Η νεοελληνική ιστορική συνείδηση: Τσερόκι, Αρμάνι και Λεονίντας

του Δρακούλη Σπανία, ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2007

Η Ιστορία δεν έχει εξοβελισθεί από τα βιβλία μόνο αλλά και από την καθημερινή ζωή. Ποιος γονιός ή ποιος καθηγητής, όταν περ­νούν με τα παιδιά ή τους μαθητές μπρο­στά από το άγαλμα του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, τους λέει να σηκώσουν το κεφάλι και να δουν την τοποθεσία του μνημείου; Ποιος καθηγητής τους λέει να βγάλουν τ’ ακουστικά απ’ τ’ αφτιά για να τους πει πέντε πράγματα για τη μάχη; Ποιος τους δείχνει το μνημείο του Δρα­γούμη, όταν περνάνε με τα λεωφορεία από τη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας; Ή καλύτερα λεωφόρο Ανδρέα Παπαν­δρέου, όπως ψήφισε να μετονομαστεί η εν λόγω λεωφόρος το δημοτικό συμβούλιο Αθηναίων τον Ιούνιο του 2006. Όπως ψήφισε να μετονομαστεί και η Βασιλίσσης Αμαλίας σε λεωφόρο Κωνσταντίνου Καραμανλή με το αιτι­ολογικό ότι οι δύο άνδρες «σφράγισαν με την παρουσία τους και την προσφορά τους τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ζωή και την πορεία της χώρας». Όπως έκαψαν με υπερχειλίζοντα δημοκρατικό ζήλο και τους φακέλους της Ασφάλειας καταστρέφοντας έτσι ένα σημαντικό ιστορικό αρχείο. Όπως άλλαξαν και το «νίκας τοις βσιλεύσι» σε «νίκας τοις ευσεβέσι». Οι Γερμανοί όμως, κράτησαν τα αρχεία της ΣΤΑΖΙ, τα οποία έγιναν προσιτά στο κοινό, όπως έδειξε και η σπουδαία φετινή γερμανική ταινία «Οι ζωές των άλλων». Μπορεί οι Γερμανοί να έχουν… έλλειμμα δημοκρατικότητας συγκρινόμενοι με μας. Σέβονται όμως την Ιστορία. Και γράφουν Ιστορία. Όπως έγραψαν με τη φετινή τους ταινία που ανέβασε τον πήχη τόσο ψηλά, ώστε να μπορούμε οι υπόλοιποι ανενόχλητα… να περνάμε από κάτω.

Ανασφαλείς και υποκριτές σβήνουμε ιστορικά μνημεία από το λόγο και τη ζωή μας. Καταδικάσαμε εαυτούς να ζού­με διψασμένοι στην έρημο της ανιδανίκευσης όπου το φτύμα μοιάζει βροχή. Έχουμε συνηθίσει, εδώ και τρεις δεκαε­τίες, στην άμαχο ήττα και στη μειωτική εναντίον του Ελληνισμού προπαγάνδα. Συμμετέχουμε και ‘μεις στη κατεδάφιση του πολιτισμού μας με τον ίδιο ηδονικό αυτοκαταστροφικό τρόπο που συμμε­τείχε παλιά ηθοποιός του Χόλυγουντ σε όργια με μαφιόζους. Και η πατρίδα μας κατάντησε έρμαιο των «μαφιόζων» όχι μόνο του εγκλήματος, αλλά και της δημοσιογραφίας, του πνεύματος, του καλλιτεχνικού χώρου, της πολιτικής, της οικονομίας, του αθλητισμού. Μια πατρίδα όπου ο κάθε ένας παθιασμένος μικρός τυραννίσκος μπορεί να κατα­στρέψει τη ζωή του διπλανού του με το αυτοκίνητο του, το συναγερμό του, το σκυλί του, τη μουσική του, με το παιδί του, με τα σκουπίδια του. Άμα βάλεις πολλές κότες στο κοτέτσι τσιμπιούνται μεταξύ τους. Θέμα ζωτικού χώρου αλλά και… κότας. Στοιβαχτήκαμε όλοι στην πόλη και τσιμπιόμαστε σαν τις κότες. Και καταντήσαμε κότες, από τότε που βγάλαμε την περηφάνια, τη λεβεντιά και το φιλότιμο από τη ζωή και την ιστο­ρία μας. Που’ σαι, καπετάνιο, καπετάν Κώττα , που έβαλες το κεφάλι σου στη θηλιά, για να ‘βλεπες τώρα τους απογό­νους σου, πόσο μοιάζουν μόνο… στο όνομά σου. Κότες… Άραγε ο Σολωμός θα μπορούσε σήμερα αν μας έβλεπε, να ξαναπεί:

Ω τρακόσοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας.

τα παιδιά σας θέλ’ ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας;

Θα τολμούσαν όμως και οι 300 να σηκωθούν για να μας ξανάλθουν; Να δούνε τι; Συνεδρίαση στη βουλή, σχολική ή πανεπιστημιακή «τάξη», νεο­έλληνες φαντάρους, δημοσιογράφους, πολιτικούς, καλλιτέχνες, τους ιππό­τες της ασφάλτου; Ή μήπως θα τους άρεσε να δούνε τους άλλους 300, τους Αμερικανικούς; Ή θα καμάρωναν αν έβλεπαν το μικρό σύγχρονο ελληνικό καπόνι, το ευνουχισμένο πνευματικά και ηθικά κοκοράκι της Κοτοχώρας, που φοβάται να πάει στρατό, αναριγεί όταν ακούει για στιγμές εθνικού μεγαλείου, από απέχθεια όμως, ντύνεται, σκέφτε­ται, τρώει, συνουσιάζεται, εκπαιδεύεται αμερικανικά, αλλά μιλάει για παγκοσμι­οποίηση και Αριστερά; Το πιο πιθανό θα ήταν να έλεγαν τα λόγια του Αρχιδάμου που, όταν είδε κάποιους Σικελούς μισθοφόρους να χρησιμοποιούν το βέλος – καταπέλτη και να μη μάχονται σώμα με σώμα, είπε; «απόλωλεν ανδρός αρεττά», δηλαδή χάθηκε η παλληκαριά του άνδρα.

Και γιατί να σηκωθούν οι 300 με το βασιλιά τους να έρθουν σε μας; Τους θέλουμε; Για τον κάθε λαό η Ιστορία του είναι βάρος ευθύνης. Όποιος δεν αντέχει να σηκώσει το βάρος της ευθύνης του να είναι Έλληνας, γιατί για ευθύνη πρόκειται απέναντι στα παιδιά μας αλλά τα παιδιά όλου του κόσμου, στρέφεται κατά της Ιστορίας του. Από την «αποφράδα» εκείνη μέρα του 480 ττ.Χ. καταδικάστηκαν οι Έλληνες, να σκέφτονται τι θα έκαναν οι ίδιοι σε αντίστοιχη περίπτωση. Θα ήταν Λεωνίδες ή Εφιάλ­τες;  Το πρώτο δύσκολο και δαπανηρό, το δεύτερο εύκολο και προσοδοφόρο. Άλλωστε ο Σπαρτιάτης βασιλιάς σκοτώθηκε νωρίς, ενώ ο Εφιάλτης πρόλαβε πιθανόν να αφήσει απογόνους. Η επιλογή γίνεται λοιπόν αυτόματα ανάλογα με την ιδιοσυστασία του καθένα. Την εγγενή ροπή του ανθρώπου προς το εύκολο και το το ανόσιο έρχεται όμως στη χώρα μας να να ενισχύσει η εκπαίδευση και η οικογένεια αλλά και όλοι οι προαναφερθέντες Αλ Καπόνε, της ελληνικής πραγματικότητας που μακάρι να είχανε όση ανδροπρέπεια είχε ο παλιός μαφιόζος στο μικρό του δαχτυλάκι. Και επειδή αυτοί τελούν εν ευνουχία θέλουν να την επιβάλλουν και στους υπόλοιπους. Η καλύτερη παραλλαγή. Κι αν κρίνουμε από τη συχνότητα των εμφανίσεων και τη φαινομενική εμπάθεια τους εναντίον των λίγων Λεωνίδων που μας έχουν απομείνει και από το ότι αυτοί οι ίδιοι μονοπωλούν τις ζωές μας εδώ και 20 και πλέον χρόνια αλλά και από το οικονομικό τους επίπεδο βέβαια, μάλλον δεν το κάνουν με το αζημίωτο.

Θα έρθουν όμως, όχι οι παλιοί, αλλά κάποιοι Λακεδαιμόνιοι από το μέλλον να μας  εκδικηθούνε. Όπως έκαναν και τότε οι Λάκωνες που, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, αποφάσισαν να πληρώσουν τον Εφιάλτη για την προδοσία του με το δικό τους τρόπο. Θα έρθουν λοιπόν μέλλον κάποιοι, «Λάκωνες», και θα μας περάσουν από λεπίδι. Και μάλλον θα είναι τα παιδιά μας ή τα παιδιά των παιδιών μας ή τα παιδιά άλλου λαού, που αφού θα τα έχουμε πατήσει στον πάτο της ανθρωπότητας θα τιναχτούν ν’ ανασάνουν ελεύθερα. Ή στη χειρότερη περίπτωση θα είναι κάποιοι μπρατσωμένοι στρατιώτες, τύπου Αμερικανού πεζοναύτη, σαν τους 300 της ταινία, που βρίσκουν τώρα ιδεολογικό άλλοθι για τον τρόπο δράσης τους στην ελληνική αρχαιότητα. Η Ιστορία, γράψαμε, είναι βάρος και ευθύνη, ιδίως όταν είναι 3.000 ετών και κουβαλάει μέσα της Θερμοπύλες, Γρανικό, Ακρίτες, Μεσολογγίτες, Αρκάδι, καπετάν Κώττα, Παγκοσμίους, Βαλκανικούς, έναν Τάσο Ισαάκ και έναν Σολωμό Σολωμού. Βάρος ασήκωτο μας παρέδωσαν όλοι αυτοί. Τι βάρος όμως επαίσχυντο θα σηκώ­σουν οι μελλούμενοι όταν μέσα σε 30 χρόνια ιστορίας θα τους παραδώσουμε συμπυκνωμένη ντροπή; Δικτατορία, ’74, Macedonia, Οτσαλάν, Ίμια, γκρίζες ζώνες. Και μια «δημοκρατία» όπου τα μνημεία χρειάζονται προστασία από τους κουκουλοφόρους. Η Σπάρτη δεν είχε τείχη, γιατί την προστάτευαν τα στήθη των παιδιών της. Και ‘μεις δε θα ‘χουμε καλή τύχη αφού τα μόνα στήθη που προβάλλουμε είναι αυτά της Γιουροβιζιών. Ας προσέξουμε λοιπόν, γιατί μπορεί το παιδομάζωμα σύμφωνα με τους νεοέλληνες «ιστορικούς» να περι­γράφεται ως «τρόπος στρατολόγησης», αλλά ο τρόπος που μας αντιμετωπίζουν οι γενίτσαροι που φτιάχνουμε δεν μπο­ρεί να περιγραφεί το ίδιο αβρά.

Γιατί όμως παρατηρήθηκε αθρόα προσέλευση στις κινηματογραφικές αί­θουσες για τους «300»; Γιατί πολύ απλά εξορίστηκαν από τις σχολικές αίθουσες και ήταν μια ευκαιρία για κάποιους να μάθουν τι ήταν αυτοί οι Σπαρτιάτες, Για άλλους ήταν μια από τις λίγες φορές που ένιωσαν περήφανοι. Για άλλους όμως αποτέλεσε μια απειλή, όχι γιατί η ταινία υποκαθιστά την Ιστορία με μια αμερικανικού τύπου παραϊστορία, αλλά το ότι σε πολλούς νέους ξύπνησε αισθή­ματα που χρόνια μερικοί προσπαθούν να εξαφανίσουν. Κανονικά θα έπρεπε να αναλύσουμε το γιατί οι νέοι σπεύδουν να δουν και θαυμάζουν τους «300» πα­ρόλο που είναι μια κακή, κατά τη γνώμη μας, ταινία. Και σπεύδουν, γιατί στην ηθική και πνευματική έρημο που τους ρίξαμε, όταν τους φτύνουν νομίζουν ότι βρέχει.

Τι κακό έχει η ταινία; Δεν τοποθετεί το γεγονός σε χρόνο και σε χώρο. Το εντάσσει στο χώρο του παραμυθιού. Τα παραμύθια αρχίζουν με το «μια φορά κι έναν καιρό» και δεν αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα. Όταν όμως μιλάμε για Θερμοπύλες και δεν πούμε το πού, το πότε και το γιατί, αλλά μείνουμε στο πώς και μάλιστα αλλοιωμένο, τότε μάλλον σκοπεύουμε στη δημιουργία μεθόδων για στρατιωτικοπολιτικές επεμβάσεις στο παρόν και το μέλλον. Γιατί άραγε αντέδρασαν οι Ιρανοί; Όλες οι άλλες ταινίες με ιστορικό πυρήνα αναφέρουν ότι η τάδε μάχη έγινε τότε και έγινε εκεί, και συνήθως προβάλλουν ένα χάρτη με τη χώρα στην οποία έγινε η μάχη και την τοποθεσία που διεξήχθη. Τα «Hot Gates» που πολέμησαν κάποτε παλιά οι 300 με κάποιους τερατοειδείς Πέρσες δεν «ξαναβάζουν την Ελλά­δα στο χάρτη», όπως λένε αυτοί που νιώθουν περήφανοι για την ταινία. Ιδίως από τη στιγμή που και στην ταινία αλλά και σε πολλά νεόκοπα μυθιστο­ρήματα οι Σπαρτιάτες παρουσιάζονται σαν Αμερικανοί πεζοναύτες. Στη νέα τάξη πραγμάτων, που δεν είναι νέα αλλά πολύ παλιά, όταν η στρατιωτική κοινωνία της Σπάρτης γίνεται μόδα από τα μέσα επηρεασμού των ισχυρών, τότε πρέπει μάλλον να νιώσουμε απειλημέ­νοι παρά κολακευμένοι. Λίγο παλιότε­ρα, ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ έβρισκαν στους Σπαρτιάτες, όπως αυτοί τους φαντάζονταν βέβαια, τον ιδεολογικό τους απολογητή. Και έτσι με ένα ψεύτι­κο λούστρο αρχαιοπρεπούς μεγαλείου μας ματοκύλισαν.

Υπάρχουν και κάποιοι που βαριού­νται να ανοίξουν βιβλίο και βρίσκουν την ευκαιρία μέσα από μια ταινία να νιώσουν «Έλληνες». Μπορεί να περνούν τη ζωή τους ως χρυσοφόροι Μήδοι, μέσα στη χλιδή και την απόλαυση αλλά, όταν πάνε με το τζιπ στην Αράχωβα για clubbing, ξυπνά μέσα τους το αρματολί­κι. Και επειδή είναι in η ταινία, βλέπουν και τον Leonidas. Άλλωστε το όνομα θυμίζει και σικ ζαχαροπλαστείο. Αν όμως περάσουν από τις Θερμοπύλες δε θα τις αναγνωρίσουν, αφού η πινακίδα δεν γράφει «Hot Gates». Μάλλον να την αλλάξουμε για να καταλαβαινόμαστε. Ντάτσουν, Αντίντας και Χάνι της Γραβι­άς, έλεγε παλιά ο Χάρι Κλυν. Τι θα έλεγε σήμερα; Τσερόκι, Αρμάνι και Λεονίντας.

Λένε όμως ότι η ταινία είναι κώμικ και όχι ιστορική. Ας την κρίνουμε επομένως ως τέτοια. Αν ήταν κώμικ, ας είχε αντίστοιχο θέμα και ήρωες, όπως ο Σούπερμαν, ο Σπάιντερμαν, ο Αστερίξ κ.ά. Όταν όμως έχει ως θέμα ιστορικό γεγονός πρέπει να το παρουσιάσει ως τέτοιο και όχι ως κώμικ. Ο Μπεν Χουρ, το Bravehart, όλες οι ταινίες για τον IRA, για το Βιετνάμ, για το ολοκαύτω­μα γιατί δεν είναι κώμικ; Υπάρχουν στην ταινία πολλές παραποιήσεις της αλήθειας που δεν εξυπηρετούν όμως κανέναν «κώμικ» χαρακτήρα. Γιατί οι πέντε έφοροι, ένας από τους παλαιό­τερους δημοκρατικούς θεσμούς, αφού εκλέγονταν οπό τους πολίτες, παρουσι­άζονται ως τέρατα; Γιατί παρουσιάζεται ο Λεωνίδας ως παραβάτης που πάει να πολεμήσει παρά την αντίθετη απόφαση των εφόρων-τεράτων και στο τέλος λέει το w’W xe<nl Cggsllein Lakedaimon…oij, Otit!deke..,nneqatOtj ke…nwn -»masi peiqOmenoi»; Δεν είναι αντιφατικό; Κι ο Εφιάλτης παρουσιάζεται πολύ πονηρά ως απόβλητος Σπαρτιάτης. Επιπλέον παρουσιάζεται η σπαρτιάτισσα μάνα να συγκρατείται από άνδρες για να μην κρατήσει το γιο της που τον παίρνουν για την «αγωγή». Ανακουφιζόμαστε, βέβαια, επειδή δεν παρουσιάζονται οι Σπαρτιάτες ως κίναιδοι, αλλά γιατί δε μας ενοχλεί που ακούμε το Λεωνίδα να λέει ότι οι Αθηναίοι κοιμούνται με μικρά αγόρια;

Υπάρχουν και αυτοί που απειλήθη­καν, γιατί είδαν ότι παρά τον έντονο πνευματικό ολοκληρωτισμό και την ιστορική λογοκρισία, με τα οποία προσπάθησαν να κατασπαράξουν την ιστορική συνείδηση των Ελλήνων και όχι μόνο, οι νέοι θέλουν να νιώσουν κάτι από Λεωνίδα. Καταφεύγουν λοιπόν στο συντηρητικότατο κόλπο, αν και προο­δευτικοί αυτοί, της μείωσης και απομεί­ωσης των ιστορικών προσωπικοτήτων και των έργων τους, όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες με τα σχολικά βιβλία. Ο ηρωισμός χτίζεται πάνω στην Ιστορία, πράγμα που πολλοί «ιστορικοί» έχουν αναλάβει να αλλάξουν. Δεν είναι το πρόβλημα τωρινό και ούτε περιορίζεται στο βιβλίο της Στ’ Δημοτικού. Και το καινούριο βιβλίο της Β’ Γυμνασίου δεν αναφέρει πουθενά ότι ο Κωνσταντίνος ονομάστηκε από την Ιστορία Μέγας και από την Εκκλησία Άγιος. Και ένα βιβλίο πανεπιστημιακό δεν αναφέρει πουθενά ότι ο Αλέξανδρος και ο Ναπολέων ήταν Μεγάλοι. Αναφέρει όμως για τον πρώτο ότι είχε απολυταρχικές τάσεις και ότι υπάρχουν «αναφορές, συχνά ειρωνι­κές, των αρχαίων συγγραφέων» για το άτομό του. Και για το Ναπολέοντα γράφει ότι «απέκτησε τη φήμη μεγάλου στρατηγού» και ότι «κέρδισε» δόξα κάτω από τις πυραμίδες. Πάντως τίποτα δεν κατέκτησε. Τα «κέρδισε» λες και ήταν παίχτης σε «ριάλιτι». Η ανθρωπιστική παιδεία βάλλεται, διότι αυτή είναι που βάζει Θερμοπύλες στις ψυχές των αν­θρώπων. Και βάλλεται απ’ τ’ αριστερά. Δήθεν αριστεροί και μαρξιστές που απ’ τον καιρό της Δικτατορίας σπουδάζουν με αμερικανικές υποτροφίες ξιφουλ­κούν κατά της αρχαίας κληρονομιάς. Το κόλπο των Αμερικανών πανέξυ­πνο, αφού γνώριζαν πως μετά από τη Δικτατορία, όπως συμβαίνει μετά από την πτώση κάθε απολυταρχικής εξου­σίας, θα επικρατούσαν στην Ελλάδα οι «προοδευτικές δυνάμεις». Φρόντισαν λοιπόν να τις προσεταιρισθούν και να τις διαβάλλουν και όχι μόνο στην Ελλάδα. Οπότε παρατηρούμε το παράδοξο οι απολογητές του αμερικα­νικού παγκοσμιοτικού καπιταλισμού να αυτοχαρακτηρίζονται αριστεροί και μαρξιστές. Ξεχνούν όμως αυτό που αναφέρει ο Φραντς Μέριγκ, φίλος και βιογράφος του Καρόλου Μαρξ: «Ο Μαρξ παρέμενε πάντα προσηλωμένος στους αρχαίους Έλληνες και ήταν έτοιμος να διώξει με το μαστίγιο από τον ναό του πολιτισμού κάθε άθλια ύπαρξη που ήθελε να στρέψει τους εργάτες ενάντια στην αρχαία κληρονομιά». Γιατί αυτοί πράττουν το αντίθετο; Ίσως γιατί «το φρόνημα της Σπάρτης δεν ήταν ικανός να νιώσει ένας Λαγίδης χθεσινός», όπως γράφει ο μεγάλος Αλεξανδρινός.

Ίσως διότι ο Λεωνίδας ήταν «ένας μάλλον άσημος βασιλιάς (;) μιας μάλλον αντιπαθητικής πόλης», όπως γράφει έγκριτος δημοσιογράφος οε έγκριτο δημόσιο βήμα. Άλλωστε, όπως πολύ σωστά αναφέρει, «ο Έλληνας ταυτίζεται περισσότερο με μια ήττα (όπως οι Θερμο­πύλες) παρά με μια νίκη (όπως ο Μαρα­θώνας ή η Σαλαμίνα)». Και αναρωτιέται «από έναν ηττημένο ήρωα γιατί να μην προτιμήσουμε έναν ήρωα που νίκησε; Γιατί άραγε να μας χαρακτηρίζει αυτή η κουλτούρα της ήττας»; Αναγνωρίζει βέ­βαια ότι υπάρχει η αίσθηση της θυσίας και το δέχεται. «Κάτι από Αρκάδι, Κούγκι ,Μεσολόγγι. Ήρωες είναι οι άνθρωποι που δίνουν τη ζωή τους προασπιζόμενοι τα θεμελιώδη». Αλλά οι ηττημένοι ήρωες 5εν ταιριάζουν στο εκσυγχρονιστικό μας προφίλ.

Για Λακεδαιμονίους θα μιλούμε τώρα; Τώρα που είδαμε ξανά τους νέους να θέλουν να αντλήσουν περηφάνια, έστω και μέσω Χόλυγουντ, όπως και τότε, το 1992-1993, με τα συλλαλητή­ρια για τη Μακεδονία, που συνέρρεαν αυθόρμητα στους δρόμους για να διαδηλώσουν ως νέοι και ως Έλληνες; Επικίνδυνα πράγματα. Τότε τους έλεγαν μη σας παρασύρουν διάφοροι, το όνομα δεν έχει σημασία».Τώρα που βλέπουν πόσο δημοφιλής είναι η ταινία, για να μη φανούν αντίθετοι προς το συρμό, τους λένε να προτιμήσουν από τους 300 αντιπαθητικούς που «έχασαν» στις Θερμοπύλες «προασπιζόμενοι τα θεμελιώδη» τους 10.000 «βάζελους» που

νίκησσν στο Μαραθώνα, όπως χαρακτηρίζει τους μαραθωνομάχους ο προ­αναφερθείς δημοσιογράφος. Κι όμως το ονομα έχει σημασία. Γιατί γράφουν για «θεμελιώδη» χωρίς να τα αναφέρουν; Είναι επικίνδυνες ή αντιπαθητικές οι λέξεις ελευθερία, δημοκρατία, τιμή και δόξα; Γιατί οι μαραθωνομάχοι υποβιβάζονται σε «βάζελους»; Διότι μετά από τόσα χρόνια πνευματικής ισοπέδωσης και ιστορικής φαλκίδευσης οι νέοι ανά τον κόσμο σπεύδουν να δουν τους 300.

Και ιδιαίτερα οι Έλληνες νέοι. που τόσο έχουμε προσπαθήσει και προσπαθούμε ακόμα να μειώσουμε στα μάτια τους όχι μόνο τους αρχαίους αλλά όλους τους ήρωες, Έλληνες και ξένους της Ιστορίας.

Υπάρχει κίνδυνος να βγάλουμε ήρωες «άσημους» και κοινωνίες «αντιπαθητικές».Τι θα απογίνουν τότε οι «επώνυμοι» της σύγχρονης συμπαθούς δημοκρατίας μας; Μιας δημοκρατίας που φοβάται τη λέξη βασιλεύσι και χωρίζει τους πολίτες σε επώνυμους και ανώνυμους; Επώνυμους, που γι’ αυτούς δεν μετράει το όνομα της Μακεδονίας, αλλά το δικό τους. Ποιος θα τους διαβάζει, ποιος θα τους ακούει αν έχει τη ψυχή του γεμάτη από Λεωνίδα; Όσα DVD κι αν χαρίζουνε, κανένας δε θα τους προτιμήσει και το ξέρουν.Μιλούν με την απέλπιδα ζηλοφθονία του ανθρώπου που, όταν κοιτά στον καθρέφτη, βλέπει τον Εφιάλτη κι όχι το Λεωνίδα. Γράφουν με την πένα βουτηγμένη στην τσέπη ως σκλάβοι ξένων στόχων. Όπως κι ο Εφιάλτης. Κι όπως η κολοβή αλεπού στο μύθο του Αισώπου, έτσι κι αυτοί νιώθουν πιο άνετα αν κάνουν και τους γύρω τους Εφιάλτες. Άλλωστε φοβούνται τη νέμεση. Γιατί τον Εφιάλτη έστειλαν οι Σπαρτιάτες να τον σκοτώσουν. Όσο λιγότεροι λοιπόν οι Λεωνίδες, τόσο καλύτερα.

Άλλωστε αυτό που σήμερα κατ’ ευ­φημισμόν λέμε δημοκρατία είναι περισ­σότερο δημοσιογραφοκρατία. Τα ΜΜΕ δεν είναι η τέταρτη αλλά η μοναδική εξουσία. Καλύτερα λοιπόν όχι μόνο να αδιαφορούμε, αλλά να καταστρέφουμε ή να καίμε τα μνημεία των αγνώστων ηρώων. Αυξάνεται η ακροαματικότητα. Πρέπει επιπλέον να καεί η φούντα του τσολιά, ώστε με τον καπνό να κρύψου­με τη φούντα που έχουμε κρεμάσει για ξένο στο σπαθί, όπως έλεγε ο Ρήγας. Και βέβαια, όπου σπαθί, βλέπε πένα, καθότι είναι από το ίδιο μέταλλο, σύμφωνα με τη προσφυή ρήση του Ναπολέοντα. Έτσι θα εδραιώσουμε τη δημοκρατία των επωνύμων αντιηρώων που φαλκι­δεύουν το παρελθόν για να ελέγχουν το παρόν μας. Ο Μεγάλος Αδερφός στην Ωκεανία έκανε αυτό ακριβώς με τη συνδρομή των ΜΜΕ. Τι να τον κάνουμε τον Άγνωστο Στρατιώτη, που ηττήθηκε πολεμώντας για τα «θεμελιώδη», όταν έχουμε γνωστούς στρατευμένους που νικούν καθημερινά πολεμώντας για τα δικά τους θεμελιώδη; Γιατί δε γράφουν ποια ήταν τα θεμελιώδη για τα οποία ηττήθηκαν οι αντιπαθείς Σπαρτιά­τες; Ιδανικά, αρχές, αξίες, ανδρισμός, γενναιότητα, θυσία είναι λέξεις που το δημοσιογραφικό, πολιτικό και πνευματικό κατεστημένο έχει αποβάλει από το εκσυγχρονιστικό new speak της ελληνικής Ωκεανίας.

Έλεγε ένας μαφιόζος του Σικάγο πως, «όταν γίνεται πόλεμος, αγόρα­ζε γη». Σήμερα ζούμε έναν πόλεμο ακήρυχτο που στρέφεται κατά της πνευματικής ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κυριαρχεί η προσωπική και η εθνική ανασφάλεια, την οποία ενισχύουν οι κρατούντες με την υπομείωση των ηρώων της Ιστορίας και την επιβολή ενός «ριάλιτι» τρόπου ζωής, που κάνει τον άνθρωπο υπάνθρωπο. Η παγκοσμιοποίηση, όπως επιβάλλεται, οδηγεί στη μαζοποϊηση, η οποία με τη σειρά της οδηγεί στην «Η.Π.Ανθρωποίηση». Και όταν «πέσει» η Αμερική, κάποια άλλη δύναμη θα πάρει τη χυλώδη μάζα των λαών στα δικά της χέρια να τη ζυμώσει. Τα κέρδη αυτού του πολέμου είναι πολλά για τους «στραατηγούς» του. Διότι αποκτούν γη χωρίς να την αγοράσουν ή να την κατα­κτήσουν. Φροντίζουν με τους λοχαγούς

τους να κάνουν τους ιδιοκτήτες να την απεμπολούν από μόνοι τους. Μια ταινία, ένα βιβλίο, ένας καθηγητής ή ένας δη­μοσιογράφος, κοστίζουν λιγότερο από μια πολεμική επιχείρηση. Κι αν αλλάξει ο στρατηγός, ο κάθε μικρός λοχαγός θα ακολουθήσει λέγοντας το βαρναλικό: «Όμορφα και ταχτικά πάω με ‘κείνον που νικά». Και ο λαός; Όπως τραγουδούσε ο Γιάννης Μηλιώκας στο Greko Maskara: «φράγκο ρεζέρβα φαλιμέντο, περκέ μαντζάρε σοσιαλίστε κομπανία».

Οι στρατηγοί και οι λοχαγοί τους καλλιεργούν παράλληλα μια χαζο-αισιόδοξη νοοτροπία, όπου η κρούση του κώδωνα του κινδύνου θεωρείται πράξη πιο ενοχλητική κι από τον ίδιο τον κίνδυνο που πλησιάζει. Και είναι ευνόητο το γιατί, αφού ο κίνδυνος είναι αυτοί. Έχουμε γίνει τόσο αισιό­δοξοι, ώστε να μας ενοχλεί η ήττα. Και είναι τραγικό να θεωρείται η μάχη των Θερμοπυλών ήττα των Ελλήνων. Διότι έτσι οδηγούμαστε σε μια οπορτουνιστική αντίληψη των πραγμάτων, όπου η αξία του ανθρώπου κρίνεται από την επιτυχία και όχι η επιτυχία από την αξία. Αντιμετωπίζουμε την κρίση όπως η στρουθοκάμηλος. Και όταν συμβαίνουν γεγονότα τραγικά αποστρέφουμε το κεφάλι. Γιατί, αν κοιτάξουμε καλά, θα δούμε την προσωπική μας ευθύνη, το ρόλο που όλοι διαδραματίζουμε στη σύγχρονη τραγωδία. Και όσοι Λεωνίδες μας έχουν απομείνει, που σπεύδουν όπου υπάρχουν σήμερα Θερμοπύλες, χαρακτηρίζονται ως Κασσάνδρες. «Το πρόβλημα με τη στρατηγική σκέ­ψη, γράφει ο Philip Windsor (Φίλιπ Γουίνδσορ), είναι ότι ήταν υπερβολικά αισιόδοξη. Πολλοί από τους οπαδούς αυτής της σχολής προσπάθησαν να πι­αστούν από αυτή την αισιοδοξία ακόμα και μπροστά στον επερχόμενο όλεθρο. Στην πολιτική των ΗΠΑ για παράδειγμα η φρίκη του Βιετνάμ δεν αντιμετω­πίσθηκε με τους όρους της τραγω­δίας -ύβρις, άτη, τίσις – αλλά ως ένα «σύνδρομο» που έπρεπε να «ξεπεραστεί». Ο πόλεμος του Κόλπου και οι τόσο υπερεκτιμημένες προσδοκίες από τη «Νέα Τάξη» που ακολούθησε μετά, παρέχουν ικανές ενδείξεις ότι μια τέτοια αισιοδοξία παραμένει σταθερή. Αλλά το αντίθετο είναι ιδιαίτερα απαραίτητο: όχι απαισιοδοξία αλλά μια κατάλληλη αίσθηση τραγικότητας… Η κατανόηση της τραγωδίας μπορεί ακόμα να είναι, αυτό που ήταν από τότε που δημιουρ­γήθηκαν οι πρώτες τραγωδίες: μια πράξη απελευθέρωσης».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s