ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Για να κατανοήσουμε την Πολιτική εξουσία ορθά, και να την συναγάγουμε από τις απαρχές της, πρέπει να εξετάσου με σε ποια κατάσταση βρίσκονται, από φυσική άποψη, όλοι οι άνθρωποι· δηλ. σε μια κατάσταση πλήρους ελευθερίας να ορίζουν τις πράξεις τους, και να διαθέτουν τις κτήσεις και τα πρόσωπά τους όπως αυτοί νομίζουν ορθό, στα όρια του φυσικού νόμου, χωρίς να ζητάν την άδεια ούτε να εξαρτώνται από τη βούληση κανενός άλλου ανθρώπου.

Μια κατάσταση, επίσης, ισότητας, όπου κάθε εξουσία και δικαιοδοσία είναι αμοιβαίες, και όπου κανένας δεν έχει περισσότερη από τον άλλο: τίποτα δεν είναι πιο σαφές από το ότι, τα πλάσματα του ίδιου είδους και βαθμίδας, που γεννήθηκαν για ν’ απολαμβάνουν αδιάκριτα τα ίδια πλεονεκτήματα της φύσης, και να κάνουν χρήση των ίδιων χαρισμάτων, πρέπει να είναι επίσης ίσα μεταξύ τους, χωρίς υποταγή ούτε υποτέλεια, εκτός κι αν ο Κύριός τους και άρχων όλων, θέσει, με σαφή δήλωση της θέλησής του, κάποιον υπεράνω των άλλων, και μεταβιβάσει σ’ αυτόν, με σαφή και καθαρό διορισμό, το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα της εξουσίας και της κυριαρχίας.

Αυτή την εκ φύσεως ισότητα των ανθρώπων, ο συνετός Hooker τη θεωρεί καθεαυτή τόσο προφανή, και πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ώστε την κάνει το θεμέλιο εκείνης της υποχρέωσης στην αμοιβαία αγάπη μεταξύ των ανθρώπων, επάνω στην οποία οικοδομεί τις υποχρεώσεις που οφείλουν ο ένας στον άλλον, και από την οποία συναγάγει τα μεγάλα αξιώματα της δικαιοσύνης και της πρόνοιας.

Τα λόγια του είναι·

Το ίδιο φυσικό κίνητρο έχει παρακινήσει τους ανθρώπους να γνωρίσουν ότι δεν είναι λιγότερο υποχρέωσή τους να αγαπάν τους άλλους όσο και τον εαυτό τους, γιατί εξετάζοντας εκείνα τα πράγματα που είναι ίσα, χρειάζεται όλοι να έχουν ένα μέτρο· αν δεν έχω άλλη δυνατότητα από το να επιθυμώ να καλωσορίζω το καλό για μένα, το ίδιο από τα χέρια του κάθε ανθρώπου, όσο και ο κάθε άνθρωπος το επιθυμεί για την ψυχή του, πως θα φρόντιζα να ικανοποιηθεί κάθε μου επιθυμία αν δεν ήμουν προσεκτικός να ικανοποιώ τις ίδιες επιθυμίες, που, αναμφίβολα, έχουν και οι άλλοι άνθρωποι, καθώς είναι της ίδιας και αυτής φύσης; για να είναι κάθε προσφερόμενο σ’ αυτούς πράγμα ενάντιο σ’ αυτή την επιθυμία, πρέπει να τους θλίβει όσο και μένα από κάθε πλευρά, έτσι ώστε αν ζημιώσω πρέπει ν’ αναμένω να υποφέρω, καθώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να επιδείξουν οι άλλοι περισσότερη αγάπη σε μένα, απ’ όση έχω επιδείξει εγώ σ’ αυτούς· για να εκτιμηθεί λοιπόν η επιθυμία μου από τους εκ φύσεως ίσους με μένα, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό, επιβάλλεται πάνω μου (από την επιθυμία) η φυσική υποχρέωση να επιδεικνύω σ’ αυτούς, στον ίδιο βαθμό, την ίδια αγάπη· από τη σχέση αυτή της ισότητας ανάμεσα σε μας και σ’ αυτούς, που είναι το ίδιο με μας, ο φυσικός λόγος έχει συναγάγει πολλούς κανονισμούς και κανόνες για τη διευθέτηση της ζωής, τους οποίους όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν Ecc. Pol. Lib. I.

Μολονότι όμως, πρόκειται για μια κατάσταση ελευθερίας, ωστόσο δεν είναι κατάσταση ασυδοσίας· μολονότι ο άνθρωπος στην κατάσταση αυτή έχει μιαν ανεξέλεγκτη ελευθερία να διαθέτει το πρόσωπο ή τις κτήσεις του, ωστόσο δεν έχει την ελευθερία να καταστρέφει τον εαυτό του, ούτε ακόμη οποιοδήποτε πλάσμα βρίσκεται στην κατοχή του, αλλά (να τα διαθέτει) προς ορισμένη ευγενέστερη χρήση απ’ όσο η απλή αυτοσυντήρησή του απαιτεί. Η φυσική κατάσταση έχει, έναν φυσικό νόμο να την κυβερνά, που υποχρεώνει τους πάντες: και ο Λόγος, που είναι αυτός ο νόμος, διδάσκει κάθε άνθρωπο, αυτόν που θα τον συμβουλευτεί, ότι, καθώς όλοι είναι ίσοι και ανεξάρτητοι, κανείς δεν πρέπει να προκαλεί ζημιά στη ζωή, την ελευθερία, την υγεία ούτε στις κτήσεις του άλλου. Γιατί οι άνθρωποι, καθώς όλοι τους είναι το τεχνούργημα ενός Παντοδύναμου και απεριόριστα σοφού Δημιουργού· (καθώς είναι)όλοι τους υπηρέτες ενός κυρίαρχου άρχοντα, που στάλθηκε στον κόσμο με προσταγή του και για λογαριασμό του, είναι ιδιοκτησία του, το τεχνούργημά του, δημιουργημένο να διαρκέσει όσο διαρκεί η δική του, και κανενός άλλου, ευχαρίστηση. Και καθώς είμαστε προικισμένοι με τα ίδια χαρίσματα, συμμετέχοντας όλοι σε μια κοινότητα της Φύσης, δεν μπορεί να υποτεθεί καμιά τέτοια σχέση υποταγής μεταξύ μας, που να μας δίνει το δικαίωμα να καταστρέφουμε ο ένας τον άλλον, σάμπως να ήμασταν δημιουργημένοι για να χρησιμοποιεί ο ένας τον άλλον, όπως είναι σε σχέση με μας οι κατώτερες βαθμίδες των πλασμάτων.

Καθώς ο καθένας είναι υποχρεωμένος να αυτοσυντηρείται και όχι να παραιτείται από τη θέση του με τη θέλησή του, έτσι, για τον ίδιο λόγο, όταν η αυτοσυντήρησή του δεν διακυβεύεται οφείλει, στο μέτρο που μπορεί, να συντηρεί και τους υπόλοιπους ανθρώπους, και δεν μπορεί, εκτός κι αν πρόκειται να επιβάλλει τη δικαιοσύνη σ’ έναν παραβάτη, να αφαιρεί ούτε να καταστρέφει τη ζωή, ή ο,τιδήποτε αποσκοπεί στη διασφάλιση της ζωής, της ελευθερίας, της υγείας, των μελών ή των αγαθών του άλλου.

Και για να παρεμποδίζονται όλοι οι άνθρωποι από το να προσβάλλουν τα δικαιώματα των άλλων, και από το να ζημιώνουν ο ένας τον άλλο, καθώς και για να τηρείται ο φυσικός νόμος, που προστάζει την ειρήνη και την αυτοσυντήρηση των ανθρώπων, η εκτέλεση του φυσικού νόμου εναποτίθεται, στη κατάσταση αυτή, στα χέρια του κάθε ανθρώπου, και ως εκ τούτου ο καθένας έχει το δικαίωμα να τιμωρεί τους παραβάτες αυτού του νόμου σε τέτοιο βαθμό ώστε να παρεμποδίζει την παραβίασή του. Γιατί ο φυσικός νόμος, όπως και κάθε άλλο νόμος που αφορά τους ανθρώπους στον κόσμο αυτό, θα ήταν μάταιος, αν δεν υπήρχε κανένα σώμα στη φυσική κατάσταση με την εξουσία να εκτελεί το νόμο αυτό, και έτσι να διαφυλάσσει τον αθώο και να αναχαιτίζει τους παραβάτες· και αν οποιοσδήποτε στη φυσική κατάσταση μπορεί να τιμωρεί έναν άλλον για κάθε κακό που έχει πράξει, ο καθένας μπορεί να το πράττει. Γιατί στην κατάσταση αυτή της πλήρους ισότητας, όπου εκ φύσεως δεν υπάρχει υπεροχή ούτε δικαιοδοσία του ενός πάνω στους άλλους, εκείνο που οιοσδήποτε κάνει για την εφαρμογή του νόμου αυτού, είναι αναγκαίο ο καθένας να έχει δικαίωμα να πράξει.

Και έτσι, στη φυσική κατάσταση, ο καθένας επιβάλλεται δια της εξουσίας στον άλλον· ωστόσο, δεν έχει την απόλυτή ή αυθαίρετη εξουσία να μεταχειρίζεται έναν εγκληματία, όταν τον έχει στα χέρια του, σύμφωνα με των παθών την έξαψη ή με την αχαλίνωτη υπερβολή της βούλησής του· αλλά μόνον να ανταποδίδει σ’ αυτόν, στο μέτρο που υπαγορεύουν ο ήρεμος Λόγος και n συνείδηση, εκείνο που αναλογεί στην παράβασή του, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επαρκεί για την επανόρθωση και τον εμποδισμό. Γιατί, μόνον αυτοί οι δύο είναι οι λόγοι, που ένας άνθρωπος μπορεί να προκαλεί νόμιμα ζημιά σ’ έναν άλλον, και αυτό είναι που αποκαλείται τιμωρία. 0 παραβάτης, παραβιάζοντας τον φυσικό νόμο, διακηρύσσει ότι ζει μ’ έναν άλλο κανόνα από εκείνον του Λόγου και της κοινής έννοιας του δικαίου, που είναι εκείνο το μέτρο που ο Θεός έχει ορίσει για τις πράξεις των ανθρώπων, για την αμοιβαία τους ασφάλεια: κι έτσι γίνεται επικίνδυνος για τους ανθρώπους, καθώς ο δεσμός που υπάρχει για να τους εξασφαλίζει από τη βλάβη και τη βία, αγνοείται και διαρρηγνύεται απ’ αυτόν.

Πράγμα, που καθώς είναι μια παραβίαση εναντίον ολόκληρου του είδους, και της ειρήνης και της ασφάλειάς του, που προβλέπονται από τον φυσικό νόμο, ο κάθε άνθρωπος στο σημείο αυτό, με το δικαίωμα που έχει να διαφυλάσσει τους ανθρώπους γενικά, μπορεί να εμποδίζει, ή όπου είναι αναγκαίο, να καταστρέφει τα πράγματα που είναι επιζήμια γι’ αυτούς, κι έτσι να προκαλεί τόσο κακό στο καθένα που’ χει παραβιάσει το νόμο αυτό, ώστε να τον κάνει να μετανοήσει γιατί το έκανε, κι έτσι να τον αποτρέψει, και με το παράδειγμά του τους άλλους, από το να κάνουν την ίδια ζημιά. Και στην περίπτωση αυτή, και στη βάση αυτή, κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να τιμωρεί τον παραβάτη και να είναι ο εκτελεστής του φυσικού νόμου.

Δεν αμφιβάλλω ότι αυτό το δόγμα θα φανεί πολύ παράξενο σε μερικούς ανθρώπους: αλλά πριν το καταδικάσουν, επιθυμώ να μου αναλύσουν με ποιο δικαίωμα ένας ηγεμόνας ή ένα κράτος μπορεί να καταδικάσει ή να τιμωρήσει έναν ξένο, για ένα έγκλημα που διαπράττει στη χώρα τους. Είναι βέβαιο ότι οι νόμοι τους, με την επικύρωση της βούλησης της νομοθετικής εξουσίας, δεν εκτείνονται στον ξένο. Δεν απευθύνονται σ’ αυτόν, ούτε, αν απευθύνονταν, είναι υποχρεωμένος να τους τηρήσει. Η νομοθετική εξουσία, με την οποία [οι νόμοι] αποκτούν την ισχύ τους πάνω στους υπηκόους της Πολιτείας αυτής, δεν έχει καμιά αρμοδιότητα πάνω του. Εκείνοι που έχουν την υπέρτατη εξουσία να νομοθετούν στην Αγγλία, τη Γαλλία ή την Ολλανδία, είναι απέναντι σ’ έναν ινδιάνο, όπως κι απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο, άνθρωποι χωρίς εξουσία: και επομένως αν με τον φυσικό νόμο, κάθε άνθρωπος δεν έχει εξουσία να τιμωρεί τις παραβιάσεις εναντίον του, κατά πώς κρίνει με ηρεμία ότι το απαιτεί η περίσταση, δεν βλέπω με ποιο τρόπο οι δικαστές μιας κοινότητας μπορούν να τιμωρήσουν έναν ξένο μιας άλλης χώρας, αφού σε σχέση μ’ αυτόν δεν μπορούν να έχουν περισσότερη εξουσία απ’ όση εκείνη που μπορεί να έχει εκ φύσεως ο κάθε άνθρωπος πάνω στον άλλο.

Εκτός από το έγκλημα, που συνίσταται στην παραβίαση του νόμου, και την παρέκκλιση από τον ορθό κανόνα του Λόγου, με το οποίο ο άνθρωπος διαφθείρεται και διακηρύσσει ότι εγκαταλείπει τις αρχές της ανθρώπινης φύσης, και ότι είναι επιζήμιο πλάσμα, υπάρχει γενικά η βλάβη που γίνεται στο ένα ή το άλλο πρόσωπο, και ορισμένοι άλλοι άνθρωποι ζημιώνονται από την παραβίασή του· στην περίπτωση λοιπόν αυτή, εκείνος που ζημιώνεται, έχει, εκτός από το δικαίωμα της τιμωρίας, και ένα ιδιαίτερο δικαίωμα, να επιδιώξει την επανόρθωση από εκείνον που έχει προκαλέσει τη ζημιά. Και κάθε άλλο πρόσωπο, που το βρίσκει αυτό δίκαιο, μπορεί επίσης να ενωθεί με αυτόν που ζημιώνεται, και να τον βοηθήσει να αποζημιωθεί από τον παραβάτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε να λάβει ικανοποίηση για τη ζημιά που έχει υποστεί.

Από τα δύο αυτά διακρινόμενα δικαιώματα (το ένα της τιμωρίας του εγκλήματος για τον εμποδισμό και την αποτροπή παρόμοιων παραβιάσεων, δικαίωμα που το έχει ο καθένας· το άλλο της επανόρθωσης που ανήκει μόνο στο μέρος που έχει υποστεί τη βλάβη) προκύπτει ότι ο δικαστής, που με το να είναι δικαστής έχει στα χέρια του το κοινό δικαίωμα της τιμωρίας, μπορεί συχνά, όπου το κοινό καλό απαιτεί τη μη εκτέλεση του νόμου, να χαρίζει την τιμωρία των εγκληματικών παραβιάσεων με τη δική του εξουσία, δίχως ωστόσο να μπορεί να χαρίζει την ικανοποίηση που οφείλεται σ’ έναν επιμέρους άνθρωπο για τη βλάβη που έχει υποστεί. Γιατί, εκείνος που έχει υποστεί τη βλάβη έχει το δικαίωμα να την αξιώσει στο όνομά του και μόνον εκείνος μπορεί να την χαρίσει: το ζημιούμενο πρόσωπο έχει αυτή την εξουσία να ιδιοποιηθεί για τον εαυτό του, τα αγαθά ή τις υπηρεσίες του παραβάτη, βάσει του δικαιώματος της αυτοσυντήρησης, όπως ο κάθε άνθρωπος έχει την εξουσία να τιμωρεί το έγκλημα για να παρεμποδίσει την εκ νέου διάπραξή του, βάσει του δικαιώματος που έχει να διαφυλάσσει όλους τους ανθρώπους και να πράττει ό,τι κρίνει έλλογο προς τον σκοπό αυτό: και ακριβώς έτσι, ο κάθε άνθρωπος στη φυσική κατάσταση έχει την εξουσία να σκοτώσει τον δολοφόνο, τόσο για να αποτρέψει άλλους να προξενήσουν την ίδια βλάβη (που καμιά επανόρθωση δεν μπορεί ν’ αποζημιώσει) με το παράδειγμα της τιμωρίας που εφαρμόζεται από τον καθένα, όσο και για να εξασφαλίσει τους ανθρώπους από τις απόπειρες ενός εγκληματία, που έχοντας αποκηρύξει το Λόγο, τον κοινό κανόνα και μέτρο που ο Θεός έχει δώσει στους ανθρώπους, έχει, με την άδικη βία και σφαγή που ‘χει διαπράξει σ’ έναν άλλο, κηρύξει τον πόλεμο εναντίον όλων των ανθρώπων, και γι’ αυτό πρέπει να καταστραφεί σαν λιοντάρι ή σαν τίγρις, σαν ένα από εκείνα τα άγρια κτήνη, με τα οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει ούτε κοινωνία, ούτε ασφάλεια: και πάνω σ’ αυτό θεμελιώνεται ο μεγάλος φυσικός νόμος, ο εκχέων αίμα ανθρώπου, αντί του αίματος αυτού εκχυθήσεται1. Και ο Κάιν ήταν τόσο πολύ πεπεισμένος ότι ο καθένας είχε το δικαίωμα να καταστρέψει έναν τέτοιον εγκληματία, ώστε μετά τον φόνο του αδελφού του, ανακράζει, πας ο ευρίσκων με, αποκτενεί με·2 τόσο καθαρά ήταν γραμμένο στις καρδιές όλων των ανθρώπων.

Για τον ίδιο λόγο, μπορεί ένας άνθρωπος στη φυσική κατάσταση να τιμωρεί τις λιγότερο σημαντικές παραβιάσεις του νόμου αυτού. Μπορεί ίσως να τεθεί το ερώτημα, με θάνατο; Απαντώ, κάθε παραβίαση πρέπει να τιμωρείται σε εκείνον τον βαθμό, και με τόση αυστηρότητα όση να αρκεί για να ζημιώσει τον παραβάτη, να του δώσει την ευκαιρία να μετανοήσει, και να τρομάξει άλλους να μην κάνουν το ίδιο. Κάθε παραβίαση που μπορεί να διαπραχθεί στη φυσική κατάσταση, μπορεί στη φυσική κατάσταση να τιμωρηθεί επίσης εξίσου και στον ίδιο βαθμό που μπορεί και στην Πολιτεία· γιατί, μολονότι είναι πέρα από τις παρούσες προθέσεις μου να υπεισέλθω στις λεπτομέρειες του φυσικού νόμου, είτε στα μέτρα του της τιμωρίας, ωστόσο είναι βέβαιο ότι υπάρχει ένας τέτοιος νόμος, και ότι είναι το ίδιο κατανοητός και σαφής σ’ ένα έλλογο πλάσμα, και σ’ έναν γνώστη του νόμου αυτού, όπως οι θετικοί νόμοι των Πολιτειών· ή μάλλον σαφέστερος, στο βαθμό που ο Λόγος είναι πιο εύκολο να κατανοηθεί απ’ όσο οι ψευδαισθήσεις και οι περίπλοκες επινοήσεις των ανθρώπων που συνοδεύουν τα αντιτιθέμενα και κρυφά συμφέροντα διατυπωμένα με λέξεις· και πράγματι, έτσι συμβαίνει μ’ ένα μεγάλο μέρος των Δημοτικών Νόμων των χωρών που είναι ορθοί μόνο στο βαθμό που θεμελιώνονται στον φυσικό νόμο, με τον οποίο πρόκειται να ρυθμισθούν και να ερμηνευτούν.

Στο παράξενο αυτό δόγμα, δηλ. ότι στη φυσική κατάσταση ο καθένας έχει την εκτελεστική εξουσία του φυσικού νόμου, δεν έχω καμμιά αμφιβολία ότι θα προβληθεί η αντίρρηση, ότι είναι παράλογο οι άνθρωποι να είναι κριτές των δικών τους υποθέσεων, ότι ο εγωισμός θα κάνει τους ανθρώπους μεροληπτικούς ως προς τον εαυτό τους και τους φίλους τους. Και, από την άλλη μεριά, ότι η κακεντρέχεια, το πάθος και η εκδίκηση θα τους οδηγήσει πολύ μακρυά στην τιμωρία των άλλων. Και, επομένως, δεν πρόκειται παρά να επακολουθήσει σύγχυση και αταξία, και ότι, γι’ αυτό, ο θεός έχει ασφαλώς ορίσει την Κυβέρνηση, για να παρεμποδίζει τη μεροληπτικότητα και τη βία των ανθρώπων.

Αβίαστα δέχομαι, ότι η Πολιτική Κυβέρνηση είναι η κατάλληλη θεραπεία για τις ανεπάρκειες της φυσικής κατάστασης, οι οποίες ασφαλώς πρέπει να ‘ναι μεγάλες, όπου οι άνθρωποι μπορούν να είναι κριτές στις δικές τους υποθέσεις, αφού είναι εύκολο να φανταστεί κανείς, ότι αυτός που είναι τόσο άδικος ώστε να ζημιώσει τον αδελφό του, δεν πρόκειται να είναι τόσο δίκαιος ώστε να καταδικάσει τον εαυτό του γι’ αυτό: Αλλά θα επιθυμούσα εκείνοι που προβάλλουν την αντίρρήση αυτή, να θυμηθούν ότι οι απόλυτοι μονάρχες δεν είναι παρά άνθρωποι, και αν η κυβέρνηση πρόκειται να είναι η θεραπεία αυτών των κακών, που προκύπτει από το ότι οι άνθρωποι είναι κριτές στις δικές τους υποθέσεις, και επομένως η φυσική κατάσταση δεν πρόκειται να διαρκέσει, επιθυμώ να γνωρίζω τι είδους κυβέρνηση είναι αυτή, και πόσο καλύτερη είναι από τη φυσική κατάσταση, όπου ένας άνθρωπος διατάζοντας ένα πλήθος, έχει την ελευθερία να κρίνει στη δική του υπόθέση και μπορεί να το κάνει σε όλους τους υπηκόους του οποτεδήποτε έχει την ευχαρίστηση, χωρίς την παραμικρή ελευθερία στον καθένα να αμφισβητεί ή να ελέγχει εκείνους που εκτελούν την επιθυμία του; Και σε ο,τιδήποτε κάνει, είτε οδηγείται από τον Λόγο, το Σφάλμα ή το Πάθος, πρέπει να υποτάσσεται; Απείρως καλύτερα είναι στη φυσική κατάσταση, όπου οι άνθρωποι δεν υποχρεούνται να υποτάσσονται στην άδικη θέληση του άλλου: Κι αν αυτός που κρίνει, κρίνει σφαλερά στη δική του ή σε όποια άλλη υπόθεση, είναι δυνατό να λάβει απάντηση γι’ αυτό από τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Συχνά προβλέπεται η ισχυρή αντίρρηση. Που είναι, ή ήταν ποτέ οι άνθρωποι σε μια τέτοια φυσική κατάσταση; Στην οποία αρκεί προς το παρόν ως απάντηση, ότι αφού όλοι οι ηγεμόνες και οι κυρίαρχοι των ανεξάρτητων κυβερνήσεων σ’ ολόκληρο τον κόσμο βρίσκονται στη φυσική κατάσταση, είναι σαφές ότι ο κόσμος ποτέ δεν ήταν, ούτε θα είναι ποτέ, χωρίς έναν αριθμό ανθρώπων σ’ αυτή την κατάσταση. Έχω κατονομάσει όλους τους κυβερνήτες των ανεξάρτητων κοινοτήτων, είτε βρίσκονται είτε όχι, σε συνασπισμό με άλλους· γιατί δεν είναι το κάθε σύμφωνο που θέτει ένα τέρμα στη φυσική κατάσταση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά μόνο εκείνο της αμοιβαίας συμφωνίας για την είσοδο στην κοινότητα και τη δημιουργία ενός πολιτικού σώματος· οι άνθρωποι μπορούν να δώσουν κι άλλες υποσχέσεις και να συνάψουν άλλα σύμφωνα μεταξύ τους, κι ωστόσο να εξακολουθούν να βρίσκονται στη φυσική κατάσταση. Οι υποσχέσεις και οι συμφωνίες για ανταλλαγή εμπορευμάτων κλπ. μεταξύ δύο ανθρώπων στην Έρημη Νήσο που μνημονεύεται από τον Garcilasso De la vega στην Ιστορία του του Περού, ή μεταξύ ενός Ελβετού κι ενός ινδιάνου, στα δάση της Αμερικής είναι δεσμευτικές γι’ αυτούς, μολονότι βρίσκονται πέρα για πέρα στη φυσική κατάσταση, ο ένας σε σχέση με τον άλλον. Γιατί η αλήθεια και η τήρηση της πίστης ανήκει στους ανθρώπους ως ανθρώπους και όχι ως μέλη της κοινωνίας.

Σε εκείνους που λένε, ποτέ δεν υπήρξαν άνθρωποι στη φυσική κατάσταση, δεν θα αντιτάξω μόνο την αυθεντία του συνετού Hooker (Ecc. Pol. Lib. I, Sect. 10), όπου λέει: Οι νόμοι που έχουν μνημονευθεί ως εδώ, δηλ. οι φυσικοί νόμοι, δεσμεύουν τους ανθρώπους απόλυτα, ακριβώς επειδή είναι άνθρωποι, μολονότι δεν έχουν ούτε ένα σύμφωνο αλληλεγγύης, ούτε μια επίσημη συμφωνία μεταξύ τους για το τι να πράξουν ή να μην πράξουν· αλλά αφού δεν επαρκούμε από μόνοι μας να προσφέρουμε στους εαυτούς μας επαρκή αποθέματα πραγμάτων, αναγκαία για μια τέτοια ζωή που επιθυμεί η φύση μας, μια ζωή κατάλληλη για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, γι’ αυτό, για να καλύψουμε τις ανεπάρκειες και τις ατέλειες που βρίσκονται σε μας, καθώς ζούμε μόνοι μας, παρακινούμαστε εκ φύσεως να επιδιώκουμε την κοινότητα και την αλληλεγγύη με τους άλλους· αυτή ήταν η αιτία που οι άνθρωποι ενώθηκαν αρχικά σε πολιτικές κοινωνίες. Αλλά, επιπλέον, ισχυρίζομαι ότι όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται στην κατάσταση αυτή, και παραμένουν σ’ αυτήν, ώσπου με την δική τους συναίνεση γίνονται μέλη ορισμένης Πολιτικής Κοινωνίας. Και δεν διστάζω στη συνέχεια αυτής της πραγματείας να το κάνω σαφές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η κατάσταση του πολέμου είναι μια κατάσταση εχθρότητας και καταστροφής· και επομένως διακηρύσσοντας κανείς με λόγια ή με πράξεις, όχι μια εμπαθή και βεβιασμένη, αλλά νηφάλια και ξεκάθαρη πρόθεση εναντίον ενός άλλου ανθρώπου τη ζωή, τίθεται σε κατάσταση πολέμου με αυτόν, εναντίον του οποίου έχει διακηρύξει μια τέτοια πρόθεση, κι έτσι έχει εκθέσει τη ζωή του στην εξουσία των άλλων να την αφαιρέσουν, καθώς και οποιουδήποτε άλλου τη ζωή, ο οποίος ενώνεται μαζί του για να τον υπερασπίσει αποδεχόμενος συνάμα τον λόγο της διαμάχης του: γιατί είναι έλλογο και δίκαιο να έχω το δικαίωμα να καταστρέψω εκείνον που με απειλεί με καταστροφή. Γιατί, βάσει του θεμελιώδους φυσικού νόμου, ο άνθρωπος πρέπει να αυτοσυντηρείται στο μέτρο του δυνατού, και όταν δεν είναι δυνατό να διαφυλάσσονται όλοι τους, πρέπει να προτιμάται η σωτηρία του αθώου: και μπορεί κανείς να καταστρέψει έναν άνθρωπο που κάνει πόλεμο εναντίον του, ή έχει γνωστοποιήσει την εχθρότητά του απέναντι του, για τον ίδιο λόγο που μπορεί να σκοτώσει έναν λύκο ή ένα λιοντάρι· επειδή οι άνθρωποι αυτοί, καθώς δεν βρίσκονται υπό τις δεσμεύσεις του κοινού νόμου του Λόγου, δεν έχουν άλλον κανόνα από εκείνον της δύναμης και της βίας, και επομένως μπορεί να τους μεταχειριστεί κανείς ως αρπακτικά κτήνη, εκείνα τα επικίνδυνα και επιβλαβή πλάσματα, που είναι βέβαιο ότι θα τον καταστρέψουν, οποτεδήποτε πέσει στην εξουσία τους.

Και επομένως εκείνος που αποπειράται να θέσει έναν άλλον άνθρωπο υπό την απόλυτη εξουσία του, θέτει με το τρόπο αυτό, τον εαυτό στην κατάσταση του πολέμου μαζί του· αυτό πρέπει να κατανοηθεί ως η διακήρυξη μιας πρόθεσης εναντίον της ζωής του. Γιατί έχω κάθε λόγο να καταλήξω στο συμπέρασμα, ότι αυτός που θα με έθετε στην εξουσία του χωρίς τη συναίνεσή μου, θα με χρησιμοποιούσε όπως θα ήθελε, όταν θα με είχε εκεί, και θα με κατέστρεφε επίσης όταν θα του έκανε κέφι: γιατί σε κανέναν δεν είναι επιτρεπτό να επιθυμεί να με έχει υπό την απόλυτη εξουσία του, παρεκτός αν με υποχρεώσει δια της βίας σ’ αυτό, που είναι εναντίον του δικαιώματος της ελευθερίας μου, δηλ. να με κάνει δούλο.

Η απελευθέρωση από μια τέτοια δύναμη είναι η μόνη εξασφάλιση για την αυτοσυντήρησή μου: και ο Λόγος με προστάζει να θεωρήσω ως εχθρό της αυτοσυντήρησής μου εκείνον που θα μου αφαιρούσε εκείνη την ελευθερία που αποτελεί φραγμό σ’ αυτό: ώστε εκείνος που κάνει μιαν απόπειρα να με σκλαβώσει, θέτει με τον τρόπο αυτό τον εαυτό του σε κατάσταση πολέμου με μένα. Αυτός που στη φυσική κατάσταση θα αφαιρούσε την ελευθερία, που ανήκει στον καθένα στην κατάσταση αυτή, πρέπει κατ’ ανάγκη να υποτεθεί ότι έχει πρόθεση να αφαιρέσει καθετί άλλο, καθώς η ελευθερία αυτή αποτελεί το θεμέλιο όλων των υπολοίπων: όπως εκείνος που στη φυσική κατάσταση θα αφαιρούσε την ελευθερία που ανήκει στα μέλη της κοινωνίας ή της πολιτείας εκείνης, πρέπει να υποτεθεί ότι σχεδιάζει ν’ αφαιρέσει απ’ αυτούς καθετί άλλο, κι επομένως να θεωρηθεί σα να βρίσκεται στην κατάσταση του πολέμου.

Αυτό νομιμοποιεί τον κάθε άνθρωπο να σκοτώσει έναν κλέφτη, ο οποίος δεν τον έχει καθόλου ζημιώσει, ούτε έχει διακηρύξει καμιά πρόθεση εναντίον της ζωής του, περισσότερο από το να τον θέσει υπό την εξουσία του με τη χρήση δύναμης για να του αποσπάσει χρήματα ή ο,τιδήποτε άλλο θέλει απ’ αυτόν: γιατί, χρησιμοποιώντας δύναμη εκεί όπου δεν έχει δικαίωμα να με θέσει υπό την εξουσία του, όποιο κι αν είναι το πρόσχημά του, δεν έχω κανένα λόγο να μην υποθέσω ότι αυτός που θα μου αφαιρούσε την ελευθερία μου, δεν θα μου αφαιρούσε, όταν με είχε υπό την εξουσία του, και καθετί άλλο. Και επομένως, είναι νόμιμο για μένα να τον μεταχειριστώ σαν κάποιον που έχει θέσει τον εαυτό του σε κατάσταση πολέμου με εμένα, δηλ. να τον σκοτώσω αν μπορώ· γιατί, οιοσδήποτε εισαγάγει την κατάσταση του πολέμου και είναι σ’ αυτήν ο επιτιθέμενος, δίκαια εκτίθεται σ’ αυτόν τον κίνδυνο.

Και στο σημείο αυτό έχουμε την πλήρη διαφορά μεταξύ της φυσικής κατάστασης και της κατάστασης του πολέμου, οι οποίες, όσο κι αν ορισμένοι άνθρωποι τις έχουν συγχύσει, είναι τόσο μακριά η μια από την άλλη, όσο μια κατάσταση ειρήνης, καλής θέλησης, αμοιβαίας αρωγής και διαφύλαξης, από μια κατάσταση εχθρότητας, κακοβουλίας, βίας και αμοιβαίας καταστροφής. Η συμβίωση των ανθρώπων σύμφωνα με τον Λόγο, χωρίς έναν κοινό για όλους ιστάμενο υψηλότερα επί της γης, και με την εξουσία να κρίνονται μεταξύ τους αυτό είναι η καθεαυτό φυσική κατάσταση. Αλλά η βία, η διακηρυγμένη πρόθεση να ασκηθεί η βία εναντίον του προσώπου ενός άλλου, όπου δεν υπάρχει κανείς κοινός για όλους ιστάμενος υψηλότερα να απευθυνθούν για βοήθεια αυτό είναι η κατάσταση του πολέμου: και είναι ακριβώς η απουσία αυτής της δυνατότητας να απευθύνεται για βοήθεια που παρέχει σ’ έναν άνθρωπο το δικαίωμα και του πολέμου ακόμη εναντίον του επιτιθέμενου, παρότι αυτός βρίσκεται στην κοινωνία και είναι συνηπήκοος.

Έτσι, έναν κλέφτη, τον οποίο δεν μπορώ να βλάψω παρά μόνο προσφεύγοντας στο νόμο, επειδή έκλεψε ό,τι είχε αξία για μένα, μπορώ να τον σκοτώσω όταν πάει να κλέψει το άλογό μου ή το πανωφόρι μου: επειδή ο νόμος που έγινε για την αυτοσυντήρησή μου, όταν δεν είναι δυνατόν να παρεμβληθεί για να διασφαλίσει από την άμεση βία τη ζωή μου, η οποία αν χαθεί είναι ανεπανόρθωτο, επιτρέπει την αυτοάμυνά μου και το δικαίωμα του πολέμου, την ελευθερία να σκοτώσω τον επιτιθέμενο, επειδή αυτός δεν αφήνει χρόνο να προσφύγω στον κοινό δικαστή μας, ούτε στην απόφαση του νόμου, για την επανόρθωση σε μια περίπτωση όπου η βλάβη μπορεί να μην είναι επανορθώσιμη. Η έλλειψη κοινού δικαστή με κύρος, θέτει όλους τους ανθρώπους στη φυσική κατάσταση: Η βία χωρίς δικαίωμα, εναντίον του προσώπου ενός ανθρώπου, δημιουργεί την κατάσταση του πολέμου, τόσο εκεί όπου υπάρχει, όσο και όπου δεν υπάρχει κοινός δικαστής.

Αλλά όταν παύσει η άμεση βία, παύει και η κατάσταση του πολέμου μεταξύ εκείνων που βρίσκονται στην κοινωνία, και υπόκεινται και οι δύο πλευρές εξίσου στην ορθή απόφαση του νόμου, επειδή τότε παραμένει ανοιχτή η δυνατότητα της αποκατάστασης δια της προσφυγής για την παρελθούσα βλάβη και τον εμποδισμό της μελλοντικής: αλλά εκεί όπου δεν υφίσταται η δυνατότητα μιας τέτοιας προσφυγής, όπως στη φυσική κατάστάση, επειδή απουσιάζουν οι θετικοί νόμοι και οι δικαστές με κύρος για να προσφύγει κανείς, η κατάσταση του πολέμου αφού άρχισε, εξακολουθεί, και η αθώα πλευρά έχει το δικαίωμα να καταστρέψει την άλλη πλευρά εφ’ όσον μπορεί, μέχρις ότου ο επιτιθέμενος προσφέρει ειρήνη και προβάλλει την επιθυμία να συμφιλιωθεί με τέτοιους όρους, που να επανορθώνουν κάθε βλάβη που έχει γίνει, και να διασφαλίζουν τον αθώο για το μέλλον: κι εκεί όπου η δυνατότητα μιας προσφυγής στο νόμο και τους εγκατεστημένους δικαστές υπάρχει ανοιχτή, αλλά η αποκατάσταση δεν γίνεται αποδεκτή μέσω μιας έκδηλης διαστροφής της δικαιοσύνης και μέσω μιας απροκάλυπτης παρερμηνείας των νόμων, με σκοπό να προστατεύεται ή να αμνηστεύεται η βία και οι βλάβες σε βάρος ορισμένων ανθρώπων ή μιας ομάδας ανθρώπων, εκεί είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς ο,τιδήποτε άλλο έκτος από μια κατάσταση πολέμου.

Γιατί, όταν χρησιμοποιείται η βία και προκαλείται η βλάβη, αν και με τα χέρια εκείνων που ορίσθηκαν ν’ απονέμουν δικαιοσύνη, αυτή εξακολουθεί να είναι βία και βλάβη, οσοδήποτε επιχρισμένη κι αν είναι με το όνομα, τα πρόσχημα ή τις μορφές του νόμου, ο σκοπός των οποίων είναι να προστατεύουν και να ικανοποιούν τον αθώο μέσω μιας αμερόληπτης εφαρμογής του σε όλους που βρίσκονται υπό τη σκέπη του. Εκεί όπου αυτό δεν έχει γίνει bona fide, εναντίον των πασχόντων γίνεται πόλεμος, οι οποίοι μη έχοντας να προσφύγουν επί της γης πουθενά για να τους δικαιώσει, απομένουν στη μόνη θεραπεία στις περιπτώσεις αυτές, να προσφύγουν στους Ουρανούς.

Η αποφυγή της κατάστασης αυτής του πολέμου (στην οποία δεν μπορεί κανείς ν’ απευθύνεται για βοήθεια παρά μόνο στους ουρανούς, και στην οποία και η παραμικρότερη διαφορά τείνει να καταλήξει, όπου δεν υπάρχει καμιά εξουσία ν’ αποφασίζει μεταξύ των συγκρουομένων) είναι ένας από τους σπουδαιότερους λόγους που θέτουν οι άνθρωποι τον εαυτό τους στη κοινωνία και εγκαταλείπουν τη φυσική κατάσταση. Γιατί, εκεί όπου υπάρχει μια εξουσία, μια δύναμη επί γης, από την οποία μπορεί να αποσπάται η επανόρθωση δια της προσφυγής, εκεί η συνέχιση της κατάστασης του πολέμου αποκλείεται, και η διαμάχη κρίνεται από την εξουσία αυτή. Αν υπήρχε ένα τέτοιο δικαστήριο, μια υπέρτατη δικαιοδοσία επί γης, για να κρίνει περί του δικαίου μεταξύ του Ιεφθάε και των αμμονιτών, αυτοί δεν θα είχαν φτάσει ποτέ στην κατάσταση του πολέμου, αλλά βλέπουμε πως αυτός υποχρεώθηκε να κάνει έκκληση στους ουρανούς. Κρίναι Κύριος (λέει) ο κρίνων σήμερον ανά μέσον υιών Ισραήλ και ανά μέσον υιών Αμμών, (Κριταί, ΙΑ, 27), και τότε προσφεύγοντας στην έκκλησή του και στηριζόμενος σ’ αυτήν, οδηγεί τα στρατεύματά του στη μάχη: Και επομένως στις διαμάχες αυτές, όπου τίθεται το ερώτημα, ποιος θα κρίνει; δεν μπορεί να εννοείται, ποιος θα κρίνει τη διαμάχη· όλοι γνωρίζουν εκείνο που ο Ιεφθάε μας λέει εδώ, ότι ο Κύριος ο κρίνων, θα κρίνει. Όπου δεν υπάρχει δικαστής επί γης, η έκκληση απευθύνεται στον Θεό στους ουρανούς.

Το ερώτημα αυτό λοιπόν δεν μπορεί να σημαίνει, ποιος θα κρίνει; αν δηλ. ένας άλλος έχει θέσει τον εαυτό του σε κατάσταση πολέμου με εμένα, κι αν εγώ μπορώ, όπως έκανε ο Ιεφθάε, να προσφύγω στους ουρανούς; Περί αυτού μόνο εγώ μπορώ να είμαι κριτής κατά τη συνείδησή μου, όπως θα το απαντήσω την ημέρα της Κρίσεως, ενώπιον του υπέρτατου κριτή όλων των ανθρώπων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ

Είτε εξετάσουμε το φυσικό Λόγο, που μας λέει ότι οι άνθρωποι, αφού γεννήθηκαν, έχουν δικαίωμα στην αυτοσυντήρησή τους, και επομένως να τρων και να πίνουν, καθώς και σε ορισμένα άλλα πράγματα σαν εκείνα που η φύση παρέχει για την επιβίωσή του: είτε την αποκάλυψη, που μας δίνει μιαν ερμηνεία για τον τρόπο που ο Θεός παραχώρησε τον κόσμο στον Αδάμ και τον Νώε, και τους γιους τους, είναι πεντακάθαρο ότι ο Θεός, όπως λέει ο Βασιλιάς Δαυίδ (Ψαλμοί, 113,24) την δε γην έδωκε τοις υιοίς των ανθρώπων· την έδωσε στους ανθρώπους από κοινού. Αλλά με δεδομένο αυτό, φαίνεται σε ορισμένους πολύ δύσκολο να κατανοήσουν με ποιο τρόπο θα έφτανε κανείς ποτέ να έχει ιδιοκτησία στο καθετί: δεν θα αρκεστώ να απαντήσω, ότι αν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς την ιδιοκτησία, στηριζόμενος στην υπόθεση, ότι ο Θεός έδωσε τον κόσμο στον Αδάμ και τους απογόνους του από κοινού, είναι αδύνατο να έχει ο άνθρωπος ιδιοκτησία, εκτός κι αν είναι παγκόσμιος μονάρχης, στηριζόμενος στην υπόθεση ότι ο Θεός έδωσε τον κόσμο στον Αδάμ και στους κληρονόμους του κατά τη σειρά της διαδοχής, αποκλείοντας όλους τους άλλους απογόνους του. Αλλά θα προσπαθήσω να δείξω, πως οι άνθρωποι θα μπορούσαν να έχουν ιδιοκτησία σε πολλά μέρη από εκείνα που ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους από κοινού, και αυτό χωρίς καμιά ρητή συμφωνία μεταξύ τους (of all the commoners).

Ο Θεός που έχει δώσει τον κόσμο από κοινού στους ανθρώπους, τους έχει επίσης δώσει και τον Λόγο ώστε να τον χρησιμοποιούν για να επωφεληθούν περισσότερο από τη ζωή και τις ανέσεις. Η γη, και όλα όσα βρίσκονται σ’ αυτήν, δίνονται στους ανθρώπους για την υποστήριξη και τη βολή της ζωής τους. Και μολονότι όλοι οι καρποί που εκ φύσεως αυτή παράγει, και τα κτήνη που τρέφει, ανήκουν στους ανθρώπους από κοινού, καθώς παράγονται από το αυθόρμητο χέρι της φύσης, και κανείς δεν έχει απ’ αρχής την ιδιωτική κυριότητα, αποκλείοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους απ’ αυτά, με τον τρόπο που βρίσκονται στη φυσική τους κατάσταση· ωστόσο, καθώς δίνονται για τη χρήση των ανθρώπων, πρέπει κατ’ ανάγκη να υπάρχει ένα μέσο για να τα ιδιοποιούνται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πριν μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν ή ν’ αποβούν ωφέλιμα σ’ έναν επιμέρους άνθρωπο. Οι καρποί, ή τα ελάφια, που τρέφουν τον άγριο ινδιάνο, ο οποίος δεν γνωρίζει περίφραξη της γης, την καρπούται από κοινού με τους άλλους, πρέπει να είναι δικά του, και είναι δικά του, δηλ. μέρος του ίδιου, ώστε ένας άλλος δεν μπορεί πλέον να έχει κάποιο δικαίωμα σ’ αυτά, πριν να του χρησιμεύσουν στην υποστήριξη της ζωής του.

Μολονότι η γη και όλα τα κατώτερα πλάσματα είναι κοινά σ’ όλους τους ανθρώπους, ωστόσο κάθε άνθρωπος έχει ιδιοκτησία στο δικό του πρόσωπο. Σ’ αυτό κανείς άλλος δεν έχει δικαίωμα παρά μόνον ο ίδιος. Η εργασία του σώματός του και το έργο των χεριών του, μπορούμε να πούμε, είναι κατ’ εξοχήν δικά του. Ο,τιδήποτε λοιπόν αυτός αποσπά από την κατάσταση που η φύση έχει διαθέσει και αφήσει, και το έχει αναμίξει με την εργασία του κι έχει προσθέσει σ’ αυτό κάτι που είναι δικό του, το κάνει με τον τρόπο αυτό ιδιοκτησία του. Καθώς αυτός το αποσπά από την κοινή κατάσταση που η φύση το έθεσε, έχει προσθέσει σ’ αυτό κάτι με την εργασία του, που αποκλείει το κοινό δικαίωμα των άλλων ανθρώπων. Γιατί, καθώς η εργασία αυτή είναι η αδιαμφισβήτητη ιδιοκτησία αυτού που εργάστηκε, κανείς άλλος εκτός απ’ αυτόν δεν μπορεί να έχει το δικαίωμα σε εκείνο στο οποίο πρόσθεσε κάποτε κάτι, τουλάχιστον εκεί όπου υπάρχει και για τους άλλους σε αρκετή ποσότητα και εξίσου καλό να το έχουν από κοινού.

Αυτός που τρέφεται με τα βελανίδια που μαζεύει κάτω από τη βελανιδιά, ή με τα μήλα που μάζεψε από τα δέντρα στο δάσος, τα έχει ασφαλώς ιδιοποιηθεί για τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η τροφή είναι δική του. Ρωτάω λοιπόν, πότε άρχισαν να είναι δικά του; Όταν χώνεψε; Ή όταν έφαγε; Ή όταν μαγείρεψε; Ή όταν τα έφερε στο σπίτι; Ή όταν τα μάζεψε; Και είναι σαφές, αν η πρώτη συγκομιδή δεν τα έκανε δικά του, τίποτ’ άλλο δεν μπορούσε να τα κάνει. Η εργασία θέτει μια διάκριση ανάμεσα σ’ αυτά και στο κοινό. Αυτή πρόσθεσε κάτι σ’ αυτά, περισσότερο απ’ ό,τι έχει προσθέσει η φύση, η κοινή μητέρα όλων· κι έτσι έγιναν ιδιωτικό του δικαίωμα. Και μπορεί κανείς να πει, ότι αυτός δεν είχε κανένα δικαίωμα σ’ αυτά τα βελανίδια, ή στα μήλα, που ιδιοποιήθηκε με τον τρόπο αυτό, επειδή δεν είχε την συναίνεση όλων των ανθρώπων να τα κάνει δικά του; Ήταν επομένως κλοπή να πάρει ό,τι ανήκε σε όλους από κοινού; Αν μια τέτοια συναίνεση όπως αυτή ήταν αναγκαία, ο άνθρωπος θα λιμοκτονούσε, παρ’ όλη την αφθονία που του έχει δώσει ο Θεός.

Βλέπουμε στις κοινές γαίες που παραμένουν στην κατάσταση αυτή με συμφωνία, ότι είναι η κατάληψη ενός μέρους από εκείνο που είναι κοινό, και η απομάκρυνσή του από την κατάσταση που η φύση το αφήνει, που εγκαινιάζει την ιδιοκτησία, χωρίς την οποία το κοινό δεν έχει καμιά χρησιμότητα. Και η απόσπαση αυτού ή εκείνου του μέρους, δεν εξαρτάται από τη συναίνεση όλων των μελών της κοινότητας (commoners). Έτσι, το γρασίδι που έχει βοσκήσει το άλογό μου, το χορτάρι που έχει κόψει ο υπηρέτης μου, και το χρυσάφι που ανέσκαψα σ’ ένα μέρος όπου έχω ένα δικαίωμα από κοινού με άλλους, γίνονται δικά μου χωρίς την εκχώρηση ή τη συναίνεση κανενός. Η εργασία που ήταν δική μου, με το να τα αποσπάσει από την κοινή κατάσταση που βρίσκονταν έχει παγιώσει την ιδιοκτησία μου σ’ αυτά.

Με το να κάνει κανείς τη ρητή συναίνεση κάθε κοινωνού (commoner) αναγκαία για την ιδιοποίηση από κάποιον άλλον ενός τμήματος από εκείνο που δίνεται από κοινού σε όλους, τα παιδιά ή οι υπηρέτες δεν θα μπορούσαν να μοιράσουν σε μέρη το κρέας, που ο πατέρας ή ο κύριός τους τους έχει δώσει από κοινού χωρίς να παραχωρούν στον καθένα το ιδιαίτερο κομμάτι του. Μολονότι το νερό που τρέχει στην πηγή είναι του καθενός, ωστόσο, ποιος μπορεί ν’ αμφιβάλλει ότι το νερό στη στάμνα είναι εκείνου που το έχει μαζέψει; Η εργασία του το έχει αποσπάσει από τα χέρια της φύσης, όπου ήταν κοινό, και ανήκε εξ ίσου σ’ όλα της τα παιδιά, και το έχει έτσι ιδιοποιηθεί.

Έτσι, ο νόμος αυτός του Λόγου, κάνει το ελάφι εκείνου του ινδιάνου που το έχει σκοτώσει· επιτρέπεται να γίνει αγαθό εκείνου που έχει εναποθέσει την εργασία του σ’ αυτό, μ’ όλο που προηγούμενα ήταν το κοινό δικαίωμα του καθένα. Και μεταξύ εκείνων που λογίζονται ως το πολιτισμένο τμήμα της ανθρωπότητας, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει και πολλαπλασιάσει τους θετικούς νόμους, που καθορίζουν την ιδιοκτησία, αυτός ο αρχικός νόμος για τις απαρχές της ιδιοκτησίας σε ό,τι προηγούμενα ήταν κοινό, εξακολουθεί να ισχύει· και βάσει αυτού, τα ψάρια που ψαρεύει κανείς στον ωκεανό, στον τεράστιο αυτό ωκεανό που εξακολουθεί να παραμένει κοινός για όλους τους ανθρώπους, ή ο,τιδήποτε που συλλέγει κανείς σ’ αυτόν, είναι μέσω της εργασίας που τα αποσπά από την κοινή κατάσταση που η φύση τα έχει αφήσει, ιδιοκτησία εκείνου που κοπιάζει γι’ αυτά. Ακόμη και σε μας, ο λαγός που κυνηγάει κανείς θεωρείται ότι είναι εκείνου που τον καταδιώκει στη διάρκεια του κυνηγιού. Γιατί, καθώς είναι ένα ζώο που ακόμη θεωρείται κοινό και κανενός ανθρώπου ιδιωτική κτήση, οποιοσδήποτε έχει αναλώσει τόση πολλή εργασία για ο,τιδήποτε του είδους αυτού, για να το βρει και να το καταδιώξει, το έχει ως εκ τούτου αποσπάσει από τη φυσική κατάσταση όπου ήταν κοινό, και έχει εγκαινιάσει την ιδιοκτησία.

Ίσως σε αυτό προβληθεί η αντίρρηση, ότι αν η συγκομιδή των βελανιδιών, ή άλλων καρπών της γης, κλπ., δημιουργεί δικαίωμα σ’ αυτά, τότε ο καθένας μπορεί να συσσωρεύει όσο επιθυμεί. Στην οποία απαντώ αρνητικά. 0 ίδιος φυσικός νόμος, που δια μέσου αυτού μας παρέχεται ιδιοκτησία, περιορίζει επίσης την ιδιοκτησία αυτή· 0 Θεός δίδει εις ημάς πλουσίως πάντα (Επιστολή Προς Τιμόθεον Α’, 5,17), είναι η φωνή του Λόγου επικυρωμένη από τη θεία έμπνευση. Αλλά σε ποιο βαθμό μας τα έχει δώσει ο Θεός; «εις απόλαυσιν». Στο βαθμό που μπορεί κανείς να τα χρησιμοποιεί για να επωφεληθεί η ζωή του χωρίς να φτάσει στο σημείο να τα σπαταλήσει· στο βαθμό που μπορεί με την εργασία του να παγιώσει την ιδιοκτησία του σ’ αυτά.

Ο,τιδήποτε είναι πέρα απ’ αυτό, είναι παραπάνω από το μερίδιό του, και ανήκει στους άλλους. Τίποτε δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό για να το σπαταλάει ή να το καταστρέφει ο άνθρωπος. Και έτσι, εξετάζοντας την αφθονία των φυσικών πόρων που υπήρχε ανέκαθεν στον κόσμο και τους λίγους αναλωτές, και σε πόσο μικρό μέρος των πόρων αυτών η εργατικότητα ενός ανθρώπου μπορούσε η ίδια να επεκταθεί, και να αυξηθεί σε βάρος των άλλων, ειδικότερα τηρώντας τα όρια που έθεσε ο λόγος σχετικά με εκείνο που θα μπορούσε να χρησιμεύσει για τη χρήση του, τότε θα απέμενε ελάχιστος χώρος για αντιδικίες και διαμάχες γύρω από την ιδιοκτησία που εγκαθιδρύθηκε με τον τρόπο αυτό.

Αλλά καθώς τώρα το πρωταρχικό περιεχόμενο της ιδιοκτησίας δεν είναι οι καρποί της γης και τα ζώα που τρέφονται απ’ αυτήν, αλλά η ίδια η γη, ως εκείνη που περικλείνει και στηρίζει όλα τα άλλα νομίζω πως είναι σαφές ότι και η ιδιοκτησία σ’ αυτήν αποκτιέται όπως και στα προηγούμενα. Όση γη ένας άνθρωπος οργώνει, φυτεύει, βελτιώνει, καλλιεργεί και μπορεί να χρησιμοποιεί το προϊόν της, τόση είναι η ιδιοκτησία του. Αυτός με την εργασία του, σα να λέμε, την περιφράζει από την κοινοτική.

Και δεν καθίσταται άκυρο το δικαίωμά του αν πούμε, ότι ο καθένας έχει έναν ίσο τίτλο σ’ αυτήν, και επομένως δεν μπορεί να την ιδιοποιηθεί, δεν μπορεί να την περιφράξει, χωρίς τη συναίνεση όλων των μελών της κοινότητας, όλων των ανθρώπων. 0 Θεός, όταν έδωσε τον κόσμο από κοινού σε όλους τους ανθρώπους, πρόσταξε επίσης τον άνθρωπο να εργάζεται, ενώ η ένδεια της κατάστασής τους επέβαλε σ’ αυτούς να εργάζονται. 0 Θεός και ο λόγος του τον προστάξανε να καθυποτάξει τη γη, δηλ. να την βελτιώσει προς ωφέλεια της ζωής, και να προσθέσει κάτι σ’ αυτήν που ήταν δικό του, την εργασία του. Αυτός που υπακούοντας στην εντολή αυτή του Θεού, κατέκτησε, όργωσε και έσπειρε ένα κομμάτι της, πρόσθεσε με τον τρόπο αυτό κάτι σ’ αυτήν που ήταν ιδιοκτησία του, στην οποία κανείς άλλος δεν είχε τίτλο, ούτε μπορούσε να του την αποσπάσει χωρίς να του προκαλέσει βλάβη.

Και ούτε η ιδιοποίηση αυτή ενός κομματιού γης, με τη βελτίωσή της, ζημίωνε ένα άλλον άνθρωπο, αφού είχε ακόμη απομείνει αρκετή και το ίδιο καλή, ενώ συνάμα περισσότερη από την αδιάθετη ήδη μπορούσε να χρησιμοποιηθεί. Έτσι ώστε, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν απέμενε λιγότερο μέρος για τους άλλους εξαιτίας της περίφραξης για τον εαυτό του. Γιατί αυτός που αφήνει αρκετή να χρησιμοποιήσει ένας άλλος, κάνει το ίδιο καλό σα να μην πήρε καθόλου. Κανείς δεν θα μπορούσε να θεωρήσει τον εαυτό του ζημιωμένο από το ότι ένας άλλος ήπιε μεγάλη ποσότητα νερού τη στιγμή που είχε ένα ολόκληρο ποτάμι με το ίδιο νερό για να ξεδιψάσει. Και η περίπτωση της γης και του νερού, αφού και από τα δύο υπάρχουν αρκετά, είναι επακριβώς η ίδια.

Ο Θεός έδωσε τον κόσμο στους ανθρώπους από κοινού· αλλά μια και τον έδωσε σ’ αυτούς με σκοπό την ωφέλειά τους και για να αποσπούν απ’ αυτόν όσο μεγαλύτερες ανέσεις για τη ζωή τους μπορούσαν, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι εννοούσε να παραμείνει πάντοτε κοινός και ακαλλιέργητος. Τον έδωσε για τη χρήση του φιλόπονου, και έλλογου (και η εργασία του θεμελιώνει το δικαίωμά του σ’ αυτόν) και όχι για την απληστία και ιδιοτροπία του εριστικού και φίλερι. Αυτός, που του είχε κάτι αφεθεί για να το βελτιώσει, το ίδιο καλό με εκείνο που είχε ήδη καταληφθεί, δεν χρειαζόταν να παραπονείται και όφειλε να μην ανακατεύεται σε εκείνο που βελτιώθηκε με την εργασία ενός άλλου: αν το έκανε, είναι σαφές ότι επιθυμούσε να επωφεληθεί από του άλλου τους κόπους, πράγμα για το οποίο δεν είχε κανένα δικαίωμα, και όχι από το έδαφος που ο Θεός του είχε δώσει από κοινού με τους άλλους για να εργασθεί, και από το οποίο του είχε απομείνει το ίδιο καλό με το κατεχόμενο, και περισσότερο απ’ όσο ήξερε τι να το κάνει, ή η φιλοπονία του θα μπορούσε να ανταποκριθεί.

Είναι αλήθεια, στη γη που είναι κοινή στην Αγγλία, ή σ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα, όπου υπάρχουν πολλοί άνθρωποι υπό κυβέρνηση, που διαθέτουν χρήματα και ασχολούνται με το εμπόριο, κανείς δεν μπορεί να περιφράξει, ούτε να ιδιοποιηθεί ένα τμήμα, χωρίς τη συναίνεση των άλλων μελών της κοινότητας: επειδή αυτή απομένει κοινή δια συμφωνίας, δηλ. με το Νόμο της Χώρας, που δεν πρόκειται να παραβιαστεί. Και μολονότι είναι κοινή ως προς ορισμένους ανθρώπους, δεν είναι κοινή για όλους τους ανθρώπους· αλλά είναι κοινή ιδιοκτησία αυτής της περιφέρειας ή εκείνης της κοινότητας.

Εκτός απ’ αυτό, εκείνο που απέμεινε μετά από μια τέτοια περίφραξη, δε θα είναι το ίδιο καλό για τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας όπως ήταν το σύνολο, όταν μπορούσαν όλοι να το χρησιμοποιούν ολόκληρο: ενώ στις απαρχές, και κατά την εγκατάσταση των ανθρώπων στη μεγάλη κοινότητα του κόσμου, ήταν τελείως διαφορετικά. Ο νόμος που ο άνθρωπος βρισκόταν υπό την εξουσία του, ευνοούσε μάλλον την ιδιοποίηση. Ο Θεός πρόσταξε, και οι ανάγκες του, τον υποχρέωσαν να εργασθεί. Ήταν ιδιοκτησία του, που δεν μπορούσε να του αφαιρεθεί, οπουδήποτε την είχε παγιώσει. Και επομένως, η καθυπόταξη ή n καλλιέργεια της γης, και η κυριάρχησή της, βλέπουμε πως πάνε μαζί. Το ένα δίνει τον τίτλο στον άλλο. Ώστε ο Θεός, προστάζοντας την καθυπόταξη, νομιμοποιούσε ως τώρα την ιδιοποίηση. Και η κατάσταση της ανθρώπινης ζωής που κάνει αναγκαία την εργασία όσο και το υλικό της εργασίας, εισάγουν κατ’ ανάγκη την ιδιωτική κτήση.

Το μέτρο της ιδιοκτησίας η φύση το έχει ορθά θέσει στην έκταση της ανθρώπινης εργασίας και στην άνεση της ζωής: κανενός ανθρώπου η εργασία δεν μπορεί να υποτάξει ή να ιδιοποιηθεί τα πάντα: ούτε μπορεί για την απόλαυσή του να καταναλώνει περισσότερο από ένα μικρό μέρος· έτσι ώστε να είναι αδύνατο σε κάθε άνθρωπο να προσβάλλει, με τον τρόπο αυτό, το δικαίωμα ενός άλλου, ή να αποκτήσει για τον εαυτό του, ιδιοκτησία, σε βάρος του γείτονά του, ο οποίος θα είχε ακόμη χώρο για μια κτήση το ίδιο καλή και μεγάλη (αφού πρώτα ο άλλος είχε πάρει τη δική του) όπως ήταν πριν την ιδιοποίηση. Το μέτρο αυτό περιόριζε πράγματι του κάθε ανθρώπου την κτήση σε μια πολύ περιορισμένη αναλογία, που ήταν τόση που θα μπορούσε να ιδιοποιηθεί χωρίς να ζημιώνει κανέναν τους πρώτους χρόνους του κόσμου, όταν οι άνθρωποι κινδύνευαν περισσότερο να χαθούν, από τους συντρόφους τους, στη τεράστια τότε αγριότητα της γης, από το να υποφέρουν εξαιτίας της απουσίας γης για να φυτέψουν.

Και το ίδιο μέτρο πρέπει ακόμη ν’ αναγνωρίζεται ως ορθό, χωρίς να ζημιώνει κανέναν, όσο κι αν ο κόσμος φαίνεται πολυπληθής. Γιατί, φανταστείτε έναν άνθρωπο, ή μια οικογένεια, στην κατάσταση που ήταν όταν στην αρχή κατοικήθηκε ο κόσμος από τα παιδιά του Αδάμ και του Νώε· αφήστε τον να φυτέψει στην ενδοχώρα, στα κενά μέρη της Αμερικής, θα βρούμε ότι οι κτήσεις που θα μπορούσε ν’ αποκτήσει στα μέτρα που δώσαμε, δεν θα ήταν πολύ μεγάλες, ούτε, ακόμη και σήμερα, θα ζημίωναν τους υπόλοιπους ανθρώπους, ούτε θα τους έδιναν το λόγο να παραπονεθούν, ή να σκεφτούν ότι ζημιώνονται από την καταπάτηση του ανθρώπου αυτού, μ’ όλο που η φυλή των ανθρώπων έχει σήμερα απλωθεί σ’ όλες τις γωνιές του κόσμου και ξεπέρασε οριστικά τον μικρό αριθμό που ήταν στην αρχή. Μάλλον, η έκταση του εδάφους έχει τόσο μικρή αξία χωρίς εργασία, ώστε άκουσα να βεβαιώνεται ότι στην Ισπανία την ίδια, ένας άνθρωπος επιτρέπεται να οργώνει, να σπέρνει και να θερίζει, χωρίς να εμποδίζεται, τη γη στην οποία δεν έχει κανένα τίτλο παρά μόνο το ότι τη χρησιμοποιεί.

Αλλά, απεναντίας, οι κάτοικοι αισθάνονται υποχρεωμένοι σε εκείνον, που, με την φιλοπονία του στην παραμελημένη και επομένως χέρσα γη, έχει αυξήσει το απόθεμα των δημητριακών που επιθυμούσαν. Αλλά ας είναι, δεν επιμένω σ’ αυτό· τολμώ όμως να ισχυρισθώ, ότι ο ίδιος κανόνας της ιδιοκτησίας, δηλ. ότι ο κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει όσο μπορεί να χρησιμοποιήσει, θα εξακολουθούσε να ισχύει στον κόσμο, χωρίς να δυσχεραίνει κανέναν, μια και υπάρχει αρκετή γη στον κόσμο για να θρέψει τους διπλούς κατοίκους, αν η επινόηση του χρήματος, και σιωπηρή συμφωνία των ανθρώπων να του δώσουν αξία δεν εισήγαγε (με συμφωνία) τις μεγαλύτερες κτήσεις, και το δικαίωμα σ’ αυτές· το οποίο, με ποιο τρόπο έγινε, θα δείξω σιγά-σιγά, σε μεγαλύτερη έκταση.

Είναι βέβαιο, ότι στις απαρχές, πριν η επιθυμία των ανθρώπων να έχουν περισσότερα απ’ όσα χρειάζονταν, μεταβάλλει τη σύμφυτη αξία των πραγμάτων, που δεν εξαρτάται παρά μόνο από τη χρησιμότητά τους για την ανθρώπινη ζωή· ή πριν (οι άνθρωποι) συμφωνήσουν ώστε ένα μικρό κομμάτι από μέταλλο που θα διατηρούνταν χωρίς να σπαταλιέται ή να φθείρεται, να αξίζει όσο ένα μεγάλο κομμάτι κρέας ή μια ολόκληρη στοίβα καλαμπόκι· και μ’ όλο που οι άνθρωποι είχαν δικαίωμα να ιδιοποιούνται, με την εργασία τους, ο καθένας για τον εαυτό του, τόσα πράγματα της φύσης, όσα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν: ωστόσο, αυτά δεν θα ήταν πολλά, ούτε προς ζημία των άλλων, όπου η ίδια αφθονία είχε ακόμη απομείνει, για εκείνους που θα χρησιμοποιούσαν την ίδια φιλοπονία.

Στο οποίο, επιτρέψτε μου να προσθέσω, ότι αυτός που ιδιοποιείται τη γη με την εργασία του, δεν μειώνει μα αυξάνει το κοινό απόθεμα των ανθρώπων. Γιατί, τα προϊόντα που συμβάλλουν στην υποστήριξη της ανθρώπινης ζωής, που παράγονται από ένα στρέμμα περιφραγμένης και καλλιεργούμενης γης, είναι (για να μιλήσουμε με κάποιο μέτρο) δέκα φορές περισσότερα, από εκείνα, που παράγονται από ένα στρέμμα κοινής γης, το ίδιο πλούσιας, που μένει χέρσα. Και επομένως, αυτός που περιφράζει γη και έχει απείρως περισσότερες ευκολίες για τη ζωή από δέκα στρέμματα απ’ όσες θα μπορούσε να έχει από εκατό εγκαταλειμμένα στη φύση, μπορεί στ’ αλήθεια να ειπωθεί ότι προσφέρει ενενήντα στρέμματα στην ανθρωπότητα. Γιατί, η εργασία του τώρα, του παρέχει προϊόντα δέκα στρεμάτων που δεν είναι παρά το προϊόν των εκατό που έχουν από κοινού. Έχω εκτιμήσει τη βελτιωμένη γη πολύ χαμηλά, υπολογίζοντας το προϊόν της σε δέκα προς ένα, τη στιγμή που φτάνει κοντά στο εκατό προς ένα. Ερωτώ λοιπόν, αν στα άγρια δάση και στις ακαλλιέργητες φυσικές εκτάσεις της Αμερικής, χωρίς καμιά βελτίωση, όργωμα ή εκμετάλλευση, χίλια στρέμματα θα παράγουν για τους συγκεκριμένους και άθλιους κατοίκους τόσες ευκολίες για τη ζωή τους, όσες δέκα στρέμματα εξίσου γόνιμης γης στο Ντεβονσάιρ όπου καλλιεργούνται σωστά;

Πριν από την ιδιοποίηση της γης, αυτός που μάζευε όσους άγριους καρπούς, ή σκότωνε, έπιανε ή εξημέρωνε όσα κτήνη μπορούσε, αυτός που χρησιμοποιούσε έτσι τους κόπους του στα αυθόρμητα προϊόντα της φύσης, ώστε να τα μεταβάλλει από την κατάσταση που τα είχε θέσει η φύση, βάζοντας σ’ αυτά την εργασία του, αποκτούσε την ιδιοκτησία σ’ αυτά. Αλλά, αν αφανίζονταν στην κατοχή του, χωρίς τη σωστή χρήση· αν οι καρποί ή το ελάφι σάπιζαν πριν μπορέσει να τα καταναλώσει, τότε αυτός θα παραβίαζε τον κοινό φυσικό νόμο και θα μπορούσε να τιμωρηθεί· καταπάτησε το μερίδιο του γείτονά του, γιατί δεν είχε κανένα δικαίωμα άλλο από εκείνο που η χρήση του επέβαλε στο καθένα απ’ αυτά, τα οποία θα μπορούσαν να του χρησιμεύσουν για να διευκολύνουν τη ζωή του.

Τα ίδια μέτρα όριζαν και την κτήση της γης επίσης: ο,τιδήποτε αυτός όργωνε και θέριζε, αποθήκευε και χρησιμοποιούσε χωρίς να σπαταλήσει, αυτό αποτελούσε ιδιαίτερό του δικαίωμα· ο,τιδήποτε περιέφραζε, και μπορούσε να εκθρέψει και να χρησιμοποιήσει, ζώα και προϊόντα, ήταν επίσης δικό του. Αλλά αν το χορτάρι της περιφραγμένης γης του σάπιζε στο έδαφος, ή οι καρποί της φυτείας του καταστρέφονταν χωρίς να τους μαζέψει και τους αποθηκεύσει, αυτό το κομμάτι της γης, παρά την περίφραξή του, έπρεπε να θεωρείται ακόμη ως χέρσο, και θα μπορούσε να γίνει κτήση οποιουδήποτε άλλου. Έτσι, στις απαρχές, ο Κάιν θα μπορούσε να πάρει τόση γη όση θα μπορούσε να οργώσει, και να την κάνει δική του, κι όμως ν’ αφήσει αρκετή για να τρέφονται τα πρόβατα του Άβελ· μερικά στρέμματα θα αρκούσαν για τις κτήσεις και των δύο. Αλλά καθώς οι οικογένειες αυξάνονταν, και η φιλοπονία τους αύξανε τ’ αποθέματά τους, οι κτήσεις τους αυξάνονταν ανάλογα με τις ανάγκες τους· αλλά όμως, ήταν όλοι τους χωρίς καμιά παγιωμένη ιδιοκτησία στη γη που χρησιμοποιούσαν, ώσπου ενώθηκαν, εγκαταστάθηκαν μαζί και έχτισαν Πόλεις, κι έπειτα, με συναίνεση, έφτασαν στην εποχή να θέσουν τα όρια των ξεχωριστών τους περιοχών, και να συμφωνήσουν τα όρια ανάμεσα σ’ αυτούς και στους γείτονές τους, και με νόμους δικούς τους διακανόνισαν τις ιδιοκτησίες όσων ανήκαν στην ίδια κοινωνία.

Γιατί βλέπουμε, ότι σε εκείνο το μέρος, του κόσμου που κατοικήθηκε πρώτο, και γι’ αυτό έμοιαζε να έχει περισσότερο πληθυσμό, από την εποχή του Αβραάμ ακόμη, περιπλανιόνταν με τα κοπάδια και τα ποίμνιά τους, που ήταν τα βιοτικά τους μέσα, ελεύθερα από δω και από κει’ κι αυτό, ο Αβραάμ το έκανε σε μια χώρα που ήταν ξένος. Από το οποίο συνάγεται σαφώς ότι, τουλάχιστον, ένα μεγάλο μέρος της γης κατεχόταν από κοινού· ότι οι κάτοικοι δεν της έδιναν αξία, ούτε διεκδικούσαν περισσότερη ιδιοκτησία απ’ όση χρησιμοποιούσαν. Αλλά όταν δεν υπήρχε αρκετός χώρος στο ίδιο μέρος για να τρέφονται τα κοπάδια τους μαζί, αυτοί, με συναίνεση, όπως έκαναν ο Αβραάμ και ο Λωτ (Γεν., ΙΓ’,5) χωρίστηκαν και μεγάλωσαν τις βοσκές τους όπου τους άρεσε περισσότερο. Και για τον ίδιο λόγο, ο Ησαύ έφυγε από τον πατέρα του και τον αδελφό του, και εγκαταστάθηκε στο Όρος Σηείρ (Γεν., ΛΣτ’,6).

Κι έτσι, χωρίς να υποθέτουμε καμιά ιδιωτική Εξουσία (Dominion), και ιδιοκτησία στον Αδάμ, σ’ ολόκληρο το κόσμο, που να αποκλείει όλους τους άλλους ανθρώπους, πράγμα που δεν μπορεί ν’ αποδειχτεί με κανένα τρόπο, ούτε κι οποιουδήποτε άλλου ιδιοκτησία να συναχθεί απ’ αυτό· αλλά υποθέτοντας ότι ο κόσμος δόθηκε όπως ήταν στα παιδιά του ανθρώπου από κοινού, βλέπουμε πως η εργασία θα μπορούσε να θεμελιώσει τα ξεχωριστά δικαιώματα των ανθρώπων στα διάφορα τμήματά του, για την ιδιωτική τους χρήση, όπου δεν θα μπορούσε να αμφισβητείται κανένα δικαίωμα, ούτε να υπάρχει πεδίο διαμάχης.

Και ούτε είναι τόσο παράξενο, όπως μπορεί να φανεί πριν από την εξέταση, ότι η ιδιοκτησία της εργασίας θα μπορούσε να ανατρέψει την κοινή κατοχή της γης. Γιατί, είναι ακριβώς η εργασία που προσδιορίζει τη διαφορά της αξίας σε κάθε πράγμα· κι αφήστε τον καθένα να βρει ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ ένα στρέμμα γης φυτεμένο με καπνό ή ζαχαροκάλαμο και σπαρμένο με σιτάρι ή καλαμπόκι· και σ’ ένα στρέμμα της ίδιας γης που κατέχεται από κοινού, χωρίς καμιά διαχείριση, και θα βρει ότι η βελτίωση που επιφέρει η εργασία αποτελεί το μέγιστο τμήμα της αξίας. Νομίζω ότι θα είναι πολύ μέτριος υπολογισμός να πούμε ότι τα προϊόντα της γης που ‘ναι χρήσιμα στη ζωή του ανθρώπου, κατά 9/10 είναι αποτέλεσμα της εργασίας: μάλλον, αν εκτιμήσουμε ορθά τα πράγματα όπως φτάνουν στη χρήση μας, και υπολογίσουμε τις διάφορες δαπάνες γι’ αυτά, δηλ. εκείνο που σ’ αυτά οφείλεται στη φύση και εκείνο που οφείλεται στην εργασία, θα βρούμε, στα περισσότερα απ’ αυτά, το 99/100 πρέπει να μπει στην πλευρά της εργασίας.

Δεν μπορεί να υπάρξει σαφέστερη απόδειξη ως προς αυτό από τα πολλά έθνη των αμερικανών, που είναι πλούσια σε γη και φτωχά σε όλες τις ανέσεις της ζωής, στα οποία η Φύση έχει προσφέρει, το ίδιο απλόχερα με άλλους λαούς, τα υλικά της αφθονίας, δηλ. γόνιμο έδαφος, κατάλληλο να παράγει σε αφθονία εκείνα που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν για τροφή ενδυμασία και απόλαυση· ωστόσο, επειδή λείπει η βελτίωσή της από την εργασία, δεν έχουν ούτε το ένα έκαστο από τις ευκολίες που απολαμβάνουμε: και ο Βασιλιάς μιας μεγάλης και γόνιμης περιοχής τρέφεται, κατοικεί και ντύνεται χειρότερα από έναν ημερομίσθιο στην Αγγλία.

Για να το κάνουμε αυτό λίγο σαφέστερο, ας ανιχνεύσουμε ορισμένες από τις συνήθεις ευκολίες της ζωής, μέσα από τα πολλά στάδιά τους, πριν περάσουν στη χρήση μας, κι ας δούμε σε πόσο βαθμό η αξία τους λαμβάνει από την ανθρώπινη βιομηχανία. Το ψωμί, το κρασί και τα ρούχα, είναι πράγματα της καθημερινής χρήσης, και υπάρχουν σε μεγάλη αφθονία· κι όμως, τα βελανίδια, το νερό και τα φύλλα ή τα δέρματα θα έπρεπε να είναι η τροφή, το ποτό και ο ρουχισμός, αν δεν μας παρείχε n εργασία μας αυτά τα πιο χρήσιμα εμπορεύματα.

Γιατί, όσο κι αν το ψωμί αξίζει περισσότερο από τα βελανίδια, το κρασί από το νερό, και το βαμβακερό ή το μεταξωτό από τα φύλλα, τα δέρματα, ή τα βρύα, αυτό εξολοκλήρου το χρωστάνε στην εργασία και την βιομηχανία. Το ένα απ’ αυτό είναι η τροφή και η ενδυμασία που η Φύση από μόνη της μας παρέχει· το άλλο ευκολίες που η βιομηχανία και οι κόποι μας προπαρασκευάζουν για μας, το οποίο πόσο υπερέχει από τα άλλα σε αξία, όταν κανείς υπολογίσει θα δει τότε σε πόσο βαθμό η εργασία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της αξίας των πραγμάτων που απολαμβάνουμε στον κόσμο αυτόν: και το έδαφος που παράγει τα υλικά δεν υπολογίζεται παρά μόνο σ’ ένα πολύ μικρό τμήμα της· τόσο μικρό, ώστε ακόμη και μεταξύ μας, η γη που εγκαταλείπεται εξολοκλήρου στη Φύση, και δεν βελτιώνεται καθόλου με τη βοσκή, το όργωμα ή το φύτεμα, ονομάζεται, όπως πράγματι είναι, χέρσα- και θα βρούμε ότι το όφελος απ’ αυτήν ισούται με λίγο περισσότερο από το τίποτα.

Αυτό δείχνει πόσο οι άνθρωποι προτιμούν το μέγεθος των κτήσεων, και ότι η αύξηση των γαιών και η ορθή χρήση τους είναι η μεγάλη τέχνη της κυβέρνησης. Και ότι ο Ηγεμόνας, που θα είναι τόσο σοφός και θεϊκός ώστε με τους θεσπισμένους νόμους της ελευθερίας να διασφαλίζει την προστασία και την ενθάρρυνση της έντιμης φιλοπονίας των ανθρώπων εναντίον της καταπίεσης της εξουσίας και της οικονομικής στενότητας, θα γίνει γρήγορα πολύ ισχυρός απέναντι στους γείτονές του. Αλλά αυτό αργότερα. Για να επιστρέψουμε στο επιχείρημά μας.

Ένα στρέμμα γης που παράγει εδώ είκοσι μπούσελ σιτάρι, κι ένα άλλο στην Αμερική, που με την ίδια διαχείριση θα παρήγαγε το ίδιο, είναι αναμφίβολα της ίδιας φυσικής, σύμφυτης αξίας. Όμως το όφελος που οι άνθρωποι λαμβάνουν από το πρώτο, σ’ ένα χρόνο, αξίζει 5 λίρες, ενώ από το δεύτερο πιθανώς ούτε μια πέννα, αν όλο το κέρδος που ένας ινδιάνος ελάμβανε απ’ αυτό επρόκειτο να εκτιμηθεί και να πουληθεί εδώ· τουλάχιστον, πρέπει να πω, ούτε 1/1000. Είναι λοιπόν η εργασία που θέτει το μεγαλύτερο τμήμα της αξίας στη γη, χωρίς την οποία αυτή δεν θ’ άξιζε τίποτα: είναι σ’ αυτή που χρωστάμε το μεγαλύτερο μέρος των χρήσιμων προϊόντων της: γιατί όλο αυτό το άχυρο, το πίτουρο, το ψωμί απ’ αυτό το στρέμμα σταριού, [που] αξίζει περισσότερο από το προϊόν το ίδιο καλής γης που βρίσκεται χέρσα, είναι εξολοκλήρου αποτέλεσμα της εργασίας.

Γιατί δεν είναι μόνον οι κόποι αυτού που οργώνει, ο μόχθος του θεριστή και του αλωνιστή, κι ο ιδρώτας του φούρναρη, που πρέπει να υπολογιστεί στο ψωμί που τρώμε· η εργασία εκείνων που κρατούν τα βόδια, που έσκαβαν και έσπαζαν τον γρανίτη και την πέτρα, που σώριαζαν και τεμάχιζαν την ξυλεία που χρησίμευε για τ’ αλέτρι, τον μύλο, τον φούρνο και κάθε άλλο σύνεργο, που ο αριθμός τους είναι τεράστιος, [και που] αποτελούν προϋπόθεση του καρπού αυτού, από το φύτεμά του ως τον θερισμό του μέχρι να γίνει ψωμί, πρέπει όλα να χρεωθούν στον λογαριασμό της εργασίας και να εκληφθούν ως αποτέλεσμά της· η Φύση και η Γη δεν προσφέρουν παρά μόνο τα δίχως αξία υλικά όπως είναι, θα ήταν ένας παράξενος κατάλογος πραγμάτων, που η βιομηχανία προμήθεψε και χρησιμοποίησε για κάθε καρβέλι ψωμί, πριν έρθει στη χρήση μας, αν μπορούσαμε να τ’ ανιχνεύσουμε· σίδηρο, ξύλο, δέρμα, βυρσοδεψικός φλοιός, ξυλεία, πέτρα, τούβλα, κάρβουνα, ασβέστης, βαμβάκι, χρώματα, κατράμι, πίσσα, ιστούς, σκοινιά και όλα τ’ άλλα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στο πλοίο που έφερε κάποιο από τα εμπορεύματα που χρησιμοποιήθηκαν από κάποιον από τους εργάτες σε κάποιο τμήμα της δουλειάς του, που θα ήταν σχεδόν αδύνατο, τουλάχιστον πολύ εκτεταμένο, να καταγραφούν.

Απ’ όλα αυτά είναι σαφές, ότι μολονότι τα πράγματα της Φύσης έχουν δοθεί από κοινού, ο άνθρωπος (καθώς είναι κύριος του εαυτού του, και κτήτωρ του δικού του προσώπου, και των πράξεων ή της εργασίας του) έχει ακόμη στον εαυτό του το μεγάλο θεμέλιο της Ιδιοκτησίας· και αυτό που χρησιμοποίησε για την υποστήριξη ή την βολή της ζωής του, όταν οι επινοήσεις και οι τέχνες είχαν βελτιώσει τις ευκολίες της ζωής, ήταν εξολοκλήρου δικό του και δεν ανήκε στους άλλους από κοινού.

Έτσι, η Εργασία, στις απαρχές, έδωσε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, σε οποιονδήποτε επιθυμούσε να τη χρησιμοποιήσει σε ό,τι ήταν κοινό, που παρέμενε, επί μακρόν, το μεγαλύτερο τμήμα, και εξακολουθεί να είναι περισσότερο απ’ όσο χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι αρχικά, στο μεγαλύτερο μέρος του, έμεναν ευχαριστημένοι με εκείνο που η απλή φύση πρόσφερε για τις ανάγκες τους: και μολονότι αργότερα, σε ορισμένα μέρη του κόσμου, (όπου η αύξηση του πληθυσμού και των αποθεμάτων, με τη χρήση του χρήματος) έκαναν τη Γη σπάνια, και της έδωσαν έτσι ορισμένη αξία, οι διάφορες κοινότητες καθόρισαν τα σύνορα των χωριστών περιοχών τους, και με νόμους που οι ίδιες έκαναν, ρύθμισαν τις ιδιοκτησίες των επιμέρους ανθρώπων (Private Men) της κοινωνίας τους, κι έτσι, με Σύμφωνο, και συμφωνία, καθόρισαν την ιδιοκτησία που η εργασία και η βιομηχανία εγκαινίασαν· και οι συμμαχίες που έχουν γίνει μεταξύ πολλών Κρατών και Βασιλείων, είτε ρητά ή σιωπηρά αποκηρύσσοντας κάθε απαίτηση και δικαίωμα στη γη των κτήσεων των άλλων, έχουν, με κοινή συναίνεση, παραιτηθεί από τις αξιώσεις τους στο φυσικό και κοινό τους δικαίωμα, που αρχικά είχαν σε εκείνες τις χώρες, κι έτσι έχουν με θετική συμφωνία, ρυθμίσει την ιδιοκτησία μεταξύ τους, σε ξεχωριστά τμήματα και κομμάτια της Γης: ωστόσο, υπάρχουν ακόμη μεγάλα κομμάτια εδάφους που (καθώς οι κάτοικοί τους δεν έχουν ενωθεί με τους υπόλοιπους ανθρώπους συναινώντας στη χρήση του χρήματος) βρίσκονται χέρσα, και είναι περισσότερα από τους ανθρώπους που κατοικούν σ’ αυτά, χρησιμοποιούν, ή μπορούν να χρησιμοποιήσουν, κι έτσι εξακολουθούν να βρίσκονται από κοινού. Αν και αυτό είναι κάτι που σπάνια μπορεί να συμβεί σε εκείνο το τμήμα της ανθρωπότητας, όπου έχουν συναινέσει στη χρήση του χρήματος.

Το μεγαλύτερο μέρος των πραγμάτων που είναι πραγματικά χρήσιμα στη ζωή των ανθρώπων, όπως και εκείνα που η αναγκαιότητα επιβίωσης έκανε τους πρώτους κατοίκους (Commoners) του κόσμου ν’ αναζητούν, όπως κάνουν οι αμερικανοί τώρα, είναι γενικά βραχείας διαρκείας· όπως εκείνα, που αν δεν καταναλωθούν με τη χρήση θα φθαρούν και θα καταστραφούν. Το χρυσάφι, το ασήμι και τα διαμάντια είναι πράγματα που η φαντασία ή η συμφωνία έχει δώσει σ’ αυτά περισσότερη αξία από την πραγματική χρησιμότητα ή την απαραίτητη υποστήριξη της ζωής. Τώρα, σε εκείνα τα καλά πράγματα που η φύση έχει παραδώσει από κοινού, ο καθένας έχει δικαίωμα (όπως ειπώθηκε) στο μέτρο που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, και έχει ιδιοκτησία σε όσα θα μπορούσε ν’ αλλάξει με την εργασία του: όσα η βιομηχανία του μπορούσε να επεκταθεί για να τα μεταβάλλει από την κατάσταση που τα έχει θέσει η φύση, ήταν δικά του. Αυτός που μάζεψε εκατό μπούσελ βελανίδια ή μήλα, έχει εξ αυτού την ιδιοκτησία σ’ αυτά· έγιναν δικά του αγαθά ενόσω τα μάζευε.

Έπρεπε μόνο να κοιτάξει να τα χρησιμοποιήσει πριν σπαταληθούν· αλλιώς πήρε περισσότερα από το μερίδιό του, και λήστευε τους άλλους. Και ήταν πράγματι ανόητο, καθώς επίσης και ανέντιμο, να συσσωρεύει περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Αν χάριζε ένα μέρος σ’ οποιονδήποτε άλλον, ώστε να μην καταστραφούν άχρηστα στην κτήση του, αυτά εξίσου τα χρησιμοποιούσε. Κι αν επίσης αντάλλασσε δαμάσκηνα, που θα σάπιζαν μέσα σε μια εβδομάδα, με καρύδια, που θα έμεναν άθικτα για τροφή του επί έναν ολόκληρο χρόνο, δεν προκαλούσε ζημιά· δεν σπαταλούσε το κοινό απόθεμα· δεν κατέστρεφε κανένα τμήμα από την αναλογία των αγαθών που ανήκαν στους άλλους, στο βαθμό που τίποτα δεν καταστρεφόταν άχρηστο στα χέρια του. Και αν έδινε τα καρύδια του για ένα κομμάτι μετάλλου, ευχαριστημένος με το χρώμα του· ή αν αντάλλασσε τα πρόβατά του με όστρακα, ή το μαλλί μ’ ένα λαμπερό πετράδι ή διαμάντι, και τα κρατούσε για όλη του τη ζωή, δεν προσέβαλε το δικαίωμα των άλλων· καθώς, η υπέρβαση των ορίων της δίκαιης ιδιοκτησίας του δεν βρίσκεται στο μέγεθος κτήσεών του, αλλά στην καταστροφή οποιουδήποτε πράγματος σ’ αυτές.

Κι έτσι έφτασε στη χρήση του χρήματος, ενός διαρκούς πράγματος, που οι άνθρωποι θα μπορούσαν να κρατούν χωρίς να καταστρέφεται, και το οποίο, με αμοιβαία συμφωνία, θα έπαιρναν οι άνθρωποι ως αντάλλαγμα για τα πραγματικά χρήσιμα μέσα της ζωής, που όμως μπορούσαν να καταστραφούν.

Και όπως οι διαφορετικοί βαθμοί βιομηχανίας ήταν ικανοί να δίνουν στους ανθρώπους κτήσεις σε διαφορετικές αναλογίες, έτσι και η επινόηση του χρήματος τους έδωσε την ευκαιρία να εξακολουθούν να τις μεγαλώνουν. Γιατί, αν υποθέσουμε ένα νησί, απόμακρο από κάθε δυνατό εμπόριο με τον υπόλοιπο κόσμο, στο οποίο να μην υπήρχαν παρά μόνο εκατό οικογένειες, αλλά να υπήρχαν πρόβατα, άλογα, αγελάδες, μαζί με άλλα χρήσιμα ζώα, θρεπτικά φρούτα, και αρκετή γη για σιτάρι εκατό χιλιάδες φορές περισσότερη απ’ αυτούς, αλλά τίποτα στο νησί, είτε εξαιτίας των κατοίκων του, είτε της αλλοιωσιμότητας, κατάλληλο να στηρίξει τη θέση του χρήματος: ποιόν λόγο θα μπορούσε κανείς να έχει εκεί για να μεγαλώσει τις κτήσεις του πέρα από τη χρήση της οικογένειάς του, και την άφθονη κατανάλωσή του, είτε σε ό,τι η δική τους βιομηχανία παρήγαγε, είτε στην ανταλλαγή με άλλα χρήσιμα, αλλά εξίσου αλλοιώσιμα, εμπορεύματα με τους άλλους; Όπου δεν υπάρχει κάτι διαρκές και σπάνιο, κι έτσι πολύτιμο για να συσσωρεύεται, εκεί οι άνθρωποι δεν θα είναι ικανοί να μεγαλώνουν τις κτήσεις τους στη γη, και αυτή δεν θα ήταν ποτέ τόσο πλούσια , ποτέ τόσο ελεύθερη για να την πάρουν.

Γιατί ερωτώ, πόσο θ’ αξιολογούσε ένας άνθρωπος δέκα χιλιάδες ή εκατό χιλιάδες ακρ εξαίρετης γης, εύκολα καλλιεργούμενης, και καλά εφοδιασμένης επίσης με ζώα, στο μέσον των χερσαίων τμημάτων της Αμερικής, όπου δεν θα είχε καμμιά ελπίδα εμπορίου με άλλα τμήματα του κόσμου, για να πάρει χρήματα από την πώληση του προϊόντος; Δεν θ’ άξιζε να την περιφράξει, και θα τον βλέπαμε να εγκαταλείπει πάλι στην άγρια κοινότητα της φύσης ο,τιδήποτε ήταν περισσότερο από εκείνο που θα παρείχε τις ευκολίες της ζωής, γι’ αυτόν και την οικογένειά του.

Έτσι, στις απαρχές του, όλος ο κόσμος ήταν σαν την Αμερική, και, πιο πολύ απ’ όσο είναι τώρα· γιατί, κανένα πράγμα σαν το χρήμα δεν ήταν πουθενά γνωστό. Βρείτε κάτι που έχει τη χρήση και την αξία του χρήματος στους γείτονές του, και θα δείτε τον ίδιο άνθρωπο ν’ αρχίζει αμέσως να μεγαλώνει τις κτήσεις του.

Αλλά, αφού το χρυσάφι και το ασήμι, όντας ελάχιστα χρήσιμο στη ζωή του ανθρώπου σε σχέση με την τροφή, την ενδυμασία και τη μεταφορά, έχει την αξία του από τη συναίνεση των ανθρώπων, και αφού η εργασία αποτελεί, κατά το μεγαλύτερο μέρος, το μέτρο της αξίας, είναι φανερό ότι οι άνθρωποι έχουν συμφωνήσει σε δυσανάλογες και άνισες κτήσεις της γης, έχοντας με σιωπηρή και εκούσια συναίνεση βρει ένα τρόπο, πως ένας άνθρωπος μπορεί έντιμα να κατέχει περισσότερη γη απ’ όση εκείνος μπορεί να χρησιμοποιήσει το προϊόν της, λαμβάνοντας σε αντάλλαγμα για το πλεόνασμα, χρυσάφι και ασήμι, το οποίο μπορεί να συσσωρευθεί χωρίς να ζημιώνει κανέναν, καθώς τα μέταλλα αυτά δεν σπαταλιούνται, ούτε φθίνουν στα χέρια του κατόχου. Το μοίρασμα αυτό των πραγμάτων, σε μιαν ανισότητα των ιδιωτικών κτήσεων, οι άνθρωποι το έχουν κάνει εφικτό εκτός των ορίων της κοινωνίας, και χωρίς συμφωνία, θέτοντας μόνο αξία στο χρυσάφι και στο ασήμι, και συμφωνώντας σιωπηρά στη χρήση του χρήματος. Γιατί, στις κυβερνήσεις οι νόμοι ρυθμίζουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, και η κτήση της γης καθορίζεται από θετικά θεσπίσματα.

Κι έτσι, νομίζω, είναι πολύ εύκολο να κατανοήσουμε, χωρίς καμιά δυσκολία, πως η εργασία μπόρεσε αρχικά να εγκαινιάσει τον τίτλο στην ιδιοκτησία στα κοινά πράγματα της φύσης, και πως η σπατάλη που προκαλείται με τη χρήση μας, τον περιόρισε. Έτσι, ώστε δεν θα μπορούσε τότε να υπάρχει κανένας λόγος διαμάχης για τον τίτλο, ούτε καμιά αμφιβολία για το μέγεθος της κτήσης που έδινε. Το δικαίωμα και η ευκολία πήγαιναν μαζί· γιατί, καθώς ο άνθρωπος είχε δικαίωμα στα πάντα, ώστε να μπορούσε να χρησιμοποιεί την εργασία του σ’ αυτά, έτσι δεν είχε κανέναν πειρασμό να εργάζεται για περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Αυτό δεν άφηνε κανένα περιθώριο διαμάχης για τον τίτλο, ούτε για παραβιάσεις του δικαιώματος των άλλων· ποια αναλογία έπαιρνε ένας άνθρωπος για τον εαυτό του, ήταν εύκολο να το δει κανείς· και ήταν άχρηστο και ανέντιμο να πάρει για τον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ – ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Αν ο άνθρωπος στη φυσική κατάσταση είναι τόσο ελεύθερος, όσο έχει ειπωθεί· αν είναι απόλυτος κύριος του προσώπου του και των κτήσεών του, ίσος με τον ισχυρότερο, και χωρίς να υπόκειται σε κανέναν, γιατί, παραιτείται από την ελευθερία του; Γιατί εγκαταλείπει την απόλυτη αυτή εξουσία και υποτάσσεται στην κυριαρχία και τον έλεγχο μιας άλλης εξουσίας; Σ’ αυτό είναι προφανής η απάντηση, ότι αν και στη φυσική κατάσταση έχει αυτό το δικαίωμα, ωστόσο η απόλαυση του δικαιώματος αυτού είναι ιδιαίτερα αβέβαιη, και διαρκώς εκτεθειμένη στην παραβίαση των άλλων. Γιατί, καθώς όλοι είναι βασιλιάδες το ίδιο μ’ αυτόν, ο κάθε άνθρωπος ίσος του, και το μεγαλύτερο μέρος δεν τηρεί αυστηρά την ευθυδικία και την δικαιοσύνη, η απόλαυση της ιδιοκτησίας που διαθέτει, στη κατάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα ανασφαλής και ιδιαίτερα αβέβαιη. Αυτό τον κάνει να επιθυμεί να εγκαταλείψει μια κατάστάση, που οσοδήποτε ελεύθερη κι αν είναι, είναι πλήρης φόβων και διαρκών κινδύνων· και δεν είναι χωρίς λόγο το ότι επιδιώκει και επιθυμεί να ενταχθεί σε κοινωνία με άλλους, που είναι ήδη ενωμένοι, ή έχουν κατά νου να ενωθούν για την αμοιβαία διασφάλιση της ζωής τους, της ελευθερίας τους και της περιουσίας τους, που τα αποκαλώ με το γενικό όνομα ιδιοκτησία.

Ο μεγάλος και πρωταρχικός σκοπός λοιπόν για τον οποίο οι άνθρωποι ενώνονται σε Πολιτείες και θέτουν τον εαυτό τους υπό κυβέρνηση, είναι η διασφάλιση της ιδιοκτησίας τους. Ως προς τη διασφάλιση αυτή, στη φυσική κατάσταση πολλά πράγματα λείπουν.

Πρώτο, λείπει ένα θεσμοθετημένο, εδραιωμένο και γνωστό δίκαιο, δεν εκλαμβάνεται και αναγνωρίζεται από την κοινή συναίνεση ως η σταθερά του ορθού και του σφαλερού, και το κοινό μέτρο που κρίνει κάθε αντιδικία μεταξύ τους. Γιατί, μολονότι ο Φυσικός Νόμος είναι σαφής και κατανοητός σε όλα τα έλλογα πλάσματα, ωστόσο οι άνθρωποι καθώς επηρεάζονται από το συμφέρον τους, και είναι αμαθείς επειδή δεν τον μελετούν, δεν είναι σε θέση να τον αναγνωρίσουν ως νόμο δεσμευτικό όταν εφαρμόζεται στις επιμέρους περιπτώσεις τους.

Δεύτερο, στη φυσική κατάσταση απουσιάζει ένας γνωστός και αμερόληπτος δικαστής με εξουσία να κρίνει κάθε διαφορά σύμφωνα με τον θεσμοθετημένο νόμο. Γιατί, καθώς ο καθένας είναι στην κατάσταση αυτή, ο κριτής και ο εκτελεστής του φυσικού νόμου, και καθώς οι άνθρωποι είναι μεροληπτικοί ως προς τον εαυτό τους, το πάθος και η εκδίκηση ειναι πολύ εύκολο να τους οδηγήσουν πολύ μακρυά, και με μεγάλη ένταση, στις υποθέσεις τους· καθώς επίσης και η αμέλεια, μαζί με την αδιαφορία, να τους κάνει ιδιαίτερα απρόσεκτους απέναντι στους άλλους ανθρώπους.

Τρίτο, στη φυσική κατάσταση συχνά απουσιάζει μια εξουσία για να στηρίζει και να επιβάλλει την εκτέλεση της ποινής, όταν αυτή είναι δίκαιη, και να την εκτελεί όπως πρέπει. Αυτοί που ζημιώθηκαν από μια αδικία σπάνια αποτυγχάνουν αν επιχειρήσουν να επανορθώσουν με τη βία την αδικία που τους έγινε· η αντίσταση αυτή [όμως] πολλές φορές καθιστά την τιμωρία επικίνδυνη, και συχνά καταστροφική, για εκείνους που την επιχειρούν.

Έτσι οι άνθρωποι, παρόλα τα προνόμια της φυσικής κατάστασης, και καθώς δεν βρίσκονται παρά σε μια εχθρική κατάσταση, ενόσω παραμένουν σ’ αυτήν, οδηγούνται σύντομα στην κοινωνία. Σπάνια επομένως βρίσκουμε έναν αριθμό ανθρώπων στην κατάσταση αυτή. Οι ανεπάρκειες στις οποίες αυτοί είναι εκτεθειμένοι, με την ακανόνιστη και αβέβαιη άσκηση της εξουσίας που έχει ο κάθε άνθρωπος να τιμωρεί τις παραβιάσεις των άλλων, τους κάνει να καταφύγουν υπό τους θεσμοθετημένους νόμους της κυβέρνησης, κι έτσι να επιδιώκουν τη διασφάλιση της ιδιοκτησίας τους. Αυτό είναι που τους κάνει να επιθυμούν τόσο πολύ να εγκαταλείψει ο καθένας την ξέχωρη εξουσία του να τιμωρεί, ώστε αυτή να ασκείται από εκείνον μόνο που θα τον ορίσουν αυτοί· και στη βάση τέτοιων κανόνων, που η κοινότητα, ή εκείνοι που εξουσιοδοτήθηκαν απ’ αυτούς για τον σκοπό αυτό, θα συμφωνήσουν. Και σ’ αυτό συνίσταται το αρχικό δικαίωμα και η εμφάνιση της νομοθετικής όσο και της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς επίσης και οι κυβερνήσεις και οι κοινωνίες οι ίδιες.

Γιατί, στη φυσική κατάσταση, εκτός από την ελευθερία στις αθώες απολαύσεις, ο άνθρωπος έχει δύο εξουσίες.

Η πρώτη είναι να κάνει ο,τιδήποτε νομίζει κατάλληλο για την αυτοσυντήρησή του και τη συντήρηση των άλλων, στα όρια που επιτρέπει ο φυσικός νόμος: με τον νόμο αυτό, ο οποίος είναι κοινός για όλους τους, αυτός και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι αποτελούν μια Κοινότητα, απαρτίζουν μια κοινω-νια ξεχωριστή από όλα τα άλλα πλάσματα· και αν δεν ήταν η διαφθορά και η κακή φύση των διεστραμμένων ανθρώπων, δεν θα υπήρχε ανάγκη για τίποτ’ άλλο· ούτε ανάγκη να αποσχισθούν οι άνθρωποι από τη μεγάλη και φυσική αυτή κοινότητα, και με θετική συμφωνία να συνενωθούν σε μικρότερες και διηρημένες ενώσεις.

Η άλλη εξουσία, που ο άνθρωπος έχει στη φυσική κατάσταση, είναι η εξουσία να τιμωρεί τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον του νόμου αυτού. Από τις δύο αυτές εξουσίες παραιτείται, όταν εντάσσεται σε μια ιδιωτική, αν μπορώ να την αποκαλέσω έτσι, ή επιμέρους Πολιτική Κοινωνία, και ενσωματώνεται σε μια Πολιτεία, ξέχωρη από τους υπόλοιπους ανθρώπους.

Την πρώτη εξουσία, δηλ, να κάνει ο,τιδήποτε θεωρούσε κατάλληλο για την αυτοσυντήρησή του, και για τη συντήρηση των υπόλοιπων ανθρώπων, την εγκαταλείπει ώστε να ρυθμίζεται από νόμους που γίνονται από την κοινωνία, στο βαθμό που το απαιτεί η αυτοσυντήρησή του, και η συντήρηση της υπόλοιπης κοινωνίας· οι νόμοι αυτοί της κοινωνίας, σε πολλά πράγματα, περιορίζουν την ελευθερία που είχε με τον Φυσικό Νόμο.

Δεύτερο, την Εξουσία να τιμωρεί την εγκαταλείπει εξ ολοκλήρου, και δεσμεύει την φυσική του δύναμη (την οποία θα μπορούσε πριν να χρησιμοποιήσει για την εκτέλεση του φυσικού νόμου, με την δική του ξεχωριστή εξουσία, όπως νόμιζε σωστό) για να ενισχύσει την εκτελεστική εξουσία της

κοινωνίας, κατά τον τρόπο που θα προσδιορίσει ο νόμος. Γιατί καθώς βρίσκεται τώρα σε μια νέα κατάσταση, όπου πρόκειται ν’ απολαύσει πλήθος ευκολιών, από την εργασία, τη συνδρομή και την αλληλεγγύη των άλλων στην ίδια Κοινότητα, καθώς επίσης και την προστασία από τη συνολική της ισχύ, πρόκειται να παραιτηθεί από τόση φυσική ελευθερία που έχει φροντίζοντας τον εαυτό του, όση το καλό, η ευημερία και η ασφάλεια της κοινωνίας απαιτεί: που δεν είναι μόνο αναγκαίο, αλλά και δίκαιο, μια και τα άλλα μέλη της κοινωνίας κάνουν το ίδιο.

Αλλά, μολονότι οι άνθρωποι όταν εισέρχονται στην κοινωνία, εναποθέτουν την ισότητα, την ελευθερία και την εκτελεστική εξουσία που είχαν στη φυσική κατάσταση, στα χέρια της κοινότητας, για να τις διαχειριστεί η νομοθετική εξουσία για το καλό της κοινωνίας ωστόσο, καθώς πρόθεση του καθένα είναι να διασφαλίζει καλύτερα την ελευθερία του και την ιδιοκτησία του (γιατί κανένα έλλογο πλάσμα δεν μπορεί να υποτεθεί ότι μεταβάλλει τις συνθήκες του με πρόθεση να τις χειροτερέψει), η εξουσία της κοινωνίας, ή η νομοθετική εξουσία που συστήθηκε απ’ αυτούς, δεν μπορεί ποτέ να υποτεθεί ότι επεκτείνεται περισσότερο από το κοινό καλό, αλλά είναι υποχρεωμένη να διασφαλίζει του καθένα την ιδιοκτησία παίρνοντας μέτρα απέναντι στις τρεις εκείνες ανεπάρκειες που αναφέρθηκαν παραπάνω, και που έκαναν τη φυσική κατάσταση τόσο ανασφαλή και ταραγμένη.

Κι έτσι, οποιοσδήποτε έχει τη νομοθετική ή υπέρτατη εξουσία μιας Πολιτείας, είναι υποχρεωμένος να κυβερνά με θεσμοθετημένος έγκυρους (Standing) νόμους, επικυρωμένους και γνωστοποιημένους στον λαό, και όχι με έκτακτα διατάγματα· με αμερόληπτους και χρηστούς δικαστές, που πρόκειται να κρίνουν τις αντιδικίες με τους νόμους αυτούς· και να χρησιμοποιεί τη δύναμη της κοινότητας στο εσωτερικό, μόνο ως προς την εκτέλεση των νόμων αυτών, ή στο εξωτερικό να προλαμβάνει ή ν’ αποκαθιστά τις βλάβες που προκαλούνται από τους ξένους, και να διασφαλίζει την κοινότητα από τις επιδρομές και τις εισβολές. Και όλα αυτά δεν πρέπει να κατευθύνονται προς κανένα άλλο σκοπό, παρά μόνο στην ειρήνη, την ασφάλεια και το δημόσιο καλό του λαού.


Η ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ*

4 Ιουλίου 1776

ΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ, γίνεται αναγκαίο σε έναν λαό να διαρρήξει τους πολιτικούς δεσμούς που τον συνέδεαν μ’ έναν άλλον, και να πάρει από τις εξουσίες της γης την χωριστή και ίση βαθμίδα που οι φυσικοί νόμοι και οι νόμοι της φύσης του Θεού του δίνουν το δικαίωμα, ο αρμόζων σεβασμός στη γνώμη της ανθρωπότητας επιβάλλει να διακηρύξει τις αιτίες που τον εξώθησαν στον χωρισμό.

Υποστηρίζουμε ότι οι αλήθειες αυτές είναι αυταπόδεικτες: όλοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν ίσοι· είναι όλοι τους προικισμένοι από τον Δημιουργό τους με ΟΡΙΣΜΕΝΑ [σύμφυτα και) αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα· ανάμεσα σ’ αυτά είναι η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας· για να διασφαλισθούν τα δικαιώματα αυτά, οι άνθρωποι μεταξύ τους εγκαθιδρύουν κυβερνήσεις, που έλκουν τις δίκαιες εξουσίες τους από τη συναίνεση των κυβερνωμένων· κάθε φορά που μια μορφή διακυβέρνησης προκαλεί την καταστροφή των σκοπών αυτών, είναι δικαίωμα του λαού να την μεταβάλλει ή να την καταργήσει, και να εγκαθιδρύσει νέα κυβέρνηση, θεμελιώνοντάς την σε τέτοιες αρχές, και οργανώνοντας τις εξουσίες της με τέτοια μορφή, ώστε να φαίνεται σ’ αυτόν πιθανότερο ότι θα επιτύχει την ασφάλεια και την ευτυχία του. Η φρόνηση, ιδιαίτερα, υπαγορεύει ότι οι μακρόχρονα εγκαθιδρυμένες κυβερνήσεις δεν αλλάζουν για ασήμαντες και πρόσκαιρες αιτίες· και, αντίστοιχα, η εμπειρία έχει δείξει ότι οι άνθρωποι είναι περισσότερο διατεθειμένοι να υποφέρουν τα δεινά όταν αυτά είναι υποφερτά, από το να βρίσκουν το δίκιο τους καταργώντας τις μορφές στις οποίες έχουν συνηθίσει. Αλλά όταν μια μακρόχρονη σειρά καταχρήσεων και σφετερισμών, [που άρχισαν σε μια ξεχωριστή περίοδο καιΐ, ακολουθώντας απαράλλαχτα τον ίδιο προσανατολισμό, καταδείχνει ένα σχέδιο να τους περιορίσει στον απόλυτο δεσποτισμό, είναι δικαίωμά τους και καθήκον τους ν’ ανατρέψουν μια τέτοια κυβέρνηση, και να προνοήσουν νέους φρουρούς για τη μελλοντική τους ασφάλεια. Αυτή ήταν η καρτερική ανεκτικότητα των αποικιών αυτών· και αυτή είναι η αναγκαιότητα τώρα που τις υποχρεώνει να ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΥΝ [να εξαλείψουνί τα προηγούμενα συστήματα διακυβέρνησής τους. Η ιστορία του σημερινού βασιλιά της Μεγάλης Βρετανίας είναι η ιστορία των ΕΠΑΝΕΙΛΗΜΜΕΝΩΝ [ακατάπαυστωνί αδικιών και σφετερισμών, ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΟΛΕΣ ΤΟΥΣ [μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός που να διαψεύδει τον ομοιόμορφο τόνο των υπολοίπων, αλλά όλα τους έχουν] ως άμεσο στόχο την εγκαθίδρυση μιας απόλυτης τυραννίας στις πολιτείες αυτές. Για να αποδειχθεί αυτό, ας τεθούν τα γεγονότα υπόψη ενός αμερόληπτου κόσμου [για την αλήθεια των οποίων καταθέτουμε ως εγγύηση μια πίστη που δεν έχει ακόμη σπιλωθεί από τη σφαλερότηταΐ.

Έχει αρνηθεί τη συγκατάθεσή του στους πιο ωφέλιμους και αναγκαίους για το δημόσιο καλό νόμους.

Έχει απαγορεύσει στους κυβερνήτες του να εγκρίνουν νόμους άμεσης και πιεστικής σημασίας, εκτός κι αν αναστέλλονταν η εφαρμογή τους μέχρι να ληφθεί η συγκατάθεσή του· και όταν με τον τρόπο αυτό αναστέλλονταν, παραμελούσε τελικά ν’ ασχοληθεί μ’ αυτούς.

Έχει αρνηθεί να επικυρώσει άλλους νόμους για τον εποικισμό μεγάλων περιοχών από ανθρώπους, εκτός κι αν αυτοί παραιτούνταν από το δικαίωμα της εκπροσώπησης στη νομοθετική εξουσία, δικαίωμα ανεκτίμητο γι’ αυτούς, και τρομερό μόνο για τους τυράννους.

Έχει συγκαλέσει τα νομοθετικά σώματα σε χώρους ασυνήθιστους, άβολους και απόμακρους από την έδρα τους όπου θα εξασφαλιζόταν η δημοσιότητα των εργασιών τους, με μοναδικό σκοπό να τα εξαντλήσει ώστε να συμμορφωθούν στα μέτρα του.

Έχει διαλύσει τα αντιπροσωπευτικά σώματα επανειλημμένα [και μονίμωςΐ επειδή εναντιώθηκαν με γενναία αποφασιστικότητα στις από μέρους του παραβιάσεις των δικαιωμάτων του λαού.

Έχει αρνηθεί, για μεγάλο διάστημα μετά από την πρόκληση της διάλυσής τους, να προκαλέσει την εκλογή άλλων, και έτσι οι νομοθετικές εξουσίες, καθώς είναι αδύνατο να εκμηδενιστούν, έχουν, σε μεγάλο βαθμό, επιστρέψει στο λαό για να ασκηθούν, ενώ το κράτος παρέμεινε, στο μεταξύ, εκτεθειμένο σε κάθε κίνδυνο προσβολής από το εξωτερικό και αναταραχής στο εσωτερικό.

Έχει επιδιώξει να φέρει εμπόδια στον πληθυσμό των πολιτειών αυτών· και για τον σκοπό αυτό παρενέβαλε προσκόμματα στην εφαρμογή των νόμων για την πολιτογράφηση των ξένων, αρνούμενος να εγκρίνει άλλους νόμους για να ενθαρρύνει τη μετανάστευσή τους εδώ, και θέτοντας σκληρότερους όρους για τη νέα ιδιοποίηση των γαιών.

Έχει ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΕΙ [και ζημιώσει] τη λειτουργία της δικαιοσύνης [ώστε να παύσει να λειτουργεί σε ορισμένες από τις πολιτείες αυτές] ΜΕ το να αρνηθεί τη συγκατάθεσή του σε νόμους σχετικά με την εγκαθίδρυση δικαστικών εξουσιών.

Έχει προκαλέσει ώστε οι δικαστές [μαςί να εξαρτώνται μόνο από τη βούλησή του για την κατάληψη των αξιωμάτων τους, και για το ύψος και την πληρωμή των μισθών τους.

Έχει συστήσει πλήθος νέων αξιωμάτων [με ανεξέλεγκτη εξουσίαΐ και έστειλε εδώ πλήθος νέων αξιωματούχων για να ταλαιπωρήσουν και να απομυζήσουν το λαό μας.

Έχει διατηρήσει μεταξύ μας, σε καιρούς ειρήνης, μόνιμο στρατό [και πολεμικά πλοίαΐ χωρίς τη συγκατάθεση της νομοθετικής εξουσίας.

Έχει προσπαθήσει να καταστήσει τη στρατιωτική εξουσία ανεξάρτητη και υπέρτερη από την πολιτική εξουσία.

Έχει συμπράξει με άλλους για να μας υποτάξουν σε μια δικαιοδοτική εξουσία ξένη προς τους καταστατικούς μας χάρτες, και μη αναγνωριζόμενη από τους νόμους μας, παραχωρώντας τη συγκατάθεσή του στις δήθεν νομοθετικές τους πράξεις που αφορούσαν τη στρατοπέδευση μεγάλων σωμάτων στρατού ανάμεσά μας· (που αφορούσαν) την προστασία τους με παρωδία δικών από την τιμωρία για τα εγκλήματα που θα διέπρατταν στους κατοίκους των πολιτειών αυτών· την περικοπή του εμπορίου μας με άλλα μέρη του κόσμου· την επιβολή φόρων χωρίς τη συναίνεσή μας· την στέρηση από μας ΣΕ ΠΟΛΛΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ των ευεργετημάτων της δίκης ενώπιον ενόρκων· τη μεταγωγή μας πέρα από τις θάλασσες για να δικαστούμε για δήθεν παραβάσεις· την κατάργηση του ελεύθερου συστήματος των αγγλικών νόμων σε γειτονική επαρχία, εγκαθιδρύοντας εκεί μια αυθαίρετη κυβέρνηση, και διευρύνοντας τα σύνορά της, ώστε να τη καταστήσει ταυτόχρονα παράδειγμα και κατάλληλο όργανο για την εισαγωγή της ίδιας απόλυτης κυριαρχίας στις ΑΠΟΙΚΙΕΣ [πολιτείεςΐ αυτές· την αφαίρεση των χαρτών των δικαιωμάτων μας, καταργώντας τους πιο αξιόλογους νόμους μας, και μεταβάλλοντας εκ βάθρων τις μορφές της διακυβέρνησής μας· την αναστολή λειτουργίας των δικών μας νομοθετικών σωμάτων, και την ανακήρυξή τους (των άλλων) σε θέση περιβεβλημένη με την εξουσία να νομοθετούν για μας σε κάθε περίπτωση.

Έχει αποκηρύξει την κυβέρνηση εδώ ΚΗΡΥΣΣΟΝΤΑΣ ΜΑΣ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ, ΚΑΙ ΚΗΡΥΣΣΟΝΤΑΣ ΠΟΛΕΜΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ [απομακρύνοντας τους κυβερνήτες του, και κηρύσσοντάς μας εκτός της αφοσίωσης και της προστασίας τουΐ.

Έχει λεηλατήσει τις θάλασσές μας, έχει ερημώσει τις ακτές μας, έχει κάψει τις πόλεις μας και έχει καταστρέψει τη ζωή του λαού μας.

Μεταφέρει αυτή τη στιγμή μεγάλες στρατιές ξένων μισθοφόρων για να περατώσουν το έργο του θανάτου, της ερήμωσης και της τυραννίας που ήδη άρχισε με περιστατικά ωμότητας και προδοσίας ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΞΟΜΟΙΩΝΟΝΤΑΙ ΟΥΤΕ ΜΕ ΕΚΕΙΝΑ ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΒΑΡΒΑΡΕΣ ΕΠΟΧΕΣ, ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣ ΑΝΑΞΙΑ του επικεφαλής ενός πολιτισμένου έθνους.

Έχει υποχρεώσει τους συμπολίτες μας που πιάστηκαν αιχμάλωτοι στις ανοιχτές θάλασσες, να πάρουν τα όπλα ενάντια της πατρίδας τους, να γίνουν οι εκτελεστές των φίλων τους και των αδελφών τους, ή να πέσουν νεκροί από τα χέρια μας.

Έχει ΠΑΡΑΚΙΝΗΣΕΙ ΤΗΝ ΕΓΧΩΡΙΑ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΕΧΕΙ επιδιώξει να εξεγείρει τους κατοίκους των συνόρων μας, τους ανηλεείς άγριους ινδιάνους, των οποίων ο γνωστός νόμος του πολέμου είναι η αδιάκριτη καταστροφή κάθε ηλικίας, φύλου και συνθηκών [ύπαρξης].

ΓΕγει υποδαυλίσει προδοτικές εξεγέρσεις των συμπολιτών μας με το δέλεαρ της δήμευσης και της κατάσχεσης της περιουσίας μας.

Έχει κηρύξει βίαιο πόλεμο εναντίον της ίδιας της ανθρώπινης φύσης, παραβιάζοντας τα πιο ιερά της δικαιώματα της ζωής και της ελευθερίας στο πρόσωπο ενός απόμακρου λαού ο οποίος ποτέ δεν τον έθιξε, συλλαμβάνοντας και οδηγώντας (τα μέλη) του στη δουλεία σ’ ένα άλλο ημισφαίριο, ή υποχρεώνοντάς τα να διατρέξουν τον κίνδυνο ενός άθλιου θανάτου κατά την μεταγωγή τουc εκεί. Αυτόc ο πειρατικός πόλεμος, η ύβρις των ΑΠΙΣΤΩΝ δυνάμεων, είναι ο πόλεμος του ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ βασιλιά της Μεγάληc Βρετανίαc. Αποφασισμένος να κρατήσει ανοιχτή μια αγορά άπου οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ αγοράζονται και πουλιούνται, έχει εξευτελίσει το δικαίωμά του της αρνησικυρίαc καταπνίγονταc κάθε νομοθετική απόπειρα απαγόρευσηc ή περιορισμού του αποτρόπαιου αυτού εμπορίου. Και για να μας στερήσει τον ένδοξο θάνατο που θα μπορούσε να εξαλείψει το σύνολο αυτών των δεινών, ξεσηκώνει τώρα τον ίδιο αυτό λαό να πάρει τα όπλα μεταξύ μας και να εξαγοράσει εκείνη την ελευθερία που του είχε στερήσει, δολοφονώντας τουc αδελφούς του στουc οποίουc επίσηc τα είχε επιβάλλει: ξεπληρώνονταc έτσι τα προηγούμενα εγκλήματα που διαπράχθηκαν εναντίον των ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ ενόc λαού, με τα εγκλήματα στα οποία τον ωθεί να διαπράξει εναντίον της ΖΩΗΣ ενός άλλου].

Σε κάθε στάδιο των καταπιέσεων αυτών απευθύναμε εκκλήσεις για επανόρθωση με τους πιο ταπεινούς όρους: οι επανειλημμένες μας εκκλήσεις δεν απαντήθηκαν παρά μόνο με επανειλημμένες αδικίες.

Ο ηγεμόνας που ο χαρακτήρας του σημαδεύεται έτσι με πράξεις που μπορεί να προσιδιάζουν σ’ έναν τύραννο, είναι ακατάλληλος να είναι ο κυρίαρχος ενός ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ λαού [που εννοεί να παραμείνει ελεύθερος Οι ερχόμενεc γενιές δεν θα πιστεύουν ότι η σκληρότητα ενόc μόνο ανθρώπου ριψοκινδύνευσε, σ’ ένα μικρό διάστημα δώδεκα μόνο χρόνων, να θέσει τόσο φανερά και τόσο απροκάλυπτα τα θεμέλια μιας τυραννίαc πάνω σ’ ένα λαό αναθρεμμένο και προσηλωμένο στις αρχέc της ελευθερίας].

Ούτε παραλείψαμε να επιστήσουμε την προσοχή των βρετανών αδελφών μας. Τους προειδοποιούσαμε από καιρού σε καιρό για τις απόπειρες των νομοθετικών τους σωμάτων να επεκτείνουν την ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΗ δικαιοδοσία πάνω ΜΑΣ [στις πολιτείεc μας αυτές]. Τους υπενθυμίσαμε τις περιστάσεις της μετανάστευσης και εγκατάστασής μας εδώ [που καμιά απ’ αυτέc δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει μια τόσο παράξενη αξίωση: ότι αυτέc πραγματοποιήθηκαν με το δικό μαc αίμα και με δικά μαc έξοδα, χωρώ τη συνδρομή του πλούτου ή της δύναμηc της Μεγάληc Βρετανίας ότι εγκαθιδρύοντας ιδιαίτερα, τις πολλέc μορφέc της διακυβέρνησής μας, αποδεχθήκαμε έναν κοινό βασιλιά, θέτονταc έτσι τις βάσεις για τη διαρκή ένωση και φιλία με αυτούς αλλά η υποταγή στο κοινοβούλιό τουc δεν αποτελούσε τμήμα του καταστατικού μαc χάρτη, ούτε ακόμη σαν ιδέα· αν μπορεί να στηριχθεί κανείς στην αξιοπιστία της ιστορίας και ] ΕΧΟΥΜΕ επικαλεσθεί τη δική τους δικαιοσύνη και μεγαλοψυχία ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΞΟΡΚΙΣΕΙ στο όνομα [επίσης των δεσμών της κοινής μας καταγωγής να αποκηρύξουν τους σφετερισμούς αυτούς που ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ ΘΑ [ήταν πιθανό να] διέκοπτε τους δεσμούς μας και την επικοινωνία μας. Υπήρξαν επίσης κουφοί στη φωνή της δικαιοσύνης και του κοινού μας αίματος.

ΠΡΕΠΕΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ [και ενώ τους έχει δοθεί η ευκαιρία ώστε, με την κανονική διαδικασία των νόμων τους, ν’ απομακρύνουν από τα συμβούλιά τουc όσουc διαταράσσουν την αρμονία μας, τουc έχουν με την ελεύθερη εκλογή τους, αποκαταστήσει στην εξουσία. Και την ίδια αυτή στιγμή επιτρέπουν στον ανώτατο άρχοντά τουc να στείλει όχι μόνο στρατιώτεc με το ίδιο με μαc αίμα, αλλά σκοτσέζουc και ξένουc μισθοφόρουc να μαc προσβάλλουν και να μαc καταστρέψουν. Τα γεγονότα αυτά έχουν δώσει τη χαριστική βολή στην οδυνηρή αγάπη, και το πνεύμα της ανδρείαc μας προστάζει ν’ αποκηρύξουμε για πάντα αυτούc τουc χωρίς αισθήματα αδελφούς Πρέπει να πασχίσουμε να ξεχάσουμε την προηγούμενη αγάπη μας γι’ αυτούς, και να τουc αντιμετωπίσουμε όπωc αντιμετωπίζουμε τουc υπόλοιπουc ανθρώπους, εχθρούc στον πόλεμο, φίλουc στην ειρήνη, θα μπορούσαμε να ήμασταν μαζί ελεύθεροc και μενάλοc λαός· αλλά η σύνδεση του μεγαλείου και της ελευθερίαc είναι, φαίνεται, υποδεέστερη από την μεγαλοπρέπειά τους. Αc γίνει έτσι αφού το θέλουν. Ο δρόμοc προc την ευτυχία και τη δόξα είναι ανοιχτόc και σε μας, θα βαδίσουμε χωριστά από αυτούς και] να συγκατατεθούμε στην αναγκαιότητα που μας καταδικάζει στον [αιώνιο] αποχωρισμό, ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΙΠΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΕΧΘΡΟΥΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ, ΦΙΛΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ.

Γι’ αυτό εμείς, οι αντιπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, συναθροισμένοι σε Γενικό Συνέδριο, επικαλούμενοι τον υπέρτατο κριτή του κόσμου για την ορθότητα των προθέσεών μας, και στο όνομα και με την εξουσιοδότηση του καλού λαού αυτών των ΑΠΟΙΚΙΩΝ, ΔΙΑΚΗΡΥΣΣΟΥΜΕ ΕΠΙΣΗΜΑ ΟΤΙ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΑΥΤΕΣ ΑΠΟΙΚΙΕΣ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΚΑ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ· ΟΤΙ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΦΟΣΙΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΣΤΕΜΜΑ, ΚΑΙ ΟΤΙ ΚΑΘΕ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΔΕΣΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΔΙΑΛΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΔΙΑΛΥΘΕΙ· οι πολιτείες απορρίπτουν και αποκηρύσσουν κάθε αφοσίωση και υποταγή στους βασιλείς της Μεγάλης Βρετανίας, και σε κάθε άλλον που μπορεί μετά απ’ αυτούς να την διεκδικήσουν, μέσω αυτών ή κάτω απ’ αυτούς· διαλύουμε εντελώς κάθε πολιτικό δεσμό που μπορεί μέχρι τώρα να έχει συναφθεί ανάμεσα σε μας και στο λαό ή στο κοινοβούλιο της Μεγάλης Βρετανίας: και τελικά, διακηρύσσουμε ότι οι αποικίες αυτές είναι ελεύθερες και ανεξάρτητες πολιτείες] και ότι ως ελεύθερες και ανεξάρτητες πολιτείες, έχουν πλήρη εξουσία να κηρύσσουν πόλεμο, να συνάπτουν ειρήνη, να κάνουν συμμαχία, να αποκαθιστούν εμπορικές σχέσεις, και να προβαίνουν σε κάθε άλλη πράξη και ενέργεια που τα ανεξάρτητα κράτη έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν.

Και για την υπεράσπιση της διακήρυξης αυτής, έχοντας σταθερή την πεποίθηση ότι μας προστατεύει η θεία πρόνοια, υποσχόμαστε αμοιβαία, και ο ένας στον άλλον, τη ζωή μας, την ευτυχία μας και την τιμή μας.

Απόδοση: Μαν. Αγγελίδης

Σημειώσεις

  • Το πρωτότυπο κείμενο της διακήρυξης είναι δημοσιευμένο στο βιβλίο: The Portable Thomas Jefferson, Edited by Merrill D. Peterson, Penguin Books, 1979, σελ. 235-241.
  • Το κείμενο είναι παρμένο από την Αυτοβιογραφία του Jefferson. Οι περίοδοι που βρίσκονται σε αγκύλες επικρίθηκαν από το Συνέδριο, ενώ τα τμήματα που αντικαταστάθηκαν σημειώνονται με κεφαλαία.

1ΓΕΝΕΣΙΣ, Κεφ. Θ,6.

2ΓΕΝΕΣΙΣ, Κεφ. Δ,14.


Σχετικοί σύνδεσμοι

Advertisements

2 thoughts on “Απόσπασμα απο το Two Treaties of Goverment του John Locke, εκδ. Peter Laslett

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s