Εισαγωγή του συγγραφέα

Τη φύση, την τέχνη με την οποία ο Θεός έχει κάνει και κυβερνά τον κόσμο, την έχει μιμηθεί, η τέχνη του ανθρώπου, σε πολλά πράγματα. Επίσης και σε τούτο: ότι μπορεί ο άνθρωπος να κάνει ένα τεχνητό ζώο. Αφού βλέπουμε πως η ζωή δεν είναι παρά μια κίνηση των μυών του σώματος που ξεκινάει από κάποιο κύριο μέρος μέσα στο σώμα, γιατί να μη μπορούμε να πούμε, ότι όλα τα αυτόματα (μηχανές που κινούνται μόνες τους με ελατήρια και τροχούς, όπως ένα ρολόι) έχουν μια τεχνητή ζωή; Ότι η καρδιά δεν είναι παρά ένα ελατήριο και τα νεύρα ένα πλήθος νήματα και οι αρθρώσεις τροχοί, που δίνουν κίνηση σ’ όλο το σώμα, όπως ήταν η πρόθεση του τεχνίτη.

Η τέχνη προχωρεί περισσότερο μιμούμενη αυτό το έλλογο και το πιο έξοχο από τα έργα της φύσης, τον άνθρωπο. Γιατί η τέχνη δημιούργησε αυτό το μέγα Leviathan που ονομάζεται ΠΟΛΙΤΕΙΑ ή ΚΡΑΤΟΣ, λατινικά Civitas, που δεν είναι παρά ένας τεχνητός άνθρωπος, αν και μεγαλύτερου μεγέθους και δύναμης από τον φυσικό άνθρωπο για του οποίου την προστασία εφευρέθηκε. Σ’ αυτόν τον τεχνητό άνθρωπο η κυριαρχία είναι μια τεχνητή ψυχή, αφού δίνει ζωή και κίνηση σ’ όλο το σώμα, οι διοικητικοί υπάλληλοι και άλλοι αξιωματούχοι, δικαστικοί ή εκτελεστικοί λειτουργούν σαν τεχνικές αρθρώσεις.

Η ανταμοιβή και η τιμωρία με τα οποία δεμένοι στο θρόνο της κυριαρχίας κάθε αρμός και κάθε μέλος κινούνται για να εκτελέσουν το καθήκον τους, είναι όπως τα νεύρα που έχουν την ίδια λειτουργία στο φυσικό σώμα. Τα αγαθά και τα πλούτη όλων των επί μέρους μελών είναι η δύναμή του. Salus populi: ασφάλεια του λαού είναι η δουλειά του. Οι σύμβουλοι που προτείνουν ότι είναι χρήσιμο να γνωρίζει, είναι η μνήμη. Η ευθυδικία και οι νόμοι είναι το τεχνητό του λογικό και η τεχνητή του βούληση. Η ομόνοια είναι η υγεία του. Ο φατριασμός είναι η ασθένειά του και ο εμφύλιος πόλεμος ο θάνατός του. Τέλος, οι συνθήκες και οι συμβάσεις από τις οποίες τα μέρη αυτού του πολιτικού σώματος κατ’ αρχήν κατασκευάστηκαν, συναρμόστηκαν και ενοποιήθηκαν προσομοιάζουν με εκείνο το Fiat (γενηθήτω) δηλ. με το, ας κάνουμε τον άνθρωπο που πρόφερε ο Θεός κατά τη δημιουργία.

Για να περιγράψω τη φύση αυτού του τεχνητού ανθρώπου, θα λάβω υπόψη μου:

  • Πρώτα, το υλικό και τον τεχνίτη που και τα δύο είναι ο άνθρωπος.
  • Δεύτερο, πως και με ποιες συμβάσεις έχει γίνει. Ποια είναι τα δικαιώματα και η δίκαιη ισχύς του κυρίαρχου. Τι την διατηρεί και τι την καταλύει.
  • Τρίτο, τι είναι μια Χριστιανική Πολιτεία.
  • Τέλος, τι είναι το βασίλειο του σκότους.

Όσο αφορά το πρώτο, υπάρχει ένα γνωμικό, του οποίου μεγάλη κατάχρηση γίνεται τώρα τελευταία, ότι η σοφία αποκτάται, όχι με την ανάγνωση βιβλίων αλλά με τη γνώση του ανθρώπου. Οπότε, κατά συνέπεια, οι άνθρωποι εκείνοι που στη πλειοψηφία τους δεν δίνουν καμμιά άλλη απόδειξη σοφίας πολύ απολαμβάνουν να δείχνουν ότι έχουν γνωρίσει τους ανθρώπους με το να αλληλοκατηγορούνται ανελέητα, ο ένας πίσω από τη πλάτη του άλλου. Όμως υπάρχει ένα άλλο γνωμικό, που δεν το καταλαβαίνουν τώρα τελευταία. Μ’ αυτό ίσως θα μάθαιναν αληθινά να γνωρίζουν ο ένας τον άλλο, αν έκαναν τον κόπο. Αυτό είναι Nosce Teipsum, γνώριζε τον εαυτό σου (γνώθι σαυτόν). Αυτό δεν ειπώθηκε για να χρησιμοποιείται, όπως τώρα, είτε για να υποστηρίζει την βαρβαρότητα των κρατούντων προς τους κατωτέρους τους, είτε για να ενθαρρύνει ανθρώπους μικρής αξίας σε θρασεία συμπεριφορά προς τους καλύτερούς τους, αλλά για να μας διδάξει ότι υπάρχει ομοιότητα στις σκέψεις και τα πάθη κάθε ανθρώπου, με τις σκέψεις και τα πάθη κάθε άλλου.

Οποιοσδήποτε κοιτάξει μέσα του και λάβει υπόψη του, τι κάνει όταν ο ίδιος σκέπτεται, γνωμοδοτεί, συλλογίζεται, ελπίζει, φοβάται κλπ. και για ποιους λόγους, μ’ αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να γνωρίζει και να ξέρει, τι είναι οι σκέψεις και τα πάθη όλων των άλλων ανθρώπων σε παρόμοιες περιστάσεις. Μιλάω για ομοιότητα των παθών που είναι τα ίδια σε όλους τους ανθρώπους, επιθυμία, φόβος ελπίδα, κλπ. και όχι για ομοιότητα των αντικειμένων των παθών, δηλαδή των πραγμάτων που επιθυμεί, φοβάται, ελπίζει κλπ. κανείς. Όσο γι’ αυτά τα τελευταία, η ατομική ιδοσυστασία και η μόρφωση του καθενός διαφέρουν τόσο πολύ και είναι τόσο εύκολο να μας διαφύγουν, ώστε τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης καρδιάς, καθώς είναι κηλιδωμένα και μπερδεμένα με υποκρισίες, παραχαράξεις και εσφαλμένες δοξασίες, να είναι αναγνώσιμα μόνο απ’ όποιον ερευνά καρδιές, έστω κι αν από τις πράξεις των ανθρώπων ανακαλύπτουμε μερικές φορές την πρόθεσή τους.

Όμως αν η ανακάλυψη αυτή γίνεται χωρίς να τις συγκρίνουμε με τις δικές μας προθέσεις και χωρίς να διακρίνουμε όλες τις συγκεκριμένες συνθήκες που μπορούν να διαφοροποιήσουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι σαν να αποκρυπτογραφούμε χωρίς κώδικα και, τις περισσότερες φορές, να απατόμαστε είτε από υπερβολική εμπιστοσύνη, ή από υπερβολική δυσπιστία. Μια και αυτός που γνωρίζει τους άλλους, είναι ο ίδιος άνθρωπος καλός ή κακός. Αλλά έστω και αν κάποιος γνωρίζει τον άλλο από τις πράξεις του, δηλ. ποτέ στην εντέλεια, αυτό τον εξυπηρετεί μόνο για τους γνωστούς του που είναι λίγοι. Αυτός που θα κυβερνήσει ένα έθνος ολόκληρο, πρέπει να αναγνωρίσει στον εαυτό του όχι εκείνον ή ετούτο τον ιδιαίτερο άνθρωπο, αλλά την ανθρωπότητα. Και αν αυτό είναι δύσκολο να γίνει, αφού είναι δυσκολότερο από την εκμάθηση κάθε γλώσσας ή επιστήμης, όμως όταν θα έχω εκθέσει τη δική μου γνώση με τάξη και ενάργεια, τότε ο μόνος κόπος που θα μείνει για τους άλλους θα είναι να συλλογιστούν αν δεν βρίσκονται ίδια και στον εαυτό τους. Γιατί αυτό το είδος θεωρίας δεν επιδέχεται άλλο τρόπο έκθεσης.

ΓΙΑ ΤΟ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Τι είναι ο λόγος: Όταν κανείς συλλογίζεται δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συλλαμβάνει ένα άθροισμα από την πρόσθεση μερών, ή να συλλαμβάνει ένα υπόλοιπο με αφαίρεση μιας ποσότητας από μια άλλη. Εάν αυτό γίνεται με λέξεις τότε συλλαμβάνουμε από τη (λογική) ακολουθία των ονομασιών όλων των μερών την ονομασία του όλου, ή από τις ονομασίες του όλου και ενός μέρους, την ονομασία του άλλου μέρους.

Αν και σε μερικά πράγματα, όπως τους αριθμούς, εκτός πρόσθεσης και αφαίρεσης οι άνθρωποι κατονομάζουν και άλλες πράξεις, όπως πολλαπλασιασμό και διαίρεση, όμως αυτά είναι το ίδιο. Γιατί ο πολλαπλασιασμός δεν είναι παρά πρόσθεση των πραγμάτων και η διαίρεση δεν είναι παρά αφαίρεση ενός πράγματος όσο περισσότερες φορές είναι δυνατό. Αυτές οι πράξεις δεν γίνονται μόνο με αριθμούς αλλά με κάθε είδους πράγματα που μπορούν να προστεθούν μεταξύ τους ή να αφαιρεθούν το ένα από το άλλο. Γιατί όπως οι δάσκαλοι της αριθμητικής διδάσκουν πρόσθεση και αφαίρεση με αριθμούς, έτσι οι δάσκαλοι της γεωμετρίας διδάσκουν το ίδιο με γραμμές, σχήματα, στερεά και επίπεδα, γωνίες, διαστάσεις, χρόνους, βαθμούς ταχύτητας, ενέργειας, δύναμης και τα παρόμοια. Οι δάσκαλοι της λογικής διδάσκουν το ίδιο με ακολουθίες λέξεων, προσθέτοντας δύο ονομασίες για να κάμουν μια απόφανση και δύο αποφάνσεις για να κάνουν ένα συλλογισμό και πολλούς συλλογισμούς για να κάνουν μια (λογική) απόδειξη, και από το σύνολο ή συμπέρασμα ενός συλλογισμού, αφαιρούν μια πρόταση για να βρουν την άλλη. Οι πολιτικοί συγγραφείς προσθέτουν κοινωνικές συμβάσεις για να βρουν τα ανθρώπινα καθήκοντα. Και οι νομοδιδάσκαλοι, νόμους και γεγονότα για να βρουν τι είναι, δίκαιο και τι, είναι άδικο στις πράξεις των ιδιωτών.

Συνοπτικά, σε οποιοδήποτε θέμα έχουν θέση η πρόσθεση και η αφαίρεση, εκεί επίσης έχει θέση και ο Λόγος. Και εκεί που αυτές δεν έχουν θέση, εκεί ο λόγος δεν έχει τίποτα απολύτως να κάνει.

Ορισμός του λόγου: Από όλα αυτά, μπορούμε να ορίσουμε, δηλ. να προσδιορίσουμε, τι σημαίνει αυτή η λέξη: λόγος, όταν τη λογαριάσουμε ανάμεσα στις ιδιότητες του νου. Επειδή λόγος μ’ αυτή την έννοια δεν είναι παρά ο συλλογισμός, δηλαδή πρόσθεση και αφαίρεση των ακολουθιών γενικών ονομασιών που συμφωνήσαμε για τη σήμανση και τη δήλωση των σκέψεών μας. Μιλάω για σήμανσή τους όταν υπολογίζουμε μόνοι μας, και δήλωση όταν επεξηγούμε ή υποστηρίζουμε τους υπολογισμούς μας απέναντι στους άλλους.

Που βρίσκεται ο ορθός λόγος: Και όπως στην αριθμητική, οι ακατάρτιστοι άνθρωποι οπωσδήποτε, πιθανόν και οι καθηγητές συχνά, πλανώνται και πέφτουν έξω, έτσι και σε κάθε άλλου είδους συλλογισμό, οι πιο ικανοί, οι πιο προσεκτικοί και καταρτισμένοι άνθρωποι είναι δυνατόν να αυταπατηθούν και να συνάγουν λάθος συμπεράσματα. Παρ’ όλα αυτά, ο λόγος ο ίδιος είναι πάντοτε ορθός λόγος, όπως ακριβώς και η αριθμητική είναι μια βέβαιη και αλάνθαστη τέχνη. Αλλά κανενός ανθρώπου ο λόγος, ούτε ο λόγος οποιουδήποτε αριθμού ανθρώπων δεν κάνει τη βεβαιότητα. Ούτε είναι μια θεωρία καλά διαμορφωμένη επειδή ένα πλήθος ανθρώπων την έχει ομόφωνα εγκρίνει. Και γι’ αυτό, όταν υπάρχει διχογνωμία σε μια υπόθεση, οι παρατάξεις πρέπει συμφωνώντας από κοινού να απευθυνθούν στον ορθό λόγο, το λόγο κάποιου διαιτητή ή δικαστή, στου οποίου την απόφαση και οι δύο θα υποταχθούν, αλλιώς είτε η διαφωνία θα λυθεί με βία είτε θα μείνει ανεπίλυτη, από έλλειψη φυσικού ορθού λόγου. Έτσι συμβαίνει και σε όλες τις κάθε είδους διαφωνίες.

Και όταν άνθρωποι που νομίζουν ότι ο εαυτός τους είναι σοφότερος από όλους τους άλλους αγανακτούν και επικαλούνται τον ορθό λόγο σαν κριτή, ενώ τίποτε άλλο δεν ζητούν παρά να μην αποφασίζονται τα πράγματα από το λόγο κανενός άλλου εκτός από το δικό τους, αυτό είναι τόσο ανυπόφορο στη κοινωνία των ανθρώπων όσο είναι στη χαρτοπαιξία, αφού οριστεί το ατού και μοιραστούν τα χαρτιά να προσπαθούν να επιβάλλουν άλλο ατού ανάλογα με το ποια φύλλα έχουν οι ίδιοι.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά να θέλουν καθένα από τα πάθη τους, όπως αυτά κυριαρχούν επάνω τους, να εκλαμβάνεται ως ορθός λόγος, και μάλιστα κατά τις διενέξεις τους, αποκαλύπτοντας με το τρόπο που επικαλούνται τον ορθό λόγο, την απουσία του σ’ αυτούς τους ίδιους.

Η χρήση του λόγου: Η χρήση και ο σκοπός του λόγου δεν είναι η εύρεση του συνόλου και της αλήθειας ενός ή μερικών ακολουθιών που έχουν απομακρυνθεί από τους πρώτους ορισμούς και τους καθορισμένους προσδιορισμούς ονομασιών, αλλά το να ξεκινάμε από αυτά τα τελευταία και να προχωρούμε από τη μια (λογική) ακολουθία στην άλλη. Γιατί δεν μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα του τελευταίου συμπεράσματος, χωρίς τη βεβαιότητα όλων εκείνων των καταφατικών ή αποφατικών προτάσεων, που πάνω τους αυτό είχε βασιστεί και από τις οποίες είχε συναχτεί. Ο αρχηγός μιας οικογένειας που παίρνοντας ένα λογαριασμό προσθέτει τα ποσά όλων των επί μέρους εξόδων σ’ ένα σύνολο και δεν υπολογίζει πως κάθε έξοδο υπολογίστηκε, ούτε τι είναι αυτό που πληρώνει, δεν ωφελεί τον εαυτό του περισσότερο παρ’ όσο αν δεχόταν το χρέος χονδρικά, εμπιστευόμενος στην εντιμότητα και την ικανότητα των διαχειριστών του. Έτσι, και σε όλα τα άλλα πεδία της σκέψης, αυτός που υιοθετεί τα συμπεράσματα από εμπιστοσύνη στους συγγραφείς και δεν αποκομίζει από τα πρώτα στοιχεία κάθε συλλογισμού το τι δηλώνουν οι καθορισμένες ονομασίες, χάνει το κόπο του και δεν ξέρει τίποτε, απλώς τους πιστεύει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII – ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ, ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΩN ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως ίσοι.

Η φύση έχει κάνει τους ανθρώπους ίσους κατά τις ιδιότητες του σώματος και του πνεύματος αν και βρίσκεται μερικές φορές άνθρωπος πρόδηλα δυνατότερος στο σώμα ή οξύτερος στο πνεύμα από ένα άλλο. Όμως όταν λάβει υπόψη του όλα τα στοιχεία κανείς, καμιά διαφορά ανθρώπου από άνθρωπο δεν είναι τόσο σημαντική ώστε ένας άνθρωπος να μη μπορεί να αξιώσει για τον εαυτό του κάποιο δικαίωμα το οποίο κάποιος άλλος επίσης διεκδικεί. Γιατί ως προς τη δύναμη του σώματος, ο πιο αδύναμος έχει αρκετή δύναμη να σκοτώσει τον πιο δυνατό είτε με πανουργία είτε συμμαχώντας με άλλους, που βρίσκονται στον ίδιο μ’ αυτόν κίνδυνο.

Και ως προς τις ιδιότητες του πνεύματος, βρίσκω εδώ μεγαλύτερη την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων από την ισότητα στη δύναμη, αν εξαιρέσουμε τις τέχνες που στηρίζονται στις λέξεις και ειδικά στη δεξιότητα εκείνη που καταλήγει σε γενικούς και ασφάλτους κανόνες και λέγεται επιστήμη, την οποία πολύ λίγοι και σε μερικούς τομείς έχουν, επειδή δεν έρχεται στη ζωή μαζί μας, ούτε είναι επίκτητη όπως η φρόνηση που αποκτάται καθώς φροντίζουμε για κάτι. Γιατί η φρόνηση δεν είναι παρά πείρα, την οποία ίσος χρόνος εξ ίσου εκχωρεί σε όλους τους ανθρώπους σε κείνα τα πράγματα όπου ασχολούνται εξ ίσου.

Εκείνο που ίσως μπορεί να κάνει μια τέτοια ισότητα να φαίνεται απίστευτη σε κάποιον δεν είναι παρά η ματαιόδοξη πεποίθηση για τη δική του σοφία, την οποία σχεδόν όλοι οι άνθρωποι νομίζουν ότι διαθέτουν σ’ ένα βαθμό μεγαλύτερο απ’ τον όχλο, δηλ. απ’ όλους τους ανθρώπους εκτός από αυτούς τους ίδιους και μερικούς άλλους, τους οποίους εγκρίνουν λόγω της φήμης τους ή επειδή συμπορεύονται με αυτούς. Γιατί τέτοια είναι η φύση των ανθρώπων ώστε οπωσδήποτε μπορεί να αναγνωρίζουν πολλούς άλλους σαν πνευματωδέστερους ή πιο εύγλωττους ή πιο καλλιεργημένους. Όμως σχεδόν καθόλου δεν πιστεύουν ότι υπάρχουν άλλοι άνθρωποι τόσο σοφοί όσο είναι οι ίδιοι γιατί βλέπουν τη δική τους κρίση από πολύ κοντά και των άλλων από απόσταση. Αλλά αυτό αποδεικνύει ότι είναι, σ’ αυτό το σημείο κυρίως, ίσοι παρά άνισοι. Γιατί δεν υπάρχει συνήθως μεγαλύτερο δείγμα ίσης κατανομής ο,τιδήποτε πράγματος παρά το να είναι ο καθένας ευχαριστημένος με το μερίδιό του.

Από την ισότητα προέρχεται δυσπιστία. Από αυτή την ισότητα των ικανοτήτων απορρέει η ισότητα των ελπίδων για τη κατάκτηση των σκοπών μας. Και γι’ αυτό το λόγο, αν δύο άνθρωποι επιθυμούν το ίδιο πράγμα που αποκλείεται και οι δύο να απολαύσουν, γίνονται εχθροί και κατευθυνόμενοι προς το σκοπό τους, που είναι κατ’ αρχή η συντήρηση του εαυτού τους και, μερικές φορές, μόνο η ηδονή τους, επιδιώκουν να καταστρέψουν ή να υποτάξουν ο ένας τον άλλο. Και από δω και πέρα συμβαίνει το εξής:

Ένας εισβολέας δεν είχε να φοβηθεί τίποτε παραπάνω από τη δύναμη ενός άλλου ανθρώπου μόνο. Αν όμως κάποιος φυτέψει, χτίσει, ή οικειοποιηθεί έναν άνετο τόπο διαμονής, θα έχει να περιμένει ότι άλλοι θα έρθουν προετοιμασμένοι με ενωμένες δυνάμεις να τον στερήσουν και να τον απογυμνώσουν, όχι μόνο από τους καρπούς του κόπου του, αλλά και τη ζωή και την ελευθερία του. Έτσι βρίσκεται και ο εισβολέας κάτω από την ανάλογη απειλή ενός άλλου. Ο πόλεμος προέρχεται από τη δυσπιστία. Και από τη δυσπιστία του ενός απέναντι στον άλλον, δεν υπάρχει τρόπος για κανένα άνθρωπο να διασφαλίσει τον εαυτό του, τόσο λογικός όσο το να προλάβει αυτός τον άλλο. Αυτό σημαίνει, με τη δύναμη ή με την πανουργία να κυριαρχήσει σε όσους ανθρώπους μπορεί, μέχρις ότου να μη βλέπει πια άλλη δύναμη αρκετά μεγάλη ώστε να τον θέσει σε κίνδυνο. Αυτό δεν αντιβαίνει στο αίτημα της συντήρησης του εαυτού του και γενικά επιτρέπεται.

Επίσης υπάρχουν μερικοί που επειδή τους είναι ευχάριστο ν’ αναλογίζονται την ίδια τους τη δύναμη με κατακτητικές πράξεις, τις προωθούν περισσότερο από όσο απαιτείται για την ασφάλειά τους. Έτσι άλλοι, που διαφορετικά θα χαιρόντουσαν να αισθάνονται ασφαλείς σε περιορισμένα πλαίσια, δεν είναι δυνατό να επιβιώσουν για πολύ απλώς αμυνόμενοι και χωρίς να αυξάνουν την ισχύ τους υποχρεωτικά με κατακτήσεις. Κατά συνέπεια και αυτή η αύξηση της κυριαρχίας πάνω σε ανθρώπους αφού είναι αναγκαία για την συντήρησή του, πρέπει να επιτρέπεται στον άνθρωπο.

Ώστε λοιπόν οι άνθρωποι δε νοιώθουν ευχαριστημένοι αλλά αντίθετα στενοχωρούνται συνυπάρχοντας ο ένας με τον άλλο, όπου δεν υπάρχει δύναμη ικανή να τους δυναστεύσει όλους. Γιατί κάθε άνθρωπος θεωρεί ότι ο σύντροφός του θα ‘πρεπε να τον εκτιμά τόσο όσο ο ίδιος εκτιμά τον εαυτό του. Και σε κάθε ένδειξη περιφρόνησης ή υποτίμησης, φυσικά επιδιώκει στο βαθμό που τολμάει να εκβιάσει μεγαλύτερη εκτίμηση από μέρους αυτών που τον προκάλεσαν, άλλους βλάπτοντας και άλλους παραδειγματίζοντας, πράγμα που είναι αρκετό για να καταστρέψει ο ένας τον άλλο. Ώστε, στη φύση του ανθρώπου βρίσκουμε τρεις πρωταρχικές αιτίες διαμάχης: πρώτη, ανταγωνισμός, δεύτερη, δυσπιστία, τρίτη, επιδίωξη της δόξας.

Η πρώτη, κάνει τον άνθρωπο να επιτίθεται για κέρδος. Η δεύτερη, από ανασφάλεια και η η τρίτη, για αναγνώριση. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν βία, λόγω της πρώτης αιτίας, για να γίνουν κύριοι των προσώπων, των γυναικών, των παιδιών και των κοπαδιών άλλων ανθρώπων. Λόγω της δεύτερης για να υπερασπίσουν ακριβώς αυτά τα αγαθά. Λόγω της τρίτης, για ασημαντότητες, όπως μια λέξη, ένα χαμόγελο, μια διαφορετική γνώμη και οποιαδήποτε ένδειξη υποτίμησης είτε προς το πρόσωπό τους κατευθείαν είτε κατ’ αντανάκλαση προς τους συγγενείς τους, τους φίλους τους, το έθνος, το επάγγελμα ή το όνομά τους.

Παντού, εκτός από μια πολιτεία, επικρατεί ο πόλεμος καθενός εναντίον κάθε άλλου:

Από αυτά λοιπόν είναι φανερό ότι όσο οι άνθρωποι ζουν χωρίς να δυναστεύονται από δύναμη κοινή για όλους βρίσκονται στη κατάσταση αυτή που ονομάζεται πόλεμος και μάλιστα πόλεμος του καθενός εναντίον κάθε άλλου, γιατί ο πόλεμος δε συνίσταται στη μάχη μόνο ή στη πολεμική πράξη αλλά και σε χρονικές περιόδους όπου η πρόθεση να ασκηθεί βία είναι κατάδηλη. Και για τούτο η έννοια του χρόνου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όσο αφορά τη φύση του πολέμου όπως γίνεται και με τη φύση του καιρού. Γιατί όπως η φύση του άσχημου καιρού δε βρίσκεται σε μια ή δυο καταρρακτώδεις βροχές αλλά σε μια τάση προς αυτές που διαρκεί πολλές μέρες, έτσι και η φύση του πολέμου δεν συνίσταται στη πολεμική πράξη την ίδια αλλά στο ότι είναι γνωστή η προδιάθεση γι’ αυτήν, σε όλη τη χρονική περίοδο που δεν διαβεβαιώνεται το αντίθετο.

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΤΕΤΟΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Όλα αυτά λοιπόν είναι επακόλουθα μιας πολεμικής περιόδου, όπου ο καθένας άνθρωπος είναι εχθρός κάθε άλλου ανθρώπου. Τα ίδια είναι επακόλουθα του χρόνου εκείνου που ο άνθρωπος ζει χωρίς ασφάλεια, άλλη από αυτήν που η δύναμή του και n επινοητικότητά του του παρέχουν. Σε τέτοιες συνθήκες δεν έχει θέση η εργασία γιατί οι καρποί της είναι αβέβαιοι και κατά συνέπεια δεν υπάρχει καλλιέργεια της γης, ούτε ναυσιπλοΐα, ούτε γίνεται χρήση αγαθών που εισάγονται με πλοία. Δεν υπάρχουν οι κατάλληλες μηχανές για να μετακινούν πράγματα που χρειάζεται μεγάλη δύναμη για τη μεταφορά τους, ούτε χτίζονται άνετα οικοδομήματα. Δεν υπάρχει γνώση της επιφάνειας της γης, ούτε υπολογισμός του χρόνου, ούτε τέχνες, ούτε γράμματα, ούτε κοινωνία. Και, το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι υπάρχει συνεχής ο φόβος και ο κίνδυνος του βίαιου θανάτου, και η ζωή των ανθρώπων είναι μοναχική, δυσάρεστη, βάναυση και σύντομη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV – ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΦΥΣΙΚΟ ΝΟΜΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Τι είναι το φυσικό δίκαιο

Το φυσικό δίκαιο, που αναφέρεται συνήθως στα κείμενα σαν Jus Naturale, είναι η ελευθερία που έχει ο καθένας να χρησιμοποιεί, για την αυτοσυντήρησή του, τη δύναμή του κατά βούληση. Αυτό σημαίνει δηλαδή, ότι είναι ελεύθερος να κάνει οτιδήποτε κατά τη κρίση του και τη λογική του θεωρεί καταλληλότερο μέσο με σκοπό την επιβίωσή του.

Τι είναι ελευθερία

Ως ελευθερία σύμφωνα με τη στενή σημασία του όρου, εννοούμε την απουσία εξωτερικών εμποδίων, τέτοιων, που μπορεί συχνά να αφαιρούν μέρος της δύναμης του ανθρώπου να ενεργεί κατά βούληση, αν και δεν μπορούν να τον εμποδίσουν να χρησιμοποιεί το υπόλοιπο της δύναμης του, όπως η κρίση και η λογική του υπαγορεύουν.

Τι είναι φυσικός νόμος. Ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στο δίκαιο και τον νόμο

Φυσικός νόμος, Lex naturalis, που αποτελεί δημιούργημα του λόγου, είναι η επιταγή ή γενικός κανόνας που απαγορεύει στον άνθρωπο να αυτοκαταστρέφεται ή να αφαιρεί τα μέσα της αυτοσυντήρησής του και να παραμελεί ότι ο ίδιος θεωρεί θετικό για την επιβίωση και την αυτοσυντήρησή του. Όμως πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός μεταξύ Lex και Jus, δίκαιου και νόμου, αν και όσοι πραγματεύονται σχετικά θέματα, συγχέουν συνήθως αυτούς τους όρους. Επειδή Δίκαιο σημαίνει ελευθερία επιλογής ανάμεσα στη πράξη και την υποταγή, ενώ Νόμος σημαίνει καθορισμό ενός από τα δύο, και περιορισμός σ’ αυτό. Ώστε διαφέρει τόσο ο νόμος από το δίκαιο, όσο διαφέρει ο καταναγκασμός από την ελευθερία και αυτά τα τελευταία, είναι αντίφαση να συνυπάρχουν στο ίδιο θέμα.

Ο άνθρωπος από τη φύση, έχει δικαίωμα σε όλα τα πράγματα

Ο θεμελιακός φυσικός νόμος

Αφού (όπως εκθέσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο) η φυσική κατάσταση του ανθρώπου, είναι να πολεμά ο καθένας κατά του άλλου, αφού, σε μια τέτοια περίπτωση, κυβερνιέται ο καθένας από τη δική του μόνο λογική και μπορεί να χρησιμοποιεί οτιδήποτε είναι πιθανό να τον βοηθήσει ν’ αυτοπροστατευθεί από τους εχθρούς του. Κατά συνέπεια, σ’ αυτή τη κατάσταση, ο καθένας έχει δικαίωμα σε όλα τα πράγματα, ακόμα και στο σώμα του άλλου. Όσο λοιπόν εξακολουθεί να ισχύει αυτό το φυσικό δικαίωμα του ανθρώπου σε όλα τα πράγματα, κανένας, όσο και αν είναι δυνατός ή σοφός, δεν έχει εξασφαλισμένη τη συμπλήρωση του χρόνου που η φύση επιτρέπει συνήθως στους ανθρώπους να ζήσουν. Γι’ αυτό αποτελεί επιταγή ή γενικό κανόνα του λόγου ότι: κάθε άνθρωπος οφείλει να επιδιώκει την ειρήνη, όσο μπορεί να την αποκτήσει, και να ζητάει τη συνδρομή του πολέμου χρησιμοποιώντας τα πλεονεκτήματα που αυτός παρέχει, μόνο όταν δεν μπορεί να αποκτήσει την ειρήνη.

Το πρώτο μέρος αυτού του κανόνα, περιλαμβάνει τον πρώτο και θεμελιακό φυσικό νόμο, που είναι:

ΝΑ ΑΠΟΖΗΤΑΜΕ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΜΕ.

Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει το φυσικό δικαίωμα που συνοπτικά είναι:

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΑΜΥΝΑΣ ΜΕ ΚΑΘΕ ΔΥΝΑΤΟ ΜΕΣΟ.

Ο δεύτερος φυσικός νόμος

Από το θεμελιακό φυσικό νόμο που επιτάσσει να επιδιώκουν οι άνθρωποι την ειρήνη, παράγεται ο δεύτερος φυσικός νόμος, δηλαδή ότι:

Πρέπει να προθυμοποιείται ο καθένας, όταν είναι πρόθυμοι και οι άλλοι, να παραιτηθεί από το δικαίωμά του σε όλα τα πράγματα, και να ικανοποιείται με τόση ελευθερία απέναντι στους άλλους, όση επιτρέπει να έχουν οι άλλοι απέναντί του, στο βαθμό που το θεωρεί αυτό αναγκαίο για την ειρήνη και την αυτοάμυνά του.

Γιατί όσο ο καθένας επιμένει στο δικαίωμά του να ενεργεί κατά βούληση, το σύνολο των ανθρώπων θα παραμένει σ’ εμπόλεμη κατάσταση. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να αποστερήσει τον εαυτό του από αυτό το δικαίωμα, κανένας, αν δεν παραιτηθούν αντίστοιχα και οι άλλοι από το δικό τους. Επειδή η παραίτησή του αντί να αποτελεί αυτοδιάθεσή του στην ειρήνη, θα σήμαινε αυτοέκθεσή του ως λεία και γι’ αυτό το τελευταίο, δεν είναι προορισμένος ο άνθρωπος.

Τι είναι n παραίτηση από δικαίωμα

Παραίτηση από το δικαίωμα που ένας άνθρωπος έχει σε οποιοδήποτε πράγμα, σημαίνει αποστέρηση του εαυτού του από την ελευθερία να παρεμποδίζει τον άλλο, από το προνόμιο να έχει το δικό του δικαίωμα στο ίδιο πράγμα. Γιατί αυτός που αποκηρύσσει ή εκχωρεί το δικαίωμά του, δε δίνει στον άλλο κανένα δικαίωμα, που προηγούμενα, αυτός ο άλλος άνθρωπος δεν είχε, αφού, ο καθένας έχει φυσικό δικαίωμα σε όλα τα πράγματα αρχικά. Αλλά, παραιτούμενος, παραμερίζει μόνο για να αφήσει τον άλλο ανενόχλητο ν’ απολαύσει το δικό του αρχικό δικαίωμα.

Ανενόχλητο, δηλαδή, από την πλευρά του και όχι από κάποιον τρίτο. Τόση λοιπόν είναι n ελάττωση των εμποδίων στην άσκηση του πρωταρχικού δικαιώματος του παραιτούμενου, όση είναι η ωφέλεια που επιφέρει στον άλλο n μείωση αυτού του δικαιώματος.

Τι είναι η αποκήρυξη και τι η μεταβίβαση δικαιώματος. Τι είναι η υποχρέωση, το καθήκον και η αδικία.

Η παραίτηση από ένα δικαίωμα γίνεται, είτε με απλή αποκήρυξή του, είτε με μεταβίβασή του σε έναν άλλο. Με απλή αποκήρυξη όταν ο παραιτούμενος δεν ενδιαφέρεται σε ποιους η παραίτησή του θα επιφέρει ωφέλεια. Με μεταβίβαση όταν ο παραιτούμενος σκοπεύει η ωφέλεια να μεταφερθεί σ’ ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα.

Και όταν ένας άνθρωπος με κάποιον από αυτούς τους δύο τρόπους εγκαταλείψει ή εκχωρήσει το δικαίωμά του τότε θεωρείται υποχρεωμένος ή δεσμευμένος, να μην παρεμποδίσει εκείνους που το δικαίωμά τους έχει δοθεί ή εκχωρηθεί, από το προνόμιο να κάνουν χρήση του, και ότι οφείλει και είναι καθήκον του να μην ακυρώσει την πράξη που ο ίδιος με τη θέλησή του έχει κάνει. Και αν τους παρεμποδίσει, αυτό αποτελεί αδικία και αδίκημα, επειδή είναι πράξη Sine Jure, αφού το δικαίωμα το έχει ήδη απορρίψει ή μεταβιβάσει.

Λοιπόν, το αδίκημα ή η αδικία στις κοινωνικές διαμάχες, μοιάζει κάπως με αυτό που ονομάζεται άτοπο στις λόγιες διενέξεις, όπου το να διαψεύδει κάποιος ότι στην αρχή είχε ο ίδιος υποστηρίξει, είναι άτοπο. Έτσι και στην κοινωνία το να ακυρώνει κάποιος, με τη θέλησή του, την πράξη που στην αρχή είχε κάνει ο ίδιος, με τη θέλησή του, είναι αδικία ή και αδίκημα.

Ο άνθρωπος για να αποκηρύξει ή να μεταβιβάσει το δικαίωμά του, κάνει μια διακήρυξη ή δήλωση, όπου παρέχει με τη θέλησή του αρκετή ένδειξη ή ενδείξεις, ότι, με αυτό τον τρόπο, είτε έχει αποκηρύξει ή έχει μεταβιβάσει είτε αποκηρύσσει ή μεταβιβάζει το δικαίωμα αυτό σε άλλον. Και αυτές οι ενδείξεις, είτε είναι μόνο λόγια ή μόνο πράξεις, είτε λόγια και πράξεις μαζί, πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά, αποτελούν τις εγγυήσεις που δεσμεύουν και υποχρεώνουν τους ανθρώπους. Οι εγγυήσεις αυτές δεν αντλούν την ισχύ τους από την ίδια τους τη φύση, γιατί στον άνθρωπο, το πιο εύκολο πράγμα είναι να αθετήσει το λόγο του. Ισχύουν όμως από φόβο ότι η παράβασή τους θα έχει κακές συνέπειες.

Δεν μπορούμε να απαλλοτριώσουμε όλα τα δικαιώματα

Η μεταβίβαση ή n αποκήρυξη δικαιώματος, πάντα συμβαίνει όταν ο άνθρωπος, είτε υπολογίζει στην αμοιβαία μεταβίβάση άλλου δικαιώματος, είτε ελπίζει σε κάποιο άλλο καλό που θα προκύψει για τον εαυτό του. Γιατί είναι πράξη που ο άνθρωπος κάνει με τη θέλησή του και μια τέτοια πράξη έχει σαν σκοπό για τον καθένα το καλό του εαυτού του. Και κατά συνέπεια υπάρχουν ορισμένα δικαιώματα, που δεν είναι δυνατό κανένας να έχει εγκαταλείψει ή μεταβιβάσει, όποια και αν είναι τα λόγια του ή άλλες ενδείξεις. Από το δικαίωμα να αντιστέκεται σ’ όποιον του επιτεθεί με σκοπό να του πάρει τη ζωή, κανένας δεν μπορεί να παραιτηθεί αφού δεν είναι δυνατόν με αυτό τον τρόπο ν’ αποβλέπει στο καλό του εαυτού του. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και όταν ο επιτιθέμενος έχει σκοπό να τραυματίσει, να αιχμαλωτίσει ή να φυλακίσει κάποιον επειδή κανένας δεν ωφελεί τον εαυτό του, υπομένοντας αυτά τα πράγματα ο ίδιος, αν και μπορεί να ωφεληθεί υπομένοντας τον τραυματισμό ή τη φυλάκιση άλλων και επίσης επειδή κανένας δεν μπορεί να ξέρει βλέποντας να ασκούν βία εναντίον του, αν οι επιτιθέμενοι επιδιώκουν το θάνατό του ή όχι. Και τελικά, κίνητρο και σκοπός που οδήγησαν στην αποκήρυξη και τη μεταβίβαση δικαιώματος, είναι ακριβώς η ατομική εξασφάλιση της ζωής και της, σε πλαίσια ανεκτά, αυτοσυντήρησης του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, όταν ένας άνθρωπος, φαίνεται ότι απογυμνώνει τον εαυτό του από το σκοπό που αποτελεί προορισμό αυτών των ενδείξεων, δεν είναι δυνατόν να το έχει καταλάβει αυτό, ούτε να είναι αυτή n βούλησή του. Αγνοούσε όμως το πως αυτά τα λόγια και οι πράξεις θα ερμηνευόντουσαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII – ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ, ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Σκοπός της πολιτείας είναι η εξασφάλιση του ατόμου

Τελικό αίτιο, σκοπός ή πρόθεση των ανθρώπων ώστε να αυτοπεριοριστούν, όπως βλέπουμε ζώντας σε πολιτείες, ενώ από τη φύση τους αγαπούν να είναι ελεύθεροι και κυρίαρχοι των άλλων, είναι η πρόνοια, που μ’ αυτό τον τρόπο εκδηλώνουν, για την αυτοσυντήρησή τους και για μια πιο ευχάριστη ζωή. Πρόνοια δηλαδή, για την έξοδό τους από την άθλια κατάσταση του πολέμου. Αφού, όπως έχουμε εκθέσει (κεφ. 13), ο πόλεμος είναι αναγκαίο επακόλουθο των φυσικών ανθρώπινων παθών, όταν δεν υπάρχει μια εξουσία φανερή, ικανή να προκαλέσει δέος και να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των συμβάσεων και την τήρηση των φυσικών νόμων (αυτών που έχουμε εκθέσει στα κεφάλαιο 14 και 15) με την απειλή της τιμωρίας.

Ο φυσικός νόμος δεν παρέχει αυτονόητη εξασφάλιση ότι θα τηρείται

Οι φυσικοί νόμοι, δικαιοσύνη, αμεροληψία, μετριοπάθεια, επιείκεια κλπ., και συνοπτικά συμπεριφορά προς τους άλλους με κριτήριο τη συμπεριφορά που θέλουμε να έχουν εκείνοι προς εμάς, βρίσκονται σε αντίθεση με τα φυσικά μας πάθη, που οδηγούν στη μεροληψία, υπερηφάνεια, εκδίκηση και τα παρόμοια, όταν δεν υπάρχει το δέος κάποιας εξουσίας για να διασφαλίσει την τήρηση των φυσικών νόμων, αφού οι συμβάσεις είναι μόνο λόγια, χωρίς καμιά δύναμη να εξασφαλίσουν κάποιον, αν δεν στηρίζεται στην ισχύ του σπαθιού του.

Κατά συνέπεια, παρ’ όλους τους φυσικούς νόμους (που ο καθένας μόνο με τη θέλησή του μπορεί να τους τηρεί, αν έχει την ασφάλεια να το κάνει αυτό), όταν είτε δεν υπάρχει, είτε δεν έχει το κύρος η θεσμική εξουσία να μας εξασφαλίσει, τότε ο καθένας προφυλάσσεται από όλους τους άλλους βασιζόμενος στην προσωπική του δύναμη και πανουργία. Και αυτό είναι θεμιτό.

Όταν οι άνθρωποι ζούσαν κατά ομάδες, είχε γίνει παντού επάγγελμα η μεταξύ τους ληστεία και λεηλασία που ενώ τις εκτιμούσαν πολύ, καθόλου δεν τις εγκρίνουν σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Έτσι η υπόληψη των ανθρώπων αυξανόταν τότε όσο μεγάλωνε η λεία τους και οι μόνοι νόμοι που τηρούσαν ήταν οι νόμοι της τιμής, δηλαδή το ν’ αποφεύγουν τη σκληρότητα, να χαρίζουν τη ζωή στους νικημένους και να τους επιτρέπουν να κρατήσουν τα γεωργικά τους εργαλεία.

Ότι έκαναν τότε οι μικρές ομάδες κάνουν τώρα οι πόλεις και τα βασίλεια, που δεν είναι παρά μεγαλύτερες ομάδες όταν, για να εξασφαλιστούν, μεγαλώνουν τις κατακτήσεις τους, είτε με την πρόφαση πως υπάρχει φόβος και κίνδυνος επίθεσης, είτε πως οι εχθροί μπορεί να ισχυροποιούνται. Έτσι, αγωνίζονται όσο τους είναι δυνατό να υποτάξουν ή να εξασθενίσουν τους γείτονές τους, χρησιμοποιώντας και βία και πανουργίες ακριβώς επειδή δεν έχουν τίποτ’ άλλο να τους προφυλάξει. Και γι’ αυτό που κάνουν, οι μεταγενέστεροι τους θυμούνται με σεβασμό.

Ούτε η συνάθροιση μερικών ατόμων ή ομάδων παρέχει εξασφάλιση

Ούτε n συγκέντρωση μερικών ανθρώπων μαζί δεν τους εξασφαλίζει επειδή σ’ αυτούς τους λίγους, οποιασδήποτε παράταξης, αρκεί να προστεθούν λίγοι μόνο, για να υπερισχύσει αυτή η παράταξη τόσο πολύ, ώστε να είναι βέβαιη για τη νίκη και κατά συνέπεια να παρακινείται σε επίθεση. Το μέγεθος του πλήθους που η συγκέντρωσή του μας εξασφαλίζει ικανοποιητικά, δεν υπολογίζεται σε σχέση με συγκεκριμένο αριθμό, αλλά σε σχέση με το μέγεθος του εχθρικού πλήθους που φοβόμαστε. Και είμαστε εξασφαλισμένοι ικανοποιητικά, όταν ο εχθρός δεν έχει αριθμητική υπεροχή, τόσο ολοφάνερα σημαντική, που να προδικάζει την έκβαση του πολέμου, και έτσι να παρακινεί τον εχθρό να κηρύξει πόλεμο.

Ούτε n συγκέντρωση μεγάλου πλήθους παρέχει εξασφάλιση εκτός αν το καθοδηγεί μια κοινή κρίση

Έστω λοιπόν, ότι συγκεντρώνεται ένα πλήθος μεγαλύτερο παρά ποτέ. Αν οι πράξεις του καθενός από αυτό το πλήθος, κατευθύνονται από τα προσωπικά του συμφέροντα και ορέξεις, τότε δεν πρέπει να περιμένουν πως με τη συγκέντρωσή τους θα αμυνθούν απέναντι σε κοινό εχθρό, ούτε ότι θα προστατευθούν από τις μεταξύ τους προστριβές. Γιατί τότε δεν θα βοηθούν αλλά θα παρεμποδίζουν ο ένας τον άλλο, διαφωνώντας γύρω από την καλύτερη δυνατή χρήση της δύναμής τους και θα μηδενίσουν την ισχύ τους με την μεταξύ τους αντιπολίτευση. Έτσι και εύκολο είναι να υποταχθούν, ακόμα και από πολύ λίγους που συμφωνούν μεταξύ τους, αλλά και επιπλέον αντιμάχονται για τα προσωπικά τους συμφέροντα ο ένας τον άλλο, όταν δεν έχουν να αντιμετωπίσουν κοινό εχθρό. Γιατί αν μπορούμε να υποθέσουμε ότι, είναι ικανό να συμφωνήσει να τηρεί τη δικαιοσύνη και τους άλλους φυσικούς νόμους, ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων που δεν έχουν το δέος μιας κοινής για όλους εξουσίας, τότε θα μπορούσαμε να υποθέσουμε επίσης, ότι όλη η ανθρωπότητα είναι ικανή να κάνει το ίδιο γιατί θα επικρατούσε ειρήνη χωρίς υποτέλεια.

Και αυτή η καθοδήγηση από μια κοινή κρίση πρέπει να διαρκεί

Ούτε εξασφαλίζονται οι άνθρωποι για όλη τους τη ζωή όπως θα επιθυμούσαν, όταν μια κοινή κρίση τους κυβερνάει και τους καθοδηγεί για περιορισμένο χρόνο, όπως π.χ. σε μια μάχη ή σ’ ένα πόλεμο. Γιατί και αν πετύχουν, με τον ομόψυχο αγώνα τους, να νικήσουν ένα εξωτερικό εχθρό, όμως αργότερα, όταν είτε δεν υπάρχει κοινός εχθρός είτε οι παρατάξεις δεν συμφωνούν για το ποιος είναι ο κοινός εχθρός, τότε, οπωσδήποτε, αφού τα συμφέροντά τους διαφέρουν, θα διαλυθούν και θα ξαναριχθούν να πολεμήσουν μεταξύ τους. Και τότε δεν θα υπήρχε καμία απολύτως κυβέρνηση ή πολιτεία, ούτε και θα χρειαζόταν.

Σύσταση πολιτείας και ορισμός της πολιτείας / σελ. 132

Για να θεσπίσουν οι άνθρωποι μια εξουσία κοινή για όλους, ικανή να τους προστατεύει από τις επιθέσεις των εχθρών και από τα μεταξύ τους αδικήματα, εξασφαλίζοντάς τους αρκετά, ώστε να μπορούν να συντηρούνται από την εργασία τους και τους καρπούς της γης και να ζουν ευχάριστα, ένας μόνο τρόπος υπάρχει: αυτός ο τρόπος είναι η εκχώρηση της εξουσίας και της δύναμης όλων, είτε σε έναν μόνο άνθρωπο, είτε σε μια συνέλευση που θα μπορέσει να συντονίσει την ποικιλία των απόψεών τους, σε μια κοινή θέληση. Δηλαδή, η εκλογή ενός ανθρώπου ή μιας συνέλευσης που θα τους αντιπροσωπεύσει και που ο καθένας τους θ’ αναγνωρίζει και θα παραδέχεται τον εαυτό του σαν υπεύθυνο για οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια του αντιπροσώπου στα θέματα κοινής ειρήνης και ασφάλειας. Έτσι ο καθένας θα υποτάξει τη θέλησή του στη θέληση του αντιπροσώπου και την κρίση του στην κρίση του αντιπροσώπου. Αυτό είναι περισσότερο από συναίνεση ή συμφωνία, είναι αληθινά μια συγκέντρωση όλων αυτών σε ένα και το αυτό πρόσωπο. 0 κάθε άνθρωπος συμβάλλεται με τον καθένα από αυτούς άλλους, σαν να τους λέει:

ΕΓΩ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ή ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΧΩΡΩ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΕ ΚΥΒΕΡΝΑ, ΥΠΟ ΤΟΝ ΟΡΟ ΝΑ ΕΚΧΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΘΑ ΚΑΝΕΙ, ΚΑΙ ΣΥ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΕΓΩ.

Με αυτή την πράξη, το πλήθος που μ’ αυτό τον τρόπο συγκεντρώθηκε σ’ ένα πρόσωπο, ονομάζεται ΠΟΛΙΤΕΙΑ λατινικά Civitas. Αυτή είναι η σύσταση του μεγάλου Leviathan, ή μάλλον για να είμαστε ταπεινόφρονες, του θνητού θεού που μας εξασφαλίζει ειρήνη και προστασία κάτω από την σκέπη του αδύνατου θεού. Γιατί έτσι, στη πολιτεία, ο καθένας χωριστά, του έδωσαν τέτοιο κύρος ώστε να έχει στη διάθεσή του εξουσία και δύναμη πολύ μεγάλη, που το δέος της τον κάνει ικανό να διαμορφώνει το σύνολο των θελήσεων για ειρήνη στο εσωτερικό και συνεργασία κατά των εξωτερικών εχθρών. Και η σύστασή του αποτελεί την ουσία της πολιτείας που για να την ορίσουμε είναι ΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, 0 ΚΑΘΕΝΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ, ΜΕ ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ, ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ, ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ, ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ, ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΟΛΩΝ.

Τι είναι ηγεμόνας και τι υπήκοος

Εκείνος που αντιπροσωπεύει, κατά τον παραπάνω ορισμό, τους άλλους ονομάζεται ηγεμόνας, και θα δούμε ότι έχει την κυρίαρχη εξουσία. Οποιοσδήποτε άλλος είναι υπήκοος. Αυτή η κυρίαρχη εξουσία είναι δυνατό να αποκτηθεί με δύο τρόπους. 0 ένας από αυτούς τους τρόπους είναι η φυσική βία, δηλ., όταν ένας άνθρωπος αναγκάζει τα παιδιά του να υποταχθούν στη θέλησή του επειδή, αν αρνηθούν είναι ικανός να τους κατάστρέφει. Ή όταν ένας άνθρωπος αναγκάζει με πόλεμο τους εχθρούς του να υποταχθούν στη θέλησή του επειδή μ’ αυτό τον όρο τους χαρίζει τη ζωή. 0 άλλος τρόπος είναι η συμφωνία μεταξύ ανθρώπων να υπακούσουν με τη θέλησή τους σ’ ένα άτομο ή μια συνέλευση που εμπιστεύονται για να τους προστατεύει απ’ όλους τους άλλους.

Αυτή η τελευταία πολιτεία, μπορεί να ονομαστεί πολιτική ή θεσμική πολιτεία. Η προηγούμενη, πολιτεία κατάκτησης.

Σχετικοί σύνδεσμοι

Advertisements

One thought on “Αποσπάσματα από τον Leviathan του Thomas Hobbes, μετάφραση Λένας Κασίμη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s