Η έννοια της Δημοκρατίας στις θεωρίες του φιλελευθερισμού, του ωφελισμού και του μαρξισμού

Η ανασκευή της παραδοσιακής θεωρίας της δημοκρατίας από τον Schumpeter

Στο έργο του «Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία» (1942) ο J. Schumpeter θέτει υπό αμφισβήτηση τη κλασική θεωρία της δημοκρατίας όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Rousseau και τους ωφελιμιστές.

Σύμφωνα με τον Schumpeter η κλασική θεωρία κατανοεί τη δημοκρατική μέθοδο ως το θεσμικό σύστημα λήψης πολιτικών αποφάσεων από το λαό για το κοινό καλό, με την εκλογή αντιπροσώπων, οι οποίοι εκτελούν ως σώμα τις θελήσεις του (σελ. 335 της ελλην. έκδοσης). Η κλασική θεωρία, επισημαίνει ο Schumpeter, προϋποθέτει την αντίληψη μιας volonte generale, της οποίας το περιεχόμενο είναι το καλό όλων. Κατά την άσκηση της διακυβέρνησης οι πολίτες που συμμετέχουν σ’ αυτή τη κοινή βούληση, επειδή για πρακτικούς λόγους (λ.χ. μέγεθος του Κράτους), δεν μπορούν να εκδηλώσουν την βούλησή τους προσωπικά, εκλέγουν μια επιτροπή που τους εκπροσωπεί και θεσμοθετεί για λογαριασμό τους (νομοθετικό σώμα, κοινοβούλιο). Με τη σειρά της η επιτροπή αυτή εκλέγει μία ή περισσότερες μικρότερες επιτροπές (κυβέρνηση) που έχουν ως καθήκον να εκτελούν τους νόμους.

Κατά τον Schumpeter η θεωρία αυτή χωλαίνει επειδή δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει το «κοινό καλό» και την «γενική βούληση», κατηγορίες τις οποίες προϋποθέτει. Για το καθένα το κοινό καλό σημαίνει κάτι άλλο. Κι αν δεχθούμε ότι υπάρχει κοινή αντίληψη για το κοινό καλό προκύπτουν αμέσως διαφορές για το πως θα επιτευχθεί. Με το κοινό καλό «εξανεμίζεται» και η volonte generale. Ο κάθε πολίτης έχει τη δική του, ατομική βούληση, έτσι που μια γενική βούληση ή δεν προκύπτει καθόλου ή προκύπτει ως χαώδες μόρφωμα χωρίς λογική συνοχή (338). Τέλος η κλασική θεωρία φαίνεται να δέχεται ως μονάδα τον ορθολογικά σκεπτόμενο άνθρωπο που σκέπτεται ανεξάρτητα από τους άλλους και ξέρει, τι «πραγματικά» θέλει. Κατά Schumpeter ο ανθρώπινος αυτός τύπος δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Οι άνθρωποι επηρεάζονται από συναισθηματικές παρορμήσεις, από την ανορθολογική επίδραση της ομάδας ή από την διαφήμιση. Σκέπτονται και ενεργούν μέσα σε στενά όρια της προσωπικής τους παρατήρησης και των πραγμάτων που τους είναι οικεία, ή για τα οποία είναι υπεύθυνοι (345 επ.). Το συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο αναφοράς χάνεται όμως προκειμένου να αντιμετωπίσουν οι πολίτες εθνικά ζητήματα και να πάρουν θέση απέναντι στις λύσεις που προτείνονται για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της κοινωνίας και της πολιτικής (εξαίρεση αποτελούν ίσως προβλήματα που προκύπτουν σε τοπικό επίπεδο και για τα οποία μπορεί να έχει ο καθένας προσωπική εμπειρία). Η έλλειψη αμέσου ενδιαφέροντος και ευθύνης συνοδεύεται από ασάφεια στην εικόνα που έχει ο απλός πολίτης για τα πολιτικά πράγματα. Κατά συνέπεια και η πολιτική του συμπεριφορά και βούληση καθορίζονται από τυχαίους παράγοντες. Ομάδες συμφερόντων ή επαγγελματίες πολιτικοί βρίσκουν έτσι πρόσφορο έδαφος για να διαμορφώσουν με τον δικό τους τρόπο την κοινή γνώμη για την πολιτική, δηλ. να κατασκευάσουν μια δική τους volonte generale (σελ. 350 επ. πρβλ. την ανάλυση του Marx στην «Γερμανική Ιδεολογία», που ανάγει την γενικότητα των Κρατικών Ρυθμίσεων σε γενίκευση ιδιαιτέρων συμφερόντων μία τάξης που εμφανίζονται ως συμφέροντα όλης της κοινωνίας).

Αν το άτομο στο χώρο των οικονομικών του συμφερόντων μπορεί να αντιτάξει στη διαφήμιση δικές του απόψεις που πηγάζουν από την προσωπική του εμπειρία, στο χώρο της πολιτικής, όπου δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια ελέγχου των αποτελεσμάτων και του κόστους, η διαμόρφωση υπεύθυνης γνώμης είναι δυσκολότερη σχεδόν ανέφικτη.

Μπρος στα προβλήματα που παρουσιάζει η «κλασσική» θεωρία της δημοκρατίας ο Schumpeter διατυπώνει στο XXII κεφ. του βιβλίου του μία καινούρια θεωρία της δημοκρατίας που επιδιώκει να αποφύγει τις ασάφειες της παλιάς και να προσεγγίσει περισσότερο την πραγματικότητα. Μεθοδολογικά η νέα θεωρία κατασκευάζεται με αντιστροφή στοιχείων της παλιάς θεωρίας ενώ στην κλασσική θεωρία είχε δοθεί βάρος στο στοιχείο της βούλησης του πολιτικού σήματος και είχε παραμεληθεί το στοιχείο της μορφής, δηλ. του τρόπου και των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων στην δημοκρατία, η νέα θεωρία τονίζει ακριβώς αυτό το μορφικό στοιχείο. Ο ρόλος του λαού περιορίζεται στο να ψηφίζει την κυβέρνηση (η οποία αποτελεί τον κατ’ εξοχήν «ενεργό» παράγοντα της πολιτικής) δηλ. η λαϊκή βούληση εμφανίζεται ως παθητικός παράγοντας.

Αντίστοιχα ως δημοκρατική μέθοδος ορίζεται σελ. 359 το θεσμικό σύστημα προς λήψη πολιτικών αποφάσεων, μέσα στο οποίο πολιτικές ομάδες ή άτομα αποκτούν το δικαίωμα να αποφασίζουν μέσω μιας ανταγωνιστικής πάλης προς απόκτηση της ψήφου του λαού. Ο νέος ορισμός δίνει βάρος στις διαδικασίες εκλογής (που όπως είδαμε για ιστορικούς λόγους είχε παραμελήσει η κλασσική θεωρία, τουλάχιστο στην διατύπωσή της από τον Rousseau). Δίνει βάρος στη διαμόρφωση πολιτικής βούλησης από πολιτικές ηγεσίες οι οποίες περιλαμβάνουν στα πολιτικά προγράμματά τους διάφορα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες ως μέσο για την επίτευξη του σκοπού τους που είναι η εξασφάλιση πλειοψηφιών. Τονίζει το στοιχείο του ανταγωνισμού μεταξύ ηγεσιών, του οποίου τυπική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ελεύθερου διάλογου (ελευθερία του τύπου και του ατόμου).

Τα θέματα που θα αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής διαμάχης μεταξύ ανταγωνιστικών ηγεσιών αλλά και η επιλογή προσώπου στο εσωτερικό του κάθε πολιτικού σχηματισμού (κόμματος, κυβέρνησης) δεν καθορίζονται λοιπόν κατά τον Schumpeter από κάποια περιεχόμενα, αλλά σε σχέση με το ανταγωνιστικό στοιχείο που επικρατεί στον πολιτικό χώρο (σε αναλογία με τον ανταγωνισμό που επικρατεί στην αγορά).

Από τις αναπτύξεις του Schumpeter προκύπτουν μεθοδολογικά προβλήματα αναφερόμενα τόσο στην κατανόηση της κλασσικής θεωρίας της δημοκρατίας από τον Schumpeter, όσο και στην αντιστροφή των στοιχείων της «βούλησης» και της «διαδικασίας» που ο συγγραφέας αυτός επιχειρεί:

α) Σε αντίθεση με τον τρόπο που χειρίζεται ο Schumpeter το ζήτημα του χαρακτήρα της volonte generale η κλασσική θεωρία είχε επιμείνει στη σύνδεση της «λαϊκής βούλησης» με αξιολογικά κριτήρια, όπως λ.χ. της ελευθερίας και της ισότητας, τα οποία αποτελούν τη βάση, πάνω στην οποία μπορεί/πρέπει να συμφωνήσουν όλοι, αφού αποτελούν την προϋπόθεση για να μπορεί ο καθένας απρόσκοπτα να δρα σύμφωνα με τα προσωπικά του συμφέροντα, ενδιαφέροντα κλπ. Οι ιδέες αυτές εξελίχθηκαν ιστορικά και απετέλεσαν όπλο στον αγώνα κατά της απολυταρχίας. Απετέλεσαν ακόμη πυρηνικές θεσμοθετήσεις, συστατικές για το δημοκρατικό πολίτευμα και για την λειτουργία της οικονομίας και κοινωνίας της αγοράς κατοχυρωμένες σε όλα τα συντάγματα. Με την έννοια αυτή το στοιχείο της volonte generale δεν είναι αφηρημένο και χωρίς λογικές συνοχές, αλλά αποτελεί την συγκεκριμένη συναινεσιακή βάση της κοινωνίας σε μία ιστορική εποχή και το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται ο ανταγωνισμός. Αναφέρεται δε και ως προς συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής στο αίτημα δημοσιότητας διαφάνειας, διαμόρφωσης όρων διαλόγου, κριτικής και δημοκρατικού ελέγχου. Αλλά και με την ωφελιμιστική της μορφή η κλασσική θεωρία περιείχε όπως είδαμε συγκεκριμένες αντιλήψεις για τον χαρακτήρα των πολιτικών θεσμών και του πολιτικού συστήματος δικαιωμάτων που θα πρέπει να εξεταστούν στην ιστορική τους διάσταση. Ο Schumpeter(σελ. 355) επισημαίνει βέβαια την ιστορικότητα των ιδεών που θεμελίωσαν στην παραδοσιακή θεωρία την αντίληψη για την volonte generale, όμως δεν θεωρεί τις ιδέες αυτές ως συστατικούς όρους του σύγχρονου πολιτικού συστήματος, αλλά τις αντιμετωπίζει ως κακή θεωρία με μεταφυσικό περιεχόμενο (τις αποκαλεί «θεολογία») που είχε απλώς την τύχη να υποστηριχθεί από τις ιστορικές εξελίξεις.

β) Ένα ενδιαφέρον ζήτημα που θέτει ο ίδιος ο Schumpeter είναι το ζήτημα κατά πόσον υπάρχουν «όρια», μέσα στα οποία κινείται ως προς τα περιεχόμενά του ο ανταγωνισμός μεταξύ πολιτικών δυνάμεων (352).

Μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχουν όρια στην δυνατότητα που έχουν οι πολιτικοί να προβάλλουν ως «κοινό καλό» ιδιαίτερες, από αυτούς επιλεγμένες ρυθμίσεις που προπαγανδίζουν με ψυχοτεχνικές μεθόδους; Ο Schumpeter τείνει να αμφισβητήσει την ύπαρξη τέτοιων ορίων που θα σήμαινε ότι μακροχρόνια η γενική κρίση και βούληση του λαού θα μπορούσε με την διδαγμένη από αρνητικές εμπειρίες να οδηγηθεί σε συμπεράσματα που αναφέρονται σε ουσιαστικά κοινωνικά προβλήματα. Με την αμφισβήτηση όμως τέτοιων ορίων ο Schumpeter προχωράει στην πραγματικότητα πιο πέρα από την άρνηση της ύπαρξης μιας volonte generale. Αποδεσμεύει την πολιτική πρακτική από τις κοινωνικές και οικονομικές διαδικασίες, μέσα στις οποίες διαμορφώνονται κοινωνικές ανάγκες και σχηματίζονται οι πολιτικές αντιλήψεις και συμπεριφορές των πολιτών.

Η πολιτική διαδικασία δεν μπορεί πια να αναπαρασταθεί από πλευράς περιεχομένου ως έκφραση πραγματικών κοινωνικών αναγκών και συγκρούσεων, αλλά γίνεται κατανοητή μόνο ως προς την μορφή της ως ανταγωνιστική διαδικασία. Το ζήτημα αυτό το θέτει ευθέως ο ίδιος ο Schumpeter διακρίνοντας μεταξύ σκοπών (αναγκών) της κοινωνίας και «κινητηρίων δυνάμεων» που τους πραγματώνουν. Η διάκριση αυτή έχει εφαρμογή τόσο στην πολιτική όσο και στην οικονομία: «Π.χ. ο λόγος ύπαρξης της οικονομικής δραστηριότητας είναι φυσικά, ότι οι άνθρωποι θέλουν να φάνε να ντυθούν κλπ. Η εξασφάλιση των μέσων για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών είναι ο κοινωνικός σκοπός ή η έννοια της παραγωγής. Εν τούτοις όμως όλοι συμφωνούμε ότι η πρόταση αυτή θα αποτελούσε κατ’ εξοχήν μη πραγματιστική αφετηρία της θεωρίας περί οικονομικής δραστηριότητας σε μια εμπορική κοινωνία και ότι θα ήταν πολύ προτιμότερο αν ξεκινούσαμε από θέσεις περί κέρδους. Επίσης και η κοινωνική έννοια ή λειτουργία της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας είναι χωρίς αμφιβολία η δημιουργία νόμων και εν μέρει η λήψη διοικητικών μέτρων. Αλλά για να καταλάβουμε, πως η δημοκρατική πολιτική υπηρετεί το κοινωνικό αυτό σκοπό πρέπει να αρχίσουμε από την ανταγωνιστική μάχη για την εξουσία και τα αξιώματα και να κατανοήσουμε ότι η κοινωνική λειτουργία εκπληρώνεται μόνο ως πάρεργο ακριβώς όπως και ή παραγωγή είναι δευτερεύον φαινόμενο της πραγματοποίησης του κέρδους» (375). (μεταγλωττισμένο).

Δηλ. ο Schumpeter δέχεται ως επιστημονική εκείνη τη πολιτική ανάλυση που ξεκινάει από τα κίνητρα των ατόμων στον ανταγωνισμό για να «εξηγήσει» την οικονομική και πολιτική διαδικασία, ενώ το σύστημα κοινωνικών αναγκών, τις οποίες προϋποθέτουν και ικανοποιούν οι ανταγωνιστικές πράξεις ανάγεται στο χώρο των περιεχομένων, των σκοπών της κοινωνίας και θεωρείται δευτερεύον στοιχείο για την ανάλυση. Με τις μεθοδολογικές αυτές αφετηρίες ο Schumpeter τοποθετείται στη παράδοση του Weber και αντιστρέφει τις μεθοδολογικές προϋποθέσεις των θεωριών που έχουν ως αφετηρία τους την συνολική κοινωνικοοικονομική διαδικασία (για τις οποίες η ανάλυση της κοινωνικής αναπαραγωγής και των κοινωνικών αναγκών είναι προϋπόθεση για να εξηγηθεί και ο μηχανισμός που διέπει πράξεις προσανατολισμένες προς το κέρδος, αφού διερευνά τις κοινωνικές προϋποθέσεις και τις κοινωνικές συνέπειες των πράξεων σε επίπεδο συνολικής κοινωνίας).

Αντίστοιχα στο επίπεδο της ανάλυσης της πολιτικής δραστηριότητας ο Schumpeter επιλέγει μια προσέγγιση που ξεκινά από την ανταγωνιστική μάχη για να κατανοήσει την θέσπιση κανόνων και διοικητικών ρυθμίσεων, αλλά δεν προτάσσει τα προβλήματα των κοινωνικών σχέσεων που δημιουργούν τους πολιτικούς ανταγωνισμούς (αντιμαχόμενα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα, ιστορικές και δομικές συγκρούσεις της σύγχρονης κοινωνίας). Αντιπαρατίθενται έτσι στην θεωρία της δημοκρατίας δύο «σχολές»,

α) η σχολή που τονίζει τη σημασία της όλης κοινωνικοοικονομικής διαδικασίας για την ανάλυση των πολιτικών διαδικασιών και

β) η σχολή που ξεκινάει από την αντιπαράθεση αντιπάλων δυνάμεων που ανταγωνίζονται σε μια πολιτική «αγορά».

Οι επιστημολογικές αυτές τάσεις συνδέονται με πολιτικές πρακτικές τοποθετήσεις (λ.χ. σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός). Αναπαράγονται επίμονα από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και συνοδεύουν την ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας από την εποχή του Κ. Μαρξ και του J. S. Mill μέχρι τις μέρες μας. Είναι δε στα ουσιώδη τους χαρακτηριστικά θεμελιωμένες σε σχέση με ουσιώδη χαρακτηριστικά της κοινωνίας την οποία περιγράφουν: μια κοινωνία, στην οποία η ιδιοποίηση της κοινωνικής παραγωγής είναι ατομική και η πολιτική διαδικασία αφορά τα πλαίσια της κοινωνικο-οικονομικής δράσης, αλλά όχι άμεσα την ίδια την δράση αυτή.

ΠΗΓΗ: Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Πανεπιστημιακές Παραδόσεις, Αθήνα 1989

Σχετικές συνδέσεις

Advertisements

One thought on “Η έννοια της Δημοκρατίας στις θεωρίες του φιλελευθερισμού, του ωφελισμού και του μαρξισμού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s