Δημόσιο χρέος: Πως φτάσαμε ως εδώ;

ΧΡΗΣΤΟΣ  ΙΩΑΝΝΟΥ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία  «ΕΨΙΛΟΝ», 9 Μαΐου 2010

Αυτό έκαναν οι ελλη­νικές κυβερνήσεις. Όλες. Άλλες λιγότε­ρο, άλλες περισσότερο, και γι’ αυτό σήμερα φθά­νει τα 273,407 δισ. ευρώ και δύσκολα κάποιος μας δανείζει. Είναι δηλαδή μεγαλύτερο από το Ακα­θάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας» καθώς ανέρχεται στο 115,1% της αξίας όλων των προϊό­ντων και υπηρεσιών που παρήγαγε η χώρα το 2009, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat (ευ­ρωπαϊκή στατιστική υπη­ρεσία). Και θα μεγαλώνει τα επόμενα χρόνια τόσο ως απόλυτο νούμερο (μόνο οι τόκοι το αυξάνουν 6% ετησίως) όσο και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ (δεδομένης της ύ­φεσης, που σημαίνει πτώση της οικονομικής δραστηριότητας).

«Φούσκωσε», καθώς οι κυβερνήσεις εισέπρατταν λιγότερα και ξόδευαν περισσότερα από αυτά που. προέβλεπαν όταν συντάσσοντας προϋπολογισμούς του κράτους; Οι κυβερνήσεις έ­καναν και κάτι άλλο. Κρατούσαν «διπλά βιβλία», αναθεωρώντας εκ των υστέρων μία και δυο φορές το έλλειμμα και κατ’ επέκτα­ση το συνολικό χρέος; Με αυτό τον τρόπο διόγκωναν τη «μαύρη τρύπα», που αντιστοιχούσε στη θητεία της προηγούμενης κυβέρ­νησης και την «έκλειναν», μερικώς, στη διάρκεια της δικής τους. Η σύγκριση ευνοούσε πάντα την επόμενη κυβέρνηση, γιατί γινόταν με βάση την αναθεώρηση, δηλαδή ξεκινούσε από υψηλή βά­ση. Κάθε φορά που άλλαζε η κυβέρνηση, γινόταν το ίδιο. Και η χώρα έμπαινε σε φαύλο κύκλο. Η διόγκωση αποδείχθηκε ότι δεν γινόταν εικονικά. Οι απερχόμενες κυβερνήσεις πράγματι έκρυβαν έλλειμμα.

Με αυτό τον τρόπο, οι πολιτικοί ξεγελούσαν τους ψηφοφό­ρους και τη Eurostat, που συχνά, αδιαφορούσε για τις περίεργες αλλαγές και τα ελληνικά τρικ. Όμως το χρέος ανέβαινε. Επιπλέ­ον, είχαν ανακαλύψει τρόπους μεταφοράς τού στο απώτερο μέλ­λον (ίσως να ασπάζονταν το «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει»), μέσω σύναψης συμφωνιών swaps (συμφωνία- ανταλλαγής νομισμάτων, επιτο­κίων κ.λπ.) με επενδυτικές τράπεζες. Και, τέλος, βρή­καν τρόπους να μεγαλώνουν το ΑΕΠ της χώρας, για να δείχνουν ότι το έλλειμμα ως ποσοστό είναι μικρότερο.

Θυμόμαστε πως ο πρώην υπουργός Οικονο­μικών Γ. Αλογοσκούφης το 2004 εκτός από την περίφημη απογράφη έκανε κι ένα λογιστικό τρικ. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ζητήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να γίνει μέτρηση του ΑΕΠ με έναν νέο κανονισμό. Στην αναθεώρη­ση, που οδήγησε σε αύξη­ση του ΑΕΠ κατά περίπου 25% από το 2000, συνυπο­λογίστηκαν έρευνες για τη μαύρη οικονομία στο εμπόριο, τις μεταφορές, τα ξενοδοχεία, τις κατασκευ­ές, τα στοιχεία μη κερδο­σκοπικών ιδρυμάτων ακό­μα και στην πορνεία. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση  αύξησε την αξία των πα­ραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών της χώρας (ΑΕΠ), προσθέτοντας αξία (εισόδημα), το οποίο όμως δεν μπο­ρούσε να «εντοπίσει» και να φορολογήσει. Και ταυτόχρονα διό­γκωνε τις δανειακές υποχρεώσεις, οι οποίες ήταν πραγματικές και απαιτητές από τους πιστωτές.

Το υπουργείο Οικονομικών το 1998 εξέδωσε μια μελέτη, την οποία συνέταξε ο υπηρεσιακός γενικός διευθυντής Γιάννης Σιδηρόπουλος. Η μελέτη, που σήμερα αποτελεί ντοκουμέντο, παρουσιάζει την πορεία της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 1960- 1997 μέσα από την εξέλιξη βασικών μακροοικονομική δεικτών. Οι δείκτες αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με τους αναθεωρημένους όπως τους καταγράφει σήμερα η Eurostat. Είναι μάλλον πιο κοντά στην τότε πραγματικότητα.

Πριν βέβαια αναφερθούμε στη χρονική περίοδο μετά το 1960, πρέπει να σημειωθεί ότι από το 1932 μέχρι το 1945 δεν είχαμε ε­ξωτερικό δανεισμό, ενώ είχε παγώσει η εξυπηρέτηση των παλαι­ών δανείων λόγω της παγκόσμιας κρίσης και του πολέμου.

Στη συνέχεια, η περίοδος μετά το 1946 ήταν από τις δυσκολό­τερες; λόγω του πολέμου που προηγήθηκε, της κατοχής και του εμφυλίου. Η Ελλάδα συνήψε δάνεια. 406 εκατ. δολ. για επενδύ­σεις σε έργα υποδομής. Την περίοδο μέχρι το 1967 διακανονί­στηκε το 97% του εξωτερικού προπολεμικού δημόσιου χρέους. Γι αυτό, αλλά και λόγω της απομόνωσης της χώρας, ο δανεισμός σημείωσε μικρή αύ­ξηση την περίοδο της δικτατορίας. Το 1974, το δημόσιο χρέος ήταν 115 δια δρχ. ή περίπου 23% του ΑΕΠ.

Γενικότερα, από το 1961 μέχρι και το 1972, η φτωχή τότε Ελλάδα είχε προϋπολογισμούς πλεονασματικούς. Το πλεόνασμα των ετών αυτών κυμαινόταν από 0,1% μέχρι 1,2% ετησίως. Εξαίρεση αποτέλεσε το 1968, έτος κατά το οποίο εμφανίστηκε έλλειμμα 0,2% επί του ΑΕΠ.

Από το 1973 και μετά, ο «Τιτανικός» όπως αποκάλεσε την Ελλάδα ο σημερινός υπουργός Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου, άρχισε να δέχεται τα πρώτα νερά στα ύφαλά του. Τα ελλείμματα ήταν μικρά και δεν ενέπνεαν καμία ανησυχία. Το ταμείο ήταν μείον μόνο 0,2%, το 1974 η «τρύπα» έφθασε το 1,4% και το 1975 μεγάλωσε στο 3% του ΑΕΠ. Αυτό ή­ταν και το υψηλοτερο που ποσοστό που είχε εμφανιστεί  τα προηγούμενα 15 χρόνια. Το 1976 υποχωρεί στο 1,7% και τα επόμενα χρόνια κυμαίνεται από 2,4% μέχρι 2,9%.

Στο τέλος του 1980, το έλλειμμα ήταν 2,6%. Την ίδια χρονιά το συνολικό δημό­σιο χρέος αποτελεί το 34,5%.του ΑΕΠ.

Ακολουθούν οι εκλογές του 1981, όταν η Νέα Δημοκρατία, με πρόεδρο τον Γεώρ­γιο Ράλλη χάνει. Κερδίζει πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ, του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο ερ­χομός των σοσιαλιστών φέρνει αλλαγές στην οικονομική και όχι μόνο στη πολιτική.

Το έλλειμμα εκτινάσσεται

Η χρονιά (1981) κλείνει με έλλειμμα 9,1%. Η απότομη άνοδος οφείλεται σε με­γάλο βαθμό σης δαπάνες των εκλογών. Αλλά ήταν να μη γίνει η αρχή. Ένα χρόνο αργότερα το έλλειμμα, ναι μεν υποχωρεί, αλλά παραμένει υψηλό, ήτοι 6,8% του ΑΕΠ. Τα επόμενα χρονιά αυξάνεται σε 7,6% το 1983 σε 8,4% το 1984 και σε 11,7% το 1985.

Το 1985 ο Κώστας Σημίτης ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, όπου πα­ρέμεινε μέχρι τον Νοέμβριο του 1987 ε­φαρμόζοντας το πρώτο πρόγραμμα στα­θεροποίησης, με αποτέλεσμα τον περιορι­σμό του ελλείμματος σε μονοψήφιο ποσο­στό 9,5% το 1986 και 9,2% το 1987. Την ί­δια περίοδο υπουργός Οικονομικών ήταν ο Δημήτρης Τσοβόλας με αναπληρωτή τον Νίκο Αθανασόπουλο και υφυπουργό τον Δημήτρη Γεωργακόπουλο (συμμετέ­χει σήμερα στην κυβέρνηση του Γιώργου Α. Παπανδρέου ως γενικός γραμματέας τού υπουργείου Οικονομικών).

Η χώρα μετά το 1987 εισήλθε σε περι­πέτειες με αλλεπάλληλες εκλογικές ανα­μετρήσεις. Ο Κ. Σημίτης παραιτήθηκε τον Νοέμβριο του 1987 στον διαφώνησε με τη χαλάρωση των μέτρων. Το έλλειμμα ξα­ναρχίζει να ανεβαίνει σε 11,5% το 1988 και εκτινάσσεται σε διψήφια νούμερα: 14,4% το 1989 και 16,1% το 1990. Τον Ιού­νιο του 1988 υπουργός Εθνικής Οικονο­μίας αναλαμβάνει ο Παναγιώτης Ρουμε­λιώτης, ο οποίος είναι ο εκπρόσωπος της χώρας μας στο Διεθνές Νομισματικό Τα­μείο (διορίστηκε από τη σημερινή κυβέρ­νηση του Γιώργου Παπανδρέου), ενώ υπουργός Οικονομικών παραμένει ό Δημή­τρης Τσοβόλας. Τον Μάρτιο του 1989 γί­νεται ανασχηματισμός, αλλά το Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κρατούν τα ίδια πρόσωπα.

Τον Ιούλιο του 1989 -αμέσως μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά που αποκάλυψε ο τύ­πος το 1988- έγιναν εκλογές και σχηματίστηκε κυβέρνηση από τη Νέα Δημοκρατία και τον Συνασπισμό, με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας ανέλαβε ο Γιώργος Σουφλιάς με αναπληρωτή τον Σωτήρη Χατζηγάκη. Υπουργός Οικονομικών ήταν ο σημερινός πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Αντώ­νης Σαμαράς.

Λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1989, σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνη­ση με πρόεδρο τον Ξενοφώντα Ζολώτα, υ­πουργό Εθνικής Οικονομίας τον Γιώργο Γεννηματά και Οικονομικών τον Γιώργο Σουφλιά.

Τον Μάρτιο του 1990 ανέλαβε υπηρεσιακή κυβέρνηση για να οδηγήσει τη χώρα στις εκλογές του Απριλίου του ίδιου έτους. Στις εκλογές κέρδισε η Νέα Δημοκρατία με πρόεδρο τον Κων. Μητσοτάκη, ο οποί­ος τοποθέτησε τον Γιώργο Σουφλιά στο υ­πουργείο Εθνικής Οικονομίας, με υφυ­πουργό τον Αριστείδη Τσιπλάκο. Στο υ­πουργείο Οικονομικών τοποθετήθηκε ο Γιάννης Παλαιοκρασσάς με υφυπουργό τον Αριστοτέλη Παυλίδη. Η χρονιά (1990) κλείνει με τεράστιο έλλειμμα 16,1%.

Η Νέα Δημοκρατία προώθησε διαρ­θρωτικές αλλαγές με σκοπό τη μείωση του δημόσιου τομέα, προκαλώντας αντιδρά­σεις της αντιπολίτευσης και συνδικαλιστι­κών φορέων. Το έλλειμμα υποχώρησε σε 11,5% το 1991 και 12,8%;το 1993. Η χώρα εισέρχεται σέ ύφεση – μείωση παραγόμε­νης άξιας προϊόντων και υπηρεσιών – λό­γω των μεγάλων έμμεσων φόρων που επι­βάλλει η κυβέρνηση με υπουργό Οικονο­μίας και Οικονομικών τον Στέφανο Μάνο (1992-1993).και επηρεασμένη από τη φθίνουσα πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Έτσι, λόγω μείωσης του ΑΕΠ, η χώρα μας έκλεισε το 1993 με μεγαλύτερο έλλειμμα, ήτοι, 13,8%. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έ­χασε τις εκλογές ή «ανετράπη από τα οι­κονομικά συμφέροντα», όπως ισχυρίστη­κε ο τότε πρωθυπουργός.

Κερδίζει και πάλι το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας ανέλαβε ο Γιάννος Παπαντωνίου και Οικονομικών ο Αλέκος Πα­παδόπουλος. Το. έλλειμμα μειώνεται σε 10% το 1994 για να υποχωρήσει περαιτέ­ρω στο 7,3% το 1996 και 4% το 1997. Από τον Ιανουάριο του 1996 πρωθυπουργός της χώρας έχει γίνει ο Κ Σημίτης, ο οποί­ος έλαβε εντολή σχηματισμού Κυβέρνη­σης από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας με υπόδειξη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ. μετά την παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου στις 18 Ιανουαρίου 1996. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ήταν ο Γιάννος Παπαντωνί­ου, με υφυπουργούς τους Γιώργο Δρυ, Νί­κο Χριστοδουλάκη, Χρήστο Πάχτα και Αλέκο Μπαλτά.

Η προσπάθεια «νοικοκυρέματος» του κράτους συνεχίστηκε. Τα ελλείμματα υπο­χωρούν στα χαρτιά, αλλά όχι και τόσο στην πραγματικότητα, όπου οι λογιστικές αλχημείες ξεκινούν. Σύμφωνα με τον κρα­τικό προϋπολογισμό του έτους 2000 (συ­ντάχθηκε στο τέλος του 1999), προβλεπό­ταν ότι το έλλειμμα για το έτος 1998 θα κλείσει στο 2,5% επί του ΑΕΠ. Επίσης στον ίδιο προϋπολογισμό προβλεπόταν έλλειμμα 1,2% για το 2000. Η χώρα τιθα­σεύει το έλλειμμα στα χαρτιά και με υπο­τίμηση 14% της δραχμής το 1998 μπαίνει στον προθάλαμο της ΟΝΕ.

Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, αποδείχθηκε εκ των υστέρων ό­τι το, έλλειμμα του ελληνικού δημοσίου ή­ταν 3,7% το 2000. Δηλαδή, η χώρα δεν θα έπρεπε να είναι μέσα στην ΟΝΕ αφού ουδέποτε είχε έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ που προέβλεπε η συνθήκη της Ε.Ε.

Το έλλειμμα άρχισε και πάλι να ξε­φεύγει το 2004, χρονιά εκλογών. Οι εκλο­γές έβγαλαν νικητή τον Κώστα Καραμαν­λή και τη Νέα Δημοκρατία. Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έ­γινε ο Γιώργος Αλογοσκούφης, με υφυ­πουργούς τους Πέτρο Δούκα, Χρήστο Φώλια και Αδάμ Ρεγκούζα.

Ξεκινά η περίφημη απογραφή: Το έλ­λειμμα του 2004, όπως το είχε προϋπολο­γίσει ο υπουργός Οικονομίας και Οικονο­μικών, Νίκος Χριστοδουλάκης -στον προ­ϋπολογισμό του 2003— προβλεπόταν στο 1,2%. Αναλαμβάνοντας ο νέος υπουργός Γ. Αλογοσκούφης έκανε απογραφή και το προσδιόρισε σε 2,95%. Όμως επενέβη η Eurostat ύστερα από χρόνια και αποδεί­χθηκε ότι το. έλλειμμα ήταν 7,5%. Ο. πρώην υπουργός είχε κρύψει δαπάνες, οι ο­ποίες ξέφυγαν εντελώς λόγω των Ολυ­μπιακών Αγώνων.

Το 2007 ξεσπά η πιστωτική κρίση στις ΗΠΑ, πού έμελλε να επεκταθεί σε όλο τον κόσμο και να αναδείξει έπειτα από δύο χρόνια τα πήλινα πόδια της ελληνικής οικονομίας, η οποία αρχικά δεν επηρέασε γιατί τόσο οι τράπεζες όσο και οι πολίτες δεν είχαν επενδύσει σε χρηματοοικονομικά προϊόντα που απαξιώθηκαν, εκτός ε­λαχίστων εξαιρέσεων, όπως ήταν το Τα­χυδρομικό Ταμιευτήριο και ορισμένα α­μοιβαία κεφάλαια τραπεζών όπως της Εθνικής Τράπεζας και της Alpha Bank.

Αντίθετα, αυτή η πιστωτική κρίση ω­φέλησε τις ελληνικές και άλλες τράπεζες, οι οποίες είχαν ελληνικά ομόλογα τα ο­ποία απέφεραν υψηλές αποδόσεις (για την αντιμετώπιση της κρίσης στις τράπε­ζες η Εύρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έδι­νε τη δυνατότητα στα πιστωτικά ιδρύματα να αντλούν ρευστότητα με επιτόκιο 1%, την οποία χρησιμοποιούσαν για να αγο­ράζουν ελληνικά ομόλογα που έδιναν α­ποδόσεις 5%-7%.)

Όμως, με αφορμή την πιστωτική κρίση, η παγκόσμια  οικονομία  άρχισε ,να προσαρμόζεται σε χαμηλότερα επίπεδα δανεισμού. Όσοι είχαν δανείσει άρχιζαν να ζητούν τα λεφτά τους πίσω γιατί πίστευαν ότι δεν θα τα πάρουν. Αυτοί που είχαν δανειστεί αντιμετώπιζαν προβλήματα αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους, γιατί η οικονομική δραστηριότητα προσαρμοζόταν σε χαμηλότερα επίπεδα. Έτσι, προσγειώθηκαν απότομα ολόκληρες οικονομίες που είχαν στηθεί ή υπερ-αναπυχθεί με δανεικά, όπως ήταν η Ισλανδία,. το Ντουμπάι και η Ιρλανδία. .

Ακολούθησε η Ελλάδα. Η κυβέρνηση – Καραμανλή δεν έλαβε καμία πρόνοια για το έλλειμμα, το οποίο μεγάλωνε. Το αντι­λήφθηκε μόνο λίγο πριν από τις εκλογές, όταν έλαβε κάποια μέτρα. Το χειρότερο ή­ταν ότι έκρυβε την πραγματικότητα κάτω από το χαλί. Ακόμη ,και το έλλειμμα του 2006 – που ο Αλογοσκουφης έλεγε ότι το  είχε ρίξει στο 2,9%  αποδείχθηκε ότι ήταν 3,6% σύμφωνα με τα στοιχεία που έ­στειλε η σημερινή κυβέρνηση στις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του 2010. Το 2008 το έλλειμμα ανεβαίνει στο 7,7%.

Στη συνεχεία ανακαλύφθηκε ότι το ύψος του ελλείμματος για το 2009 όδευε σε επίπεδα ανώτερα του 12% (αναθεωρήθη­κε προσφάτως σε 13,6%). Τότε άρχισαν τα δεινά για τη χώρα. Η νέα κυβέρνηση  Γ. Παπανδρέου δεν μπόρεσε να κατανοήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Προσπάθησε, περισσότερο μέσω της διπλωματικής οδού, να εξασφαλίσει συμπάθεια, αλ­λά καθυστέρησε αδικαιολόγητα στη λήψη μέτρων. Έτσι, οι ιδιωτικές διεθνείς εταιρείες αξιολόγησης του χρέους,(κρίνουν εάν μία εταιρεία ή ένα κράτος έχει τη δυνατότητα να αποπληρώσει τά δάνεια και -βαθμολογούν αναλόγως) υποβάθμισαν άμεσα την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και στη συνέχεια των τραπεζών, οι ο ποίες τόσα χρόνια χρηματοδοτούσαν το δημόσιο χρέος (αγόραζαν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου).

Πώς άνοιξε n ψαλίδα

Η υποβάθμιση οδήγησε σε ρευστοποι­ήσεις ελληνικών ομολόγων προκαλώντας άνοδο των αποδόσεων. Έτσι, ανέβηκαν και τα επιτόκια που η χώρα είναι υποχρεωμένη να πληρώνει προκειμένου να πάρει νέα δάνεια. Τα παραπάνω δημιούργησαν την κρίση του ελληνικού χρέους, που μάς οδήγησε στο ΔΝΤ.

Το άνοιγμα της «ψαλίδας» ανάμεσα στα έξοδα και τα έσοδα κάθε χρόνο διό­γκωσε τις συνολικές  μας υποχρεώσεις προς τους τρίτους, καθώς το έλλειμμα της μιας χρονιάς συν τα «μαύρα» (δαπάνες που δεν αποτυπώνονται πουθενά) γίνεται χρέος την επόμενη. Το 1975 το χρέοςς της χώρας αναλογούσε στο 24,7% του ΑΕΠ. Το 1980 ήταν στο 28,6%. Όμως μία δεκαετία αργότερα, το 1990, τριπλασιάστηκε στο 80,7% του ΑΕΠ. Δεν πέρασαν τρία χρόνια και το χρέος ξεπερνάει το 100% πρώτη φορά. Το 1993 το χρέος ανέρχεται στο 111,6% του ΑΕΠ!

Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από την ίδια μελέτη που μνημονεύσαμε παρα­πάνω. Αν ανατρέξουμε στα σημερινά στα­τιστικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης  που αποτελούν τη βασική πλέον πηγή πλη­ροφόρησης μαζί με τις αναθεωρήσεις, θα διαπιστώσουμε με έκπληξη.ότι το έλλειμ­μα δεν ξεπέρασε ποτέ το 100% το 1993.

Σύμφωνα μετά στοιχεία αυτά, το χρέ­ος υπερέβη το ΑΕΠ  το έτος 1997 (101,8%).Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία είναι πως το χρέος αφού συνεχί­ζει την ανοδική του πορεία μέχρι 102,9% πέφτει εντυπωσιακά στο 95,6% το 2007! Για να διογκωθεί και πάλι λόγω των ετήσιων ελλειμμάτων και να φθάσει σε επίπεδα ρεκόρ, τα οποία μας οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση: να μην μας εμπιστεύεται κανείς για να μας δανείσει.

Έτος Έλλειμμα

ως % του ΑΕΠ

Συνολικές δαπάνες

ως % του ΑΕΠ

Χρέος

ως % του ΑΕΠ

1961

0,8 21,9%
1962

0,6%

23,6%

1963

1,2%

23,1%

1964

1,2%

23,9%

1965

0,5%

24,3%

1966

0,7%

25,3%

1967

-0,2%

27,3%

1968

0.5%

28,0%

1969

1,2%

26,5%

1970

0,7%

26,5%

1971

0,1%

26,9%

1972

0,0%

26,5%

1973

-0,1% 24,8%
1974

-1,4%

28,4%

1975

-3,0%

30.2%

24,7%

1976

-1,7%

30,7%

24,6%

1977

-2,5%

31,6%

25,7%

1978

-2,9%

32,0%

28,0%

1979

-2,4%

31,7%

27,5%

1980

-2,6%

31,8%

28,6%

1981

-9,1%

38,0%

34,5%

1982

-6,8%

38,7%

41,3%

1983

-7,6%

40,5%

41,9%

1984

-8,4%

42,4%

48,0%

1985

-11,7%

45,6%

54,7%

1986

-9,5%

44,1%

55,9%

1987

-9,2%

46,4%

62,2%

1988

-11.5%

42,2%

66,8%

1989

-14,4%

43,6%

69,9%

1990

-16,1%

48,2%

80,7%

1991

-11,5%

44,4%

83,3%

1992

-12,8%

46,5%

89,0%

1993

-13,8%

48,8%

111,6%

1994

-10,0

46,6%

109,3%

1995

-10,6%

48,3%

110,1%

1996

-7,5%

45,5%

112,2%

1997

-4,0%

42,9%

109,5%

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s