα και δημιουργεί κίνητρα για απόκρυψη των αποδοχών.
6) Αν δεχθούμε ότι η βασική σύνταξη που χορηγείται στους ασφαλισμένους με περισσότερα από 15 έτη ασφάλισης είναι προνοιακή παροχή, όπως ανακριβώς εξαγγέλλει το νομοσχέδιο, τότε θα έπρεπε να χορηγείται με εισοδηματικά κριτήρια και να λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα των συνταξιούχου, π. χ. από μισθώματα. Το νομοσχέδιο δεν το κάνει αυτό, με αποτέλεσμα ένας ασφαλισμένος που έχει συντάξιμες αποδοχές ύψους 1.000 ευρώ και χρόνο ασφάλισης 35 ετών να λαμβάνει σύνταξη που αναπληρώνει κατά 81,85% τα 1.000 ευρώ, ακόμη και αν έχει μισθώματα ύψους 50.000 ετησίως. Από την άλλη, ένας ασφαλισμένος που έχει συντάξιμες αποδοχές ύψους 3.500 και χρόνο ασφάλισης 35 έτη λαμβάνει σύνταξη που αναπληρώνει κατά 56,13% τα 3.500, ακόμη και αν δεν έχει κανένα άλλο εισόδημα. Τελικά, ποιον θέλει να ενισχύσει η φερόμενη ως προνοιακή παροχή; Το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει τις στρεβλώσεις που επιφέρει η βασική σύνταξη, όπως την καθιερώνει το νομοσχέδιο.
7) Για να δεχθούμε ότι οι συντάξεις των δικαιούχων με υψηλές συντάξιμες αποδοχές πριμοδοτούν τις συντάξεις των συνταξιούχων με χαμηλές αποδοχές πρέπει να δεχθούμε ότι οι μισθοί των υψηλόμισθων πριμοδοτούν τους μισθούς των χαμηλόμισθων. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει στον χώρο της εργασίας και δεν γίνεται κατανοητό, γιατί θα μπορούσε να ισχύει στην κοινωνική ασφάλιση. Το κύριο και πλέον δίκαιο μέσο για την αναδιανομή του πλούτου είναι η φορολογία και όχι η κοινωνική ασφάλιση.

*Επίκουρη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Αθηνών, νομικός
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s