Περί πολέμου: από τον Clausewitz στον ασύμμετρο Bush

του Χ.Γιαλλουρίδη
Οι ανηλεείς, καταστροφικοί και για πολλούς ανώφελοι και επιζήμιοι για τα ίδια τα δυτικά συμφέροντα, βομβαρδισμοί, που εδώ και έναν και πλέον μήνα λαμβάνουν χώρα στον “κρανίου τόπο” του Αφγανιστάν, όπου οι Αμερικανοί διεξάγουν τον πρώτο πόλεμο στην ιστορία της ανθρωπότητας εναντίον της “ασύμμετρης απειλής”, δηλαδή εναντίον του αόρατου εχθρού, το αίμα, η δυστυχία και η εξαθλίωση που μεταφέρεται καθημερινά ως εικόνα, από το
Αφγανιστάν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ορίζοντα, αυτή η εικόνα της ανθρώπινης δυστυχίας και της καταστροφής θέτει για πολλοστή φορά επί τάπητος τα περί πολέμου ερωτήματα. Θέτει το ζήτημα των αιτίων, της αναγκαιότητας, της φύσης και των αποτελεσμάτων του πολέμου. Αυτό το υπαρξιακό, φιλοσοφικό ζήτημα του ανθρώπου και της ανθρωπότητας τίθεται σταθερά από την εποχή του Θουκυδίδη μέχρι και σήμερα. Το ερώτημα για
τον απλό άνθρωπο είναι, γιατί πολεμούν ή γιατί πρέπει να πολεμούν και να αλληλοσκοτώνονται οι άνθρωποι και οι λαοί μεταξύ τους. Η απάντηση είναι απλή και απολύτως κατανοητή: Γιατί ο κόσμος δεν είναι οργανωμένος σε μια παγκόσμια κοινωνία αρμονίας, ούτε μπορεί να οργανωθεί, τουλάχιστον την πλανητική εποχή, σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα δικαίου, τάξης και ειρήνης χωρίς σύγκρουση, γιατί τα κράτη είναι φορείς συμφερόντων και διεκδικήσεων
και, όπως έλεγε ο Θουκυδίδης, η τάξη επιβάλλεται σύμφωνα “με το δίκαιο του ισχυρού ή το δίκαιο των ισοδυνάμων”, τουτέστιν την ισορροπία της αποτρεπτικής ισχύος, μιας αποτροπής που εγγυάται την ειρήνη. Επειδή ο πόλεμος είναι μία έννοια ακραίας μορφής σύγκρουσης, η ίδια έκφραση της σύγκρουσης στη συνηθισμένη απόδοσή της, σημαίνει την ένταση, την αντίθεση, τη διαμάχη, τον αγώνα, τη σύρραξη, αποτελεί ένα καθημερινό φαινόμενο ανθρώπινης ύπαρξης. Επομένως και ο ίδιος ο πόλεμος ενυπάρχει στην ανθρώπινη αντίθεση, τον ανταγωνισμό συμφερόντων, τη διεκδίκηση ισχύος και επιβολής, ή ακόμα και ως υπόθεση κύρους και αξιοπιστίας κρατών και ηγεσιών.
Για τον Κικέρωνα “Πόλεμος”, certatio per vim, σήμαινε τη βίαιη σύγκρουση. Αυτός ο ευρύς ορισμός του πολέμου κάλυπτε κάθε είδος ένοπλης σύγκρουσης, ακόμη και την απλή άσκηση βίας μεταξύ ατόμων και έδινε μίαν αρκετά σαφή και σε μεγάλο βαθμό ακριβή αντίληψη του Πολέμου που κυριαρχούσε στον δυτικό χώρο από την Αρχαιότητα μέχρι τον Μεσαίωνα. Ακόμα και ο Hugo Grotius (1583-1645), ενώ σε άλλα θέματα διαφωνούσε με τον Κικέρωνα, ταυτίστηκε απόλυτα μ’ αυτόν στον ορισμό του πολέμου. Από το 1720 άρχισε να διαφοροποιείται η αντίληψη περί πολέμου ή μάλλον να διευρύνεται και να αποκτά πιο συγκεκριμένη μορφή το περιεχόμενο της έννοιας. Έτσι, ενώ μεν διατηρήθηκε ο πυρήνας της έννοιας, ότι δηλαδή πρόκειται για βίαιη σύγκρουση, διευρύνθηκε στο ότι αναφέρεται στη “συμμετοχή του συνόλου της κοινωνίας” ή “ομάδας που δρα σαν κλειστό σύνολο” και που ακολουθεί στα πλαίσια των βίαιων αυτών διεργασιών ορισμένους τύπους συμπεριφοράς. Αυτός ο ορισμός διατηρήθηκε με ελαφρές
διαφοροποιήσεις και αργότερα, παίρνοντας συγκεκριμένη μορφή στο περιεχόμενό του με τη γέννηση των εθνικών κρατών στην Ευρώπη τον 17ο αιώνα. Το καινούργιο στοιχείο –που διαφοροποιεί τη νέα από την Κικερώνεια αντίληψη περί πολέμου– είναι η συμμετοχή της ομάδας και πιο σωστά η ολοκληρωτική συμμετοχή της κοινωνίας ή των κυρίαρχων εθνών και κρατών στους πολέμους που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια μιας διεθνούς κοινωνίας
κυρίαρχων εθνών. Έτσι, ο κλασικός ορισμός του πολέμου σήμερα περιγράφει τον πόλεμο ως “εχθρικές συγκρούσεις που διεξάγονται από τις Ένοπλες Δυνάμεις Εθνών, Κρατών, Κυβερνώντων ή Ομάδων, του ιδίου έθνους ή κράτους”. Την ίδια περίπου άποψη θα βρούμε και στον Quincy Wright, ο οποίος τονίζει τη διαφοροποίηση από την Κικερώνεια αντίληψη στη συμμετοχή της ομάδας ή των ομάδων που “σε μιαν ένοπλη κατάσταση μπορούν να διεξάγουν μια βίαιη σύγκρουση με τη χρήση των όπλων”.
Ο θεωρητικός του σύγχρονου πολέμου, C.v. Clausewitz, όριζε τον πόλεμο, ως μια πράξη ή δράση-έκφραση βίας, που αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του εχθρού σε υποταγή ή υπαγωγή στη θέληση και την εξουσία του δρώντος. Η βία εξοπλίζεται με τις ανακαλύψεις και τις εφευρέσεις της τεχνικής, της επιστήμης και της τεχνολογίας. Αυτή η εξέλιξη είναι διαρκής και όπως αποδεικνύεται στην εποχή μας χωρίς όρια ή σύνορα. Η βία που ασκείται είναι φυσική και λιγότερο ηθική ή ψυχολογική. Ηθική βία στο πλαίσιο των κρατών ή των νόμων κατά τον Clausewitz δεν υφίσταται. Οι περιορισμοί που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου για τα δικαιώματα των αμάχων ή των εμπολέμων, υπάγονται σε τελική ανάλυση και αυτά στο δίκαιο του ισχυρού ή του ισχυροτέρου. Στόχος πάντοτε, κατά Clausewitz, της ένοπλης βίας είναι, να υπαγάγει η μία πλευρά τον εχθρό στη θέλησή της, να τον υποτάξει και να εξουδετερώσει κάθε αμυντική του ικανότητα. Αυτός είναι και ο άμεσος στρατηγικός στόχος κάθε πολεμικής ενέργειας. Όμως, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος συνεχίζοντας τη σκέψη του Θουκυδίδη, η τέχνη του πολέμου συνίσταται στην επιβολή του χωρίς άσκηση φυσικής βίας, χωρίς καταστροφή, αίμα, πόνο και εξαθλίωση. Η τέχνη συνίσταται στην επιβολή της αποτρεπτικής ισχύος, την πρόκληση φόβου στον αντίπαλο και την υποχρέωσή του σε υποταγή. Ο πόλεμος, συνεπώς, και εδώ συμπυκνώνεται όλη η θεωρητική σκέψη του Clausewitz, δεν είναι αυτοσκοπός, είναι μέσο για να επιτύχεις πολιτικούς στόχους. Στον πόλεμο εξετάζει κανείς ως εμπόλεμος ή ως προκαλούμενος ή ως επιτιθέμενος, δύο βασικούς παράγοντες στην λειτουργία της αποτροπής: α)το μέγεθος αναγκαία διαθέσιμων στρατιωτικών μέσων και β) τη θέληση και την αποφασιστικότητα ηγεσίας και λαού για αντίσταση, άμυνα και θυσία. Ο εφησυχασμός, η αδυναμία στη στρατιωτική υποδομή, η μειωμένη θέληση και αποφασιστικότητα της ηγεσίας και του
λαού να αντισταθεί στην εχθρική επιβουλή, η απατηλή εντύπωση ότι η ειρήνη διασφαλίζεται από τη συνείδηση δικαίου που προδήλως υφίσταται, οδηγεί πολλές φορές τον αντίπαλο σε πολεμική ενέργεια και σε άσκηση ένοπλης βίας και επομένως ο εφησυχάζων αδύναμος ευρισκόμενος εν δικαίω, όχι μόνο δεν διασφαλίζει την ειρήνη, αλλά και λειτουργεί ως παράγων αστάθειας συμβάλλοντας, άθελά του, στην πρόκληση ένοπλης βίας και πολεμικής ενέργειας.
Οι αναλύσεις του Clausewitz φυσικά ισχύουν τόσο για τις πολεμικές αναμετρήσεις και τις μορφές πολέμου της εποχής του, όσο και για τους πολέμους που ακολούθησαν τον 19ο και τον 20ό αιώνα. Υπήρξε και είναι πάντοτε διαχρονικός και επίκαιρος τόσο στα ζητήματα της πολεμικής τέχνης και τακτικής, όσο και στη φιλοσοφική του πρόταση ότι, “ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα”. Για τον Clauzevitz ο πόλεμος δεν είναι
αυτοσκοπός αλλά μέσον επίτευξης πολιτικών στόχων, μια κλασσική αντίληψη, ανυπέρβλητη ακόμα και από τις σύγχρονες εξελίξεις.
Οι πόλεμοι που έζησε ο 20ός αιώνας οι οποίοι διακρίθηκαν για την καταστροφική τους φύση και την ταυτόχρονη πρόοδο στη στρατιωτική τεχνολογία, δεν διαφοροποιήθηκαν ως προς το βασικό φιλοσοφικό ζήτημα που έθεσε ο Clausewitz, στη σχέση πολέμου και πολιτικής. Ακόμα και αυτός ο ψυχρός πόλεμος παρέμεινε ακήρυχτος, δεν κατέστη ποτέ θερμός, ακριβώς γιατί ο πολιτικός στόχος βρισκόταν σε άμεση συνάρτηση με τη στρατιωτική στρατηγική της αμοιβαίας πυρηνικής αποτροπής. Σήμερα, ζούμε στο Αφγανιστάν ένα νέο είδος πολέμου, που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ασύμμετρο, όπου ο πολιτικός στόχος των Αμερικανών είναι τουλάχιστον ομιχλώδης, ο αντίπαλος είναι απροσδιόριστος, ενώ η στρατιωτική δράση και κυρίως τα μέσα που χρησιμοποιούνται δεν αντιστοιχούν στο στόχο που έστω και αορίστως τίθεται, δηλαδή στην εξάλειψη της διεθνούς τρομοκρατίας. Βρισκόμαστε, εν ολίγοις, μπροστά σ’ ένα, όπως το αποκαλεί ο γνωστός καθηγητής του Harvard, Stanley Hoffman, σχιζοφρενικό φαινόμενο πλήρους
αναντιστοιχίας μεταξύ στρατιωτικών μέσων και πολιτικών στόχων που υποτίθεται ότι επιδιώκουν. Ο Αμερικανός καθηγητής διερωτάται πως είναι δυνατόν να αποσκοπούν οι Αμερικανοί στην εξάλειψη της διεθνούς τρομοκρατίας και στην εξόντωση των τρομοκρατών καταστρέφοντας και ισοπεδώνοντας μια φτωχή και ούτως ή άλλως εξαθλιωμένη χώρα. Πρόκειται, σημειώνει ο Αμερικανός καθηγητής, για μια αυτοπαγίδευση της αμερικανικής στρατιωτικής στρατηγικής σ’ ένα συγκεκριμένο χώρο ο οποίος όχι μόνο θα οδηγήσει σε αδιέξοδο την ένοπλη αμερικανική επέμβαση, αλλά θα γιγαντώσει και το τρομοκρατικό φαινόμενο σε όλον τον κόσμο. Η μοναδική επιλογή που είχαν οι Αμερικανοί μετά από την τραγωδία της 11ης Σεπτέμβρη, σημειώνει ο Hoffman, ήταν η οργάνωση μιας διεθνούς, καλά συντονισμένης, μακράς πνοής αστυνομικής επιχείρησης με τη χρήση και αξιοποίηση όλων των μέσων της σύγχρονης τεχνολογίας για την εξάλειψη του τρομοκρατικού φαινομένου. Σε μια τέτοια επιχείρηση θα είχαν οι ΗΠΑ τη συναίνεση και τη συνδρομή της διεθνούς κοινότητας, καθώς θα ήταν μια διαρκώς νομιμοποιημένη αόρατη πολιτική δράση των ΗΠΑ με σαφώς προσδιορισμένους πολιτικούς στόχους.
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αυτή η νέα μορφή πολέμου δεν αποτελεί απλά μια πρόκληση για τη διεθνή κοινότητα, αλλά την αφετηρία ανησυχητικών και απρόβλεπτων εξελίξεων για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s