Γιατί η ανικανότητα των ηγετών

Του Χρήστου Γιανναρά

Πλειοψηφία σημαίνει μέγεθος ποσοτικό, εξ ορισμού παράκαμψη της ποιότητας. Στο «αντιπροσωπευτικό» λεγόμενο σύστημα της νεωτερικής δημοκρατίας τη διαχείριση της εξουσίας αναλαμβάνει όποιο κόμμα κερδίσει την εύνοια της πλειοψηφίας. Είναι άραγε προϋπόθεση της νεωτερικής δημοκρατίας η παγίδευση της κοινωνίας σε μέτρα και κριτήρια που αποκλείουν την ποιότητα, η υποταγή σε απαιτήσεις μειωμένης καλλιέργειας και ευφυΐας, ο θρίαμβος της μετριότητας;

Πάντως, όλοι συμφωνούμε ότι η ποιότητα δεν αντικειμενοποιείται – αδύνατο να εντοπίσουμε την ανθρώπινη ποιότητα σε κάποιους «άριστους» πολίτες και να βασίσουμε τον κοινό μας βίο μόνο στη δική τους ψήφο. H πείρα βεβαιώνει ότι κάθε τέτοια απόπειρα καταλήγει (κατά κανόνα) στην τυραννία.

Οργανώνουμε, λοιπόν, τον συλλογικό μας βίο με βάση την ποσοτική εκτίμηση των απαιτήσεων. Που θα πει: εμπιστευόμαστε τα κοινωνικά μας οράματα, τις συνθήκες επιβίωσης, την προσωπική μας δημιουργία σε αξιολογήσεις ποσοτικές. Και αν μεν ο μέσος όρος κατά κεφαλήν καλλιέργειας στην κοινωνία είναι υψηλός, τότε η πλειοψηφία πιθανόν να εγγυάται ικανοποιητική ανταπόκριση σε ποιοτικές απαιτήσεις. Αν, όμως, η κοινωνική πλειονότητα εμφανίζει λειτουργικό αναλφαβητισμό, γλωσσικό εκφυλισμό, μειωμένη ικανότητα σκέψης και κρίσης, τότε βρισκόμαστε σε κύκλο φαύλο, αδιέξοδο. Δηλαδή: Για να κερδίσει ένα κόμμα την εύνοια της όποιας πλειοψηφίας, πρέπει να παραιτηθεί από την ορθολογική επιχειρηματολογία, να εκφραστεί στο επίπεδο της μειωμένης (μη αναπτυγμένης) νοητικής ικανότητας. Να αποφύγει τη ρεαλιστική πολιτική ανάλυση, τη γλώσσα της ειλικρίνειας. Να παραβλέψει ή και να κολακέψει την έλλειψη καλλιέργειας, την επιπολαιότητα, τις χυδαίες καταναλωτικές ενορμήσεις. Οφείλει να αγνοήσει την ποιότητα, αφού αντιπροσωπεύει μόνο μειοψηφίες: τους «γυμνασμένους νόες», την κρίση των «επαϊόντων», τις ανιδιοτελείς και απροκατάληπτες αξιολογήσεις.

Αλλά η μακροχρόνια προσαρμογή στην αυτονόητη αυτή δεοντολογία, δημιουργεί στους επαγγελματίες της πολιτικής ασυνείδητους εθισμούς: H προσπάθεια να κερδίσουν τους λιγότερο καλλιεργημένους και λιγότερο ευφυείς ψηφοφόρους, τους απογυμνώνει, προοδευτικά και ανεπαίσθητα, από κάθε ποιότητα σκέψης και λόγου. Έτσι ίσως εξηγείται το δραματικότερο μάλλον σύμπτωμα του πολιτικού σήμερα βίου: Άνθρωποι κατά τεκμήριο ευφυείς, με εντυπωσιακές σπουδές, μακρά θητεία σε υψηλών απαιτήσεων διεθνή περιβάλλοντα, να μην αντιλαμβάνονται πότε εκπίπτουν σε μικρονοϊκά ρητορεύματα, επιχειρηματολογίες παιδαριώδεις, ηλίθιους κομματικούς κομπασμούς, φτηνά τεχνάσματα να εντυπωσιάσουν. Δεν καταλαβαίνουν ούτε καν πότε αυτοκτονούν πολιτικά, πότε αυτοκαταδικάζονται σε ανυποληψία. Ξέρουν, από «μελέτες αγοράς», ότι το εκλογικό αποτέλεσμα το καθορίζει μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων διανοητικά υπολειπόμενων, δέσμιων σε ψυχολογικές προκαταλήψεις ή σε επιπόλαιους εντυπωσιασμούς. Πρέπει αυτούς να κερδίσουν οι πολιτικοί, να προσαρμοστούν στη νοοτροπία τους, στη γλώσσα τους, στην αντιληπτική τους ικανότητα.

Και ο μακροχρόνιος εθισμός σε αυτήν την προσαρμογή έχει το αποτέλεσμα που βλέπουμε σε τηλεοπτικές εκπομπές και «παράθυρα»: Στελέχη κομμάτων, υπουργοί, αξιωματούχοι του δημόσιου βίου να μην μπορούν να παρακολουθήσουν μια κριτική πολιτική ανάλυση που τους αφορά ούτε να συντονιστούν σε σοβαρό προβληματισμό πέρα από το παιχνίδι των εντυπώσεων ή τα εσωκομματικά μαγειρέματα. Αδυνατούν να ξεχωρίσουν το ουσιώδες από τα επουσιώδη, να αξιολογήσουν προτεραιότητες.

Τους βλέπουμε να καυγαδίζουν σε επίπεδο ανατριχιαστικής μικρόνοιας σαν γλωσσούδες γειτόνισσες, μιλώντας ακατάσχετα για να μην μπορεί ο αντίπαλος να αρθρώσει απάντηση – ντρέπεται ο τηλεθεατής επώδυνα για την ανθρώπινη έκπτωσή τους. Δείχνουν οι πολιτικοί να έχουν χάσει ολοκληρωτικά την ικανότητα κριτικού αυτοελέγχου, να ζουν με ψευδαισθητικές φαντασιώσεις για τον εαυτό τους, για το κόμμα τους, για την πραγματικότητα του βίου. Και επανέρχεται το ερώτημα: Είναι άραγε προϋπόθεση της νεωτερικής δημοκρατίας η παγίδευση της κοινωνίας σε μέτρα και κριτήρια μειωμένης ευφυΐας και καλλιέργειας, αποκλεισμού της ποιότητας, θριάμβου της μετριότητας;

Το ερώτημα επιδέχεται θεωρητική μόνο απάντηση: Σίγουρα, το αντιπροσωπευτικό σύστημα σήμερα δεν μπορεί να λογαριάζεται για δημοκρατία, αν κεντρικό λειτουργικό του άξονα δεν έχει, όχι το Κοινοβούλιο, αλλά το σχολειό, τους εκπαιδευτικούς θεσμούς – σήμερα και τον κοινωνικό έλεγχο της τηλεόρασης. Μόνο κοινωνίες με πρώτη και απόλυτη προτεραιότητα (στην πράξη) τη συνεχή άνοδο τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας μπορούν να γεύονται τα αγαθά της δημοκρατίας. Ας μη γελιόμαστε.

Στην Ελλάδα σήμερα τραγικά θύματα του ελλείμματος δημοκρατίας, πριν από κάθε άλλον, μοιάζει να είναι δύο νέοι άνδρες, στον ανθό των δημιουργικών τους δυνατοτήτων: ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ξέρουν και οι δύο αυτό που ξέρουμε όλοι: ότι δεν θα είχαν ποτέ εκλεγεί στα ηγετικά τους πόστα, αν δεν ήταν το οικογενειακό τους όνομα που «πουλάει» στους άκριτους ψηφοφόρους. Μεγαλωμένοι και οι δυο εκτός κοινωνίας (παρά τον τεράστιο ίσως κύκλο γνωριμιών) στον αποστειρωμένο κλωβό του πολιτικού τζετ σετ, δίκην προϊόντων ψυχικής κλωνοποίησης, ασκούν την πολιτική ως παρωδία δημοκρατίας, όπως οι οικογένειές τους την καθόρισαν ή την ανέχθηκαν.

Στις φυσιογνωμίες και των δύο έχει αποτυπωθεί η παθητική συμμόρφωση με τον προκαθορισμένο ρόλο, δίχως την παραμικρή λάμψη φιλοδοξίας, οράματος, πεισμωμένης τόλμης. Μάσκα ανέκφραστη ουδετερότητας και αμεθεξίας το πρόσωπο του ενός, μιμητική αδεξιότητα και αφύσικη προσαρμογή σε εντολές επικοινωνιολόγων ο άλλος, μοιάζουν να υφίστανται σαν διεκπεραιωτική υποχρέωση το ηγετικό τους αξίωμα. Έχουν και οι δύο αποδείξει με την πολιτική τους πράξη πως είναι αδύνατο να υποψιαστούν την εξάρτηση της δημοκρατίας από τη λειτουργία της παιδείας, την κατά κεφαλήν καλλιέργεια.

«Το παιδί δεν τραβάει»: H δεικτική διατύπωση της επώνυμης χαιρεκακίας μάλλον εισπράττεται να αφορά και τους δύο νεαρούς πρωταγωνιστές του πολιτικού μας παλκοσένικου – όσο και αν είναι φανερό ότι κυρίως στον ένα η ανεπάρκεια παίρνει πια διαστάσεις σκανδάλου ή πένθους εθνικού. Αποκαλυπτική ωστόσο θα παραμείνει η αντίδραση της νεήλυδας κομματικής γραμματέως ότι σύντομα (σε προσεχείς εκλογές) ο λαός θα διαψεύσει τη χαιρέκακη πιστοποίηση. Ο έστι μεθερμηνευόμενο: Στη «δημοκρατία» μας οι προβλέψεις θεμελιώνονται σε βεβαιότητα για τη μεθοδική (εκπαιδευτική και τηλεοπτική) πλήρη εξηλιθίωση του λαού.

H πολιτική παιδείας και των δύο κομμάτων εξουσίας αυτό εξασφαλίζει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s